ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 130/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 130/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 130/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 130 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 130/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 273/2025 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με κατηγορούμενη την Δ. Δ. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη.

Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Κ. Σ. του Σ., κάτοικο ..., που δεν εμφανίσθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου πρότεινε να γίνει δεκτή η αναίρεση του Αντεισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18-7-2025 και με αριθμό 10/2025 έκθεση αναίρεσης, του, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. [1] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 505 ΚΠοινΔ την αναίρεση μπορούν να ζητήσουν: α) ο κατηγορούμενος, β) ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών για τις αποφάσεις του τριμελούς πλημμελειοδικείου, των δικαστηρίων ανηλίκων, των μονομελών πλημμελειοδικείων της έδρας και περιφέρειάς του, και ο εισαγγελέας εφετών για τις αποφάσεις του εφετείου, του μικτού ορκωτού εφετείου και των μικτών ορκωτών δικαστηρίων της περιφέρειάς του. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 507, του ίδιου κώδικα, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι τριάντα (30) ημερών, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώρηση αυτή (ΑΠ 949/2025, ΑΠ 638/2025).

[2] Στην προκείμενη περίπτωση, η ένδικη με αριθμ. 10/18-07-2025 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου στρέφεται κατά της με αριθμ. 273/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, κατά τη διάταξη αυτής με την οποία η κατηγορούμενη Δ. Δ. του Α. κηρύχθηκε αθώα για την πράξη της απόπειρας εκβίασης, που φέρεται ότι τέλεσε στις 15-02-2019, στο Άργος Αργολίδας, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14,16, 17,18αγ, 26 εδα, 27, 51, 53, 385 παρ. 1γ ΠΚ. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση του ανωτέρω Εισαγγελέως στη Γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στις 18-07-2025, δηλαδή μέσα στην 20ήμερη προθεσμία από την καταχώρισή της, στις 03-07-2025, με αύξ. αριθμ. 299/03-07-2025, στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου, περιέχει δε ως λόγο αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠοινΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την βασιμότητα του λόγου της. Σημειώνεται ότι στην παρούσα δίκη, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 512 παρ. 1 γ` του ΚΠΔ , όπως η παρ. 1 αυτού ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 113 του ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α` 30/23-2-2024) με έναρξη ισχύος 1-5-2024 (άρθρο 138 παρ.1 ιδίου νόμου), ο Κ. Σ. το Σ., που παραστάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως υποστηρίζων την αποδιδόμενη στην κατηγορούμενη πράξη απόπειρας εκβίασης, δεν είναι διάδικος, προκειμένου να ακουστεί σε σχέση με τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλουν οι αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους ο Εισαγγελέας Εφετών υποστηρίζει την ενοχή της κατηγορούμενης, εφόσον ο προαναφερθείς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, παραιτήθηκε από την ιδιότητα του υποστηρίζοντος την κατηγορία (ΑΠ 896/2025, ΑΠ 331/2025).

Επομένως, η απουσία του Κ. Σ., κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο έκθεμα, παρόλο που, από το από 25-08-2025 αποδεικτικό επίδοσης του αρχ/κα Ν. Μ. του Α.Τ. Άργους, προκύπτει ότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν επάγεται έννομες συνέπειες στη διαδικασία.

ΙΙ. [1] Κατά τις διατάξεις του άρθρο 330 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 461/2019, που είναι ευμενέστερη (ως προς την ποινή), κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι " Όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάσει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του". Με την άνω διάταξη προστατεύεται η ελευθερία του σχηματισμού και της πραγμάτωσης της ήδη διαμορφωθείσας βούλησης. Ειδικότερα, το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η ελευθερία του ατόμου να ενεργεί ή να παραλείπει την τέλεση μιας πράξης σύμφωνα με την βούλησή του. Τα στοιχεία του γνήσιου πολύτροπου ή υπαλλακτικά μεικτού (ΑΠ 1137/2023) εγκλήματος της παράνομης βίας είναι: α) ο εξαναγκασμός άλλου, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, β) ο εξαναγκασμός αυτός να γίνει με τη χρήση της σωματικής βίας ή απειλής σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, γ) ο δόλος (αρκούντος του ενδεχόμενου) στον οποίο περιλαμβάνεται η γνώση ότι η απειλούμενη πράξη ή παράλειψη είναι παράνομη και η βούληση του δράστη να εξαναγκάσει τον άλλο σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε κάτι στο οποίο εκείνος δεν υποχρεούται και δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ σωματικής βίας ή της απειλής σωματικής βίας κλπ, και της πράξης παράλειψης ή ανοχής του θύματος. Αν ο δράστης έκανε χρήση των ανωτέρω υπαλλακτικώς αναφερομένων παρανόμων μέσων, αλλά ο παθών δεν εξαναγκάστηκε να προβεί στην προδιαληφθείσα συμπεριφορά, υπάρχει απόπειρα παράνομης βίας (ΑΠ 1137/2023, ΑΠ 319/2015, ΑΠ 961/2015). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 4619/2019, που είναι ευμενέστερη (ως προς την ποινή), τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομενου ή άλλου, τιμωρείται α) .... β)......γ) σε κάθε άλλη περίπτωση με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της μεν αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, βλαπτική για την περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή τρίτου, με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφαση του, της δε υποκειμενικής του υπόστασης : α) γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, β) θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ιδίου ή τρίτου και γ) επιπλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ο σκοπός αυτός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωσή του κατά του παθόντος, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο εμφανιζόμενη ως άξια μομφής (ΑΠ 11/2025, ΑΠ 1067/2023), διότι αντιστρατεύεται στο από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, προστατευόμενο δικαίωμα του προσώπου στην ελευθερία της βούλησής του και στην ελευθερία αυτού στις συναλλαγές. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζόμενου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ` εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 του Π.Κ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από τον τρόπο εκδήλωσης και τη συμπεριφορά του δράστη, άμεση ή έμμεση, να έχει διατυπωθεί εγγράφως ή προφορικώς, αμέσως από τον δράστη ή μέσω τρίτου προσώπου, ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδήλωσης της συμπεριφοράς του δράστη. Δεν αποκλείεται και μία προειδοποίηση ή σύσταση να περιέχει μία υποκρυπτόμενη απειλή. Είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι με την απειλή να εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής επενέργησε (ΑΠ 11/2025, ΑΠ 656/2025, ΑΠ 182/2025). Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι και πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά (ΑΠ 182/2025, ΑΠ 1081/2023). Το έγκλημα του άρθρου 385 ΠΚ είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια, η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, αν η απειλή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και αυτός δεν ενέδωσε, προβαίνοντας εξαναγκαζόμενος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα τη εκβίασης δεν είναι τετελεσμένο και η απειλή που ασκήθηκε συνιστά απόπειρα του εγκλήματος αυτού, εφόσον περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσής του, η οποία (απόπειρα εκβίασης) τιμωρείται κατά την ίδια διάταξη (άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ) με μειωμένη ποινή κατ' άρθρο 83 ΠΚ (ΑΠ 50/2025, ΑΠ 1081/2023). Απόπειρα υπάρχει και όταν ο εκβιαζόμενος δεν τέλεσε κ.λ.π. την πράξη που αξίωσε ο δράστης, αλλά άλλη άσχετη. [3] Η πράξη της παράνομης βίας απορροφάται αν αυτή αποτελεί στοιχείο άλλου εγκλήματος, όπως της εκβίασης (άρθρ. 385 ΠΚ), ήτοι υφίσταται φαινομένη συρροή και αντίστοιχη περίπτωση μεταβολής της κατηγορίας, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις (ΑΠ 269/2011, πρβλ. ΑΠ 325/2025). [4] Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ ΑΠ 1/2020, ΑΠ 868/2025).

[5] Στην προκείμενη περίπτωση, με τη με αριθμ. 273/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κηρύχθηκε η κατηγορούμενη αθώα, λόγω αμφιβολιών, των αποδιδόμενων σ' αυτήν αδικημάτων της δωροληψίας υπαλλήλου κατ' εξακολούθηση και απόπειρας εκβίασης, μετά από άσκηση έφεσης της κατηγορούμενης, Δ. Δ. του Α., κατά της με αριθμ. 431/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, με την οποία είχε κηρυχθεί ένοχη των αδικημάτων της δωροληψίας υπαλλήλου κατ' εξακολούθηση και απόπειρας εκβίασης, και της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή 6.000,00 ευρώ. Την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης, και μόνο κατά τη διάταξη αυτής με την οποία κηρύχθηκε αθώα, λόγω αμφιβολιών, για την πράξη της απόπειρας εκβίασης, πλήττει ο αναιρεσείων Εισαγγελεύς Εφετών Ναυπλίου, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 385 παρ. 2 ΠΚ, πλημμέλεια, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτήν (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όλα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, την απολογία της κατηγορούμενης), δέχθηκε, ανελέγκτως, αυτολεξεί, τα εξής: "Η κατηγορουμένη και ο εγκαλών, Κ. Σ. του Σ. συμβίωναν επί τέσσερα περίπου χρόνια ως μόνιμοι σύντροφοι. Η σχέση αυτή έληξε τον Σεπτέμβριο του έτους 2017, με πρωτοβουλία της κατηγορουμένης, πλην, όμως, εξακολούθησαν να διατηρούν κοινωνικές σχέσεις. Η κατηγορούμενη το έτος 2017 διετέλεσε Πρόεδρος και, από το καλοκαίρι του έτους 2018 μέχρι και την αντικατάστασή της στις 13.03.2019, Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Νομικού Προσώπου "Σχολική Επιτροπή Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δήμου Άργους - Μυκηνών", ενώ, παράλληλα, ασκούσε και την οικονομική διαχείριση της ως άνω Επιτροπής. Υπό την ιδιότητά της αυτή, της Προέδρου αρχικά και της Αντιπροέδρου και οικονομικού διαχειριστή, μεταγενέστερα, η κατηγορούμενη συνήψε με τον εγκαλούντα, ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση με αντικείμενο την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών με την ονομασία "... - ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ" στον Άγιο Γεώργιο Πλατανάκο - Μαλανδρένι Άργους, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2017 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2018, οπότε και καταρτίστηκε η κρίσιμη σύμβαση, αλλεπάλληλες συμβάσεις, με τις οποίες αυτός [εγκαλών] αναλάμβανε, μετά την υποβολή σχετικής προσφοράς, την εκτέλεση έργων για λογαριασμό της πιο πάνω Σχολικής Επιτροπής, χωρίς ποτέ να έχει δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα με την καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής του. Ειδικότερα, στις 10.09.2018, καταρτίστηκε μεταξύ της ως άνω "Σχολικής Επιτροπής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δήμου. Άργους- Μυκηνών", ως εργοδότριας, νομίμως εκπροσωπούμενης από την κατηγορούμενη, και της ως άνω επιχείρησης του εγκαλούντος, ως παρόχου, σύμβαση έργου, με την οποία η τελευταία ανέλαβε, κατόπιν της από 03.09.2018 προσφοράς της, να εκτελέσει το έργο "Εργασίες αποκατάστασης ξύλινης στέγης & τοποθέτησης κεραμιδιών επιφάνειας 220 τ.μ. & ξύλινων επιφανειών-μόνωση σκεπής με πισσόχαρτο - σοβάτισμα γρυπίδας σκεπής - τοποθέτηση υλικού down στο δημοτικό σχολείο Αγριλίτσας", έναντι συνολικής αμοιβής, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ύψους 9.548 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη, κατά τη διάρκεια της παραπάνω μακροχρόνιας ερωτικής σχέσης που διατηρούσε με τον εγκαλούντα, του δάνεισε άτυπα (προφορικά) και τμηματικά, προκειμένου να καλύψει άμεσες και πιεστικές οικονομικές υποχρεώσεις - ανάγκες του, το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ, ποσό το οποίο, όταν αυτή κατά καιρούς του ζητούσε να της το επιστρέψει, το αρνιόταν, επικαλούμενος οικονομικές δυσκολίες και το γεγονός ότι όλα τα εν λόγω έργα, που είχε εκτελέσει, μέχρι και το επίμαχο του Σεπτεμβρίου του 2018, για λογαριασμό της ανωτέρω Σχολικής Επιτροπής, είχαν μικρή αμοιβή, που δεν ξεπερνούσε τα 1.000 ευρώ. Για τον λόγο αυτό, λίγο μετά την ανάληψη του παραπάνω έργου με υψηλή αμοιβή, ο εγκαλών συμφώνησε με την κατηγορούμενη, μετά από νέες πιέσεις της, να της επιστρέψει το παραπάνω ποσό των 2.000 ευρώ σε μετρητά. Ωστόσο, παρόλο που αυτός (εγκαλών) εκτέλεσε άμεσα το έργο που συμφωνήθηκε, δεν μπόρεσε να εισπράξει την αμοιβή του, στα τέλη Σεπτεμβρίου 2018, καθώς ήταν οφειλέτης προς τη Δ.Ο.Υ. και δεν είχε προσκομίσει τα απαιτούμενα για την πληρωμή του έγγραφα, ήτοι αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο και βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας, καθώς και νέο λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα, κάτι που έπραξε μόλις στις 14.02.2019, οπότε και δρομολογήθηκε η διαδικασία της πληρωμής του, χωρίς η κατηγορούμενη να έχει οποιαδήποτε ενεργό συμμετοχή σε αυτή είτε για την ταχύτερη διεκπεραίωσή της είτε για την επιβράδυνσή της (βλ κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της μάρτυρος κατηγορίας Θ. Κ.). Μάλιστα, ο εγκαλών, λόγω της οφειλής του προς τη Δ.Ο.Υ, όπως ενημερώθηκε, δεν θα εισέπραττε το σύνολο της παραπάνω αμοιβής του αλλά μόνο το 30% αυτής, ύψους 2.864,40 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο 70%, ύψους 6.683,60 ευρώ, θα καταβαλλόταν στη Δ.Ο.Υ. Κατόπιν τούτου, ο εγκαλών υπαναχώρησε από τη μεταξύ αυτού και της κατηγορουμένης συμφωνία για την επιστροφή σε αυτήν του παραπάνω ποσού των 2.000 ευρώ, ενόψει του ότι, εάν της απέδιδε το ποσό αυτό, θα του απέμενε μόλις εκείνο των 864,40 ευρώ. Μετά την εξέλιξη αυτή, η κατηγορούμενη του ζήτησε, προκειμένου να λάβει την αμοιβή του για το παραπάνω έργο, να της επιστρέψει το ποσό που της οφείλει, όπως είχαν συμφωνήσει, ενώ ο ίδιος της πρότεινε ότι θα της το καταβάλει, αφού πρώτα εισπράξει την αμοιβή του για το έργο στην Αγριλίτσα, κάτι το οποίο, όμως, η τελευταία δεν δέχθηκε, αντιπροτείνοντάς του να της υπογράψει κάποιο γραμμάτιο, από το οποίο θα προκύπτει ότι της οφείλει το ποσό αυτό των 2.000 ευρώ, κάτι, μάλιστα, το οποίο τον συμβούλεψε να το κάνει, ήτοι να υπογράψει γραμμάτιο, και ο κοινός τους φίλος και Δήμαρχος τότε του Δήμου Άργους- Μυκηνών, Δ. Κ. του Π., σε συνάντηση που είχαν οι δυο τους στο γραφείο του στις 15.02.2019. Μετά από αυτά ο εγκαλών απέστειλε μήνυμα στην κατηγορούμενη, στο οποίο της ανέφερε ότι θα μιλάει πλέον η ίδια και ο δήμος με τον δικηγόρο του, οπότε αυτή του απάντησε με το μήνυμα "Χαχαα ... ωραία...θα σε βρει ο Μ. (γνωστός στην περιοχή του 'Αργους, καθώς παλιότερα ασχολούταν με προστασία σε νυχτερινά μαγαζιά) για το θέμα μου και θα τα πείτε". Ακολούθως, στις 26.02.2019, ο εγκαλών τηλεφώνησε στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων (Τμήμα Διαχείρισης Πληροφοριών και Στρατηγικής) και κατήγγειλε ότι στις 22.02.2019 και περί ώρα 11:00 η κατηγορούμενη από κοινού με τον Δ. Κ., σε συνάντηση που είχαν στο γραφείο του τελευταίου στο Δημαρχείο, του ζήτησαν να τους καταβάλει σε μετρητά το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, προκειμένου να δώσουν εντολή να κατατεθεί στον τραπεζικό του λογαριασμό το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ για τις εργασίες που είχε εκτελέσει, και ότι, όταν τους δήλωσε ότι δεν διαθέτει το απαιτούμενο ποσό, ο Δ. Κ. του πρότεινε να υπογράψει γραμμάτια, ώστε να εμφανίζεται οφειλή ποσού 2.000 ευρώ απέναντι τους, πρόταση την οποία αυτός (εγκαλών) απέρριψε και αποχώρησε (βλ. το από 26.02.2019 πληροφοριακό Δελτίο της ως άνω Διεύθυνσης).

Πλην, όμως, όπως αποδείχθηκε, ο εγκαλών συναντήθηκε μόνο με τον Δ. Κ. στο γραφείο του και όχι και με την κατηγορούμενη στις 15.02.2019, ενώ ουδέποτε ο Δ. Κ. του ζήτησε για δικό του λογαριασμό είτε χρήματα είτε την υπογραφή γραμμάτιου, όπως αναληθώς κατήγγειλε. Την επόμενη δε ημέρα, 27.02.2019, μετέβη ο εγκαλών στην ως άνω Διεύθυνση (Τμήμα Ειδικών Υποθέσεων) και κατήγγειλε την κατηγορουμένη και τον Δ. Κ. για τις πράξεις της δωροληψίας υπαλλήλου και της εκβίασης κατά συναυτουργία, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε το υπ' αριθ. 355/04.03.2019 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δυνάμει του οποίου, κατά το χρονικό διάστημα από 02.03.2019 έως 31.03.2019, ήρθη το απόρρητο της προφορικής συνομιλίας του εγκαλούντος με πρόσωπα που έχουν σχέση με την υπόθεση και ειδικότερα η παρακολούθησή της (προφορικής συνομιλίας) με ειδικά τεχνικά μέσα ή/και η αποτύπωσή της σε υλικό φορέα, χωρίς τη ρητή συναίνεσή τους, όπως, επίσης, και η καταγραφή της δραστηριότητας ή άλλων γεγονότων εκτός κατοικίας, με συσκευές ήχου ή εικόνας ή άλλα τεχνικά μέσα, του εγκαλούντος και των προσώπων που έρχονται σε επαφή μαζί του και ομοίως σχετίζονται με την υπόθεση.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, απογευματινές ώρες της 04ης.03.2019, ο εγκαλών τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη με ανοιχτή ακρόαση, παρουσία των αστυνομικών της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων, Χ. Α. και Η. Β., και προφασιζόμενος ότι το μεσημέρι της 06ης.03.2019 θα έχει το ποσό των 2.000 ευρώ, της είπε ότι θα την καλέσει το πρωί της ίδιας ημέρας για να κανονίσουν την ώρα της συνάντησής τους, ενώ, όταν αυτός αναφέρθηκε στο ποσό των 2.000 ευρώ, η τελευταία του είπε ότι θα ήταν καλύτερα να μην τα λένε αυτά από το τηλέφωνο και τερμάτισε τη συνομιλία τους. Το πρωί δε της 06ης.03.2019 και δη περί ώρα 10:15 καταγράφηκε με ειδική συσκευή καταγραφής ήχου η συνάντηση του εγκαλούντος με τον Δ. Κ. στο γραφείο του τελευταίου, όπου ο εγκαλών του ανέφερε, μεταξύ άλλων, και για το επίμαχο ποσό των 2.000 ευρώ που του ζητούσε η κατηγορούμενη, με τον τελευταίο να του απαντάει να τα "βρει" μαζί της. Περί ώρα δε 12:00 της ίδιας ημέρας (06.03.2019) προσημειώθηκε από την ανωτέρω Υπηρεσία το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο θα παρέδιδε ο εγκαλών στην κατηγορούμενη "υποκύπτοντας" στον δήθεν εκβιασμό της. Λίγο αργότερα δε, 12:39 η ώρα της 06ης.03.2019, μεταφέρθηκε στη Δ.Ο.Υ. το ποσό των 6.683,60 ευρώ, ενώ στις 14:14 της ίδιας ημέρας μεταφέρθηκε και το ποσό των 2.864,40 ευρώ στον λογαριασμό του εγκαλούντος στην Εθνική Τράπεζα. Στις 14:15 δε ο εγκαλών μετέβη στα γραφεία της ανωτέρω Σχολικής Επιτροπής επί της οδού ... στο Άργος, όπου βρίσκονταν και άλλες δύο εργαζόμενες, και, αφού συνομίλησε με την κατηγορούμενη, της παρέδωσε μέσα στο γραφείο της τα προσημειωμένα χρήματα εντός λευκού φακέλου, τα οποία αυτή, αφού τα μέτρησε, τα έβαλε στη συνέχεια στην τσάντα της. Έπειτα από τα παραπάνω επενέβησαν οι αστυνομικοί που συνέλαβαν την κατηγορούμενη με τα πειστήρια στα χέρια, με την κατηγορία της δωροληψίας και της εκβίασης, και κατάσχεσαν τα χρήματα, το κινητό της τηλέφωνο και δύο δελτία αστυνομικής ταυτότητας. Υπό τα περιστατικά αυτά, η κατηγορούμενη δεν αποδείχθηκε κατά τρόπο αναμφίβολο ότι τέλεσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης της δωροληψίας κατ' εξακολούθηση (απαίτηση - λήψη) και της απόπειρας εκβίασης, για τις οποίες κατηγορείται, αφού με την ενέργεια της να απαιτήσει από τον εγκαλούντα το ποσό των χρημάτων που του είχε δανείσει, και το οποίο ο τελευταίος τον Σεπτέμβριο του 2018 της είχε υποσχεθεί ότι θα της το επιστρέψει, όπως προαναφέρθηκε, δεν ζήτησε ούτε έλαβε αθέμιτο ωφέλημα για ενέργειά της σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων της και δη μελλοντική ούτε είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του εγκαλούντος ούτε θα επερχόταν ζημία στην περιουσία του τελευταίου, καθότι πράγματι το ποσό αυτό της το όφειλε. Και τούτο, διότι, έχοντας η κατηγορούμενη νόμιμη αξίωση σε βάρος του εγκαλούντος, πίστευε ότι δικαιούται να λάβει από τον τελευταίο το ως άνω ποσό, κάτι που, σημειωτέον, δεν αναιρείται ουσιαστικά από την κατάθεσή του (εγκαλούντος), ο οποίος ανέφερε, εξεταζόμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, "Η ίδια [ενν. η κατηγορούμενη) πίστευε ότι της χρωστάω χρήματα...Με είχε βοηθήσει (ενν. οικονομικά) όπως είχα βοηθήσει και εγώ" και δεν θεωρούσε αυτή (κατηγορούμενη), εύλογα και δικαιολογημένα, ότι η ως άνω απαίτησή της και η λήψη από τον εγκαλούντα του ποσού των 2.000 ευρώ αφορούσε σε αθέμιτο ωφέλημα και ότι με τον τρόπο αυτό εκβιάζει τον τελευταίο και ούτε είχε τέτοιο σκοπό, δοθέντος ότι, όπως πίστευε, ασκούσε νόμιμη αξίωσή της. Επισημαίνεται δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ότι, πριν από την καταβολή στην κατηγορούμενη του προσημειωμένου ποσού των 2,000 ευρώ, είχε ήδη λάβει χώρα τόσο η καταβολή στη Δ.Ο.Υ. του ποσού των 6.683,60 ευρώ, όσο και στον εγκαλούντα του υπόλοιπου ποσού των 2.864,40 ευρώ, ενώ, επιπλέον, όπως αποδείχθηκε, ο τελευταίος διαστρέβλωσε τα πραγματικά περιστατικά και προσπάθησε να εμφανιστεί η πραγματικότητα διαφορετική από αυτή που ήταν, όπως αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι κατήγγειλε, εκτός από την κατηγορούμενη, και τον τότε δήμαρχο του Δήμου Άργους - Μυκηνών, Δ. Κ., για την τέλεση σε βάρος του του αδικήματος της εκβίασης, κάτι που ήταν, όπως προελέχθη, απολύτως αναληθές.

Εξάλλου, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, σχετικά με την αθωότητα της κατηγορουμένης λόγω αμφιβολιών, δεν αναιρείται από μόνο το γεγονός ότι αυτή, στην τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον εγκαλούντα, στις 04.03.2019, του ζήτησε να μη συζητάνε τα σχετικά με το ποσό των 2.000 ευρώ από το τηλέφωνο, καθώς, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας αστυνομικός Η. Β. ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου "στο τηλεφώνημα που άκουσα, δεν γνωρίζω αν προκύπτει ότι η κατηγορουμένη ζητάει "μίζα"" ούτε από το ότι, κατά τη σύλληψή της, απάντησε στους αστυνομικούς, που τη ρώτησαν για ποιο λόγο έλαβε το επίμαχο ποσό, αναληθώς ότι της το παρέδωσε ο εγκαλών για να το δώσει στον Ν. Χ., στον οποίο και το όφειλε αυτός (εγκαλών) από την αγορά της ξυλείας για το έργο στο σχολείο της Αγριλίτσας, καθώς είναι λογικό το μεν να μην ήθελε να διαρρεύσει η προσωπική της διαφορά με τον εγκαλούντα το δε να μη δημιουργηθεί η υπόνοια σε βάρος της ότι, υπό την προρρηθείσα ιδιότητά της, "έδινε" στον τελευταίο έργα της ως άνω Επιτροπής, προκειμένου στη συνέχεια να ωφεληθεί και η ίδια, κάτι που, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν αληθές. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αθώα η κατηγορούμενη των παραπάνω πράξεων".

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα αθώα, μεταξύ άλλων, της απόπειρας εκβίασης και, συγκεκριμένα, του ότι, κατά λέξη:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παραπάνω κατηγορούμενη αθώα (λόγω αμφιβολιών), του ότι : Α......... Β. Την 15-02-1019 έχοντας αποφασίσει να τελέσει το πλημμέλημα της εκβίασης, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, και ειδικότερα, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησε να εξαναγκάσει κάποιον με απειλή σε πράξη, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου, πλην όμως η ενέργεια της αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική της θέληση αλλά από εξωτερικά εμπόδια. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, επιχείρησε να εξαναγκάσει τον εγκαλούντα Κ. Σ. του Σ. να της καταβάλει το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, απειλώντας τον μέσω μηνύματος από το κινητό της τηλέφωνο με τη φράση "θα σε βρει ο Μ. για το θέμα μου και θα τα πείτε", με σκοπό να αποκομίσει η κατηγορούμενη παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στο ως άνω χρηματικό ποσό με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του. [2] Με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του ως άνω δικαστηρίου ουσίας, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και διατακτικό αλληλοσυμπληρούμενα, και ειδικότερα με τις παραδοχές :1) ότι, στο Άργος, η κατηγορούμενη, Δ. Δ., Αντιπρόεδρος από το καλοκαίρι του 2018 και διαχειρίστρια των οικονομικών της Σχολικής Επιτροπής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δήμου Άργους - Μυκηνών, της οποίας η τετραετής ερωτική συμβίωση με τον εγκαλούντα Κ. Σ. έληξε τον Σεπτέμβριο 2017, κατά τη διάρκεια της οποίας του είχε δανείσει, άτυπα και σταδιακά, το συνολικό ποσό των 2.000,00 ευρώ με την προαναφερθείσα ιδιότητα της Αντιπροέδρου -διαχειρίστριας οικονομικών της ανωτέρω επιτροπής και δανείστριας της ως άνω νόμιμης και ληξιπρόθεσμης απαίτησης, ζήτησε από τον εγκαλούντα, προκειμένου να λάβει ο εγκαλών - ξυλουργός την αμοιβή του από το αναφερόμενο και εκτελεσθέν έργο, ύψους 9.548,00 ευρώ, να της επιστρέψει το ποσό που της οφείλει, όπως είχαν συμφωνήσει, τον Σεπτέμβριο 2018, συμφωνία από την οποία υπαναχώρησε ο εγκαλών, επειδή, μετά την αφαίρεση ύψους 6.683,60 ευρώ, λόγω οφειλών του προς το Δημόσιο, και της απαίτησης της κατηγορούμενης, από 2.000,00 ευρώ, θα του απέμενε μόνο το ποσό των 864,40 ευρώ, ή να υπογράψει γραμμάτιο οφειλής του ποσού των 2.000,00 ευρώ πρόταση την οποία, ομοίως, απέρριψε ο υποστηρίζων την κατηγορία, στις 15-02-2019, απέστειλε μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο του εγκαλούντος με τη φράση "θα σε βρεί ο Μ. για το θέμα μου και θα τα πείτε", 2) ότι ο Μ. είναι γνωστός στην περιοχή του Άργους, καθώς παλιότερα ασχολούταν με προστασία σε νυχτερινά μαγαζιά, 3) ότι η κατηγορούμενη δεν θεωρούσε ότι εκβιάζει τον εγκαλούντα με την απαίτησή της, πριν από την είσπραξη της αμοιβής του, να της επιστρέψει, όπως είχαν συμφωνήσει τον Σεπτέμβριο 1918, το δάνεισμα ή να υπογράψει γραμμάτιο οφειλής του ανωτέρω ποσού με την αποστολή του προαναφερθέντος μηνύματος, δεν είχε σκοπό να εκβιάσει τον Κ. Σ., δοθέντος ότι, όπως πίστευε, ασκούσε νόμιμη αξίωσή της, όπως αυτή είχε συμφωνηθεί τον Σεπτέμβριο του έτους 2018, 4) ότι η ικανοποίηση της νόμιμης απαίτησής της δεν ολοκληρώθηκε με την καταβολή από τον εγκαλούντα του οφειλόμενου χρηματικού ποσού ή της υπογραφής γραμματίου οφειλής 2.000,00 ευρώ, διότι ο τελευταίος προέβη σε καταγγελία στη Δ/νση Εσωτερικών Υποθέσεων, και, κατόπιν προσημείωσης των χαρτονομισμάτων αστυνομικοί της εν λόγω υπηρεσίας κατέσχεσαν το ως άνω ποσό μέσα στην προσωπική τσάντα της κατηγορουμένης, δεν επιστηρίζεται η απαλλακτική κρίση του δικαστηρίου ουσίας ότι δεν στοιχειοθετείται, κατά τρόπο αναμφίβολο, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στην κατηγορούμενη πράξης της απόπειρας εκβίασης για την ικανοποίηση νόμιμης και ληξιπρόθεσμης απαίτησης αυτής, ύψους 2.000,00 ευρώ, διότι δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι συγκεκριμένες περιστάσεις και συνθήκες που στην προκείμενη περίπτωση δικαιολογούν την με αμφιβολία κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι το μέσον της ανωτέρω απειλής -μηνύματος για την ικανοποίηση της ανωτέρω απαίτησης (με καταβολή ή με υπογραφή γραμματίου οφειλής) δεν αποδοκιμάζεται από το δίκαιο ως άξιες μομφής, δεν διευκρινίζεται αν η απειλή ήταν σοβαρή ή όχι, αν η κατηγορούμενη πίστευε ή όχι ότι με την απειλή - μήνυμα θα περιέλθει ο εγκαλών σε τρόμο ή ανησυχία, και σε αποφατική περίπτωση τις περιστάσεις που δικαιολογούν την αμφιβολία του δικαστηρίου ουσίας και, συνεπώς, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 385 παρ. 1γ του ΠΚ, καθόσον στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία αμφιβολίας του δικαστηρίου ουσίας και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ανωτέρω ποινικής διάταξης. Επομένως, είναι βάσιμος ο κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο Εισαγγελέας Εφετών πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάταξη αυτής με την οποία κηρύχθηκε αθώα η κατηγορούμενη, για την πράξη της απόπειρας εκβίασης για την (εκ πλαγίου) παραβίαση του άρθρου 385 παρ. 1γ του ΠΚ, που συνιστά περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν και, επειδή έγινε δεκτός ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που κηρύχθηκε η κατηγορούμενη αθώα, λόγω αμφιβολιών, για την πράξη της απόπειρας εκβίασης, παρέλκει η εξέταση του επικουρικού λόγου αναίρεσης, και πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και να παραπεμφθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμ. 273/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2025.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Ιανουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή