ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 185/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 185/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 185/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 185 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 185 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Μαρία Πετσάλη, Παναγιώτη Φιλόπουλο και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Βλάχου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Κ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του ΣΤΑΜΑΤΟΓΙΑΝΝΗ Γεώργιου και ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Μιχαήλ, 2. Ρ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της ΣΤΑΜΑΤΟΓΙΑΝΝΗ Γεώργιου και ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Μιχαήλ, 3. Ρ. Α., η οποία παραστάθηκε δια των δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της ΣΤΑΜΑΤΟΓΙΑΝΝΗ Γεώργιου και ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Μιχαήλ, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΑΤ1569/2025 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις: 1. υπ'αριθ. πρωτ. 5735/23-7-2025 και τους από 29-10-2025 πρόσθετους λόγους, 2. υπ'αριθ. πρωτ. 5734/23-7-2025 και τους από 29-10-2025 πρόσθετους λόγους, 3. υπ'αριθ. πρωτ. 5733/23-7-2025 και τους από 29-10-2025 πρόσθετους λόγους, αιτήσεών τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε την απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως των κατηγορουμένων και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση: α] η από 21-7-2025 αρ. πρωτ. 5735/23-7-2025] αίτηση του Γ. Κ. του Ε. με τους από 29-10-2025 πρόσθετους λόγους αυτής, β] η από 21-7-2025 [αρ. πρωτ. 5734/23-7-2025] αίτηση της Μ. Ρ. του Σ., με τους από 29-10-2025 πρόσθετους λόγους αυτής και γ] η από 21-7-2025 [αρ. πρωτ. 5733/23-7-2025] αίτηση της Α. Ρ. του Σ., με τους από 29-10-2025 πρόσθετους λόγους αυτής. Οι αιτήσεις αυτές με τους πρόσθετους λόγους τους, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 1569/2025 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 28 παρ. 1 Ν. 3996/2011 κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, ασκήθηκαν: α] νομότυπα, με δήλωση των ιδίων που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρο 474 παρ. 2 Α' ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 4-7-2025 και οι δηλώσεις έγιναν στις 23- 7-2025, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκαν από δικαιούμενους και έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφονται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχουν ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α', 509 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β', Δ' και Ε' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, υπό την ισχύ του οποίου επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα στους αναιρεσείοντες [άρθρο 590 παρ. 1 ΚΠΔ], προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ' αυτόν εισαγωγικού της δίκης εγγράφου [κλητηρίου θεσπίσματος] που περιέχει εκτός άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, δηλαδή πρέπει στο κλητήριο θέσπισμα να περιγράφεται με σαφήνεια και ακρίβεια η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, έτσι ώστε να καθορίζονται επακριβώς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ. του ΚΠΔ και 174 παρ. 2 του ν. ΚΠΔ (ν.5620/2029), προκύπτει ότι η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του, η οποία είναι σχετική, καλύπτεται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της, μέχρι να αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο. Ειδικότερα, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος εντάσσεται στις περιοριστικά αναφερόμενες από το νόμο σχετικές ακυρότητες για τις οποίες ισχύει το τεκμήριο της σχετικής αποδοχής τους. Έτσι αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, καλύπτεται η τυχόν ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος [ως διαδικαστικής πράξης που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί], ή αυτή που προκύπτει από την άκυρη επίδοσή τους και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτά ασκηθείσας έφεσης, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του λόγου αυτού. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και όταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν παρών στην πρωτοβάθμια διαδικασία, προέβαλε αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης, υποβάλλοντας ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, [άρθρο 321 ΚΠΔ], την οποία απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εφόσον ο κατηγορούμενος προέβαλε με ειδικό λόγο έφεσης την ανωτέρω ακυρότητα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, έχει υποχρέωση να αποφανθεί επί του σχετικού λόγου της παραδεκτά ασκηθείσας έφεσης [ΑΠ 425/2023, ΑΠ 473/2022]. Έτσι, απώτατο χρονικό διαδικαστικό σημείο, που μπορεί ο κατηγορούμενος να προβάλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης, για να μην καλυφθεί η υπάρχουσα σχετική ακυρότητα, είναι η έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, δηλαδή η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, μετά την έναρξη της οποίας δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά από τον κατηγορούμενο τέτοια ακυρότητα [ΑΠ 425/2023] Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ρητή πλέον πρόβλεψη με το άρθρο 175 παρ. 2 του ν. ΚΠΔ, που καθορίζει ρητά ως απώτατο χρονικό σημείο προβολής της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος την έναρξη για πρώτη φορά της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή την απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες. Έτσι, η απορριπτική της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος απόφαση πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, με αναφορά των περιστατικών και των συλλογισμών, με βάση τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική κρίση του, εφόσον βεβαίως η υποβολή της ένστασης αυτής έγινε σαφώς και ορισμένως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα, που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εφόσον δεν καλύφθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης και των οικείων πρακτικών, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη υπ' αριθ. 755/2025 απόφαση και τα σχετικά πρακτικά του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, καθώς και τις υπ' αριθ. 154/2025, 162/2025 και 161/2025 εφέσεις των αναίρεσειόντων - κατηγορουμένων κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβλήθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των κατηγορουμένων ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω έλλειψης των απαιτούμενων στοιχείων, και ειδικότερα διότι έλειπε η πέμπτη σελίδα αυτού που αφορούσε τον εγκαλούντα Δ. Γ. Το δικάσαν σε πρώτο βαθμό την ένδικη υπόθεση Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς μετά από παράθεση νομικής σκέψης απέρριψε την ως άνω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, με το ακόλουθο σκεπτικό: "... Ωστόσο, ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων, είναι απορριπτέος ως απαραδέκτως προβληθείς στο παρόν δικονομικό στάδιο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σύνολο της δικογραφίας, το προσβληθέν από 1-12-2017 και με αριθ. Α 17/811 κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στους κατηγορουμένους με θυροκόλληση στις 18.12.2017, καλώντας τους να παραστούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το πρώτον, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στη δικάσιμο της 17ης.1.2018 ότε και η υπόθεση αναβλήθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. ΑΜ303/17.1.2018 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου Γ. Κ. του Ε., για τη δικάσιμο της 28ης.3.2018. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στην ανωτέρω δικάσιμο της 28ης.3.2018, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, με την υπ' αριθ. AM 2182/28.3.2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ, προκειμένου να προσκομιστεί οριστική απόφαση επί των συζητηθεισών αγωγών των εγκαλούντων, για τη δικάσιμο της 5ης.10.2018. Συνακόλουθα, κατά τη δικάσιμο της 28ης.3.2018, το Δικαστήριο προέβη, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων, στην εξέταση του πρώτου επί της ουσίας αποδεικτικού μέσου, διατάσσοντας περαιτέρω αποδείξεις, ήτοι την προσκόμιση οριστικής απόφασης επί των ασκηθεισών και ήδη συζητηθεισών αγωγών των εγκαλούντων, και ως εκ τούτου, οποιαδήποτε τυχόν υπάρχουσα ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, πουν δεν είχε προταθεί μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο, καλύφθηκε, σύμφωνα και με το ανωτέρω διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας". Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ.755/2025 απόφασή του κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες για την αναφερόμενη αξιόποινη πράξη του άρθρου 28 παρ. 1 Ν. 3996/2011 κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή και επέβαλε ποινή φυλάκισης είκοσι [20] μηνών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων [5.000] ευρώ στον καθένα, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία.

Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν τις προαναφερόμενες εφέσεις τους με ειδικό λόγο των οποίων, μεταξύ άλλων, πλήττουν την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη απόρριψη της ως άνω ένστασής τους.

Κατά την εκδίκαση των εφέσεων, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, οι αναιρεσείοντες, δια των συνηγόρων τους, επανέφεραν μετά από παράθεση νομικής σκέψης τον ισχυρισμό τους αυτόν διατυπωμένο σε γραπτό κείμενο, τον ανέπτυξαν και προφορικά και καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε μετά από παράθεση νομικής σκέψης τον ισχυρισμό αυτό με το ακόλουθο σκεπτικό:

"... Στην προκειμένη περίπτωση, το από 1-12-2017 και με αριθμό Α17/811 κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στους κατηγορουμένους - εκκαλούντες με θυροκόλληση στις 18-12-2017, καλώντας τους να παραστούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, το πρώτον την 17-1-2018, όταν η υπόθεση αναβλήθηκε κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπεράσπισης του εξ αυτών Γ. Κ., για τη δικάσιμο της 28-3-2018. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση αναβλήθηκε με την υπ' αριθ. ΑΜ2182/28-3-2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ, προκειμένου να προσκομιστεί οριστική απόφαση επί των συζητηθεισών αγωγών των εγκαλούντων για τη δικάσιμο της 5-10-2018. Κατά τη δικάσιμο της 28-3-2018 το Δικαστήριο προχώρησε, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων και την απαγγελία της κατηγορίας από τον εισαγγελέα, στην εξέταση του πρώτου επί της ουσίας αποδεικτικού μέσου και διέταξε περαιτέρω αποδείξεις, ήτοι την προσκόμιση οριστικής απόφασης επί των ασκηθεισών και ήδη συζητηθεισών αγωγών των εγκαλούντων. Επομένως, οποιαδήποτε ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος που δεν είχε προταθεί μέχρι τότε, έχει καλυφθεί από εκείνο το χρονικό σημείο και επομένως απαραδέκτως προβάλλεται ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος έχει κριθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, ορθά και με πλήρη αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμη την προταθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Τούτο δε, διότι ,σύμφωνα με το απόσπασμα της υπ' αρ. 2182/2018 απόφασης του πρωτοβαθμίως δικάσαντος Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά , κατά την μετ' αναβολήν δικάσιμο της 28/3/2018, αναβλήθηκε ,ωσεί παρόντων των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, η εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης για τη ρητή δικάσιμο της 5-10-2018, κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ, και δη για να προσκομιστεί η οριστική απόφαση επί των συζητηθεισών αγωγών των εγκαλούντων και για να κλητευθεί ο πρώτος μάρτυρας, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι κατά την συνεδρίαση αυτή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προχώρησε στην αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης ,και συνεπώς η τυχόν σχετική ακυρότητα του επιδοθέντος κλητηρίου θεσπίσματος ,που προτάθηκε απ' αυτούς (κατηγορούμενους) κατά την μεταγενέστερη συνεδρίαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου , ήτοι αυτή της 3/2/2025, είχε καλυφθεί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας. Οι δε αιτιάσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, που εμπεριέχονται στον πρώτο λόγο των αναιρέσεών τους, με τις οποίες επικαλούνται ότι κατά την μετ' αναβολήν δικάσιμο της 28/3/2018 του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ήταν απόντες και ότι ορθά προέβαλαν ενώπιον του ,κατά την μετ' αναβολήν δικάσιμο της 3/2/2025, την επίμαχη ένστασή τους, είναι νομικά αδιάφορες, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το δικάσαν πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 28/3/2018 προχώρησε ως προς όλους τους τότε κατηγορούμενους, μεταξύ των οποίων, και οι νυν αναιρεσείοντες στο επόμενο δικονομικό στάδιο, και δη στην αποδεικτική διαδικασία, με συνέπεια η σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ,που προτάθηκε εκ μέρους τους σε μεταγενέστερη δικάσιμο του ιδίου δικαστηρίου, ήτοι κατά την μετ' αναβολήν δικάσιμο της 3/2/2025, να έχει ήδη καλυφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος των υπό κρίση αναιρέσεων , από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' και Δ' ΚΠΔ, περί σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την απόρριψη του με ειδικό λόγο έφεσης επαναφερθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 28 του Ν. 3996/2011 με τίτλο: Ποινικές κυρώσεις: 1. Κάθε εργοδότης που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του Ν. 3904/2010, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων [900] ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν [ΑΠ 1471/2022, ΑΠ 249/2021, ΑΠ 1574/2019].

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, "1. Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από την σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται, κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι [6] μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω από το 25 ο/ο ούτε πάνω από το 50 ο/ο του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται με τη σχετική απόφαση σε χρήμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις [ΑΠ 1471/2022, ΑΠ 249/2021, ΑΠ 135/2019].

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους [μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.], χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και η σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίθηκε, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση των ως άνω διατάξεων, στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω διατάξεων, τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο στον εργαζόμενο αποδοχές και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο [ΑΠ 1471/2022].

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "...Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΠΕΝΤΟΜΑΙΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΙΜΩΛΟΥ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας την εξόρυξη και εμπορία βιομηχανικών ορυκτών ποζολάνης, ζεολίθου και μπεντονίτη, εκμεταλλευόμενη ιδιόκτητο λατομείο, ευρισκόμενο στη νήσο Κίμωλο Κυκλάδων, όπου βρισκόταν η έδρα της, πλην όμως η διοίκηση της ασκείται από το υποκατάστημα που βρισκόταν στον Πειραιά επί της οδού ... Στο υποκατάστημα αυτό λειτουργούσαν οι λογιστικές και λοιπές διοικητικές της υπηρεσίες. Η διοίκηση της εταιρείας, από της συστάσεώς της μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2017, ασκείτο από πενταμελές διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από τον ήδη αποβιώσαντα Σ. Ρ., ως πρόεδρο, τον Γ. Κ. - 1° κατηγορούμενο, ως αντιπρόεδρο, τη Μ. Ρ. του Σ., συζ. Γ. Κ. - 2η κατηγορούμενη, ως διευθύνουσα σύμβουλο, τη Σ. συζ. Σ. Ρ.- 3η κατηγορουμένη ως μέλος και την Α. Ρ. του Σ., συζ. Π. Κ., επίσης ως μέλος όλοι δε είχαν την εξουσία να εκπροσωπούν την εν λόγω εταιρεία. Στο ίδιο ανωτέρου κτίριο, επί της οδού ..., στεγάζονταν και άλλες εταιρείες - συμφερόντων της οικογενείας του Σ. Ρ., όπως ιδίως η εδρεύουσα στη Μονροβία της Λιβερίας ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία "... Management and Chartering S.A.", η οποία είχε ιδρυθεί κατά το λιβεριανό δίκαιο και είχε εγκαταστήσει νομίμως γραφείο στην Ελλάδα, με νομίμους εκπροσώπους του γραφείου τις Μ. Ρ. και Α. Ρ., αλλά και, από το έτος 2009, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "ΤΡΑΒΕΛΦΟΣ ΕΠΕ" συμφερόντων οικογενείας Γ. Κ., η οποία διατηρούσε γραφείο γενικού τουρισμού στο ισόγειο του κτιρίου. Συγκεκριμένα στον πέμπτο όροφο του ως άνω κτιρίου στεγάζονταν το λογιστήριο και το τεχνικό τμήμα της "ΜΠΕΝΤΟΜΑΪΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΙΜΩΛΟΥ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όσο και της ως άνω ναυτιλιακής εταιρείας "SRMC", στον έκτο όροφο τα τμήματα γραμματείας αμφοτέρων των εταιρειών και τα τμήματα εκμετάλλευσης και ναυλώσεων της ναυτιλιακής και στον έβδομο όροφο τα γραφεία του προέδρου της εταιρείας, Σ. Ρ. και των εκπροσώπων αυτής, Γ. Κ., Μ. Ρ. και Α. Ρ. Αποδεικνύεται, εξάλλου, ότι η εταιρεία "ΜΠΕΝΤΟΜΑΪΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΙΜΩΛΟΥ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" προσέλαβε στις ....1995, τον εγκαλούντα Δ. Γ. , με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και δη με ωράριο από Δευτέρα έως και Παρασκευή, από 09.00 έως 17.00, με την ειδικότητα του λογιστή, αντί μικτών μηνιαίων αποδοχών, που κατά τον χρόνο πρόσληψής του ανέρχονταν στο ποσό των 350.000 δρχ. και σταδιακά αυξάνονταν, από δε την 1.7.2011 ανέρχονταν στο ποσό των 5.532,00€ "μεικτά" και 3.698,99€ "καθαρά". Ειδικότερα στον ως άνω εγκαλούντα ανατέθηκε η ευθύνη του Λογιστηρίου της διαδίκου μεταλλευτικής εταιρείας, όσο και της ως άνω ναυτιλιακής εταιρείας, αλλά, συν τω χρόνω. και άλλων εταιρειών, συμφερόντων της οικογενείας Σ. Ρ., όπως των συναφών με τη λατομική δραστηριότητα της εναγομένης "... και Σία Ο.Ε." και "ΜΠΕΝΤΟΝΙΤΕΣ ΚΙΜΩΛΟΥ ΕΠΕ", από του έτους 2004 και 2012, αντίστοιχα, της οικοδομικής - κτηματικής ανώνυμης εταιρείας "MARYLAND Α.Ε.", συμφερόντων Μ. Ρ., η οποία είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας την κυριότητα και εκμετάλλευση αστικών ακινήτων από του έτους 2003 και της εταιρείας "ΤΡΑΒΕΛΦΟΣ ΕΠΕ", από του έτους 2009. Η πρόσθετη αυτή απασχόληση του εγκαλούντος είχε ως συνέπεια, δοθέντος και ότι αποτελούσε τον μοναδικό λογιστή του Λογιστηρίου, τον μεγάλο φόρτο εργασίας του. παράλληλα δε δικαιολογούσε και τις υψηλές μηνιαίες αποδοχές του. Αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη. μισθωτός και εργοδότης, συμμορφώνονταν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ο μεν εγκαλών, παρέχοντας προσηκόντως και επιμελώς τις υπηρεσίες του και παραμένοντας στην εργασία του ακόμη και πέραν του ωραρίου του, η δε εργοδότριά του εταιρεία ("ΜΠΕΤΟΝΜΑΪΝ") καταβάλλοντος εμπροθέσμως και στο ακέραιο ας δεδουλευμένες αποδοχές αυτού, όπως εξάλλου έπραττε και με τους λοιπούς εργαζομένους της. Στην εν λόγω εταιρεία επικρατούσε φιλικό εργασιακό κλίμα, με άμεση επαφή και επικοινωνία μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, οι περισσότεροι των οποίων εργάζονταν από πολλά έτη σε αυτή, ειδικότερα δε μεταξύ του εγκαλούντος και των εργοδοτών του, ενόψει και της μακρόχρονης επαγγελματικής σχέσης αυτών, αλλά και της ικανοποιητικής εργασιακής απόδοσης του πρώτου, υπήρχε επί ετών άριστη συνεργασία και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Ωστόσο από τον Νοέμβριο του 2012. η συμβατική σχέση των μερών έπαυσε να είναι ομαλή, αφού η "ΜΠΕΝΤΟΜΑΪΝ' ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΙΜΩΛΟΥ - - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" σταμάτησε να είναι εν γένει συνεπής στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού της, προβαίνοντας έκτοτε σε τμηματικές και ακανόνιστες καταβολές έναντι αυτών και σωρεύοντας σημαντικές οφειλές για την εν λόγω αιτία έναντι των εργαζομένων της. Καθοριστικός παράγοντας για την αλλαγή της στάσης της εργοδότριας εταιρείας υπήρξε η, συνεπεία της διεθνούς οικονομικής κρίσης, μείωση του κύκλου εργασιών της και κατ' επέκταση των εσόδων της από πωλήσεις, τα οποία, παρουσίαζαν κάθε έτος καθοδική πορεία με παράλληλη σώρευση ζημιών. Παράλληλα, η εταιρεία είχε ήδη ξεκινήσει, από το έτος 2010, την υλοποίηση επενδυτικού σχεδίου εγκατάστασης στο λατομείο Κιμώλου εξοπλισμού βιομηχανικής επεξεργασίας των εξορυσσόμενων ορυκτών, για την οποία απαιτήθηκε συνολική δαπάνη περί των 2.000.000 ευρώ.

Εξάλλου, συνεπεία της ναυτιλιακής κρίσης, που υπέβοσκε ήδη από το έτος 2009, η εκμετάλλευση των πλοίων, τη διαχείριση των οποίων ασκούσε η ναυτιλιακή εταιρεία ''SRMC", κατέστη προοδευτικώς ζημιογόνος, με αποτέλεσμα τη μείωση της ταμειακής ρευστότητας των εταιρειών και τη δημιουργία οφείλουν όχι μόνον έναντι των εργαζομένων τους, αλλά και έναντι του Δημοσίου, του ΙΚΑ, πιστωτικών ιδρυμάτων και προμηθευτών τους. Δεδομένης της ως άνω δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και στο πλαίσιο της σχέσης εμπιστοσύνης που διατηρούσε από πολλών ετών η εργοδότρια εταιρεία με τον εγκαλούντα, προέβησαν, τον Φεβρουάριο του 2013 σε εικονική μείωση των αποδοχών του τελευταίου, προκειμένου η εταιρεία να αποφύγει την καταβολή αυξημένων ασφαλιστικών εισφορών, ειδικότερα δε συμφωνήθηκε, όπως οι μικτές αποδοχές αυτού μειωθούν από 5.532,00€ σε 3.150,00€, ήτοι θα δηλώνονταν προς το ασφαλιστικό ταμείο και την οικεία Δ.Ο.Υ. οι χαμηλότερες αυτές αποδοχές, ενώ στην πραγματικότητα θα ίσχυαν οι προηγούμενες και η εταιρεία θα συνέχιζε να του καταβάλει τις ίδιες "καθαρές" αποδοχές. Ο εγκαλών, ο οποίος επικαλέσθηκε την εικονικότητα της συμφωνίας περί μείωσης των αποδοχών του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς δικάζοντος επί της με αριθ. καταθ. 12658/6269/2017 σχετικής αγωγής επικαλέστηκε, από 4.2.2013, αντέγγραφο, που φέρει την υπογραφή της Μ. Ρ. και συγκεκριμένα μία υπεύθυνη δήλωση του αρ. 8 του Ν. 1599/1986 με το εξής περιεχόμενο: "ως εκπρόσωπος της εταιρείας ΜΠΕΝΤΟΝΜΑΙΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΙΜΩΛΟΥ Α.Ε. ΑΦΜ ... δηλώνω ότι οι Μικτές Αποδοχές του Λογιστή της Εταιρείας του Δ. Γ. €5.532 δεν θα υποστούν καμία μεταβολή και παραμένουν ως έχουν. Η οποιαδήποτε ανάρτηση διαφορετικού ποσού εκτός των €5.532 δημιουργεί διαφορά, η οποία και θα του οφείλεται μέχρι αποκαταστάσεως του στο ανωτέρω ύψος, ή οποτεδήποτε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαζί του λυθεί με οποιονδήποτε τρόπο". Η εργοδότρια εταιρεία από την πλευρά της τόσο στο πλαίσιο της ως άνω δίκης, όσο και οι κατηγορούμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν αμφισβήτησαν την υπογραφή της ως άνω εκπροσώπου της επί της δήλωσης αυτής, ισχυρίσθηκαν, ωστόσο, ότι πρόκειται περί πλαστογραφημένου εγγράφου και ειδικότερα ότι το ανωτέρω κείμενο και η ημεροχρονολογία συμπληρώθηκε ιδιοχείρως από τον εγκαλούντα, εν αγνοία της και χωρίς την έγκρισή της, αφού προηγουμένως είχε αποσπασθεί η υπογραφή της εκπροσώπου της Μ. Ρ. σε λευκό ασυμπλήρωτο έντυπο, τον Μάιο του 2017. Ο ισχυρισμός αυτός ωστόσο τυγχάνει απορριπτέος, γεγονός που έγινε δεκτό και με το υπ' αριθ. 80/2024 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και το οποίο αποφάνθηκε ότι για δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του νυν εγκαλούντος για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία άνω των 120.000 ευρώ και που αφορά την ως άνω από 4.2.2013 υπεύθυνη δήλωση. Ας σημειωθεί ότι, όσον αφορά την έκβαση της ως άνω ποινικής υπόθεσης η υπό κρίση ποινική διαδικασία είχε ανασταλεί κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ, ως προς νυν τον εγκαλούντα ήδη από την 23η.1.2019 με την υπ' αριθ. AM 420/2019 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου.

Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι η ως άνω υπεύθυνη δήλωση τυγχάνει πλαστή κατά περιεχόμενο, προέρχεται δε συνεπώς αυτή από την εκδότρια του εγγράφου, Μ. Ρ., η οποία έθεσε τη -μη αμφισβητούμενη- υπογραφή της, υπό την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και δεσμεύοντας αυτήν, κάτωθι του κειμένου που είχε ήδη συμπληρωθεί ιδιοχείρως από τον ενάγοντα, κατά την αναγραφόμενη στο έγγραφο αυτό ημεροχρονολογία. Πέραν της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης της Μ. Ρ., ο εγκαλών στο πλαίσιο εκδίκασης της ως άνω αγωγής προσκόμισε και την από 1.7.2016, δήλωση της εκπροσώπου της Α. Ρ., προς απόδειξη, μεταξύ άλλων, και της ύπαρξης οφειλής σε βάρος του, προερχόμενης από τις διαφορές μεταξύ πραγματικά δικαιούμενου και εικονικού μισθού, καθόσον η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΠΕΝΤΟΜΑΪΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΙΜΩΛΟΥ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", παρά την ως άνω έγγραφη συμφωνία τους, κατέβαλλε σε αυτόν από τον Φεβρουάριο του 2013 και εφεξής μειωμένες και τις "καθαρές" αποδοχές του, επικαλούμενη πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια και υποσχόμενη παράλληλα την αναδρομική εξόφληση της προκύπτουσας διαφοράς. Με τη δήλωση αυτή η ως άνω εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, οφειλή από δεδουλευμένες υπηρεσίες του εγκαλούντος προς την εταιρεία, ποσού 113.145,00€, που αντιστοιχούσε, κατά τους υπολογισμούς του εγκαλούντος, ο οποίος και συνέταξε το εν λόγω κείμενο, στη διαφορά μεταξύ πραγματικών και εικονικώς μειωμένων αποδοχών του για το χρονικό διάστημα από Φεβρουαρίου 2013 έως και Ιουνίου 2016. Οι κατηγορούμενοι, στο πλαίσιο της ως άνω ανοιγείσας πολιτικής δίκης προσέβαλαν επίσης τούτο το έγγραφο ως πλαστό κατά περιεχόμενο, ισχυριζόμενη (η εκεί εναγόμενη εταιρεία)-ισχυρισμό ότι ο εγκαλών, αφού απέσπασε την υπογραφή της εν λόγω εκπροσώπου της σε λευκό επιστολόχαρτο της εταιρείας, ακολούθως, εν αγνοία αυτής, συμπλήρωσε το επ' αυτού κείμενο, το οποίο συγκεκριμένα έχει ως εξής: "1/7/2016. Υπόλοιπα οφειλόμενα εις τον κο Δ. Γ. με 30/6/2016 από όλες τις νομικές και φυσικές οντότητες του ομίλου που αποτελούνται από τις εξής κατωτέρω: Α/ ΜΠΕΝΤΟΜΑΪΝ ΑΕ (ΑΦΜ ...) B)... MANAGEMENT AND CHARTERING SA (ΑΦΜ ...) Γ) ΜΠΕΝΤΟΝΙΤΕΣ ΕΠΕ (ΑΦΜ ...) Αφορούν υπηρεσίες που διεκπεραιώθηκαν και εκτός του συμβατικού ωραρίου και των καθημερινών εργασιών, με βάση την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που έχει υπογράψει με την εταιρεία Μπεντομάιν Επιχειρήσεις Κιμώλου Α.Ε. από την 2/01/1995. Περιλαμβάνει 1. Δεδουλευμένες υπηρεσίες στην Μπεντομάιν Α.Ε. Ευρώ μικτά 113.145, 2. Οφειλόμενο ποσόν για μη ληφθείσες άδειες Ευρώ μικτά 40.273, 3. Επιδόματα ισολογισμών 2 εταιρειών (ΜΠΕΝΤΟΜΑΙΝ Α.Ε. και ... MAN&CHART SA) 2012 - 2016 Ευρώ μικτά 27.660, 4. Έκτακτες υπηρεσίες από την αναβίωση μέχρι και την εξαγορά του 50% της εταιρείας ΜΠΕΝΤΟΝΙΤΕΣ ΕΠΕ Ευρώ μικτά 3.312, 5. Υπερωρίες από 01/01/2012 έως 30/6/2016 (για υπηρεσίες ελέγχων ΣΔΟΕ, ΙΚΑ, ΦΠΑ, αυξ. κεφαλαίων) Ευρώ μικτά 121.716. ΣΥΝΟΛΑ Ευρώ μικτά 306.106. Για τα ανωτέρω ποσά που αναγνωρίζουμε ότι η εταιρεία μας ΜΠΕΝΤΟΜΑΙΝ Α.Ε. του τα οφείλει, θα υποβάλουμε προς πληρωμήν ανάλογους φόρους και εισφορές παράλληλα με την εξόφληση τους στον κο. Γ. Δ. Η υπογράφουσα Α. Ρ. εγγυώμαι ατομικώς, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μετά της οφειλέτριας εταιρείας ΜΠΕΝΤΟΝΜΑΙΝ Α.Ε. και υπέρ αυτής έναντι του Δ. Γ. για την πληρωμή στον ανωτέρω ποσού των ευρώ τριακόσιες έξι χιλιάδες εκατόν έξι (306.106)". Ωστόσο, ομοίως, ο ως άνω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος, όπως έγινε δεκτό και με το υπ' αριθ. 80/2024 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και το οποίο αποφάνθηκε ότι για δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του νυν εγκαλούντος για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία άνω των 120.000 ευρώ και για το ως άνω έγγραφο αναγνώρισης χρέους. Κατ' ακολουθία αποδεικνύεται ότι η συμφωνία του εγκαλούντος και της εργοδότριας εταιρείας μέσω των νομίμων εκπροσώπων της-κατηγορουμένων για τη μείωση των αποδοχών του εγκαλούντος δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, δηλαδή ήταν εικονική, σκοπός δε της εν λόγω δήλωσης, ήταν να δημιουργηθεί προς τις αρχές η εντύπωση μεταβολής των μηνιαίων αποδοχών του, προκειμένου να μειωθεί η επιβάρυνση της εργοδότριας εταιρείας με ασφαλιστικές εισφορές και παρακρατούμενους φόρους, χωρίς να υπάρχει πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής στους δηλούντες.

Εξάλλου, ενισχυτικό της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι κατά τον χρόνο που η εν λόγω μείωση των αποδοχών δηλώθηκε στις αρμόδιες αρχές είχε εκδηλωθεί μεν ταμειακή δυσχέρεια της εργοδότριας εταιρείας, πλην όμως κατά τον χρόνο εκείνο η τελευταία δεν είχε εφαρμόσει έναντι του προσωπικού της οικονομικοτεχνικά μέτρα (μειώσεις αποδοχών ή μείωση ωρών εργασίας), αλλά προέβη στη λήψη τέτοιων μέτρων μόλις το έτος 2016, ήτοι τρία έτη αργότερα και αφού είχε παύσει η δραστηριότητα της ναυτιλιακής εταιρείας, η ίδια δε δεν δικαιολογεί τη μεμονωμένη μείωση αποδοχών στο πρόσωπο αποκλειστικά του εγκαλούντος, από τη στιγμή μάλιστα που αυτός εργαζόταν σε καίρια θέση στην επιχείρηση, με αυξημένα καθήκοντα και μεγάλο φόρτο εργασίας. Εφόσον, επομένως, η ως άνω δήλωση, ως εικονική, τυγχάνει απολύτως άκυρη, η εργοδότρια εταιρεία όφειλε στον εγκαλούντα τις πραγματικές του μηνιαίες αποδοχές, ύψους 5.532,00€ μικτά, καθιστάμενη υπερήμερη ως προς τη διαφορά μεταξύ αυτών και των αποδοχών που πράγματι κατέβαλε σε αυτόν, από τον Φεβρουάριο του 2013 και εφεξής, οι οποίες αντιστοιχούσαν, όπως προεκτέθηκε, στον μειωμένο μισθό των 3.150,00€ μικτά. Ειδικότερα, για το χρονικό διάστημα από 1.2.2013 έως 26.06.2017, οπότε ο εκκαλών, από κοινού με άλλους υπαλλήλους της εργοδότριας εταιρείας, προέβη σε επίσχεση εργασίας, η εργοδότρια εταιρεία όφειλε σε αυτόν, για τις ως άνω διαφορές, το συνολικό ποσό των [ (5.532,00€ - 3.150,00€=) 2.382,00€ Χ 53 μήνες πλην του ποσού των 397,00 ευρώ που αφορά στις τελευταίες ημέρες του Ιουνίου 2017] 125.849,00€ μικτά.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στο πλαίσιο της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, που, όπως προεκτέθηκε, υπήρχε μεταξύ του εγκαλούντος και της εργοδότριας εταιρείας, ο πρώτος παρείχε πολλές φορές ταμειακές διευκολύνσεις στην δεύτερη, προκειμένου η τελευταία να εξοφλεί επιταγές ή προμηθευτές ή άλλες τρέχουσες οικονομικές υποχρεώσεις, στις οποίες αδυνατούσε να ανταποκριθεί ελλείψει ρευστότητας. Ειδικότερα ο εγκαλών προέβαινε τακτικά, από το έτος 2014, σε μεταφορές χρηματικών ποσών κυρίως από τον υπ' αριθ. ... τραπεζικό του λογαριασμό στην Τράπεζα Eurobank, τόσο προς τον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης στην Ε.Τ.Ε., όσο και προς τον υπ' αριθ. ... προσωπικό λογαριασμό των εκπροσώπων της στην ίδια Τράπεζα, τα ως άνω δε χρηματικά ποσά του επέστρεφε εντός ολίγων ημερών η εργοδότρια εταιρεία, με αποτέλεσμα οι διευκολύνσεις που παρείχε αυτός να αποτελούν κατ' ουσίαν ανακύκλωση των ίδιων χρηματικών ποσών. Οι κατηγορούμενοι, ισχυρίζονται ότι η εργοδότρια εταιρεία κατέβαλε, προς εξόφληση των, μειωμένων κατά τους ισχυρισμούς της, αποδοχών του εγκαλούντος, τα ακόλουθα: κατά το έτος 2012: την 3.1.2012 το ποσό των 3.778.99€ (με χρέωση του εταιρικού της λογαριασμού στην ΕΤΕ, υπ' αριθ. ...), κατά το έτος 2013: την 25.9.2013 το ποσό των (900,00€ + 900,00€=) 1.800,00€ και την 07.10.2013 το ποσό των 1.000,00€, σε μετρητά, κατά το έτος 2014: την 17.1.2014 το ποσό των 1.030,00€ (με χρέωση του λογαριασμού της ναυτιλιακής εταιρείας "SRMC" στην ΕΤΕ, υπ' αριθ. ...), την 28.11.2014 το ποσό των 4.000,00€ και την 2016 το ποσό των 3.000,00€ (με αντίστοιχες χρεώσεις του ... προσωπικού λογαριασμού των εκπροσώπων της εναγομένης στην ΕΤΕ), κατά το έτος 2015: την 1.4.2015 το ποσό των 5.000,00€, την 2.4.2015 το ποσό των 2.000,00€, την 6.4.2015 τα ποσά των 500,00€ και 2.000,00€, την 17.4.2015 το ποσό των 1.500,00€ και την 20.4.2015 το ποσό των 1.500.00€, την 1.7.2015 το ποσό των 165,00€, την 7.7.2015 το ποσό των 175,76€, την 17.7.2015 το ποσό των 350,00€, την 23.7.2015 το ποσό των 450,00€, την 6.8.2015 το ποσό των 650,00€, την 21.8.2015 το ποσό των 500,00€, την 5.10.2015 τα ποσά των 3.000,00€ και των 2.000,00 και την 30.10.2015 το ποσό των 500,00€ (με αντίστοιχες χρεώσεις του ως άνω προσωπικού λογαριασμού των εκπροσώπων της εναγομένης), την 8.7.2015 το ποσό των 460,006, την 13.7.2015 το ποσό των 500,00€, την 29.7.2015 το ποσό των 570,00, την το ποσό των 500,00€ και την 31.12.2015 το ποσό των 800,00€ (με χρέωση του ως άνω λογαριασμού της ναυτιλιακής "SRMC"), κατά το έτος 2016: την 18.1.2016 το ποσό των 500,00€, την 4.2.2016 το ποσό των 2.500,00€, την 8.2.2016 το ποσό των 500,00€ και την 19.2.2016 το ποσό των 500,00€ (με αντίστοιχες χρεώσεις του ως άνω προσωπικού λογαριασμού των εκπροσώπων της εργοδότριας εταιρείας) και κατά το έτος 2017: την 30.1.2017 το ποσό των 500,00€ και την 4.5.2017 το ποσό των 300,00€ (με αντίστοιχες χρεώσεις του ως άνω προσωπικού λογαριασμού των εκπροσώπων της εργοδότριας εταιρείας), βάσει δε των ανωτέρω καταβολών, σε συνδυασμό με τις καταβολές έναντι της μισθοδοσίας του εγκαλούντος, ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι ότι έχουν καταβάλει σε αυτόν, αχρεωστήτως, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό των 33.670,97€. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η καταβολή, την 3.1.2012, ποσού 3.778,99€, αφορά, σύμφωνα με τη σχετική αιτιολογία κατάθεσης, τη μισθοδοσία Δεκεμβρίου 2011 και συνεπώς αβασίμως προτείνεται έναντι των επίδικων αξιώσεων. Οι καταβολές κατά το έτος 2013 δεν αποδεικνύονται, αφού δεν προσκομίζονται οι επικαλούμενες από τους κατηγορούμενους χειρόγραφες αποδείξεις πληρωμής, ενώ όλες οι υπόλοιπες επί μέρους καταβολές, αφορούν σε επιστροφές των ταμειακών διευκολύνσεων που παρείχε ο εγκαλών, όπως σαφώς προκύπτει από τα χρονικά σημεία στα οποία αυτές πραγματοποιούνται, ήτοι έπονται αμέσως αυτών, αλλά και από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν επικαλούνται άλλον τρόπο επιστροφής των χρημάτων που αποδεδειγμένα, με βάση τα προσκομιζόμενα τραπεζικά εμβάσματα, μεταφέρονταν από τον προσωπικό λογαριασμό του εγκαλούντος στους λογαριασμούς αυτής και των εκπροσώπων της, ούτε δικαιολογούν με άλλον τρόπο τις μεταφορές αυτές, προσέτι δε και από το γεγονός ότι η μισθοδοσία του εγκαλούντος γινόταν πάντοτε με καταβολές από τον λογαριασμό της εργοδότριας μεταλλευτικής εταιρείας, οι οποίες επιπλέον περιλαμβάνονταν στη σχετική καρτέλα μισθοδοσίας του εγκαλούντος (βλ σχετικά και υπ' αριθ. 5289/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσα κατά την εκδίκαση του της αστικής εργατικής αγωγής). Σημειωτέον δε ότι οι εν λόγω καταβολές της εργοδότριας εταιρείας υπολείπονται των χρηματικών ποσών που κατά τα ανωτέρω μετέφερε ο εγκαλών στην εργοδότρια εταιρεία και στους εκπροσώπους αυτής, καθώς, όπως και ο ίδιος ο εγκαλών ισχυρίζεται, πέραν αυτών υπάρχουν και άλλες καταβολές, με τις οποίες του αποδίδονταν αυτά στο ακέραιο. Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εργοδότρια εταιρεία, βάσει των καταβολών που συνομολογεί ο εγκαλών στην αγωγή του. της 26.06.2017, όφειλε σε αυτόν, επιπλέον, ως διαφορά έναντι και των μειωμένων ακόμη -εικονικών- αποδοχών του. το ποσό των (177.854.656 σύνολο δικαιούμενων από αυτών καθαρών αποδοχών για μισθούς, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας - 166.509,36€ καταβληθείσες καθαρές αποδοχές =) 11.345.29€ καθαρά και 18.430,256 μεικτά, το οποίο αντιστοιχεί σε δεδουλευμένους μισθούς από Δεκεμβρίου 2016 έως και 25.6.2017 και συγκεκριμένα συνιστά οφειλή υπολοίπου μισθού Δεκεμβρίου ποσού 55,256, μισθού Ιανουαρίου 2017 ποσού 3.150,00€, μισθού Φεβρουαρίου ποσού 3.150.006, μισθού Μαρτίου 2017 ποσού 3.150,00€, μισθού Απριλίου 2017 ποσού 3.150,006, μισθού Μαΐου 2017 ποσού 3.150,00€ και μέρος μισθού Ιουνίου, για το διάστημα από 01.06.2017 έως και 25.06.2017. ποσού 2.625,00€.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών εργαζόταν καθημερινά, από το έτος 2012 έως και τα μέσα του 2016, καθ' υπέρβαση του ωραρίου του, αφού στο λογιστήριο παρευρίσκονταν σε καθημερινή βάση, επί πολλές ώρες, η Α. Ρ. και η Μ. Ρ. , προκειμένου να διευθετούν με τη συνδρομή αυτού τα θέματα της τρέχουσας διαχείρισης των εταιρειών των συμφερόντων της οικογενείας τους, ενώ η ενασχόλησή ίου με την αμιγώς λογιστική του εργασία γινόταν πολλές φορές μετά την αποχώρηση των εργοδοτών του από το λογιστήριο και διαρκούσε έως τις απογευματινές ή και βραδινές ώρες, αφού υπήρχε μεγάλος φόρτος εργασίας (μισθοδοσία και τήρηση βιβλίων προσωπικού, αυξήσεις κεφαλαίου, καταχωρίσεις τιμολογίων, καταστάσεις ΦΠΑ, συνεννοήσεις με τράπεζες και αρχές, ρυθμίσεις οφειλών και ενημέρωση αυτών κ.α.). Απόδειξη, επίσης, υπέρ της πραγματοποίησης από τον ενάγοντα σταθερής υπερωριακής απασχόλησης παρέχει και το γεγονός της αναγνώρισης εκ μέρους της Α. Ρ. , την 1.7.2016, αξίωσής του για αποζημίωση λόγω υπερωριακής απασχόλησης από 1.1.2012 έως και 30.6.2016 ύψους 121.716,00€, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που εισφέρθηκαν στην παρούσα δίκη. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε η εργασία του εγκαλούντος πέραν του πενθημέρου, ήτοι και κατά τα Σάββατα, αφού αυτή δεν προέκυψε με ασφάλεια από κάποιο αποδεικτικό μέσο. Βάσει των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων κρίνεται ότι ο εγκαλών εργαζόταν, κατά μέσο όρο, από 1.1.2012 έως και 30.6.2016, από ης 08.00 έως ης 19.00 καθημερινά, απασχολούμενος συνεπώς επί τρεις (3) ώρες πέραν του νομίμου ημερησίου ωραρίου, για την κάθε ώρα πέραν του νομίμου ωραρίου του οφείλεται το ποσό των 33,126 (καταβαλλόμενο ωρομίσθιο). Ειδικότερα, οφείλεται από την εργοδότρια εταιρεία στον εγκαλούντα, ως αποζημίωση για υπερωριακή του απασχόληση, για το έτος 2013, για τις 242 εργάσιμες ημέρες (εξαιρουμένου του διαστήματος από 05.08 έως 14.08, κατά το οποίο έλαβε άδεια αναψυχής), το ποσό των 24.045,12 € (33,12 € Χ 3 ώρες/ημέρα Χ 242 ημέρες), για το έτος 2014, για τις 243 εργάσιμες ημέρες (εξαιρουμένου του διαστήματος από 11.08 έως 21.08, κατά το οποίο έλαβε άδεια αναψυχής) το ποσό-των 24.144,48 6 (33,12€ Χ 3 ώρες/ημέρα Χ 243 ημέρες=), για το έτος 2015, για τις 245 εργάσιμες ημέρες (εξαιρουμένου του διαστήματος από 10.08 έως 14.08 και από 17.08 έως 19.08, κατά το οποίο έλαβε άδεια αναψυχής) το ποσό των 24.343,20 6 (33,126 Χ 3 ώρα/ημέρα Χ 245 ημέρες=) και για το χρονικό διάστημα από 01.01.2016 έως και 30.06.2016, για ης 124 εργάσιμες ημέρες, το ποσό των 12.320,64 6 (33,12 6 X3 ώρα/ημέρα Χ 124 ημέρες=) και συνολικά του οφείλεται, για την εν λόγω αιτία, το ποσό των 84.853,44 6. Επιπλέον, η εργοδότρια εταιρεία οφείλει στον εγκαλούντα διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας, αφού υπολόγιζε αυτά με βάση τον δηλωθέντα προς τις αρχές και όχι με βάση τον πραγματικό του μισθό. Έτσι, η εργοδότρια εταιρεία οφείλει στον εγκαλούντα: α) για Δώρο Πάσχα: για το έτος 2013:i.240,63 €, για το έτος 2014:1.240,63 €, για το έτος 2015: 1.240,63 € για το έτος 2016: 1.240,63 €, για το έτος 2017:1.240,63 €, β) για Δώρο Χριστουγέννων: για το έτος 2013:2.481,25 €, για το έτος 2014:2.481,25 €, για το έτος 2015: 2.481,25 €, για το έτος 2016: 2.481,25 6 και γ) για επίδομα Αδείας: για το έτος 2013: 1399,00 €, για το έτος 2014: 1.399,00 €, για το έτος 2015: 1.399,00 €, για το έτος 2016: 1.399,00 €, ήτοι συνολικά για διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας έως τον χρόνο άσκησης επίσχεσης το ποσό των 21.724,15 ...".

Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχους τους κατηγορουμένους με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν.3996/2011 κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή και επέβαλε σε καθέναν από αυτούς ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ [18] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

"Στον Πειραιά, από τον Ιανουάριο του 2012 έως και τον Ιούνιο του 2017 με πρόθεση παρέβησαν υπό την ιδιότητα τους ως νομίμων εκπροσώπων της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μπεντομάιν Επιχειρήσεις Κιμώλου- Εισαγωγές Εξαγορές Μεταλλευμάτων Ανώνυμη Εταιρεία" και με τον διακριτικό τίτλο "Bentomine S.A", έδρα στο δήμο Κιμώλου Κυκλάδων και κύρια εγκατάσταση στον Πειραιά, επί της οδού ... , στους οποίους είχε ανατεθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της ως άνω εταιρείας η διαχείριση και ειδικότερα, υπό την ιδιότητά τους του πρώτου κατηγορουμένου ως αντιπροέδρου και συμπράττοντας συμβούλου, της δεύτερης κατηγορουμένης ως διευθύνουσας συμβούλου και της τέταρτης κατηγορουμένης ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, αν και απασχόλησαν στην ως άνω εταιρεία τον εγκαλούντα Δ. Γ. του Γ. από τον Ιανουάριο του 2012 έως και τον Ιανουάριο του 2013 με μηνιαίο μεικτό μισθό 5.532 ευρώ και από τον Φεβρουάριο του 2013 έως τον Ιούνιο του 2017, οπότε η εν λόγω εταιρεία για την εξυπηρέτηση φορολογικών σκοπών δήλωνε το εικονικό ποσό των 3.150 ευρώ ως μηναίο μεικτό μισθό, ενώ στην πραγματικότητα καταβαλλόταν σ' αυτόν το ποσό των 5.532,00, δεν του κατέβαλαν τα κάτωθι αναλυτικώς αναφερόμενα χρηματικά ποσά, αφού όφειλαν σε αυτόν: α) για δεδουλευμένες αποδοχές σύμφωνα με τη διαφορά πραγματικού και εικονικού μισθού (5.532,00-3.150,00 -2.382,00€ μεικτά) για το χρονικό διάστημα από 1.2.2013 έως 30.6.2017, το χρηματικό ποσό των 125.849,00 ευρώ μεικτά, πλην του ποσού 397,00€, ποσό που αφορά τις 5 τελευταίες ήμερες του Ιουνίου [126.246 (2.382,00 χ 53 μήνες)- 397] β) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, υπολογισμένων για το διάστημα από 4°/2012 έως τον 10ο/ 2013 επί του πραγματικού μισθού και για το χρονικό διάστημα 2° /2013 έως 6°/2017 επί του δηλωμένου στο Ι.Κ.Α μισθού, το ποσό των 18.430,25 € μεικτά και αναλυτικά:

-από τον Απρίλιο του 2012 έως και τον Ιανουάριο του 2013, το ποσό των 36.989,90 € καθαρά (3.698,99 χ 10 μήνες ) -από τον Φεβρουάριο του 2013 έως και τον Ιούνιο του 2014, το ποσό των 32.851,65 € καθαρά (1.932,45 χ 17 μήνες ) -από τον Ιούλιο του 2014 έως τον Δεκέμβριο του 2014, το ποσό των 11.681,04 € καθαρά (1.946,84 χ 6 μήνες) -από τον Ιανουάριο του 2015 έως και τον Ιούνιο του 2015, το ποσό των 11.776,86 € καθαρά (1.962,81 χ 6 μήνες ) -από τον Ιούλιο του 2015 έως τον Απρίλιο του 2016, το ποσό των 19.473,20 € καθαρά (1.947,32 χ 10 μήνες) -τον Μάιο του 2016, το ποσό των 1.977,90 € καθαρά -από τον Ιούνιο του 2016 έως και τον Ιούνιο του 2017, το ποσό των 25.595,83 € καθαρά (1.968,91 χ 13 μήνες), ήτοι συνολικά το ποσό των 140.346,38 €, πλην του ποσού των 328,16 €, που αφορά τις πέντε τελευταίες ημέρες του Ιουνίου 2017, ήτοι το ποσό των 140.018,22 ευρώ καθαρά, β1) για επιδόματα δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων και επιδόματα αδείας, υπολογιζόμενο επί του δηλωμένου στο ΙΚΑ εικονικού μισθού των 3.150,00 μεικτών, το ποσό των 24.619,26 € καθαρά και αναλυτικά:

-Δώρο Πάσχα: για το έτος 2013: 996,08 € καθαρά, για το έτος 2014: 996,08 € καθαρά, για το έτος 2015 :1.012,03 € καθαρά, για το έτος 2016: 1.005,05 € καθαρά, για το έτος 2017: 1.011,59 € καθαρά -Δώρο Χριστουγέννων: για το έτος 2013: 1.992,17 € καθαρά, για το έτος 2014: 2.007,42 € καθαρά, για το έτος 2015: 2.010,12 € καθαρά, για το έτος 2016: 2,023,19 € καθαρά -Επίδομα Αδείας: για το έτος 2013: 966,23 € καθαρά, για το έτος 2014: 973,41 € καθαρά, για το έτος 2015: 973,65 € καθαρά, για το έτος 2016: 973,65 € καθαρά Συνολικά επομένως, του όφειλαν το ποσό των 18.430,25 ευρώ μεικτά (ήτοι 11.345,29ευρώ) καθαρά), ήτοι η διαφορά από τα συνολικά χρηματικά ποσά των 177.854,65 ευρώ, καθαρά (151.134,84 +24.619,26 +...00,55), από το οποίο ωστόσο του κατέβαλαν το ποσό των 166.509,36 ευρώ καθαρά.

γ) Διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας, υπολογιζόμενων επί της διαφοράς μεταξύ πραγματικού και εικονικού μισθού:

-Δώρο Πάσχα: για το έτος 2013:1.240,63 €, για το έτος 2014:1.240,63 €, για το έτος 2015:240,63 € για το έτος 2016:1.240,63 €, για το έτος 2017:1.240,63 € -Δώρο Χριστουγέννων: για το έτος 2013:2.481,25 €, για το έτος 2014:2.481,25 €, για το έτος 2015:2.481,25 €, για το έτος 2016:2.481,25 € -Επίδομα Αδείας: για το έτος 2013:1399,00 €, για το έτος 2014:1.399,00 €, για το έτος 2015:1.399,00 €, για το έτος 2016:1.399,00 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 21.724,15 €.

Δ) για υπερωρίες (01.01.2013 έως 26.06.2016), υπολογιζόμενες επί του πραγματικού μηνιαίου μισθού, ποσού 84.853,44 ευρώ μεικτά, ήτοι αναλυτικά:

-για το έτος 2013, για τις 242 εργάσιμες ημέρες (εξαιρουμένου του διαστήματος από 05.08 έως 14.08, κατά το οποίο έλαβε άδεια αναψυχής), το ποσό των 24.045,12 € (33,12 € Χ 3 ώρες/ημέρα Χ 242 ημέρες), -για το έτος 2014, για τις 243 εργάσιμες ημέρες (εξαιρουμένου του διαστήματος από II.08 έως 21.08, κατά το οποίο έλαβε άδεια αναψυχής) το ποσό των 24.144,48 € (33,12€ Χ 3 ώρες/ημέρα Χ 243 ημέρες=), -για το έτος 2015, για τις 245 εργάσιμες ημέρες (εξαιρουμένου του διαστήματος από 10.08 έως 14.08 και από 17.08 έως 19.08, κατά το οποίο έλαβε άδεια αναψυχής) το ποσό των 24.343,20 € (33,12€ Χ 3 ώρα/ημέρα Χ 245 ημέρες=) και -για το χρονικό διάστημα από 01.01.2016 έως και 30.06.2016, για τις 124 εργάσιμες ημέρες, το ποσό των 12.320,64 € (33,12 € Χ 3 ώρα/ημέρα Χ 124 ημέρες=) Ήτοι συνολικά του οφείλουν το χρηματικό ποσό των 250.856,84 ευρώ μεικτά (125.849,00 + 18.430,25 + 21.724,15+84.853,44)".

Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι μολονότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εξετάστηκε ο μάρτυρας κατηγορίας Δ. Γ. του Γ. και ο μάρτυρας υπεράσπισης Θ. Ζ., εν τούτοις τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα δεν αναφέρονται κατ' είδος στο προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης, αλλά ούτε και γίνεται αναφορά, σ' αυτοί, ευθέως ή διηγηματικώς, στο κυρίως περιεχόμενο του σκεπτικού της, το οποίο αποτελεί πιστή αντιγραφή του σκεπτικού της πρωτοβάθμιας δίκης, στην οποία εξετάστηκε μόνο ο ως άνω κατηγορίας και όχι και ο ως άνω μάρτυρας υπεράσπισης. Ως εκ τούτου, προκύπτει σαφώς ότι τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα που εισφέρθηκαν την αποδεικτική διαδικασία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας για την ανωτέρω καταδικαστική του κρίση, παρά μόνο τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και η απολογία του παρόντος κατηγορούμενου Γ. Κ. του Ε. και στα οποία γίνεται ρητή αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς λήφθηκαν υπόψη για την κατάφαση της ενοχής των αναιρεσειόντων. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, τρίτος λόγος υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω της μη αναφοράς σ' αυτήν και συνακόλουθα μη συναξιολόγησης όλων των εισφερθέντων στο δικάσαν Δικαστήριο αποδεικτικών μέσων, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις - δηλώσεις αναίρεσης, κατά τον τρίτο λόγο αυτών, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων τους καθώς και τον πρόσθετου λόγου τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθ. 1569/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή