ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 540/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 540/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 540/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 540 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 540/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη-Εισηγήτρια, Παναγιώτη Φιλόπουλο και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2026, προκειμένου να αποφανθεί για την δήλωση αποχής της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και Προέδρου του παρόντος Ποινικού Τμήματος Σταυρούλας Κουσουλού.

Η Εισαγγελέας εισήγαγε ενώπιον του Συμβουλίου τούτου τη με αριθμ. πρωτ. ...-2026 δήλωση αποχής της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και Προέδρου του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Σταυρούλας Κουσουλού, επί υποθέσεως που συζητήθηκε, ενώπιον του παρόντος Ποινικού Τμήματος, στις 3-2-2026 και με αριθμό εκθέματος 5β' υπόθεσης (Σε Συμβούλιο), με αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο τον Α. Ν. του Α.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μαρία Γκανέ εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παγώνας Ζάκκα με αριθμ. πρωτ. ...-2026, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 του ΚΠΔ, ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σε Συμβούλιο, την από 31-3-2026 δήλωση αποχής της Σταυρούλας ΚΟΥΣΟΥΛΟΥ, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, υποβληθείσα, προς την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου (έλαβε αριθμό γενικού πρωτοκόλλου ...-2026) και διαβιβασθείσα, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με το υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ...-2026 έγγραφο της Προέδρου του Αρείου Πάγου, και εκθέτω τα ακόλουθα :

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ΚΠΔ " 1. Εκτός από όσα ορίζονται ειδικά στον κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και στον κώδικα αυτόν, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Ο λόγος αποκλεισμού που οφείλεται στη σχέση από γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και στην αγχιστεία εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης. 2. Από την άσκηση των παραπάνω έργων σε ποινική υπόθεση αποκλείεται επίσης: α) όποιος αδικήθηκε από το έγκλημα, β) όποιος είναι σύζυγος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου ή εκείνου που αδικήθηκε από το έγκλημα ή συνδέεται με αυτούς με σύμφωνο συμβίωσης. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που κάποιος είναι συγγενής εξ αίματος με τα πρόσωπα αυτά σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και εκ πλαγίου έως και τον τέταρτο βαθμό ή συγγενής εξ αγχιστείας έως και το δεύτερο βαθμό. Ο λόγος αποκλεισμού που οφείλεται στη σχέση από γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και στην αγχιστεία εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης. Αποκλείεται επίσης εκείνος που είναι ή ήταν επίτροπος ή κηδεμόνας των ίδιων προσώπων ή που συνδέεται μαζί τους με υιοθεσία, γ) όποιος ήταν συνήγορος του κατηγορουμένου ή του υποστηρίζοντος την κατηγορία στην ίδια υπόθεση, δ) όποιος εξετάστηκε ως μάρτυρας ή γνωμοδότησε ως πραγματογνώμονας ή τεχνικός σύμβουλος στην ίδια υπόθεση, ε) ο ανακριτής, "στ. ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος ειδικά στη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκτός αν δεν είναι εφικτή η συγκρότηση του δικαστηρίου από άλλα πρόσωπα. 3. Ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις".

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 του ΚΠΔ "Όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους".

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 23 του ΚΠΔ "1. Κάθε δικαστικός λειτουργός που αναφέρεται στο άρθρο 14 οφείλει να δηλώσει αμέσως στον πρόεδρο του δικαστηρίου όπου υπηρετεί, τον γνωστό σε αυτόν λόγο για τον οποίο αποκλείεται ή εξαιρείται από τα καθήκοντά του σε ορισμένη υπόθεση, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15, με σκοπό να του επιτραπεί η αποχή. ........

2. Τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο οφείλουν να δηλώσουν με τον ίδιο τρόπο τυχόν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή τους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόμη και αν δεν υπάρχουν οι λόγοι της παρ. 1.

3. Η δήλωση αποχής πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.

4. Σε όλες τις περιπτώσεις του άρθρου αυτού το δικαστήριο συνεδριάζοντας ως συμβούλιο, αφού ακούσει τη γνώμη του εισαγγελέα, χωρίς την παρουσία διαδίκων, αποφασίζει αν εκείνος που υπέβαλε τη δήλωση πρέπει να απέχει ή όχι από την άσκηση των καθηκόντων του".

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ανωτέρω δήλωσή της προς την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, η Αντιπρόεδρος του Αρείου Σταυρούλα Κουσουλού εκθέτει ότι "Στην υπόθεση, με αριθμό εκθέματος 5β, της δικασίμου της 3ης Φεβρουάριου 2026 -Στ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο τον Ν. Α. του Α. , διαπιστώθηκε -μετά τη συζήτηση αυτής και κατά την διάσκεψη- ότι έχω κώλυμα συμμετοχής μου στη σύνθεση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου που πρόκειται να αποφανθεί επ' αυτής, διότι έχω εκδώσει την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση υπ' αρ. 501/2019 του Μονομελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών, κατά του ανωτέρω κατηγορούμενου και νυν αναιρεσείοντος, αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας.

Κατόπιν τούτου, πρέπει να μου επιτραπεί να απέχω της εκδίκασης της ανωτέρω υπόθεσης για λόγους ευπρεπείας (άρθρο 23 παρ. 1 ΚΠΔ), προς αποφυγή αμφιβολίας ως προς το αμερόληπτο της κρίσης μου".

Επειδή, υπό τα προεκτεθέντα δεδομένα, η υποβληθείσα δήλωση αποχής είναι νόμιμη και βάσιμη, κατά τα άρθρα 14 παρ. 1,3 και 23 του ΚΠΔ και πρέπει να γίνει δεκτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Προτείνω να γίνει δεκτή, η από 31-3-2026 δήλωση αποχής της Σταυρούλας ΚΟΥΣΟΥΛΟΥ, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, υποβληθείσα, προς την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου (έλαβε αριθμό γενικού πρωτοκόλλου ...-2026) και διαβιβασθείσα, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με το υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ...-2026 έγγραφο της Προέδρου του Αρείου Πάγου, και να επιτραπεί η αποχή της από την άσκηση των καθηκόντων της, ως Προέδρου της σύνθεσης του Στ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, επί της με αριθμό εκθέματος 5β υποθέσεως, που συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 3ης Φεβρουάριου 2026, στο ανωτέρω Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου και αφορά στην αναίρεση του Ν. Α. του Α. κατά της υπ' αριθμ. 501/2019 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.

Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΠΑΓΩΝΑ ΖΑΚΚΑ".

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 31-3-2026 με αριθμό πρωτ. ...-2026 δήλωση, η οποία απευθύνεται στην Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, η Αντιπρόεδρος του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Σταυρούλα Κουσουλού, δηλώνει ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας της επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων της, κατά την εκδίκαση της υπ` αριθμ. εκθ. 5β υπόθεσης που συζητήθηκε ενώπιον του Στ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου στη δικάσιμο της 3ης Φεβρουαρίου 2026 με αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο τον Α. Ν. του Α. Η δήλωση αυτή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως Συμβούλιο, κατά το άρθρο 23 παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ. και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.2 του ΚΠοινΔ, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου εκ των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, ως και του αναφερομένου στο επόμενο άρθρο 15 λόγου εξαίρεσης, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται, επίσης, και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Ο όρος "ευπρέπεια" περιέχει κρίση αντικειμενική. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρέπειας δεν είναι δυνατή γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά τέτοιοι λόγοι ευπρέπειας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές γι` αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από οτιδήποτε και απ` οποιονδήποτε διευρεύνησή της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη", καθώς και με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 εδ. β του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που ορίζει, ότι κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές [δικονομικές] εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο.

Άλλωστε, η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του κράτους δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες από αυτόν εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό αμερόληπτο δικαστή (ΑΠ 1226/2025, ΑΠ 1139/2024, ΑΠ 1381/2024, ΑΠ 642/2024, ΑΠ 1091/2023). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, καθίσταται σαφές ότι υπόνοια μεροληψίας μπορεί να προκληθεί και όταν ο δικαστής έχει επιληφθεί της εκδίκασης μιας υπόθεσης σε περισσότερα διαδικαστικά στάδια, όπως όταν, σε επίπεδο αναιρετικής διαδικασίας, ο ίδιος έχει συμπράξει σε στάδιο προγενέστερο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, όπως συμβαίνει όταν έχει συμπράξει στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, αφού έχει ήδη εκφράσει γνώμη στη συγκεκριμένη υπόθεση και είναι δυνατόν να τεθεί σε αμφιβολία, η αντικειμενική και ανεπηρέαστη διερεύνηση της υπόθεσης κατ' ελεύθερη και απροκατάληπτη κρίση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, ενώπιον του παρόντος ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που προεδρεύει η ως άνω δηλούσα δικαστική λειτουργός εκκρεμεί και έχει ήδη συζητηθεί υπό την προεδρία της, κατά τη δικάσιμο της 3ης Φεβρουαρίου 2026, η υπ' αρ. εκθ. κατ. ...-2025 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου Α. Ν. του Α. κατά της υπ' αριθ. 853/9-2-2024 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με την ανωτέρω δήλωση αποχής, η εν λόγω δικαστική λειτουργός Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου εκθέτει, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Στην υπόθεση, με αριθμό εκθέματος 5β, της δικασίμου της 3ης Φεβρουαρίου 2026 - ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο τον Ν. Α. του Α. , διαπιστώθηκε - μετά τη συζήτηση αυτής και κατά την διάσκεψη - ότι έχω κώλυμα συμμετοχής μου στη σύνθεση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που πρόκειται να αποφανθεί επ' αυτής, διότι έχω εκδώσει την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση υπ' αρ. 501/2019 του Μονομελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών, κατά του ανωτέρω κατηγορούμενου και νυν αναιρεσείοντος, αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας. Κατόπιν τούτου, πρέπει να μου επιτραπεί να απέχω της εκδίκασης της ανωτέρω υπόθεσης για λόγους ευπρεπείας (άρθρο 23 παρ.1 ΚΠΔ), προς αποφυγή αμφιβολίας ως προς το αμερόληπτο της κρίσης μου". Με βάση τα παραπάνω, που επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία της δικογραφίας, στην προκειμένη περίπτωση, ναι μεν δεν υπάρχει λόγος που να επιβάλλει ευθέως τον αποκλεισμό, κατ' άρθρο 14 ΚΠοινΔ, ή την εξαίρεση, κατ' άρθρο 15 ΚΠοινΔ, της εν λόγω δικαστικής λειτουργού από την άσκηση των καθηκόντων της στην ανωτέρω υπόθεση, υφίστανται όμως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 ΚΠοινΔ, που επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων της ως προεδρεύουσας κατά την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης. Επομένως, η κρινόμενη δήλωση αποχής πρέπει να γίνει δεκτή και, επειδή πρέπει να γίνει νέα συζήτηση της υπόθεσης χωρίς τη συμμετοχή της δηλούσας και να ορισθεί άλλος στη θέση αυτής, ώστε να εκδοθεί κανονικά απόφαση επί της συζητηθείσας ήδη υπόθεσης, συντρέχει ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση αναβολής της δίκης.

Συνεπώς, πρέπει, κατ' άρθρο 515 παρ. 1 ΚΠοινΔ, να αναβληθεί ταυτόχρονα η ήδη συζητηθείσα υπόθεση για να επανασυζητηθεί η αναίρεση σε νέα δικάσιμο, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με άλλο προεδρεύοντα στη σύνθεση του ίδιου Τμήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 31-3-2026 δήλωση αποχής της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σταυρούλας Κουσουλού.

ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ότι η ανωτέρω δικαστική λειτουργός πρέπει να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων της, ως προεδρεύουσας στη σύνθεση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, επί της υπ' αρ. εκθ. κατ. ...-2025 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου Α. Ν. του Α. κατά της υπ' αριθ. 853/9-2-2024 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία συζητήθηκε στη δικάσιμο της 3ης Φεβρουαρίου 2026, με αρ. εκθέματος 5β.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την ήδη συζητηθείσα ανωτέρω υπόθεση για να επανασυζητηθεί σε νέα δικάσιμο, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με άλλον προεδρεύοντα, προκειμένου να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετέχει η ανωτέρω Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Σταυρούλα Κουσουλού.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2026.

Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή