ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 508/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 508/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 508/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 508 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 508/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Εισηγήτρια, Σπυριδούλα Λιάτη και Βασιλική Βλαχοπαναγιώτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ. , για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Με κατηγορούμενο τον Κ. Δ. του Α. , κάτοικο ... , ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο και με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Ε. Κ. του Δ. , κάτοικο ... , ο οποίος παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Χατζημιχάλη, διορισθέντος δυνάμει της υπ' αρ. 659/2025 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών σύμφωνα με τη διάταξη του Ν. 4689/2020 περί παροχής νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος. 2. S. G. M. του J. , κάτοικο ... , η οποία παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικολάου Κορφιάτη, διορισθέντος δυνάμει της υπ' αρ. 240/2026 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών σύμφωνα με τη διάταξη του Ν. 4689/2020 περί παροχής νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την υπ' αρ. ΒΤ2481/2025 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 2-1-2026 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2026.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της με το οποίο κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη της συνεργείας σε κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξία κατ' εξακολούθηση και τους διορισθέντες με απόφαση πληρεξούσιους δικηγόρους των υποστηριζόντων την κατηγορία που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ "ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507". Σύμφωνα δε το άρθρο 507 του ίδιου κώδικα (όπως τροπoποιήθηκε με άρθρο 155 Ν.4855/2021) "η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 εδ.α' ΚΠΔ, που είναι ενός (1) μηνός από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης, στο κατ' άρθρο 473 παρ.3 ΚΠΔ ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Η κρινόμενη υπ' αριθ. ...2026 αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με δήλωσή του στη γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στρέφεται κατά της υπ' αριθ. ΒΤ2481/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατά το μέρος της, με τον οποίον ο κατηγορούμενος Δ. Κ. του Α. κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της συνέργειας σε κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ.3, 505 παρ.2 εδ.α', 507 και 508 ΚΠΔ), καθόσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στις 10-12-2025 και η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 2-1-2026) και επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, που αφορά σε πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε` του ΚΠΔ.

Κατά το άρθρο 512 παρ.1 εδ.β` και δ' του Κ.Π.Δ. ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους διαδίκους που έχουν δικαίωμα να ακουστούν σε σχέση με τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλουν οι αναιρετικοί λόγοι, με κλήση που επιδίδεται, σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ενώ σε περίπτωση αναίρεσης του εισαγγελέα εφαρμόζεται αναλόγως η παρ.4 του άρθρου 340. Κατά δε την παρ.2 του άρθρου 512 του ίδιου κώδικα, αν ζητεί την αναίρεση ο Εισαγγελέας, αυτός δεν κλητεύεται αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα με ημερομηνία 9 και 10/2/2026 αποδεικτικά επίδοσης του Αρχ/κα του ΑΤ … , Κ. Γ. και του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. , αντίστοιχα, προκύπτει, ότι, επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, με θυροκόλληση στην κατοικία του, καθώς και στην διορισμένη απ' αυτόν, ως αντίκλητο δικηγόρο, Δώρα Ευαγγελίδου, νομίμως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 155 παρ.3 και 166 του ΚΠΔ, η υπ` αριθ. ...2026 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη δικάσιμο της 6-3-2026, όπου θα συζητηθεί η από 2-1-2026 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εφόσον όμως ο ανωτέρω κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ.4 του ΚΠΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 του προϊσχύσαντος, μέχρι 30.6.2019 ΠΚ, με τον υπότιτλο "απλός συνεργός" [η οποία δεν διαφέρει της διάταξης του άρθρου 47 εδ.α' του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ ούτε εκείνης του εδ.β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5090/23.2.2024 και ισχύει, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 138 του αυτού νόμου, από 1.5.2024] "1.Όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση), εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό. Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τελέσει ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει άδικη πράξη. Η συνδρομή του απλού συνεργού πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Αν, συνεπώς, για οποιονδήποτε λόγο, η συνδρομή δεν συνέβαλε ή δεν χρησίμευσε στην τέλεση ή την απόπειρα, δεν υπάρχει αξιόποινη συνέργεια. Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του (ΑΠ 675/2025, ΑΠ 609/2024, ΑΠ 455/2022).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 48 του προϊσχύσαντος ΠΚ και την όμοιου περιεχομένου διάταξη 48 του ισχύοντος ΠΚ, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου τον ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του τελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας ή συνέργειας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξης, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται, αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει από δόλο ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Από αυτά παρέπεται ότι το αξιόποινο, ως προς τον ηθικό αυτουργό και τον συνεργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ, αν δεν έχει τελεστεί αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία ή συνέργεια στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας και της συνέργειας.

Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, προκειμένου ειδικά για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, υπάρχει όταν: α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις), για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχόμενης αξιόποινης πράξης. Επίσης, στην αθωωτική απόφαση, για να είναι αυτή αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη στο σύνολο τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων. Ούτε αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης μόνη η σκέψη, ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας (Ολ.ΑΠ 1/2020.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ.ΑΠ 1/2020, ΑΠ 160/2023). Επίσης, η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ΑΠ 95/2022, ΑΠ 192/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθ. ΒΤ2481/2025 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Δ. Κ. του Α. της πράξης της αντιποίησης κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98, 175 παρ. 1ΠΚ), ενώ (κατά το μέρος που η ως άνω απόφαση προσβάλλεται με την παρούσα αναίρεση) κήρυξε αυτόν αθώο της πράξης της συνέργειας σε κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση (άρθρα 47, 98 και 372 παρ.1 ΠΚ) και συγκεκριμένα τον κήρυξε αθώο του ότι: "Στη Νέα Σμύρνη Αττικής την 12/10/2018, την 13/10/2018 και την 22/10/2018, με πρόθεση πρόσφερε οποιαδήποτε συνδρομή πριν την τέλεση άδικης πράξης και συγκεκριμένα αυτής της κλοπής ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση που διέπραξε η Ν. Κ. Συγκεκριμένα, συνοδεύοντας την Ν. Κ. στην οικία του εγκαλούντα Ε. Κ. του Δ. υποδυόμενος τον αστυνομικό και ερευνώντας τα δωμάτια μαζί της, βοήθησε αυτήν να εντοπίσει τα αντικείμενα αξίας που υπήρχαν εντός της οικίας του εγκαλούντα όπου διέμενε με τη σύντροφό του Π. Α. και στη συνέχεια να εισέλθει μόνη στην οικία (στις 15/10/2018 και 22/10/2018) για να αφαιρέσει κοσμήματα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας από την κατοχή του εγκαλούντα καθώς και τα χρηματικά ποσά των 1100 ευρώ και 300 δολαρίων από την οικιακή βοηθό S. G. M. και 200 ευρώ από την σύντροφο του εγκαλούντα".

Προκειμένου να καταλήξει στην αθωωτική του κρίση το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε στο σκεπτικό του τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας, από την εκτίμηση των ανωμοτί καταθέσεων των παριστάμενων προς υποστήριξη της κατηγορίας, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, από τα πρακτικά της δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είναι ενσωματωμένα στην εκκαλουμένη απόφαση, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ.1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης), αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος την 12/10/2018, την 13/10/2018 και την 22/10/2018 συνοδευόμενος από τη Ν. Κ. (εκμισθώτρια της οικίας του εγκαλούντα Ε. Κ. του Δ.), εισήλθε στην οικία του εγκαλούντα, υποδυόμενος -στην οικιακή βοηθό που ήταν μόνη στην οικία και άνοιξε την πόρτα- τον αστυνομικό που επιθυμεί να πραγματοποίησα κατ' οίκον έρευνα και αφού του επιτράπηκε να ερευνήσει όλα τα δωμάτια αποχώρησε... Όσον αφορά ωστόσο την δεύτερη εις αυτόν αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της συνέργειας σε κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, προέκυψε ότι με την υπ' αριθμόν ΔΜ3075/2023 απόφαση του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η Κ. Ν. κηρύχθηκε αθώα για την πράξη της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και μη κατά συρροή, που φέρεται ότι έλαβε χώρα στη Νέα Σμύρνη Αττικής, εντός του χρονικού διαστήματος Οκτωβρίου - Νοεμβρίου 2018, ήτοι για την κύρια πράξη στην οποία φέρεται ως συνεργός ο παρών κατηγορούμενος. Συνακόλουθα πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης εις αυτόν αξιόποινης πράξης της συνέργειας σε κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση." Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για την παραπάνω αξιόποινη πράξη (της συνέργειας σε κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση) δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού η παρατεθείσα αιτιολογία εμφανίζεται ελλιπής και ασαφής, καθόσον στην απόφαση δεν περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία να αιτιολογείται γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου και δη για την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ως άνω πράξης, για την οποία τον αθώωσε και επιπλέον δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι συνεκτίμησε στο σύνολο τους όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον επιλεκτικά ορισμένα από αυτά, ενώ δεν εξηγούνται οι λόγοι, για τους οποίους τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται στα πρακτικά, δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής αυτού, ενώ επιπλέον το Δικαστήριο, με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 47 και 48 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 372 παρ.1 ΠΚ, και ακόμα παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις και στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού υπάρχουν, ως ανωτέρω εκτέθηκε, ελλείψεις και ασάφειες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ειδικότερα το Δικαστήριο αιτιολογεί την απαλλακτική του κρίση, αναφέροντας ότι με την υπ' αριθ. ΔΜ 3075/2023 απόφαση του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η Ν. Κ. κηρύχθηκε αθώα για την κύρια πράξη της κλοπής, στην οποία φέρεται ως συνεργός ο ανωτέρω κατηγορούμενος και συνακόλουθα πρέπει να κηρυχθεί αυτός αθώος της πράξης της συνέργειας στην ως άνω πράξη κλοπής, χωρίς όμως το Δικαστήριο να διασαφηνίζει και να αναφέρει για ποιον λόγο κηρύχθηκε αθώα της πράξης της κλοπής η φερομένη ως αυτουργός αυτής Ν. Κ. και ειδικότερα αν πρόεκυψε ότι δεν είχε τελεστεί αντικειμενικώς το ανωτέρω έγκλημα ή αν συνέτρεχε κάποιος λόγος που απέκλειε τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, στοιχεία αναγκαία για τον αποκλεισμό της στοιχειοθέτησης της συνέργειας και την πληρότητα της απαλλακτικής κρίσης του, καθότι η απαλλαγή της Ν. Κ. για άλλον λόγο, όπως λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή ήταν η αυτουργός της πράξης ή για έλλειψη ικανότητας για καταλογισμό, δεν εμποδίζει την στοιχειοθέτηση συνέργειας στην τελεσθείσα πράξη. Με τις ανωτέρω όμως ελλείψεις και ασάφειες, που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο αφενός υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφετέρου δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού οι ως άνω ελλείψεις και ασάφειες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικά έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επιπλέον, το Δικαστήριο αγνόησε και ουσιαστικά δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε τις, ενώπιον του ακροατηρίου του δοθείσες, καταθέσεις των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας Ε. Κ. και M. S. G. καθώς και της ενόρκως εξετασθείσας μάρτυρα M. A. , αιτιολογώντας την ως άνω απαλλακτική κρίση του αποκλειστικά και μόνον, με ρητή αναφορά, στην υπ' αριθ. ΔΜ 3075/2023 απόφαση του Δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απόσπασμα της οποίας προσκόμισε η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ως εκ τούτου προκύπτει ότι το Δικαστήριο για την απαλλακτική του κρίση δεν συνεκτίμησε στο σύνολο τους όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αλλά μόνον επιλεκτικά το απόσπασμα της ανωτέρω απόφασης, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να πάσχει από έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Συνακόλουθα, επειδή οι προεκτεθέντες λόγοι αναίρεσης οι οποίοι, προβλέπονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Δ', Ε' ΚΠΔ είναι βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η υπ' αριθ. ΒΤ 2481/2025 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά το μέρος της με το οποίο κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Δ. Κ. του Α. , κάτοικος ... , για την αξιόποινη πράξη της συνέργειας σε κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση (άρθρα 47, 98 και 372 παρ.1 ΠΚ) και να παραπεμφθεί η δίκη, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση, σύμφωνα με τα άρθρα 519 και 522 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ` αριθ. ΒΤ 2481/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (Β' βαθμού).

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος (κατά το μέρος της με το οποίο κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Δ. Κ. του Α. , κάτοικος ... , για την αξιόποινη πράξη της συνέργειας σε κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση (άρθρα 47, 98 και 372 παρ.1 ΠΚ) για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2026.

Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή