Απόφαση 541 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 541/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη - Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Ζ. του Κ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χρίστο Μυλωνόπουλο και Νικόλαο Αγαπηνό, για αναίρεση της υπ' αριθ. 85,87/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας - Β' Βαθμού.
Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας - Β' Βαθμού με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 21-1-2025 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 15-4-2025 και 7-10-2025, δύο (2), προσθέτους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η με αρ. πρωτ. .../2025 αίτηση του Ι. Ζ. του Κ. , κατοίκου ... , ασκηθείσα από τους έχοντες ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση πληρεξούσιους δικηγόρους Χρήστο Μυλωνόπουλο και Νικόλαο Αγαπηνό, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 21-1-2025 και οι από 15-4-2025 και 7-10-2025 πρόσθετοι λόγοι, που κατατέθηκαν ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, στις 15-4-2025 και 7-10-2025 αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 85,87/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας - Β' Βαθμού, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις α) της φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος κατ' εξακολούθηση (υποβολή ανακριβούς δήλωσης) στην οποία ο αναλογών στα αποκρυβέντα καθαρά εισοδήματα φόρος υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ ανά διαχειριστική περίοδο και β) της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση (ανακριβής απόδοση ΦΠΑ) στην οποία το ποσό του ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ ανά διαχειριστική περίοδο και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1, 2 και 3, 474 παρ. 4 και 509 του ΚΠοινΔ), είναι παραδεκτοί γιατί περιέχουν σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας , να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσία.
Ο Ν. 2523/1997 (αρθ.17,18,19), όπως και ο ν. 4174/2013 (αρθρο 66) αλλά και ο 5104/2024 (αρθρο 79) τυποποιούν ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος, β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατούμενων φόρων ή εισφορών και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων. Στα παραπάνω αδικήματα φοροδιαφυγής προσδίδει ο νόμος πλημμεληματική ή κακουργηματική μορφή, ανάλογα με το ύψος του αποκρυβέντος ή παρακρατηθέντος χρηματικού ποσού ή της αξίας των φορολογικών στοιχείων. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις, αδίκημα φοροδιαφυγής διαπράττει, όποιος με πρόθεση, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, αποκρύπτει από τα όργανα της φορολογικής διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα ιδίως παραλείποντας να υποβάλλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη και προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς, ή συμψηφίζει αυτούς, καθώς και όποιος εξαπατά τη φορολογική αρχή ή διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, τιμωρούμενος, στην κακουργηματική μορφή που ενδιαφέρει εν προκειμένου ..... γ) με κάθειρξη, αν το ποσό του φόρου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας και τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς. Το έγκλημα της φοροδιαφυγής, μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους, συγκεκριμένα δε είτε με την "παράλειψη υποβολής δήλωσης" είτε με την "υποβολή ανακριβούς δήλωσης". Επομένως, πρόκειται για ένα έγκλημα σωρευτικά μικτό, στην αντικειμενική υπόσταση του οποίου τυποποιούνται δύο τρόποι τέλεσης, μία παράλειψη (η μη υποβολή φορολογικής δήλωσης) και μία θετική ενέργεια (η υποβολή ανακριβούς δήλωσης). Με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης μεταβάλλεται η πραγματική κατάσταση και έτσι το Ελληνικό Δημόσιο παρεμποδίζεται να λάβει γνώση της αλήθειας, η οποία του αποκρύπτεται. Για την υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, υπό τις προαναφερθείσες μορφές του, απαιτείται να συντρέχει δόλος του δράστη, που να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, δηλαδή τόσο τους τρόπους τέλεσης (είτε τη μη υποβολή, είτε την υποβολή ανακριβούς δήλωσης), όσο και το σκοπό του αυτουργού (ειδικό δόλο) να αποφύγει ο ίδιος την πληρωμή του αναλογούντος φόρου. Ειδικότερα, από τη χρήση της λέξης "προκειμένου" στο κείμενο του νόμου, συνάγεται ότι στις περιπτώσεις αυτές διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και, συγκεκριμένα, θα πρέπει με τις πράξεις της αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος και μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης φόρου προστιθέμενης αξίας, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας την αποφυγή της πληρωμής του αντίστοιχου οφειλόμενου φόρου. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων και δεν στοιχειοθετείται το ως άνω αδίκημα ( ΑΠ 507/2023, ΑΠ 1154/2022, ΑΠ 456/2022, ΑΠ 503/2022, ΑΠ 983/2021).
Εξάλλου, το παραπάνω αδίκημα, ενόψει του ότι ο νόμος δεν διακρίνει, τελείται και όταν ο προσδιορισμός του αποκρυβέντος εισοδήματος, επί του οποίου οφείλεται φόρος εισοδήματος ή ΦΠΑ, γίνεται εξωλογιστικά, αφού και ο εξωλογιστικός προσδιορισμός αποτελεί νόμιμο τρόπο υπολογισμού των εισοδημάτων, όταν είναι αδύνατος ο έλεγχος των φορολογικών βιβλίων, τα οποία δεν έχουν προσκομισθεί, δεδομένου ότι η απόκρυψη των εισοδημάτων, των οποίων έγινε τεκμαρτός προσδιορισμός, ακριβώς σε αυτό αποσκοπεί, ήτοι στην αποφυγή καταβολής φόρου εισοδήματος ή απόδοσης του ΦΠΑ.
Στην περίπτωση του εξωλογιστικού προσδιορισμού εκτιμάται, ότι έχουν επιτευχθεί πραγματικά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και έχουν πραγματοποιηθεί πραγματικές πωλήσεις και έχουν ληφθεί από τον επιτηδευματία για να αποδοθούν πραγματικά ποσά. Ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των εισοδημάτων και η επί τη βάσει αυτού πραγματοποιούμενη επιβολή φόρου εισοδήματος ΦΠΑ δεν αποτελεί κύρωση, αλλά σύννομο τρόπο προσδιορισμού αυτών, υπαγόμενο στο πραγματικό των ανωτέρω νόμων, λαμβανομένου υπ' όψη, ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης των ελεγχομένων αδικημάτων είναι το πραγματικό γεγονός της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης των σχετικών φόρων, με συνέπεια ο τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης (λογιστικά ή εξωλογιστικά) να μην αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για το αξιόποινο της συμπεριφοράς (ΑΠ 456/2022, ΑΠ 1154/2022, ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 1992/2017). Τέλος, η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι έχει παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί ο σχετικός φόρος, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος-οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ. 356/1974) ανακοπή, για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου (ΑΠ 77/2025, ΑΠ 637/2022, ΑΠ 456/2022, ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 743/2020, ΑΠ 1589/2016, ΑΠ 253/2013). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντ. και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ.ΑΠ 3/2012). Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασής του, με αρ. 85,87/2024, το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας - Β' Βαθμού, που καταδίκασε, τον αναιρεσείοντα για τα αδικήματα της α) της φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος κατ'εξακολούθηση στην οποία ο αναλογών στα αποκρυβέντα καθαρά εισοδήματα φόρος υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ ανά διαχειριστική περίοδο και β) της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση δια της ανακριβούς απόδοσης ΦΠΑ στην οποία το ποσό του ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ ανά διαχειριστική περίοδο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που λεπτομερώς κατ` είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως και 31-12-2007, ο κατηγορούμενος Ζ. Ι. , ήταν Πρόεδρος και Διεύθυνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη ξενοδοχειακή εταιρία Σιδάρι Βίλατζ" με αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την παροχή ξενοδοχειακών και τουριστικών υπηρεσιών, μετοχικό κεφάλαιο διηρημένο σε 130.886 μετοχές, εκ των οποίων ο κατηγορούμενος κατείχε το 99%. Από την 21-1-2008 Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, ορίστηκε, ο έως τότε, υπάλληλος της επιχείρησης Α. Π.
Στην συνέχεια, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της ... εντολής, ειδικό συνεργείο ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, μετά από νομότυπες κοινοποιήσεις προσκλήσεων ελέγχου, στην έδρα της ως άνω εταιρίας, μετέβη στην επιχείρηση για διενέργεια φορολογικού ελέγχου, ωστόσο η ελεγχόμενη επιχείρηση μέχρι και την 21-12-2015, δεν έθεσε στη διάθεση, της ελεγκτικής υπηρεσίας τα ζητηθέντα βιβλία, ούτε γνωστοποίησε αν αυτά φυλάσσονται σε άλλο τόπο και αν θα τα επιδείξει σε άλλη ημερομηνία. Για τον λόγο αυτό δεν στάθηκε δυνατή η επαλήθευση βάσει των βιβλίων και στοιχείων της επιχείρησης για τις χρήσεις 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007.
Κατόπιν τούτων τα ως άνω αρμόδια ελεγκτικά όργανα λαμβάνοντας υπόψη όσα διαθέσιμα στοιχεία υπήρχαν και ειδικότερα, τις υποβληθείσες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, τους ισολογισμούς την γενική εκμετάλλευση και τα αποτελέσματα χρήσεων όπου απεικονίζεται η έκταση της συναλλακτικής δράσης και οι συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης οι αγορές οι πωλήσεις, το ύψος των κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί το ποσό των δανείων και των πιστώσεων το ποσό των δαπανών των εξόδων διαχείρισης, τις υποβληθείσες εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ, τις παραβάσεις ΚΒΣ που είχε στο αρχείο της, τα θεωρηθέντα βιβλία και στοιχεία, τις καταστάσεις προμηθευτών και πελατών, προχώρησε σε εξωλογιστικό πρσδιορισμό καθαρών κερδών κατ' άρθρο 32 του Ν. 2238/1994, για τις διαχειριστικές περιόδους από 1-1-2003 έως 31-12-2003, 1-1-2004 έως 31-12-2004, 1-1-2005 έως 31-12-2005, 1-1-2006 έως 31- 12-2006 και 1-1-2007 έως 31-12-2007. Κατά τις διαχειριστικές αυτές περιόδους, όπως προαναφέρθηκε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατείχε το 99% του μετοχικού κεφαλαίου, επομένως ήταν και ο πραγματικός εκμεταλλευτής της επιχείρησης, στην συνέχεια δε, δηλαδή καθό χρόνο διενεργήθηκε φορολογικός έλεγχος της επιχείρησή του, ελέγχοντας ο ίδιος το σύνολο σχεδόν του μετοχικού κεφαλαίου, όρισε εκπρόσωπο της εταιρίας των υπάλληλό του. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι υπό την άνω ιδιότητά του, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα κατ' εξακολούθηση εγκλήματα δηλαδή, αφενός κατ' εξακολούθηση απέκρυψε καθαρά εισοδήματα της ανωτέρω εταιρείας, υποβάλλοντας ανακριβείς δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, αφετέρου με σκοπό την αποφυγή καταβολής ΦΠΑ κατ'εξακολούθηση υπέβαλλε αναληθείς δηλώσεις ΦΠΑ.
Συγκεκριμένα:
I. Το έτος 2004, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, υπέβαλε ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος της προαναφερόμενης εταιρείας, για τη διαχειριστική περίοδο από 01/01/2003 έως 31/12/2003 (οικονομικό έτος 2004), αποκρύπτοντας εισοδήματα ύψους ενός εκατομμυρίου ενενήντα μίας χιλιάδων εξακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (1.091.659,64 €), αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο την καταβολή φόρου συνολικού ποσού εκατόν ενενήντα μίας χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (191.772.83 €).
II. Το έτος 2005, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του υπέβαλε ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος της προαναφερόμενης εταιρείας για τη διαχειριστική περίοδο από 01/01/2004 έως 31/12/2004 (οικονομικό έτος 2005), αποκρύπτοντας εισοδήματα ύψους πεντακοσίων ενενήντα τεσσάρων χιλιάδων και οκτακόσιων εννέα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (594.809,98 €), αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο την καταβολή φόρου συνολικού ποσού εκατόν εβδομήντα έξι χιλιάδων είκοσι δύο ευρώ και δώδεκα λεπτών (176.022,12 €).
Αναφορικά με τον σκοπό του να αποφύγει την απόδοση ΦΠΑ, αποδείχθηκε ότι,
I. Κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/1/2003 έως 31/12/2003 υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, υπέβαλε αναληθείς δηλώσεις φόρου προστιθέμενης αξίας, με αποτέλεσμα να αποφύγει την καταβολή τέτοιου φόρου ποσού εκατόν σαράντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (148.584,35 €).
II. Κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/1/2004 έως 31/12/2004 υπό ανωτέρω ιδιότητά του, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, υπέβαλε αναληθείς δηλώσεις φόρου προστιθέμενης αξίας, με αποτέλεσμα να αποφύγει την καταβολή τέτοιου φόρου ποσού εκατόν πενήντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα ενός ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (153.531,39 €).
III. Κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/1/2005 έως 31/12/2005 υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, υπέβαλε αναληθείς δηλώσεις φόρου προστιθέμενης αξίας, με αποτέλεσμα να αποφύγει την καταβολή τέτοιου φόρου ποσού εκατόν δεκατεσσάρων χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (114.276,68 €). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώος, επειδή κατά τη διενέργεια του ελέγχου στην επιχείρησή του, είχε παραγραφεί το δικαίωμα του Δημοσίου για έκδοση οιασδήποτε φορολογικής πράξης εις βάρος του αναφορικά με τις ελεγχθείσες χρήσεις λόγω παρόδου της προβλεπόμενης στο άρθρο 84 ΚΦΕ πενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου έληξε η προθεσμία για την επίδοση της οικείας δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος, δεν έχει έννομη επιρροή στο αξιόποινο του αδικήματος, διότι α) στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης των ελεγχομένων αδικημάτων είναι το πραγματικό γεγονός της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης των σχετικών φόρων, με συνέπεια ο τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης (λογιστικά ή εξωλογιστικά) να μην αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για το αξιόποινο της συμπεριφοράς, β) οι επικαλούμενες πράξεις της φορολογικής διοίκησης είναι ισχυρές, εφόσον δεν έχει χωρίσει ακύρωση αυτών με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία. Ειδικότερα, το επικαλούμενο από τον κατηγορούμενο απαράδεκτο της εναντίον του, ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 1, 3 του Ν. 4174/2014 και 55Α παρ. 1 του ΚΦΔ, του δικαιώματος του Δημοσίου για έκδοση οιασδήποτε φορολογικής πράξης εις βάρος του αναφορικά με την ελεγχθείσες χρήσεις των ετών 2003 έως και 2007, λόγω παρόδου πενταετίας από τις χρήσεις αυτές μέχρι τη διενέργεια των φορολογικών ελέγχων και την έκδοση σε βάρος του των πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ, δεν έχει καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο του ένδικου εγκλήματος, αφού οι επικαλούμενες πράξεις της φορολογικής διοίκησης είναι ισχυρές, εφόσον δεν έχει χωρήσει ακύρωση αυτών με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία .... ο δε κατηγορούμενος δεν επικαλείται άσκηση προσφυγής των πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος. Ως εκ τούτου ορθώς για την άσκηση σε βάρος του ποινικής δίωξης ελήφθησαν υπόψη οφειλόμενα στο ελληνικό δημόσιο ποσά, τα οποία αποδείχθηκε πως ο ίδιος απέκρυψε, υπολογίζοντάς τα, τα ελεγκτικά όργανα, με εξωλογιστικά προσδιορισμό, αλλά και με βάση εικονικά τιμολόγια. Επίσης, ο αρνητικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το ύψος του οφειλομένου ΦΠΑ και του εισοδήματος δεν αντιστοιχούν σε πραγματικά ποσά και παροχή υπηρεσιών, αφού προσδιορίστηκαν εξωλογιστικά με συνέπεια να μην προσδιορίζεται η πραγματική οφειλή και να λείπει η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Ειδικότερα, όπως από την αναγνωσθείσα έκθεση ελέγχου αποδείχθηκε και προαναφέρθηκε, δεν κατέστη δυνατή η ελεγκτική επαλήθευση και ο λογιστικός έλεγχος των στοιχείων εταιρείας τους ένδικους χρόνους (ώστε να μη χωρήσει εις βάρος του ο εξωλογιστικός έλεγχος), διότι, αν και αναζητήθηκε ο εκπρόσωπος δεν βρέθηκε να επιδείξει τα βιβλία της επιχείρησης και να τα διαθέσει προς έλεγχο. Τούτο δε, είχε ως αποτέλεσμα, να προσδιοριστούν τα ως άνω ποσά εξωλογιστικά, μέθοδος που, όπως αναφέρεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη συνιστά νόμιμο τρόπο περαίωσης του ελέγχου. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να τονιστεί ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας κατά τη διενέργεια ελέγχου δεν ήταν άλλος από τον υπάλληλο του κατηγορουμένου, όπως προηγουμένως εκτέθηκε.
Τέλος, πρέπει ν' απορριφθεί και ο προβληθείς αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, που πρόβαλε ο κατηγορούμενος δια του ως άνω συνηγόρου του, συνιστάμενος στην έλλειψη δόλου του, υπό την επίκληση του ότι στην πραγματικότητα μόνος διαχειριστής και εκτελεστής κάθε νομικής και υλικής πράξης, αναγκαίας για την λειτουργία της επιχειρήσεως ήταν ο ως άνω υπάλληλός του, και ο λογιστής ο οποίος είχε στην κατοχή του τα βιβλία της εταιρίας. Αποδείχθηκε ωστόσο, ότι ο ' ίδιος ο κατηγορούμενος πάντα γνώριζε την πορεία των υποθέσεων της εταιρίας του, επρόκειτο δε για έμπειρο επιχειρηματία, ο οποίος μάλιστα όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες υπεράσπισής του, σε διάστημα μικρότερο από μία δεκαετία και μέχρι την ηλικία των 28 ετών είχε καταφέρει να ιδρύσει περισσότερες από δέκα ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Γνωρίζοντας όμως τις ευθύνες του, απέφευγε την επαφή του με την Δ.Ο.Υ. , η οποία αναζήτησε συστηματικά τον εκπρόσωπο, για την προσκόμιση των βιβλίων και στοιχείων, όπως αυτά προκύπτουν από την έκθεση ελέγχου. Ενόψει αυτού, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε με ασφαλιστικά μέτρα κατά του λογιστή του, τα οποία κατέθεσε του έτος 2011 την επίδειξη των βιβλίων και στοιχείων εταιριών του, δεν οδηγεί το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση περί του δόλου του. Επομένως, απορριπτόμενων όλων των αντίθετων ισχυρισμών του, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα, στο διατακτικό διαλαμβανόμενα".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των αξιόποινων πράξεων α) της φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος κατ' εξακολούθηση στην οποία ο αναλογών στα αποκρυβέντα καθαρά εισοδήματα φόρος υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ ανά διαχειριστική περίοδο και β) της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση δια της ανακριβούς απόδοση ΦΠΑ στην οποία το ποσό του ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ ανά διαχειριστική περίοδο και του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, με το ακόλουθο διατακτικό:
"Κηρύσσει τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Ι. Ζ. του Κ. και της Κ. , που γεννήθηκε στην Αθήνα, στις .../1973 και κατοικεί στους ... -οδός ... ένοχο του ότι στην Κέρκυρα και στους παρακάτω αναλυτικά αναφερόμενους χρόνους, υπό την ιδιότητά του ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΙΔΑΡΙ ΒΙΛΑΤΖ", προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα κατ' εξακολούθηση εγκλήματα δηλαδή, αφενός κατ' εξακολούθηση απέκρυψε καθαρά εισοδήματα της ανωτέρω εταιρείας, υποβάλλοντας ανακριβείς δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, αφετέρου με σκοπό την αποφυγή καταβολής ΦΠΑ κατ' εξακολούθηση υπέβαλλε αναληθείς δηλώσεις ΦΠΑ.
Ειδικότερα :
I. Το έτος 2004, υπό την ανωτέρω Ιδιότητά του, υπέβαλε ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος της προαναφερόμενης εταιρείας, για τη διαχειριστική περίοδο από 01/01/2003 έως 31/12/2003 (οικονομικό έτος 2004), αποκρύπτοντας εισοδήματα ύψους ενός εκατομμυρίου ενενήντα μίας χιλιάδων εξακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (1.091.559,64 €), αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο την καταβολή φόρου συνολικού ποσού εκατόν ενενήντα μίας χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (191.772.83 €).
II. Το έτος 2005, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του υπέβαλε ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος της προαναφερόμενης εταιρείας για τη διαχειριστική περίοδο από 01/01/2004 έως 31/12/2004 (οικονομικό έτος 2005), αποκρύπτοντας εισοδήματα ύψους πεντακοσίων ενενήντα τεσσάρων χιλιάδων και οκτακόσιων εννέα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (594.809,98 €), αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο την καταβολή φόρου συνολικού ποσού εκατόν εβδομήντα έξι χιλιάδων είκοσι δύο ευρώ και δώδεκα λεπτών (176.022,12 €).
Β. Στην Κέρκυρα και στους παρακάτω αναλυτικά αναφερόμενους χρόνους, υπό την ιδιότητα του ως Πρόεδρός και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΙΔΑΡΙ ΒΙΛΑΤΖ", προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας, υπέβαλε ανακριβείς δηλώσεις του ανωτέρω φόρου και δεν απέδωσε ο πραγματικά οφειλόμενο ποσό.
Συγκεκριμένα
I. Κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/1/2003 έως 31/12/2003 υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, υπέβαλε αναληθείς δηλώσεις φόρου προστιθέμενης αξίας, με αποτέλεσμα να αποφύγει την καταβολή τέτοιου φόρου ποσού εκατόν σαράντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (148.584,35 €).
II. Κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/1/2004 έως 31/12/2004 υπό ανωτέρω ιδιότητά του, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, υπέβαλε αναληθείς δηλώσεις φόρου προστιθέμενης αξίας, με αποτέλεσμα να αποφύγει την καταβολή τέτοιου φόρου ποσού εκατόν πενήντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα ενός ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (153.531,39 €).
III. Κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/1/2005 έως 31/12/2005 υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, υπέβαλε αναληθείς δηλώσεις φόρου προστιθέμενης αξίας, με αποτέλεσμα να αποφύγει την καταβολή τέτοιου φόρου ποσού εκατόν δεκατεσσάρων χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (114.276,68 €)".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής με την ειδικότερη μορφή της απόκρυψης από τη φορολογική διοίκηση καθαρών εισοδημάτων με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης, όπου ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα καθαρά εισοδήματα υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και της ανακριβούς απόδοσης του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), όπου το ποσό που δεν έχει αποδοθεί υπερβαίνει ανά διαχειριστικό έτος το ποσό των εκατό χιλιάδων ( 100.000) ευρώ για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων αυτών, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαραταθείσες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 περ. β', 20, παρ. 1 στοιχ. β', 21 του Ν. 2523/1997 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14,16,17, 18, 26 εδ. α', 27, 94,98 του Π.Κ. και άρθρο 66 παρ.1 α', β' και 4, 67 παρ.1 α', 68,69 και 71 του ν. 4174/2013 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, προσδιορίζονται στην προβαλλόμενη απόφαση η ιδιότητα του αναιρεσείοντος δηλαδή αυτή του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΙΔΑΡΙ ΒΙΛΑΤΖ, υπό την οποία (ιδιότητα) αυτός ήταν υπόχρεος για την υποβολή των σχετικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και της απόδοση του Φ.Π.Α. , καθώς και το ύψος του αναλογούντος φόρου στα αποκρυβέντα καθαρά εισοδήματα που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και ανέρχεται αντίστοιχα για το έτος 2004 στο ποσό των 191.772,83 ευρώ και για το έτος 2005 στο ποσό των 176.022,12 ευρώ, όπως και το ύψος του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2003 έως 31-12-2003 και από 1-1-2004 έως 31-12-2004, που δεν αποδόθηκε στο Δημόσιο και υπερβαίνει το ποσό ανά διαχειριστικό έτος των 100.000 ευρώ, ανερχόμενο αντίστοιχα στα ποσά των 148.584,35 και 153.531,39 ευρώ. Ακόμη, διαλαμβάνεται επαρκής αιτιολογία, ως προς τον υπερχειλή δόλο του αναιρεσείοντος, αφού η δολία προαίρεση αυτού, συνιστάμενη στην αποφυγή εκπλήρωσης των φορολογικών του υποχρεώσεων προς καταβολή των ανωτέρω ποσών, καταδεικνύεται από το ότι, σύμφωνα με τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτός τέλεσε τις εν λόγω πράξεις με πρόθεση και, μάλιστα, προκειμένου, δηλαδή με το σκοπό, να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο του άνω φόρου και του φόρου προστιθέμενης αξίας, γνωρίζοντας τις εν λόγω υποχρεώσεις του, δεδομένου ότι προέρχονταν από την ανώνυμη εταιρεία, που νομίμως εκπροσωπούσε οι παραδοχές δε αυτές ασφαλώς εμπεριέχουν την επιλήψιμη επιδίωξη αποφυγής πληρωμής των προεκτεθέντων φόρων και εξειδικεύουν ρητά και με σαφήνεια το γεγονός της ενδιάθετης βούλησης (σκοπού) του αναιρεσείοντος να αποφύγει την πληρωμή αυτών. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος του από 15-4-2025 δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο βάλλεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του σκοπού αποφυγής πληρωμής φόρου είναι αβάσιμος. Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αναίρεσης και τον τέταρτο λόγο του από 15-4-2025 δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων για την τέλεση των ως άνω αδικημάτων, για το λόγο ότι ο προσδιορισμός του ύψους του ποσού από την αρμόδια φορολογική αρχή που έγινε με εξωλογιστικό προσδιορισμό, είναι παράνομος και άκυρος, αφού αυτός έγινε σε χρόνο που η σχετική δυνατότητα του Ελληνικού Δημοσίου είχε παραγραφεί. Και οι ανωτέρω όμως λόγοι κρίνονται αβάσιμοι, αφού η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αμφισβήτηση της νομιμότητος και εγκυρότητος των πράξεων της φορολογικής αρχής χωρίς όμως να έχει χωρήσει και ακύρωση αυτών με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία, δεν έχει καμία έννομη επιρροή, στην προκείμενη ποινική δίκη και στο αξιόποινο των ενδίκων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής με τη μορφή της απόκρυψης καθαρών εισοδημάτων και ανακριβούς απόδοσης Φ.Π.Α. (ΑΠ 456/2022, ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 743/2020) η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, αιτιολογείται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία ως προς τη νομιμότητα του εξωλογιστικού προσδιορισμού, ο οποίος δεν αποτελεί κύρωση, αλλά σύννομο τρόπο προσδιορισμού φόρων, λαμβανομένου υπ' όψη, ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης των ελεγχομένων αδικημάτων είναι το πραγματικό γεγονός της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης των σχετικών φόρων, με συνέπεια ο τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης (λογιστικά ή εξωλογιστικά) να μην αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για το αξιόποινο της συμπεριφοράς (ΑΠ 77/2025, ΑΠ 456/2022, ΑΠ 1154/2022, ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 1992/2017). Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο και τον πρώτο λόγο του από 7-10-2025 δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με την ειδικότερη αιτίαση ότι καταδικάστηκε παρά την έλλειψη πράξης εκ μέρους του, καθόσον τον χρόνο που έγινε ο επίδικος εξωλογιστικός προσδιορισμός ο ίδιος είχε πάψει να έχει την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ελεγχόμενης ανωνύμου εταιρίας και ως εκ τούτου η μη επίδειξη των σχετικών βιβλίων στην φορολογική αρχή δεν μπορεί να χρεωθεί σε αυτόν. Και ο λόγος αυτός όμως είναι αβάσιμος αφού κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης η ευθύνη του αναιρεσείοντος προκύπτει το μεν από την ιδιότητα του πρόεδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ελεγχόμενης ανωνύμου εταιρίας τις διαχειριστικές περιόδους 2004, 2005, που γεννήθηκαν τα επίδικα χρέη, το δε από την εν τοις πράγμασι άσκηση εξουσιών και αρμοδιοτήτων που αντιστοιχούν στις ανωτέρω ιδιότητες και θέσεις και κατά τον χρόνο του φορολογικού ελέγχου, αφού ναι μεν από 21-1-2008 πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ορίστηκε ο υπάλληλος της επιχείρησης Α. Π. , πλην όμως τον ανωτέρω όρισε ο αναιρεσείων, ο οποίος έλεγχε ο ίδιος το σύνολο σχεδόν του μετοχικού κεφαλαίου και πάντα γνώριζε την πορεία των υποθέσεων της εταιρίας, με συνέπεια να συντρέχει στο πρόσωπό του η περίπτωση της εν τοις πράγμασι διοίκησης της εν λόγω εταιρίας που δημιουργεί αντίστοιχη υποχρέωση ευθύνης του κατά τις παρ.1α και 4 του άρθρου 67 του ν. 4174/2013 ήδη άρθρο 80 παρ.1α και 4 του ν. 5104/2024.
Περαιτέρω η προβαλλόμενη με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση τον καταδίκασε χωρίς να εφαρμόσει τις ευμενέστερες διατάξεις του άρθρου 66 παρ.5 του ν. 4337/2015, σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι εικονικό για το λήπτη το παραστατικό, όταν η εικονικότητα περιορίζεται στο πρόσωπο του εκδότη, είναι αβάσιμη, στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού εν προκειμένου ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για τις πράξεις της φοροδιαφυγής με την μορφή της ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και της ανακριβούς απόδοσης ΦΠΑ και όχι για έκδοση, λήψη ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, οπόταν θα μπορούσε να έχει εφαρμογή η ως άνω διάταξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 362 και 367 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι διαδικαστικά έγγραφα ή αναφέρονται διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, καθώς και παραβίαση των περί δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και κατ` αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο του από 15-4-2025 δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και παραβίαση της δημοσιότητας, επειδή όπως κατά πιστή μεταφορά αναφέρεται "... στην υπό κρίση υπόθεση από την απλή ανάγνωση των πρακτικών προκύπτει (ορ. σελ. 39 της προσβαλλομένης) ότι το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του την υπ' αριθ. ...2014 εντολή ελέγχου. Εν τούτοις το εν λόγω έγγραφο, μολονότι αναφέρεται ρητώς στο σκεπτικό της απόφασης, εν τούτοις δεν αναγνώστηκε, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στον αναλυτικό κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων". Ο ανωτέρω λόγος όμως είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, καμία αναφορά στο σκεπτικό αυτής δεν γίνεται στην ως άνω αναφερόμενη με αρ. ...2014 εντολή ελέγχου. Η μόνη αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης σε εντολή ελέγχου είναι στη σελίδα 44 αυτής όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά ....δυνάμει της ... εντολής, ειδικό συνεργείο ελέγχου......μνεία δε της ως άνω εντολής ελέγχου γίνεται στην αναγνωσθείσα σχετική έκθεση ελέγχου. Σύμφωνα με τον κανόνα "ne bis in idem", ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της ίδιας πράξης, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 του Κ.Ποιν.Δ. αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής δίωξης, όταν αυτή ασκηθεί μία φορά. Η αρχή αυτή προβλέπεται από τον ημεδαπό νομοθέτη, με την διάταξη του άρθρου 57 του Κ.Ποιν.Δ. , θεσπίστηκε δε και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987 (Φ.Ε.Κ. 89/12-6-1987, τεύχος πρώτο), σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικαστεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού".
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του 7ου Πρωτοκόλλου, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του ημεδαπού ποινικού δικαίου, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, όταν ο υπαίτιος παράνομης πράξης τιμωρείται ποινικώς από το αρμόδιο δικαστήριο, αλλά και πειθαρχικώς ή διοικητικώς από το αρμόδιο όργανο, δηλαδή η επιβολή, για την ίδια πράξη, διοικητικού προστίμου ή άλλης διοικητικής ποινής, δεν εμποδίζει και την επιβολή ποινικής κύρωσης από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο. Και τούτο διότι οι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος περί φοροδιαφυγής, δεν συνιστούν ποινή του ποινικού δικαίου που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την ποινή, δηλαδή την γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλά έχει χαρακτήρα διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα-υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των Διοικητικών Δικαστηρίων-και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της είσπραξης εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων φορολογικής διαδικασίας, καθιστώντας την παράβαση οικονομικά ασύμφορη. Δηλαδή τα εν λόγω διοικητικά πρόστιμα όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό τους στην ελληνική νομοθεσία αλλά και κατά τη φύση και το χαρακτήρα τους διαφέρουν από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως. Επιβάλλονται, ειδικότερα, για την αντιστάθμιση των συνεπειών συμπεριφορών, που συνιστούν παραβίαση διοικητικής φύσεως υποχρεώσεων κάθε συναλλασσόμενου, της καταβολής δηλαδή προς το Δημόσιο των οφειλόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων, που έχουν μάλιστα ταυτοχρόνως και τον χαρακτήρα πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αντιστάθμιση συνίσταται στην αναπλήρωση των ποσών, την καταβολή των οποίων αποφεύγει με την παράνομη συμπεριφορά του ο υπόχρεος, με ανάλογη προς τα άνω αναπροσαρμογή τους, για την κάλυψη όλων των εντεύθεν δαπανών, στις οποίες προβαίνει το κράτος για τον εντοπισμό των συμπεριφορών αυτών, που, από τη φύση τους, είναι δυσχερώς εντοπίσιμες αλλά που επιτρέπουν την προσπόριση σημαντικών οικονομικών ωφελημάτων σε εκείνον που τις επιχειρεί επιτυχώς. Άλλωστε οι προβεπόμενες στο νόμο περί φοροδιαφυγής ποινές για το ποινικό αυτό αδίκημα συνίστανται, σε στέρηση της ελευθερίας του δράστη(φυλάκιση ή κάθειρξη) και ουδόλως μπορούν να συγκριθούν με τις χρηματικές κυρώσεις που προβλέπονται ως διοικητικές κυρώσεις από τις οικείες διατάξεις (ΑΠ 935/2023, ΑΠ 1365/2022, ΑΠ 1762/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με δεύτερο λόγο του από 7-10-2025 δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης και κατ' εκτίμηση των περιεχομένων σ' αυτόν, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αφού με την καταδίκη του για τις ανωτέρω πράξεις παραβιάστηκε η αρχή του ne bis in idem, καθόσον για τις ίδιες πράξεις επιβλήθηκαν σε βάρος της εταιρίας που εκπροσωπούσε υπέρογκες φορολογικές επιβαρύνσεις και πρόστιμα. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν αμέσως παραπάνω οι ανωτέρω φορολογικές επιβαρύνσεις και πρόστιμα δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου δεν ανακύπτει θέμα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem.
Η επιβαλλομένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ , αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων: α) κατά το άρθρο 84 παρ.2 περ. β' του Π.Κ. , το ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια. Για τη στοιχειοθέτηση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ130/2017). Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 295/2015). Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 988/2019, ΑΠ 1156/2019, ΑΠ 453/2016) και β) κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ. , το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για να συντρέξει δε η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ. , η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ισχύοντος Π.Κ. προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτησή του. Εν όψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, προέβαλε αυτοτελείς ισχυρισμούς για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 β' και ε' του Π.Κ.
Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, επί λέξει, τα ακόλουθα :
"Στην προκειμένη περίπτωση, ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί αναγνώρισης ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 β' του ΠΚ, είναι απορριπτέος, διότι όπως αποδείχθηκε ο εκκαλών απέκρυψε εισοδήματα της εταιρίας του και δεν πλήρωσε τους φόρους που αναλογούσαν στα κέρδη της, με σκοπό να επεκτείνει όλο και περισσότερο τις επιχειρήσεις του και να επαυξάνει τα κέρδη του σε βάρος του ελληνικού δημοσίου, αφού δεν επρόκειτο για έναν εκπρόσωπο εταιρίας που δεν αποκόμιζε οικονομικά οφέλη από αυτή, αλλά για τον ίδιο τον κύριο και σχεδόν μοναδικό μέτοχό της. Τούτο, ενισχύεται από το γεγονός ότι από την ηλικία των είκοσι ετών μέχρι και τα είκοσι οκτώ του περίπου, ενώ μάλιστα ήταν φοιτητής, ίδρυσε περισσότερες από δέκα μεγάλες τουριστικές επιχειρήσεις (ξενοδοχεία). Προφανώς δε, κατά τα έτη 2003 έως και 2007 δεν βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, αντίθετα συνέχισε να επεκτείνεται επιχειρηματικά, το γεγονός δε ότι δεν κατάφερε να πωλήσει ένα από τα ξενοδοχεία του σε μεγάλη εταιρία που κατέρρευσε οικονομικά το 2008, ήταν κάτι που όφειλε να το αναμένει σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς. Ωστόσο, προτεραιότητα έθεσε στην συνεχή αύξηση των κερδών του, αντί της πληρωμής των υποχρεώσεων του. Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η σχετική ελαφρυντική περίσταση, όπως και η υπό στοιχείο ε'. Τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, δεν προέκυψαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης του κατηγορουμένου επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση των πράξεών του, από τα οποία να προκύπτει σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του. Αντίθετα, από το 2008, κατέχοντας ο ίδιος το 99% περίπου του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, αποφάσισε, προκειμένου να αποφύγει ο ίδιος τους ελέγχους να ορίσει εκπρόσωπο της επιχείρησής του, υπάλληλό του.
Πρέπει επομένως το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως επιπλέον στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 εδ.ε' του Π.Κ. να απορριφθεί ως αβάσιμο".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠοινΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το εν λόγω Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, κατέληξε ανέλεγκτα στις ουσιαστικές παραδοχές, ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατά τα άνω απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση των προαναφερθέντων ελαφρυντικών από την διάταξη του άρθρου 84 παρ.2, β' και ε', αφού δέχτηκε: α) ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 β', ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της δεδομένου οτι αποδείχτηκε ότι απέκρυψε εισοδήματα της εταιρίας του και δεν πλήρωσε τους φόρους που αναλογούσαν στα κέρδη της, με σκοπό να επεκτείνει όλο και περισσότερο τις επιχειρήσεις του και να επαυξάνει τα κέρδη του σε βάρος του ελληνικού δημοσίου, τα δε έτη 2003 έως και 2007 δεν βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση αντίθετα συνέχιζε να επεκτείνεται επιχειρηματικά θέτοντας ως προτεραιότητα την συνεχή αύξηση των κερδών του και όχι την πληρωμή των υποχρεώσεών του και β) ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε', ότι δεν αποδείχτηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά εξαιρετικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης του κατηγορουμένου επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση των πράξεών του από τα οποία να προκύπτει σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του, αλλά αντίθετα από το έτος 2008 κατέχοντας ο ίδιος το 99% περίπου του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας αποφάσισε , προκειμένου να αποφύγει ο ίδιος τους ελέγχους να ορίσει εκπρόσωπο της επιχείρησής του υπάλληλό του. Επομένως, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων είναι αβάσιμος.
Στη διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι` αυτό. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του. 3. Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επεδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4. Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5. Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ` επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6. Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Στην απόφαση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε. Για την ύπαρξη αιτιολογίας της απόφασης ως προς το κεφάλαιο της επιμέτρησης της ποινής, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών που αναφέρονται στο οικείο μέρος της απόφασης, με αυτές του αιτιολογικού και του διατακτικού της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου, με τις οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο και θεωρείται ότι η απόφαση έχει την απαιτούμενη αιτιολογία αν από το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη οι κανόνες που ορίζει η ανωτέρω διάταξη για την επιμέτρηση της ποινής.
Εξάλλου από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά άλλη ειδικότερη αιτιολογία(ΑΠ 812/2023, ΑΠ 1337/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, επέβαλε στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, για τις επίδικες αξιόποινες πράξεις, της φοροδιαφυγής στην φορολογία εισοδήματος κατ' εξακολούθηση (απόκρυψη από τη φορολογική διοίκηση καθαρών εισοδημάτων, δια της υποβολής ανακριβούς δήλωσης) όπου ο φόρος που αναλογεί υπερβαίνει ανά διαχειριστική περίοδο το ποσό των 150.000 ευρώ και της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση δια της ανακριβούς απόδοσης φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) όπου το ποσό του ΦΠΑ που δεν έχει αποδοθεί ή έχει εκπέσει ανακριβώς υπερβαίνει ανά διαχειριστική περίοδο το ποσό των 100.000 ευρώ, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για κάθε πράξη και συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, όπως προκύπτει δε από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης και ειδικότερα από το σκεπτικό που αναφέρεται στην επιμέτρηση της ποινής, με ειδική σκέψη του κατά το ουσιαστικό μέρος για την επιβολή των ποινών, δέχτηκε κατά πιστή μεταφορά μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψεως για τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, τα ακόλουθα: "...........με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει σύμφωνα με τα όσα αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα των προπεριγραφόμενων πράξεων, που τέλεσε ο κατηγορούμενος και το βαθμό ενοχής του, να επιβληθεί σε βάρος του η αναφερόμενη στο διατακτικό ποινή κάθειρξης των πέντε ετών για κάθε μία από τις πράξεις που του αποδόθηκαν, η οποία αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών των συγκεκριμένων ποινών για τον ίδιο και τους οικείους του και αφού ελήφθησαν ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησαν οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις του , η φύση το είδος αυτών και τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεσή τους, καθώς επίσης και όλες τις προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή τους, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή του κατά την διάρκεια και μετά από αυτές. Ο καταδικασθείς κατηγορούμενος επέδειξε παντελή αδιαφορία έναντι του Νόμου και αγνοώντας τις ηθικές δεσμεύσεις του προς την κοινωνία και τις σοβαρές συνέπειες των πράξεων του έναντι αυτής, προέβησαν στην τέλεση των προαναφερθεισών αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες είχαν έντονη κοινωνική απαξία". Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα των προπεριγραφομένων πράξεων που τέλεσε ο κατηγορούμενος, το βαθμό της ενοχής του, τη βλάβη που προξένησε , τη φύση το είδος και τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση της πράξης , για δε την εκτίμηση των στοιχείων αυτών έλαβε υπόψη του όλα τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, τα οποία ειδικά και εμπεριστατωμένα μνημονεύει στην απόφασή του, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και εκτίθενται ειδικότερα στην προηγούμενη περί ενοχής απόφαση του, η οποία αποτελεί ενιαίο σύνολο με εκείνο περί ποινής, και από την οποία αντλεί στοιχεία, δεν ήταν δε υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του αυτή άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Ούτε άλλωστε υπάρχει ασάφεια, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, από το γεγονός ότι στο ως άνω αιτιολογικό, από προφανή παραδρομή εγένετο χρήση του τρίτου πληθυντικού προσώπου με την αναφορά ".......προέβησαν στην τέλεση των προαναφερθέντων αξιοποίνων πράξεων.....", παρότι ο κατηγορούμενος ήταν ένας, αφού η αναφορά αυτή έγινε όπως προαναφέρθηκε από παραδρομή, δεδομένου ότι τόσο στο ανωτέρω σκεπτικό της ποινής όσο και σε αυτό της ενοχής αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης καθίσταται σαφές ότι ένας είναι ο κατηγορούμενος ήτοι ο αναιρεσείων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. , δεύτερος λόγος του από 15-4-2025 δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην περί της επιμέτρησης ποινής διάταξη της προσβαλλομένης απόφασης. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ.578 του Κ.Ποι.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α) την με αρ.πρωτ. 623/2025 αίτηση του Ι. Ζ. του Κ. , κατοίκου ... και β) τους από 15-4-2025 και από 7-10-2025 πρόσθετους επί της ως άνω αιτήσεως λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 85,87/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας - Β' Βαθμού.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2026.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ