Απόφαση 783 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 783/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (λόγω κωλύματος του Αντιπρόεδρου Σωκράτη Πλαστήρα και μετά από την …/2025 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αριστέα Τσαμαδιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κλεισιάρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας της εδρεύουσας στο Λονδίνο και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PRAXIS I FINANCE PLC", 4) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Κοζάνης, που κατοικοεδρεύει στην Κοζάνη, 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) Δ. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., εκ των οποίων το 4ο εκπροσωπήθηκε από τον Θησέα Κουρή, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 1η, 2η, 3η, 5η και 6ος δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2016 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γρεβενών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων κύρια παρέμβαση της 5ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2020 μη οριστική και 44/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-3-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αριστέα Τσαμαδιά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 4ο των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1536/2024).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ’ άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 175/2025, ΑΠ 82/2025).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ` αυτή διαδίκου (ΑΠ 1625/2025, ΑΠ 1117/2025).
Στην ερευνώμενη υπόθεση από τις υπ' αριθ. …2023, …2023, …2023 και …2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …, Λ. Μ. και την υπ' αριθ. ...2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου … Δ. Ν., που προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του εκδώσαντος Δικαστηρίου και την πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου για την αρχική δικάσιμο της 17ης-11-2023, οπότε η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της προκειμένης απόφασης δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις πρώτη, δεύτερη, τρίτη, πέμπτη και έκτο των αναιρεσίβλητων. Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα, μετ' αναβολή, δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, πιστώτριες και εγγυητής, ήταν απόντες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της. Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο και η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του Δικαστηρίου για τη σημερινή μετ’ αναβολή δικάσιμο επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση από …2022 και με αριθ. εκθ. καταθ. …2022 αίτηση αναίρεσης του Κ. Κ. προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 15/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης, πέμπτης και έκτου των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης, πέμπτης και έκτου των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών-πιστωτριών και εγγυητή, αντιστοίχως. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 79/2025). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), εντός της τριακονθήμερης από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στις 10-02-2022, και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών την από …2016 (αριθ. εκθ. καταθ. …2016) αίτηση, με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθ' ων η αίτηση, ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών του από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των πιστωτών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που είχε υποβάλει, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη του, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της οικογένειάς του, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Επί της αίτησης και της προφορικώς ασκηθείσας παρέμβασης της ήδη 5ης αναιρεσίβλητης εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 123/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών που ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την κλήτευση του εγγυητή, ήδη 6ου αναιρεσίβλητου και εν συνεχεία η υπ' αριθ. 44/2021 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών που απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής, ο αιτών άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών την από …2021 (αριθ. εκθ. καταθ. …2021) έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. 15/2022, απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση (άρθρο 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρο 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 28-11-2016, της ένδικης αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ορίζεται ότι: "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι: "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή σε κάθε περίπτωση όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1536/2024). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022). Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1339/2024).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό προβλέφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1031/2024). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 596/2024), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1339/2024).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1536/2024).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024, ΦΕΚ Α 146, με έναρξη ισχύος της τροποποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού νόμου, την 16η-9-2024, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 596/2024). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 596/2024). Στην ερευνώμενη υπόθεση, η πρώτη καθ' ης η αίτηση, και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", εκπροσωπούμενη νομίμως από τον ειδικό εκκαθαριστή της, με τις από 28-5-2021 έγγραφες προτάσεις της κατατεθείσες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, πρότεινε την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστηρίζοντας, εκτός των άλλων, ότι: "... Από τα αναφερόμενα στην υπό κρίση αίτηση στοιχεία προκύπτει, προφανώς, ότι ο διαρκής δανεισμός και η συνεχής πρόσβαση του αντιδίκου σε μέσα δανειοδότησης, αποτελεί γεγονός που υποδηλώνει δόλια αδυναμία πληρωμής. Προφανώς, γνώριζε εξαρχής ότι σε περίπτωση που του ζητούσαν να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που αναλάμβανε δε θα μπορούσε. Γνώριζε δηλαδή ποιες ήταν οι οικονομικές του δυνατότητες και παρόλα αυτά ανέλαβε νέες οικονομικές υποχρεώσεις εκ δανείων, εις γνώση του ότι ήδη είχε αναλάβει σημαντικές υποχρεώσεις εκ στεγαστικών δανείων. Σημειωτέον ότι το επίδικο δάνειο του αντιδίκου προς την τράπεζα μας ανερχόταν στο υπέρογκο ποσό των 131.250 € ... Επιπλέον δε ο αιτών δεν αιτιολογεί την αναγκαιότητα λήψης του συγκεκριμένου υπέρογκου δανείου για την αγορά κατοικίας, αφού, όπως δηλώνει, δεν έχει οικογένεια και θα μπορούσε να προβεί σε αγορά ενός πιο οικονομικού σπιτιού και στη λήψη ενός χαμηλότερου δανείου το οποίο θα μπορούσε να εξυπηρετεί, δεδομένου ότι είναι δημόσιος υπάλληλος και λαμβάνει σταθερό μηνιαίο μισθό. Ζητά δε σήμερα την απαλλαγή του από τα χρέη που έχει αναλάβει, ενώ κατά την ανάληψη των υποχρεώσεών του είχε πλήρη γνώση ότι δεν θα μπορέσει να τα αποπληρώσει. ... Στην κρινόμενη δε υπόθεση συντρέχει προφανής δόλος του αιτούντος, που συνίσταται στην από μέρους του ανάληψη της ευθύνης για αποπληρωμή χρεών που απορρέουν από συμβάσεις στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων που του χορηγήθηκαν. Ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος που έχει συγκεκριμένα, πλην όμως, αβέβαια εισοδήματα και περιουσία φροντίζει να μη δανείζεται. Και εφόσον δανείζεται με επίγνωση των οικονομικών του δυνατοτήτων, γίνεται σαφές ότι έχει πρόθεση να δημιουργήσει χρέη με σκοπό να μην τα αποπληρώσει. Ο αιτών εκ δόλου περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής, καθόσον καίτοι δεν του το επέτρεπαν οι οικονομικές του δυνατότητες εξακολουθούσε να κάνει χρήση αναιτιολόγητης ανακυκλούμενης πίστωσης για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο εκείνου, που του επέτρεπε το οικογενειακό τους εισόδημα. Έλαβε συνεχή καταναλωτικά δάνεια, για να εξασφαλίσει ένα ανώτερο επίπεδο ζωής, χωρίς να φροντίζει να εξοφλεί το προγενέστερο πριν τη λήψη του επόμενου και εις γνώση των περιορισμένων οικονομικών του δυνατοτήτων.
Συνεπώς, ο αιτών, αλόγιστα προέβη στη λήψη αυτών των δανείων από όλους τους δανειστές του και μάλιστα ελάμβανε πιστωτικά προϊόντα χωρίς να έχει εξοφλήσει προηγούμενα. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι ο αιτών γνώριζε, άλλως μπορούσε να προβλέψει ότι δε θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τις οφειλές του. Υπό τα περιστατικά αυτά, συνάγεται ότι η υπαιτιότητα του αιτούντος έχει τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεπε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του) ως πιθανό και το αποδέχτηκε. Δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο ψηλός βαθμός πιθανότητας δε δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Ειδικότερα ο αιτών έλαβε υπόψη του το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών του και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη των επίδικων δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες. Κατά συνέπεια αποδεικνύεται πλήρως εν προκειμένω ότι στο πρόσωπο του αντιδίκου συντρέχει περίπτωση δόλιας υπερχρέωσης και δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμής. Ο αντίδικος κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αλλά και σήμερα δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Αντιθέτως εκ δόλου περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής διότι για μεγάλο χρονικό διάστημα και ενώ διέθετε ικανοποιητικό εισόδημα, εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερου εκείνου που του επέτρεπε το εισόδημά του. Είναι αδιανόητο να επιρρίπτει ευθύνες στην Τράπεζα για τη χορήγηση των δανείων, αλλά να μην αιτιολογεί για ποιο λόγο προέβη στο δανεισμό με δάνεια, ώστε να καθίσταται σαφές ότι προέβη στο δανεισμό για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από αυτό που του επέτρεπαν τα οικονομικά του. Σε κάθε δε περίπτωση την τελική απόφαση για τη λήψη ή μη των ανωτέρω δανείων την είχε ο ίδιος ο αντίδικος, ο οποίος όφειλε να αποφασίσει, αφού σταθμίσει τις οικονομικές του δυνατότητες, συνεπώς είναι πέρα για πέρα καταχρηστικό να προσπαθεί να επιρρίψει ευθύνες στην Τράπεζα για τη χορήγηση των δανείων του. Με τα δεδομένα αυτά η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον ο αιτών αιτήθηκε οικειοθελώς τη χορήγηση των ανωτέρω δανείων από τα πιστωτικά ιδρύματα, χωρίς μάλιστα να αιτιολογεί την αναγκαιότητα της λήψης τους και ενώ γνώριζε, έστω και ως ενδεχόμενο, ότι δε θα μπορέσει, να ανταποκριθεί στην πληρωμή τους, επομένως, συνειδητά οδηγήθηκε στην οικονομική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. ...". Επίσης η παρεμβάσα υπέρ της τρίτης των καθ' ων ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" με τις από 28-5-2021 έγγραφες προτάσεις της κατατεθείσες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, πρότεινε την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστηρίζοντας, εκτός των άλλων, ότι: "... ΕΠΕΙΔΗ, εν προκειμένω, ο αντίδικος με δική του συνυπαιτιότητα δημιούργησε το σύνολο των οφειλών του και προσέφυγε σε υπερδανεισμό (κυρίως με σύναψη συμβάσεων καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων) για να καλύψει δαπάνες που μπορούσε να αποφύγει με την δολίως δημιουργία οφειλών με σκοπό εξαρχής να μην τις εξοφλήσει, κατέφυγε σε δανεισμό περισσότερο από όσο του επέτρεπε η οικονομική του κατάσταση, ενώ τεκμαίρεται η κακοπιστία εκ μέρους του περί μη αποπληρωμής μεγάλου μέρους των οφειλών του, καθώς ενώ τον Φεβρουάριο του 2007 είχε συνάψει στα Γρεβενά την άνω υπ' αριθμ. ...2007 σύμβαση καταναλωτικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, σύμφωνα με την οποία η κατά τα ανωτέρω δικαιοπάροχός μας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ του χορήγησε την 14.02.2007 έντοκο καταναλωτικό δάνειο ποσού 12.000 €, με σκοπό την κάλυψη έκτακτων καταναλωτικών αναγκών αυτών, εξοφλητέο σε 84 συνεχείς μηνιαίες ίσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με μηνιαία δόση ποσού 217,00 €, καταβαλλόμενη εκ μέρους του την 14η ημέρα εκάστου επόμενου μήνα από την 14.02.2007 (αρχική εκταμίευση του δανείου), ως προκύπτει από τον πίνακα δόσεων της άνω σύμβασης δανείου και την κίνηση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού εξυπηρέτησης του άνω καταναλωτικού δανείου (...), και ενώ γνώριζε κατά τον χρόνο σύναψης αυτής (14.02.2007) ότι δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει την ανωτέρω μηνιαία δόση και το σύνολο του δανείου, ωστόσο αποδέχτηκε το αποτέλεσμα αυτό, παραπλανώντας την δικαιοπάροχό μας - πιστώτριά του ως προς την πιστοληπτική του ικανότητα και την ικανότητα να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του, με συνολική οφειλή με τόκους και έξοδα ανερχόμενη την 27.10.2016 σε συνολικό ποσό 10.444,18 €, σύμφωνα με την από 27.10.2016 αναλυτική βεβαίωση οφειλών (...), και ενώ προγενέστερα ΕΙΧΕ ΠΡΟΒΕΙ το έτος 2005 σε δανεισμό με χορήγηση 1 στεγαστικού δανείου από την αναγκαία ομόδικό μας AΓΡΟΤΙΚΗ TΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, ειδικότερα: Α) στην υπ' αριθμ. ...2005 σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 105.000,00 € (...), συναφθείσα στα Γρεβενά, σύμφωνα με την οποία του χορηγήθηκε την 02.12.2005 το άνω δάνειο από την αναγκαία ομόδικό μας AΓΡΟΤΙΚΗ TΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, με σκοπό την αγορά κύριας κατοικίας, με αποπληρωμή σε 287 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις (24 έτη), καταβλητέες την 31η εκάστου επόμενου μηνός από τον Ιανουάριο του 2007, καθώς του χορηγήθηκε περίοδος χάριτος καταβολής κεφαλαίου και τόκων δεκατριών (13) μηνών (άρθρο 6 σύμβασης), με συνολικό ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο 4,42%, με μηνιαία δόση ποσού 382,02 €, σύμφωνα με την άνω δανειακή σύμβαση, με συνολική οφειλή με τόκους και έξοδα ανερχόμενη την 01.11.2016 σε ποσό 133.176,00 €, σύμφωνα με την από 01.11.2016 αναλυτική βεβαίωση οφειλών αυτής (...), και ΠΡΟΕΒΗ εκ νέου το έτος 2011 σε περαιτέρω δανεισμό με την χορήγηση επιπλέον 1 σύμβασης καταναλωτικού δανείου από την αναγκαία ομόδικό μας, ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, ειδικότερα: Β) στην υπ' αριθμ. ...2011 σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 17.587,20 € (...), συναφθείσα στα Γρεβενά, σύμφωνα με την οποία του χορηγήθηκε την 22.06.2011 το άνω δάνειο από την αναγκαία ομόδικό μας ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, με σκοπό την αποκλειστική κάλυψη προσωπικών του αναγκών και ρύθμιση οφειλών καταναλωτικής πίστης και πιστωτικών καρτών, με αποπληρωμή σε 96 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις (8 έτη), καταβλητέες την 22η εκάστου επόμενου μηνός από τον Ιούνιο του 2011, με συνολικό σταθερό επιτόκιο 10,57%, με μηνιαία δόση ποσού 267,80 €, σύμφωνα με την άνω δανειακή σύμβαση και το παράρτημα αυτής (...), με συνολική οφειλή με τόκους και έξοδα ανερχόμενη την 19.10.2016 σε συνολικό ποσό 27.544,25 € (=27.504,89 € + 39,36 €), σύμφωνα με την από 19.10.2016 αναλυτική βεβαίωση οφειλών αυτής (...).
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο αντίδικος γνώριζε ήδη κατά την 22.06.2011 (ημερομηνία σύναψης τελευταίας σύμβασης καταναλωτικού δανείου) ότι δεν θα μπορεί να αποπληρώσει τόσο αυτήν όσο και τις υπόλοιπες οφειλές του, καθώς ουσιαστικά προέβη σε ανακύκλωση του δανεισμού του αφού με το δάνεισμα αυτής εξυπηρέτησε άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους λοιπούς πιστωτές, και ειδικότερα προερχόμενες από τις προγενέστερες δανειακές συμβάσεις, ωστόσο αποδέχτηκε το αποτέλεσμα αυτό, όφειλε δε να επιδείξει μεγαλύτερη προσοχή και σύνεση στη διαχείριση των οικονομικών του, καθώς γνώριζε ότι ο υψηλός δείκτης της δανειακής του επιβάρυνσης θα οδηγούσε σε ιδιαιτέρως δυσμενή για τον ίδιο αποτελέσματα. ...
ΕΠΕΙΔΗ ο αντίδικος σύναψε τις άνω δανειακές συμβάσεις, ενώ η οικονομική του δυνατότητα δεν του το επέτρεπε, λόγω των χαμηλών εισοδημάτων του και των αναγκών της οικογένειάς του, ελήφθησαν δε για να καλυφθούν στεγαστικές και καταναλωτικές του ανάγκες, τις οποίες μπορούσε εξ αρχής να αποφύγει, γνώριζε δε κατά τον χρόνο λήψης αυτών ότι δεν θα μπορούσε να τις αποπληρώσει.
ΕΠΕΙΔΗ ο αντίδικος σύμφωνα με τις άνω συναφθείσες συμβάσεις στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων έπρεπε να καταβάλλει μόνο σε δικαιοπάροχό μας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ συνολικό ποσό 217,00 €/μήνα για το ληφθέν το έτος 2007 καταναλωτικό δάνειο, και στην αναγκαία ομόδικό μας ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ συνολικό ποσό 382,02 €/μήνα για το ληφθέν το έτος 2005 στεγαστικό δάνειο, ακολούθως προέβην την 22.06.2011 στην σύναψη της άνω υπ' αρ. ...2011 σύμβασης καταναλωτικού δανείου ποσού 17.587,20 € (...), συναφθείσα στα Γρεβενά, σύμφωνα με την οποία του χορηγήθηκε την 22.06.2011 το άνω δάνειο από την αναγκαία ομόδικό μας ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, με σκοπό την αποκλειστική κάλυψη προσωπικών του αναγκών και ρύθμιση οφειλών καταναλωτικής πίστης και πιστωτικών καρτών, με αποπληρωμή σε 96 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις (8 έτη), καταβλητέες την 22η εκάστου επόμενου μηνός από τον Ιούνιο του 2011, με συνολικό σταθερό επιτόκιο 10,57%, με μηνιαία δόση ποσού 267,80 €, σύμφωνα με την άνω δανειακή σύμβαση και το παράρτημα αυτής (...), με συνολική οφειλή με τόκους και έξοδα ανερχόμενη την 19.10.2016 σε συνολικό ποσό 27.544,25 € (= 27.504,89 € + 39,36 €), σύμφωνα με την από 19.10.2016 αναλυτική βεβαίωση οφειλών αυτής (...), ήτοι έπρεπε να καταβάλλει από την 22.06.2011 και εφεξής και μόνο για την εξυπηρέτηση του δανεισμού του συνολικό ποσό 866,82 € (= 217,00 € + 382,02 € + 267,80 €)/μήνα, το οποίο και δεν διέθετε σύμφωνα με τις μηνιαίες αποδοχές του και τις από αυτόν αναφερθείσες ανάγκες της οικογένειάς του για αξιοπρεπή διαβίωση, ανερχόμενες σε ποσό 800 €/μήνα (σελίδα 3 της κρινόμενης αίτησής του), ενώ τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονται σε ποσό 904,00 € (σελίδα 3 της κρινόμενης αίτησής του).
ΕΠΕΙΔΗ ειδικότερα, ... ο αντίδικος σύναψε συμβάσεις στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων συνολικού ποσού 171.164,43 €, ενώ η οικονομική του δυνατότητα δεν του το επέτρεπε, λόγω των χαμηλών εισοδημάτων του και των αναγκών της οικογενείας του, ήτοι για το οικονομικό έτος 2006 (χρήση 2005) συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημα 14.909,43 € (= 15.842,04 € συνολικό ετήσιο δηλωθέν εισόδημα - 932,61 € αναλογούν φόρος) / 12 μήνες = 1.242,45 € μηνιαίως, κατά το εκκαθαριστικό σημείωμα του άνω οικονομικού έτους (...), και για το οικονομικό έτος 2007 (χρήση 2006) συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημα 9.240,00 € (= 10.104,00 € συνολικό ετήσιο δηλωθέν εισόδημα - 900 € αναλογούν φόρος) / 12 μήνες = 767,00 € μηνιαίως, κατά το εκκαθαριστικό σημείωμα του άνω οικονομικού έτους και το εκκαθαριστικό σημείωμα - βεβαίωση αποδοχών αυτού (...), ελήφθησαν για να καλυφθούν καταναλωτικές και στεγαστικές ανάγκες αυτού, τις οποίες μπορούσε εξ αρχής να αποφύγει, γνώριζε δε κατά τον χρόνο λήψης αυτών ότι δεν θα μπορούσε να τα αποπληρώσει, καθώς οι μηνιαίες αναγκαίες δαπάνες διαβίωσής του ανέρχονται σε ποσό 800 € / μήνα (σελίδα 3 της κρινόμενης αίτησής του".
Η ένσταση αυτή της πρώτης καθ' ης η αίτηση και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και της παρεμβάσας, υπέρ της τρίτης καθ' ης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, πέμπτης αναιρεσίβλητης, η οποία (ένσταση) αρκεί να προβληθεί από μία των πιστωτών, λόγω της μεταξύ τους οιονεί αναγκαστικής ομοδικίας, είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει τα απαιτούμενα από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει ότι ο αιτών, ήδη αναιρεσείων, συμφώνησε με τις ως άνω πιστώτριες και με τη δεύτερη των καθ' ων η αίτηση την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, θα τον οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Αυτό δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της προκειμένης απόφασης, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών και εν προκειμένω του αιτούντος - αναιρεσείοντος περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από την πλευρά των πιστωτών (τραπεζών) να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1031/2024), η κατάφαση δε του δόλου αυτού δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι τράπεζες χορήγησαν σε αυτόν τα δάνεια, χωρίς να αξιολογήσουν εκ των προτέρων την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά του, δοθέντος ότι η σχετική παράλειψή τους δεν αίρει τον δόλο του, εφόσον αυτός, παρά την όποια επιθετική τακτική των τραπεζών, γνώριζε καλύτερα από τον καθένα, και εν προκειμένω καλύτερα από τις τράπεζες, την πραγματική οικονομική του κατάσταση και, σταθμίζοντας τις συνθήκες, επέλεξε να συναλλαχθεί με αυτές (τράπεζες). Σημειώνεται ότι αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος κατά την ανάληψη των χρεών του, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτού με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής του κατάστασης και της πρόθεσής του να μην αποπληρώσει τα δάνεια ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής του ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1510/2024). Επομένως, το ως Εφετείο δικάζον Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ορισμένη την ως άνω ένσταση (δεχόμενο, στην συνέχεια, αυτήν και ως βάσιμη κατ' ουσίαν), ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη-αιτούντος. Συνακόλουθα, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 εδ. α του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, δέχθηκε ως ορισμένη την προβληθείσα με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις πιστώτριες, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1η-01-2016). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β` του ως άνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο: "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 646/2025, ΑΠ 556/2025, ΑΠ 406/2025).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-3-2022 αίτηση του Κ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 15/2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχει κατατεθεί από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ