ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 11/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 11/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 11/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 11 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 11/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη, Εισηγήτρια και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασίλειου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Ειρήνης Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 331/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον H. G. του B., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 3/27-6-2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση υπ' αρ. εκθ. 3/27-6-2025 αίτηση της Κ. Ε. του Ε. για αναίρεση της υπ' αρ. 331/2025 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, με την οποία κρίθηκε ένοχη, με την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής δεδουλευμένων και άλλων αποδοχών, κατ' εξακολούθηση, ασκήθηκε από την ίδια, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωσή της στον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, εντός της προβλεπόμενης από το νόμο (άρθρο 473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ) προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοιν.Δ, που έλαβε χώρα στις 18-6-2025.

Επομένως, η αίτηση αυτή, που περιέχει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ είναι παραδεκτή (άρθρα 462 παρ.1β, 464, 466 παρ.1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ.1εδ.α'και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α του ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της. H συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρών και ο υποστηρίζων την κατηγορία H. G. του B., κάτοικος ..., καίτοι αυτός δεν παραστάθηκε στη δίκη, αφού κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την υπ` αριθμ. 774/23-7-2025 κλήση του (την οποία παρέλαβε ο ίδιος), προκειμένου να παραστεί διά συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 26 Ιουλίου 2025 αποδεικτικό επίδοσης του Σ. Ι., Αρχ/κα του ΑΤ Χαλκίδος (αρ. 515 παρ. 2α' ΚΠΔ).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. α` και παρ. 2 του ν. 3996/2011: "1. Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010 (Α` 218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. 2. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 εδ. α` του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, : "1. Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτές πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ` αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσης χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από τον νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις (ΑΠ 129/2025, ΑΠ 1424/2024).

Β. Έλλειψη της επιβαλλόμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, η καταδικαστική, για παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, απόφαση στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν, με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο (ανά εβδομάδα, μήνα κλπ.) και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από τον νόμο ή από το έθιμο (ΑΠ 1424/2024). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται κατ` είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά μόνο από αυτά κατ` επιλογή, όπως τούτο επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005), αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ` αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη (ΑΠ 1965/2019, ΑΠ 436/2019, ΑΠ 306/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ. γ' του ΚΠΔ, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η ανάγνωση, στην κατ` έφεση δίκη, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχομένων σ` αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική, αλλά η μη ανάγνωσή τους δεν παράγει χωρίς άλλο ακυρότητα, αφού κάτι τέτοιο δεν απαγγέλλεται ρητώς στο νόμο (άρθρο 170 παρ.1 ΚΠΔ). Μόνον σε περίπτωση που ζητηθεί η ανάγνωσή τους, και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτή ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με αυτή, ιδρύεται εντεύθεν ο αναιρετικός λόγος του άρ. 510 παρ.1 Α' ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ήτοι για έλλειψη ακρόασης (άρθρο 171 παρ.2 ΚΠΔ). Η ανάγνωση των πρακτικών πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά του εφετείου ή από τις αιτιολογίες της απόφασης.

Όμως, αν αυτά δεν αναγνωσθούν, η λήψη υπόψη τους, για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου επί της ενοχής επάγεται απόλυτη ακυρότητα και καθιστά την απόφαση αναιρετέα (ΑΠ 251/2025, ΑΠ 1025/2021, ΑΠ 198/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο σκεπτικό της απόφασής του διέλαβε, κατά λέξη, τα ακόλουθα, ήτοι:

"Από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν δημόσια στο ακροατήριο και από την όλη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :

Η κατηγορουμένη και ο υποστηρίζων την κατηγορία τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 11-10-2003. Η έγγαμη συμβίωση δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάστηκε οριστικά τον Φεβρουάριο του 2021. Η κατηγορουμένη είναι πτυχιούχος αγγλικής φιλολογίας και διατηρούσε δύο φροντιστήρια ξένων γλωσσών (ατομική επιχείρηση) ένα στη Χαλκίδα και ένα στο Βασιλικό Ευβοίας, ενώ ο υποστηρίζων την κατηγορία είναι Βρετανός υπήκοος με πιστοποιητικό διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας σε ενηλίκους. Από το 2003 ο υποστηρίζων την κατηγορία εργαζόταν ως καθηγητής στα φροντιστήρια της συζύγου του με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και στις 4-10-2004 προσλήφθηκε από την κατηγορουμένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καθηγητής της αγγλικής γλώσσας και ως διευθυντής σπουδών, υπεύθυνος για τη διευθέτηση διαδικαστικών ζητημάτων στη λειτουργία των φροντιστηρίων και την προβολή της επιχείρησης μέσω των εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης, χωρίς όμως η θέση αυτή ευθύνης να του προσδίδει την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 2 της Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον "περί περιορισμού των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις", που κυρώθηκε με τον ν. 2269/1920: Το ωράριο εργασίας του είχε διαμορφωθεί σε πενθήμερο από Δευτέρα έως Παρασκευή για 6 διδακτικές ώρες και επιπλέον 2 ώρες ημερησίως για την άσκηση των διευθυντικών του καθηκόντων. Ο μικτός μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε 937,87 ευρώ για τα έτη 2016-2018, σε 780 ευρώ για τα έτη 2019-2020 και σε 1.581,37 ευρώ για το έτος 2021. Ο υποστηρίζων την κατηγορία απασχολήθηκε πραγματικά στην επιχείρηση της κατηγορουμένης έως τις 31-5-2021, λόγω δε της απουσίας του την 1-6-2021 και στις 2-6-2021, η κατηγορουμένη του κοινοποίησε στις 4-6-2021 την από 3-6-2021 δήλωση-διαμαρτυρία, καταγγέλλοντας τη μεταξύ τους σύμβαση.

Κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2016-2017 η κατηγορουμένη δεν κατέβαλε στον υποστηρίζοντα την κατηγορία τους μηνιαίους μισθούς του, τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας, ενώ τα έτη 2018, 2019, 2020 έως και 3-6-2021 του κατέβαλε μέρος μόνο των μηνιαίων αποδοχών του, των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας. Επομένως, για δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας του οφείλει συνολικά 52.704,29 ευρώ και συγκεκριμένα α) 13.188,55 ευρώ για το έτος 2016, β) 13.188,55 ευρώ για το έτος 2017, γ) 10.901,60 ευρώ για το έτος 2018, δ) 6.056,36 για το έτος 2019, ε) 2.745,97 ευρώ για το έτος 2020 και στ) 6.623,26 ευρώ από την 1-1-2021 έως τις 3-6- 2021.

Περαιτέρω, από τις 6-9-2016, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο ν. 4415/2016, οι καθηγητές στα φροντιστήρια εργάζονται εβδομαδιαίως για 21 ώρες και κάθε παραπάνω ώρα, εφόσον δεν έχει καταχωρηθεί στο πληροφοριακό σύστημα "ΕΡΓΑΝΗ", λογίζεται ως κατ' εξαίρεση υπερωρία. Λόγω της εβδομαδιαίας απασχόλησης του υποστηρίζοντος την κατηγορία κατά 9 ώρες επιπλέον των νομίμων (6 διδακτικές ώρες ημερησίως Χ 5 ημέρες = 30 ώρες κάθε εβδομάδα - 21 ώρες το νόμιμο ωράριο) για την περίοδο της εργασίας του στην επιχείρηση της κατηγορουμένης, ο υποστηρίζων την κατηγορία δικαιούνταν για υπερωριακή απασχόληση ανάλογης αμοιβής συνολικού ποσού 32.931,18 ευρώ και ειδικότερα α) 2.776,32 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 144 ωρών από 6-9-2016 έως 23-12-2016, β) 7.461,36 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 387 ωρών για το έτος 2017, γ) 7.461,36 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 387 ωρών για το έτος 2018, δ) 6.207,48 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 387 ωρών για το έτος 2019, ε) 6.207,48 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 387 ωρών για το έτος 2020, στ) 2.817,18 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 162 ωρών από Ιανουάριο 2021 έως 31- 5-2021. Η κατηγορουμένη δεν του κατέβαλε τα παραπάνω ποσά για την υπερωριακή απασχόληση. Συνολικά λοιπόν, για την περίοδο από 8-1-2016 έως 3-6-2021 η κατηγορουμένη δεν κατέβαλε στον δηλούντα υποστήριξη τις κατηγορίας για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 85.635,47 ευρώ (52.704,29 + 32.931,18). Ο υποστηρίζων την κατηγορία άσκησε κατά της κατηγορουμένης την από 17-8-2021 και με αρ. καταθ. δικογρ. 2292/23/2021 αγωγή του για οφειλόμενες αποδοχές από την εργασία του. Επί αυτής εκδόθηκε η με αρ. 286/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος και δη για το προαναφερόμενο ποσό της υπερωριακής απασχόλησης. Κατόπιν άσκησης έφεσης, εκδόθηκε η με αρ. 3/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, η οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του υποστηρίζοντος την κατηγορία και αναγνώρισε ότι η κατηγορουμένη του οφείλει τα παραπάνω ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα εορτών, επιδόματα αδείας, υπερωριακή απασχόληση και επιπλέον ποσό 22.139,18 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης. Η κατηγορουμένη υποστηρίζει ότι στις 21-4-2009 έκλεισε ο κοινός λογαριασμός των διαδίκων και ο υποστηρίζων την κατηγορία μετέφερε το υπόλοιπο, ύψους 125.000 στερλίνων σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό στην Αγγλία και ουδέποτε απέδωσε στην κατηγορουμένη το ήμισυ του ποσού αυτού που αντιστοιχεί σε 62.500 στερλίνες ή 73.977 ευρώ, ιδιοποιούμενος αυτό παράνομα. Η κατηγορουμένη προτείνει σε συμψηφισμό την ως άνω ανταπαίτησή της έναντι των απαιτήσεων του υποστηρίζοντος την κατηγορία από τη μεταξύ τους συμβατική σχέση. Να σημειωθεί ότι η ίδια η κατηγορουμένη ομολογεί ότι ο υποστηρίζων την κατηγορία μετάφερε τα χρήματα στην αλλοδαπή για μεγαλύτερη ασφάλεια μετά από κοινή συμφωνία τους, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε τότε στο τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα. Λαμβανομένου υπόψη αυτού, ο εν λόγω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι ο κοινός λογαριασμός των διαδίκων ήταν προθεσμιακός-επενδυτικός και αφενός δεν αποδείχθηκε η προέλευση των χρημάτων που τοποθετήθηκαν σε αυτόν, ήτοι ότι το ήμισυ αυτών ανήκαν στην κατηγορουμένη, αφετέρου δεν αποδείχθηκε ότι ο υποστηρίζων την κατηγορία ενσωμάτωσε οριστικά το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό στην περιουσία του, διότι πέρα από τα τραπεζικά έγγραφα για τη μεταφορά των χρημάτων το έτος 2009 δεν προσκομίστηκαν άλλα έγγραφα για την μετέπειτα πορεία τους, έγγραφα δηλαδή από τα οποία να προκύπτει ότι μετά το πέρας της οικονομικής κρίσης στη χώρα το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό δεν επανήλθε σε τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων στην ημεδαπή, όπως συνέβη σε πλείστες αντίστοιχες περιπτώσεις.

Περαιτέρω, με βάση τις προαναφερόμενες συνθήκες και ιδίως τη συζυγική σχέση των διαδίκων, την οποία εκμεταλλεύτηκε η κατηγορουμένη, ώστε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα να δέχεται τις υπηρεσίες του υποστηρίζοντος την κατηγορία, χωρίς να του καταβάλει το σύνολο των οφειλόμενων αποδοχών, αποδεικνύεται ότι με τις μερικότερες πράξεις της η κατηγορουμένη απέβλεψε στο οικονομικό αποτέλεσμα της μη καταβολής στον υποστηρίζοντα την κατηγορία των εργασιακών αποδοχών του, συνολικού ποσού των 85.635,47 ευρώ, με σκοπό να αποκομίσει αντίστοιχο περιουσιακό όφελος. Δεδομένου λοιπόν ότι στην κρινόμενη υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 98§2 του ΠΚ, στο οποίο ο χρόνος παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας επιμέρους πράξης (....), ήτοι εν προκειμένω από τις 3-6-2021, η προβληθείσα από την κατηγορουμένη ένσταση παραγραφής των μερικότερων πράξεων του χρονικού διαστήματος από τις 8-1-2016 έως τις 30-3-2018 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τις 3-6-2021 έως και σήμερα δεν έχει παρέλθει η οκταετία του άρθρου 113§§1, 2 του ΠΚ.

Κατ' ακολουθία, η κατηγορουμένη τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από τις 8-1-2016 έως τις 3-6-2021 την αξιόποινη πράξη του άρθρου 28 του ν. 3996/2011 για το ποσό των 85.635,47 ευρώ, όπως περιγράφεται στο διατακτικό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη γι' αυτή με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 περ. α' του ΠΚ, η οποία αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως ότι συντρέχει στο πρόσωπό της ...".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής δεδουλευμένων και άλλων αποδοχών κατ' εξακολούθηση και, αφού διατήρησε την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα σε αυτή ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2αΠΚ, την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων [4] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο κατά πιστή αντιγραφή διατακτικό, ήτοι : " στη Χαλκίδα κατά το χρονικό διάστημα από τις 8-1-2016 έως τις 3-6-2021 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως εργοδότρια οποιασδήποτε επιχείρησης, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στον απασχολούμενο στην επιχείρησή της τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από τον νόμο, είτε από το έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας και ειδικότερα ως ιδιοκτήτρια φροντιστηρίου ξένων γλωσσών με την επωνυμία IEL Language School επί της οδού ... στη Χαλκίδα, αλλά και αντίστοιχου φροντιστηρίου στο Βασιλικό, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στον εγκαλούντα εργαζόμενο στην επιχείρησή της, Χ. Γ. του Μ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως καθηγητή διδαχής - εκμάθησης Αγγλικής Γλώσσας και με την ιδιότητα του διευθυντή προγράμματος σπουδών, επιφορτισμένου και με τα διαδικαστικά ζητήματα του φροντιστηρίου το συνολικό ποσό των 85.635,47 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται ποσό 52.704,29 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας και συγκεκριμένα α) 13.188,55 ευρώ για το έτος 2016, β) 13.188,55 ευρώ για το έτος 2017, γ) 10.901,60 ευρώ για το έτος 2018, δ) 6.056,36 ευρώ για το έτος 2019, ε) 2.745,97 ευρώ για το έτος 2020 και στ) 6.623,26 ευρώ από την 1-1-2021 έως τις 3-6-2021, καθώς και ποσό 32.931,18 ευρώ, που αντιστοιχεί σε αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση και συγκεκριμένα α) 2.776,32 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 144 ωρών από 6-9-2016 έως 23-12-2016, β) 7.461,36 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 387 ωρών για το έτος 2017, γ) 7.461,36 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 387 ωρών για το έτος 2018, δ) 6.207,48 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 387 ωρών για το έτος 2019, ε) 6.207,48 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 387 ωρών για το έτος 2020, στ) 2.817,18 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 162 ωρών από Ιανουάριο 2021 έως 31-5-2021. Με τις μερικότερες δε πράξεις της η κατηγορουμένη απέβλεπε στην απόκτηση του ανωτέρω συνολικού περιουσιακού οφέλους. ".

Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι μολονότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο αναγνώστηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ήτοι τα υπ' αρ. 1173/10-7-2024 πρακτικά του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, στα οποία περιέχεται και η ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ανώμοτη κατάθεση του υποστηρίζοντος την κατηγορία H. G. του B., που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δοθέντος ότι όπως προκύπτει αυτός δεν εμφανίστηκε στην κατ' έφεση δίκη, εντούτοις τα πρακτικά αυτά δεν αναφέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη για την καταδικαστική κρίση στο προϊμιο του σκεπτικού της απόφασης, αλλά ούτε και γίνεται αναφορά της περιεχόμενης σε αυτά ανώμοτης κατάθεσης του υποστηρίζοντος την κατηγορία, ευθέως ή διηγηματικώς, στο κυρίως περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, παρότι εισφέρθηκε στην αποδεικτική διαδικασία η παραπάνω ανώμοτη κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του υποστηρίζοντος την κατηγορία δεν προκύπτει και δη, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το εν λόγω αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας για την κατάφαση της ενοχής της αναιρεσείουσας. Έτσι, υφίσταται ανεπάρκεια του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα ληφθέντα υπόψη για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής για την αναιρεσείουσα κρίσης αποδεικτικά μέσα, εφόσον δεν προκύπτει ότι αυτά αξιολογήθηκαν και εκτιμήθηκαν στο σύνολό τους, μη αρκούσης προς τούτο της γενικής αναφοράς στο προοίμιο του σκεπτικού "Από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν δημόσια στο ακροατήριο και από την όλη συζήτηση της υπόθεσης".

Επομένως, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πληροί τις τεθείσες, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., προϋποθέσεις αξιολόγησης όλων των αποδεικτικών μέσων και, ως εκ τούτου, η άνω κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις αποδείξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και είναι βάσιμοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠοινΔ πρώτος και τρίτος (ο οποίος, κατ' ορθή εκτίμηση, θεμελιώνει την εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ αναιρετική πλημμέλεια) λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη της δοθείσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ανώμοτης εξέτασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία.

Κατόπιν τούτων, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ.1 Ε' του ΚΠοιν.Δ, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου και τρίτου λόγων της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρα 519 και 522 ΚΠΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 331/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή