Απόφαση 515 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 515/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Κ. του Σ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πατακιά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 816/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας.
Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Χ. - Θ. Π. του Κ. , κάτοικο ... και 2. Ρ. Τ. του Θ. , κάτοικο ... , που δεν εμφανίστηκαν.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην με αριθμό ...2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα ως προς τον 1° λόγο αυτής μόνο για το σκέλος της ποινής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ανωτέρω σκέλος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα, ως προς αυτό το σκέλος της, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 9-2-2024 αναίρεση του Ε. Κ. του Σ. και της Δ. , κατά της με αριθμό 816/29-09-2023 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βεροίας, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή και του επιβλήθηκε χρηματική ποινή πενήντα (50) ημερήσιων μονάδων για κάθε παθόντα, καθοριζομένου του ύψους της ημερήσιας μονάδας σε πέντε (5,00) ευρώ για κάθε παθόντα ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1-2, 473 παρ. 2, 3 , 474 παρ. 1 εδ. β` ΚΠΔ) με δήλωση (αρ. Πρωτ. ...2024) ενώπιον του Γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, εμπροθέσμως καθόσον η προσβαλλομένη καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο των άρθρων 473 παρ. 3 ΚΠΔ την 24-01-2024, περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, συνιστάμενους στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ) και στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ) που επιβάλλει το Σύνταγμα). Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 εδ. α` του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του παραπάνω Κώδικα, (όπως ίσχυσε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 65 του ν. 4855/2021), "Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή". Η διάταξη αυτή του άρθρου 309 ΠΚ, σε σχέση με την προηγούμενη, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της ερευνώμενης εδώ πράξης, δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αφού, αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως πέντε (5) ετών, που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη τώρα ποινή είναι φυλάκιση από δέκα (10) ημέρες (κατ` άρθρο 53 ΠΚ) έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται, αντικειμενικώς, πρόκληση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 παρ. 1 του ΠΚ, κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, με την έννοια ως προς την τελευταία, του άρθρου 310 παρ. 2 του ΠΚ. Αξιολογείται, επομένως, όχι το επελθόν αποτέλεσμα, αλλά το χρησιμοποιηθέν μέσο, ο τρόπος ενέργειας, το ευπαθές ή μη του πληγέντος τμήματος του ανθρωπίνου σώματος, η προσφορότητα του μέσου που χρησιμοποιήθηκε κτλ (ΑΠ 1136/2023, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 537/2018). Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση ή αποδοχή του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας (ΑΠ 375/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 185/2022, ΑΠ 68/2022).
3. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο σύνολοδεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ` άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ιδιαίτερης αιτιολογίας του, διότι αυτός ενυπάρχει στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, τα οποία έγιναν δεκτά με την προσήκουσα αιτιολογία και προκύπτει από αυτήν, εκτός αν γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος, οπότε απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία των στοιχείων αυτών του δόλου. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 422/2023, ΑΠ 1213/2019). Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023).
Κατά την διάταξη δε του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 806/2023).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, 816/29-9-2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας από την ανωμοτί κατάθεση του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του , ότι αποδείχθηκεαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : " α) στη ... , την ... 2017 περί ώρα 04:30 π.μ. ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με πρόθεση προξένησε σε άλλον και δη στον εγκαλούντα, Ρ. Τ. του Θ. , κάτοικο ... , σωματικές κακώσεις, με τρόπο που μπορούσαν να προκαλέσουν στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, επιτέθηκε αρχικά με ένα σκαμπό και στη συνέχεια με γροθιές κατά του ως άνω παθόντος με χτυπήματα στο κεφάλι προκάλεσε σε αυτόν σωματικές κακώσεις και συγκεκριμένα κάκωση ρινός και θλαστικό τραύμα ρινός - οφρύος, ο δε τρόπος με τον οποίο προκάλεσε τη σωματική βλάβη στον παραπάνω παθόντα, καθώς και το μέσο (σκαμπό) που χρησιμοποίησε, μπορούσαν να προκαλέσουν στον εγκαλούντα βαριά σωματική βλάβη, αφού του επιτέθηκε με βαρύ αντικείμενο και επανειλημμένες γροθιές σε ιδιαίτερα ευπαθές μέρος του σώματός του και ειδικότερα στο κεφάλι, β) στον ίδιο τόπο και χρόνο με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για την ζωή του και βαριά σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, επιτέθηκε εναντίον του εγκαλούντα Χ. - Θ. Π. του Κ. , τον χτύπησε με ένα σπασμένο μπουκάλι μπύρας στην αριστερή μεριά του μετώπου και στο αριστερό μάτι και έπειτα τον χτύπησε με κεφαλιά στο ίδιο σημείο, προκαλώντας του κάταγμα κρανίου μετωπιαία αριστερά, με επέκταση στον αριστερό μετωπιαίο κόλπο, κάκωση μαλακών μορίων αριστερού οφθαλμού με παρουσία αέρα παρά του αριστερού βολβού, ο δε τρόπος μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για την ζωή του και βαριά σωματική βλάβη. Οι παραπάνω πράξεις που τέλεσε ο κατηγορούμενος, ουδόλως δύνανται αυτές να χαρακτηριστούν απλές σωματικές βλάβες, καθώς το μέσο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος ήτοι, σκαμπό, σπασμένο μπουκάλι αλλά και γροθιές με έντονο και επαναλαμβανόμενο τρόπο εναντίον των παθόντων- εγκαλούντων, σε καίρια σημεία του σώματος τους, ιδία στο πρόσωπο αυτών , φέρουν το χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος τους. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι παθόντες με οποιονδήποτε τρόπο, πολύ περισσότερο με ανάρμοστο τρόπο, προκάλεσαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος όλως αιφνιδίως επιτέθηκε στους παθόντες και προκάλεσε σ' αυτούς τα αναφερόμενα ανωτέρω τραύματα και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, για την πράξη που του αποδίδεται".
Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1, 14 παρ.1, 16,17,18,26 παρ.1α, 27, 51, 53, 57, 94 παρ.1, 84 παρ.2α, 133, 309 σε συνδυασμό με 308 παρ.1 α' του νέου ΠΚ, αναγνωρίζοντάς του τις ελαφρυντικές περιστάσεις των άρθρων 84 παρ.2 στοιχ. α' και 133 του ΠΚ με το ακόλουθο διατακτικό :
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο Ένοχο του ότι: α) στη ... , την ...2017 περί ώρα 04:30 π.μ. με πρόθεση προξένησε σε άλλον και δη στον εγκαλούντα, Ρ. Τ. του Θ. , κάτοικο ... , σωματικές κακώσεις, με τρόπο που μπορούσαν να προκαλέσουν στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, επιτέθηκε αρχικά με ένα σκαμπό και στη συνέχεια με γροθιές κατά του ως άνω παθόντος με χτυπήματα στο κεφάλι προκάλεσε σε αυτόν σωματικές κακώσεις και συγκεκριμένα κάκωση ρινός και θλαστικό τραύμα ρινός - οφρύος, ο δε τρόπος με τον οποίο προκάλεσε τη σωματική βλάβη στον παραπάνω παθόντα, καθώς και το μέσο (σκαμπό) που χρησιμοποίησε, μπορούσαν να προκαλέσουν στον εγκαλούντα βαριά σωματική βλάβη, αφού του επιτέθηκε με βαρύ αντικείμενο και επανειλημμένες γροθιές σε ιδιαίτερα ευπαθές μέρος [του σώματός του και ειδικότερα στο κεφάλι, β) στον ίδιο τόπο και χρόνο με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για την ζωή του και βαριά σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, επιτέθηκε εναντίον του εγκαλούντα Χ. - Θ. Π. του Κ. , τον χτύπησε με ένα σπασμένο μπουκάλι μπύρας στην αριστερή μεριά του μετώπου και στο αριστερό μάτι και έπειτα τον χτύπησε με κεφαλιά στο ίδιο σημείο, προκαλώντας του κάταγμα κρανίου μετωπιαία αριστερά, με επέκταση στον αριστερό μετωπιαίο κόλπο, κάκωση μαλακών μορίων αριστερού οφθαλμού με παρουσία αέρα παρά του αριστερού βολβού, ο δε τρόπος μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για την ζωή του και βαριά σωματική βλάβη".
5. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται με όσα περιέχονται στο διατακτικό το Δικαστήριο σχετικά με την κρίση του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, διέλαβε την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω εγκληματικής πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και του συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 309-308 παρ.1α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς, ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει, έτσι, την απόφαση από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το άνω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, καθώς και η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που οδήγησαν το Δικαστήριο στην περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, προσδιορίζοντας συγκεκριμένα :α) τις σωματικές κακώσεις, κατά την έννοια του άρθρου 308 ΠΚ που τέλεσε στη ... , την ... 2017 περί ώρα 04:30 και συγκεκριμένα στον Ρ. Τ. κάκωση ρινός και θλαστικό τραύμα ρινός - οφρύος και στον Χ. - Θ. Π. κάταγμα κρανίου μετωπιαία αριστερά, με επέκταση στον αριστερό μετωπιαίο κόλπο, κάκωση μαλακών μορίων αριστερού οφθαλμού με παρουσία αέρα παρά του αριστερού βολβού, β) τον τρόπο με τον οποίο προξένησε στον Ρ. Τ. τις σωματικές κακώσεις που θα μπορούσαν να του προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη και συγκεκριμένα κτύπησε τον ανωτέρω αρχικά με ένα σκαμπό και στη συνέχεια με γροθιές κατά του παθόντος με χτυπήματα στο κεφάλι, γ) τον τρόπο με τον οποίο προξένησε στον Χ. - Θ. Π. τις σωματικές κακώσεις που θα μπορούσαν να του προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη και συγκεκριμένα τον χτύπησε με ένα σπασμένο μπουκάλι και στη συνέχεια με κεφαλιά στην αριστερή μεριά του μετώπου, δ) τα μέσα που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος ήτοι, σκαμπό, σπασμένο μπουκάλι αλλά και γροθιές με έντονο και επαναλαμβανόμενο τρόπο εναντίον των παθόντων- εγκαλούντων, σε καίρια σημεία του σώματος τους, ιδίως στο πρόσωπο τους.
6. Εξάλλου, η κρισιολογία του Δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, αλλά και των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν το πλημμέλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης για την οποία προβάλλει αιτίαση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, διατεινόμενος ότι δεν εκτιμήθηκαν σωστά τα αποδεικτικά μέσα, και ιδίως του μάρτυρα υπεράσπισης Π. Τ. σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας επικαλούμενος αντίθεση των αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης και διαφορετική αξιολόγηση αυτών, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως αναγομένη στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση επί της ουσίας. Τούτο διότι, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της αποφάσεως, είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση κάποιου αποδεικτικού μέσου προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου σχετικώς με την εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων, συνιστούν αμφισβήτηση των παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, σχετικώς με την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης και είναι απαράδεκτες.
7. Περαιτέρω προκύπτει ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι απλή επανάληψη της του διατακτικού αυτής διότι δεν πρόκειται για απλή παράθεση στο διατακτικό της νομοτυπικής μορφής του ως άνω εγκλήματος αλλά διαλαμβάνονται σε αυτό πραγματικά περιστατικά, ως ιστορικά γεγονότα, δηλαδή εξειδικευμένα κατά τα ατομικά και ιδιαίτερα αυτών γνωρίσματα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού ως προς αυτά, οπότε υπάρχει πληρότητα αιτιολογίας και δεν ήταν αναγκαία παράθεση επιπλέον περιστατικών στο σκεπτικό, ενόψει της πληρότητας και της αναλυτικής παράθεσης στο διατακτικό των γεγονότων που στοιχειοθετούν την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Επιπλέον το σκεπτικό περιλαμβάνει σκέψεις για μη χαρακτηρισμό των πράξεων του ως απλών σωματικών βλαβών (άρθρο 308 παρ.1 ΠΚ και της τέλεσής τους από δικαιολογημένη αγανάκτηση (άρθρο 308 παρ.4 ΠΚ).
8. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι.
9. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του Κ.Ποιν.Δ. , υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολομ. Α.Π. 3/2005, 1/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του Κ.Ποιν.Δ. , η οποία δεν άλλαξε με την κύρωση του νέου ΚΠΔ από 1.7.2019, "Στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Δεν εμποδίζεται όμως η επιβολή παρεπόμενης ποινής, που από παραδρομή δεν επιβλήθηκε, αν και σύμφωνα με τον νόμο έπρεπε υποχρεωτικά να επιβληθεί, ή η επιβολή μέτρου ασφάλειας προβλεπόμενου από τον Ποινικό Κώδικα." Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, δηλαδή, κυρίως, αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω διάταξης συνιστά υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 περ. δ' του ΠΚ, που ορίζει ότι: "Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιο της καθορίζεται ως εξής: α) ..., β)..., γ)..., δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της" και του άρθρου 85 περ. δ' του ΠΚ, που ορίζει ότι: "Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ... ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής: α) ..., β) ..., γ) ... και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή.", το δικαστήριο με την αποδοχή και δεύτερου ελαφρυντικού θα έπρεπε να μειώσει έτι περαιτέρω την επιβληθείσα από το πρωτόδικο δικαστήριο ποινή.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων αιτιάται, με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αναιρέσεως, την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, για το λόγο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέστησε χειρότερη τη θέση του, εφόσον από μία ποινή με αναστολή που του είχε επιβληθεί στο πρώτο βαθμό τον υπήγαγε σε μια ποινή χωρίς αναστολή δοθέντος ότι η χρηματική ποινή όχι μόνον δεν αναστέλλεται, αλλά εν προκειμένω επιπλέον δεν μπορεί να βεβαιωθεί στην Εφορία (Δ.Ο.Υ.) με αποτέλεσμα την οικονομική και ψυχική του εξουθένωση, καθόσον επί διαστήματος ωρών μέχρι να ευρεθεί το ποσόν της επιβληθείσας χρηματικής ποινής τελούσε σε καθεστώς κράτησης. Από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας ή μη του υπό κρίση λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κηρύσσοντας ένοχο τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή του επέβαλε ποινή συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Μετά την άσκηση εφέσεως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις των άρθρων 84 παρ. 2 α' και 133 του ΠΚ, του επέβαλε χρηματική ποινή πενήντα (50,00) ημερησίων μονάδων για κάθε παθόντα και συνολικά εβδομήντα πέντε (75) προς πέντε (05,00) ευρώ ανά ημερήσια μονάδα. Έτσι όμως που αποφάσισε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας κατέστησε την θέση του αναιρεσείοντα- κατηγορουμένου χειρότερη. Και τούτο διότι επέβαλε ποινή με μη ανασταλτικό αποτέλεσμα, ήτοι δυσμενεστέρα της πρωτόδικης ποινής που είχε ληφθεί με τριετή αναστολή.
Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι χειροτέρευση της θέσης του κατηγορούμενου αποτελεί και η επιβολή χρηματικής ποινής, αντί της ποινής φυλάκισης, όταν η εκτέλεση αυτής έχει ανασταλεί κατ' άρθρο 99 παρ.1 εδ. α του ΠΚ (ΑΠ 532/2022, ΑΠ 191/2021).
10. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά την εξουσία του, αφού επιβάλλοντας ποινή που υπερβαίνει σε μέγεθος και επιβάρυνση την επιβληθείσα με την πρωτόδικη - εκκαλούμενη απόφαση ποινή, κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται τα παραπάνω περί παραβίασης της παραπάνω διάταξης και ίδρυσης του προβλεπόμενου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' Κ.Ποιν.Δ. , λόγου αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη περί επιβολής ποινής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το άνω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519, 522 ΚΠΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Τέλος παρέλκει η εξέταση του πέμπτου λόγου αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 79 παρ.7 ΠΚ, λόγω του εύρους του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, που έγινε δεκτός.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθμό 816/29-9-2023 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, ως προς τη διάταξη της περί επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα για νέα επιμέτρηση αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την, από 9-2-2024 και με αριθμό εκθέσεως .../2024, αίτηση του Ε. Κ. του Σ. και της Δ. για αναίρεση της 816/29-9-2023 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ