Απόφαση 489 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 489 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Παναγιώτα Πασσίση, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Καντζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Δ. του Β. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικολέττα Σιέβα, για αναίρεση της ΓΤ1090/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 24-9-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη, από 24-09-2025, αίτηση του Χ. Δ. του Β. , κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμό 1090/2025 απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που τον καταδίκασε, σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που ανεστάλη για τρία έτη, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωσή του, που επιδόθηκε, στις 24-09-2025, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με αριθμ. πρωτ. ...2025, και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση, στις 04-09-2025, της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του ανωτέρω δικαστηρίου (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ, 474 παρ. 1, 2 και 4, 168 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα) και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, συνιστάμενοι στην έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ και (κατ' εκτίμηση) Ε του ΚΠοινΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το βάσιμο των λόγων της.
ΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00 €) και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000,00) δραχμών, κατά τη διάταξη δε της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €), με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς, μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000,00) δραχμών.
Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, στο άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί (για την καταβολή τους). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων χρηματικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό, για την πληρότητα δε της αντικειμενικής υπόστασης των συγκεκριμένων εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενο αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, που ως τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την εργασία ή υπηρεσία του. Πρόκειται, συνεπώς, για γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών απαιτείται το υποκείμενο τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση, το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό, στο πρόσωπο δε αυτού στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση του κατηγορουμένου στην επιχείρηση, καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και η νομική μορφή της τελευταίας, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό. Ειδικότερα, όταν εργοδότης είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 69 παρ. 2 του Ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του Ν. 2238/1994. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012, σύμφωνα με την οποία, ως αυτουργοί των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και απόδοσης εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες είναι: α) οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από τον νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, και β) σε περίπτωση που λείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν, πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11-4-2012 και οφείλονται από ανώνυμη ημεδαπή εταιρία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι όσοι ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, ήτοι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων (ανεξαρτήτως του αν χαρακτηρίζονται μη εκτελεστικοί, εφόσον δεν προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012), οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε. , ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται, μόνον, αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (αντιπρόεδροι και μέλη διοικητικών συμβουλίων) ασκούν πράγματι, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική (ΑΠ 631/2025, ΑΠ 890/2025).
[2] Από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι το θεσπιζόμενο με αυτήν, με σκοπό την επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς, πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους, λόγω της ενότητας του δόλου και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, με την επανάληψη από τον ίδιο δράστη των επιμέρους πράξεων, καθεμία από τις οποίες περιέχει πλήρη τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στον ένοχο περισσότερες ποινές και κατά τον καθορισμό της συνολικής να επαυξήσει τη βαρύτερη από αυτές με μέρος καθεμίας από τις συντρέχουσες, να επιβάλει εξαρχής μια ενιαία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο όλων των μερικότερων πράξεων μέσα στα πλαίσια ποινής του οικείου εγκλήματος. Οι μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ` εξακολούθηση έγκλημα, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και η παραγραφή των κατ` ιδίαν μερικότερων πράξεων επί του ανωτέρω εγκλήματος της παραγράφου 1 είναι αυτοτελής, έναντι των άλλων και παύει η δίωξη μόνο ως προς τις πράξεις που παραγράφηκαν (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 403/2022). Και στα αδικήματα του Α.Ν. 86/1967, η τέλεσή τους μπορεί να έχει τη μορφή του κατ` εξακολούθηση εγκλήματος, εφόσον αυτή ανάγεται σε χρονικό διάστημα περισσότερων του ενός μηνών. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, για να στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, θα πρέπει το σύνολο των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών (και όχι των κατά μήνα οφειλόμενων) να υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, όσον αφορά στις εργοδοτικές εισφορές και το ποσό των 10.000 ευρώ, όσον αφορά στις εργατικές εισφορές (ΑΠ 342/2025, ΑΠ 482/2025).
[3] Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 631/2025). Όσον δε αφορά το δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ' αυτήν όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως είναι και η παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του (ΑΠ 1165/2024, ΑΠ 345/2023).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, τα κρίσιμα περιστατικά, που είναι: α) η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε, β) αν ο εργοδότης είναι εταιρεία, αναφορά της μορφής αυτής και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στην εταιρεία κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, γ) όταν πρόκειται για εργοδότη ανώνυμη ημεδαπή εταιρεία στην περίπτωση που πρόκειται για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11.4.2012, οπότε, κατά τα προαναφερθέντα, θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, κατά την οποία, κατ' αρχήν, κυρίως υπόχρεοι για την ως άνω καταβολή είναι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε. , ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των αρχικά και κυρίως υπόχρεων, πρέπει να αναγράφεται στην καταδικαστική απόφαση ότι ο καταδικασθείς είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο μία από τις αναγραφόμενες στην ως άνω διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 ιδιότητες, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού αυτού ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια, ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου (ήτοι του αναφερομένου, απλώς, ως εργοδότη) για καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 631/2025, ΑΠ 890/2025).
[4] Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία μπορεί να εμπεριέχεται στον ΠΚ ή τους ειδικούς ποινικούς νόμους. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 970/2025, ΑΠ 349/2025).
ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης, με αριθμ. 1090/2025, απόφασης, το Γ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρος, όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ. Δ. τέλεσε τις αποδιδόμενες σε αυτόν με το κατηγορητήριο πράξεις και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος Δ. Χ. του Β. ... στην ΑΘΗΝΑ, την 30/07/2018, τυγχάνοντας εργοδότης (πρόεδρος) της επιχείρησης με την επωνυμία ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και ΑΜΕ ... , ΥΠΟΚ/ΜΑ ΕΦΚΑ (Τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 045 Ν. ΚΟΣΜΟΥ είδος επιχείρησης Εκμετάλλευση αθλητικών γηπέδων και σταδίων, έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο από 01/04/2018 έως 31/05/2018 στην επιχείρησή του αυτή, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, με αμοιβή που ασφαλιζόταν στον ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού του να καταβάλει στον ΕΦΚΑ (Γ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις παρακάτω εισφορές ποσού 32.239,71 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη μέρα για τις δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό .../2017 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 32.239,71 ευρώ Α) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 21.493.14 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. Β) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ), ποσού 10.746,57 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σε αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Ωστόσο, επιχείρησε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του με καταβολές προς τον ΕΦΚΑ και ως εκ τούτου θα πρέπει να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ. ..".
Στη συνέχεια, το άνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για καθεμία πράξη, και συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό :
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Δ. Χ. του Β. ένοχο του ότι ου ότι στην ΑΘΗΝΑ, την 30/07/2018, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και ΑΜΕ ... , ΥΠΟΚ/ΜΑ ΕΦΚΑ (Τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 045 Ν. ΚΟΣΜΟΥ είδος επιχείρησης Εκμετάλλευση αθλητικών γηπέδων και σταδίων μαζί κι έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο από 01/04/2018 έως 31/05/2018 στην επιχείρησή του αυτή, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, με αμοιβή που ασφαλιζόταν στον ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού του να καταβάλει στον ΕΦΚΑ (Γ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις παρακάτω εισφορές ποσού 32.239,71 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη μέρα για τις δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό .../2017 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 32.239,71 ευρώ: Α) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 21.493.14 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. Β) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ), ποσού 10.746,57 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σε αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ στο πρόσωπο του καταδικασθέντα Δ. Χ. του Β. τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ". [2] Με τις προαναφερόμενες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και β) της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, που τα θεμελιώνουν, και το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συναξιολόγησε στο σύνολό τους, χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τί προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας του κάθε αποδεικτού μέσου, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 94 παρ. 1, 98, 375 παρ. 1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 31 ΝΔ 1160/1972, 21 παρ. 11 Ν. 1902/1990 και 20 του Ν. 2721/1999, άρθρου 1 του Ν. 362/1976, άρθρου 115β ΚΠοινΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 337/1969, σε συνδυασμό με τα άρθρα 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951 (που κυρώθηκε με τον Ν. 2113/1952), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 Ν. 2972/2001, 27 παρ. 1 του ΑΝ 1846/1951 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 Ν. 2972/2001 και 8 παρ. 2 Ν. 4321/1963, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4469/1965 και του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010 και παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012 σε συνδυασμό με το άρθρο 33 του ν. 3346/2005, όπως αυτό ισχύει μετά το άρθρο 30 του ν. 3904/2010, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, η απόφαση αναφέρει 1) την επιχείρηση [ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και ΑΜΕ ...], με αντικείμενο την εκμετάλλευση αθλητικών γηπέδων και σταδίων που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, 2) το ύψος των βαρυνουσών τον ίδιο τον αναιρεσείοντα εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών [32.239,71 ευρώ] και των εργατικών εισφορών [10.746,57 ευρώ] που παρακρατήθηκαν από τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες έπρεπε να αποδοθούν στο ταμείο ασφάλισής τους 3) το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο παρείχαν οι εργαζόμενοι την εργασία τους [01/04/2018 έως 31/05/2018], κατά το οποίο παρακρατήθηκαν οι εισφορές αυτές, περιφραστικά ο χρόνος που ήταν απαιτητές και οι δύο αυτές κατηγορίες των εισφορών από τον ασφαλιστικό φορέα τους, ήτοι ένα μήνα από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα κατά το οποίο παρασχέθηκε η εργασία, ενώ ουδεμία ασάφεια δημιουργείται με την πλεοναστική μνεία ως ημερομηνίας καταβολής 30/07/2018, αφού στην κατ' εξακολούθηση τέλεση της πράξης τα αντίστοιχα όρια της ποινικής ευθύνης ορίζονται, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, από το σύνολο των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών (και όχι των κατά μήνα οφειλόμενων), ενώ η εξειδίκευση των μερικοτέρων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνο όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξης, ή στην περίπτωση κατά την οποία για τη μία ή για περισσότερες από τις επιμέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της δίωξης ή ανεγκλήτου (ΑΠ 342/2025, ΑΠ 1081/2017), και δεν συντρέχει κάποια τέτοια περίπτωση, στην προκείμενη υπόθεση, 4) η ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως Προέδρου του Δ.Σ. και νόμιμου εκπροσώπου της άνω εργοδότριας ανώνυμης προδοσφαιρικής εταιρίας, υπόχρεου, κατά νόμο, προς καταβολή των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες γεννήθηκαν μετά την ισχύ του Ν. 4075/11-04-2012, αφού η ιδιότητα του προέδρου του δ.σ. στο πρόσωπό του, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, αρκούσε, για την απόδοση της ποινικής ευθύνης, της μη καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών των εργαζομένων της προαναφερθείσας ΑΕ, στον αρμόδιο ασφαλιστικό οργανισμό, ήτοι τον καθιστούσε ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος αυτού (άρθρ. 1 παρ. 7 περ. α του ν. 86/1967), ήτοι δεν απαιτείται η αναφορά πρόσθετων στοιχείων (όπως το ΦΕΚ ή το πρακτικό δ.σ. ή γενικής συνέλευσης, ή άλλο εταιρικό έγγραφο, δημοσιευμένο στο ΓΕΜΗ), 5) ο δόλος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων και προκύπτει από τις γενόμενες δεκτές ειδικότερες συνθήκες τέλεσής τους, δοθέντος ότι για τη στοιχειοθέτηση των επίδικων αξιόποινων πράξεων του άρθρου 1 του ν. 86/1967 δεν αξιώνεται άμεσος ούτε υπερχειλής δόλος, 6) κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται μνεία τι προέκυψε από καθένα χωριστά, ενώ προκύπτει με βεβαιότητα ότι τα συνεκτίμησε όλα και όχι ορισμένα κατ' επιλογή. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και (και κατ' εκτίμηση) Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι. Λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος διάσπαρτες στους παραπάνω λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων, επιχειρημάτων και συλλογισμών του, που κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν στην επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αποτελούν απλώς υπερασπιστικά επιχειρήματα και αμφισβήτηση των σε βάρος της παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση τις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ πλημμέλειες, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 896/2025, ΑΠ 836/2025).
IV. Kατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-09-2025, αίτηση του Χ. Δ. του Β. , για αναίρεση της με αριθμό 1090/2025 απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ