Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 10 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 10/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη, Εισηγήτρια και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασίλειου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Ελευθερίας Κοτσώνη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 245/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 2942/16-4-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση με αρ. πρωτ. 2942/16-4-2025 αίτηση του Π. Μ. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 245/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στον ΕΦΚΑ [τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ], έχει ασκηθεί από τον εξουσιοδοτηθέντα προς τούτο πληρεξούσιο δικηγόρο του, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 16-4-2025, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ, που έλαβε χώρα στις 28-3-2025. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 462 παρ.1, 464, 466 παρ.1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ.2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α του ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων.
Α. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 86/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν.3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν.3904/2010, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας, οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του άνω άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, προκειμένου να τις αποδώσει στους πιο πάνω οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, από τότε που έγιναν απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των άνω εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με τον ν. 2113/1952, οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν από τον υπόχρεο μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο, ο οποίος έχει κατά τα άνω ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα εγκλήματα της μη καταβολής των εισφορών αυτών (εργοδοτικών-εργατικών) είναι γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία.
Για το αδίκημα της μη καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, η παραγραφή προβλέπεται πενταετής, ήτοι 60 μηνών, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος, που είναι γνήσιο έγκλημα τελούμενο διά παράλειψης (άρθρο 15 ΠΚ) και αρχίζει κατ` άρθρα 17 και 112 ΠΚ και 1 παρ.1 και 2 του Α.Ν.86/1967, από την πάροδο 30 ημερών από το τέλος του μηνός κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο οφειλέτης εργοδότης όφειλε να ενεργήσει καταβάλλοντας αυτές.
Ωστόσο, δια του άρθρου 22 παρ.1 του Ν. 4038/2012 (ΦΕΚ A 14/02.02.2012), προστέθηκε παρ. 6 στο άρθρο 1 του Α.Ν. 86/1967 με την οποία ορίζεται: "χρόνος τέλεσης του αδικήματος των παραγράφων 1 και 2 για όσους οφείλουν ασφαλιστικές εισφορές άνω των 150.000 ευρώ, είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση του μηνός από τότε που οι ασφαλιστικές εισφορές κατέστησαν απαιτητές μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντιστοίχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής". Είναι προφανές ότι η ως άνω διάταξη της παρ. 6 εδ. α` του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 δεν αλλάζει το χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ο οποίος προσδιορίζεται, όπως ανωτέρω, από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν. 86/1967, αλλά, όπως εξ αυτής προκύπτει, επιμηκύνει το χρόνο έναρξης και συμπλήρωσης της παραγραφής επί σοβαρών περιπτώσεων μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών και ορίζει ότι στην περίπτωση αυτή η πενταετής παραγραφή αρχίζει από την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος του 1/3 της προθεσμίας των 5 ετών ή 60 μηνών και συγκεκριμένα, από την πάροδο των 20 μηνών από την παρέλευση του μηνός από τότε που οι ασφαλιστικές εισφορές άνω των 150.000 ευρώ κατέστησαν απαιτητές, συμπληρώνεται δε μετά πέντε έτη από τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας (ΑΠ 1089/2018). Σημειώνεται ότι για τα αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι την ημερομηνία ισχύος του Ν. 4038/2012 (02.02.2012), έστω και αν αφορούν οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές άνω των 150.000 ευρώ, η παραγραφή τους συμπληρώνεται με την πάροδο πέντε ετών από τον χρόνο τέλεσής τους, που συμπίπτει με την πάροδο μηνός από τότε που οι ασφαλιστικές εισφορές κατέστησαν απαιτητές (ΑΠ 734/2024, ΑΠ 898/2023).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, με τη δε παράγραφο 4 του άρθρου 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 2 Ν. 2676/1999, οι διατάξεις του άρθρου 115 του Ν. 2238/1994, όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται κατ` αναλογίαν και για την καταβολή των οφειλομένων στο Ι.Κ.Α ασφαλιστικών εισφορών. Σημειωτέον ότι ήδη, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/2012, προστέθηκε παράγραφος 7 στο άρθρο 1 του Α.Ν. 86/1967, στην οποία ορίζεται ότι "Για εργοδότες μη φυσικά πρόσωπα, που δεν καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ ή των φορέων ή των φορέων ή κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών των οποίων τις εισφορές εισπράττει ή συνεισπράττει το Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ, ως αυτουργοί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου θεωρούνται στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες: α) οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μέχρι τις 11.04.2012, οπότε θεσπίσθηκε η ανωτέρω παρ.7 του ΑΝ 86/1967, και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνον ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και β) για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μετά τις 11.04.2012 και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους, είναι τα πρόσωπα που ορίζονται στην παρ. 7 του ΑΝ 86/1967, (οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε.), ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον εάν λείπουν όλα τα αμέσως προαναφερθέντα πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πραγματικά, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική (ΑΠ 602/2025, ΑΠ 734/2024, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 345/2023, ΑΠ 102/2023). Β. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στο δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ` αυτή.
Κατ` ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν.86/1967, απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ` αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε, ως και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη από την άσκηση επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση, ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ` αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου (ήτοι του αναφερόμενου απλώς ως εργοδότη) για καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 602/2025, ΑΠ 325/2024, ΑΠ 840/2020, ΑΠ 1786/2019, ΑΠ 543/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 245/2025 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρος, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και εκκαλουμένη απόφαση, καθώς και έγγραφα που αναγνώστηκαν) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα επί λέξει:
".. ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και συγκεκριμένα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα την 20/03/2019, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "ΟΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΑΓΟΡΑΣ και Α.Μ.Ε.: ..., ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α ΜΙΣΘΩΤΩΝ(τ. ΙΚΑ - ΕΤAM) 060 ΠΛ. ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, είδος επιχείρησης: Έρευνα και πειραματική ανάπτυξη στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/06/2017 έως 31/01/2019 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α (τ.ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), τις κατωτέρω συνολικές εισφορές ποσού 405.381,25 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 270.254,17 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 135.127,08 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμό .../2017, .../2017, .../2018, .../2017, .../2018, .../2019, .../2019, .../2017, .../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2017, .../2019, .../2018, .../2018 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 405.381,25 ΕΥΡΩ. Μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων εις αυτόν αξιοποίνων πράξεων".
Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των αξιοποίνων πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών Ε.Φ.Κ.Α. [τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ] και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης τριάντα τριών (33) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία και συνολική χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό, ήτοι του ότι: "στην Αθήνα την 20/03/2019, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ΟΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΑΓΟΡΑΣ και Α.Μ.Ε.: ..., ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. IΚΑ - ΕΤΑΜ) 060 ΠΛ. ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, είδος επιχείρησης: Έρευνα και πειραματική ανάπτυξη στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/06/2017 έως 31/01/2019 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α.(τ.ΙΚΑ - ΕΤΑΜ),όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α (τ.ΙΚΑ -- ΕΤΑΜι, τις κατωτέρω συνολ. εισφορές ποσού 405.381,25 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμό .../2017, .../2017, .../2018, .../2017, .../2018, .../2019, .../2019, .../2017, .../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2017, .../2019, .../2018, .../2018 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 405.381,25 ΕΥΡΩ.
1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 270.254,17 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 135.127,08 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση".
Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, το ως άνω Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής και ασαφής και στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότιδα ανώνυμη εταιρεία, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση η ιδιότητα και η θέση που ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων είχε στην ως άνω εταιρεία, ώστε να ανακύπτει η νομική υποχρέωσή του αφενός μεν, να εξοφλήσει τις εργοδοτικές εισφορές της ανώνυμης εταιρείας και αφετέρου, να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων σ` αυτή και να τις αποδίδει προς το ΙΚΑ (ήδη ΕΦΚΑ). Συγκεκριμένα, δεν αναγράφεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, αν, κατά το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, ο αναιρεσείων ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-6-2017 έως 31-1-2019, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ή διευθύνων ή εντεταλμένος ή συμπράττων σύμβουλος, ή διοικητής, ή γενικός διευθυντής ή διευθυντής και γενικά πρόσωπο εντεταλμένο στη διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση, ή τέλος σε περίπτωση έλλειψης των παραπάνω προσώπων, αν ο αναιρεσείων ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας (αντιπρόεδρος ή σύμβουλος), και ασκούσε πράγματι, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των παραπάνω αναφερομένων κατ` αρχήν και κυρίως υπόχρεων. Μόνη δε η αναφερόμενη στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ιδιότητα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ως εργοδότη της επιχείρησης με την επωνυμία: ΟΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΑΓΟΡΑΣ και Α.Μ.Ε.: ..., ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α ΜΙΣΘΩΤΩΝ, με αντικείμενο δραστηριότητας την έρευνα και πειραματική ανάπτυξη στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, δεν καθιστά αυτόν, άνευ ετέρου, υπόχρεο για παρακράτηση των εργατικών εισφορών και για απόδοση αυτών μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές στο ΕΦΚΑ.
Επομένως, ο σχετικός με την ανωτέρω πλημμέλεια, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` Κ.Ποιν.Δ., πρώτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος.
Κατόπιν τούτων, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναίρεσης, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρα 519 και 522 ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 245/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ