Απόφαση 593 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 593/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο-Εισηγητή, Παρασκευή Γρίβα και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει Α) την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1117/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενους τους: 1. E. ή E. Z. ή Β. του H. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Τόγια , 2. L. D. του Z. , κρατούμενο στο Σ.Κ. … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευτύχιο Αλιγιζάκη , 3. S. P. του G. , κρατούμενο στο Σ.Κ. … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Θεοχάρη Δαλακούρα και Χρυσάνθη Χατζηδημητρίου , 4. S. H. του M. , κάτοικο ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε , 5. M. P. του P. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Νικόλαο Γαργαρέτα, που διορίστηκε συνήγορος του με την υπ' αριθμ. 1116/24, 30/2023 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών , 6. E. T. του P. , κάτοικο ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε , 7. A. P. του P. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Συνοδινό , 8. Π. Β. του Β. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια , 9. K. ή E. Z. Z. του M. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκάζη , 10. A. Β. του A. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νεκτάριο Λουκόπουλο , 11. A. V. του P. , κρατούμενο στο Σ.Κ. … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Δημητρακόπουλο , 12. E. L. του S. , κάτοικο ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε και Β) τις αιτήσεις των κατηγορουμένων: 1. S. P. του G. , κρατούμενο στο Σ.Κ. … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Θεοχάρη Δαλακούρα και Χρυσάνθη Χατζηδημητρίου , 2. K. E. Z. Z. του M. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκάζη , 3. A. Β. του A. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νεκτάριο Λουκόπουλο, για αναίρεση της ιδίας ως άνω απόφασης 1117/2024 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και Α) ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία ...2025 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ν. Κ. και Β) oι κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται: 1) στην από 17-6-2024 αίτηση αναίρεσης και στους πρόσθετους λόγους επ'αυτής του S. P. του G. , 2) στην από 25-2-2025 αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους επ' αυτής του K. E. Z. Z. του M. και 3) στην από 26-2-2025 αίτηση αναίρεσης του A. Β. του A. , οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2, εδ. α' ΚΠΔ "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507", σύμφωνα με το οποίο "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως).
Η (πρώτη) κρινομένη από 5-3-2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης: .../2025) αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με σχετική προς τούτο δήλωσή του, στη γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 1707/2023, 67/2024, 531/2024, 692/2024, 1116/2024, 1117/2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Δ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 3, 505 παρ. 2, εδ. α', 507 και 168 παρ. 1 ΚΠΔ), δεδομένου ότι, η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 6-2-2025 (βλ. την επ' αυτής επισημείωση του αρμοδίου γραμματέως) και η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 5-3-2025 και επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, που συνίστανται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ). Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η συζήτηση της ως άνω (πρώτης) κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε να συζητηθεί αρχικώς στις 7-5-2025 και ο τέταρτος, ο έκτος και ο δωδέκατος των αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα, ο (επ) H. (ον) S. του M. , ο (επ) T. (ον) E. του P. και ο (επ) L. ή L. (ον) E. ή E. του S. αντίστοιχα, κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρο 155 ΚΠΔ) από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να εμφανισθούν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, με επίδοση: Στον τέταρτο εξ αυτών (H. S. του M.), της υπ' αριθμ. ...2025 κλήσης, όπως προκύπτει από το 13-3-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Ανθυπαστυνόμου Ν. Γ. που υπηρετεί στο ΑΤ … και αφορά τον ως άνω (τέταρτο) αναιρεσείοντα και από το 24-3-2025 αποδεικτικό επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. , που αφορά τον νομίμως ορισθέντα εκ μέρους του ως αντίκλητό του, Δικηγόρο Χαράλαμπο Λυκούδη, στον έκτο εξ αυτών (T. E. του P.), της υπ' αριθμ. ...2025 κλήσης, όπως προκύπτει από το 12-3-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Κ. Ζ. που υπηρετεί στο ΑΤ … και αφορά τον ως άνω (έκτο) αναιρεσείοντα και από το 20-3-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. , που αφορά τον ορισθέντα εκ μέρους του ως αντίκλητό του, Δικηγόρο Δημήτριο Καρατζάβελο και στον δωδέκατο εξ αυτών (L. ή L. E. ή E. του S.), της υπ' αριθμ. ...2025 κλήσης, όπως προκύπτει από το 13-3-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Κ. Μ. που υπηρετεί στο ΑΤ … και αφορά τον ως άνω (δωδέκατο) αναιρεσείοντα και από το 20-3-2025 αποδεικτικό επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. που αφορά τον ορισθέντα εκ μέρους του ως αντίκλητό του, Δικηγόρο Ασημάκη Καρδάση. Κατά την προαναφερθείσα όμως δικάσιμο (7-5-2025), κατόπιν σχετικών προς τούτο αιτημάτων που υποβλήθηκαν για λογαριασμό τριών αναιρεσιβλήτων, αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο (15-10-2025), όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 723/7-5-2025 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Κατά την παραπάνω όμως μετ' αναβολή δικάσιμο (15-10-2025) δεν εμφανίσθηκαν οι προαναφερθέντες τρεις αναιρεσίβλητοι ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο, εν τούτοις όμως η συζήτηση της ως άνω (πρώτης) κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ. 1, 2 ΚΠΔ).
Εξάλλου, η (δεύτερη) από 17-6-2024 αίτηση αναίρεσης του (επ) P. (ον) S. του G. , κατά της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 1707/2023, 67/2024, 531/2024, 692/2024, 1116/2024, 1117/2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο Δ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών - με την οποίαν ο ως άνω (τρίτος) εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος και δεύτερος αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις, α) της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, β) της διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) της παράνομης οπλοκατοχής και αφού αναγνωρίσθηκε σ' αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για την πρώτη πράξη, ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για την δεύτερη πράξη και ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την τρίτη πράξη, ενώ ακολούθως καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή κάθειρξης δέκα πέντε (15) ετών και τεσσάρων (4) μηνών - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 25-2-2025, με δήλωση του ιδίου του (δευτέρου) αναιρεσείοντος (επ) P. (ον) S. του G. , στον Διευθυντή του Σωφρονιστικού Καταστήματος … , όπου κρατείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 εδ. β', 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ.
Εξάλλου, οι συνεκδικαζόμενοι με την ως άνω (δεύτερη) αίτηση αναίρεσης λόγω συναφείας (άρθρο 128 επ. ΚΠΔ), πρόσθετοι λόγοι αυτής, ασκήθηκαν επίσης νομίμως και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 509 ΚΠΔ, με το από 29-9-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε αυθημερόν (δηλαδή στις 29-9-2025) από την πληρεξουσία Δικηγόρο του, στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δηλαδή δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης. Επί πλέον, η κρινόμενη αναίρεση αλλά και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή τόσον η αναίρεση, όσον και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα του σχετικών αυτών λόγων τους.
Περαιτέρω, η (τρίτη) κρινόμενη από 25-2-2025 αίτηση αναίρεσης του (επ) Ζ. ή Z. (ον) K. ή E. του M. (ένατος εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη ένατος αναιρεσίβλητος και τρίτος αναιρεσείων), κατά της αυτής ως άνω υπ' αριθμ. 1707/2023, 67/2024, 531/2024, 692/2024, 1116/2024, 1117/2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο Δ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών - με την οποίαν αυτός καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και της διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και αφού αναγνωρίσθηκε σ' αυτόν (κατά πλειοψηφία) η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, ακολούθως του επιβλήθηκε για την πρώτη πράξη ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και για την δεύτερη πράξη ποινή κάθειρξης δέκα τριών (13) ετών και χρηματική ποινή ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ, ενώ ακολούθως καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή κάθειρξης δέκα έξι (16) ετών - με σχετική προς τούτο δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισής του, ο οποίος παραστάθηκε στην συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, (δήλωση) που έλαβε χώρα στις 26-2-2024 ενώπιον του γραμματέως του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 2, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, εδ. α', 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ.
Περαιτέρω, ο αυτός ως άνω πληρεξούσιος Δικηγόρος του εν λόγω (τρίτου) αναιρεσείοντος με το από 4-4-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατέθεσε αυθημερόν στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως και συγκεκριμένα, στις 4-4-2025, δηλαδή δέκα πέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης (άρθρο 509 ΚΠΔ), άσκησε προσθέτους λόγους αναίρεσης κατά της ως άνω προσβαλλομένης απόφασης. Η κρινόμενη (τρίτη) αίτηση αναίρεσης αλλά και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή τόσον η αίτηση αναίρεσης, όσον και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των σχετικών αυτών λόγων.
Η (τέταρτη) κρινόμενη από 26-2-2025 αίτηση αναίρεσης του δεκάτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη δεκάτου αναιρεσιβλήτου και τετάρτου αναιρεσείοντος (επ) Β. (ον) A. του A. , κατά της αυτής ως άνω υπ' αριθμ. 1707/2023, 67/2024, 531/2024, 692/2024, 1116/2024, 1117/2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Δ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών - με την οποίαν αυτός καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και της απλής συνέργειας σε ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και επιβλήθηκε σ' αυτόν για την πρώτη πράξη ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ημερησίων μονάδων, καθοριζομένου του ύψους εκάστης εξ αυτών στο ποσό των εκατό (100) ευρώ και για την δεύτερη πράξη ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, ενώ ακολούθως καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και συνολική χρηματική ποινή εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για λογαριασμό του εν λόγω (τετάρτου) αναιρεσείοντος, με σχετική προς τούτο δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισής του, ο οποίος παραστάθηκε στην συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, (δήλωση) που έλαβε χώρα στις 26-2-2025 ενώπιον του γραμματέως του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 2, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, εδ. α', 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Η κρινόμενη (τέταρτη) αίτηση αναίρεσης περιλαμβάνει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε και στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Β' και Δ' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των σχετικών αυτών λόγων. Οι ως άνω τέσσερις αιτήσεις αναίρεσης όπως και οι πρόσθετοι λόγοι των δύο εξ αυτών (δεύτερης και τρίτης) που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικαστούν κατ' άρθρο 129 ΚΠΔ, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), κατά δε το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υπάρχει, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Αν η απόλυτη ακυρότητα αναφέρεται σε πράξεις της προδικασίας μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως ή να προταθεί ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, κατά δε το άρθρο 175 παρ. 1 ΚΠΔ, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, ενώ, κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας και προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε, για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσίας επί της υποθέσεως (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 652/2022, ΑΠ 1555/2019).
Εξάλλου, ανακριτική διείσδυση, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 25 Β του Ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις" και στο 28 του Ν. 3429/2006 (ΚΝΝ) και ήδη στο άρθρο 28 του Ν. 4139/2013, είναι η κεκαλυμμένη δράση ανακριτικών και αστυνομικών οργάνων που εμφανίζονται ως πολίτες και δρουν ως "agents provocateurs", ήτοι ως ηθικοί αυτουργοί ή συμμέτοχοι τέλεσης εγκληματικών πράξεων, αιρουμένου του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων αυτών, εφόσον γίνονται με εντολή του προϊσταμένου τους. Οι πράξεις όμως των αστυνομικών υπαλλήλων που ενεργούν ως "agents provocateurs", για ανακάλυψη ή σύλληψη προσώπου που διαπράττει εγκλήματα από τα αναφερόμενα στα άρθρα 20 και 23 του ΚΝΝ, πρέπει να μη υπερβαίνουν τα όρια της ανωτέρω επιτρεπόμενης κεκαλυμμένης δράσης τους. Δηλαδή, πρέπει τα διωκτικά όργανα που διεισδύουν να περιορίζονται στις πράξεις που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διακρίβωση εγκλημάτων παράβασης του ΚΝΝ, την τέλεση των οποίων ο δράστης είχε προαποφασίσει και θα τελούσε προς τρίτους και χωρίς την αστυνομική διείσδυση, ήτοι να μη είναι εκείνοι, οι οποίοι αποκλειστικά παρότρυναν τον κατηγορούμενο να τελέσει την αξιόποινη πράξη, διότι τότε πρόκειται για υφαρπαγή ενοχής και παραβίαση της δίκαιης διαδικασίας, χωρίς να είναι και αναγκαίο να αποδεικνύεται, ότι η αξιόποινη πράξη θα είχε διαπραχθεί ακόμα και εάν δεν είχε μεσολαβήσει η επέμβαση και διείσδυση των αστυνομικών οργάνων. Διαφορετικά επέρχεται παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και ειδικότερα της τηρήσεως μιας δίκαιης διαδικασίας, που απαιτεί το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Σε περίπτωση που οι ανακριτικές πράξεις μεταξύ των οποίων και η ανακριτική διείσδυση δεν έγιναν με τις προϋποθέσεις που διαγράφονται στον ανωτέρω νόμο, καθίστανται άκυρες και έτσι τα εξ αυτών συλλεγέντα στοιχεία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του δικαστηρίου, αλλιώς προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρ. 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 12/2024, ΑΠ 1354/2018, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 1122/2014). Όταν όμως, αποδεικνύεται ότι η αξιόποινη πράξη είχε προαποφασισθεί από τους δράστες και θα είχε διαπραχθεί ακόμη και εάν δεν είχε μεσολαβήσει η επέμβαση και διείσδυση των αστυνομικών οργάνων, οι τελευταίοι δεν θεωρούνται agents provocateurs και δεν είναι αναγκαία η τήρηση των ως άνω διατυπώσεων. Στην περίπτωση αυτή, οι πράξεις και οι καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών που ενέργησαν την διείσδυση, είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα και οι καταθέσεις τους παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη (ΑΠ 788/2021, ΑΠ 726/2017).
Εξάλλου, με τον Ν. 3875/2010 (ΦΕΚ Α' 158/20.9.2010) κυρώθηκε και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η "Σύμβαση Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος", που άνοιξε για υπογραφή στο Παλέρμο Ιταλίας στις 12-15 Δεκεμβρίου 2000 και τα τρία Πρωτόκολλα αυτής, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς της Σύμβασης αυτής : ..(θ) "Ελεγχόμενη παράδοση" νοείται η τεχνική του να επιτρέπεται σε παράνομα ή ύποπτα φορτία να εξέρχονται, διέρχονται ή διακινούνται στην επικράτεια ενός ή περισσότερων Κρατών, με τη γνώση και υπό την επίβλεψη των αρμόδιων αρχών τους, με σκοπό τη διερεύνηση εγκλήματος και τον εντοπισμό των προσώπων που εμπλέκονται στην τέλεση αυτού". Με τον δεύτερο λόγο της (δεύτερης) αναίρεσής του, όπως αυτός επιτρεπτώς συμπληρώνεται με το τρίτο σκέλος του δευτέρου προσθέτου λόγου της ίδιας (δεύτερης) αναίρεσης, ο δεύτερος αναιρεσείων [(επ) P. (ον) S. του G.)] και με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της (τρίτης) αναίρεσής του, όπως αυτός επιτρεπτώς συμπληρώνεται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου προσθέτου λόγου (της τρίτης αναίρεσης) ο τρίτος αναιρεσείων [(επ) Ζ. ή Z. (ον) K. ή E. του M.], κατά την ορθή αρίθμησή τους και κατά το ορθό νοηματικό περιεχόμενό τους, αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω παραβίασης του δικαιώματός τους σε δίκαιη δίκη με την αναιτιολόγητη - κατά τους ισχυρισμούς του καθενός από αυτούς - απόρριψη του υποβληθέντος εκ μέρους τους αυτοτελούς ισχυρισμού περί υπέρβασης των ορίων της διενεργηθείσης ανακριτικής διείσδυσης και προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ, πλημμέλεια, επί πλέον δε, ο τρίτος αναιρεσείων [(επ) Ζ. ή Z. (ον) K. ή E. του M.], με το πρώτο σκέλος του αυτού ως άνω τρίτου λόγου της (τρίτης) αναίρεσής του, όπως αυτός επιτρεπτώς συμπληρώνεται με το πρώτο σκέλος του πρώτου προσθέτου λόγου της ίδιας (τρίτης) αναίρεσης, αιτιάται ακόμη την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αμέσως προηγουμένου υποβληθέντος ισχυρισμού του (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ).
Περαιτέρω, ο δεύτερος αναιρεσείων [(επ) P. (ον) S. του G.)] με τον τρίτο λόγο της (δεύτερης) αναίρεσής του, όπως αυτός επίσης επιτρεπτώς συμπληρώνεται επίσης με το τρίτο σκέλος του δευτέρου προσθέτου αναιρετικού λόγου της ίδιας (δεύτερης) αναίρεσης, κατά την ορθή αρίθμησή τους και κατά το ορθό νοηματικό περιεχόμενό τους, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο λόγω παραβίασης των προϋποθέσεων διενέργειας της (ειδικής) ανακριτικής πράξης της "ελεγχόμενης μεταφοράς" και παραβίασης του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ, σχετική πλημμέλεια, ενώ ο τρίτος αναιρεσείων [(επ) Ζ. ή Z. (ον) K. ή E. του M.], με τον τέταρτο λόγο της (τρίτης) αναίρεσής του, όπως αυτός επιτρεπτώς συμπληρώνεται με τα δύο σκέλη του τρίτου προσθέτου λόγου της ίδιας (τρίτης) αναίρεσης κατά την ορθή αρίθμησή τους και κατά το ορθό νοηματικό περιεχόμενό τους, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματός του για ακυρότητα της προαναφερθείσης "ελεγχόμενης μεταφοράς" των ναρκωτικών ουσιών λόγω ελλείψεως των νομίμων προϋποθέσεων διενεργείας της και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις απορρέουσες από το άρθρο 510, παρ. 1, στοιχ. Ε', Α' και Δ' ΚΠΔ, σχετικές πλημμέλειες και συγκεκριμένα, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και έλλειψης ειδικής αιτιολογίας αντιστοίχως. Οι προαναφερθείσες αιτιάσεις όμως, εφόσον ανάγονται στην προδικασία και δεν προτάθηκαν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή των ως άνω κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καλύφθηκαν κατά την προαναφερθείσα σχετική νομική σκέψη και ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο νομίμως έλαβε υπόψη του για την δημιουργία της δικαστικής πεποίθησής του για την περί ενοχής κρίσης του και εκτίμησε - μεταξύ των άλλων - και τα αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν στα πλαίσια της ανακριτικής διείσδυσης. Κατά συνέπειαν, οι προαναφερθέντες σχετικοί αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν. Επί πλέον, όσον αφορά την απόρριψη της ως άνω δεύτερης αιτίασης το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του τα παρακάτω: "...σχετικά με την υποβληθείσα ένσταση περί ακυρότητας της ελεγχόμενης μεταφοράς λόγω υπέρβασης των ορίων της και μη τήρησης των νόμιμων προϋποθέσεων εκ μέρους ορισμένων εκ των κατηγορουμένων, αφ' ενός διότι η σχετική εισαγγελική διάταξη που ενέκρινε το σχετικό αίτημα του Σ.Ο.Δ.Ν. δεν επικυρώθηκε δια βουλεύματος εμπροθέσμως και αφ' ετέρου διότι δεν τηρήθηκαν οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου (ειδοποίηση Εισαγγελέων Πλημ/κών από τις περιφέρειες των οποίων θα γινόταν η μεταφορά με τα οχήματα της αστυνομίας προς τον Αστακό Αιτωλοακαρναρίας, σύνταξη εκθέσεως του Σ.Ο.Δ.Ν. που να συμπεριλαμβάνει τα σχετικά με τη διενεργηθείσα υπό έλεγχο μεταφορά κλπ), επισημαίνεται ότι, πρόκειται σε κάθε περίπτωση για απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα σχετικά διαλαμβάνονται στην μείζονα σκέψη της παρούσης, η ακυρότητα αυτή έπρεπε να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, ήδη δε, εφόσον δεν προβλήθηκε εγκαίρως αλλά το πρώτον, στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, έχει καλυφθεί κατ' άρθρα 174 παρ. 1 και 171 ΚΠΔ, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε και αυτεπάγγελτα. Για τον λόγο αυτό ο οικείος αυτοτελής ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος".
Εξάλλου, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το απαράδεκτο των ως άνω υποβληθέντων ισχυρισμών, απέρριψε την πρώτη αιτίαση για την εγκυρότητα η μη της διαταχθείσας ανακριτικής διείσδυσης διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του (σελ. 550 επ) τα εξής:
"Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, ουδόλως προέκυψε υπέρβαση των ορίων της ανακριτικής διείσδυσης, λόγω του ότι το μεταφερόμενο φορτίο εισήχθη τελικώς στην Ελλάδα αντί άλλου προορισμού, καθόσον τούτο αποφασίστηκε από τους αρχηγούς της οργάνωσης και όχι από τους υπό κάλυψη δρώντες μάρτυρες.
Εξάλλου η διείσδυση των τεσσάρων υπό κάλυψη δρώντων έλαβε χώρα νομίμως δυνάμει της οικείας διαδικασίας που περιγράφεται στο άρθρο 254 παρ. 1β' του ισχύοντος ΚΠΔ (άρθρο 253Α παρ. 1α' του πΚΠΔ) και ενώ ήδη είχε συσταθεί η εγκληματική οργάνωση προ του Σεπτεμβρίου του 2018, της οποίας τότε έγινε αντιληπτή η εγκληματική δραστηριότητα στις διωκτικές αρχές (βλ. κατάθεση Ι. Κ.) και ήδη είχαν ενταχθεί σ' αυτήν οι άνω κατηγορούμενοι. Το γεγονός ότι έκαστος εκ των κατηγορουμένων, ενεργεί σε διαφορετική χρονική στιγμή στο πλαίσιο του μεγάλου αυτού εγχειρήματος διακίνησης, ουδόλως άγει σε αντίθετο συμπέρασμα, καθόσον έκαστος εξ αυτών ενεργούσε με βάση τον ανατεθέντα ρόλο του.
Περαιτέρω, από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ο σαφώς διεκπεραιωτικός ρόλος των συγκαλυμμένων δρώντων, ο οποίος και περιορίστηκε στις απολύτως αναγκαίες πράξεις για τη διακρίβωση των εγκλημάτων της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, την τέλεση των οποίων οι δράστες κατηγορούμενοι είχαν προαποφασίσει και θα τελούσαν ακόμη και χωρίς τη διείσδυση των προστατευομένων μαρτύρων, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση ακολουθούσαν τις εντολές και υποδείξεις των μελών της εγκληματικής οργάνωσης...".
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 362 και 367 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη, οπότε ο τελευταίος έχει την ευχέρεια γνωρίζοντας την ταυτότητα του εγγράφου να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ ανωτέρω δικαιώματά του (ΑΠ 684/2025, ΑΠ 257/2025, ΑΠ 606/2024, ΑΠ 523/2024, ΑΠ 522/2024, ΑΠ 529/2023). Περίπτωση μη ανάγνωσης εγγράφου που προκαλεί την ως άνω απόλυτη ακυρότητα, υπάρχει και όταν το έγγραφο ήταν συντεταγμένο σε ξένη γλώσσα, χωρίς μετάφρασή του στην ελληνική γλώσσα και αναγνώσθηκε χωρίς ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του να ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση όμως αυτή, για να επέλθει η απόλυτη ακυρότητα πρέπει να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε συγκεκριμένη ξένη γλώσσα και ότι αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση (ΑΠ 268/2024, ΑΠ 1408/2022, ΑΠ 937/2018). Ομοίως, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα αν το προσκομισθέν ξενόγλωσσο ή άλλο έγγραφο το προσκόμισε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, αφού στην περίπτωση αυτή θεωρείται αυτονόητο ότι ο τελευταίος γνώριζε το περιεχόμενό του (ΑΠ 268/2024, ΑΠ 937/2018). Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου προσθέτου αναιρετικού λόγου, πλήττεται εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος [(επ) P. (ον) S. του G.)] η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για την περί ενοχής κρίση του, έγγραφα, τα οποία ήταν συντεταγμένα σε ξένη γλώσσα, χωρίς μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα και έτσι παραβιάστηκε η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και ισχυρίζεται συγκεκριμένα, ότι ελήφθησαν υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσης για την ενοχή του: α) Το από 23-12-2019 αίτημα αρχών των ΗΠΑ και β) το από 8-1-2020 έγγραφο των ισπανικών αρχών αποδοχής διαμετακόμισης της προς ελεγχόμενη παράδοση ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, (έγγραφα) τα οποία ήταν συντεταγμένα σε ξένη γλώσσα (αγγλική και ισπανική αντίστοιχα), χωρίς μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα. Από την επιτρεπτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας: α) Δεν αναφέρει στο σκεπτικό του, το πρώτο από τα παραπάνω έγγραφα, ήτοι το από 23-12-2019 αίτημα αρχών των ΗΠΑ, το οποίο αναφέρεται μόνον διηγηματικά και στο αναγνωσθέν με αριθμό πρωτ. ...2024 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών της ΔΑΘ, το οποίο αναγνώσθηκε και β) πράγματι, στο σκεπτικό του αναφέρεται το δεύτερο από τα παραπάνω έγγραφα και συγκεκριμένα, το από 8-1-2020 (από παραδρομή στην σελ. 376 της απόφασης αναγράφεται 8-3-2020) έγγραφο των ισπανικών αρχών αποδοχής διαμετακόμισης της προς ελεγχόμενη παράδοση ποσότητας ναρκωτικών ουσιών (βλ. σελίδα 532 των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης), το οποίο έγγραφο μνημονεύεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων (βλ. σελίδα 376 των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης), που έχει συνταχθεί στην ισπανική γλώσσα, αλλά υπάρχει συνημμένη σ' αυτό και μετάφρασή του στην ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου ο αναιρεσείων γνώριζε το περιεχόμενό του και μπορούσε προς αντίκρουσή του να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις κατ' εφαρμογή του άρθρου 358 ΚΠΔ, με συνέπεια να μην έχει στερηθεί κανένα υπερασπιστικό του δικαίωμα και να μην υπάρχει απόλυτη ακυρότητα. Δεν αναφέρεται όμως στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι τα εν λόγω έγγραφα είχαν συνταχθεί σε συγκεκριμένη ξένη γλώσσα και ότι αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση, για να έχει επέλθει σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, η απόλυτη ακυρότητα και συνεπώς, η ως άνω σχετική αιτίαση από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, είναι αβάσιμη.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου προσθέτου αναιρετικού λόγου, ο αυτός ως άνω δεύτερος αναιρεσείων [(επ) P. (ον) S. του G.)] αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, λόγω έλλειψης ακρόασης και παραβίασης του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, εξαιτίας της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 218 παρ. 6 και 254 παρ. 1β' ΚΠΔ, ισχυριζόμενος ότι το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην κατάθεση του προστατευόμενου μάρτυρα και στις εκθέσεις καταγραφής πληροφοριών των προστατευόμενων μαρτύρων, ως προς την καταδικαστική του κρίση σχετικά με το ρόλο του ως συντονιστή και ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στο σχετικό ισχυρισμό που αυτός υπέβαλε. Από την επιτρεπτή επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έρευνα της βασιμότητας του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, λαμβάνοντας υπόψη ως μόνα αποδεικτικά μέσα, την κατάθεση του προστατευομένου μάρτυρα "Α. Κ." και τις από 21-1-2020 και 24-1-2020 εκθέσεις καταγραφής πληροφοριών των συγκαλυμμένων μαρτύρων Κ. και Γ. αντίστοιχα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο δεύτερος αναιρεσείων, αλλά κατέληξε σ' αυτή μετά από στάθμιση, ενδελεχή και σε βάθος αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, στο σύνολό τους και όχι επιλεκτικά και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που έλαβαν χώρα δημοσίως στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία περιλαμβάνονται και οι ένορκες καταθέσεις των προστατευόμενων μαρτύρων, τις οποίες αξιολόγησε, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης στο πλαίσιο του άρθρου 218 παρ. 6 ΚΠΔ, τις από 30-6-2020 ένορκες προανακριτικές καταθέσεις, τις εκθέσεις καταγραφής πληροφοριών, τις οποίες, όπως επίσης αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης, αξιολόγησε στο πλαίσιο του άρθρου 254 παρ. 1β' ΚΠΔ, τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά, αλλά και τις απολογίες των (εμφανισθέντων) κατηγορουμένων, που κρίθηκαν συνδυαστικά με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Το δικαστήριο της ουσίας επομένως, παρά τα όσα αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην κατάθεση του ως άνω προστατευομένου μάρτυρα και τις εκθέσεις καταγραφής πληροφοριών των προστατευόμενων μαρτύρων και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 218 παρ. 6 και 254 παρ.1β' ΚΠΔ, ενώ αντιμετώπισε και έκρινε με την κύρια περί της ενοχής απόφασή του και το σχετικό ισχυρισμό του εν λόγω δευτέρου αναιρεσείοντος και ως εκ τούτου, η ως άνω σχετική αιτίασή του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, είναι αβάσιμη. Με τον πρώτο λόγο της (τέταρτης) αίτησής του ο τέταρτος αναιρεσείων (επ) Β. (ον) A. του A. , ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε χωρίς ειδική αιτιολογία υποβληθέν για λογαριασμό του αίτημα και προσάπτει στην προσβαλλόμμενη απόφαση τις από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Β' και Δ' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες, δηλαδή την σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε αλλά και την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Από τα επιτρεπτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία σημειωτέον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους και επομένως, αποδεικνύουν όσα έχουν καταχωριστεί σε αυτά κατ' άρθρο 140 παρ. 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι αμέσως μετά την εξέταση του μάρτυρος αστυνομικού Ι. K. του Α. (σελ. 216 της προσβαλλόμενης απόφασης), "...ο συνήγορος υπεράσπισης του 7ου κατηγορουμένου...αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, υπέβαλε το κάτωθι αίτημα προς το Δικαστήριο: "Κυρία Πρόεδρε σε αυτό το σημείο ζητούμε από το Δικαστήριο σας με εντολή της κυρίας Εισαγγελέως να παραδοθεί στο δικαστήριο η φωτογραφία του Μ. και επίσης και τα στοιχεία του ταυτότητός του". Ο συνήγορος του B. A. (10ου κατηγορουμένου), Ν. Λ. , στον οποίο δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι συντάσσεται με το ανωτέρω αίτημα. Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο δήλωσε ότι επιφυλάσσεται να προτείνει. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφανθεί". Από τα ίδια ως άνω πρακτικά συνεδρίασης, δεν προκύπτει ότι το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε για το παραπάνω υποβληθέν αίτημα και είναι προφανές ότι το εν λόγω αίτημα απορρίφθηκε σιωπηρά. Ωστόσο, το αίτημα αυτό δεν υποβλήθηκε με σαφή και ορισμένο τρόπο, αφού δεν αναφέρονταν για ποιους ακριβώς λόγους ήταν αναγκαίο να προσκομισθεί η εν λόγω φωτογραφία, ούτε διευκρινίσθηκε ποιο ήταν επακριβώς το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα, ούτε εάν αυτό ήταν σχετικό με την εκδικαζόμενη υπόθεση και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής ή μη του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και κυρίως, ποια ακριβώς θα ήταν η επιρροή του στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1324/2025) ως προς τον εν λόγω εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη τέταρτο αναιρεσείοντα B. A. και ως εκ τούτου αμφότεροι οι προαναφερθέντες λόγοι από το άρθρο 510 παρ.1, στοιχ. Β' και Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι.
Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1 Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 νΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 νΠΚ ορίζεται ότι "Άν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγουμένου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στην συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αλλά και άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και άν από την σύγκριση προκύψει ότι όπως κατηγορείται ο κατηγορούμενος, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος, που είναι ο νόμος, ο οποίος προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 187 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), "Όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή", ενώ η κακουργηματική αυτή μορφή του εγκλήματος δεν μεταβλήθηκε με την τροποποίηση του εν λόγω άρθρου που έγινε με το άρθρο 72 του Ν. 4908/11-3-2022 (ΦΕΚ Α' 52/11.3.2022). Η διάταξη του ισχύοντος ΠΚ είναι ευμενέστερη κατά το μέρος που για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτείται επιπλέον η οργάνωση να έχει "επιχειρησιακή" δομή και διαρκή "εγκληματική" δράση. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 187 παρ. 1 νΠΚ, που είναι υπαλλακτικώς μικτό και ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, πρέπει να πληρούνται τρία κριτήρια (εννοιολογικά γνωρίσματα), που συνθέτουν την εικόνα της εγκληματικής οργάνωσης, ήτοι ένα ποιοτικό (επιχειρησιακά δομημένη οργάνωση), ένα ποσοτικό (τρία ή περισσότερα πρόσωπα) και ένα χρονικό (διάρκεια εγκληματικής δράσης). Συγκρότηση της εγκληματικής οργάνωσης είναι η καθοδηγητική και κατευθυντήρια συμβολή στη δημιουργία της. Μέλος της οργάνωσης αυτής είναι εκείνος, που υποτάσσει τη βούλησή του στην οργάνωση χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του στις κατ' ιδίαν πράξεις της οργάνωση. Δομημένη ομάδα είναι εκείνη που δεν σχηματίζεται περιστασιακά για τη διάπραξη ενός εγκλήματος αλλά συγκροτείται για να έχει, όχι οποιαδήποτε διαρκή δράση, όπως με την προϊσχύσασα διάταξη, αλλά να διακρίνεται για τη "διαρκή εγκληματική δράση" της. Ως "επιχειρησιακή" νοείται η δομή της ομάδας, της οποίας τα μέλη αναλαμβάνουν διακριτούς και αλληλοϋποστηριζόμενους ή αυτοτελείς ρόλους ή διακριτούς και συνδυασμένους ή ανεξάρτητους στόχους, με σκοπό να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους είτε ατομικά, είτε στο πλαίσιο της συλλογικής τους δράσης. Με τον όρο "επιχειρησιακά" επίσης αποδίδεται ο "πραγματοπαγής" χαρακτήρας της οργάνωσης (βλ. αιτιολογική έκθεση του νΠΚ). Αναφορικά με τον κοινό σκοπό, αρκεί η επιδίωξη τέλεσης οποιουδήποτε κακουργήματος και όχι ορισμένων που περιλαμβάνονταν στον κατάλογο της προϊσχύσασας διάταξης. Υποκειμενικά, απαιτείται δόλος κάθε μέλους να θέλει την ένταξή του στην εγκληματική οργάνωση, ήτοι απαιτείται κάθε μέλος να έχει ως σκοπό τη διάπραξη περισσοτέρων από ένα κακουργημάτων (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης) ο ειδικός δε, αυτός δόλος νοείται συνολικός (ενιαίος), δηλαδή τα μέλη να έχουν προαποφασίσει ότι η εγκληματική δράση τους θα εκδηλωθεί σε βάθος χρόνου με την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων και χωρίς να έχουν καταστρωθεί οι λεπτομέρειες των εγκλημάτων τούτων. Ακόμη, από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι για να γίνει ή να παραμείνει κάποιος μέλος της ομάδας, δεν είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του σε επί μέρους πράξεις, οι οποίες οδηγούν στην επίτευξη του σκοπού. Κριτήριο διάκρισης του μέλους της οργάνωσης, από έναν τρίτο υποστηρικτή των σκοπών της, πρέπει να είναι το γεγονός ότι το μέλος έχει υποτάξει την ατομική του βούληση στην ενιαία βούληση της οργάνωσης (ενώ ο τρίτος υποστηρικτής διατηρεί την ατομική του βούληση) και αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει συγκεκριμένα καθήκοντα μέσα στην οργάνωση που του έχουν ανατεθεί και είναι πρόσφορα να επιφέρουν την επίτευξη του σκοπού της οργάνωσης, γνωρίζοντας ότι με τις ενέργειές του συμβάλλει στον εγκληματικό σκοπό της οργάνωσης και με τη βούληση να συνδράμει στην εκπλήρωση του σκοπού της σε βάθος χρόνου και όχι ευκαιριακά. Η συγκρότηση ή η ένταξη σε εγκληματική οργάνωση ως αυτοτελές έγκλημα, συρρέει αληθινά πραγματικά με το κακούργημα που τελέστηκε από τον ίδιο το δράστη της συγκρότησης ή της ένταξης (ΑΠ 12/2024, ΑΠ 766/2019). Το έγκλημα της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση είναι διαρκές, καθόσον η αξιόποινη συμπεριφορά διαρκεί από την αρχική εκδήλωσή της, κατά την ένταξη στην εγκληματική οργάνωση, μέχρι την εξάρθρωση της ομάδας ή την με οποιονδήποτε εμφανή τρόπο προηγούμενη διάλυσή της ή αποχώρηση μέλους από αυτήν (ΑΠ 173/2025, ΑΠ 12/2024, ΑΠ 726/2023, ΑΠ 954/2022). Με το Ν. 4139/20-3-2013 (ΦΕΚ Α' 74/20.3.2013) που τιτλοφορείται "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 100 του οποίου καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος του (δηλαδή από 20-3-2013) ο Ν. 3459/2006, εκτός από τα άρθρα 1 παρ. 1, 58 και 61 αυτού, ρυθμίζονται οι παραβάσεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ. 1, 2 και 3 του ανωτέρω Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι: "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ", 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2Α και 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως, μεταξύ άλλων, η αποθήκευση, η κατοχή...3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία". Με το ανωτέρω άρθρο τυποποιείται το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο οποίο αναφέρονται ενδεικτικά οι διάφοροι τρόποι τέλεσής του, που αποτελούν ένα μόνο έγκλημα αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων το ανωτέρω έγκλημα, όσον αφορά στην "αγορά", πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την για το σκοπό αυτό παράδοση της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε (ΑΠ 12/2024, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 220/2023, ΑΠ 900/2022), ενώ ως "κατοχή" νοείται η φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέσει πραγματικά (ΑΠ 12/2024, ΑΠ 1078/2023, ΑΠ ΑΠ 1039/2023, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 220/2023), ανεξάρτητα από το αν οι ναρκωτικές αυτές ουσίες σε κάποιες χρονικές στιγμές δεν ήταν συνεχώς σε σωματική επαφή με όλους τους δράστες, αφού αρκεί ότι τα ναρκωτικά ήταν στη σφαίρα εξουσίασης αυτών με δυνατότητα διαπίστωσης της ύπαρξής τους, ελέγχου αυτών και διάθεσής τους κατά τη βούλησή τους (ΑΠ 35/2025, ΑΠ 1076/2023, ΑΠ 1243/2023, ΑΠ 1495/2022,ΑΠ 1354/2022). Η φυσική εξουσίαση δεν πληρούται µόνο µε την σωματική επαφή του δράστη µε τη ναρκωτική ουσία, αλλά αρκεί το γεγονός ότι ο δράστης βρέθηκε σε τοπική εγγύτητα προς την συγκεκριμένη ποσότητα των ναρκωτικών, η οποία του επέτρεπε να την διαθέτει κατά βούληση (ΑΠ 1122/2023, 871/2023, 422/2023, 1094/2022, 78/2021). "Συγκατοχή" ναρκωτικών ουσιών υπάρχει όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσίασης της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, η οποία να είναι σαφώς προσδιορισμένη και να υφίσταται η δυνατότητα σε όλους τους συναυτουργούς άσκησης της φυσικής αυτής εξουσίασης με τη δυνατότητα διάθεσης και διαπίστωσης οποτεδήποτε της ύπαρξης αυτής (ΑΠ 795/2024, ΑΠ 696/2024, ΑΠ 518/2024, ΑΠ 1134/2023, ΑΠ 866/2022, ΑΠ 1416/2020).
Εξάλλου, ως "εισαγωγή" ναρκωτικών νοείται η εντός των ορίων της Χώρας εισαγωγή αυτών από την αλλοδαπή, με την βούληση του δράστη να παραμείνουν στην Ελλάδα (ΑΠ 607/2023, ΑΠ 857/2018) και ως "μεταφορά" νοείται η μετακίνηση των ναρκωτικών, ανεξαρτήτως ποσότητας, μέσα στο ελληνικό έδαφος από έναν τόπο σε άλλο, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, ξένο ή ιδιόκτητο (ΑΠ 916/2025, ΑΠ 1171/2022, ΑΠ 78/2021), αυτοπροσώπως ή μέσω τρίτου, εκτός αν πρόκειται για ατομική χρήση (ΑΠ 220/2023, ΑΠ 735/2022). Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει τη πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση. Ειδικότερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου δεν απαιτείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (ΑΠ 916/2025, ΑΠ 1243/2023, ΑΠ 1023/2023).
Περαιτέρω, με το άρθρο 22 παρ. 2 του αυτού ως άνω Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι: "Με την ποινή της παραγράφου 1 (δηλαδή με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ) τιμωρείται όποιος παράνομα...β) ενεργεί κάποια από τις πράξεις των άρθρων 20 και 21 παράγραφος 1α' στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στα άρθρα 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα, ενώ με το επόμενο άρθρο 23 του αυτού ως άνω Ν. 4139/2013, τυποποιούνται ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις διακίνησης ναρκωτικών και ειδικότερα, με την παράγραφο 2 περ. α' του άρθρου αυτού, ορίζεται ότι τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22, όταν κατ' επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ' επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις περιπτώσεις αυτές υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Το ανωτέρω όφελος δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών του άρθρου 23 παρ. 2 του Ν. 4139/2013, αλλά διευκρίνιση προϋπόθεσης που προϋπήρχε σιωπηρά και στις περιπτώσεις της κατ' επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών των άρθρων 23 και 23Α του Ν. 3459/2005, ενόψει του ότι ο σκοπός οφέλους αποτελεί κατά το άρθρο 13 εδ. στ' και ήδη ε' ΠΚ, βασικό στοιχείο της τέλεσης μιας πράξης κατ' επάγγελμα (ΟλΑΠ 1/2015, ΑΠ 35/2025, ΑΠ 422/2023, ΑΠ 78/2021). Η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου για το ότι το σωρευτικά απαιτούμενο από τη διάταξη αυτή ύψος του προσδοκώμενου οφέλους είναι ανώτερο του ποσού των 75.000 ευρώ, δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, αλλά η σχετική αυτή κρίση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Δεν αρκεί δηλαδή να εκτιμάται από το δικαστήριο, ότι το προσδοκώμενο όφελος του δράστη από τη διακίνηση των ναρκωτικών υπερβαίνει απλώς το άνω ποσό των 75.000 ευρώ, αλλά για την εξεύρεση του ύψους του προσδοκώμενου οφέλους του διακινητή ναρκωτικών ουσιών, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά, με παράθεση πραγματικών περιστατικών, το προσδοκώμενο, ήτοι το επιδιωκόμενο και αναμενόμενο όφελος, κέρδος ή αμοιβή, που αντικειμενικά είναι πρόσφορο να προσποριστεί στο συγκεκριμένο δράστη από τη διακίνηση της συγκεκριμένης ποσότητας και είδους ναρκωτικών. Όταν η διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών διαπράττεται από περισσότερους από έναν δράστες "από κοινού", το προσδοκώμενο όφελος, το ύψος του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, προσδιορίζεται μια φορά και αντιστοιχεί σε όλους μαζί τους δράστες, ανεξάρτητα από τη μορφή συμμετοχής εκάστου και ανεξάρτητα πόσοι εξ αυτών είναι γνωστής ταυτότητας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και πόσοι εξ αυτών έχουν συλληφθεί ή έχουν παραπεμφθεί σε δίκη, χωρίς το όφελος να επιμερίζεται μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/2015, ΑΠ 35/2025, ΑΠ 795/2024, ΑΠ 12/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 1044/2023, ΑΠ 422/2023, ΑΠ 449/2022). Δηλαδή πρέπει να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία δικαιολογείται η προσδοκία κέρδους (οφέλους, αμοιβής), ήτοι περιστατικά διακίνησης συγκεκριμένης ποσότητας και είδους ναρκωτικών, που αντικειμενικά είναι πρόσφορα να προσπορίσουν το προσδοκώμενο όφελος, που ανέρχεται πάνω από 75.000 ευρώ, στο οποίο ο εν λόγω δράστης ή οι δράστες αποβλέπουν, όπως τέτοιο περιστατικό είναι το αντίτιμο ανά γραμμάριο από την πώληση της διακινούμενης ποσότητας του συγκεκριμένου ναρκωτικού είδους στην παράνομη αγορά ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να είναι απαραίτητο για τον προσδιορισμό του εν λόγω προσδοκώμενου οφέλους, να αφαιρεθεί από την αγοραία αυτή τιμή πώλησης το κόστος αγοράς, εισαγωγής ή μεταφοράς της συγκεκριμένης διακινούμενης ποσότητας ναρκωτικών (ΑΠ 1252/2023, ΑΠ 422/2023), καθόσον πρόκειται για παράνομο όφελος από εγκληματική δραστηριότητα, η οποία μάλιστα τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος και όχι για νόμιμο κέρδος από νόμιμη φορολογούμενη εμπορική δραστηριότητα, που προσδιορίζεται, αφού αφαιρεθούν από την τιμή πώλησης οι δαπάνες κτήσης του νόμιμου εμπορεύματος, όπως είναι το κόστος αγοράς, εισαγωγής και μεταφοράς του (ΑΠ 78/2021), το οποίο άλλωστε, υπολογίζεται συνήθως βάσει των νομίμως εκδιδομένων σχετικών τιμολογίων. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε άτοπα αποτελέσματα και ο εφαρμοστής του δικαίου θα ήταν υποχρεωμένος να διεισδύει στις εσωτερικές συμφωνίες μεταξύ του δράστη παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και των αγνώστων επίσης, παρανόμως δρώντων προμηθευτών ή μεταφορέων, που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, είναι άδηλες έναντι των τρίτων και δικαστικώς αναπόδεικτες (ΟλΑΠ 1/2015, ΑΠ 35/2025, ΑΠ 696/2024, ΑΠ 31/2024, ΑΠ 1252/2023, ΑΠ 422/2023, ΑΠ 1103/2022, ΑΠ 289/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. ε' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο υπαίτιος με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του υπαιτίου για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη και υποκειμενικά, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ` επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ δεν απαιτείται η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης (ΑΠ 1385/2023, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 1043/2023, ΑΠ 828/2023, ΑΠ 607/2023, ΑΠ 321/2023).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, συνάγεται ότι με τον όρο "από κοινού" τέλεση μιας αξιόποινης πράξης νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος να θέλει ή να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τέλεσης του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ο κοινός δόλος αρκεί, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξειδίκευσης των επιμέρους τυπικών ενεργειών του καθενός συναυτουργού (AΠ 12/2024, ΑΠ 1076/2023, ΑΠ 767/2022, ΑΠ 1043/2020, ΑΠ 264/2020).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. β' του προϊσχύσαντος ΠΚ, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", ενώ κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, με τον υπότιτλο "απλός συνεργός", "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Με το αντίστοιχο άρθρο 47 νΠΚ, που έφερε τον γενικό τίτλο "Συνεργός", οριζόταν ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Ήδη η εν λόγω διάταξη του άρθρου 47 ΠΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 5090/2024 (ισχύς από 1-5-2024), φέρει πλέον τον τίτλο "Άμεσος και απλός συνεργός" και ορίζει ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 46, με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού. Αν, εκτός της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου, παρέχει με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι με το νΠΚ, έχουν επέλθει ουσιώδεις αλλαγές στις διατάξεις για τη συνέργεια στο έγκλημα, αφού καταργήθηκε από άποψη ποινής η διάκριση μεταξύ άμεσης και απλής συνέργειας, όπως αποτυπωνόταν στις προαναφερθείσες διατάξεις, ώστε να καταγραφεί ως κανόνας ότι το άδικο και η ενοχή του συνεργού είναι μικρότερης έντασης έναντι εκείνων του φυσικού αυτουργού και προβλέπεται πλέον ενιαία μειωμένη ποινή για όλες τις μορφές της συνέργειας, είτε προσφέρεται κατά, είτε πριν από την τέλεση της πράξης, οπότε η νέα διάταξη, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 5 του Ν. 5090/2024, είναι ευμενέστερη και εφαρμοστέα στην παρακάτω αναφερόμενη κρινόμενη υπόθεση και μόνο κατ' εξαίρεση προβλέπεται η δυνατότητα του δικαστηρίου να επιβάλει στον (άμεσο) συνεργό την ποινή του αυτουργού, στην περίπτωση που ο υπαίτιος προσφέρει την άμεση συνδρομή του, κατά την τέλεση της πράξης και θέτει με αυτήν το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού. Για τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, τόσο υπό την ισχύ του πΠΚ, όσο και υπό την ισχύ του νΠΚ, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) Πράξη υλικής συνδρομής τρίτου, β) τέλεση (ως προς την αντικειμενική της υπόσταση) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, δηλαδή, η συμβολή του συνεργού πρέπει να ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που τελέστηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να τελέσει αυτήν και δ) δόλος του συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη, καθώς και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη. Η συνδρομή του συνεργού μπορεί να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξης καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξης ή την παροχή υπόσχεσης για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του (AΠ 899/2023, ΑΠ 446/2023, ΑΠ 455/2022).
Εξάλλου, με το άρθρο 463 παρ. 4 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κάθειρξης, προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Στην ευνοϊκή αυτή ρύθμιση οδήγησε η διαπίστωση ότι σε πολλούς ειδικούς ποινικούς νόμους οι ποινές που προβλέπονταν ήταν υπερβολικά υψηλές και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική κοινωνική βλάβη που επέφερε η αντίστοιχη αξιόποινη πράξη. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν ενδιαφέρει εάν από τον ειδικό ποινικό νόμο μαζί με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται και χρηματική ποινή αλλά εάν η μόνη προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή είναι αυτή της ισόβιας κάθειρξης και όχι διαζευκτικά και κάποια άλλη στερητική της ελευθερίας ποινή. Η λέξη "μόνο" αναφέρεται στη στερητική της ελευθερίας ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ανεξάρτητα αν προβλέπεται μαζί με αυτήν και χρηματική ποινή. Με τη ρύθμιση αυτή του άρθρου 463 παρ. 4, επέρχεται εναρμονισμός των ποινών των ειδικών ποινικών νόμων, σε καθένα των οποίων δεν ήταν δυνατόν να γίνει συγκεκριμένη αναφορά, με αυτές του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 4855/12-11-2021, σύμφωνα με τις οποίες η ποινή της ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται εναλλακτικά με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών για τα εγκλήματα που προσβάλλουν τα σημαντικότερα έννομα αγαθά, για τα οποία προσήκει η αυστηρότατη τιμωρία. Για το έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικής ουσίας κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος του δράστη που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 α' του ως άνω Ν. 4139/2013 προβλέπει ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή από 50.000 έως 1.000.000 ευρώ.
Συνεπώς, η ανωτέρω διάταξη μετά την εφαρμογή του άρθρου 463 παρ. 4 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, είναι ευμενέστερη και εφαρμοστέα κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, καθώς πλέον απειλείται για την πράξη αυτή διαζευκτικά, εκτός από την στερητική της ελευθερίας ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών (ΑΠ 12/2024, ΑΠ 1204/2023).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 περ. α' και στ' του Ν. 2168/1993 ορίζονται ότι: "1. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α. "όπλο": κάθε μηχάνημα, το οποίο εκ κατασκευής, μετατροπής ή τροποποίησης, με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει σφαιρίδια, βολίδες, βλήματα, βλαπτικές χημικές ή άλλες ουσίες, ακτίνες, φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά, καθώς και κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα. Όπλα θεωρούνται επίσης τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση, άμυνα ή ακινητοποίηση και ιδιαίτερα: αα. Μηχανισμοί και κάθε μέσο εκτόξευσης χημικών ουσιών (SPRAY) ή εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας...στ. "πυρομαχικά": τα πλήρη φυσίγγια ή τα ενεργά συστατικά μέρη τους, συμπεριλαμβανομένων του κάλυκα, του καψυλλίου, του καψυλλιωμένου κάλυκα, της προωθητικής πυρίτιδας και των βολίδων ή βλημάτων που χρησιμοποιούνται σε ένα όπλο, εφόσον αυτά υπόκεινται σε αυτοτελή αδειοδότηση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του αυτού ως άνω νόμου, "1. Η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού...8. Με την επιφύλαξη των άρθρων 8 και 15: α. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον οκτακοσίων (800) τιμωρούνται οι παραβάτες των παρ. 1 και 2, πλην της περ. η' της παρ. 2". Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2168/1993 όπως τροποποιήθηκαν με το Ν. 3944/2011, προβλέπεται ως κανόνας η απαγόρευση οπλοκατοχής, υπαγορευομένη από λόγους δημοσίου συμφέροντος και μόνον ως εξαίρεση η οπλοκατοχή, κατόπιν λήψεως σχετικής αδείας, η χορήγηση της οποίας συναρτάται με την εκτίμηση, αφ' ενός μεν, των λόγων για τους οποίους ζητείται η άδεια, αφ' ετέρου δε, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι συντρέχει κατ' αρχήν λόγος που να δικαιολογεί την χορήγηση σχετικής προς τούτο αδείας, της συμπεριφοράς και των εν γένει συντρεχουσών στο πρόσωπο του αιτούντος ιδιοτήτων, ενόψει των οποίων κρίνεται αν αυτός παρέχει ή όχι τα εχέγγυα ασφαλούς φύλαξης του όπλου. Εξάλλου, "κατοχή" κατά την έννοια του άρθρου 7 του ως άνω νόμου, είναι η σχέση μεταξύ του κατόχου και των κατεχομένων όπλων πυρομαχικών, με βάση την οποία ο κάτοχος έχει τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας επ' αυτών και διαθέσεώς τους κατά τη βούλησή του (ΑΠ 826/2024, ΑΠ 911/2022), ενώ κατοχή περισσότερων όπλων συνιστά ένα μόνο έγκλημα οπλοκατοχής και όχι περισσότερα ακόμη και όταν διαπράττεται από κοινού (ΑΠ 982/2022).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή (ΑΠ 713/2023, ΑΠ 1416/2022). Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη στο σύνολό τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 9/2024, ΑΠ 353/2022 ΑΠ 1183/2008). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Δεν είναι απαραίτητη όμως η αξιολογική συσχέτιση και η συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία και μόνον όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1079/2023). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 312/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1079/2023). Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό η άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 1267/2017). Δεν αποτελούν συνεπώς, μεταξύ άλλων, αυτοτελείς ισχυρισμούς (εκτός από την άρνηση των στοιχείων του εγκλήματος), τα πραγματικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αναφέρονται σε αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ενοχής (ΑΠ 660/2020, ΑΠ 1615/2005), τα νομικά επιχειρήματα και γενικά δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός που αναφέρεται σε αμφισβήτηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης και η επίκληση διαφορετικού (ηπιώτερου) νομικού χαρακτηρισμού (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 221/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 312/2025, ΑΠ 844/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 696/2023, ΑΠ 296/2023, ΑΠ 930/2022).
Στην κρινομένη υπόθεση το προαναφερθέν Δ' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στα οποία περιλαμβάνονται και οι ένορκες καταθέσεις των προστατευομένων μαρτύρων (που αξιολογούνται στο πλαίσιο του άρθρου 218 παρ. 6 ΚΠΔ), τις από 30-06-2020 ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των ιδίων ενώπιον της Υπαστυνόμου Α' Ε. Κ. , τις εκθέσεις καταγραφής πληροφοριών (οι οποίες αξιολογούνται στο πλαίσιο του άρθρου 254 παρ. 1β' ΚΠΔ), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, μεταξύ των οποίων και οι εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης των D. L. και Π. Β. (από 17-03-2020 έκθεση του ψυχιάτρου - ψυχοθεραπευτή Τ. Α. και από 24-02-2020 όμοια του ιδίου ιατρού αντίστοιχα) και σε συνδυασμό με τις απολογίες των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου και 11ου εκ των κατηγορουμένων (νοούνται οι: Z. ή Β. E. ή E. του H. , D. ή D. L. του Z. , (επ) P. (ον) S. του G. , H. S. του M. , P. M. του Ρ. , (επ) T. (ον) E. του P. , P. A. του P. , Β. Π. του Β. , Ζ. ή Z. K. ή E. του M. και V. A. του P. αντίστοιχα) και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως,) αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Στην υπηρεσία του Τμήματος Γενικών Υποθέσεων της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών/Διεύθυνσης Ασφάλειας … , στην οποία κατά τον ένδικο χρόνο υπηρετούσε ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας Ι. Κ. , ως Αστυνομικός Υποδιευθυντής, από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2018 είχαν περιέλθει πληροφορίες σχετικά με τη δράση εγκληματικής οργάνωσης, διεθνικού χαρακτήρα, η οποία διακινούσε μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης προερχόμενες από τη Λατινική Αμερική προς διάφορους ευρωπαϊκούς προορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Σε συνεργασία με το Γραφείο DEA της Πρεσβείας των Η.Π.Α. στην Αθήνα, αποφάσισαν να αναλάβουν δράση εξάρθρωσης της εγκληματικής οργάνωσης, η οποία κατά τον ίδιο χρόνο αναζητούσε Έλληνα, για να του αναθέσει τη διαδικασία του επικείμενου πλου ενός ιστιοπλοϊκού σκάφους, που θα χρησίμευε ως μεταφορικό μέσο των ναρκωτικών. Μέλη της οργάνωσης, αλβανικής υπηκοόητητας (ονόματι "..." και "...") προσέγγισαν στη μαρίνα Αλίμου Έλληνα - τον μετέπειτα προστατευόμενο μάρτυρα με την κωδική ονομασία "..." - γνώστη της ιστιοπλοΐας, ο οποίος ήταν από το παρελθόν γνωστός του, επίσης μέλους και διοργανωτή της επιχείρησης μεταφοράς Z. ή Z. K. ή E. (ένατου κατηγορούμενου) και του ζήτησαν να μεριμνήσει, έναντι αμοιβής 300.00,00 ευρώ, για την εξεύρεση και χρονοναύλωση κατάλληλου σκάφους για να αποπλεύσει προς τα νησιά της Καραϊβικής, όπου θα γινόταν η παραλαβή του παράνομου φορτίου, προκειμένου στη συνέχεια να γίνει η μεταφορά και εισαγωγή του στην Ελλάδα, μέσω του λιμανιού της Πρέβεζας, από όπου και θα αναλάμβαναν άλλα μέλη της οργάνωσης να το διακινήσουν περαιτέρω. Η επιθυμία της οργάνωσης ήταν να βρεθεί Έλληνας καπετάνιος και πλοίο υπό Ελληνική σημαία, διότι όπως προέκυψε από μετέπειτα συναντήσεις που έλαβαν χώρα κατά τα παρακάτω, οι αρχηγοί της οργάνωσης κάτοικοι ... , των οποίων τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας δεν έχουν μέχρι σήμερα αποκαλυφθεί, ήτοι, α) Αλβανός υπήκοος, με τα ψευδώνυμα "..." ή "..." (χρήστης της υπ' αριθ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως) και β) άγνωστος άνδρας Αραβικής (Μαροκινής) καταγωγής (χρήστης της υπ' αριθμ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως) δεν επιθυμούσαν ως προορισμό του σκάφους την Ισπανία, επειδή στο παρελθόν είχαν δύο φορές απωλέσει αντίστοιχα παράνομα φορτία. Ο ανωτέρω προστατευόμενος μάρτυρας παρεισέφρησε στην εγκληματική οργάνωση με το ρόλο της διεκπεραίωσης όλων των αναγκαίων διαδικασιών, για την νόμιμη ναύλωση του ιστιοπλοϊκού σκάφους, την εξεύρεση καπετάνιου, την εκπόνηση μελέτης κόστους για το σκάφος και τα σέρβις, καθώς και κάθε άλλης ενέργειας, ώστε να καταστεί εφικτό το ταξίδι προς και από την Καραϊβική. Τούτο δε, το έπραξε κατόπιν συνεννόησης με την Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής στην οποία προσέφυγε και από όπου έλαβε το κωδικό όνομα "...", συναινώντας να συνεργαστεί με τις Αρχές για την εξάρθρωση της οργάνωσης. Εν τω μεταξύ από την άνω υπηρεσία του προτάθηκε τρίτο άτομο, επίσης συνεργάτης της αστυνομίας, προκειμένου να αναλάβει το ρόλο του καπετάνιου του σκάφους, πράγματι δε ο ανωτέρω μάρτυρας "..." εμφάνισε τον προστατευόμενο αυτόν μάρτυρα, που έλαβε την κωδική ονομασία "...", ως δήθεν γνωστό του και έμπιστο για την μεταφορά του φορτίου. Άμεσα και για το σκοπό αυτό κινήθηκαν οι διαδικασίες της ανακριτικής διείσδυσης αμφοτέρων των ως άνω μαρτύρων (συγκεκαλυμμένων δρώντων προσώπων), κατ' εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 28 Ν. 4139/2013 περί ναρκωτικών σε συνυασμό με το άρθρο 254 παρ. 1β'...καθώς και του άρθρου 9 Ν. 2928/2001 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3875/2010 "περί προστασίας μαρτύρων", εκδόθηκαν δε, προς το σκοπό αυτό σειρά Διατάξεων και αντίστοιχων Βουλευμάτων επικύρωσής τους (βλ. τις υπ' αριθμ. ...2018, ...2018, ...2019, ...2019, ...2019 και ...2019 Διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών που επικυρώθηκαν δυνάμει των υπ' αριθμ. ...2018, ...2018, ...2019, ...2019, ...2019 και ...2019 Βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αντίστοιχα). Ο "..." υπό τις οδηγίες του Z. ή Z. K. ή E. (ένατου κατηγορούμενου με το ψευδώνυμο ...), βασικού μέλους της οργάνωσης και κατόπιν συνεννόησης με τις αστυνομικές αρχές, ανέλαβε δράση, προβαίνοντας τον Οκτώβριο του 2018 στη χρονοναύλωση, έναντι 5.000,00 ευρώ μηνιαίως του, ελλιμενισμένου στη μαρίνα Αλίμου, ιστιοπλοϊκού σκάφους με την επωνυμία "BARRACUDA SEVEN", ιδιοκτησίας της εταιρίας "ΟΚΕΑΝΙΣ ΤΣΑΡΤΕΡ Ν.Ε.Π.Α." (με έδρα τη Γλυφάδα Αττικής - ...), το οποίο σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../2016 έγγραφο της Δ/νσης Ναυτιλιακών επενδύσεων και θαλάσσιου τουρισμού έχει άδεια επαγγελματικού πλοίου αναψυχής (από το από 26-05-2016 έγγραφο εθνικότητας του πλοίου, προκύπτει η οριστική νηολόγησή του στα Ελληνικά Νηολόγια και δη στο Νηολόγιο Πειραιά με αριθμό ... , ενώ τούτο προκύπτει και από τα λοιπά έγγραφα του πλοίου που ζητήθηκαν και προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της δίκης). Πρόκειται για μεγάλο ιστιοπλοϊκό πλοίο με χωρητικότητα σε tonnage 44,73 (καθαρή 43,01) και ολικό μήκος 15,98 μ. Προκύπτει συνεπώς, ότι το ανωτέρω μεταφορικό μέσο ήταν κατάλληλο για να μεταφέρει ποσότητα ναρκωτικών ενός (1) τόνου και πλέον, όπως σκόπευε η εγκληματική οργάνωση και ενημέρωσε τον "...", απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών των συνηγόρων υπεράσπισης, που διατείνονται ότι επρόκειτο για μικρό μεταφορικό μέσο, το οποίο δεν είχε την απαιτούμενη χωρητικότητα για να πραγματοποιήσει μεταφορά φορτίου ενός τόνου. Η χρηματοδότηση έγινε δια χειρός προσώπου ονόματι "...", ήτοι ενός εξ αυτών που είχαν αρχικά προσεγγίσει τον άνω συγκεκαλυμμένο μάρτυρα (διαφορετικό πάντως του συνονόματου προσώπου με στοιχεία "A. A. του N. και της D. γεννηθέντος το 1978 στην Αλβανία, κατοίκου ..." που δικάστηκε - για τα ίδια εγκλήματα - στην Ελλάδα και για τον οποίο, ήδη έχει εκδοθεί η προσκομιζόμενη από τους κατηγορούμενους, αμετάκλητη υπ' αριθμ. 3384/2022 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που τον κηρύσσει αθώο, διότι ρητά οι προστατευόμενοι μάρτυρες κατέθεσαν ότι ουδόλως προσομοιάζει με το άτομο που γνώρισαν και χρηματοδότησε το ένδικο ταξίδι). Το σκάφος αυτό, με πλήρωμα τον έτερο προστατευόμενο μάρτυρα "...", ως καπετάνιο και βοηθό τον B. A. (δέκατο κατηγορούμενο), μέλος της οργάνωσης επιφορτισμένο με την παραλαβή και μεταφορά του φορτίου στην Ελλάδα, προετοιμάστηκε καταλλήλως από τους προστατευόμενους μάρτυρες, υπό τις οδηγίες του διοργανωτή της επιχείρησης, ένατου κατηγορούμενου Z. Z. K. (M.). Ο ανεφοδιασμός του έγινε με τα χρήματα που δόθηκαν στον "...", επρόκειτο δε αρχές Νοεμβρίου 2018, να καταπλεύσει στη Λατινική Αμερινή με ενδιάμεσο προορισμό τις νήσους Λας Πάλμας της Ισπανίας, όπου θα γινόταν νεότερη ενημέρωση για τις κινήσεις του και τον τρόπο δράσης των επιβαινόντων προκειμένου να παραλάβουν το φορτίο της κοκαΐνης. Ταυτόχρονα οι Ελληνικές Αστυνομικές Αρχές ανέπτυξαν συνεργασία με τις Ισπανικές Αρχές (ήδη υπήρχε η συνεργασία με τις Αμερικανικές Αρχές), για τον λόγο δε αυτό μετέβη εκεί ο μάρτυρας αστυνομικός και βασικός διοργανωτής της επιχείρησης εξάρθρωσης του κυκλώματος, Ι. Κ. , προκειμένου να συντονίσει τις ενέργειες παρακολούθησης των Αρχών και προς ανταλλαγή πληροφοριών. Την 09-11-2018 το σκάφος ξεκίνησε τον απόπλου με τα δύο ως άνω άτομα ως πλήρωμα (προστατευόμενο μάρτυρα και μέλος της οργάνωσης), ο δε εξ αυτών B. A. (δέκατος κατηγορούμενος), είχε στην κατοχή του συσκευή κρυπτογραφημένης επικοινωνίας, προκειμένου να έχει ασφαλή επαφή με τους ιθύνοντες της οργάνωσης, ενώ ο προστατευόμενος μάρτυρας τελούσε υπό τις οδηγίες που λάμβανε από αυτόν. Η πρώτη στάση του ταξιδιού ήταν την 04-12-2018 στο λιμάνι Santa Cruz de Tenerife (της Τενερίφης), όπου οι επιβαίνοντες κατέλυσαν εντός του σκάφους. Την 08-12-2018 αφίχθη εκεί ο Z. K. , ο οποίος είχε την γενική οργάνωση του εγχειρήματος και αποτελούσε το πλέον έμπιστο άτομο της οργάνωσης, προκειμένου να διευθετήσει τις λεπτομέρειες του ταξιδιού και να συζητήσει τον σχεδιασμό των κινήσεων του πληρώματος. Την 13-12-2018 πραγματοποιείται μία συνάντηση στο σκάφος, στην οποία συμμετείχε ο - εκ των αρχηγών - "..." ή "..." που εμφανίζεται για πρώτη φορά, ο Z. K. , ο B. και ο προστατευόμενος μάρτυρας "...". Εκεί εμφανίζεται και ο L. E. (δωδέκατος κατηγορούμενος), ο οποίος είναι τεχνικός και είχε κληθεί από τον αρχηγό προκειμένου να πραγματοποιήσει ηλεκτρονικό έλεγχο στο σκάφος και ενδελεχή έρευνα για τη διαπίστωση συσκευών εντοπισμού. Κανείς από τους μάρτυρες δεν καταθέτει για το τελευταίο αυτό άτομο με βεβαιότητα, ως προς το αν ήταν μέλος της οργάνωσης ή τεχνικός που κλήθηκε προκειμένου να ελέγξει το σκάφος. Αντιθέτως, όλες οι μαρτυρίες συμπίπτουν στο ότι το συγκεκριμένο άτομο, κλήθηκε αποκλειστικά για τη διενέργεια της ανατεθείσης σ' αυτό, ως άνω εργασίας, χωρίς να υπάρχουν περισσότερα στοιχεία που να τον συνδέουν με τη δράση της οργάνωσης και να πιστοποιούν τη γνώση του εν λόγω δωδέκατου κατηγορούμενου, του σκοπού του ταξιδιού του σκάφους. Μετά την παροχή των υπηρεσιών του, ο L. E. αποχώρησε και δεν εμφανίστηκε στη συνέχεια. Ο μάρτυρας Κ. που πραγματοποιούσε φυσική επιτήρηση σε συνεργασία με τις Ισπανικές Αρχές, δηλώνει άγνοια ως προς το ρόλο του δωδέκατου κατηγορούμενου και καταθέτει, ότι καμία ενέργειά του δεν υποδηλώνει συμμετοχή στην οργάνωση, γεγονός που δεν επιτρέπει στον ίδιο (μάρτυρα) να συνάγει οποιοδήποτε συμπέρασμα σχετικά με το αν πρόκειται για μέλος της οργάνωσης ή για απλό επαγγελματία που κλήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ενώ αντίθετη πληροφορία δεν έχει από τις συνεργαζόμενες Αρχές των άλλων Κρατών. Ομοίως και οι προστατευόμενοι μάρτυρες δεν γνωρίζουν ό,τιδήποτε σχετικά με τον άνω κατηγορούμενο και τις σχέσεις του με την οργάνωση, καθώς δεν συμμετείχε στη συνάντηση, αλλά απλώς διενήργησε έλεγχο στο σκάφος, γεγονός που από μόνο του δεν δύναται να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κρίση, ότι ο δωδέκατος κατηγορούμενος, γνώριζε τους σκοπούς της οργάνωσης και του ταξιδιού του σκάφους, πολύ δε περισσότερο ότι ήταν μέλος της οργάνωσης αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν υφίστανται επαρκή στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση σε βάρος του, των κατηγοριών που του αποδίδονται. Κατά τη συνάντηση αυτή, τα μέλη της οργάνωσης αντιλήφθηκαν την παρουσία των Ισπανικών Αρχών που διενεργούσαν διακριτική επιτήρηση και για τον λόγο αυτό δεν έλαβαν οποιαδήποτε άμεση απόφαση για την συνέχιση του ταξιδιού του σκάφους. Συμφωνήθηκε ωστόσο να αποπλεύσει το σκάφος την 17-12-2018 προς διάφορα άλλα νησιά της Καραϊβικής, με συνεχείς αλλαγές της πορείας του, προκειμένου να βεβαιωθούν ότι δεν παρακολουθούνται από τις Διωκτικές Αρχές. Ο απόπλους χρηματοδοτήθηκε από τα μέλη της οργάνωσης και στη συνέχεια το σκάφος ξεκίνησε το ταξίδι του προς τα νησιά της Καραϊβικής, περί τα μέσα δε Ιανουαρίου του 2019 αφίχθη στη νήσο Μαρτινίκα αναμένοντας εκεί οδηγίες. Στο σημείο αυτό υπήρξε μία στασιμότητα λόγω συνεχούς αλλαγής των πλάνων ως προς τον τρόπο και το σημείο φόρτωσης του ιστιοπλοϊκού με το φορτίο των ναρκωτικών ουσιών. Τότε έλαβαν χώρα διάφορες συναντήσεις των μελών της οργάνωσης τόσο στην Αλβανία, όσο και στη Βαρκελώνη της Ισπανίας, περί τα τέλη Μαρτίου και αρχές Απριλίου 2019 για τον περαιτέρω σχεδιασμό του εγχειρήματος. Στις συναντήσεις αυτές συμμετείχαν κατά περίπτωση ο A. , ο Z. και ο ανωτέρω αρχηγός της οργάνωσης "..." καθώς και άλλοι, άγνωστοι συνεργοί τους. Σε όλες τις συναντήσεις, οι κατευθύνσεις δίνονταν από τον αρχηγό, ο οποίος επιθυμούσε να γίνει η μεταφορά ενός τόνου περίπου κοκαΐνης από το τέλος Απριλίου μέχρι το τέλος Μαΐου 2019. Το αρχικό σχέδιο ήταν να μεταφέρει την ποσότητα αυτή αλιευτικό σκάφος από το Σουρινάμ της Λατινικής Αμερικής μέχρι τη θαλάσσια περιοχή του Αγίου Βικεντίου Καραϊβικής και εκεί να μεταφορτωθεί στο σκάφος, το οποίο με νέο πλέον όνομα ("..."), για μεγαλύτερη ασφάλεια σε περίπτωση που παρακολουθείτο μέχρι τότε από τις Διωκτικές Αρχές, να καταπλεύσει στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στην Ελλάδα, με πιθανότερο προορισμό το λιμάνι της Πρέβεζας, όπως ο προορισμός αυτός ήταν προκαθορισμένος από την αρχή της επιχείρησης. Ωστόσο το σχέδιο αυτό, για μεταφόρτωση από το αλιευτικό σκάφος δεν πραγματοποιήθηκε. Εν τω μεταξύ το σκάφος είχε ελλιμενιστεί στον Άγιο Βικέντιο της Καραϊβικής και τα καύσιμά του, όπως επίσης τα τρόφιμα του πληρώματος είχαν εξαντληθεί. Τότε η οργάνωση απέστειλε προς χρηματοδότηση και ανεφοδιασμό του σκάφους, το μέλος της V. A. (ενδέκατος κατηγορούμενος), ο οποίος εφοδίασε το πλήρωμα του σκάφους με όλα τα απαραίτητα, ήρθε δε προς τούτο από τον τόπο κατοικίας του που είναι το Βέλγιο, μόνο για το σκοπό αυτό και στη συνέχεια αποχώρησε. Ο ισχυρισμός του άνω κατηγορουμένου, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού απολογία του, ότι δηλαδή όντως πήγε κατά τον άνω χρόνο στην Καραϊβική, πλην όμως όχι για την ανωτέρω αιτία, αλλά για ταξίδι αναψυχής με φίλη του (με την οποία διατηρούσε παράνομο δεσμό, αφού ήταν παντρεμένος με δύο τέκνα κατά τον επίδικο χρόνο), αφ' ενός επιρρωνύει εμμέσως την κατάθεση του προστατευόμενου μάρτυρα (Τ.) και την σχετική έκθεση καταγραφής πληροφοριών, αφ' ετέρου δεν είναι δυνατόν να κριθεί πειστικός ως προς τον επικαλούμενο λόγο της μετάβασής του. Ειδικότερα σύμφωνα με την απολογία του ήταν απλός, χαμηλόμισθος εργάτης ασφαλτόστρωσης, ο οποίος πρόσφατα είχε μεταναστεύσει από την Αλβανία στο Βέλγιο (είχε άδεια προσωρινής διαμονής) με έξοδα μισθίου και λοιπά διατροφικά έξοδα της οικογένειάς του, γεγονός που μαρτυρεί την αδυναμία του να πραγματοποιήσει υπό τις βιοτικές και οικονομικές του συνθήκες, ταξίδι δέκα ημερών, αξίας 3.000,00 ευρώ (όπως ο ίδιος αναφέρει) σε εξωτικό προορισμό. Το γεγονός δε, ότι δεν μερίμνησε να προσκομίσει τουλάχιστον αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία για το "ταξίδι αναψυχής" (απόδειξη καταλύματος, εισιτήρια κλπ...), παρότι ευχερώς θα μπορούσε να το είχε πράξει, εδραιώνει την κρίση του Δικαστηρίου περί του αβασίμου του ισχυρισμού του, ο οποίος ελέγχεται ως παντελώς έωλος και καταδεικνύει την πρόθεσή του να δικαιολογήσει την παρουσία του στην Καραϊβική, καλύπτοντας τον πραγματικό, έκνομο σκοπό του και τις παράνομες ενέργειές του, όπως και την οποιαδήποτε σχέση του με την οργάνωση. Κατόπιν της αναχώρησης του ανωτέρω κατηγορουμένου, ο προαναφερόμενος αρχηγός της οργάνωσης προέβη σε νέο σχεδιασμό για την παραλαβή του εμπορεύματος, του οποίου την προμήθεια είχε ήδη εξασφαλίσει (από άγνωστη χώρα της Λατινικής Αμερικής), σύμφωνα δε με το νέο αυτό πλάνο τα ναρκωτικά θα μεταφέρονταν με υδροπλάνο σε απομονωμένο νησί πλησίον του Αγίου Βικεντίου και από εκεί θα γινόταν η φόρτωση στο σκάφος. Τελικώς αποφασίστηκε να μεταφερθούν στο νησί Baliceaux, από όπου θα τα περισυνέλεγε ο B. και έτερο άγνωστο μέλος σερβικής καταγωγής, που ήδη είχε αφιχθεί την 24-05-2019 στο παρακείμενο νησί Bequia και συναντήθηκε με το πλήρωμα του σκάφους. Κατά το σχέδιο αυτό, μετά την περισυλλογή της κοκαΐνης θα μετέβαινε στο νησί Baliceaux ο "Τ." με το σκάφος για να γίνει με ασφάλεια η φόρτωση, στη συνέχεια δε, θα αναχωρούσαν για Ευρώπη. Ο μάρτυρας Κ. αναφέρει για το άγνωστο αυτό μέλος Σερβικής καταγωγής, ότι είχε πληροφορίες από τις συνεργαζόμενες Αρχές πως είχε αναχωρήσει νωρίτερα από Αγγλία και μετέβη στην περιοχή μέσω Τρινιντάντ. Κατά τον ίδιο χρόνο μάλιστα, μετέβη και αυτός (Κ.) στην Καραϊβική για το συντονισμό των ενεργειών των εμπλεκομένων Αρχών και την άμεση ανταλλαγή πληροφοριών. Τότε ενημερώθηκαν οι αρχές του Αγίου Βικεντίου και από κοινού με πράκτορες της DEA, εκπονήθηκε σχέδιο επιτήρησης του σκάφους και του πληρώματος. Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι ο καπετάνιος και προστατευόμενος μάρτυρας (Τ.), ο οποίος κατά τη διάρκεια του ταξιδιού δεχόταν απειλές και εκφοβισμό από τον B. , αφού δεν αποτελούσε μέλος της οργάνωσης και υπήρχε έλλειμμα εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, δεν διέθετε ο ίδιος κρυπτογραφημένο ούτε δορυφορικό τηλέφωνο, η δε επικοινωνία του με τις Αρχές και προς ενημέρωσή τους ήταν αραιή (όταν ελλιμενιζόταν το πλοίο σε κάποιο νησί) και δύσκολη, καθόσον εντός του σκάφους δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με το δικό του τηλέφωνο από το φόβο ότι θα γίνει αντιληπτός. Ως εκ τούτου η φυσική παρουσία του μάρτυρα Κ. και η παρακολούθηση των ενεργειών του πληρώματος από τις συνεργαζόμενες Αρχές ήταν αναγκαία, λάμβανε δε χώρα με μεγάλη προσοχή καθόσον υπήρχε φόβος και για την ασφάλεια του προστατευόμενου μάρτυρα, αλλά και για την αποκάλυψη της επιτήρησης, γεγονός που θα συνεπαγόταν την ακύρωση του προαποφασισμένου από την οργάνωση, σχεδίου. Το σχέδιο ωστόσο προς στιγμήν ναυαγεί λόγω ασυμφωνίας των αρχηγών της οργάνωσης με τους προμηθευτές, ως προς το τίμημα αγοράς των ναρκωτικών, όπως αναφέρει ο A. και o Z. , οι οποίοι ζητούν από τους προστατευόμενους μάρτυρες (Σ. και Τ.) να κάνουν υπομονή, πλην όμως οι τελευταίοι αντιδρούν και το σκάφος μεταβαίνει πάλι στη Μαρτινίκα όπου ελλιμενίζεται στη μαρίνα σκαφών La Marine αρχές Ιουνίου 2019, οι δε υπό κάλυψη δρώντες επιστρέφουν στην Ελλάδα και ο B. στην Αλβανία. Αυτό συνέβη διότι τότε πλέον ξεκινούσε η περίοδος των τυφώνων και συνεπώς οι καιρικές συνθήκες καθίσταντο απαγορευτικές για τον ασφαλή διάπλου του Ατλαντικού Ωκεανού. Επομένως, το όλο εγχείρημα έπρεπε εκ των πραγμάτων να αναβληθεί για τα τέλη του έτους 2019. Τον Αύγουστο λαμβάνουν χώρα συναντήσεις, μεταξύ των προστατευομένων μαρτύρων και μελών της οργάνωσης, αρχές Αυγούστου στην Αλβανία και τέλη Αυγούστου (29 και 30) στη Βαρκελώνη. Στις συναντήσεις αυτές παρευρίσκεται ο προαναφερόμενος αρχηγός (.../...) και ο έχων το ρόλο της οργάνωσης του όλου εγχειρήματος Z. (ένατος κατηγορούμενος) και κατά τη διάρκειά τους περιγράφονται οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι ανωτέρω με τους προμηθευτές καθώς και άλλα εγχειρήματα μεταφοράς των ναρκωτικών που σχεδιάζουν, ζητούν δε τη συνδρομή των προστατευομένων μαρτύρων. Για πρώτη φορά ο αρχηγός διατυπώνει τη σκέψη, τόπος παράδοσης να είναι τελικώς η Ισπανία, ενώ δηλώνει ότι θα ολοκληρωθεί το εγχείρημα, για το οποίο μέχρι τότε έχουν δαπανηθεί μεγάλα χρηματικά ποσά. Την 07-11-2019 ο B. έρχεται από την Ιταλία στην Ελλάδα και παραδίδει ένα κρυπτογραφημένο τηλέφωνο επικοινωνίας στον προστατευόμενο μάρτυρα "...". Ο τελευταίος σε τρεις μέρες αναχωρεί για Μαρτινίκα, προκειμένου να επιβλέψει τις εργασίας προετοιμασίας και εξοπλισμού, καθώς και τα απαραίτητα εφόδια του σκάφους, ώστε να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια το υπερατλαντικό ταξίδι επιστροφής. Ομοίως στο νησί καταφθάνουν με τη σειρά ο B. (16-11-2019) και ο έτερος προστατευόμενος μάρτυρας, καπετάνιος του σκάφους "..." (19-11-2019), προκειμένου να ακολουθήσουν το νέο σχέδιο φόρτωσης και μεταφοράς του παράνομου φορτίου, που θα τους υποδειχθεί. Κατά τις οδηγίες που έλαβαν, η παράδοση του φορτίου ενός τόνου περίπου, θα λάμβανε χώρα τις επόμενες ημέρες, πλησίον των ναυτικών χωρικών υδάτων του Αγίου Βικεντίου. Ως καταληκτική ημερομηνία ορίστηκε από το εγκληματικό δίκτυο η 23-11-2019 και για το λόγο αυτό εντατικοποιήθηκαν οι εργασίες προετοιμασίας του σκάφους. Την 20-11-2019 οι προστατευόμενοι μάρτυρες και ο B. απέπλευσαν από Μαρτινίκα προς Άγιο Βικέντιο, αναμένοντας τον ακριβή χρόνο και το ακριβές (κατά συντεταγμένες) σημείο της θαλάσσιας περιοχής του Αγίου Βικεντίου, της συνάντησής τους με το αλιευτικό σκάφος που θα μετέφερε την ποσότητα των ναρκωτικών, η μεταφόρτωση της οποίας θα λάμβανε χώρα στη θάλασσα. Πράγματι την 05-11-2019 ξεκίνησε έμφορτο, με ποσότητα άνω του ενός τόνου κοκαΐνης, το αλιευτικό σκάφος από το Σουρινάμ, προκειμένου να φτάσει στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης ανοιχτά των νήσων Μπαρμπέϊντος και σε απόσταση περίπου 500 ναυτικών μιλίων από το Σουρινάμ. Πρωϊνές ώρες της 11ης-12-2019 το σκάφος προσέγγισε το προκαθορισμένο σημείο - τις συντεταγμένες του οποίου είχε λάβει ο B. με μήνυμα στο δορυφορικό τηλέφωνό του - παραμένοντας εκεί για μερικές ώρες. Εν συνεχεία το ιστιοπλοϊκό σκάφος παρέλαβε ποσότητα κοκαΐνης άνω του ενός τόνου από το άγνωστο (μη εξακριβωθέν) αλιευτικό σκάφος, εν μέσω δυσχερών καιρικών συνθηκών (τρείς ημέρες χρειάστηκαν για να φτάσουν στο στίγμα) και κατευθύνθηκε προς τον Άγιο Βικέντιο, ενώ ο έχων την επίβλεψη και οργάνωση του σχεδίου Z. ενημέρωσε τον έτερο προστατευόμενο μάρτυρα και από παλιά γνωστό του "...", για την καλή κατάληξη του σχεδίου της μεταφόρτωσης εν θαλάσση. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ο προστατευόμενος μάρτυρας "..." δικαιολογεί την αδυναμία του να αντιληφθεί το όνομα του αλιευτικού σκάφους, επικαλούμενος τη δυσχέρεια που αντιμετώπισε στη μεταφόρτωση των ναρκωτικών, δοθέντος ότι αυτά ήταν τοποθετημένα σε 52 σάκους, που περιλάμβαναν 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες κοκαΐνης συσκευασμένες σε 104 πακέτα με ειδική αδιάβροχη επίστρωση. Κατά την αναφορά του εν λόγω μάρτυρα χρειάστηκαν 3 ώρες για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της μεταφόρτωσης, εν μέσω μεγάλων κυμάτων που είχαν ως αποτέλεσμα τη δυσκολία στην παραλαβή των σάκων τους οποίους έρριπτε με σχοινιά το πλήρωμα του αλιευτικού σκάφους στο δικό τους (μέθοδος παραγαδιού). Οι κατηγορούμενοι αμφισβητούν την κατάθεση του μάρτυρα, ισχυριζόμενοι ότι δεν υπήρχαν άσχημες καιρικές συνθήκες, προσκομίζει δε, δια των συνηγόρων του ο τρίτος εξ αυτών, σχετικά έγγραφα από το διαδίκτυο που δεικνύουν ήπιο καιρό στη θαλάσσια περιοχή του Αγίου Βικεντίου, κατά την ημέρα της μεταφόρτωσης. Ωστόσο, ο έντονος κυματισμός από ρεύματα που δημιουγούνται στις ανοιχτές θάλασσες (στα οποία αναφέρεται ο μάρτυρας Τ. στην κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), δεν μπορεί να αποκλειστεί από τα προαναφερόμενα έγγραφα, ενώ επιπλέον ο μάρτυρας Κ. επιβεβαιώνει την ύπαρξη κακοκαιρίας από πληροφορίες που είχε από τις συνεργαζόμενες Αμερικανικές αρχές, αφού σε κάποια σχετική απόσταση (ώστε να μην γίνει αντιληπτό) βρισκόταν το Αμερικανικό Ναυτικό, καθόσον οι πράκτορες της DEA ήταν ενήμεροι για την παράνομη συναλλαγή που θα πραγματοποιείτο στη θαλάσσια περιοχή του Αγίου Βικεντίου και βρίσκονταν σε επιφυλακή για κάθε ενδεχόμενο. Το γεγονός αυτό σε κάθε περίπτωση δεν είναι κρίσιμο, αφού ακόμη και εάν είχε γίνει αντιληπτό το όνομα του αλιευτικού σκάφους από τον Τ. , δεν θα ήταν τούτο αρκετό για οποιαδήποτε περαιτέρω διαλεύκανση της υπόθεσης, σχετικά με το κύκλωμα που προμήθευσε τα ναρκωτικά στην ερευνώμενη οργάνωση, δοθέντος μάλιστα ότι αυτό (όνομα) θα μπορούσε κάλλιστα να αλλάξει στη συνέχεια. Τις βραδυνές ώρες στις 12-12-2019 και ενώ το ιστιοπλοϊκό σκάφος κατευθυνόταν έμφορτο προς τον Άγιο Βικέντιο, το Λιμενικό του Αγίου Βικεντίου διενήργησε έλεγχο στα έγγραφα του σκάφους και του πληρώματος, ανακαλύπτοντας ατασθαλίες στα νομιμοποιητικά έγγραφα του B. , ο οποίος και στο παρελθόν είχε κάποιο πρόβλημα με τα έγγραφά του σε γενόμενο έλεγχο, χωρίς όμως περαιτέρω συνέπειες. Κατά τον τελευταίο αυτό έλεγχο ωστόσο, το λιμενικό του Αγίου Βικεντίου απομάκρυνε το άνω μέλος της οργάνωσης από το σκάφος, στο οποίο παρέμεινε μόνο ο προστατευόμενος μάρτυρας "..." και καπετάνιος αυτού. Ο έτερος μάρτυρας (...) που βρισκόταν κατά τον ίδιο χρόνο στον Άγιο Βικέντιο, αφού έλαβε σχετική ενημέρωση, με τη σειρά του γνωστοποίησε την αποβίβαση του B. στην οργάνωση και καθ' υπόδειξή της επιβιβάστηκε ο ίδιος στο σκάφος, στο οποίο μεταφέρθηκε με λιμενικό σκάφος του Αγίου Βικεντίου, (διαφορετικό από αυτό που προσήγαγε τον B. στις λιμενικές αρχές της νήσου), με εντολή πλέον να το οδηγήσουν, μαζί με τον "..." στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Πρέβεζα. Στο σημείο αυτό οι κατηγορούμενοι προβάλουν τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αστυνομικής παγίδευσης, τον οποίον στηρίζουν στην επίκληση του γεγονότος ότι οι συγκεκαλυμμένοι δρώντες, ήταν αυτοί που με δική τους παρότρυνση έπεισαν τον αρχηγό της οργάνωσης να μεταφέρουν το φορτίο στην Ελλάδα αντί της Ισπανίας, όπως αφενός μεν είχε προγραμματίσει σε κάποιο χρονικό σημείο - κατά τη διάρκεια των αλλεπάλληλων αλλαγών του σχεδίου - ο ... και αφετέρου θα ήταν το πλέον λογικό να πράξουν για να αποφύγουν, τόσο τους ελέγχους από τα λιμενικά σώματα των διαφόρων κρατών που μεσολαβούν (βλ. ισχυρισμούς και χάρτη της περιοχής που προσκομίζει ο συνήγορος υπεράσπισης του ένατου κατηγορουμένου Z.), όσο και το επισφαλές του ταξιδιού λόγω της μεγάλης χρονικής διάρκειας που απαιτείτο (περίπου 40 ημέρες) και των καιρικών συνθηκών που ήταν δυνατόν να αντιμετωπίσουν, ενόψει του ότι ήταν χειμώνας. Με τον ισχυρισμό αυτόν, που κατατείνει στην παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ), επιχειρούν να κυρηχθούν άκυρες οι πράξεις της ανακριτικής διείσδυσης, ώστε τα συλλεγέντα εξ αυτών στοιχεία να αποτελούν ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα. Ωστόσο, το ανωτέρω γεγονός που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι (μεταβολή του αρχικού προορισμού με τη διαμεσολάβηση των συγκεκαλυμμένων δρώντων), ελέγχεται ως αβάσιμο. Ειδικότερα, από την έναρξη του εγχειρήματος, όπως προαναφέρθηκε, ως τόπος μεταφοράς των ναρκωτικών είχε επιλεχθεί από τους αρχηγούς της οργάνωσης η χώρα μας και τούτο παρά τους όποιους κινδύνους ήταν δυνατόν να εγκυμονεί το ταξίδι από την Καραϊβική προς την Ελλάδα (λιμενικούς ελέγχους, καιρικές συνθήκες). Για τον λόγο άλλωστε αυτό θέλησαν να ναυλώσουν ελληνικό σκάφος, από τη μαρίνα Αλίμου και επέλεξαν Έλληνες συνεργάτες για την διεκπεραίωση των αναγκαίων διαδικασιών, την προετοιμασία του σκάφους και τον χειρισμό αυτού. Σε αντίθετη περίπτωση θα είχαν εκκινήσει από την Ισπανία, όπως θα ήταν ευχερέστερο γι' αυτούς, ενόψει του ότι οι αρχηγοί της οργάνωσης ήταν κάτοικοι Ισπανίας, υπήρχαν δε, εκεί πολλά γνωστά στους αρχηγούς και έμπιστα μέλη της οργάνωσης για να εξυπηρετήσουν το σκοπό της. Το κακό προηγούμενο που είχε ο Α. και ο έτερος Άραβας αρχηγός (με την απώλεια δύο φορτίων στο παρελθόν) ήταν προφανώς το κίνητρο για να επιλέξουν - ως πλέον σίγουρο τόπο εισαγωγής του φορτίου και περαιτέρω διακίνησής του με πιθανόν λιγότερους κινδύνους ελέγχου στο εσωτερικό της χώρας - την Ελλάδα ως τόπο μεταφοράς, καθώς άλλωστε η χώρα αποτελεί κομβικό σημείο για περαιτέρω διακίνηση, τόσο σε Ευρώπη και Αφρική (όπως και η Ισπανία), όσο όμως και στην Τουρκία και Ρωσία, που επίσης αποτελούν μεγάλες αγορές για το παράνομο εμπόριο των ναρκωτικών. Είναι βέβαια αληθές, όπως προαναφέρθηκε, ότι κατά τη διάρκεια των πολλαπλών μεταβολών του σχεδίου και της παρατεταμένης αναβολής, στις διάφορες συναντήσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ αρχηγών, μελών και προστατευομένων μαρτύρων, τέθηκε ως πιθανό και το πλάνο μεταφοράς του φορτίου στην Ισπανία. Ωστόσο δεν ευδοκίμησε η ιδέα αυτή, όπως και τα λοιπά σχέδια ως προς τον τρόπο και τον τόπο φόρτωσης του παράνομου φορτίου και τελικώς τέθηκε σε εφαρμογή το αρχικό σχέδιο ακέραιο (μεταφόρτωση από αλιευτικό που εκκίνησε από το Σουρινάμ και μεταφορά στην Ελλάδα).
Εξάλλου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, βαρύνουσας σημασίας ως προς τη λήψη της άνω απόφασης γεγονός, ήταν και η παρακολούθηση του σκάφους από τις Ισπανικές Αρχές, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε αντιληφθεί ο αρχηγός της οργάνωσης κατά τη συνάντηση που έλαβε χώρα στο σκάφος την 13η-12-2018 στην Τενερίφη. Το γεγονός, ότι οι προστατευόμενοι μάρτυρες όταν επικοινώνησαν με τον αρχηγό της οργάνωσης, (όντες μόνοι τους στο σκάφος μετά την απομάκρυνση του B.) ενήργησαν προς την κατεύθυνση αυτή, ήτοι να μεταφερθεί η παραληφθείσα ποσότητα στην Ελλάδα αντί της Ισπανίας, υπό την έννοια ότι με τη στάση τους έκαμψαν κάθε αμφιβολία των αρχηγών της οργάνωσης, ουδόλως άγει στη διαπίστωση ότι δεν είχε προαποφασιστεί από τους τελευταίους το ταξίδι για τη μεταφορά των ναρκωτικών στην Ελλάδα, ενώ σε κάθε περίπτωση, την πράξη της μεταφοράς σε οποιονδήποτε Ευρωπαϊκό προορισμό, την είχαν εξ αρχής προαποφασίσει οι αρχηγοί της οργάνωσης, πολύ πριν ψάξουν για άτομα που θα τους διευκόλυναν στην τέλεση του εγκλήματός τους. Εν κατακλείδι, οι συγκεκαλυμμένοι μάρτυρες εκτελούσαν σαφώς οδηγίες που λάμβαναν από τους αρχηγούς της οργάνωσης, κάθε αντίθετη δε, εικασία παραβιάζει τους κανόνες λογικής, ενόψει του ότι πρόκειται για άρτια δομημένη διεθνή οργάνωση με διακριτούς ρόλους και υποταγή στις αποφάσεις των αρχηγών της, οι δε άνω μάρτυρες - οι οποίοι μέχρι πρότινος ήταν άγνωστοι στους αρχηγούς - βρίσκονταν εκτός του δικτύου αυτής και δεν θα μπορούσαν να ασκούν τέτοια επιρροή στις αποφάσεις της. Κατόπιν της ως άνω εξέλιξης των πραγμάτων και δεδομένου ότι στο σκάφος βρέθηκαν αμφότεροι οι προαναφερθέντες προστατευόμενοι μάρτυρες, έχοντας πλέον πρόσβαση στο δορυφορικό τηλέφωνο που μέχρι πρότινος χειριζόταν αποκλειστικά ο B. , ειδοποιήθηκαν εκ μέρους τους άμεσα οι Ελληνικές Αρχές που με τη σειρά τους επικοινώνησαν με την εισαγγελία του Μαϊάμι της Φλόριντα των Η.Π.Α. Από το σημείο αυτό οι Αμερικανικές Αρχές ανέλαβαν τη διασφάλιση της ναρκωτικής ουσίας, προς τούτο δε, ζήτησαν τη διενέργεια ελεγχόμενης μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα, σε απάντηση δε, του σχετικού αιτήματός τους οργανώθηκε επιχείρηση "Ελεγχόμενης Παράδοσης", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 254 παρ. 1γ' ΚΠΔ και 38 του Ν. 2145/1993 (όπως τροποπ. με αρθ. 15 του Ν. 2331/1995), κατόπιν απόφασης του αρμοδίου Συντονιστικού Οργάνου Δίωξης Ναρκωτικών (Σ.Ο.Δ.Ν.) και την έγκριση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για τη διενέργειά της αναφορικά με ποσότητα κοκαΐνης περίπου 1.302,7 κιλών, η οποία θα ερχόταν στη χώρα μέσω Μαδρίτης (σχετικό το υπ' αριθμ. πρωτ. ...2019 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προς το αρμόδιο Συντονιστικό Όργανο Δίωξης Ναρκωτικών). Πράγματι στις 13-12-2019 παραλαμβάνονται από τις Αμερικανικές Αρχές οι ποσότητες των ναρκωτικών από το σκάφος, το οποίο εν τέλει εγκαταλείφθηκε στην Καραϊβική και οι μεν προστατευόμενοι μάρτυρες επέστρεψαν αεροπορικώς στην Ελλάδα, παριστάνοντας για διάστημα πλέον του μηνός στις επικοινωνίες τους με τα μέλη της οργάνωσης ότι βρίσκονται εν πλω και επιστρέφουν με το έμφορτο σκάφος στην Ελλάδα, οι δε ναρκωτικές ουσίες εισήχθησαν στη χώρα στα πλαίσια της άνω έγκρισης της ελεγχόμενης παράδοσης, αεροπορικώς, από το Μαϊάμι μέσω Μαδρίτης. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η ποσότητα που τελικώς εισήχθη στη χώρα ήταν περίπου 1.200 κιλά κοκαΐνης και όχι 1.302,7 κιλά όπως φερόταν αρχικά (κατά το υπ' αριθμ. πρωτ. ...2019 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προς το αρμόδιο Συντονιστικό Όργανο Δίωξης Ναρκωτικών). Τούτο προκύπτει από το από 08-01-2020 έγγραφο των Ισπανικών Αρχών που υπογράφει ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Μαδρίτης, στο οποίο αναφέρεται ότι λόγω του όγκου του φορτίου (1.200 κιλά περίπου), θα γίνουν δύο μεταφορές 600 κιλών εκάστη, με δύο ξεχωριστές πτήσεις προς Αθήνα στις 11-01-2020 και στις 12-01-2020. Ο μάρτυρας Κ. , ερωτηθείς από τον συνήγορο υπεράσπισης του έβδομου κατηγορουμένου (προτού ληφθούν με αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης που έγινε αποδεκτό κατά τη διάρκεια της δίκης από το Δικαστήριο, τα άνω έγγραφα), εξέφρασε την άποψη, ότι η διαφορά στην ποσότητα του φορτίου μεταξύ της αρχικής καταμέτρησής του από τις Αμερικανικές Αρχές κατά την παραλαβή των σάκων και της τελικής καταμέτρησής του στη χώρα μας, επεξηγείται επαρκώς από το γεγονός, ότι τα 104 πακέτα των ναρκωτικών με την ειδική αδιάφροχη επίστρωση βρισκόταν εντός των 52 (μη αδιάβροχων) σάκων που ρίφθηκαν από το αλιευτικό σκάφος στο "Barracuda seven" εν μέσω θαλασσοταραχής και λόγω του νερού που είχαν απορροφήσει είχε επαυξηθεί το βάρος τους. Είναι δε προφανές ότι ο μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά την αρχική καταμέτρηση και η απάντησή του αποτελεί λογική συναγωγή του ιδίου, με βάση τα πραγματικά δεδομένα που έχει υπόψη του. Ανεξάρτητα δε, από το ότι εξέφρασε αξιολογική κρίση και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα ψευδούς κατάθεσής του, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο έβδομος κατηγορούμενος, στο από 29-02-2024 κατατεθέν, κατά τη διάρκεια της δίκης, έγγραφό του με "αίτημα διαβίβασης των πρακτικών στον αρμόδιο Εισαγγελέα λόγω ψευδούς κατάθεσης στο ακροατήριο", είναι σε κάθε περίπτωση γεγονός, ότι στη χώρα μας τελικώς εισήχθη η κατά τα άνω μικρότερη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και όχι η αρχικώς καταμετρηθείσα από τις Αμερικανικές Αρχές, ήτοι εισήχθη τελικώς ποσότητα μικτού βάρους 1 τόνου και 289,200 κιλών και καθαρού βάρους 1 τόνου, 180 κιλών και 650 γραμμαρίων (σχετική η από 25-01-2020 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως του Υπαστυνόμου Α' Ε. Φ. της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών) και συνεπώς, ουδόλως κρίνεται αβάσιμη η κατάθεσή του στο σημείο αυτό και η επεξήγηση στην οποία προέβη ο άνω μάρτυρας με βάση τη λογική. Μετά ταύτα, το ανωτέρω αίτημα, ελέγχεται ως ουσία αβάσιμο. Η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, μετά την άφιξή τους στην Ελλάδα, συνοδεία αυτοκινήτων της αστυνομίας τοποθετήθηκαν ήδη από τις 13-01-2020 προς φύλαξη σε μισθωμένη οικία στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, η οποία κρίθηκε κατάλληλη, διότι παρείχε τη δυνατότητα επιτήρησης εκ μέρους της Αστυνομίας. Στο σημείο αυτό και σχετικά με την υποβληθείσα ένσταση περί ακυρότητας της ελεγχόμενης μεταφοράς λόγω υπέρβασης των ορίων της και μη τήρησης των νόμιμων προϋποθέσεων εκ μέρους ορισμένων εκ των κατηγορουμένων, αφ' ενός διότι η σχετική εισαγγελική διάταξη που ενέκρινε το σχετικό αίτημα του Σ.Ο.Δ.Ν. δεν επικυρώθηκε δια βουλεύματος εμπροθέσμως και αφ' ετέρου διότι δεν τηρήθηκαν οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου (ειδοποίηση Εισαγγελέων Πλημ/κών από τις περιφέρειες των οποίων θα γινόταν η μεταφορά με τα οχήματα της αστυνομίας προς τον Αστακό Αιτωλοακαρναρίας, σύνταξη εκθέσεως του Σ.Ο.Δ.Ν. που να συμπεριλαμβάνει τα σχετικά με τη διενεργηθείσα υπό έλεγχο μεταφορά κλπ), επισημαίνεται ότι, πρόκειται σε κάθε περίπτωση για απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα σχετικά διαλαμβάνονται στην μείζονα σκέψη της παρούσης, η ακυρότητα αυτή έπρεπε να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, ήδη δε, εφόσον δεν προβλήθηκε εγκαίρως αλλά το πρώτον, στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, έχει καλυφθεί κατ' άρθρα 174 παρ. 1 και 171 ΚΠΔ, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε και αυτεπάγγελτα. Για τον λόγο αυτό ο οικείος αυτοτελής ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, καθ' όλο το διάστημα αυτό, οι "Σ." και "Τ." προσποιούνταν ότι ταξιδεύουν με το σκάφος προς την Ελλάδα, τούτο δε, διαβεβαίωσε ο "Σ." σε δορυφορική επικοινωνία που είχε στις 16-01-2020 με τον ένατο κατηγορούμενο (Z. ή Z. K.), κατά την οποία ο τελευταίος του ζητούσε για λογαριασμό του αρχηγού της οργάνωσης τα στοιχεία του ατόμου που θα ήταν υπεύθυνος για την παραλαβή και αποθήκευση του φορτίου. Στο σημείο αυτό κρίθηκε αναγκαία η ανακριτική διείσδυση και ετέρου ατόμου - συνεργάτη της Αστυνομίας και δη του συγκαλυμμένα δρώντος προστατευόμενου μάρτυρα υπό την κωδική ονομασία "...", οπότε κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 28 Ν. 4139/2013, σε συνδυασμό με το άρθρο 254 παρ. 1β' (τότε 253 Α παρ. 1α) ΚΠΔ πραγματοποιήθηκε η ανακριτική διείσδυση και του εν λόγω μάρτυρα (δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2020 Διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, επικυρωθείσα με το υπ' αριθμ. ...2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών), που αναφέρθηκε εκ μέρους του Σ. στον Z. με το όνομα "..." και εμφανίστηκε ως το άτομο που θα τον συνεπικουρούσε στην παραλαβή του φορτίου. Την 18-01-2020 δόθηκε στον ένατο κατηγορούμενο εκ μέρους του Σ. ο αριθμός τηλεφώνου του Κ. Α. (...), προκειμένου να οργανωθεί ο τρόπος της παραλαβής των ναρκωτικών κατά την άφιξή τους στην Ελλάδα και αφού προηγήθηκε δορυφορική επικοινωνία μεταξύ Σ. και Z. την προηγούμενη ημέρα, κατά την οποία ο τελευταίος τον ενημέρωσε για την επιθυμία των μελών της οργάνωσης να βοηθήσουν τον Κ. στην παραλαβή του φορτίου. Πράγματι άγνωστο άτομο επικοινώνησε άμεσα με τον Κ. από την υπ' αριθμ. ... τηλεφωνική σύνδεση αιτούμενος συνάντηση, την οποία ο μάρτυρας απέφυγε προσποιούμενος απουσία του από την Αθήνα. Την επομένη 19-01-2020 ο Z. επικοινώνησε με τον Σ. , απαιτώντας να κανονίσει ώστε να έρθει σε επαφή ο Κ. με τα εν Ελλάδι ευρισκόμενα μέλη της οργάνωσης. Κατόπιν τούτου την 20-01-2020 ο Κ. εντελλόμενος από τον αρχηγό Α. , κανόνισε κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον άγνωστο χρήστη της υπ' αριθμ. ... τηλεφωνικής σύνδεσης συνάντηση σε καφέ στον Ισθμό της Κορίνθου, προκειμένου να συζητηθούν οι λεπτομέρειες της παράδοσης των ναρκωτικών ουσιών. Περί ώρα 16.30 της ίδιας ημέρας μετέβησαν τρία άτομα στο σημείο συνάντησης. Ο ένας εξ αυτών δήλωσε, επιδεικνύοντας μάλιστα την ταυτότητά του, ότι λέγεται P. S. (τρίτος κατηγορούμενος) και ότι του ανατέθηκε από την οργάνωση ο ρόλος του συντονισμού της παραλαβής των ναρκωτικών στην Ελλάδα για λογαριασμό της. Μαζί με τον προαναφερόμενο κατηγορούμενο μετέβησαν στην συνάντηση, συνεπικουρώντας αυτόν και δύο ακόμη άτομα, ήτοι ο έκτος κατηγορούμενος T. E. και ένα ακόμη άτομο Αλβανικής καταγωγής που δεν έχει ταυτοποιηθεί μέχρι σήμερα. Ο P. δήλωσε επίσης ότι ένας εξ αυτών θα είναι συνέχεια μαζί του για να επιβλέπει τη διαδικασία μέχρι την παραλαβή των ναρκωτικών, αμφότεροι δε αυτοί (T. και άγνωστο άτομο) παρείχαν με τον άνω τρόπο τη συνδρομή τους στους οργανωτές της επιχείρησης. Από τη φυσική επιτήρηση του χώρου από τους αστυνομικούς, προέκυψε ότι στο σημείο συνάντησης τα προαναφερόμενα τρία άτομα μετέβησαν με το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας Seat Altea, χρώματος μπλε ιδιοκτησίας του T. Ταυτόχρονα με την άφιξη των ανωτέρω μετέβη στο ίδιο σημείο και το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας WW POLO, χρώματος μπλε ιδιοκτησίας του P. M. (πέμπτος κατηγορούμενος) με συνοδηγό έτερο άτομο που επίσης τα στοιχεία του παραμένουν άγνωστα μέχρι σήμερα. Τα δύο αυτά άτομα, όπως έγινε αντιληπτό από τους αστυνομικούς, καθ' όλη τη διάρκεια της συνάντησης επιτηρούσαν το χώρο, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και ελέγχοντας για τυχόν ύπαρξη αστυνομίας στην περιοχή, συνδράμοντας με τον τρόπο αυτό τους τρίτο και ένατο κατηγορούμενους, στο πλαίσιο της οργάνωσης του τρόπου παραλαβής και χρηματοδότησης των ναρκωτικών στην Ελλάδα. Μετά το πέρας της συνάντησης όλα τα ανωτέρω άτομα - μέλη της οργάνωσης συγκεντρώθηκαν σε παρακείμενο βενζινάδικο και αφού συζήτησαν για λίγη ώρα, χωρίστηκαν, ο δε P. επιβιβάστηκε στο υπ' αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας SMART, χρώματος λευκού, ιδιοκτησίας της συντρόφου του C. V. (αρχικώς κατηγορουμένης και ήδη αθωωθείσης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο). Όπως προαναφέρθηκε, οι ναρκωτικές ουσίες στο πλαίσιο της ελεγχόμενης μεταφοράς ήδη είχαν μεταφερθεί και αποθηκευτεί σε οικία στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας προ της ανωτέρω συναντήσεως στον Ισθμό της Κορίνθου, παρότι καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα οι υπό κάλυψη δρώντες παρίσταναν στον Z. (ένατο κατηγορούμενο) που ήταν αυτός που είχε την γενική οργάνωση του εγχειρήματος, ότι βρίσκονται εν πλω, στο ταξίδι επιστροφής με το σκάφος. Πράγματι ο άνω κατηγορούμενος επικοινώνησε με τους μεταφορείς - προστατευόμενους μάρτυρες τηλεφωνικά κατά το διάστημα αυτό, χρησιμοποιώντας διαφορετικούς κάθε φορά αριθμούς (όπως ... και ...), και πραγματοποιώντας και βιντεοκλήση στις 23-01-2020 - όταν υποτίθεται αφίχθησαν τα ναρκωτικά στην Ελλάδα και αποθηκεύτηκαν σε ασφαλές σημείο - προκειμένου να διασφαλίσει την ομαλή εξέλιξη της εισαγωγής, μεταφοράς και αποθήκευσης του φορτίου των ναρκωτικών ουσιών, ώστε εν συνεχεία να παραληφθεί αυτό χωρίς προβλήματα από τα μέλη της οργάνωσης στην Ελλάδα. Με δικές του ενέργειες και σε συνεργασία με τον P. (όπως εμμέσως αλλά ευχερώς συνάγεται και από την απολογία του τελευταίου) οργανώθηκαν μέλη της οργάνωσης που ταξίδεψαν προς το σκοπό αυτό από το εξωτερικό (βλ. απολογίες P. και H. με τις έμμεσες παραδοχές που προκύπτουν από αυτές), προκειμένου να παραλάβουν τα ναρκωτικά, συμφωνήθηκε δε, η παράδοση αυτή να λάβει χώρα την 24-01-2020. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι, ο ισχυρισμός του εν λόγω ένατου κατηγορουμένου (Z.), περί κατάστασης ομηρίας του εκ μέρους μελών της οργάνωσης, τα οποία εν όψει της απροσδόκητης εξέλιξης της απομάκρυνσης του B. από το σκάφος, θορυβήθηκαν και τον έθεσαν υπό κράτηση στην Ισπανία, εξαναγκάζοντάς τον να προβεί σε κάθε αναγκαία ενέργεια προκειμένου να τελεσφορήσει το εγχείρημα της εισαγωγής, μεταφοράς και αποθήκευσης του φορτίου των ναρκωτικών ουσιών σε ασφαλή τόπο και να περιέλθει στην κατοχή έμπιστων μελών της οργάνωσης στη συνέχεια, δεν κρίνεται πειστικός. Τούτο δε καθόσον, ο άνω κατηγορούμενος είναι αυτός που εξ αρχής οργάνωσε το ταξίδι από την Ελλάδα προς Καραϊβική, επιτελώντας βασικό έργο στην εξεύρεση σκάφους, καπετάνιου, σκίπερ, καθώς επίσης στη χρηματοδότηση του ταξιδιού, λάμβανε δε, μέρος στις συναντήσεις των αρχηγών της οργάνωσης καθ' όλη τη διάρκεια του εγχειρήματος. Υπό τις δικές του οδηγίες καθώς και του τρίτου κατηγορούμενου (P.) συντονίστηκαν οι ενέργειες των λοιπών κατηγορουμένων - συνεργών στην οργάνωση της παραλαβής του φορτίου στην Ελλάδα και ήταν το άτομο με το οποίο επικοινωνούσαν οι υπό κάλυψη δρώντες κατά τη διάρκεια του "υποτιθέμενου" ταξιδιού της επιστροφής. Η εξέχουσα θέση του στη δομή της οργάνωσης είναι συνεπώς αναμφισβήτητη και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός περί εξαναγκασμού του στην πορεία να προβεί στις ενέργειες που προέβη (οργάνωση παραλαβής) δεν έχει σοβαρά ερείσματα στο αποδεικτικό υλικό. Το γεγονός δε, ότι επέτρεψε να διαδοθεί εκ μέρους του P. - προς τον νέο μάρτυρα, υπό κάλυψη δρώντα Κ. , ο οποίος διείσδυσε με τη νόμιμη ανακριτική διαδικασία στη συνέχεια - ότι κινδυνεύει η ζωή του από τα μέλη του κυκλώματος, αποτελεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου εσκεμμένο ελιγμό του, ώστε να προστατεύσει τον εαυτό του από ενδεχόμενη αποτυχία της όλης προσπάθειας εισαγωγής των ναρκωτικών ουσιών στη χώρα (ενόψει του φόβου ότι το νέο αυτό άτομο είναι συνεργάτης της αστυνομίας) και να εξασφαλίσει για τον εαυτό του λόγο απαλλαγής ή ελαφρυντικό σε ανύποπτο χρόνο για την περίπτωση εμπλοκής της αστυνομίας και εξάρθρωσης της οργάνωσης, αφού και ο ίδιος μετά την απομάκρυνση του B. , άρχισε προφανώς να ανησυχεί για τα πραγματικά κίνητρα των μεταφορέων και για την τελική επιτυχία του έκνομου σχεδίου της οργάνωσης. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την απολογία του έβδομου κατηγορούμενου P. , στην οποία αυτός αναφέρει ότι επισκέφθηκε την οικία (βίλα) όπου διέμενε ο Z. στην Ισπανία και έλαβε οδηγίες απ' αυτόν (σχετικά δήθεν με τη μεταφορά ενός τηλεφώνου στην Ελλάδα, έναντι αδρής αμοιβής). Ο ανωτέρω έβδομος κατηγορούμενος εμφανίζει τον Z. , που έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή του, ως άτομο ισχύος (από άποψη εμφάνισης και συμπεριφοράς), περιτριγυρισμένο από έμπιστους μυώδεις άνδρες (μπράβους). Ανεξαρτήτως δε, του ενδεχομένου, να διαρρήχθηκαν σ' ένα βαθμό, κατ' εκείνο το χρονικό σημείο της απομάκρυνσης του B. , οι σχέσεις του ένατου κατηγορουμένου με τους αρχηγούς της οργάνωσης (γεγονός σύνηθες στις εγκληματικές οργανώσεις, όταν υπάρχει ανώμαλη εξέλιξη του σχεδίου τους), από μόνο του, και αληθές υποτιθέμενο, δεν άγει σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο και δη στην κρίση ότι δεν δρούσε αυτοβούλως καθ' όλο το διαδραμόν χρονικό διάστημα από την έναρξη του εγχειρήματος μέχρι το τέλος, αλλά ότι δήθεν εξαναγκάστηκε να ενεργήσει όπως ενήργησε, υπό την απειλή της ζωής του και της ζωής της οικογενείας του εκ μέρους της εγκληματικής οργάνωσης.
Εξάλλου από τον ίδιο αυτόν επικαλούμενο ισχυρισμό συνάγεται έμμεση ομολογία του, ότι μέχρι του σημείου εκείνου (13-12-2019) υπήρχε ελεύθερη βούλησή του να ενεργεί, η οποία - κατά λογική συναγωγή - θα εξακολουθούσε σε κάθε περίπτωση να υφίσταται μέχρι την ολοκλήρωση του εγχειρήματος και δη ανεξάρτητα από τη στάση των αρχηγών της οργάνωσης απέναντί του. Τέλος, το επικαλούμενο εκ μέρους του άνω κατηγορουμένου γεγονός ότι η σύζυγός του έχει ζητήσει διεθνή προστασία από τις Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου υποβάλλοντας την υπ' αριθμ. ...2021, προσκομιζόμενη απ' αυτόν, αίτηση προστασίας στο Υπουργείο Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου ως θύμα σύγχρονης σκλαβιάς (victim of modern slavery), ουδόλως αποδεικνύεται ότι συνδέεται με την προκειμένη υπόθεση. Επομένως, υπό τις άνω συνθήκες, ο ανωτέρω ισχυρισμός ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος.
Εξάλλου, οι υπό κάλυψη δρώντες, σε συνεννόηση με τις Αρχές και προς διασφάλιση της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής τους, έλαβαν βοήθεια από ένα επιπλέον άτομο που επιστρατεύτηκε από τις Αστυνομικές Αρχές για το σκοπό αυτό, παριστάνοντας ότι πρόκειται για συνεργάτη τους, στον οποίο θα καταβαλόταν μέρος της συμφωνηθείσης αμοιβής τους (για τη μεταφορά του φορτίου). Αντιστοίχως ο έτερος "συνεργάτης" των μεταφορέων - υπό κάλυψη δρώντων, στην Ελλάδα, ήτοι ο Κ. με τον οποίο έγινε η συνάντηση στον Ισθμό της Κορίνθου, θα ήταν το άτομο που θα τους οδηγούσε στον τόπο, όπου ήταν αποθηκευμένο το φορτίο. Ο ένατος κατηγορούμενος (Z.) αποδεχόμενος τους τεθέντες όρους των υπό κάλυψη δρώντων και σε συννενόηση με τον τρίτο κατηγορούμενο (P.), οργάνωσαν και χρηματοδότησαν την επιχείρηση παραλαβής στην Ελλάδα, στην οποία συμμετείχαν ως συνεργοί τα ανωτέρω, αλλά και τα κατωτέρω μέλη της οργάνωσης, τα οποία τελούσαν υπό τις οδηγίες των ένατου και τρίτου κατηγορούμενου και με τη συνδρομή των οποίων πραγματοποιήθηκαν οι σχεδιασθείσες ενέργειες που κατέτειναν στην ασφαλή απόκτηση της κατοχής του φορτίου από την οργάνωση. Στο σημείο αυτό διατάχθηκε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 28 Ν. 4139/2013 σε συνδυασμό με το άρθρο 254 παρ. 1β' του νΚΠΔ (παλαιό αρθ. 253Α παρ. 1α' ΚΠΔ) και του άρθρου 9 Ν. 2928/2001 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3875/2010 "περί προστασίας μαρτύρων", η ανακριτική διείσδυση του υπό κάλυψη δρώντος "Γ. Γ.", με την νομίμως επικυρωθείσα υπ' αριθμ. ...2020 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Την 24-01-2020 και περί ώρα 13.45, αφού προηγήθηκε συνεννόηση μεταξύ P. S. , Σ. Κ. και Κ. Α. , ο νέος συνεργάτης της Αστυνομίας και υπό κάλυψη δρων Γ. Γ. , μετέβη στη ... στην Αθήνα με σκοπό την παραλαβή μέρους της συμφωνηθείσης αμοιβής των μεταφορέων. Στο σημείο εκείνο προσήλθε οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... αυτοκίνητο, μάρκας Ford, χρώματος λευκού, το μέλος της οργάνωσης D. L. (δεύτερος κατηγορούμενος), μεταφέροντας το χρηματικό ποσό των 109.550,00 ευρώ, το οποίο εν συνεχεία παρέδωσε στο έτερο μέλος της οργάνωσης Π. Β. (όγδοος κατηγορούμενος), προκειμένου αυτός να το παραδώσει στον "Γ. Γ.". Πράγματι ο Π. Β. , παρέδωσε στον Γ. Γ. μία χάρτινη σακούλα, φροντίζοντας για παν ενδεχόμενο να καλυφθεί απέναντί του, δηλώνοντάς του ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενό της (βλ. απολογία Β.). Οι ανωτέρω ενέργειες των συνεργών του τρίτου και ένατου κατηγορούμενου, που παρείχαν συνδρομή στους τελευταίους, ώστε να καταστεί δυνατή, μετά την καταβολή της συμφωνηθείσης "προκαταβολής" η παράδοση του φορτίου στην οργάνωση, ήταν αριστοτεχνικά σχεδιασμένες, ώστε να διασφαλιστούν για παν ενδεχόμενο από οποιαδήποτε ποινική ευθύνη οι άνω συνεργοί, καθόσον υπήρχε αμφισβήτηση στους κόλπους της οργάνωσης, ήδη από το σημείο της απομάκρυνσης του B. από το σκάφος στις 13-12-2019, ως προς τα κίνητρα και τους πραγματικούς σκοπούς των μεταφορέων, οι οποίοι δεν ήταν μέλη της, ενώ υπήρχε ενδόμυχα η υποψία, ότι υπάρχει το ενδεχόμενο συνεργασίας τους με την Αστυνομία. Ειδικά δε, ο Γ. Γ. , ήταν παντελώς άγνωστος στην οργάνωση και υπήρχε ο φόβος ότι πρόκειται για αστυνομικό. Δοθέντος δε, ότι στη συνάντηση αυτή παραδινόταν μεγάλο χρηματικό ποσό, η ανάγκη της κάλυψης των μελών ήταν ακόμη μεγαλύτερη, τούτος δε είναι και ο μόνος λόγος που παραδόθηκε το ποσό με τον άνω τρόπο, ήτοι από τρίτο δήθεν άσχετο άτομο. Στην πραγματικότητα ωστόσο, επρόκειτο για άρτια οργανωμένη ενέργεια, οι δε έωλες δικαιολογίες που προβάλουν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι στις απολογίες τους (οι οποίοι ουδόλως αρνούνται ότι έλαβαν χώρα οι άνω πράξεις, που έγιναν αντιληπτές και από τους επιτηρούντες αστυνομικούς), είναι προφανώς αβάσιμες και ουδόλως πειστικές. Για μεγαλύτερη βέβαια ασφάλεια, την συνάντηση αυτή επιτηρούσε το μέλος της οργάνωσης E. Z. ή B. (πρώτος κατηγορούμενος) παριστάμενος σε διακριτική απόσταση απ' αυτούς, προκειμένου να διαπιστώσει αν τυχόν υπάρχουν ύποπτες κινήσεις τρίτων (αστυνομικών) πλησίον του σημείου της συνάντησης και να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη διεκπεραίωση της παράνομης συναλλαγής, παρέχοντας έτσι τη συνδρομή του στους ως άνω τρίτο και ένατο των κατηγορουμένων, στο πλαίσιο της οργάνωσης του τρόπου παραλαβής και της χρηματοδότησης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, εκ μέρους των άνω κατηγορουμένων και τελώντας όπως και τα άλλα μέλη υπό τις συγκεκριμένες οδηγίες του τρίτου κατηγορουμένου. Μετά την παράδοση των χρημάτων ο Z. συναντήθηκε με τον D. L. και το άγνωστο άτομο που είχε παρευρεθεί στη συνάντηση στον Ισθμό της Κορίνθου την 20-01-2020. Ταυτόχρονα και καθώς διαδραματίζονταν τα ανωτέρω στην Αθήνα, ο τρίτος κατηγορούμενος (P.) πραγματοποιούσε συνεχείς κλήσεις στο τηλέφωνο του ετέρου υπό κάλυψη δρώντος, ήτοι του Κ. Α. , ζητώντας απ' αυτόν να τον μεταφέρει στο χώρο όπου ήταν αποθηκευμένο το φορτίο των ναρκωτικών ουσιών. Υπό τις οδηγίες της Αστυνομίας και πάντα με σκοπό τη διασφάλιση της ζωής των συνεργατών της, ο ανωτέρω ζήτησε να του υποδειχθεί και το υπόλοιπο της συμφωνηθείσης αμοιβής των μεταφορέων και για το σκοπό αυτό συμφώνησαν να γίνει νέα συνάντηση με τα άτομα που θα έστελνε ο τρίτος κατηγορούμενος σε καφετέρια στο Αγρίνιο. Εκεί, αφού θα του έδειχναν το υπόλοιπο χρηματικό ποσό θα τους μετέφερε ο ίδιος στο χώρο της αποθήκευσης του φορτίου, όπου θα γινόταν ταυτόχρονα η παράδοση της υπόλοιπης αμοιβής και η παραλαβή από τα μέλη των ναρκωτικών. Η συνάντηση καθορίστηκε στην καφετέρια με την επωνυμία "..." που βρίσκεται στο Αγρίνιο επί της οδού ... στις 15.00 μμ. Η περιοχή τέθηκε υπό την επιτήρηση αστυνομικών (βλ. καταθέσεις αστυνομικών μαρτύρων στο ακροατήριο και ιδίως των Η. Τ. και Ι. Π.) που εντόπισαν, λίγο πριν το προκαθορισμένο ραντεβού το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας ... (ιδιοκτησίας της μητέρας της οδηγού T. E.), χρώματος γκρι, στο οποίο επέβαινε ο P. ως συνοδηγός και οδηγός ήταν η φίλη του C. V. Το αυτοκίνητο αυτό ακολουθούσε το υπ' αριθμ. κυκλ. ... , χρώματος μπεζ, με οδηγό τον P. A. (έβδομος κατηγορούμενος) και συνοδηγό τον H. S. (τέταρτος κατηγορούμενος). Οι τελευταίοι είχαν πρόσφατα αφιχθεί στην Ελλάδα από διαφορετικούς προορισμούς και δη, ο μεν P. A. ήρθε αεροπορικώς από την Ισπανία στις 22-01-2020, ο δε H. S. ταξίδεψε επίσης αεροπορικώς από την Ολλανδία την ίδια ημερομηνία (22-01-2020) καταλύοντας σε άγνωστη οικία επίσης αγνώστου μέλους της οργάνωσης Αραβικής καταγωγής, με αποκλειστικό προφανή σκοπό την παραλαβή των ναρκωτικών ουσιών, ενώ είναι χαρακτηριστικό της άρτιας οργάνωσης του κυκλώματος, ότι οι ανωτέρω δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα και λάμβαναν τηλεφωνικές οδηγίες από διαφορετικά άτομα - κατόπιν όμως του σχεδιασμού του τρίτου κατηγορούμενου που συναποφάσιζε τις κινήσεις των υπολοίπων μελών ομού μετά του ένατου αυτών, προς εκπλήρωση του κοινού σκοπού - ουδέποτε δε μέχρι τότε είχαν γνωριστεί και επικοινωνήσει μεταξύ τους. Τα άτομα αυτά (τέταρτος και έβδομος κατηγορούμενοι) είχαν συναντηθεί την προηγούμενοι ημέρα (κατόπιν των ληφθεισών οδηγιών έκαστος) στη μαρίνα Φλοίσβου, όπου παρέλαβαν το προαναφερόμενο όχημα του τρίτου κατηγορούμενου, το οποίο ο τελευταίος είχε σταθμεύσει εκεί με τα κλειδιά εντός αυτού, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τα εν λόγω μέλη, χωρίς όμως να διακινδυνεύσει κάποια συνάντηση μαζί τους, εμφανή προς τρίτους (βλ. σχετικά και τις απολογίες των άνω κατηγορουμένων). Ο H. είχε προηγουμένως λάβει στο πλαίσιο της οργάνωσης του εγχειρήματος από τους P. και Z. το ποσό των 120.000,00 ευρώ, καθώς και όπλο που έφερε πάνω του κατά τη συνάντησή του με τον έτερο συνεργό P. στη μαρίνα Φλοίσβου. Τα δύο αυτά άτομα ταξίδεψαν με το ανωτέρω όχημα και διανυκτέρευσαν εντός αυτού στο Αγρίνιο όπου μετέβησαν, πάντα στο πλαίσιο της οργάνωσης των τρίτου και ένατου κατηγορουμένων, ώστε να βρίσκονται εγκαίρως στο προκαθορισμένο ραντεβού (βλ. σχετικά απολογίες τους). Κατά τον ίδιο χρόνο (λίγο πριν τη συνάντηση) έγινε αντιληπτό να ακολουθεί το όχημα των ανωτέρω, το υπ' αριθμ. κυκλ. ... αυτοκίνητο τύπου Van, μάρκας Renault αυτοκίνητο, στο οποίο ήταν συνοδηγός ο T. και οδηγός τρίτο άγνωστο άτομο. Το τελευταίο αυτό όχημα, το οποίο προφανώς θα χρησιμοποιείτο λόγω της χωρητικότητάς του στη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών μετά την παραλαβή τους, το είχε μισθώσει προηγουμένως, υπό τις οδηγίες του P. και στο πλαίσιο της οργάνωσης της επιχείρησης παραλαβής και της χρηματοδότησης των ναρκωτικών εκ μέρους αυτού και του Z. , ο συνεργός τους Π. Β. (όγδοος κατηγορούμενος) από εταιρία ενοικιάσεως αυτοκινήτων, στη συνέχεια δε, το παρέδωσε στην οργάνωση, συνδράμοντας και με τον τρόπο αυτό τις ενέργειες του τρίτου και ένατου των κατηγορουμένων. Ήδη το όχημα αυτό που κατασχέθηκε στο τέλος της επιχείρησης, έχει αποδοθεί στην ιδιοκτήμονα εταιρία κατόπιν εκδόσεως σχετικού βουλεύματος και δη του υπ' αριθμ. .../2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Στη συνάντηση στο καφέ "..." παρευρέθηκαν ο υπό κάλυψη δρών Κ. Α. και οι P. και H. Αφού ο τελευταίος υπέδειξε το χρηματικό ποσό που έφερε πάνω του στον συνεργάτη της αστυνομίας, εν συνεχεία επιβιβάστηκε με τον P. στο αυτοκίνητο του Κ. , ο οποίος και τους οδήγησε στην οικία όπου ήταν αποθηκευμένα τα ναρκωτικά, στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας. Αμέσως μετά την είσοδό τους στο χώρο, στον οποίο βρισκόταν οι σάκοι με την κοκαΐνη και ενώ ο H. έβγαλε το χρηματικό ποσό για να το παραδώσει στον Σ. που βρισκόταν εκεί, εισέβαλαν άμεσα οι αστυνομικές δυνάμεις που είχαν περικυκλώσει την οικία, ήτοι αστυνομικοί της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής/Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών, σε συνεργασία με αστυνομικούς της ΕΚΑΜ, για να τους συλλάβουν. Στη θέα των αστυνομικών, ο H. επιχείρησε να κρύψει το πιστόλι που έφερε πάνω του, μάρκας Glock εννέα χιλιοστών με γεμιστήρα και 15 φυσίγγια, πράξη που έγινε αντιληπτή άμεσα από τους αστυνομικούς, οι οποίοι προέβησαν στην κατάσχεσή του, όπως και στην κατάσχεση του χρηματικού ποσού των 120.000,00 ευρώ που βρέθηκε στην κατοχή του τέταρτου κατηγορουμένου. Ομοίως κατασχέθηκαν και οι 52 σάκοι με τις 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες κοκαΐνης, που ήταν συσκευασμένες σε 104 πακέτα με ειδική αδιάβροχη επίστρωση, συνολικού μικτού βάρους όπως προαναφέρθηκε 1 τόνου και 289,200 κιλών και καθαρού βάρους 1 τόνου, 180 κιλών και 650 γραμμαρίων (σχετική η από 25-01-2020 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως του Υπαστυνόμου Α' Ε. Φ. που υπηρετεί στη Διεύθυνσης Ασφαλείας .../Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών). Η αξία της κατασχεθείσης αυτής ποσότητας ανέρχεται στο ποσό περίπου των 50.000.000 ευρώ, αφού η αξία εκάστου κιλού κοκαΐνης υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ (βλ. κατάθεση μάρτυρα αστυνομικού Η. Τ.), ενώ μόνο τα αρχικά έξοδα που καταβλήθηκαν στον υπό κάλυψη δρώντα Σ. ανέρχονται σε 75.000,00 ευρώ, στο ίδιο δε ποσό ανέρχεται και το μίσθωμα του σκάφους για χρονικό διάστημα 15 μηνών (5.000,00 ευρώ το μηνιαίο μίσθωμα αυτού), ενώ τέλος η συμφωνηθείσα αμοιβή των μεταφορέων - υπό κάλυψη δρώντων μαρτύρων ήταν το ποσό των 300.000,00 ευρώ. Παράλληλα άλλοι αστυνομικοί της ίδιας υπηρεσίας, κατόπιν δοθείσης εντολής συνέλαβαν κατά τον ίδιο χρόνο τους P. , T. και C. που εν τω μεταξύ βρισκόταν σε καφέ στο Αγρίνιο, αναμένοντας (οι δύο πρώτοι εξ αυτών) ενημέρωση από μέλη της οργάνωσης, ώστε να κατευθυνθούν και αυτοί στο χώρο αποθήκευσης των ναρκωτικών για να βοηθήσουν στην παραλαβή και μεταφορά τους. Σε έρευνα των αστυνομικών αρχών μετά τη σύλληψή τους, κατασχέθηκαν εντός του οχήματος ..., ένα πιστόλι μάρκας Smith & Wesson με γεμιστήρα και 12 φυσίγγια διαμετρήματος 9 mm, ιδιοκτησίας του τρίτου κατηγορουμένου (P.). Επίσης σε έρευνα στην οικία όπου αυτός διέμενε με την ανωτέρω σύντροφό του επί της οδού ... στη Ν. Σμύρνη, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, α) ένα πολεμικό τουφέκι ..., με αριθμό όπλου ... μετά γεμιστήρος άνευ φυσιγγίων, β) ένα πιστόλι μάρκας ... με αριθμό όπλου ... μετά γεμιστήρος και 8 φυσιγγίων αγνώστου διαμετρήματος, γ) 34 φυσίγγια διαμετρήματος 9 mm και δ) ένα σπρέϊ πιπεριού.
Περαιτέρω σε έρευνα που διενεργήθηκε στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου (D. L.) επί της οδού ... στην ... , βρέθηκαν και κατασχέθηκαν α) μία νάϊλον συσκευασία με κοκαΐνη μικτού βάρους 394 γραμμαρίων, β) μία νάϊλον συσκευασία κοκαΐνης μικτού βάρους 4 γραμμαρίων, γ) μία νάϊλον συσκευασία ακατέργαστης κάνναβης μικτού βάρους 100 γραμμαρίων, δ) μία νάϊλον σακούλα με λευκή σκόνη άγνωστης σύστασης μικτού βάρους 49 γραμμαρίων και ε) ένα περίστροφο χρώματος ασημί, άνευ μάρκας και αριθμού, διαμετρήματος 38 mm μετά 23 φυσιγγίων ιδίου διαμετρήματος. Ο τελευταίος κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι όλες οι ανωτέρω ποσότητες προορίζονταν για ίδια χρήση, ενώ στο παρόν Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι αποθήκευσε την ποσότητα αυτή στο σπίτι του κατόπιν παράκλησης του προμηθευτή του, στον οποίο όφειλε μεγάλο χρηματικό ποσό από παλαιότερες αγορές. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και ως εκ τούτου αβάσιμοι και απορριπτέοι, η δε κατασχεθείσα ως άνω μεγάλη ποσότητα δεν δικαιολογείτα για ίδια χρήση, ιδίως ενόψει του ισχυρισμού του περί των πενιχρών οικονομικών δυνατοτήτων του.
Εξάλλου, ο σκοπός του για διακίνηση της ως άνω ποσότητας με σκοπό το παράνομο κέρδος προκύπτει και από τα υπόλοιπα κατασχεθέντα αντικείμενα που βρέθηκαν στην ίδια οικία. Συκεκριμένα, εντός αυτής κατασχέθηκαν δύο ηλεκτρονικοί ζυγοί ακριβείας, δυναμικότητας μάλιστα ζύγισης από 1 γρ. ως 10.000 γρ. και από 0,01 γρ. ως 115 γρ. αντίστοιχα και πλήθον νάϊλον συσκευασιών προς καταμερισμό των ναρκωτικών ουσιών σε περισσότερες συσκευασίες (σχετική η από 24-01-2020 έκθεση έρευνας κατοικίας και κατάσχεσης του Υπαρχ/κα Β. Κ.). Επομένως, ο ανωτέρω κατηγορούμενος είναι ένοχος και για την πράξη αυτή της διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών, υπό τη νομοτυπική μορφή της κατοχής τους.
Περαιτέρω,την ίδια ημέρα και περί ώρα 16.50 μμ αστυνομικοί εντόπισαν τον P. M. (πέμπτο κατηγορούμενο) να κινείται με το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας Volks Wagen, χρώματος μπλε επί της οδού ... στη Ν. Σμύρνη και επιχείρησαν να τον συλλάβουν. Παρότι κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν, ο ίδιος καταρχήν αντιστάθηκε, περισσότερο λόγω του αιφνιδιασμού του και όχι σθεναρά, σύντομα δε τον συνέλαβαν (βλ. κατάθεση μάρτυρα Ι. Π. σε συνδυασμό με την απολογία του πέμπτου κατηγορουμένου). Κατά την κρίση του Δικαστηρίου καταλείπονται υπό τις συνθήκες αυτές αμφιβολίες για την συγκρότηση του αδικήματος της παράνομης βίας κατά υπαλλήλου που αποδίδεται στον άνω κατηγορούμενο και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξεως αυτής. Στις αμέσως επόμενες ημέρες, ο Π. Β. (όγδοος κατηγορούμενος), αφού ενημερώθηκε για τη σύλληψη των άνω μελών της οργάνωσης και στην προσπάθειά του να αποφύγει τη δική του σύλληψη, γνωρίζοντας ότι τα στοιχεία της ταυτότητάς τους ευχερώς θα γίνουν γνωστά στην αστυνομία, αφού ήταν το άτομο που είχε μισθώσει το προαναφερόμενο βανάκι που θα χρησιμοποιείτο στη μεταφορά των ναρκωτικών από την οικία όπου ήταν αποθηκευμένα, αλλά και το άτομο που παρέδωσε στον υπό κάλυψη δρώντα Γ. Γ. το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 109.550,00 ευρώ στη Συγγρού, επιχείρησε να καλύψει τα ίχνη του με τον εξής τρόπο. Σε άγνωστο χρόνο, εντός του τελευταίου δεκαημέρου προ της ημέρας σύλληψής του (που τελικώς επετεύχθη την 18-02-2020) αφαίρεσε από την κατοχή του Κ. Δ. - Θ. του Σ. , γεννηθέντος την ...1987 στη Ζάκυνθο, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης α) το υπ' αριθμ. ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας αυτού, που εκδόθηκε την 23-09-2019 από το Τ.Α. Ζακύνθου και β) την υπ' αριθμ. ... άδεια οδήγησης παλαιού τύπου που εκδόθηκε την 09-03-2006 από το ΥΣ Ζακύνθου στο όνομά του. Ακολούθως σε άγνωστο χρόνο εντός πάντως του τελευταίου δεκαημέρου πριν τη σύλληψή του την 18-02-2020 νόθευσε τα παραπάνω έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, α) νόθευσε το υπ' αριθμ. ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας αφαιρώντας τη φωτογραφία του ως άνω κατόχου του και τοποθετώντας στη θέση της δική του φωτογραφία, με σκοπό να παραπλανήσει τις αρχές περί των αληθών στοιχείων ταυτότητάς του και να διαφύγει της σύλληψης και β) νόθευσε την υπ' αριθμ. ... ελληνική άδεια ικανότητας οδήγησης του ιδίου, ως άνω προσώπου, αφαιρώντας την αρχική φωτογραφία του κατόχου της και τοποθετώντας στη θέση της τη δική του, έχοντας τον ίδιο ως άνω σκοπό παραπλάνησης των αρχών. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ανενδοίαστα η δράση μιας διεθνικού χαρακτήρα, εγκληματικής οργάνωσης, που είχε συγκροτηθεί και απαρτιζόταν ήδη, προ του Σεπτεμβρίου του 2018, από μέλη διαφόρων υπηκοοτήτων που ζούσαν και δρούσαν σε διάφορα κράτη της Ευρώπης, χωρίς να γνωρίζονται όλα μεταξύ τους (αντιθέτως, από τις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, απολογίες των κατηγορουμένων προκύπτει, ότι υφίστατο γνωριμία των περισσοτέρων μελών - κατηγορουμένων των οποίων η δράση έλαβε χώρα στην Ελλάδα, όπως P. , P. , T. και επίσης Z. , D. , Β. , P. [ο τελευταίος διαδραματίζοντας κομβικό ρόλο στη δράση των υπολοίπων στην Ελλάδα], τα οποία μέλη δρούσαν προς την επίτευξη του ιδίου επί μέρους σκοπού, ήτοι της παραλαβής της αφιχθείσης στη χώρα μας ποσότητας κοκαΐνης και της περαιτέρω διακίνησής της), η οποία οργάνωση ήταν επιχειρησιακά δομημένη, υπό την έννοια ότι τα μέλη της αναλάμβαναν διακριτούς και αλληλοϋποστηριζόμενους ή αυτοτελείς ρόλους και συνδυαζόμενους ή ακόμη και ανεξάρτητους στόχους. Έτσι, η δράση του V. περιορίστηκε στον αυτοτελή ρόλο της χρηματοδότησης σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή στον Άγιο Βικέντιο, τον Απρίλιο του 2019, όπου μετέβη με αποκλειστικό σκοπό την παράδοση χρηματικού ποσού για τον ανεφοδιασμό του σκάφους, χωρίς να έρθει σε επικοινωνία με τα - πιθανόν παντελώς άγνωστα σ' αυτόν - μέλη του κυκλώματος, που μετείχαν στην οργάνωση της παραλαβής των ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα, ορισμένα εκ των οποίων δεν ήταν καν κάτοικοι της χώρας μας, όπως οι H. , P. και T. , που ταξίδεψαν λίγο πριν την ανάληψη του ρόλου τους στη χώρα μας ακριβώς για να παράσχουν τις υπηρεσίες τους στην οργάνωση της παραλαβής του φορτίου και τη χρηματοδότηση, άμα τη αφίξει τους (έμμεση πλην σαφής συναγωγή από Πρόκειται δηλαδή για αυτοτελείς στόχους εκάστου εκ των μελών, των οποίων οι ανατεθέντες ρόλοι ήταν ανεξάρτητοι μεταξύ τους, πλην όμως αλληλοϋποστηριζόμενοι, τις απολογίες των εν λόγω κατηγορουμένων). αφού πχ η χρηματοδότηση του ταξιδιού επιστροφής του σκάφους, ήταν προαπαιτούμενο για την άφιξη του φορτίου στη χώρα και την εν συνεχεία παραλαβή του, από τα εδώ δρώντα μέλη της οργάνωσης. Ο γενικότερος τρόπος δράσης των μελών, όπως τους είχε ανατεθεί από τους αρχηγούς ή τα ιεραρχικά ανώτερα μέλη, χωρίς ιδιαίτερη επικοινωνία μεταξύ τους, αλλά κατόπιν συνήθως, τηλεφωνικών οδηγιών (βλ. απολογία H. για τις τηλεφωνικές εντολές που λάμβανε) ή άλλες φορές με την ολιγόλεπτη προσωπική συνάντηση και επικοινωνία (όπως η συνάντηση σε καφέ στον Ισθμό της Κορίνθου των κατηγορουμένων T. , P. , P. , την οποία ουδόλως αρνούνται κατά την εδώ απολογία τους, παρά τις έωλες και μη πειστικές δικαιολογίες που επικαλέστηκαν για να εξηγήσουν πώς αυτή έλαβε χώρα), καταδεικνύει την άρτια δομή και λειτουργία της οργάνωσης, η οποία λάμβανε με επιμέλεια μέτρα αντιπαρακολούθησης της επικοινωνίας των μελών της, ήτοι χρήση τηλεφωνικών συνδέσεων που συνήθως ήταν, είτε περιορισμένης διάρκειας και με εχέγγυα μυστικότητας των συνομιλιών, όπως το κρυπτογραφημένο και το δορυφορικό τηλέφωνο που κατείχε ο B. στο σκάφος, είτε κινητά τηλέφωνα μίας χρήσης ή κινητά με "πακιστανικές" συνδέσεις, ήτοι κάρτες sim που έχουν ενεργοποιηθεί στο όνομα τρίτου χρήστη και τα οποία προμηθεύονταν για συγκεκριμένο και περιορισμένο χρόνο δράσης (όπως προκύπτει από την απολογία του P.). Οι μέθοδοι συνεπώς της οργάνωσης αυτής, χαρακτηρίζονται από ακρίβεια, δαπανηρό προγραμματισμό και πρωτοφανή στεγανά μεταξύ των μελών (στην πολυπληθή αυτή ομάδα αρκετοί από τους συμμετέχοντες δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, όπως οι H. και P. , οι οποίοι πραγματοποίησαν πολύωρο ταξίδι στο ίδιο αυτοκίνητο χωρίς καν να μιλούν την ίδια γλώσσα και λαμβάνοντας τηλεφωνικές οδηγίες ξεχωριστά ο καθένας τους), που εξασφαλίζουν άκρα μυστικότητα, χαρακτηριστικά που διακρίνουν τις όλως εξελιγμένες εγκληματικές οργανώσεις. Η κατά τα άνω επιχειρησιακή δομή της οργάνωσης είχε προφανή στόχο την επίτευξη της μέγιστης αποτελεσματικότητας των επί μέρους ενεργειών της, η δε ανάληψη δράσης των μελών της, ήταν "ανεξαρτήτως γνώσης εκάστου για τα συγκεκριμένα καθήκοντα των άλλων"...Τα μέτρα αυτά αντιπαρακολούθησης με την τόσο επιμελή (επαγγελματική) λήψη και οργάνωσή τους, εξηγούν πειστικά το λόγο της αδυναμίας των αστυνομικών να αποκωδικοποιήσουν τις δράσεις της ομάδας μέσω της παρακολούθησης των γνωστών κινητών συνδέσεών τους και συνακόλουθα το λόγο για τον οποίον ήταν πενιχρά και, άνευ ουσιαστικών αποδεικτικών ευρημάτων, τα αποτελέσματα που είχε η διαδικασία της άρσης τηλεφωνικού απορρήτου, η οποία εφαρμόστηκε στην υπό κρίση υπόθεση, στις τηλεφωνικές συνδέσεις του P. S. με έτερα μη γνωστά μέλη του κυκλώματος (βλ. την από 25-01-2020 έθεση απομαγνητοφώνησης και καταγραφής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων κατόπιν άρσης τηλεφωνικού απορρήτου των τηλεφωνικών συνδέσεων του άνω κατηγορουμένου, ήτοι της υπ' αριθμ. ... σύνδεσης και αυτών που ενεργοποιήθηκαν στις τερματικές συσκευές με ΙΜΕΙ ... , καθώς και των τηλεφωνικών συνδέσεων άγνωστων μελών του κυκλώματος, χρηστών των υπ' αριθ. ... , ... και ... συνδέσεων, η οποία έγινε νομότυπα δια των αναφερομένων στην έκθεση αυτή Διατάξεων του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκαν με τα αντίστοιχα αναφερόμενα βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών). Ωστόσο, ο τρόπος δράσης ενός εκάστου κατηγορουμένου, ο συγκεκριμένος ρόλος που είχε καθείς αναλάβει στο πλαίσιο της επιχείρησης διακίνησης του άνω φορτίου κοκαΐνης, όπως αναδύεται από τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το είδος των μεταξύ τους επικοινωνιών, όπως παραπάνω εκτέθηκε, οι προφυλάξεις που λάμβαναν στις κινήσεις τους, ώστε σε περίπτωση αποτυχίας να "αναλωθούν", όσο το δυνατόν λιγότερα μέλη της οργάνωσης (απλές υλικές πράξεις χωρίζονταν σε μερικότερες ενέργειες ώστε κάθε μία πράξη να μη μπορεί να αξιολογηθεί ευχερώς ποινικά, όλες όμως οι ενέργειες να συνιστούν αξιόποινη πράξη, όπως λ.χ. συνέβη με την καταβολή της "προκαταβολής" της αμοιβής των μεταφορέων στη Συγγρού), δεν καταλείπει καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο, ότι οι άνω κατηγορούμενοι (πλην του δωδέκατου [L.] για τον οποίο, κατά τα ανωτέρω, υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες περί της συμμετοχής του στην εγκληματική οργάνωση και περί της γνώσης του παράνομου σχεδίου της), είχαν σε προγενέστερο, του ένδικου, χρόνο ενταχθεί στην ερευνώμενη πολυπρόσωπη εγκληματική οργάνωση που ήδη προϋπήρχε και η οποία είχε διαρκή και όχι παροδική δράση στο πλαίσιο της εμπορίας ναρκωτικών, με λεπτομερή και ακριβή σχεδιασμό κάθε κίνησης των μελών της, τη μέθοδο των οποίων χαρακτηρίζει ένα μοτίβο διαδικότητας ή διαίρεσης, με σκοπό την ανάπτυξη της δραστηριότητάς της στη διακίνηση μεγάλων φορτίων ναρκωτικών από τη Λατινική Αμερική σε Ευρωπαϊκές χώρες (και στην Ελλάδα) και από εκεί σε έτερους προορισμούς (πχ ΒΔ Αφρική), σε βάθος χρόνου και όχι με τρόπο ευκαιριακό. Η ομάδα δε αυτή, είχε εσωτερική διάρθρωση και ιεραρχική δομή, με την έννοια ότι τα νεότερα ή κατώτερα μέλη είχαν υποτάξει τη βούλησή τους στα παλαιότερα ή ανώτερα (στην προκειμένη περίπτωση η οργάνωση του αρχικού απόπλου του πλοίου και της εισαγωγής, μεταφοράς και παραλαβής της εισαχθείσης ποσότητας στην Ελλάδα έγινε από τον έχοντα τον κεντρικό σχεδιασμό αυτής, ένατο κατηγορούμενο Z. , από τη δράση του οποίου προκύπτει η ανώτερη ιεραρχικά θέση του στην οργάνωση σε σχέση με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους), και όλοι μαζί, αδιάφορα αν αυτό επιτυγχανόταν ελεύθερα ή με την καλλιέργεια σχέσεων επιβολής - υποταγής, διαμόρφωναν μια νέα, ενιαία βούληση, αυτή της οργάνωσης, που κατευθυνόταν στην επίτευξη ενός κοινού σκοπού. Τα μέλη δε της οργάνωσης, μεταξύ των οποίων και οι άνω κατηγορούμενοι, επιθυμούσαν την ένταξή τους σ' αυτήν, έχοντας προαποφασίσει ότι η δράση τους θα εκδηλωθεί σε βάθος χρόνου με την τέλεση περισσότερων όμοιων και μη εκ των προτέρων καθορισμένων, ως προς τις λεπτομέρειές τους, κακουργημάτων.
Στην προκειμένη λοιπόν περίπτωση, πληρούνται και τα τρία κριτήρια που συνθέτουν την έννοια της εγκληματικής οργάνωσης, κατά τα σχετικώς εκτιθέμενα στο σχετικό σκέλος της άνω μείζονος σκέψης, ήτοι το ποιοτικό (επιχειρησιακά δομημένη ομάδα), το ποσοτικό (περισσότερα των τριών προσώπων) και το χρονικό (διάρκεια δράσης). Πρόκειται δε συγκεκριμένα, για οργάνωση με πραγματοπαγή χαρακτήρα, στην οποία τα μέλη της έχουν, όπως προεκτέθηκε, διακριτούς και αλληλοϋποστηριζόμενους ρόλους ή αυτοτελείς ρόλους ή ανεξάρτητους στόχους, με σκοπό να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους, είτε ατομικά, είτε στο πλαίσιο της συλλογικής τους δράσης. Η εγκληματική αυτή οργάνωση διευθύνετο από τους μη ταυτοποιηθέντες α) "..." ή "...", Αλβανό υπήκοο, χρήστη της υπ' αριθ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικο ... και β) άγνωστο άνδρα Αραβικής (Μαροκινής) καταγωγής, χρήστη της υπ' αριθμ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικο επίσης Βαρκελώνης Ισπανίας, είχε δε ως μέλη, μεταξύ άλλων που δεν ταυτοποιήθηκαν και όλους τους κατηγορούμενους - εκκαλούντες (πλην του δωδέκατου L.). Οι τελευταίοι, ενεργώντας με πρόθεση, σε άγνωστο τόπο και σε μη διακριβωθέντα επακριβώς από το Δικαστήριο χρόνο, τουλάχιστον όμως από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 μέχρι και την 24-01-2020 (ημέρα σύλληψης των περισσοτέρων εξ αυτών), εντάχθηκαν ως μέλη στην προαναφερθείσα ιεραρχικά δομημένη εγκληματική οργάνωση, με διαρκή δράση σε διεθνές επίπεδο, αποτελούμενη από περισσότερα από τρία πρόσωπα, με διακριτούς ρόλους των μελών της, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων και δη αυτών που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών. Ειδικότερα, εντάχθηκαν στην εγκληματική οργάνωση, αναλαμβάνοντας έκαστος από αυτούς συγκεκριμένο ρόλο και υποτάσσοντας την ατομική του βούληση στη βούληση της οργάνωσης, επιθυμώντας και επιδιώκοντας την τέλεση περισσότερων αδικημάτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα, η εγκληματική οργάνωση, διευθυνόμενη και κατευθυνόμενη από τα προαναφερθέντα άτομα ("..." ή "..." και άγνωστο Αραβικής καταγωγής άνδρα), επεδίωκε τη συντονισμένη και συστηματική διάπραξη περισσοτέρων εγκλημάτων διακίνησης ναρκωτικών, κατ' εξοχήν υπό τις νομοτυπικές μορφές της αγοράς, κατοχής - αποθήκευσης, εισαγωγής και μεταφοράς αυτών, καθώς και της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου κέρδους, υπολογιζόμενου, βάσει των συνολικά διακινηθεισών ποσοτήτων, τουλάχιστον στο ποσό των 50.000.000,00 ευρώ (δεδομένου μάλιστα ότι στην προκειμένη περίπτωση μόνον η αμοιβή των συνεργαζόμενων προσώπων - μη μελών αυτής, ήτοι των συγκαλυμμένων δρώντων ανερχόταν στο ποσό των 300.000,00 ευρώ, η αρχική προκαταβολή των εξόδων του ταξιδίου του σκάφους ανερχόταν σε 75.000,00 ευρώ και τα έξοδα μισθώσεως αυτού για 15 μήνες επίσης στον ποσό των 75.000,00 ευρώ). Τα μέλη της οργάνωσης, δραστηριοποιούμενα στις άνω κακουργηματικές πράξεις, τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2018 και μέχρι τη σύλληψη ορισμένων εκ των κατηγορουμένων που κρίνονται ένοχοι (μέχρι σήμερα δεν έχουν συλληφθεί και δεν προσήλθαν στη χώρα οι, εκπροσωπούμενοι πάντως από τους άνω συνηγόρους υπεράσπισής τους, B. και Z.), διακινούσαν από τη Λατινική Αμερική στην Ευρώπη, αλλά και στην ΒΔ Αφρική, μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης, τις οποίες μετέφεραν δια θαλάσσης με ιστιοφόρα σκάφη, έχοντας κατανείμει διακριτούς ρόλους, καθήκοντα και αρμοδιότητες, προς εξυπηρέτηση του σκοπού της εγκληματικής οργάνωσης, ως ακολούθως: α) Διευθύνοντα μέλη που είχαν κατευθυντήριο και συντονιστικό της δράσης των μελών, ρόλο ήταν οι προαναφερθέντες "..." ή "..." και ο άγνωστος άνδρας Αραβικής καταγωγής, β) ο ένατος κατηγορούμενος Z. ή Z. K. ή E. , ήταν επιφορτισμένος με τον έλεγχο και τη διεκπεραίωση των λεπτομερειών και διαδικασιών της, δια θαλάσσης, μεταφοράς της ποσοτήτων ναρκωτικών από τη Λατινική Αμερική στην Ελλάδα (ανεύρεση σκάφους και πληρώματος, συντονισμό μεταφοράς), γ) οι όγδοος και ενδέκατος κατηγορούμενοι, ήτοι οι Π. Β. και V. A. ήταν επιφορτισμένοι με τους χρηματικούς διακανονισμούς της διακίνησης των ναρκωτικών και τη διεκπεραίωση των πληρωμών, δ) ο δέκατος κατηγορούμενος B. A. ήταν υπεύθυνος για την παραλαβή από τους προμηθευτές των ναρκωτικών στη Λατινική Αμερική καθώς και τη μεταφορά (πλήρωμα σκάφους) και παράδοση των ναρκωτικών σε έτερα μέλη της οργάνωσης για περαιτέρω διακίνηση, ε) ο τρίτος κατηγορούμενος P. S. είχε αναλάβει τον συντονισμό της παραλαβής των ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα και την περαιτέρω διακίνησή τους, για το σκοπό δε, αυτόν ερχόταν σε επαφή με τα ως άνω αρχηγικά μέλη της οργάνωσης στην Ισπανία και τον ένατο κατηγορούμενο (Z.), στ) οι τέταρτος, έκτος και έβδομος, κατηγορούμενοι H. S. , T. E. και P. A. αντίστοιχα και άγνωστος άνδρας οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ήταν υπεύθυνοι για την παραλαβή, φύλαξη και μεταφορά, καθώς και την περαιτέρω διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών, συνεργαζόμενοι για το σκοπό αυτό και τελώντας υπό τις οδηγίες και το συντονισμό του τρίτου κατηγορουμένου P. S. , ζ) οι πρώτος, δεύτερος, πέμπτος και όγδοος κατηγορούμενοι, ήτοι Z. ή B. E. ή E. , D. L. , P. M. και Β. Π. αντίστοιχα, ήταν υπεύθυνοι για την ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, παρέχοντας μέτρα ασφαλείας και αντιπαρακολούθησης κατά τη διενέργεια των επαφών και των δραστηριοτήτων της εγκληματικής οργάνωσης, ενώ τέλος δεν αποδείχθηκε ότι συμμετείχε ως μέλος αυτής, ο τελευταίος (δωδέκατος) κατηγορούμενος L. E. , για τους λόγους που προεκτέθηκαν και θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος του εν λόγω εγκλήματος. Κατόπιν των παραπάνω αποδειχθέντων, ελέγχεται ως παντελώς αβάσιμος κατ' ουσίαν, ο (αρνητικός σε κάθε περίπτωση) ισχυρισμός των κατηγορουμένων - που προβλήθηκε επικουρικά με την γενική άρνησή τους ως προς την κατηγορία της ένταξής τους σε εγκληματική οργάνωση - περί μετατροπής της άνω κατηγορίας στο πλημμέλημα της συμμορίας (άρθρο 187 παρ. 3 νΠΚ), αφού η επιχειρησιακά δομημένη και πραγματοπαγής, πολυπρόσωπη και με διαρκή δράση οργάνωση στην οποία συμμετείχαν, έχει άπαντα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, που της προσδίδουν την μορφή της εγκληματικής οργάνωσης. Πρέπει συνεπώς, να κηρυχθούν ένοχοι της αντίστοιχης κατηγορίας του άρθρου 187 παρ. 1 νΠΚ (ως ισχύει, καθόσον είναι ευμενέστερος νόμος κατά την αντικειμενική του υπόσταση - για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτούνται περισσότερες προϋποθέσεις - σε σχέση με τον πΠΚ), με τη μορφή όμως της ένταξής τους και όχι (επιπλέον) της συγκρότησης σε εγκληματική οργάνωση.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, ουδόλως προέκυψε υπέρβαση των ορίων της ανακριτικής διείσδυσης, λόγω του ότι το μεταφερόμενο φορτίο εισήχθη τελικώς στην Ελλάδα αντί άλλου προορισμού, καθόσον τούτο αποφασίστηκε από τους αρχηγούς της οργάνωσης και όχι από τους υπό κάλυψη δρώντες μάρτυρες.
Εξάλλου η διείσδυση των τεσσάρων υπό κάλυψη δρώντων έλαβε χώρα νομίμως δυνάμει της οικείας διαδικασίας που περιγράφεται στο άρθρο 254 παρ. 1β' του ισχύοντος ΚΠΔ (αρθ. 253Α παρ. 1α' του πΚΠΔ) και ενώ ήδη είχε συσταθεί η εγκληματική οργάνωση προ του Σεπτεμβρίου του 2018, της οποίας τότε έγινε αντιληπτή η εγκληματική δραστηριότητα στις διωκτικές αρχές (βλ. κατάθεση Ι. Κ.) και ήδη είχαν ενταχθεί σ' αυτήν οι άνω κατηγορούμενοι. Το γεγονός ότι έκαστος εκ των κατηγορουμένων, ενεργεί σε διαφορετική χρονική στιγμή στο πλαίσιο του μεγάλου αυτού εγχειρήματος διακίνησης, ουδόλως άγει σε αντίθετο συμπέρασμα, καθόσον έκαστος εξ αυτών ενεργούσε με βάση τον ανατεθέντα ρόλο του.
Περαιτέρω, από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ο σαφώς διεκπεραιωτικός ρόλος των συγκαλυμμένων δρώντων, ο οποίος και περιορίστηκε στις απολύτως αναγκαίες πράξεις για τη διακρίβωση των εγκλημάτων της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, την τέλεση των οποίων οι δράστες κατηγορούμενοι είχαν προαποφασίσει και θα τελούσαν ακόμη και χωρίς τη διείσδυση των προστατευομένων μαρτύρων, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση ακολουθούσαν τις εντολές και υποδείξεις των μελών της εγκληματικής οργάνωσης. Τέλος για να υφίσταται υπέρβαση ανακριτικής διείσδυσης, θα πρέπει οι διεισδύσαντες τρίτοι να είναι αυτοί που αποκλειστικά παρότρυναν τους υπαίτιους να τελέσουν το έγκλημά τους, που άλλως οι τελευταίοι δεν θα τελούσαν διότι δεν το είχαν προαποφασίσει...στην προκειμένη δε υπόθεση, το έγκλημα της διακίνησης σε κάθε του μορφή, ήταν όπως προελέχθη προαποφασισμένο από τους άνω κατηγορούμενους καθώς και από όλη την εγκληματική οργάνωση, πολύ πριν τη διείσδυση των υπό κάλυψη δρώντων μαρτύρων, καθώς και την όποια στάση τους σχετικά με τον τόπο στον οποίο θα εισαγόταν τελικώς το φορτίο.
Συνεπώς ουδόλως οι κατηγορούμενοι δράστες ωθήθηκαν στις αξιόποινες πράξεις τους εξαιτίας της ανακριτικής διείσδυσης, σε καμία δε περίπτωση, αυτή δεν υπερέβη το μέτρο που ήταν αναγκαίο για την αποκάλυψη των εγκληματικών ενεργειών των κατηγορουμένων...Μετά ταύτα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί τους, περί ακυρότητας των πράξεων της ανακριτικής διείσδυσης, άλλως περί της υπέρβασης των ορίων αυτής, ελέγχονται ως ουσία αβάσιμοι. Πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι το αδίκημα της διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών από τη Λατινική Αμερική προς την Ελλάδα, διακόπηκε τελικώς την 24-01-2020 και δη, τη στιγμή της σύλληψης των H. και P. , κατά την απόπειρα αυτών να λάβουν στην κατοχή τους τις ναρκωτικές ουσίες που ήταν αποθηκευμένες στην οικία στον Αστακό, όπου εισέβαλαν οι αστυνομικοί και εν συνεχεία κατάσχεσαν το φορτίο και όχι προηγουμένως και δη κατά την παραλαβή του φορτίου από τις Αμερικανικές Αρχές στην θαλάσσια περιοχή του Αγίου Βικεντίου στις 13-12-2019, η οποία πραγματοποιήθηκε κατά τα προαναφερόμενα, στο πλαίσιο ελεγχόμενης μεταφοράς (άρθρα 254 παρ. 1γ', 3 του ΚΠΔ και 38 του Ν 2145/1993), κατόπιν απόφασης του αρμοδίου Συντονιστικού Οργάνου Δίωξης Ναρκωτικών και την έγκριση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με τελικό προορισμό της ελεγχόμενης παράδοσης, την Ελλάδα...
Εξάλλου, μόλις χρήζει διευκρίνησης ότι για την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων, ως προς τις επιμέρους άδικες πράξεις της διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών τις οποίες τέλεσε έκαστος (και σε οποιαδήποτε μορφή κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα), είναι αδιάφορος ο μη καταλογισμός των - πάντως πραγματοποιηθεισών εκ μέρους τους - άδικων πράξεων της μεταφοράς, εισαγωγής και αποθήκευσης των ναρκωτικών στους υπό κάλυψη δρώντες, οι οποίοι λειτούργησαν κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 του Ν. 3459/2006 σε συνεργασία με τις διωκτικές Αστυνομικές Αρχές...Σημειωτέον ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από το συνδυασμό όλων των προαναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων και όχι μόνον από τις καταθέσεις των υπό κάλυψη δρώντων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (εμπεριεχόμενες στα αναγνωστέα πρατκικά αυτού) και τις εκθέσεις καταγραφής πληροφοριών, που από μόνα τους δεν επαρκούν για τη διαμόρφωση ασφαλούς δικανικής κρίσης. Αντιθέτως τα άνω αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με τα λοιπά αναγνωστέα έγγραφα, που λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως ανεξάρτητα της ιδιαίτερης αναφοράς σε ορισμένα εξ αυτών, καθώς επίσης σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των αστυνομικών μαρτύρων (και) στο παρόν Δικαστήριο (που διαπίστωσαν τα περισσότερα εκ των περιστατικών με φυσική παρουσία και επιτήρηση, αλλά και από πληροφορίες που έλαβαν από τις ξένες αστυνομικές αρχές με τις οποίες βρίσκονταν σε συνεργασία), αλλά και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης συνδυαστικά με τις απολογίες των κατηγορουμένων, οδήγησαν το Δικαστήριο στην προαναφερόμενη κρίση του. Επισημαίνεται δε, ότι οι κατηγορούμενοι στις απολογίες τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σε συνδυασμό μ' αυτές ενώπιον του πρωτοβαθμίου που περιλαμβάνονται στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης), όχι μόνον δεν αποδυνάμωσαν το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε κατά τα ανωτέρω, αλλά αντιθέτως, με τις έμμεσες παραδοχές των συναντήσεών τους, τις αντιφάσεις τους (βλ. απολογία D. L. για τον λόγο που είχε αποθηκευμένες τις ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν στην οικία του) και τις προφανώς αβάσιμες δικαιολογίες που πρόβαλαν για να επεξηγήσουν τις μεταξύ τους επαφές, οι οποίες έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την κοινή λογική (βλ. πχ απολογία T. , που ενώ ήρθε για μία εβδομάδα στη χώρα μας για ταξίδι αναψυχής, δέχθηκε να απωλέσει τις τελευταίες ημέρες του εξυπηρετώντας άγνωστό του άτομο, ήτοι τον P. , οδηγώντας το αυτοκίνητο του τελευταίου κατόπιν παράκλησής του εκτός Αττικής, απλώς και μόνο διότι έτσι συνηθίζεται στην Αλβανία), ενίσχυσαν έτι περισσότερο τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και οδήγησαν το Δικαστήριο σε αυτονόητες λογικές συναγωγές και κρίσεις περί της συμμετοχής εκάστου στο αδίκημα της διακίνησης της κοκαΐνης και της ένταξής του στην διεθνή εγκληματική οργάνωση. Αποδείχθηκε συνεπώς, ότι άπαντες οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, πλην του δωδέκατου αυτών, εντάχθηκαν σε εγκληματική οργάνωση επιδιώκουσα την τέλεση περισσοτέρων κακουργημάτων και δη αυτών που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών.
Εξάλλου, με βάση τις επιμέρους ενέργειες εκάστου αποδείχθηκαν κατά την κριση του Δικαστήριου τα εξής σε σχέση με την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης (που συρρέει αληθώς με την πράξη του άρθρου 187 ΠΚ): Κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας κατά μόνας και από κοινού ήτοι κατόπιν συναπόφασης και έχοντας κοινό δόλο, χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, οι 3ος και 9ος ως αυτουργοί (από κοινού και κατά μόνας) και οι 1ος, 2ος, 5ος, 6ος, 8ος, 10ος και 11ος ως συνεργοί [κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της πράξης της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, υπό τη μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης που τους αποδίδεται ως αυτουργών], τέλεσαν το παρακάτω έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ), στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, με τις κάτωθι αναφερόμενες νομοτυπικές μορφές, ενώ οι 4ος (H. S.) και 7ος (P. A.) αυτών τέλεσαν με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ), στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, το μεν από κοινού ως αυτουργοί (ως προς τη νομοτυπική μορφή της απόπειρας κατοχής της ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της τετελεσμένης κατοχής της ίδιας ποσότητας), το δε ως συνεργοί (ως προς τη νομοτυπική μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της ίδιας κατηγορίας που τους αποδίδεται ως αυτουργών). Επίσης, ο 2ος αυτών (D. L.) τέλεσε επιπλέον, ως αυτουργός και την πράξη διακίνησης, έτερης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της κατοχής (ήτοι διενήργησε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του εγκλήματος της διακίνησης), κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα: Ειδικότερα: 1) Ο ένατος αυτών (Z. ή Z. K. ή E.) είναι ένοχος ως αυτουργός για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης και υπό τις επιπλέον μορφές της εισαγωγής, μεταφοράς και αποθήκευσης μέσω τρίτων και δη των υπό κάλυψη δρώντων Σ. και Τ. , α) στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 ΠΚ) και β) κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, καθόσον από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής (ένταξη σε εγκληματική οργάνωση διεθνικού χαρακτηρα, χρησιμοποιήση πλωτού μέσου για την δια θαλάσσης μεταφορά του παράνομου φορτίου, μακρόχρονη προετοιμασία, ανεύρεση κατάλληλου πληρώματος, προκαθορισμένες αρμοδιότητες των μελών της οργάνωσης, ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες και αξία αυτών, χρηματοδότηση μεταφοράς από τη Λ. Αμερική στην Ελλάδα), προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Επίσης το προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση της κοκαΐνης υπερβαίνει προφανώς το ποσό των 75.000,00 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 50.000.000,00 ευρώ, το οποίο κατά τα σχετικώς αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη δεν επιμερίζεται. 2) Ο τρίτος αυτών (P. S.) είναι ένοχος ως αυτουργός για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης εντός του Ελληνικού εδάφους από τις 20-01-2020 μέχρι τις 24-01-2020 (κατά συναυτουργία με τον ένατο κατηγορούμενο), αφού σε προγενέστερο χρόνο και ανεξαρτήτως της αποδοχής εκ μέρους του των σκοπών της εγκληματικής οργάνωσης και της γνώσης του περί των προηγηθεισών ενεργειών ετέρων μελών αυτής, δεν είχε αναλάβει δράση και δεν συμμετείχε σε έτερες πράξεις. Την ανωτέρω διακίνηση τέλεσε α) στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 ΠΚ) και β) κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, καθόσον από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής (βλ. τα αναφερόμενα ανωτέρω για ένατο κατηγορούμενο), προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Επίσης το προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση της κοκαΐνης υπερβαίνει προφανώς το ποσό των 75.000,00 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 50.000.000,00 ευρώ, το οποίο δεν επιμερίζεται. Σημειωτέον, ότι ο κομβικός ρόλος του εν λόγω κατηγορουμένου στην οργάνωση της παραλαβής των ναρκωτικών στη χώρα, αποδείχθηκε πλήρως κατά τα προαναφερόμενα και συνεπώς ο ισχυρισμός του περί χαρακτηρισμού της πράξης του ως συνέργεια σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών είναι απορριπτέος κατ' ουσίαν. 3) Οι 1ος (E. ή E. Z. ή B.), 2ος (L. D.), 4ος (S. H.), 5ος (M. P.), 6ος (E. T.), 7ος (A. P.), 8ος (Π. Β.), 10ος (A. B.) και 11ος (A. V.) είναι ένοχοι του ότι: Στην Αθήνα, στον Ισθμό Κορίνθου, στο Αγρίνιο και στη θαλάσσια περιοχή της Καραϊβικής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό για έκαστο εξ αυτών, από τον Νοέμβριο του 2018 μέχρι τις 12-12-2019 και από τις 20-01-2020 μέχρι τις 24-01-2020, με μία ή περισσότερες πράξεις (κατά τα κατωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα) που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με δόλο (συνιστάμενο στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό της αξιόποινης πράξης που διέπραξε και στη βούληση να συμβάλουν με τη συνδρομή τους στην πραγμάτωση του εγκλήματος), πρόσφεραν με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε (απλή) συνδρομή κατά την τέλεση των άδικων πράξεων που αυτός διέπραξε. Χαρακτηρίζεται δε, η συνδρομή αυτή ως απλή και όχι ως άμεση, αφού με βάση και τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών, δεν δύναται το Δικαστήριο να αχθεί στην κρίση, ότι χωρίς την ειδικότερη συνδρομή εκάστου, δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος (της οργάνωσης της παραλαβής των ναρκωτικών), υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε. Ειδικότερα, κατά τους ως άνω τόπους και χρόνο, πρόσφεραν συνδρομή στους 3ο και 9ο κατηγορούμενους (κατά περίπτωση), ήτοι στους S. P. και K. ή E. Z. ή Z. , ιεραρχικά ανώτερα - σε σχέση με τους ίδιους - μέλη της ιδίας εγκληματικής οργάνωσης στην οποία όλοι ανηκουν, κατά την τέλεση της άδικης πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων), με τη μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ (και ανέρχεται στο ύψος των 50.000.000,00 ευρώ τουλάχιστον, το οποίο δεν επιμερίζεται), που αυτοί διέπραξαν κατά τα άνω, εν γνώσει των εν λόγω κατηγορουμένων συνεργών και με τη βούλησή τους να συμβάλλουν με τη συνδρομή τους στην πραγμάτωση του εγκλήματος. Η γνώση όλων των μελών της οργάνωσης για τη συνολική έκταση και τον τρόπο της διακίνησης στο πλαίσιο της εγκληματικής οργάνωσης, καθώς και το είδος και την αξία των ναρκωτικών ουσιών, αλλά και την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, υπό την έννοια που προαναφέρθηκε, είναι αυταπόδεικτη, ανεξαρτήτως του ότι αυτοί δεν συμμετείχαν σε έτερες πράξεις, πέραν αυτών που αποδείχθηκαν παραπάνω και τους αποδίδονται στο κάτωθι διατακτικό, αφού όλοι όσοι είχαν ενταχθεί σε προγενέστερο χρόνο της έναρξης της ένδικης πράξης διακίνησης, στην εγκληματική οργάνωση, με τους επί μέρους ρόλους επίτευξης του σκοπού της, δεν νοείται να μη γνώριζαν το γενικό σχέδιο και την έκταση του όλου εγχειρήματος. Ως εκ τούτου οι ιδιαίτερες ιδιότητες που απαιτούνται ώστε να χαρακτηριστεί η ένδικη πράξη ως ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000,00 ευρω, υπάρχουν και στο πρόσωπο ενός εκάστου εκ των ανωτέρω συνεργών, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των κατηγορουμένων. Όλοι δε οι ανωτέρω συνεργοί, είχαν γνώση της τέλεσης εκ μέρους των αυτουργών των αξιοποίνων πράξεων που τέλεσαν και τη βούληση και αποδοχή, όπως προαναφέρθηκε, να συμβάλλουν με τη συνδρομή τους στην πραγμάτωση του εγκλήματος...Επιπλέον ο εξ αυτών 2ος κατηγορούμενος D. L. , στην ... (...) την 24-01-2020 κατείχε, όπως προαναφέρθηκε, με σκοπό τη διακίνηση, ποσότητες κοκαΐνης συνολικού μικτού βάρους τριακοσίων ενενήντα οκτώ (398) γραμμαρίων και ακατέργαστης κάνναβης συνολικού μικτού βάρους εκατό (100) γραμμαρίων. 5) Οι 4ος (H. S.) και 7ος (P. A.) αυτών επιπλέον, την 24-01-2020 στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, ενεργώντας από κοινού, με κοινό δόλο, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν το κακούργημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, με τη νομοτυπική μορφή της κατοχής, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης της πράξης αυτής, πλην όμως το αδίκημα αυτό δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική τους θέληση, αλλά από αίτια εξωτερικά. Ήτοι, οι ανωτέρω βαρύνονται και με το αδίκημα της απόπειρας κατοχής, η οποία μέχρι το σημείο της εισόδου τους στην οικία όπου ήταν αποθηκευμένες οι ναρκωτικές ουσίες δεν είχε ακόμη περιέλθει στα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης της ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή τους και κατά την δική τους βούληση να τις διαθέτουν πραγματικά...Πράγματι μέχρι τη στιγμή εκείνη η κατοχή βρισκόταν στα χέρια των μεταφορέων, υπό κάλυψη δρώντων, ενισχυτικό δε της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου αποτελεί το γεγονός, ότι για την παράδοση του φορτίου στα μέλη της οργανώσεως, οι Τ. και Σ. έθεσαν όρους καταβολής της αμοιβής τους (σε συνεργασία με τις αστυνομικες αρχές), τους οποίους τα μέλη αποδέχθηκαν, προκειμένου να αποκτήσουν τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών ουσιών, την οποία μέχρι τότε δεν είχαν, αφού ούτε καν γνώριζαν τον ακριβή τόπο αποθήκευσής τους, πολύ δε περισσότερο δεν είχαν τη δυνατότητα διαπιστώσεως της υπάρξεώς τους και διαθέσεώς τους κατά βούληση. Ωστόσο η απόπειρα των ανωτέρω κατηγορουμένων (H. και P.) να αποκτήσουν την κατοχή των ναρκωτικών ουσιών, δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως απρόσφορη, όπως εσφαλμένως ισχυρίζονται οι ίδιοι. Πράγματι, για να χαρακτηριστεί ως απρόσφορη μία απόπειρα πρέπει να επιχειρήσει ο δράστης να εκτελέσει το έγκλημά του με μέσο ή κατ' αντικειμένου τέτοιας φύσης, ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση του εγκλήματος (άρθρο 43 ΠΚ). Στην εξεταζόμενη περίπτωση υπάρχει ένα σημαντικό στοιχείο που τη διαφοροποιεί από τις γνωστές περιπτώσεις της απρόσφορης απόπειρας (όπως πχ όταν κάποιος προσπαθεί να διακινήσει ακίνδυνη σκόνη που την εμφανίζει ως ναρκωτική ουσία). Ήτοι, εν προκειμένω υφίσταται αστυνομική διείσδυση και επιχείρηση ελεγχόμενης μεταφοράς, χωρίς να μπορεί να είναι απολύτως βέβαιο - παρά την περί του αντιθέτου αξιολογική κρίση των αστυνομικών μαρτύρων - ότι οι αστυνομικές δυνάμεις (που είχαν περικυκλώσει την οικία στον Αστακό) θα μπορούσαν οπωσδήποτε να ελέγξουν την έκβαση των γεγονότων. Τούτο δε διότι, όσο καλά και να είναι οργανωμένη η επιχείρηση της αστυνομίας, δεν μπορεί να αποκλειστεί σε κάθε περίπτωση η λειτουργικότητα της εστίας κινδύνου από τα ναρκωτικά, αφού ακόμη και η αστυνομία στην προκειμένη περίπτωση αγνοούσε εάν υπήρχαν και έτερα ένοπλα μέλη της οργάνωσης που δεν είχαν μέχρι τότε εμφανιστεί, τα οποία ενδεχομένως παρακολουθούσαν το όχημα του Κ. διακριτικά και τα οποία θα μπορούσαν να επέμβουν κατά τη στιγμή της εισβολής με αβέβαιο αποτέλεσμα.
Εν προκειμένω εάν θέλαμε να κάνουμε λόγο για απολύτως απρόσφορη απόπειρα, θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να αποκλειόταν οπωσδήποτε και παντελώς η πραγμάτωση του κινδύνου στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε λόγω της απροσφορότητας του μέσου, είτε λόγω της απροσφορότητας του αντικειμένου, είτε με τον παντελή αποκλεισμό οποιαδήποτε πρόσβασης στην πηγή του κινδύνου κατά τον χρόνο της πράξης. Εξετάζοντας το ζήτημα σε ουσιαστικό επίπεδο, είναι αμφίβολο το κατά πόσο όντως οι διωκτικές αρχές μπορούν να ελέγχουν το αίσιο αποτέλεσμα μιας τέτοιας επιχείρησης. Μια τέτοια a priori αφηρημένη κρίση περί της δυνατότητας της αστυνομίας να προλαμβάνει εγκληματικές πράξεις είναι μάλλον η ίδια παρακινδυνευμένη. Εξάλλου, καμιά αντίφαση δεν υπάρχει ανάμεσα, αφ' ενός στην ανάθεση σε αυτήν του έργου της πρόληψης και καταστολής της εγκληματικότητας και αφ' ετέρου της σχετικότητας της απόδοσής της. Είναι σαφές πως μια τέτοια αφηρημένη κρίση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον υπαρκτό κίνδυνο που συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση και τούτο διότι η έννοια του "απρόσφορου" στο άρθρο 43 ΠΚ δεν θεμελιώνεται με βάση αξιολογικά - δεοντολογικά κριτήρια ή γενικές εκτιμήσεις, αλλά με βάση το ισχύον πραγματικό. Είναι λοιπον αναμφισβήτητο ότι εν προκειμένω, τέθηκε σε οντολογικό επίπεδο ένας κίνδυνος για το προστατευόμενο έννομο αγαθό, μία προσβολή του, που υφίσταται ως αρχικό μέγεθος. Εφόσον συνεπώς υπάρχουν σε κάθε περίπτωση κάποιοι όροι κινδύνου δεν μπορεί να γίνει λόγος για απροσφορότητα...Κατά συνέπεια ο οικείος, ως άνω, ισχυρισμός περί της απροσφορότητας της απόπειρας κατοχής, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου, ο αντίστοιχος ισχυρισμός των λοιπών κατηγορουμένων, που διατείνονται ότι οι πράξεις τους έχουν τον χαρακτήρα απρόσφορης απόπειρας διακίνησης, λόγω της κατάσχεσης των ναρκωτικών ουσιών σε προγενέστερο χρόνο από τις Αμερικανικές Αρχές, είναι ουσία αβάσιμος, αφού κατά τα προαναφερόμενα, ουδέποτε έλαβε χώρα πράξη κατάσχεσης την 13-12-2019 (ανεξαρτήτως του αδόκιμου οικείου όρου που εμφανίζεται σε έγγραφό των αλλοδαπών αυτών Αρχών προς τις Ελληνικές Αρχές), ούτε και υπάρχει αντίστοιχη έκθεση των Αμερικανικών Αρχών περί αυτής, η μοναδική δε πράξη κατάσχεσης έγινε με την αντίστοιχη έκθεση των Ελληνικών Αρχών μετά το πέρας της επιχείρησης της Αστυνομίας και την κατάσχεση των ναρκωτικών ουσιών απ' αυτήν. Αντιθέτως η παραλαβή των ναρκωτικών ουσιών από τις ξένες αρχές αποτελεί ενέργεια που έλαβε χώρα στο πλαίσιο της ελεγχόμενης μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών, οι οποίες κατά τα ανωτέρω αναλυόμενα, αποστάλησαν μέσω Μαδρίτης στην Ελλάδα και αποθηκεύτηκαν με τη συνδρομή της Ελληνικής Αστυνομίας στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας. Αναφορικά δε, με τον έτερο επικουρικό ισχυρισμό των κατηγορουμένων, ότι δηλαδή οι ενέργειές τους αποτελούν ατιμώρητες προπαρασκευαστικές πράξεις, λεκτέα είναι τα εξής: Μορφή της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών αποτελεί και η οργάνωση (και χρηματοδότηση), πράξη την οποία τελεί αυτός που οργανώνει, χρηματοδοτεί, διευθύνει τις δραστηριότητες, κατευθύνει ή εποπτεύει με οποιονδήποτε τρόπο την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ναρκωτικών ή δίνει σχετικές οδηγίες ή εντολές. Η συγκεκριμένη διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο της διακίνησης (άρθρο 20 παρ. 2 περ. ιγ' Ν. 4139/2013), αναβαθμίζει προπαρασκευαστικές πράξεις σε πλήρες έγκλημα και ειδικότερα, περιπτώσεις οργάνωσης και καθοδήγησης αποτελούν όλες οι προπαρασκευαστικές πράξεις, όπως η ανεύρεση μεταφορικού μέσου ή η παραχώρησή του, η στρατολόγηση προσωπικού, η συσκευασία ναρκωτικών και η απόκρυψή τους σε ειδικές κρύπτες, ο καθορισμός δρομολογίου, η παροχή συμβουλών προς αποφυγή ελέγχων κρατικών οργάνων...Για την τιμώρηση των δραστών της παρούσης πράξης, πρέπει στη συνέχεια να υλοποιηθεί το σχέδιο ή τουλάχιστον να υπάρξει αρχή εκτελέσεως μιας από τις πράξεις του άρθρου 20, τις οποίες καθοδηγεί, χρηματοδοτεί ή εποπτεύει ο δράστης...Η παρούσα διάταξη τέθηκε για να περιλάβει συμπεριφορές, οι οποίες καθ' εαυτές δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν με οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής σε κάποια άλλη από τις λοιπές πράξεις της παράνομης εμπορίας ναρκωτικών ουσιών, γιατί στην αντίθετη περίπτωση ο ποινικός κολασμός του δράστη θα μπορούσε να επιτευχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί κάποια άλλη πράξη και δεν θα ήταν απαραίτητη η δημιουργία της περ. ιγ'.
Συνεπώς, α) είναι αδιάφορο αν στο δράστη των συμπεριφορών της περ. ιγ' μπορεί να αποδοθεί ή όχι και κάποια άλλη από τις πράξεις της παρ. 1, δοθέντος ότι η "οργάνωση και χρηματοδότηση" αντιμετωπίζεται αυτοτελώς, υπό την επιφύλαξη της παρ. 2 (επί περισσοτέρων πράξεων μία ποινή, εφόσον πρόκειται για την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας) και β) είναι αδιάφορο αν η τέλεση της άλλης πράξεως έχει ολοκληρωθεί, βρίσκεται σε απόπειρα ή δεν έχει καν αρχίσει για τον υπαίτιο της οργάνωσης, χρηματοδότησης κλπ.
Συνεπώς, η τυχόν απαλλαγή ενός προσώπου από την κατηγορία της τέλεσης κάποιας άλλης πράξεως που αρχικώς του είχε αποδοθεί, παράλληλα προς την κατηγορία για οργάνωση, χρηματοδότηση κλπ, δεν κωλύει τη δίωξη για την παράβαση της περ. ιγ'...Κατά συνέπεια, οι πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορούμενους και εντάσσονται κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό, στην άνω περίπτωση της "οργάνωσης και χρηματοδότησης" της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (είτε ως αυτουργικές πράξεις, είτε ως πράξεις συνέργειας), έχουν αναβαθμιστεί σύμφωνα με το νόμο, από προπαρασκευαστικές (μη τιμωρητές) πράξεις στην ανωτέρω αυτοτελή περίπτωση. Μετά ταύτα, ο άνω ισχυρισμός των κατηγορουμένων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαία η εξής επισήμανση, σχετικά με την περιγραφή ορισμένων εκ των πράξεων των κατηγορουμένων στο διατακτικό της παρούσης: Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 § 1 εδ. β' και δ' του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας η οποία δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 51 § 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η μεταβολή κατηγορίας, γιατί παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα, την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.). Τέτοια μεταβολή υπάρχει, όταν η πράξη, για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα. Αντίθετα, δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν το Δικαστήριο της ουσίας με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αποσαφηνίζει και συμπληρώνει εκείνα που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο διώχθηκε και έχει εισαχθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος ή καθορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τέλεσης αυτού, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξης ως ιστορικού γεγονότος, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση, ότι ο ακριβέστερος αυτός προσδιορισμός δεν καθιστά την πράξη ουσιωδώς διάφορη από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η δίωξη...
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό για κάθε κατηγορούμενο, το Δικαστήριο καθορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τέλεσης ορισμένων πράξεων των κατηγορουμένων, με παράθεση των επί μέρους ενεργειών εκάστου, χωρίς όμως να μεταβάλλεται η ταυτότητα των πράξεων ως ιστορικά γεγονότα και χωρίς η ειδικότερη αποσαφήνιση αυτών να τις καθιστά ουσιωδώς διάφορες από εκείνες για τις οποίες ασκήθηκε η δίωξη. Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα προπαρατίθενται στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, η ακριβέστερη περιγραφή των πράξεων δεν συνιστά μεταβολή της κατηγορίας.
Περαιτέρω, οι αιτιάσεις που προβάλλουν οι κατηγορούμενοι σχετικά με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../2020 έκθεση εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους, ισχυριζόμενοι ότι η λήψη των των δειγμάτων της κοκαΐνης έγινε παράτυπα, όχι από το σύνολο των πλαστικών συσκευασιών, στις οποίες εμπεριέχονταν οι ναρκωτικές ουσίες αλλά από μικρό μέρος αυτών (ήτοι από τις 1.040 συσκευασίες λήφθηκε αντιπροσωπευτικό δείγμα μόλις 37 γραμμαρίων σύμφωνα με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../ 2020 έκθεση εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους), είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέες. Τούτο διότι, με δεδομένο ότι πρόκειται για πράξη της προδικασίας, η τυχόν υπάρχουσα ακυρότητα έχει ήδη καλυφθεί, εφόσον δεν προτάθηκε εγκαίρως, ήτοι μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά τα σχετικώς αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη. Ανεξαρτήτως δε τούτου, από το σύνολο των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, σχετικά με το μέγεθος του παράνομου φορτίου που διαπραγματευόταν και τελικώς αγόρασαν οι ιθύνοντες της διεθνούς αυτής οργάνωσης και το οποίο μεταφέρθηκε με τη διαδικασία της ελεγχόμενης μεταφοράς, αφού προηγουμένως ζυγίστηκε από όλες τις Αρχές των Κρατών που εμφιλοχώρησαν στην επιχείρηση εξάρθρωσης της οργάνωσης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο, ότι το σύνολο της κατασχεθείσης και ήδη καταστραφείσης ποσότητας αποτελεί τη ναρκωτική ουσία "κοκαΐνη". Τέλος, απορριπτέα ως αβάσιμη κρίνεται και η ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, που πρότειναν οι δεύτερος και ένατος των κατηγορουμένων, ήτοι οι D. L. και Z. K. (με την μη αποδειχθείσα βέβαια προϋπόθεση, ότι το αδίκημα τέλεστηκε μόνον στη θαλάσσια περιοχή του Αγίου Βικεντίου, όπου ισχυρίζονται ότι έγινε κατάσχεση των ναρκωτικών ουσιών και άρα οι μεταγενέστερες πράξεις είναι μη τιμωρητές κατά νόμο) καθώς κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η Ελλάδα αποτελεί τόπο τέλεσης των άνω εγκλημάτων τους, ήτοι του (διαρκούς) εγκλήματος της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και αυτού της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης (βλ. επίσης άρθρα 5 παρ. 1, 2 και άρθρο 8 παρ. θ' ΠΚ). Επισημαίνεται ωστόσο, ότι πρέπει να απαλειφθεί ως προς τους 1ο και 3ο των κατηγορουμένων, η επιβαρυντική περίπτωση της τέλεσης των αποδιδομένων σ' αυτούς πράξεων ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης, καθ' υποτροπή, αφού σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσης, εφαρμόζεται ως ευμενέστερη (άρθρο 2 ΠΚ) για τους άνω κατηγορούμενους η νέα διάταξη του άρθρου 463 παρ. 5 του ΠΚ που κατήργησε τη διακεκριμένη αυτή περίπτωση της υποτροπής. Ακόμη πρέπει να διευκρινιστεί σχετικά με τις επικαλούμενες εκ μέρους των δεύτερου (D. L.) και όγδοου των κατηγορουμένων (Π. Β.) εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, αναφορικά με την επικαλούμενη τοξικομανία τους, ότι στην περίπτωση του άρθρου 23 του Ν. 4139/2013 (της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης, της κατ' επάγγελμα, διακινήσεως µε προσδοκώμενο όφελος ανώτερο των 75.000 ευρώ), δεν υφίσταται δυνατότητα ευνοϊκής μεταχείρισης του εξαρτημένου δράστη και συνεπώς, ο οικείος ισχυρισμός είναι αλυσιτελής...Επιπλέον των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι 6) οι 2ος, 3ος και 4ος (D. L. , P. S. και H. S. αντίστοιχα) των κατηγορουμένων τέλεσαν την πράξη της παράνομης οπλοκατοχής και 7) ο 8ος κατηγορούμενος (Β. Π.) τέλεσε τις πράξεις της κλοπής και της πλαστογράφησης (νόθευσης) εγγράφων.
Συνεπώς, πρέπει οι παραπάνω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των ανωτέρω επιμέρους πράξεων κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης και αθώοι των λοιπών πράξεων που τους αποδίδονται (κατά τις ειδικότερες κατωτέρω αναφορές), στις οποίες δεν προέκυψε συμμετοχή τους. Πρέπει εν προκειμένω να τονιστεί, ότι σε κανέναν άλλον (πλην του ένατου) κατηγορούμενο δεν αποδίδεται άδικη πράξη διακίνησης (αυτουργική ή συνέργειας) με τη μορφή της εισαγωγής των ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα και της μεταφοράς αυτών στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, δοθέντος ότι αποδείχθηκε κατά τα προαναφερόμενα πως, εν τοις πράγμασι, οι πράξεις αυτές έλαβαν χώρα προ της παρουσίας και της ενέργειας των περισσοτέρων κατηγορουμένων στην υπόθεση, ήτοι προ της 20-01-2020 (αλλά και μετά τις ενέργειες των προηγουμένως δρώντων όπως B. και V.).
Περαιτέρω, αυτονόητο είναι ότι η κατάγνωση της ενοχής όσον αφορά τον 4ο των κατηγορουμένων (H. S.) συνοδεύεται από την αναγνώριση του πρωτοδίκως αναγνωρισθέντος ελαφρυντικού του άρθρου 133 ΠΚ, καθόσον τούτο αποτελεί ευεργέτημα που δεν μπορεί να ανακληθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' εφαρμογήν του άρθρου 470 ΚΠΔ (της αρχής της μη χειροτέρευσης του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της εφέσεως)...".
Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο σχετικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα εξής:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω 12ο εκ των κατηγορουμένων (E. L.) αθώο του ότι: Α) Με πρόθεση ενεργώντας, σε άγνωστο τόπο, σε μη διακριβωθέντα επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, τουλάχιστον όμως από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 μέχρι και την σύλληψή τους (24.01.2020), συγκρότησαν και εντάχθηκαν, ως μέλη, σε ιεραρχικά δομημένη οργάνωση, με διαρκή δράση σε διεθνές επίπεδο, αποτελούμενη από περισσότερα από τρία (3) πρόσωπα (εγκληματική οργάνωση), με διακριτούς των μελών της ρόλους που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων και δη αυτών που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών και ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, συγκρότησαν μαζί με τους: α) Αλβανό υπήκοο με το ψευδώνυμο "... ή ..." χρήστη της υπ' αρ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικο ... , β) άγνωστο άτομο Αραβικής καταγωγής, χρήστη της υπ' αρ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικο ... , γ) (επ) Z. ή Z. (ον) K. ή E. του M. και της N. , δ) (επ) A. (ον) A. αλσ γεν. ...1978 στην Αλβανία, ε) (επ) V. (ον) A. του P. και της M. , γεν. ...1978 στην Αλβανία, στ) (επ) Β. (ον) A. αλσ, γεν. ...1976 στην Αλβανία, ζ) (επ) L. (ον) E. αλσ, γεν. ...1990 στην Αλβανία, η) άγνωστο άνδρα οδηγό του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου εταιρείας ενοικιάσεως και ακολούθως εντάχθηκαν σε εγκληματική οργάνωση, τη διεύθυνση της οποίας είχαν οι: α) Αλβανός υπήκοος με το ψευδώνυμο "... ή ...", χρήστης της υπ' αρ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικος ... και β) άγνωστος άνδρας Αραβικής καταγωγής, χρήστης της υπ' αρ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικος ..., ρόλος που συνίστατο στην καίρια και καθοριστική συμβολή τους στη δημιουργία και δράση της οργάνωσης, στην οποία εντάχθηκαν οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση με αυτούς, αναλαμβάνοντας έκαστος από αυτούς συγκεκριμένο ρόλο και υποτάσσοντας την ατομική του βούληση στη βούληση της οργάνωσης, επιθυμώντας και επιδιώκοντας την τέλεση περισσότερων αδικημάτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Συγκεκριμένα, η εγκληματική οργάνωση, διευθυνόμενη και κατευθυνόμενη από τα ανωτέρω άτομα, επεδίωκε τη συντονισμένη και συστηματική διάπραξη περισσοτέρων εγκλημάτων διακίνησης ναρκωτικών, κατ' εξοχήν υπό τις νομοτυπικές μορφές της αγοράς, κατοχής, πώλησης κατ' εξακολούθηση και εισαγωγής αυτών, καθώς και της οργάνωσης, χρηματοδότησης και διεύθυνσης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου κέρδους, υπολογιζόμενου, βάσει των συνολικά διακινηθεισών ποσοτήτων, τουλάχιστον στο ποσό των 50.000.000,00 ευρώ. Τα μέλη της εν λόγω οργάνωσης, δραστηριοποιούμενα στις ως άνω κακουργηματικές πράξεις, τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2018 έως την σύλληψή τους, την 24.01.2020, διακινούσαν από την Κεντρική Αμερική στην Ευρώπη και την Β/Δ Αφρική μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης, τις οποίες μετέφεραν δια θαλάσσης με ιστιοφόρα σκάφη, έχοντας κατανείμει διακριτούς ρόλους, καθήκοντα και αρμοδιότητες προς εξυπηρέτηση του σκοπού της εγκληματικής οργάνωσης ως ακολούθως: α) ο Αλβανός υπήκοος με το ψευδώνυμο "... ή ...", χρήστης της υπ' αρ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικος ..., καθώς και ο άγνωστος από την ανάκριση άνδρας, Αραβικής καταγωγής, χρήστης της υπ' αρ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικος ..., διηύθυναν και κατεύθυναν την εγκληματική οργάνωση, συντονίζοντας τη δράση των μελών της, β) ο (επ) Z. ή Z. (ον) K. ή E. του M. και της N. ήταν επιφορτισμένος με τον έλεγχο και την διεκπεραίωση των λεπτομερειών και διαδικασιών της μεταφοράς δια θαλάσσης ποσοτήτων ναρκωτικών από την Κεντρική Αμερική στην Ελλάδα (ανεύρεση σκάφους και πληρώματος, συντονισμό μεταφοράς), γ) οι (επ) A. (ον) A. αλσ, (επ) V. (ον) A. του P. και (επ) Β. (ον) Π. του Β. , ήταν επιφορτισμένοι με τους χρηματικούς διακανονισμούς της μεταφοράς των ναρκωτικών και την διεκπεραίωση των πληρωμών, δ) ο (επ) Β. (ον) A. αλσ ήταν υπεύθυνος για την παραλαβή από τους προμηθευτές των ναρκωτικών στη Λατινική Αμερική, καθώς και τη μεταφορά (πλήρωμα σκάφους) και παράδοση των ναρκωτικών σε έτερα μέλη της οργάνωσης για περαιτέρω διακίνηση, ε) ο (επ) P. (ον) S. του G. είχε αναλάβει τον συντονισμό της παραλαβής των ναρκωτικών στην Ελλάδα και την περαιτέρω διακίνησή τους τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Β/Δ Αφρική, για το σκοπό δε αυτό ερχόταν σε επαφή με τα ως άνω αρχηγικά μέλη της οργάνωσης στην Ισπανία, στ) ο (επ) P. (ον) A. του P. , ο (επ) H. (ον) S. του M. , ο (επ) T. (ον) E. του P. και άγνωστος άνδρας, οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν υπεύθυνοι για την παραλαβή, φύλαξη, μεταφορά και περαιτέρω διακίνηση των ναρκωτικών, συνεργαζόμενοι για το σκοπό αυτό με τον (επ) P. (ον) S. του G. , ζ) οι (επ) Β. (ον) Π. του Β. , (επ) C. (ον) V. του A. , (επ) Z. ή Β. (ον) E. ή E. του H.], ο (επ) D. (ον) L. του Z. και ο (επ) P. (ον) M. του P. ήταν υπεύθυνοι για την ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, παρέχοντας μέτρα ασφαλείας και αντιπαρακολούθησης κατά τη διενέργεια των επαφών και των δραστηριοτήτων της εγκληματικής οργάνωσης και η) ο (επ) L. (ον) E. αλσ, μόνιμος κάτοικος ... , παρείχε μέτρα ασφαλείας και αντιπαρακολούθησης κατά τις συναντήσεις του ως άνω ηγετικού μέλους με το ψευδώνυμο "... ή ..." με έτερα μέλη της οργάνωσης στην αλλοδαπή. Β) Κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού ήτοι κατόπιν συναπόφασης και έχοντας κοινό με αυτούς δόλο, χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, τέλεσαν το παρακάτω έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις εξής νομοτυπικές μορφές: 1) Στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, εντός οικίας, την 24.01.2020 και περί ώρα 15.30, από κοινού κατείχαν για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή τους, και αποθήκευσαν, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου, και συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατόπιν συναπόφασης κατείχαν και αποθήκευσαν 52 σάκους με 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, συσκευασμένες σε 104 πακέτα με ειδική αδιάβροχη επίστρωση που περιείχαν ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακόσιων (800) γραμμαρίων (ή 650 γραμ), οι οποίες κατασχέθηκαν. 2) Σε άγνωστο σημείο της επικράτειας άγνωστης χώρας της Λατινικής Αμερικής, σε άγνωστο επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε όμως εντός του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 μέχρι και την σύλληψή τους (24.01.2020), από κοινού, αγόρασαν για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό την εμπορία, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου, και πλέον συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατόπιν συναπόφασης αγόρασαν για τον παραπάνω σκοπό ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, από άγνωστο/α στην ανάκριση άτομο/α. 3)
Σε άγνωστο επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από την σύλληψή τους (24.01.2020), από κοινού, εισήγαγαν στην Ελληνική Επικράτεια με σκοπό την εμπορία για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα, κατά το ως άνω διάστημα κατόπιν συναπόφασης εισήγαγαν στην Ελληνική Επικράτεια από άγνωστο σημείο αυτής ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, οι οποίες κατασχέθηκαν. 4) Σε άγνωστο επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από την σύλληψή τους (24.01.2020), από κοινού με τους ως άνω συγκατηγορουμένους του, μετέφεραν εντός της Ελληνικής Επικράτειας για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα κατά το ως άνω διάστημα κατόπιν συναπόφασης μετέφεραν από άγνωστο σημείο της Ελληνικής Επικράτειας στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, οι οποίες κατασχέθηκαν. 5) Σε άγνωστο τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 μέχρι και την σύλληψή τους (24.01.2020), με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, οργάνωσαν και χρηματοδότησαν δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, και συγκεκριμένα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, κατόπιν δικής τους οργάνωσης και χρηματοδότησης και κατόπιν συναπόφασης εισήχθησαν στην ελληνική επικράτεια από άγνωστο σημείο αυτής, παρελήφθησαν, παραδόθηκαν και αποθηκεύτηκαν ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, συσκευασμένες σε 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, ειδικότερα δε, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, οργάνωσαν και χρηματοδότησαν τη μεταφορά των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης από την Λατινική Αμερική προς την Ελλάδα, την εισαγωγή, παραλαβή, παράδοση και αποθήκευση στην ελληνική επικράτεια των ίδιων ως άνω ποσοτήτων, ανευρίσκοντας και παραχωρώντας για τον σκοπό αυτό κατάλληλο ιστιοπλοϊκό σκάφος, το οποίο, αφού επάνδρωσαν με κατάλληλο πλήρωμα (χειριστή κλπ) που επέλεξαν ειδικά προς τούτο και εφοδίασαν με τρόφιμα, καύσιμα κ.λ.π. οργάνωσαν και χρηματοδότησαν τον απόπλου του από την Ελλάδα με προορισμό τις ακτές της Λατινικής Αμερικής με σκοπό την παραλαβή και φόρτωση σ' αυτό των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης, πράξεις οι οποίες έλαβαν χώρα στα διεθνή ύδατα ανοικτά της Καραϊβικής, οργανώνοντας και χρηματοδοτώντας περαιτέρω το δρομολόγιο της επιστροφής στην Ελλάδα του έμφορτου με τα ναρκωτικά σκάφους και καθορίζοντας σχετικά την πορεία του από την Λατινική Αμερική προς την Ισπανία μέσω του Ατλαντικού Ωκεανού και εν συνεχεία από την Ισπανία προς την Ελλάδα, παρέχοντας συμβουλές και οδηγίες προς τα μέλη του πληρώματος με σκοπό την αποφυγή εντοπισμού, παρακολούθησης και ελέγχων τους υπό των κρατικών διωκτικών οργάνων και τέλος, ανευρίσκοντας και χρηματοδοτώντας άτομα, τη δράση των οποίων συντόνισαν, με σκοπό την παραλαβή στην Ελλάδα των εισαγόμενων ως άνω ποσοτήτων ναρκωτικών, τη μεταφορά τους από άγνωστο σημείο της Ελληνικής Επικράτειας στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας και την αποθήκευσή τους σε οικία στην ως άνω περιοχή. Όλες τις παραπάνω πράξεις διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου τέλεσαν: α) στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 187 ΠΚ και περιγράφεται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη του παρόντος κατηγορητηρίου και β) κατ' επάγγελμα και το προσδοκώμενο όφελός τους από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, τις παραπάνω πράξεις διακίνησης ναρκωτικών τέλεσαν στο πλαίσιο της εγκληματικής οργάνωσης, την οποία συγκρότησαν και στην οποία εντάχθηκαν ως μέλη, περαιτέρω δε, τις ως άνω πράξεις της διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών τέλεσαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή τους και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (σύσταση εγκληματικής οργάνωσης διεθνικού χαρακτήρα, χρησιμοποίηση σκάφους για την δια θαλάσσης ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, μακρόχρονη προετοιμασία, ανεύρεση κατάλληλου πληρώματος, προκαθορισμένες αρμοδιότητες των μελών της οργάνωσης, οργάνωση και χρηματοδότηση της μεταφοράς του φορτίου των ναρκωτικών από την Λατινική Αμερική στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αξία αυτών), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Το δε προσδοκώμενο όφελός τους από τη διακίνηση των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών σαφώς υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, καθώς ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000,00) ευρώ.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους παραπάνω 1ο (E. ή E. Z. ή B.), 2ο (L. D.), 3ο (S. P.), 5ο (M. P.), 6ο (E. T.), 8ο (Π. Β.), 10ο (A. B.) και 11ο (A. V.) εκ των κατηγορουμένων αθώους του ότι: Β) Κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού ήτοι κατόπιν συναπόφασης και έχοντας κοινό με αυτούς δόλο, χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, τέλεσαν το παρακάτω έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις εξής νομοτυπικές μορφές: 1) Στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, εντός οικίας, την 24.01.2020 και περί ώρα 15.30, από κοινού κατείχαν για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή τους, και αποθήκευσαν, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου, και συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατόπιν συναπόφασης κατείχαν και αποθήκευσαν 52 σάκους με 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, συσκευασμένες σε 104 πακέτα με ειδική αδιάβροχη επίστρωση που περιείχαν ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) γραμμαρίων (ή 650 γραμ), οι οποίες κατασχέθηκαν. 2) Σε άγνωστο σημείο της επικράτειας άγνωστης χώρας της Λατινικής Αμερικής, σε άγνωστο επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε όμως εντός του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 μέχρι και την σύλληψή τους (24.01.2020), από κοινού, αγόρασαν για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό την εμπορία, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και πλέον συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατόπιν συναπόφασης αγόρασαν για τον παραπάνω σκοπό ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, από άγνωστο/α στην ανάκριση άτομο/α. 3) Σε άγνωστο επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από την σύλληψή τους (24.01.2020), από κοινού, εισήγαγαν στην Ελληνική Επικράτεια με σκοπό την εμπορία για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα, κατά το ως άνω διάστημα κατόπιν συναπόφασης εισήγαγαν στην Ελληνική Επικράτεια από άγνωστο σημείο αυτής ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, οι οποίες κατασχέθηκαν. 4) Σε άγνωστο επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από την σύλληψή τους (24.01.2020), από κοινού με τους ως άνω συγκατηγορουμένους του, μετέφεραν εντός της Ελληνικής Επικράτειας για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα, κατά το ως άνω διάστημα κατόπιν συναπόφασης μετέφεραν από άγνωστο σημείο της Ελληνικής Επικράτειας στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, οι οποίες κατασχέθηκαν. Όλες τις παραπάνω πράξεις διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου τέλεσαν: α) στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 187 ΠΚ και περιγράφεται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη του παρόντος κατηγορητηρίου και β) κατ' επάγγελμα και το προσδοκώμενο όφελος τους από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, τις παραπάνω πράξεις διακίνησης ναρκωτικών τέλεσαν στο πλαίσιο της εγκληματικής οργάνωσης, την οποία συγκρότησαν και στην οποία εντάχθηκαν ως μέλη, περαιτέρω δε τις ως άνω πράξεις της διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών τέλεσαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή της και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (σύσταση εγκληματικής οργάνωσης διεθνικού χαρακτήρα, χρησιμοποίηση σκάφους για την δια θαλάσσης ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, μακρόχρονη προετοιμασία, ανεύρεση κατάλληλου πληρώματος, προκαθορισμένες αρμοδιότητες των μελών της οργάνωσης, οργάνωση και χρηματοδότηση της μεταφοράς του φορτίου των ναρκωτικών από την Λατινική Αμερική στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αξία αυτών), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Το δε προσδοκώμενο όφελος τους από τη διακίνηση των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών σαφώς υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, καθώς ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000,00) ευρώ.
Επίσης, ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους παραπάνω 1ο (E. ή E. Z. ή B.), 2ο (L. D.), 3ο (S. P.), 5ο (M. P.), 6ο (E. T.), 8ο (Π. Β.), εκ των κατηγορουμένων αθώους του ότι: 5) Σε άγνωστο τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 μέχρι την 19.01.2020, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, οργάνωσαν και χρηματοδότησαν δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, κατόπιν δικής τους οργάνωσης και χρηματοδότησης και κατόπιν συναπόφασης εισήχθησαν στην ελληνική επικράτεια από άγνωστο σημείο αυτής, παρελήφθησαν, παραδόθηκαν και αποθηκεύτηκαν ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, συσκευασμένες σε 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, ειδικότερα δε, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, οργάνωσαν και χρηματοδότησαν τη μεταφορά των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης από την Λατινική Αμερική προς την Ελλάδα, την εισαγωγή, παραλαβή, παράδοση και αποθήκευση στην ελληνική επικράτεια των ίδιων ως άνω ποσοτήτων, ανευρίσκοντας και παραχωρώντας για τον σκοπό αυτό κατάλληλο ιστιοπλοϊκό σκάφος, το οποίο, αφού επάνδρωσαν με κατάλληλο πλήρωμα (χειριστή κλπ) που επέλεξαν ειδικά προς τούτο και εφοδίασαν με τρόφιμα, καύσιμα κ.λ.π. οργάνωσαν και χρηματοδότησαν τον απόπλου του από την Ελλάδα με προορισμό τις ακτές της Λατινικής Αμερικής με σκοπό την παραλαβή και φόρτωση σ' αυτό των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης, πράξεις οι οποίες έλαβαν χώρα στα διεθνή ύδατα ανοικτά της Καραϊβικής, οργανώνοντας και χρηματοδοτώντας περαιτέρω το δρομολόγιο της επιστροφής στην Ελλάδα του έμφορτου με τα ναρκωτικά σκάφους και καθορίζοντας σχετικά την πορεία του από την Λατινική Αμερική προς την Ισπανία μέσω του Ατλαντικού Ωκεανού και εν συνεχεία από την Ισπανία προς την Ελλάδα, παρέχοντας συμβουλές και οδηγίες προς τα μέλη του πληρώματος με σκοπό την αποφυγή εντοπισμού, παρακολούθησης και ελέγχων τους υπό των κρατικών διωκτικών οργάνων. Όλες τις παραπάνω πράξεις διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου τέλεσαν: α) στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 187 ΠΚ και περιγράφεται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη του παρόντος κατηγορητηρίου και β) κατ' επάγγελμα και το προσδοκώμενο όφελός τους από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, τις παραπάνω πράξεις διακίνησης ναρκωτικών τέλεσαν στο πλαίσιο της εγκληματικής οργάνωσης, την οποία συγκρότησαν και στην οποία εντάχθηκαν ως μέλη, περαιτέρω δε τις ως άνω πράξεις της διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών τέλεσαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή τους και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (σύσταση εγκληματικής οργάνωσης διεθνικού χαρακτήρα, χρησιμοποίηση σκάφους για την δια θαλάσσης ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, μακρόχρονη προετοιμασία, ανεύρεση κατάλληλου πληρώματος, προκαθορισμένες αρμοδιότητες των μελών της οργάνωσης, οργάνωση και χρηματοδότηση της μεταφοράς του φορτίου των ναρκωτικών από την Λατινική Αμερική στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αξία αυτών), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Το δε προσδοκώμενο όφελος τους από τη διακίνηση των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών σαφώς υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, καθώς ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000,00) ευρώ.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους παραπάνω 10ο (A. B.) και 11ο (A. V.) εκ των κατηγορουμένων αθώους του ότι :
I. Τον 10ο (A. B.) : 5) Σε άγνωστο τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από τις 13-12-2019 μέχρι τις 24.01.2020, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, οργάνωσαν και χρηματοδότησαν δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, κατόπιν δικής τους οργάνωσης και χρηματοδότησης και κατόπιν συναπόφασης εισήχθησαν στην ελληνική επικράτεια από άγνωστο σημείο αυτής, παρελήφθησαν, παραδόθηκαν και αποθηκεύτηκαν ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, συσκευασμένες σε 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, ειδικότερα δε, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, οργάνωσαν και χρηματοδότησαν τη μεταφορά των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης από την Λατινική Αμερική προς την Ελλάδα, την εισαγωγή, παραλαβή, παράδοση και αποθήκευση στην ελληνική επικράτεια των ίδιων ως άνω ποσοτήτων, οργανώνοντας και χρηματοδοτώντας περαιτέρω το δρομολόγιο της επιστροφής στην Ελλάδα του έμφορτου με τα ναρκωτικά σκάφους και καθορίζοντας σχετικά την πορεία του από την Λατινική Αμερική προς την Ισπανία μέσω του Ατλαντικού Ωκεανού και εν συνεχεία από την Ισπανία προς την Ελλάδα, παρέχοντας συμβουλές και οδηγίες προς τα μέλη του πληρώματος με σκοπό την αποφυγή εντοπισμού, παρακολούθησης και ελέγχων τους υπό των κρατικών διωκτικών οργάνων, και τέλος, ανευρίσκοντας και χρηματοδοτώντας άτομα, τη δράση των οποίων συντόνισαν, με σκοπό την παραλαβή στην Ελλάδα των εισαγόμενων ως άνω ποσοτήτων ναρκωτικών, τη μεταφορά τους από άγνωστο σημείο της Ελληνικής Επικράτειας στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας και την αποθήκευσή τους σε οικία στην ως άνω περιοχή.
ΙΙ. Τον 11ο (A. V.): 5) Σε άγνωστο τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 μέχρι τέλη Μαρτίου 2019 και από Μάϊο του 2019 μέχρι 24-01-2020 (ήτοι όλο το άνω χρονικό διάστημα πλην του Απριλίου του 2019), με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, οργάνωσαν και χρηματοδότησαν δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, κατόπιν δικής τους οργάνωσης και χρηματοδότησης και κατόπιν συναπόφασης εισήχθησαν στην ελληνική επικράτεια από άγνωστο σημείο αυτής, παρελήφθησαν, παραδόθηκαν και αποθηκεύτηκαν ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, συσκευασμένες σε 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, ειδικότερα δε, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, οργάνωσαν και χρηματοδότησαν τη μεταφορά των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης από την Λατινική Αμερική προς την Ελλάδα, την εισαγωγή, παραλαβή, παράδοση και αποθήκευση στην ελληνική επικράτεια των ίδιων ως άνω ποσοτήτων, ανευρίσκοντας και παραχωρώντας για τον σκοπό αυτό κατάλληλο ιστιοπλοϊκό σκάφος, το οποίο, αφού επάνδρωσαν με κατάλληλο πλήρωμα (χειριστή κλπ) που επέλεξαν ειδικά προς τούτο και εφοδίασαν με τρόφιμα, καύσιμα κ.λ.π. οργάνωσαν και χρηματοδότησαν τον απόπλου του από την Ελλάδα με προορισμό τις ακτές της Λατινικής Αμερικής με σκοπό την παραλαβή και φόρτωση σ' αυτό των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης, πράξεις οι οποίες έλαβαν χώρα στα διεθνή ύδατα ανοικτά της Καραϊβικής, οργανώνοντας και καθορίζοντας περαιτέρω την πορεία του από την Λατινική Αμερική προς την Ισπανία μέσω του Ατλαντικού Ωκεανού και εν συνεχεία από την Ισπανία προς την Ελλάδα, παρέχοντας συμβουλές και οδηγίες προς τα μέλη του πληρώματος με σκοπό την αποφυγή εντοπισμού, παρακολούθησης και ελέγχων τους υπό των κρατικών διωκτικών οργάνων, και τέλος, ανευρίσκοντας και χρηματοδοτώντας άτομα, τη δράση των οποίων συντόνισαν, με σκοπό την παραλαβή στην Ελλάδα των εισαγόμενων ως άνω ποσοτήτων ναρκωτικών, τη μεταφορά τους από άγνωστο σημείο της Ελληνικής Επικράτειας στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας και την αποθήκευσή τους σε οικία στην ως άνω περιοχή. Όλες τις παραπάνω πράξεις διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου τέλεσαν: α) στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 187 ΠΚ και περιγράφεται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη του παρόντος κατηγορητηρίου και β) κατ' επάγγελμα και το προσδοκώμενο όφελος τους από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, τις παραπάνω πράξεις διακίνησης ναρκωτικών τέλεσαν στο πλαίσιο της εγκληματικής οργάνωσης, την οποία συγκρότησαν και στην οποία εντάχθηκαν ως μέλη, περαιτέρω δε τις ως άνω πράξεις της διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών τέλεσαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή τους και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (σύσταση εγκληματικής οργάνωσης διεθνικού χαρακτήρα, χρησιμοποίηση σκάφους για την δια θαλάσσης ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, μακρόχρονη προετοιμασία, ανεύρεση κατάλληλου πληρώματος, προκαθορισμένες αρμοδιότητες των μελών της οργάνωσης, οργάνωση και χρηματοδότηση της μεταφοράς του φορτίου των ναρκωτικών από την Λατινική Αμερική στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αξία αυτών), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Το δε προσδοκώμενο όφελος τους από τη διακίνηση των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών σαφώς υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, καθώς ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000,00) ευρώ.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους παραπάνω 4ο (S. H.) και 7ο (A. P.) εκ των κατηγορουμένων αθώους του ότι: Β) Κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού ήτοι κατόπιν συναπόφασης και έχοντας κοινό με αυτούς δόλο, χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, τέλεσαν το παρακάτω έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις εξής νομοτυπικές μορφές: 1) Στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, εντός οικίας, την 24.01.2020 και περί ώρα 15.30, από κοινού αποθήκευσαν για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατόπιν συναπόφασης αποθήκευσαν 52 σάκους με 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, συσκευασμένες σε 104 πακέτα με ειδική αδιάβροχη επίστρωση που περιείχαν ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) γραμμαρίων (ή 650 γραμ), οι οποίες κατασχέθηκαν. 2) Σε άγνωστο σημείο της επικράτειας άγνωστης χώρας της Λατινικής Αμερικής, σε άγνωστο επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε όμως εντός του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 μέχρι και την σύλληψή τους (24.01.2020), από κοινού, αγόρασαν για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό την εμπορία, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και πλέον συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατόπιν συναπόφασης αγόρασαν για τον παραπάνω σκοπό ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, από άγνωστο/α στην ανάκριση άτομο/α. 3) Σε άγνωστο επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από την σύλληψή τους (24.01.2020), από κοινού, εισήγαγαν στην Ελληνική Επικράτεια με σκοπό την εμπορία για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα, κατά το ως άνω διάστημα κατόπιν συναπόφασης εισήγαγαν στην Ελληνική Επικράτεια από άγνωστο σημείο αυτής ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, οι οποίες κατασχέθηκαν. 4) Σε άγνωστο επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από την σύλληψή τους (24.01.2020), από κοινού με τους ως άνω συγκατηγορουμένους του, μετέφεραν εντός της Ελληνικής Επικράτειας για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα, κατά το ως άνω διάστημα κατόπιν συναπόφασης μετέφεραν από άγνωστο σημείο της Ελληνικής Επικράτειας στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, οι οποίες κατασχέθηκαν. 5) Σε άγνωστο τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 μέχρι την 20-01-2020 με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, οργάνωσαν και χρηματοδότησαν δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, κατόπιν δικής τους οργάνωσης και χρηματοδότησης και κατόπιν συναπόφασης εισήχθησαν στην ελληνική επικράτεια από άγνωστο σημείο αυτής, παρελήφθησαν, παραδόθηκαν και αποθηκεύτηκαν ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, συσκευασμένες σε 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, ειδικότερα δε, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, οργάνωσαν και χρηματοδότησαν τη μεταφορά των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης από την Λατινική Αμερική προς την Ελλάδα, την εισαγωγή, παραλαβή, παράδοση και αποθήκευση στην ελληνική επικράτεια των ίδιων ως άνω ποσοτήτων, ανευρίσκοντας και παραχωρώντας για τον σκοπό αυτό κατάλληλο ιστιοπλοϊκό σκάφος, το οποίο, αφού επάνδρωσαν με κατάλληλο πλήρωμα (χειριστή κλπ) που επέλεξαν ειδικά προς τούτο και εφοδίασαν με τρόφιμα, καύσιμα κ.λ.π. οργάνωσαν και χρηματοδότησαν τον απόπλου του από την Ελλάδα με προορισμό τις ακτές της Λατινικής Αμερικής με σκοπό την παραλαβή και φόρτωση σ' αυτό των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης, πράξεις οι οποίες έλαβαν χώρα στα διεθνή ύδατα ανοικτά της Καραϊβικής, οργανώνοντας και χρηματοδοτώντας περαιτέρω το δρομολόγιο της επιστροφής στην Ελλάδα του έμφορτου με τα ναρκωτικά σκάφους και καθορίζοντας σχετικά την πορεία του από την Λατινική Αμερική προς την Ισπανία μέσω του Ατλαντικού Ωκεανού και εν συνεχεία από την Ισπανία προς την Ελλάδα, παρέχοντας συμβουλές και οδηγίες προς τα μέλη του πληρώματος με σκοπό την αποφυγή εντοπισμού, παρακολούθησης και ελέγχων τους υπό των κρατικών διωκτικών οργάνων. Όλες τις παραπάνω πράξεις διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου τέλεσαν: α) στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 187 ΠΚ και περιγράφεται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη του παρόντος κατηγορητηρίου και β) κατ' επάγγελμα και το προσδοκώμενο όφελος τους από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, τις παραπάνω πράξεις διακίνησης ναρκωτικών τέλεσαν στο πλαίσιο της εγκληματικής οργάνωσης, την οποία συγκρότησαν και στην οποία εντάχθηκαν ως μέλη, περαιτέρω δε τις ως άνω πράξεις της διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών τέλεσαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή τους και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (σύσταση εγκληματικής οργάνωσης διεθνικού χαρακτήρα, χρησιμοποίηση σκάφους για την δια θαλάσσης ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, μακρόχρονη προετοιμασία, ανεύρεση κατάλληλου πληρώματος, προκαθορισμένες αρμοδιότητες των μελών της οργάνωσης, οργάνωση και χρηματοδότηση της μεταφοράς του φορτίου των ναρκωτικών από την Λατινική Αμερική στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αξία αυτών), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Το δε προσδοκώμενο όφελος τους από τη διακίνηση των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών σαφώς υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, καθώς ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000,00) ευρώ.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω 9ο (K. ή E. Z. ή Z.) εκ των κατηγορουμένων αθώο του ότι: Β) Κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού ήτοι κατόπιν συναπόφασης και έχοντας κοινό με αυτούς δόλο, χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, τέλεσαν το παρακάτω έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις εξής νομοτυπικές μορφές: 1) Στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, εντός οικίας, την 24.01.2020 και περί ώρα 15.30, από κοινού κατείχαν για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή τους, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου, και συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατόπιν συναπόφασης κατείχαν 52 σάκους με 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, συσκευασμένες σε 104 πακέτα με ειδική αδιάβροχη επίστρωση που περιείχαν ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) γραμμαρίων (ή 650 γραμ.), οι οποίες κατασχέθηκαν. 2) Σε άγνωστο σημείο της επικράτειας άγνωστης χώρας της Λατινικής Αμερικής, σε άγνωστο επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε όμως εντός του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 μέχρι και την σύλληψή τους (24.01.2020), από κοινού, αγόρασαν για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό την εμπορία, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και πλέον συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατόπιν συναπόφασης αγόρασαν για τον παραπάνω σκοπό ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και οκτακοσίων (800) ή εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, από άγνωστο/α στην ανάκριση άτομο/α. Όλες τις παραπάνω πράξεις διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου τέλεσαν: α) στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 187 ΠΚ και περιγράφεται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη του παρόντος κατηγορητηρίου και β) κατ' επάγγελμα και το προσδοκώμενο όφελος τους από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, τις παραπάνω πράξεις διακίνησης ναρκωτικών τέλεσαν στο πλαίσιο της εγκληματικής οργάνωσης, την οποία συγκρότησαν και στην οποία εντάχθηκαν ως μέλη, περαιτέρω δε τις ως άνω πράξεις της διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών τέλεσαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή τους και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (σύσταση εγκληματικής οργάνωσης διεθνικού χαρακτήρα, χρησιμοποίηση σκάφους για την δια θαλάσσης ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, μακρόχρονη προετοιμασία, ανεύρεση κατάλληλου πληρώματος, προκαθορισμένες αρμοδιότητες των μελών της οργάνωσης, οργάνωση και χρηματοδότηση της μεταφοράς του φορτίου των ναρκωτικών από την Λατινική Αμερική στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αξία αυτών), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Το δε προσδοκώμενο όφελος τους από τη διακίνηση των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών σαφώς υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, καθώς ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000,00) ευρώ...
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους παραπάνω 1ο (E. ή E. Z. ή B.), 2ο (L. D.), 3ο (S. P.), 4ο ( S. H.), 5ο (M. P.), 6ο (E. T.), 7ο (A. P.), 8ο (Π. Β.), 9ο (K. ή E. Z. ή Z.), 10ο (A. B.) και 11ο (A. V.) εκ των κατηγορουμένων ένοχους του ότι: Στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Άπαντες οι ανωτέρω κατηγορούμενοι: Α. Με πρόθεση ενεργώντας, σε άγνωστο τόπο, σε μη διακριβωθέντα επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, τουλάχιστον όμως από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 μέχρι και την σύλληψή τους (24.01.2020) εντάχθηκαν, ως μέλη, σε ιεραρχικά δομημένη οργάνωση, με διαρκή δράση σε διεθνές επίπεδο, αποτελούμενη από περισσότερα από τρία (3) πρόσωπα (εγκληματική οργάνωση), με διακριτούς των μελών της ρόλους που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων και δη αυτών που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών και ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, εντάχθηκαν μαζί με τους: α) Αλβανό υπήκοο με το ψευδώνυμο "... ή ..." χρήστη της υπ' αρ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικο ..., β) άγνωστο άτομο Αραβικής καταγωγής, χρήστη της υπ' αρ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικο ..., γ) (επ) A. (ον) A. αλσ γεν. ...1978 στην Αλβανία, δ) άγνωστο άνδρα οδηγό του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου εταιρείας ενοικιάσεως σε εγκληματική οργάνωση, τη διεύθυνση της οποίας είχαν οι: α) Αλβανός υπήκοος με το ψευδώνυμο "... ή ...", χρήστης της υπ' αρ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικος ... και β) άγνωστος άνδρας Αραβικής καταγωγής, χρήστης της υπ' αρ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικος ... , ρόλος που συνίστατο στην καίρια και καθοριστική συμβολή τους στη δημιουργία και δράση της οργάνωσης, στην οποία εντάχθηκαν οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση με αυτούς, αναλαμβάνοντας έκαστος από αυτούς συγκεκριμένο ρόλο και υποτάσσοντας την ατομική του βούληση στη βούληση της οργάνωσης, επιθυμώντας και επιδιώκοντας την τέλεση περισσότερων αδικημάτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Συγκεκριμένα, η εγκληματική οργάνωση, διευθυνόμενη και κατευθυνόμενη από τα ανωτέρω άτομα, επεδίωκε τη συντονισμένη και συστηματική διάπραξη περισσοτέρων εγκλημάτων διακίνησης ναρκωτικών, κατ' εξοχήν υπό τις νομοτυπικές μορφές της αγοράς, κατοχής, πώλησης κατ' εξακολούθηση και εισαγωγής αυτών, καθώς και της οργάνωσης, χρηματοδότησης και διεύθυνσης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου κέρδους, υπολογιζόμενου βάσει των συνολικά διακινηθεισών ποσοτήτων, τουλάχιστον στο ποσό των 50.000.000,00 ευρώ. Τα μέλη της εν λόγω οργάνωσης, δραστηριοποιούμενα στις ως άνω κακουργηματικές πράξεις, τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2018 έως την σύλληψή τους, την 24.01.2020, διακινούσαν από την Κεντρική Αμερική στην Ευρώπη και την Β/Δ Αφρική μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης, τις οποίες μετέφεραν δια θαλάσσης με ιστιοφόρα σκάφη, έχοντας κατανείμει διακριτούς ρόλους, καθήκοντα και αρμοδιότητες προς εξυπηρέτηση του σκοπού της εγκληματικής οργάνωσης ως ακολούθως: α) ο Αλβανός υπήκοος με το ψευδώνυμο "... ή ...", χρήστης της υπ' αρ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικος ... , καθώς και ο άγνωστος από την ανάκριση άνδρας, Αραβικής καταγωγής, χρήστης της υπ' αρ. ... τηλεφωνικής συνδέσεως, κάτοικος ... , διηύθυναν και κατεύθυναν την εγκληματική οργάνωση, συντονίζοντας τη δράση των μελών της, β) ο (επ) Z. ή Z. (ον) K. ή E. του M. και της N. ήταν επιφορτισμένος με τον έλεγχο και την διεκπεραίωση των λεπτομερειών και διαδικασιών της μεταφοράς δια θαλάσσης ποσοτήτων ναρκωτικών από την Κεντρική Αμερική στην Ελλάδα (ανεύρεση σκάφους και πληρώματος, συντονισμό μεταφοράς), γ) οι (επ) A. (ον) A. αλσ, (επ) V. (ον) A. του P. και (επ) Β. (ον) Π. του Β. ήταν επιφορτισμένοι με τους χρηματικούς διακανονισμούς της μεταφοράς των ναρκωτικών και την διεκπεραίωση των πληρωμών, δ) ο (επ) Β. (ον) A. αλσ ήταν υπεύθυνος για την παραλαβή από τους προμηθευτές των ναρκωτικών στη Λατινική Αμερική, καθώς και τη μεταφορά (πλήρωμα σκάφους) και παράδοση των ναρκωτικών σε έτερα μέλη της οργάνωσης για περαιτέρω διακίνηση, ε) ο (επ) P. (ον) S. του G. είχε αναλάβει τον συντονισμό της παραλαβής των ναρκωτικών στην Ελλάδα και την περαιτέρω διακίνησή τους τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Β/Δ Αφρική, για το σκοπό δε αυτό ερχόταν σε επαφή με τα ως άνω αρχηγικά μέλη της οργάνωσης στην Ισπανία, στ) ο (επ) P. (ον) A. του P. , ο (επ) H. (ον) S. του M. , ο (επ) T. (ον) E. του P. και άγνωστος άνδρας, οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν υπεύθυνοι για την παραλαβή, φύλαξη, μεταφορά και περαιτέρω διακίνηση των ναρκωτικών, συνεργαζόμενοι για το σκοπό αυτό με τον (επ) P. (ον) S. του G. , ζ) οι (επ) Β. (ον) Π. του Β. , [(επ) Z. ή Β. (ον) E. ή E. του H.], ο (επ) D. (ον) L. του Z. και ο (επ) P. (ον) M. του P. ήταν υπεύθυνοι για την ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, παρέχοντας μέτρα ασφαλείας και αντιπαρακολούθησης κατά τη διενέργεια των επαφών και των δραστηριοτήτων της εγκληματικής οργάνωσης. Β. Κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας κατά μόνας και από κοινού ήτοι κατόπιν συναπόφασης και έχοντας κοινό δόλο, χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, οι 3ος και 9ος ως αυτουργοί (από κοινού και κατά μόνας) και οι 1ος, 2ος, 5ος, 6ος, 8ος, 10ος και 11ος ως συνεργοί (κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της πράξης της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, υπό τη μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης που τους αποδίδεται ως αυτουργών), τέλεσαν το παρακάτω έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ), στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, με τις κάτωθι αναφερόμενες νομοτυπικές μορφές, ενώ οι 4ος (H. S.) και 7ος (P. A.) αυτών τέλεσαν με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ), στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, το μεν από κοινού ως αυτουργοί (ως προς τη νομοτυπική μορφή της απόπειρας κατοχής της ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της τετελεσμένης κατοχής της ίδιας ποσότητας), το δε ως συνεργοί (ως προς τη νομοτυπική μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της ίδιας κατηγορίας που τους αποδίδεται ως αυτουργών). Επίσης, ο 2ος αυτών (D. L.) τέλεσε επιπλέον, ως αυτουργός και την πράξη διακίνησης, έτερης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της κατοχής (ήτοι διενήργησε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του εγκλήματος της διακίνησης), κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα: Ειδικότερα: 1) Ο 3ος (S. P.) στην Αθήνα, στον Ισθμό της Κορίνθου και στο Αγρίνιο από τις 20-01-2020 μέχρι και τη σύλληψή του στις 24-01-2020, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ενεργώντας με κοινό δόλο με τον 9ο κατηγορούμενο K. ή E. Z. ή Z. , οργάνωσε και χρηματοδότησε δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και συγεκριμένα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, κατόπιν συναπόφασης με τον ως άνω ένατο κατηγορούμενο, συντόνισε τις αναγκαίες ενέργειες για την χρηματοδότηση των μεταφορέων (οι οποίοι ήταν συγκεκαλυμμένοι δρώντες και δη οι προστατευόμενοι μάρτυρες "..." και "..." που παρεισέφρησαν στην εγκληματική οργάνωση με ανακριτική διείσδυση και ως εκ τούτου οι πράξεις τους δεν είναι άδικες κατ' άρθρο 28 Ν. 4139/2013) και την παραλαβή των ναρκωτικών ουσιών, ήτοι ποσότητες κοκαΐνης συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, συσκευασμένες σε 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, που οι τελευταίοι αποθήκευσαν σε οικία στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδικότερα, κατόπιν τηλεφωνικής συνεννοήσεως με τον ένατο κατηγορούμενο Z. Z. συναντήθηκε στις 20-01-2020, συνοδευόμενος από άλλα μέλη της οργάνωσης που του παρείχαν συνδρομή (T. E. , P. M. και δύο άλλα άγνωστα άτομα) με τον υπό κάλυψη δρώντα με την κωδική ονομασία "..." στον Ισθμό της Κορίνθου για την διεκπεραίωση των λεπτομερειών της παράδοσης των ναρκωτικών ουσιών, δηλώνοντας σ' αυτόν τον ρόλο του ως συντονιστή των ενεργειών παραλαβής των ναρκωτικών για λογαριασμό της εγκληματικής οργάνωσης, εν συνεχεία επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά και συντόνισε τις ενέργειες καταβολής μέρους της συμφωνημένης χρηματικής αμοιβής των μεταφορέων, ύψους 109.550,00 ευρώ, η οποία πράγματι παραδόθηκε στην Αθήνα (...) στις 24-01-2020 στον έτερο υπό κάλυψη δρώντα με την κωδική ονομασία "Γ. Γ.", με ενέργειες των μελών της οργάνωσης και συνεργών του, Π. Β. και D. L. και υπό τη διακριτική επιτήρηση του ετέρου μέλους αυτής - συνεργού Z. ή B. E. ή E. και ακολούθως, κατόπιν συνεχών πιέσεων και επικοινωνιών προς τον ανωτέρω υπό κάλυψη δρώντα ("..."), προκειμένου να τον οδηγήσει στο χώρο όπου είχαν αποθηκευτεί οι ναρκωτικές ουσίες, κανόνισε την ίδια ημέρα (24-01-2020) συνάντηση του προστατευόμενου ως άνω μάρτυρα με δύο άλλα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, στους οποίους είχε ανατεθεί ο ρόλος της παραλαβής των ναρκωτικών ουσιών (S. H. και A. P.) σε καφέ στο Αγρίνιο (οδός ...), όπου και μετέβη ο ίδιος, ως συνοδηγός σε αυτοκίνητο που οδηγούσε η (μη κατηγορουμένη) φίλη του C. V. , παρακολουθώντας την πορεία της συνάντησης των ανωτέρω συνεργών του με τον υπό κάλυψη δρώντα, ενώ για λόγους ασφαλείας και επιτήρησης του χώρου, προσήλθαν στο ίδιο μέρος ο T. E. με τρίτο άγνωστο άτομο, που επέβαιναν σε όχημα το οποίο είχε μισθώσει κατ' εντολή του ιδίου τρίτου κατηγορουμένου, ο Β. Π. και το οποίο επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως μέσο μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών. Στη συνέχεια, με βάση το σχέδιο που ο ίδιος είχε καταστρώσει, οι S. H. και A. P. μετέβησαν με όχημα του ως άνω προστατευόμενου μάρτυρα που οδηγούσε ο τελευταίος, στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας και συγκεκριμένα, στο χώρο όπου προηγουμένως είχαν αποθηκευτεί οι ναρκωτικές ουσίες από τους υπό κάλυψη δρώντες ("…" και "…") με τη συνδρομή των Αστυνομικών Αρχών, προκειμένου να παραλάβουν για λογαριασμό της εγκληματικής οργάνωσης τις εκεί φυλασσόμενες ποσότητες ναρκωτικών. Όλες τις παραπάνω πράξεις διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου τις τέλεσε: α) στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 187 ΠΚ και περιγράφεται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη του παρόντος κατηγορητηρίου και β) κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, τις παραπάνω πράξεις διακίνησης ναρκωτικών τέλεσε στο πλαίσιο της εγκληματικής οργάνωσης, στην οποία εντάχθηκε ως μέλος, περαιτέρω δε τις ως άνω πράξεις της διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών τέλεσε κατ' επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει τα μέλη της οργάνωσης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (σύσταση εγκληματικής οργάνωσης διεθνικού χαρακτήρα, χρησιμοποίηση σκάφους για την δια θαλάσσης ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, μακρόχρονη προετοιμασία, ανεύρεση κατάλληλου πληρώματος, προκαθορισμένες αρμοδιότητες των μελών της οργάνωσης, οργάνωση και χρηματοδότηση της μεταφοράς του φορτίου των ναρκωτικών από την Λατινική Αμερική στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αξία αυτών), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Το δε προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, σαφώς υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, καθώς ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000,00) ευρώ. 2) Ο 9ος (K. ή E. Z. ή Z.): α) Στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας εντός οικίας, την 24.01.2020, ενεργώντας μέσω τρίτων και δη, μέσω των υπό κάλυψη δρώντων υπό τις κωδικές ονομασίες "..." και "..." αποθήκευσε, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, αποθήκευσε 52 σάκους με 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, συσκευασμένες σε 104 πακέτα με ειδική αδιάβροχη επίστρωση που περιείχαν ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, οι οποίες κατασχέθηκαν. β) Σε άγνωστο χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από την σύλληψη των συγκατηγορουμένων του (24.01.2020), εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια, μέσω τρίτων και δη, μέσω των προαναφερομένων προστατευόμενων μαρτύρων - υπό κάλυψη δρώντων, με σκοπό την εμπορία για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα κατά το ως άνω διάστημα εισήγαγε μέσω των ανωτέρω στην Ελληνική Επικράτεια ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, οι οποίες κατασχέθηκαν. γ) Σε άγνωστο χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από την σύλληψη των συγκατηγορουμένων του (24.01.2020), μετέφερε μέσω τρίτων και δη, μέσω των προαναφερομένων προστατευόμενων μαρτύρων - υπό κάλυψη δρώντων, εντός της Ελληνικής Επικράτειας για λογαριασμό της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα, κατά το ως άνω διάστημα μετέφερε μέσω των ανωτέρω, από άγνωστο σημείο της Ελληνικής Επικράτειας στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, οι οποίες κατασχέθηκαν. δ) Σε άγνωστο τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2018 μέχρι και την σύλληψη των συγκατηγορουμένων του (24.01.2020), με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας εν μέρει από κοινού και με κοινό δόλο με τον 3ο συγκατηγορούμενό του S. P. κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα παρακάτω, οργάνωσε και χρηματοδότησε δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα: Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, κατόπιν δικής του οργάνωσης και χρηματοδότησης και κατόπιν συναπόφασης με τους μη συλληφθέντες αρχηγούς της εγκληματικής οργάνωσης, εισήχθησαν στην ελληνική επικράτεια από άγνωστο σημείο αυτής, μεταφέρθηκαν και αποθηκεύτηκαν ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, συσκευασμένες σε 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, ειδικότερα δε, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, οργάνωσε και χρηματοδότησε τη μεταφορά των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης από την Λατινική Αμερική προς την Ελλάδα, την εισαγωγή, μεταφορά και αποθήκευση στην ελληνική επικράτεια των ίδιων ως άνω ποσοτήτων, ανευρίσκοντας και παραχωρώντας για τον σκοπό αυτό κατάλληλο ιστιοπλοϊκό σκάφος, το οποίο, αφού φρόντισε να επανδρωθεί με κατάλληλο πλήρωμα (χειριστή κλπ) που επέλεξε ειδικά προς τούτο και εφοδίασε με τρόφιμα, καύσιμα κ.λ.π. οργάνωσε και χρηματοδότησε τον απόπλου του από την Ελλάδα με προορισμό τις ακτές της Λατινικής Αμερικής με σκοπό την παραλαβή και φόρτωση σ' αυτό των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης, πράξεις οι οποίες έλαβαν χώρα στα διεθνή ύδατα ανοικτά της Καραϊβικής, οργανώνοντας και χρηματοδοτώντας περαιτέρω το δρομολόγιο της επιστροφής στην Ελλάδα του έμφορτου με τα ναρκωτικά σκάφους (το οποίο είχε φροντίσει να εφοδιαστεί με καύσιμα, τρόφιμα και λοιπά εφόδια, τον Απρίλιο του 2019 μέσω του συνεργού του - μέλους της οργάνωσης και συγκατηγορουμένο του V. A. , που μετέβη προς το σκοπό αυτό τον Απρίλιο του 2019 στην Καραϊβική) και καθορίζοντας σχετικά την πορεία του από την Λατινική Αμερική προς την Ισπανία μέσω του Ατλαντικού Ωκεανού και εν συνεχεία από την Ισπανία προς την Ελλάδα, παρέχοντας συμβουλές και οδηγίες προς τα μέλη του πληρώματος με σκοπό την αποφυγή εντοπισμού, παρακολούθησης και ελέγχων τους υπό των κρατικών διωκτικών οργάνων και τέλος, οργανώνοντας άτομα - μέλη της οργάνωσης και συνεργούς του τρίτου κατηγορουμένου P. S. (κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο Β1 πράξη), από κοινού μ' αυτόν, τη δράση των οποίων συντόνισε ο τρίτος κατηγορούμενος κατά τα προαναφερόμενα, μετά από συναπόφαση μαζί του, προκειμένου να καταβληθούν χρηματικά ποσά στους μεταφορείς (προστατευόμενους μάρτυρες), με τους οποίους βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία για την διεκπεραίωση των διαδικασιών παράδοσης των ναρκωτικών ουσιών, ώστε να οδηγηθούν τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης στον τόπο αποθήκευσης των ναρκωτικών ουσιών, για να τα παραλάβουν. Όλες τις παραπάνω πράξεις διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου τέλεσε: α) στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 187 ΠΚ και περιγράφεται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη του παρόντος κατηγορητηρίου και β) κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, τις παραπάνω πράξεις διακίνησης ναρκωτικών τέλεσε στο πλαίσιο της εγκληματικής οργάνωσης, στην οποία εντάχθηκε ως μέλος, περαιτέρω δε τις ως άνω πράξεις της διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών τέλεσε κατ' επάγγελμα, από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει τα μέλη της οργάνωσης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (σύσταση εγκληματικής οργάνωσης διεθνικού χαρακτήρα, χρησιμοποίηση σκάφους για την δια θαλάσσης ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, μακρόχρονη προετοιμασία, ανεύρεση κατάλληλου πληρώματος, προκαθορισμένες αρμοδιότητες των μελών της οργάνωσης, οργάνωση και χρηματοδότηση της μεταφοράς του φορτίου των ναρκωτικών από την Λατινική Αμερική στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αξία αυτών), προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος. Το δε προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, σαφώς υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, καθώς ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000,00) ευρώ. 3) Ι. Οι 1ος (E. ή E. Z. ή B.), 2ος (L. D.), 4ος (S. H.), 5ος (M. P.), 6ος (E. T.), 7ος (A. P.), 8ος (Π. Β.), 10ος (A. B.) και 11ος (A. V.) : Στην Αθήνα, στον Ισθμό Κορίνθου, στο Αγρίνιο και στη θαλάσσια περιοχή της Καραϊβικής, κατά τα κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα για έκαστο εξ αυτών, από τον Νοέμβριο του 2018 μέχρι τις 12-12-2019 και από τις 20-01-2020 μέχρι τις 24-01-2020, με μία ή περισσότερες πράξεις (κατά τα κατωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα) που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με δόλο (συνιστάμενου στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό της αξιόποινης πράξης που διέπραξε και στη βούληση να συμβάλουν με τη συνδρομή τους στην πραγμάτωση του εγκλήματος), πρόσφεραν με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή κατά την τέλεση των άδικων πράξεων που αυτός διέπραξε. Ειδικότερα, κατά τους ως άνω τόπους και χρόνο, πρόσφεραν συνδρομή στους 3ο και 9ο κατηγορούμενους (κατά περίπτωση), ήτοι στους S. P. και K. ή E. Z. ή Z. , ιεραρχικά ανώτερα - σε σχέση με τους ίδιους - μέλη της ιδίας εγκληματικής οργάνωσης στην οποία όλοι ανήκουν, κατά την τέλεση της άδικης πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων), με τη μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ (και ανέρχεται στο ύψος των 50.000.000,00 ευρώ τουλάχιστον), που αυτοί διέπραξαν κατά τα άνω, εν γνώσει των εν λόγω κατηγορουμένων συνεργών και με τη βούλησή τους να συμβάλλουν με τη συνδρομή τους στην πραγμάτωση του εγκλήματος. Συγκεκριμένα, η συνδρομή εκάστου εκ των άνω κατηγορουμένων συνίσταται στα εξής: α) Ο πρώτος αυτών (E. ή E. Z. ή B.), στις 24-01-2020 στην Αθήνα (...), κατά τον χρόνο της παράδοσης ποσού 109.550,00 ευρώ από τον Π. Β. στον υπό κάλυψη δρώντα υπό την κωδική ονομασία "…", ως προκαταβολή αμοιβής για τις παρασχεθείσες ενέργειες των μεταφορέων (ήτοι των ετέρων υπό κάλυψη δρώντων "…" και "…"), επιτηρούσε το χώρο της συνάντησης των ανωτέρω προσώπων, παριστάμενος σε διακριτική απόσταση απ' αυτούς, προκειμένου να διαπιστώσει αν τυχόν υπάρχουν ύποπτες κινήσεις τρίτων (αστυνομικών) πλησίον του σημείου της συνάντησης και για να διασφαλίσει την ακώλυτη διεκπεραίωση της παράνομης συναλλαγής, στο πλαίσιο της οργάνωσης του τρόπου παραλαβής και της χρηματοδότησης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, εκ μέρους του ένατου, αλλά και του τρίτου των κατηγορουμενων, υπό τις οδηγίες του οποίου τελούσε, β) ο δεύτερος αυτών (L. D.), στις 24-01-2020 προσήλθε στο σημείο συνάντησης (...) του υπό κάλυψη δρώντα "…" με μέλη της οργάνωσης (η οποία ορίστηκε με ενέργειες του P. S.), μεταφέροντας το χρηματικό ποσό των 109.550,00 ευρώ, το οποίο εν συνεχεία παρέδωσε στο έτερο μέλος της οργάνωσης Π. Β. , προκειμένου αυτός να το παραδώσει στον "…" ως προκαταβολή αμοιβής των μεταφορέων (υπό κάλυψη δρώντων) των ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο της οργάνωσης του τρόπου παραλαβής και της χρηματοδότησης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, εκ μέρους του ένατου, αλλά και του τρίτου των κατηγορουμένων, υπό τις οδηγίες του οποίου τελούσε, γ) ο τέταρτος αυτών (S. H.) την 22-01-2020 ταξίδεψε αεροπορικώς από την Ολλανδία, όπου κατοικεί στην Αθήνα και υπό τις οδηγίες του τρίτου κατηγορουμένου (P. S.), έλαβε από τρίτο άγνωστο μέλος της εγκληματικής οργάνωσης, το ποσό των 120.000,00 ευρώ που αποτελούσε το υπόλοιπο του ποσού των 300.000,00 ευρώ, που συμφωνήθηκε μεταξύ του ένατου κατηγορούμενου (Z. K.) και των υπό κάλυψη δρώντων - μεταφορέων να καταβληθεί ως αμοιβή των τελευταίων, εν συνεχεία δε, την 23-01-2020 μετέβη ένοπλος στη μαρίνα Φλοίσβου, για να συναντήσει το έτερο μέλος της οργάνωσης P. A. (έβδομο κατηγορούμενο) και να μεταβούν αυθημερόν, όπως και έπραξαν, με αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του τρίτου κατηγορουμένου (Citroen 1) - το οποίο ο τελευταίος είχε σταθμεύσει εκεί προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τους εν λόγω συνεργούς του - στο Αγρίνιο Αιτωλοακαρνανίας, όπου την 24-01-2020 συναντήθηκαν με τον υπό κάλυψη δρώντα "…", υπό την διακριτική παρακαλούθηση του τρίτου κατηγορουμένου και κανόνισαν τον τρόπο μετάβασής τους στο χώρο όπου ήταν αποθηκευμένες οι ναρκωτικές ουσίες. Συγκεκριμένα δε, μετέβησαν με τον ανωτέρω υπό κάλυψη δρώντα και με το αυτοκίνητο που αυτός οδηγούσε, στην οικία όπου θα γινόταν η παράδοση των ναρκωτικών στον ίδιο (τέταρτο κατηγορούμενο) και τον συνεργό του (έβδομο κατηγορούμενο) και η καταβολή της αμοιβής στους υπό κάλυψη δρώντες - μεταφορείς ("..." και "..."). Όλες τις παραπάνω πράξεις τις διέπραξε στο πλαίσιο της οργάνωσης του τρόπου παραλαβής και της χρηματοδότησης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, εκ μέρους του ένατου, αλλά και του τρίτου των κατηγορουμενων, υπό τις οδηγίες του οποίου τελούσε, δ) ο πέμπτος αυτών (M. P.), την 20-01-2020 στον Ισθμό της Κορίνθου, προσήλθε εποχούμενος στο αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του μάρκας WW POLO, με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ, με τρίτο άγνωστο άτομο, προκειμένου να διασφαλίσει με τη διενέργεια διακριτικής επιτήρησης, την απρόσκοπτη και χωρίς την παρουσία αστυνομικών, συνάντηση μεταξύ αφ' ενός μεν, του υπό κάλυψη δρώντα "…" και αφ' ετέρου των μελών της οργάνωσης P. S. , T. E. και άγνωστου τρίτου, που έλαβε χώρα στο πλαίσιο της οργάνωσης του τρόπου παραλαβής και της χρηματοδότησης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, εκ μέρους του ένατου, αλλά και του τρίτου των κατηγορουμενων, υπό τις οδηγίες του οποίου τελούσε, ε) ο έκτος αυτών (E. T.), i) στις 20-01-2020 προσήλθε μαζί με τρίτο άγνωστο μέλος της οργάνωσης στον Ισθμό της Κορίνθου, προκειμένου να συνοδεύσουν τον P. S. στην εκεί συνάντησή του με τον υπό κάλυψη δρώντα "…" για τη συζήτηση του τρόπου παράδοσης των ναρκωτικών στα μέλη της οργάνωσης και για να γίνει σαφές στον τελευταίο ότι είναι ένα από τα άτομα που θα επιβλέπουν συνέχεια τη διαδικασία μέχρι την παράδοση των ναρκωτικών από τους μεταφορείς (υπό κάλυψη δρώντες "…" και "…") στα μέλη της οργάνωσης και ii) στις 24-01-2020 ακολούθησε το όχημα, στο οποίο επέβαινε ο P. S. (με τη φίλη του C. V.), όντας ο ίδιος συνοδηγός στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... μισθωμένο όχημα, μάρκας RENAULT (βανάκι) - το οποίο είχε προηγουμένως μισθώσει για λογαριασμό της οργάνωσης ο Π. Β. , με σκοπό να χρησιμεύσει στη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών μετά την παραλαβή τους από τους υπό κάλυψη δρώντες - με οδηγό άγνωστο μέλος της οργάνωσης, προκειμένου να παραβρεθεί στη συνάντηση που έλαβε χώρα στο καφέ "..." (οδός ...) του Αγρινίου, μεταξύ του υπό κάλυψη δρώντα "…" και των μελών της οργάνωσης H. S. και P. A. , κατά την οποία επιδείχθηκε στον υπό κάλυψη δρώντα το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής των μεταφορέων και έλαβε χώρα συζήτηση για τον τρόπο παράδοσης των ναρκωτικών στα μέλη της οργάνωσης. Οι παραπάνω παρουσίες του στον Ισθμό της Κορίνθου και στο Αγρίνιο, έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της οργάνωσης του τρόπου παραλαβής και της χρηματοδότησης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, εκ μέρους του ένατου, αλλά και του τρίτου των κατηγορουμένων, υπό τις οδηγίες του οποίου τελούσε, στ) ο έβδομος αυτών (A. P.), την 22-01-2020 ταξίδεψε αεροπορικώς από την Ισπανία, όπου διέμενε κατά τον χρόνο εκείνο, στην Αθήνα, κατόπιν οδηγιών που έλαβε από τον ένατο κατηγορούμενο (Z. K.) και υπό τις οδηγίες του τρίτου κατηγορουμένου (P. S.), μετέβη την 23-01-2020 στη μαρίνα Φλοίσβου για να συναντήσει το έτερο μέλος της οργάνωσης H. S. (τέταρτο κατηγορούμενο) και να μεταβούν αυθημερόν, όπως και έπραξαν, με αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του τρίτου κατηγορουμένου (Citroen 1) -το οποίο ο τελευταίος είχε σταθμεύσει εκεί προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τους εν λόγω συνεργούς του - στο Αγρίνιο Αιτωλοακαρνανίας, όπου την 24-01-2020 συναντήθηκαν με τον υπό κάλυψη δρώντα "…", υπό την διακριτική παρακαλούθηση του τρίτου κατηγορουμένου και κανόνισαν τον τρόπο μετάβασής τους στο χώρο όπου ήταν αποθηκευμένες οι ναρκωτικές ουσίες. Συγκεκριμένα δε, μετέβησαν με τον ανωτέρω υπό κάλυψη δρώντα και με το αυτοκίνητο που αυτός οδηγούσε, στην οικία όπου θα γινόταν η παράδοση των ναρκωτικών στον ίδιο (έβδομο κατηγορούμενο) και τον συνεργό του (τέταρτο κατηγορούμενο) και η καταβολή της αμοιβής στους υπό κάλυψη δρώντες - μεταφορείς ("..." και "..."). Όλες τις παραπάνω πράξεις τις διέπραξε στο πλαίσιο της οργάνωσης του τρόπου παραλαβής και της χρηματοδότησης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, εκ μέρους του ένατου, αλλά και του τρίτου των κατηγορουμένων, υπό τις οδηγίες του οποίου τελούσε, ζ) ο όγδοος αυτών (Π. Β.), i) κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 20-01-2020 και 24-01-2020 προέβη στη μίσθωση, για λογαριασμό της εγκληματικής οργάνωσης και κατόπιν σχετικής οδηγίας του P. S. , του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... μισθωμένου αυτοκινήτου, μάρκας RENAULT (βανάκι), το οποίο στη συνέχεια παρέδωσε στο έτερο μέλος της οργάνωσης T. E. , προκειμένου αυτός να το χρησιμοποιήσει (με τρίτο άγνωστο μέλος της οργάνωσης) στη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών, μετά την παραλαβή τους από τους υπό κάλυψη δρώντες και ii) στις 24-01-2020 μετέβη στην Αθήνα (...) και αφού έλαβε το ποσό των 109.550,00 ευρώ από τον D. L. , στη συνέχεια το παρέδωσε ως προκαταβολή αμοιβής των μεταφορέων των ναρκωτικών, υπό κάλυψη δρώντων, στον έτερο υπό κάλυψη δρώντα "…" που προσήλθε κατόπιν συνεννόησης με τον P. S. στο ίδιο σημείο για να το παραλάβει. Οι ενέργειες αυτές του Π. Β. , έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της οργάνωσης του τρόπου παραλαβής και της χρηματοδότησης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, εκ μέρους του ένατου, αλλά και του τρίτου των κατηγορουμένων, υπό τις οδηγίες του οποίου τελούσε, η) ο δέκατος αυτών (A. B.) τον Νοέμβριο του έτους 2018 τοποθετήθηκε - από τον έχοντα την οργάνωση της παραλαβής από την Λατινική Αμερική και μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα, Ζ. K. - στο ιστιοπλοϊκό σκάφος "BARRACUDA SEVEN" ως πλήρωμα αυτού, μαζί με τον υπό κάλυψη δρώντα "..." και καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τον 11ο του 2018 μέχρι την ημέρα που εξήλθε του σκάφους κατόπιν ελέγχου των λιμενικών αρχών του Αγίου Βικεντίου στις 12-12-2019, εξυπηρετούσε τους σκοπούς της οργάνωσης υπο τις οδηγίες του ως άνω ένατου κατηγορούμενου, ταξιδεύοντας στην Καραϊβική προκειμένου να πραγματοποιήσει τη φόρτωση των ναρκωτικών στο σκάφος, επικοινωνώντας με κρυπτογραφημένο και δορυφορικό τηλέφωνο με τους αρχηγούς της οργάνωσης, προκειμένου να λαμβάνει οδηγίες κινήσεως τις οποίες μετέφερε και στον υπό κάλυψη δρώντα, συμμετέχοντας στη συνάντηση του αρχηγού της οργάνωσης "..." με τον διοργανωτή του σχεδίου παραλαβής και μεταφοράς της κοκαΐνης Z. K. στις 13-12-2018 στη Santa Cruz της Τενερίφης, ερχόμενος σε επικοινωνία με διάφορα μέλη της οργάνωσης κατόπιν οδηγιών του Z. K. και των αρχηγών της οργάνωσης (όπως με άτομο σερβικής καταγωγής που αφίχθη στην Καραϊβική στις 24-05-2019 και με τον A. V. που αφίχθη στο σκάφος τον Απρίλιο του 2019 για να ανεφοδιασμό αυτού), ακολουθώντας τις συμβουλές του ένατου κατηγορούμενου και των αρχηγών της οργάνωσης για την αποφυγή εντοπισμού, παρακολούθησης και ελέγχων του σκάφους από τα κρατικά διωκτικά όργανα και μεριμνώντας για την εν θαλάσση φόρτωση του σκάφους με το φορτίο των ναρκωτικών στις 11-12-2019. Οι ενέργειές του αυτές έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της οργάνωσης και χρηματοδότησης του απόπλου του σκάφους από την Ελλάδα προς την Λατινική Αμερική και της επιστροφής του στην χώρα έμφορτου με τις ναρκωτικές ουσίες, εκ μέρους του ένατου των κατηγορουμένων, υπό τις οδηγίες του οποίου τελούσε, θ) ο ενδέκατος αυτών (A. V.) τον Απρίλιο του 2019, μετέβη κατόπιν οδηγιών του Z. Z. , από το Βέλγιο στη θαλάσσια περιοχή της Καραϊβικής και στο ιστιοπλοϊκό σκάφος "BARRACUDA SEVEN", το οποίο αποτελεί το μεταφορικό μέσο των ναρκωτικών ουσιών, για να εφοδιάσει το πλήρωμα αυτού (B. A. και υπό κάλυψη δρώντα "...") με καύσιμα, τρόφιμα και λοιπά εφόδια, ενέργεια που έλαβε χώρα στο πλαίσιο της οργάνωσης του ταξιδίου του σκάφους από την Καραϊβική προς την Ελλάδα εκ μέρους του ένατου των κατηγορουμενων, υπό τις οδηγίες του οποίου τελούσε.
ΙΙ. Οι 4ος (H. S.) και 7ος (P. A.) εκ των κατηγορουμένων την 24-01-2020 στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν το κακούργημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, με τη νομοτυπική μορφή της κατοχής, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πλην όμως το αδίκημα αυτό δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική τους θέληση, αλλά από αίτια εξωτερικά. Συγκεκριμένα, έχοντας αποφασίσει, κατ' εντολή των αρχηγών της εγκληματικής οργάνωσης, να λάβουν στην κατοχή τους τις ποσότητες κοκαΐνης που είχαν αποθηκευτεί από τους υπό κάλυψη δρώντες "..." και "..." σε μισθωμένη οικία, συνολικού βάρους ενός (1) τόνου, εκατόν ογδόντα (180) κιλών και εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, συσκευασμένες σε 1.040 αυτοσχέδιες νάϊλον συσκευασίες, εισήλθαν στο χώρο όπου βρισκόταν τα ναρκωτικά, με σκοπό να τα λάβουν στην κατοχή τους και να τα μεταφέρουν σε άλλο τόπο φύλαξης προκειμένου στη συνέχεια να τα διακινήσουν τα μέλη της οργάνωσης εντός και εκτός της χώρας, πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική τους θέληση, αλλά επειδή έγιναν αντιληπτοί από τους αστυνομικούς της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής/Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών και της ΕΚΑΜ που είχαν περικυκλώσει την οικία και τη στιγμή που ο S. H. , έβγαλε το χρηματικό ποσό των 120.000,00 ευρώ που έφερε πάνω του, προκειμένου να το παραδώσει στους ως άνω υπό κάλυψη δρώντες και να παραλάβει το κλειδί της οικίας, εισήλθαν εντός αυτής και τους συνέλαβαν. Την ανωτέρω πράξη διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου τις τέλεσαν αμφότεροι: α) Στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 187 ΠΚ και περιγράφεται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη του παρόντος κατηγορητηρίου και β) κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, την άνω πράξη την τέλεσαν στο πλαίσιο της εγκληματικής οργάνωσης, στην οποία εντάχθηκαν ως μέλοι, περαιτέρω δε, την τέλεσαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει τα μέλη της οργάνωσης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (σύσταση εγκληματικής οργάνωσης διεθνικού χαρακτήρα, χρησιμοποίηση σκάφους για την δια θαλάσσης ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, μακρόχρονη προετοιμασία, ανεύρεση κατάλληλου πληρώματος, προκαθορισμένες αρμοδιότητες των μελών της οργάνωσης, οργάνωση και χρηματοδότηση της μεταφοράς του φορτίου των ναρκωτικών από την Λατινική Αμερική στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αξία αυτών), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Το δε προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των παραπάνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, σαφώς υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, καθώς ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000,00) ευρώ.
ΙΙΙ. Ο 2ος εκ των κατηγορουμένων (L. D.), στην ... , επί της οδού ... , την 24.01.2020 και περί ώρα 18.40, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους, με σκοπό τη διακίνηση, ποσότητες κοκαΐνης συνολικού μικτού βάρους τριακοσίων ενενήντα οκτώ (398) γραμμαρίων και ακατέργαστης κάνναβης συνολικού μικτού βάρους εκατό (100) γραμμαρίων.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους 2ο (L. D.), 3ο (S. P.) και 4ο (S. H.) εκ των κατηγορουμένων ένοχους του ότι: Στους παρακάτω τόπους και χρόνους τέλεσαν την πράξη της οπλοκατοχής και συγκεκριμένα: α) ο S. P. στο Αγρίνιο Αιτωλοακαρνανίας, την 24.01.2020 και περί ώρα 15.30 κατείχε παράνομα ένα πιστόλι μάρκας SMITH & WESSON με αρ. ... , ... , μετά μιας γεμιστήρος με δώδεκα (12) φυσίγγια διαμετρήματος 9 mm.
Περαιτέρω, στη ... , επί της οδού ... , την 25.01.2020 και περί ώρα 00.30 κατείχε παράνομα ένα πολεμικό τυφέκιο ... με αρ. όπλου ... μετά μιας γεμιστήρας άνευ φυσιγγίων, ένα πιστόλι μάρκας ... με αρ. όπλου ... , με μια γεμιστήρα και 8 φυσίγγια αγνώστου διαμετρήματος, 34 φυσίγγια 9 mm και ένα σπρέι πιπεριού, β) ο S. H. στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας την 24.01.2020 και περί ώρα 15:30 κατείχε παράνομα ένα πιστόλι μάρκας ... με αριθμό ... μετά μίας γεμιστήρος με 15 φυσίγγια διαμετρήματος 9 mm. και γ) ο L. D. στην ... επί της οδού ... κατείχε παράνομα ένα περίστροφο χρώματος ασημί άνευ μάρκας και αριθμού διαμετρήματος 38 mm και 23 φυσίγγια αντίστοιχου διαμετρήματος "…".
Ο δεύτερος εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων (επ) P. (ον) S. του G. , με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της (δεύτερης) αίτησής του, που συμπληρώνεται με το πρώτο σκέλος του πρώτου προσθέτου λόγου της ιδίας (δεύτερης) αίτησης αναίρεσής του κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο, ο τρίτος εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη τρίτος αναιρεσείων (επ) Ζ. ή Z. (ον) K. ή E. του M. , με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της (τρίτης) αίτησής του αλλά και ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη τέταρτος αναιρεσείων B. A. , ισχυρίζονται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχεται ειδική αιτιολογία ως προς την ενοχή του καθενός από αυτούς για την αξιόποινη πράξη της ένταξης του καθενός από αυτούς στην ως άνω εγκληματική οργάνωση και επί πλέον, ο προαναφερθείς δεύτερος αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της (δεύτερης) αίτησής του, όπως αυτός επιτρεπτώς συμπληρώνεται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου προσθέτου λόγου της ιδίας (δεύτερης) αίτησης αναίρεσής του κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο, αλλά και ο ως άνω τρίτος εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη τρίτος αναιρεσείων (επ) Ζ. ή Z. (ον) K. ή E. του M. , με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της (τρίτης) αίτησής του, αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρου 187 ΠΚ (που τιτλοφορείται Εγκληματική οργάνωση) και προσάπτει ο καθένας από αυτούς σ' αυτήν (την προσβαλλόμενη απόφαση) την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, σχετική πλημμέλεια. Με τις προαναφερθείσες όμως παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους, η εν λόγω απόφαση σχετικώς με την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της ένταξης των προαναφερθέντων δύο αναιρεσειόντων [(επ) P. (ον) S. του G. και (επ) Ζ. ή Z. (ον) K. ή E. του M.)] στην παραπάνω αναφερόμενη εγκληματική οργάνωση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή αμφοτέρων, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο - μεταξύ των άλλων - καταδικάστηκαν οι ως άνω αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις, από τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 187 ΠΚ, που σημειωτέον ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, ενώ διαλαμβάνονται ακόμη στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πράξη τους αυτή, δηλαδή της ένταξής τους στην εγκληματική αυτή οργάνωση, όλες οι ενέργειες του καθενός από αυτούς, όπως επίσης και των προαναφερθέντων μελών της παραπάνω εγκληματικής οργάνωσης στα πλαίσια της λειτουργίας αυτής, ενώ αναφέρονται ακόμη τα (νέα) στοιχεία της ισχύουσας από 1-7-2019 διάταξης, δηλαδή η "επιχειρησιακά" δομημένη και με διαρκή "εγκληματική" δράση της εγκληματικής αυτής οργάνωσης, καθώς και ο επιδιωκόμενος σκοπός και ο συνολικός (ενιαίος) δόλος όλων των ως άνω μελών της για την τέλεση του προαναφερθέντος περιγραφομένου κακουργήματος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, ενώ αναφέρονται επίσης, ο χρόνος, ο τρόπος δράσης και οι λοιπές περιστάσεις και συνθήκες υπό τις οποίες οι εν λόγω εκκαλούντες - κατηγορούμενοι και ήδη δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων, ενήργησαν ως μέλη στην οργάνωση αυτή αλλά και οι ενέργειές του καθενός από αυτούς, που αποσκοπούσαν στην ευόδωση των σκοπών της οργάνωσης, την διακίνηση δηλαδή ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα στην μεταφορά τους από την Νότια Αμερική στην Ευρώπη.
Εξάλλου, οι εμπεριεχόμενες τόσο στα δύο κύρια δικόγραφα (αιτήσεις αναίρεσης), όσο και στα δύο ιδιαίτερα δικόγραφα των προσθέτων λόγων αναίρεσης, αλλά και στο δικόγραφο της τέταρτης αναιρεσης, υπόλοιπες διάσπαρτες σχετικές αιτιάσεις του καθενός από τους εν λόγω αναιρσείοντες, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης ως προς το προαναφερθέν (καταδικαστικό) μέρος της αλλά και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της. Συγκεκριμένα, οι προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αντιθέσεις κατ' αυτούς, των παραδοχών της απόφασης προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν αναιρετικές πλημμέλειες με την έννοια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά πλήττουν ανεπιτρέπτως την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά συνέπεια, όλοι οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο δεύτερος εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων (επ) P. (ον) S. του G. , με τον πρώτο λόγο της (δεύτερης) αίτησής του ισχυρίζεται - όπως ορθώς εκτιμάται από το Δικαστήριο - ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχεται ειδική αιτιολογία ως προς την ενοχή του για την αξιόποινη πράξη της παράνομης εκ μέρους του οπλοκατοχής και επί πλέον, ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις των άρθρου 7 του Ν. 2168/1993 και προσάπτει σ' αυτήν (την προσβαλλόμενη απόφαση) τις απορρέουσες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, σχετικές πλημμέλειες. Με τις παραπάνω παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση - κατά το προαναφερθέν μέρος της - περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του δευτέρου εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη του, αφού εκτίθενται σ' αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω αναφερομένου εγκλήματος, οι αποδείξεις, από τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 7 του Ν. 2168/1993, που σημειωτέον ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και επί πλέον, ο τόπος, ο χρόνος αλλά και το ότι ο εν λόγω αναιρεσείων κατείχε παράνομα ένα πιστόλι μάρκας SMITH & WESSON μαζί με μία γεμιστήρα με δώδεκα (12) φυσίγγια διαμετρήματος 9 mm, ένα πολεμικό τυφέκιο ... με μία γεμιστήρα χωρίς φυσίγγια, ένα πιστόλι μάρκας ... με μια γεμιστήρα και 8 φυσίγγια αγνώστου διαμετρήματος, 34 φυσίγγια 9 mm και ένα spray πιπεριού, τα οποία εμπίπτουν στην έννοια του "όπλου" και "πυρομαχικών" του άρθρου 1 περ. α'και στ'αντίστοιχα του Ν. 2168/1993. Εν όψει των προαναφερθέντων, αμφότεροι οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Οι εμπεριεχόμενες εξάλλου στην εν λόγω (δεύτερη) αίτηση αναίρεσης, υπόλοιπες σχετικές αιτιάσεις του δευτέρου αναιρεσείοντος ως προς την ως άνω αξιόποινη πράξη του, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης κατά το προαναφερθέν μέρος της αλλά και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της.
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, αναφέρεται τόσον στην κρίση για την ενοχή, όσον και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών που υποβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Αντίθετα, δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί απλώς αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Το δικαστήριο όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος, ούτε - πολύ περισσότερο - έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του αυτή ειδική αιτιολογία γι' αυτόν. Αυτοτελής ισχυρισμός που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία και η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφόσον βεβαίως προβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα, είναι επίσης και αυτός της κατάστασης ανάγκης που αίρει το άδικο και τον καταλογισμό (άρθρα 25 παρ. 1 και 32 παρ. 1 ΠΚ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ "Δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος, για να αποτρέψει παρόντα και αναπόφευκτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε". Ο ποινικός κώδικας ακολουθεί την αρχή της στάθμισης των εννόμων αγαθών ή του υπερέχοντος συμφέροντος και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποκλείεται το άδικο της πράξης. Συντρέχει λοιπόν κατάσταση ανάγκης όταν υπάρχει κίνδυνος βλάβης ενός εννόμου αγαθού, προσώπου ή της περιουσίας, τον οποίο κίνδυνο ο δικαιούχος μόνο με την προσβολή, βλάβη ή διακινδύνευση ξένου αγαθού, σημαντικά κατώτερου κατά το είδος και τη σπουδαιότητα, μπορεί να αποφύγει. Προϋποθέσεις της κατάστασης ανάγκης αποτελούν: α) Παρών κίνδυνος και τέτοιος είναι ο αντικειμενικά υπαρκτός που άρχισε ή επίκειται αμέσως. β) Κίνδυνος άλλως αναπότρεπτος, ήτοι κίνδυνος ο οποίος υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης δεν μπορεί να αποτραπεί από τον απειλούμενο με άλλο τρόπο αλλά μόνο με την προσβολή του αλλότριου έννομου αγαθού. γ) Κίνδυνος στρεφόμενος κατά του προσώπου και της περιουσίας του. δ) Αναίτια κατάσταση ανάγκης. ε) Να μην υπάρχει καθήκον έκθεσης στον κίνδυνο. στ) Σκοπός αποτροπής του κινδύνου. ζ) Η βλάβη στο αλλότριο έννομο αγαθό να είναι σημαντικά κατώτερη κατ' είδος και σπουδαιότητα από την απειληθείσα στο έννομο αγαθό που κινδύνευσε, ενώ ομοίου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 25 του νΠΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 πΠΚ "Δεν καταλογίζεται στο δράστη η πράξη που τελεί για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί χωρίς δική του υπαιτιότητα το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή συγγενούς του, ανιόντος ή κατιόντος ή αδελφού ή συζύγου του αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλον από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλήθηκε". Η αντίστοιχη διάταξη του 32 παρ. 1 νΠΚ ορίζει ότι "Η πράξη δεν καταλογίζεται σε εκείνον που την τελεί για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί χωρίς δική του υπαιτιότητα το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή οικείου του, αν η προσβολή που προκλήθηκε στον άλλον από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλήθηκε". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η μόνη αλλαγή που επήλθε στη διάταξη του άρθρου 32 ΠΚ είναι ότι αντικαταστάθηκε ο όρος "βλάβη" από τον όρο "προσβολή" ώστε να είναι σαφές ότι και στην περίπτωση αυτή ο καταλογισμός μπορεί να αρθεί όχι μόνο στα εγκλήματα βλάβης αλλά και διακινδύνευσης (ΑΠ 926/2025, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1329/2023, ΑΠ 252/2021). Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της (τρίτης) αίτησής του, ο προαναφερθείς (τρίτος) αναιρεσείων (επ) Ζ. ή Z. (ον) K. ή E. του M. , ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί κατάστασης ανάγκης και προσάπτει σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, σχετική πλημμέλεια, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ιδίου (δευτέρου) λόγου ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στην περί ενοχής κρίση του λαμβάνοντας υπόψη του και εκτιμώντας την απολογία συγκατηγορουμένου του κατά παράβαση του άρθρου 211 ΚΠΔ και για τον λόγο αυτό, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, δηλαδή την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο. Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε (βλ. σελ. 536 επ) ότι ο εν λόγω τρίτος εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη τρίτος αναιρεσείων αποτελούσε βασικό και δραστήριο μέλος της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης και συνετέλεσε μάλιστα αποτελεσματικά για την ευόδωση του σκοπού της και συγκεκριμένα, για την μεταφορά των ως άνω ναρκωτικών ουσιών από την Νότια Αμερική στην Ευρώπη και για τον λόγο αυτό τυγχάνει αβάσιμος ο ισχυρισμός του ότι εξαναγκάσθηκε να ενεργήσει όπως ενήργησε λόγω της απειλής της ζωής του και της ζωής της γυναίκας του, η οποία μάλιστα ζήτησε διεθνή προστασία, ενώ η ενοχή του δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην απολογία κάποιου συγκατηγορουμένου του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ήδη τρίτος αναιρεσείων, αλλά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε σ' αυτή μετά από στάθμιση, ενδελεχή και σε βάθος αξιολόγηση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων στο σύνολό τους και όχι επιλεκτικά και συνεπώς, ο προαναφερθείς δεύτερος αναιρετικός λόγος της τρίτης αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του.
Εξάλλου, η αθωωτική απόφαση ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αναδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του έχει έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, είτε όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά της απόφασης και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσης του (ΟλΑΠ 3/2010, ΑΠ 266/2024). Παγίως και σταθερά άλλωστε η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μία τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της (ποινικής) απόφασης, πρέπει να συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ειδικά, στην αθωωτική απόφαση υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από τις προαναφερθείσες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν, α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται με τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις), για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε πόρισμα νόμιμης ανατροπής του τεκμηρίου αθωότητας, δηλαδή στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, παραθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα κατά την ακροαματική διαδικασία (από την κατηγορούσα αρχή και από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο υπεράσπισής του), διαμορφώνοντας αντίστοιχες πορισματικές παραδοχές και διατυπώνοντας σχετικές αιτιολογικές σκέψεις, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο αιτιολογεί με παράθεση σχετικών περιστατικών και πορισματικών παραδοχών, γιατί πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αφού, όπως σημειώθηκε, αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα αυτού (ΟλΑΠ 2/2017, ΑΠ 649/2025, ΑΠ 81/2025, ΑΠ 266/2024, ΑΠ 1/2024, ΑΠ 1343/2020).
Όπως ήδη αναφέρθηκε, με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκε αθώος ο δωδέκατος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη δωδέκατος αναιρεσίβλητος) E. L. του S. , για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις και ειδικότερα: α) Της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και β) της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της κατοχής από κοινού, της αγοράς από κοινού, της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια, της μεταφοράς, της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, ενώ επίσης κηρύχθηκαν αθώοι: 1) Ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) E. ή E. Z. ή Β. του H. , 2) ο δεύτερος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) L. D. του Z. , 3) ο τρίτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος) S. P. του G. , 4) ο πέμπτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος) M. P. του Ρ. , 5) ο έκτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη έκτος αναιρεσίβλητος) E. T. του P. , 6) ο όγδοος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη όγδοος αναιρεσίβλητος) Π. Β. του Β. , 7) ο δέκατος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη δέκατος αναιρεσίβλητος) A. Β. του A. και 8) ο ενδέκατος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη ενδέκατος αναιρεσίβλητος) A. V. του P. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της κατοχής από κοινού, της αγοράς από κοινού, της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια και της μεταφοράς από κοινού, ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ και επί πλέον, κηρύχθηκαν αθώοι: 1) Ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) E. ή E. Z. ή Β. του H. , 2) ο δεύτερος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) L. D. του Z. , 3) ο τρίτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος) S. P. του G. , 4) ο πέμπτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος) M. P. του Ρ. , 5) ο ο έκτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη έκτος αναιρεσίβλητος) E. T. του P. , 6) ο όγδοος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη όγδοος αναιρεσίβλητος) Π. Β. του Β. , 7) ο δέκατος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη δέκατος αναιρεσίβλητος) A. Β. του A. και 8) ο ενδέκατος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη ενδέκατος αναιρεσίβλητος) A. V. του P. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ κατ' εξακολούθηση. Επίσης κηρύχθηκαν αθώοι: 1) Ο τέταρτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος) S. H. του M. και 2) ο έβδομος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη έβδομος αναιρεσίβλητος) A. P. του P. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της αποθήκευσης, αγοράς, εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και κατ' εξακολούθηση χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ και κηρύχθηκε αθώος ο ένατος εκκαλών - κατηγορούμενος K. ή E. Ζ. ή Z. του M. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της κατοχής και της αγοράς, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, ενώ κηρύχθηκαν ένοχοι: α) Ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) E. ή E. Z. ή Β. του H. , β) ο δεύτερος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) L. D. του Z. , γ) ο τέταρτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος) S. H. του M. , δ) ο πέμπτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος) M. P. του Ρ. , 3) ο έκτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη έκτος αναιρεσίβλητος) E. T. του P. , στ) ο έβδομος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη έβδομος αναιρεσίβλητος) A. P. του P. , ζ) ο όγδοος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη όγδοος αναιρεσίβλητος) Π. Β. του Β. , η) ο δέκατος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη δέκατος αναιρεσίβλητος) A. Β. του A. και θ) ο ενδέκατος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη ενδέκατος αναιρεσίβλητος) A. V. του P. , για την πράξη της απλής συνέργειας σε ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, μετά από μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, κατ' εξακολούθηση για την οποία κινήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη και κηρύχθηκαν ένοχοι με την πρωτόδικη απόφαση και επί πλέον, ο τέταρτος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος) S. H. του M. και ο έβδομος εκκαλών - κατηγορούμενος (και ήδη έβδομος αναιρεσίβλητος) A. P. του P. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της απόπειρας κατοχής ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, μετά από μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, για την οποία κινήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη και κηρύχθηκαν ένοχοι με την πρωτόδικη απόφαση. Με βάση τις προαναφερθείσες σχετικές παραδοχές, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε σ' αυτήν - όσον αφορά τα αμέσως προηγουμένως (απαλλακτικά) αναφερόμενα προσβαλλόμενα με την ασκηθείσα εκ μέρους του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέρη της - την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά αντιθέτως με ασαφή, αντιφατικό και ελλιπή τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αναφερόμενη ανυπαρξία των στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, που αποδίδονται στους ως άνω κηρυχθέντες αθώους κατηγορουμένους και για τα οποία τους κήρυξε αθώους, ούτε διατύπωσε νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους κατέληξε σε απαλλακτική για τους εν λόγω εκκαλούντες - κατηγορουμένους κρίση, ούτε αιτιολόγησε με την παράθεση κατά τρόπο σαφή και πλήρη των περιστατικών που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα κατά την ακροαματική διαδικασία, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων, διαμορφώνοντας αντίστοιχες πορισματικές παραδοχές και διατυπώνοντας σχετικές αιτιολογικές σκέψεις. Αντίθετα, παρότι αντικείμενο απόδειξης της ποινικής δίκης αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα των κατηγορουμένων, το δικαστήριο δεν διέλαβε αιτιολογία ότι πείσθηκε για την αθωότητά τους από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά δεν επαρκούν για την στοιχειοθέτηση της ενοχής τους για τις πράξεις που αποδόθηκαν στον καθένα από αυτούς και μάλιστα, με τις συγκεκριμένες επιβαρυντικές περιστάσεις, ούτε διαλαμβάνεται κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις, από ποια ακριβώς πραγματικά περιστατικά οδηγήθηκε το δικαστήριο στην απαλλακτική κρίση για τις πράξεις αυτές, ενώ επίσης το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο υπέπεσε και στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου αλλά και της έλλειψης νόμιμης βάσης, καθόσον έχουν εμφιλοχωρήσει στην απόφαση αντιφάσεις, ασάφειες και λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, ως προς την αθωωτική κρίση για τον δωδέκατο εκκαλούντα - κατηγορούμενο (και ήδη δωδέκατο αναιρεσίβλητο) E. L. του S. , για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις, δηλαδή, α) της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και β) της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της κατοχής από κοινού, της αγοράς από κοινού, της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια, της μεταφοράς, της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, το Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις του μάρτυρα αστυνομικού Ι. Κ. τόσον στο πρωτοβάθμιο, όσον και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως επίσης και των προστατευόμενων μαρτύρων με τις κωδικές ονομασίες "...", "...", "...", "..." στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά και τις προανακριτικές καταθέσεις των τελευταίων, ήτοι: 1) Την από 30-6-2020 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα υπό την κωδική ονομασία "...", 2) την από 30-6-2020 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα υπό την κωδική ονομασία "...", 3) την από 30-6-2020 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα υπό την κωδική ονομασία "...", 4) την από 30-6-2020 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα υπό την κωδική ονομασία "...", καθώς και τις εκθέσεις καταγραφής πληροφοριών κατά το χρονικό διάστημα από 10-11-2018 έως 24-1-2020, που σημειωτέον αναγνώστηκαν στο ακροατήριο. Από την επιτρεπτή δε επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας αλλά και της δευτεροβάθμιας (προσβαλλόμενης) απόφασης προκύπτει ότι στην αποδεικτική διαδικασία εισφέρθηκαν και τα ακόλουθα, τα οποία δεν προκύπτει μετά βεβαιότητας ότι έλαβε υπόψη του κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του το εν λόγω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και συγκεκριμένα, η ενώπιόν του κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Ι. Κ. , ο οποίος μεταξύ των άλλων κατέθεσε και τα εξής: "Εκεί στην Τενερίφη θα πραγματοποιηθεί μία συνάντηση στο σκάφος από διάφορα μέλη της οργάνωσης, ένα εξ αυτών είναι ο Μ. Α. , ο οποίος ήταν και το πλήρωμα του σκάφους, ο Ζ. Κ. , ο οποίος έρχεται στην Ισπανία για το σκοπό αυτό, ένας άλλος που λεγόταν Λ. Ε. , για τον οποίο μαθαίνουμε στη συνέχεια από το συνεργάτη μας ότι ήρθε ως απεσταλμένος της οργάνωσης για να ελέγξει το σκάφος κατά πόσο υπάρχουν συσκευές εντοπισμού, πάνω του" (σελ. 119 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης). Δεν προκύπτει ακόμη ότι ελήφθη υπόψη για την σχετική αθωωτική κρίση του η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα αστυνομικού Ι. Κ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο οποίος μεταξύ των άλλων κατέθεσε και τα εξής: "Απλά για να ξεκαθαρίσω λίγο και το ρόλο του Λ. Ε. , αυτός η εικόνα πού μας δόθηκε ήταν ότι ήρθε εκεί προκειμένου να ελέγξει εάν το σκάφος έχει κάποιο τεχνικό σύστημα παρακολούθησης. Θεωρώ λοιπόν χωρίς να το ξέρω ότι υπήρχε μια ομάδα η οποία ανέλαβε να κάνει αυτό πού λέμε εμείς αντιπαρακολούθηση. Αν δηλαδή εμείς κάνουμε παρακολούθηση στους κακοποιούς, αυτή έκανε αντιπαρακολούθηση για να δει ποιος τους παρακολουθεί. Θεωρώ λοιπόν ότι ο Λ. ήταν μέλος αυτής της ομάδας. Τσεκάρισε το σκάφος να δει αν έχει κάποιο σύστημα εντοπισμού, κάποιο GPS, κάποιο traking divice. Και ενδεχομένως να είχε και κάποιους άλλους ανθρώπους πού να δούλευαν μαζί του ή για αυτόν ή τέλος πάντων οι οποίοι κατάλαβαν τους αστυνομικούς τους Ισπανούς ότι ήταν στο χώρο. Και έτσι χάλασε η συνάντηση εκείνη. Στη συνέχεια το σκάφος μετά από λίγες μέρες το Δεκέμβριο αναχωρεί για την Καραϊβική με πλήρωμα πάλι" (βλ. σελ. 27 των πρακτικών της πρωτόδικης με αριθμό 456/2021,486/2021, 499/2021, 612/201, 625/2021 και 842/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο). Επίσης δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελήφθη υπόψη και η κατάθεση του προστατευόμενου μάρτυρα με την κωδική ονομασία "...", ο οποίος μεταξύ των άλλων κατέθεσε και τα εξής: "Πάω Τενερίφη, συνάντησα το Μ. , το ... τον αρχηγό, τον Τ. και τον B. και το νεαρό που μπήκε για να κάνει έλεγχο για κοριούς κτλ... Άφησε κάποια ηλεκτρονικά και παρεμβολέα. Δεν ήταν απλός τεχνικός έλεγχος, ήταν κοριοί, πώς να επικοινωνείς με κώδικες, παρεμβολέα. Ήταν ένας έλεγχος για να μιλήσουμε σε σχέση με την παράνομη δουλειά. Εννοείται ξέρεις τι πας να κάνεις" (σελ. 151 των πρακτικών της πρωτόδικης με αριθμό 456/2021, 486/2021, 499/2021, 612/201, 625/2021 και 842/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) και την κατάθεση του προστατευόμενου μάρτυρα με την κωδική ονομασία "...", ο οποίος μεταξύ των άλλων κατέθεσε και ότι: "ήρθε και ένας άλλος Αλβανός, δεν ξέρω το όνομά του, που ήταν ηλεκτρονικός, έλεγξε το σκάφος για κοριούς και έδωσε στον B. κάποια ηλεκτρονικά μηχανήματα, παρεμβολείς...Δεν ξέρω το όνομά του, L. Όταν ήρθαν όλοι και μπήκαν στο σκάφος εγώ και ο Σ. φύγαμε. Μπήκαν στο σκάφος, το έλεγξαν και άφησαν κάποια ηλεκτρονικά. Είχαν σακβουαγιάζ. Τα αντικείμενα δεν είναι μεγάλα. Ο ηλεκτρονικός το είχε. Τα είδα στο σκάφος τα μηχανήματα. Λογικά ο ηλεκτρονικός τα παρέδωσε στο B. και του εξήγησε τη λειτουργία τους" (βλ. σελ. 161 των πρακτικών της πρωτόδικης με αριθμό 456/2021, 486/2021, 499/2021, 612/201, 625/2021 και 842/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών). Τις καταθέσεις αυτών των μαρτύρων, οι οποίοι σαφώς κατέθεσαν για το ρόλο που διαδραμάτισε ο εν λόγω κατηγορούμενος στις ένδικες παράνομες πράξεις, δεν προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τις έλαβε υπόψη του, ούτε ότι τις αξιολόγησε, καθώς δεν αναφέρει απολύτως τίποτε για τα προαναφερθέντα.
Εξάλλου, στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αιτιολογείται ο λόγος της μετάβασης του κατηγορουμένου στην Τενερίφη και η τοποθέτηση από αυτόν "συστημάτων αντιπαρακολούθησης" αν δεν γνώριζε τους σκοπούς της οργάνωσης και του ταξιδιού του σκάφους και τους λόγους τοποθέτησης των συστημάτων αυτών.
Περαιτέρω, ως προς την αθωωτική κρίση για τους λοιπούς κατηγορουμένους με μόνη την αναφορά ότι "Εξάλλου, μόλις χρήζει διευκρίνησης ότι για την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων, ως προς τις επιμέρους άδικες πράξεις της διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών τις οποίες τέλεσε έκαστος (και σε οποιαδήποτε μορφή κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα), είναι αδιάφορος ο μη καταλογισμός των - πάντως πραγματοποιηθεισών εκ μέρους τους - άδικων πράξεων της μεταφοράς, εισαγωγής και αποθήκευσης των ναρκωτικών στους υπό κάλυψη δρώντες, οι οποίοι λειτούργησαν κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 του Ν. 3459/2006 σε συνεργασία με τις διωκτικές Αστυνομικές Αρχές" (βλ. σελ. 552 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης), όχι μόνο δεν διαλαμβάνονται - όπως ασφαλώς απαιτείται - στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία να αιτιολογείται, με την παράθεση σκέψεων και συλλογισμών, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε αθώους τους: Α). 1) E. ή E. Z. ή Β. του H. και της L. ή E. , 2) L. D. του Z. και της D. , 3) S. P. του G. και της M. , 4) M. P. του Ρ. και της L. , 5) E. T. του P. και της D. , 6) Π. Β. του Β. , 7) A. Β. του A. και 8) A. V. του P. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της κατοχής από κοινού, της αγοράς από κοινού, της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια και της μεταφοράς από κοινού ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, Β). 1) E. ή E. Z. ή Β. του H. και της L. ή E. , 2) L. D. του Z. και της D. , 3) S. P. του G. και της M. , 4) M. P. του Ρ. και της L. , 5) E. T. του P. και της D. , 6) Π. Β. του Β. και της Α. , 7) A. Β. του A. και 8) A. V. του P. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, Γ) 1) S. H. του M. και της F. και 2) A. P. του P. και της A. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της αποθήκευσης, αγοράς, εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και κατ' εξακολούθηση χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ και Δ) K. ή E. Ζ. ή Z. του M. και της N. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της κατοχής και της αγοράς, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, αλλά αντίθετα η αθωωτική κρίση για τους εν λόγω κατηγορούμενους και τις αντίστοιχες πράξεις στερείται εντελώς οποιασδήποτε αιτιολογίας, αφού το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουδόλως αιτιολογεί, ενόψει και των τεθέντων υπό την κρίση του αποδεικτικών στοιχείων, από ποια ακριβώς συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά οδηγήθηκε στην κρίση περί της ανυπαρξίας συνδρομής των στοιχείων που θεμελιώνουν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και γιατί δεν πείστηκε, παρά τα ανωτέρω τεθέντα υπόψη του αποδεικτικά μέσα, για την ενοχή των προαναφερθέντων εκκαλούντων - κατηγορουμένων. Επίσης, ενώ το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ενόχους τους προαναφερθέντες κατηγορουμένους για: α) Συγκρότηση και ένταξη στην εγκληματική οργάνωση, η οποία σύμφωνα με τις κατά λέξη, παραδοχές της προσβαλλομένης "διευθυνόμενη και κατευθυνόμενη από τα προαναφερθέντα άτομα ("..." ή "..." και άγνωστο Αραβικής καταγωγής άνδρα), επεδίωκε τη συντονισμένη και συστηματική διάπραξη περισσοτέρων εγκλημάτων διακίνησης ναρκωτικών, κατ' εξοχήν υπό τις νομοτυπικές μορφές της αγοράς, κατοχής - αποθήκευσης, εισαγωγής και μεταφοράς αυτών, καθώς και της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου κέρδους, υπολογιζόμενου, βάσει των συνολικά διακινηθεισών ποσοτήτων, τουλάχιστον στο ποσό των 50.000.000,00 ευρώ (δεδομένου μάλιστα ότι στην προκειμένη περίπτωση μόνον η αμοιβή των συνεργαζόμενων προσώπων - μη μελών αυτής, ήτοι των συγκαλυμμένων δρώντων ανερχόταν στο ποσό των 300.000,00 ευρώ, η αρχική προκαταβολή των εξόδων του ταξιδίου του σκάφους ανερχόταν σε 75.000,00 ευρώ και τα έξοδα μισθώσεως αυτού για 15 μήνες επίσης στον ποσό των 75.000,00 ευρώ). Τα μέλη της οργάνωσης, δραστηριοποιούμενα στις άνω κακουργηματικές πράξεις, τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2018 και μέχρι τη σύλληψη ορισμένων εκ των κατηγορουμένων που κρίνονται ένοχοι (μέχρι σήμερα δεν έχουν συλληφθεί και δεν προσήλθαν στη χώρα οι, εκπροσωπούμενοι πάντως από τους άνω συνηγόρους υπεράσπισής τους, B. και Z.), διακινούσαν από τη Λατινική Αμερική στην Ευρώπη, αλλά και στην Β/Δ Αφρική, μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης, τις οποίες μετέφεραν δια θαλάσσης με ιστιοφόρα σκάφη, έχοντας κατανείμει διακριτούς ρόλους, καθήκοντα και αρμοδιότητες, προς εξυπηρέτηση του σκοπού της εγκληματικής οργάνωσης, ως ακολούθως: α) Διευθύνοντα μέλη που είχαν κατευθυντήριο και συντονιστικό της δράσης των μελών, ρόλο ήταν οι προαναφερθέντες "..." ή "..." και ο άγνωστος άνδρας Αραβικής καταγωγής, β) ο ένατος κατηγορούμενος Z. ή Z. K. ή E. , ήταν επιφορτισμένος με τον έλεγχο και τη διεκπεραίωση των λεπτομερειών και διαδικασιών της, δια θαλάσσης, μεταφοράς της ποσοτήτων ναρκωτικών από τη Λατινική Αμερική στην Ελλάδα (ανεύρεση σκάφους και πληρώματος, συντονισμό μεταφοράς), γ) οι όγδοος και ενδέκατος κατηγορούμενοι, ήτοι οι Π. Β. και V. A. ήταν επιφορτισμένοι με τους χρηματικούς διακανονισμούς της διακίνησης των ναρκωτικών και τη διεκπεραίωση των πληρωμών, δ) ο δέκατος κατηγορούμενος B. A. ήταν υπεύθυνος για την παραλαβή από τους προμηθευτές των ναρκωτικών στη Λατινική Αμερική καθώς και τη μεταφορά (πλήρωμα σκάφους) και παράδοση των ναρκωτικών σε έτερα μέλη της οργάνωσης για περαιτέρω διακίνηση, ε) ο τρίτος κατηγορούμενος P. S. είχε αναλάβει τον συντονισμό της παραλαβής των ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα και την περαιτέρω διακίνησή τους, για το σκοπό δε αυτόν ερχόταν σε επαφή με τα ως άνω αρχηγικά μέλη της οργάνωσης στην Ισπανία και τον ένατο κατηγορούμενο (Z.), στ) οι τέταρτος, έκτος και έβδομος, κατηγορούμενοι H. S. , T. E. και P. A. αντίστοιχα και άγνωστος άνδρας οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ήταν υπεύθυνοι για την παραλαβή, φύλαξη και μεταφορά, καθώς και την περαιτέρω διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών, συνεργαζόμενοι για το σκοπό αυτό και τελώντας υπό τις οδηγίες και το συντονισμό του τρίτου κατηγορουμένου P. S. , ζ) οι πρώτος, δεύτερος, πέμπτος και όγδοος κατηγορούμενοι, ήτοι Z. ή B. E. ή E. , D. L. , P. M. και Β. Π. αντίστοιχα, ήταν υπεύθυνοι για την ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, παρέχοντας μέτρα ασφαλείας και αντιπαρακολούθησης κατά τη διενέργεια των επαφών και των δραστηριοτήτων της εγκληματικής οργάνωσης" και β) διακίνηση ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, δεχόμενο ότι αυτοί συγκρότησαν και εντάχθηκαν σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη διακίνηση και των αναφερόμενων στο σκεπτικό και διατακτικό ναρκωτικών ουσιών και αποδεχόμενοι τους σκοπούς της εγκληματικής αυτής οργάνωσης, ενεργώντας από κοινού οργάνωσαν και χρηματοδότησαν τη διακίνησή των ναρκωτικών ουσιών, εντελώς αντιφατικά και με λογικά κενά τους κήρυξε αθώους ως αυτουργούς για τις παραπάνω αναφερόμενες μορφές διακίνησης.
Περαιτέρω, ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ενόχους όλους τους κατηγορουμένους για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της εισαγωγής στην επικράτεια και της μεταφοράς στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ (βλ. σελ. 326, 349 και 350 των πρακτικών της πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. 456/2021, 486/2021, 499/2021, 612/201, 625/2021 και 842/2021 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών), το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του δέχεται ότι "σε κανέναν άλλον (πλην του ένατου) κατηγορούμενο δεν αποδίδεται άδικη πράξη διακίνησης (αυτουργική ή συνέργειας) με τη μορφή της εισαγωγής των ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα και της μεταφοράς αυτών στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, δοθέντος ότι αποδείχθηκε κατά τα προαναφερόμενα πως, εν τοις πράγμασι, οι πράξεις αυτές έλαβαν χώρα προ της παρουσίας και της ενέργειας των περισσοτέρων κατηγορουμένων στην υπόθεση, ήτοι προ της 20-01-2020 (αλλά και μετά τις ενέργειες των προηγουμένως δρώντων όπως B. και V.)" (βλ. σελ. 563 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης), στη συνέχεια εντελώς αντιφατικά κηρύσσει αθώους τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους: 1) E. ή E. Z. ή Β. του H. , 2) L. D. του Z. , 3) S. P. του G. , 4) M. P. του Ρ. , 5) E. T. του P. , 6) Π. Β. του Β. , 7) A. Β. του A. και 8) A. V. του P. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ. Επίσης, ενώ με την πρωτόδικη απόφαση οι κατηγορούμενοι: 1) E. ή E. Z. ή Β. του H. , 2) L. D. του Z. , 3) S. H. του M. , 4) P. S. του G. , 5) M. P. του Ρ. , 6) E. T. του P. , 7) A. P. του P. , 8) Π. Β. του Β. , 9) A. Β. του A. και 10) A. V. του P. , είχαν κηρυχθεί ένοχοι για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, για την οποία κινήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη και είχαν απολογηθεί, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με μόνη την αναφορά: "Κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας κατά μόνας και από κοινού ήτοι κατόπιν συναπόφασης και έχοντας κοινό δόλο, χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, οι 3ος και 9ος ως αυτουργοί (από κοινού και κατά μόνας) και οι 1ος, 2ος, 5ος, 6ος, 8ος, 10ος και 11ος ως συνεργοί [κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της πράξης της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ), στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, υπό τη μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης που τους αποδίδεται ως αυτουργών], τέλεσαν το παρακάτω έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ), στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, με τις κάτωθι αναφερόμενες νομοτυπικές μορφές, ενώ οι 4ος (H. S.) και 7ος (P. A.) αυτών τέλεσαν με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ), στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, το μεν από κοινού ως αυτουργοί (ως προς τη νομοτυπική μορφή της απόπειρας κατοχής της ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της τετελεσμένης κατοχής της ίδιας ποσότητας), το δε ως συνεργοί (ως προς τη νομοτυπική μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της ίδιας κατηγορίας που τους αποδίδεται ως αυτουργών", κήρυξε αυτούς ενόχους, μετά από μεταβολή της κατηγορίας για την πράξη της απλής συνέργειας σε ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ κατ' εξακολούθηση, χωρίς να περιλάβει στο σκεπτικό του οποιαδήποτε σχετική αιτιολογία, αφού ουδόλως αιτιολογεί, ενόψει και των τεθέντων υπό την κρίση του αποδεικτικών στοιχείων, από ποια ακριβώς πραγματικά περιστατικά οδηγήθηκε στην κρίση περί ανυπαρξίας συνδρομής των στοιχείων που θεμελιώνουν αυτουργία στις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και περί ύπαρξης στοιχείων που θεμελιώνουν απλή συνέργεια μόνο στην παραπάνω πράξη.
Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους S. H. του M. και A. P. του P. , ενόχους για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της απόπειρας κατοχής ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, μετά από μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, για την οποία κινήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη και είχαν κηρυχθεί ένοχοι με την πρωτόδικη απόφαση, αφ' ενός μεν, με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία, ενόψει και των τεθέντων υπό την κρίση του αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς όμως να εκτίθεται από ποια ακριβώς αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οδηγήθηκε στην κρίση περί μη θεμελίωσης τετελεσμένης κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, αλλά μόνο απόπειρας κατοχής αυτών. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι αυτοί είχαν εισέλθει στην οικία όπου είχαν αποθηκευτεί οι ναρκωτικές ουσίες, με την αναφορά ότι: "Αφού ο τελευταίος υπέδειξε το χρηματικό ποσό που έφερε πάνω του στον συνεργάτη της αστυνομίας, εν συνεχεία επιβιβάστηκε με τον P. στο αυτοκίνητο του Κ. , ο οποίος και τους οδήγησε στην οικία όπου ήταν αποθηκευμένα τα ναρκωτικά, στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας. Αμέσως μετά την είσοδό τους στο χώρο στον οποίο βρισκόταν οι σάκοι με την κοκαΐνη και ενώ ο H. έβγαλε το χρηματικό ποσό για να το παραδώσει στον Σ. που βρισκόταν εκεί, εισέβαλαν άμεσα οι αστυνομικές δυνάμεις που είχαν περικυκλώσει την οικία, ήτοι αστυνομικοί της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής/Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών σε συνεργασία με αστυνομικούς της ΕΚΑΜ, για να τους συλλάβουν" (βλ. σελ 541, 542 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης) και επομένως, σύμφωνα με την σχετική προαναφερθείσσα νομική σκέψη, θα έπρεπε το Δικαστήριο να δεχθεί ότι οι ναρκωτικές ουσίες ήταν στη σφαίρα εξουσίασης αυτών με δυνατότητα διαπίστωσης της ύπαρξής τους, ελέγχου αυτών και διάθεσής τους κατά τη βούλησή τους, στη συνέχεια, εντελώς αντιφατικά, δέχεται ότι μέχρι το σημείο της εισόδου τους στην οικία όπου ήταν αποθηκευμένες οι ναρκωτικές ουσίες δεν είχε ακόμη περιέλθει σ' αυτούς η κατοχή, με την αναφορά ότι: "ενεργώντας από κοινού, με κοινό δόλο, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν το κακούργημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, με τη νομοτυπική μορφή της κατοχής, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης της πράξης αυτής, πλην όμως το αδίκημα αυτό δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική τους θέληση, αλλά από αίτια εξωτερικά. Ήτοι οι ανωτέρω βαρύνονται και με το αδίκημα της απόπειρας κατοχής, η οποία μέχρι το σημείο της εισόδου τους στην οικία όπου ήταν αποθηκευμένες οι ναρκωτικές ουσίες δεν είχε ακόμη περιέλθει στα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης της ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή τους και κατά την δική τους βούληση να τις διαθέτουν πραγματικά. Πράγματι μέχρι τη στιγμή εκείνη η κατοχή βρισκόταν στα χέρια των μεταφορέων, υπό κάλυψη δρώντων, ενισχυτικό δε της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου αποτελεί το γεγονός, ότι για την παράδοση του φορτίου στα μέλη της οργανώσεως, οι Τ. και Σ. έθεσαν όρους καταβολής της αμοιβής τους (σε συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές), τους οποίους τα μέλη αποδέχθηκαν, προκειμένου να αποκτήσουν τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών ουσιών, την οποία μέχρι τότε δεν είχαν, αφού ούτε καν γνώριζαν τον ακριβή τόπο αποθήκευσής τους, πολύ δε περισσότερο δεν είχαν τη δυνατότητα διαπιστώσεως της υπάρξεώς τους και διαθέσεώς τους κατά βούληση" (βλ. σελ. 556 και 557 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης).
Εν όψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έχουν εμφιλοχωρήσει σ' αυτήν ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθότητα ή μη των παραπάνω (αθωωτικών) κρίσεων του Δικαστηρίου της ουσίας, όπως και αυτής περί κήρυξης των εκκαλούντων - κατηγορουμένων: 1) E. ή E. Z. ή Β. του H. , 2) L. D. του Z. , 3) S. H. του M. , 4) M. P. του Ρ. , 5) E. T. του P. , 6) A. P. του P. , 7) Π. Β. του Β. , 8) A. Β. του A. και 9) A. V. του P. , ενόχων για την πράξη της απλής συνέργειας σε ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, μετά από μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, κατ' εξακολούθηση και των κατηγορουμένων: 1) S. H. του M. και 2) A. P. του P. , ενόχων για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της απόπειρας κατοχής ναρκωτικών ουσιών στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, μετά από μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, κατ' εξακολούθηση. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) [αντίστοιχο με το πρώην άρθρο 234 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ) και με το παλαιότερο άρθρο 177 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ενότητας (ΣΕΟΚ)], που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 3671/2008 (ΦΕΚ Α' 129/3-7-2008) "Κύρωση της Συνθήκης της Λισσαβώνας που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ενωση, τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ορισμένες συναφείς πράξεις", όπως τροποποιήθηκε με τη συνθήκη της Λισαβόνας και η ενοποιημένη απόδοσή της δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C 326/01 της 26-10-2012), "το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν".
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συστάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων, που δημοσιεύθηκαν στην επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C 380/01 της 8-11-2019), σκοπός της προδικαστικής παραπομπής, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 19 παράγραφος 3 στοιχ. β' της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), είναι η διασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου αυτού στην Ένωση, με την παροχή στα δικαστήρια των κρατών μελών ενός μέσου το οποίο τους επιτρέπει να υποβάλλουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αυτού (ΔΕΕ) να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους του ενωσιακού δικαίου ασκείται με αποκλειστική πρωτοβουλία του εθνικού δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του αν οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν εκφράσει την επιθυμία υποβολής προδικαστικού ζητήματος στο Δικαστήριο (ΔΕΕ), στο εθνικό δε δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά και το οποίο φέρει την ευθύνη της απόφασης που θα εκδοθεί, εναπόκειται αποκλειστικά να εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής απόφασης, προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση, όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (ΔΕΕ), ενώ η αίτηση προδικαστικής απόφασης πρέπει να αφορά την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης, όχι δε την ερμηνεία κανόνων του εθνικού δικαίου ή ζητήματα σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης.
Περαιτέρω, τα δικαστήρια των κρατών μελών μπορούν να υποβάλλουν στο Δικαστήριο (ΔΕΕ) προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του ενωσιακού δικαίου, εφόσον εκτιμούν ότι η επίλυση του ζητήματος από το Δικαστήριο (ΔΕΕ) είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους απόφασης, ενώ η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, ιδίως όταν ανακύπτει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νέο ερμηνευτικό ζήτημα το οποίο έχει γενικότερη σημασία για την ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να παράσχει τις διευκρινίσεις που είναι αναγκαίες σε ένα καινοφανές νομικό ή πραγματικό πλαίσιο. Απ' όλα όσα προαναφέρθηκαν καθίσταται σαφές ότι αίτημα των διαδίκων κύριας δίκης ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το οποίο ζητείται να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για την ερμηνεία διατάξεων που δεν σχετίζονται με το δίκαιο της Ένωσης (κανονισμοί, οδηγίες) ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της (Ένωσης), αλλά με την ερμηνεία διατάξεων που ισχύουν στην επικράτεια των κρατών μελών της, δηλαδή με το εθνικό δίκαιο, δεν έχει νόμιμο έρεισμα και επομένως είναι απορριπτέο (ΟλΑΠ 4/2025, ΑΠ 1222/2023). Όταν λοιπόν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει στο Δικαστήριο τέτοιο ερώτημα (άρθρο 267, τρίτο εδ. ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία, ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου (ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 948/2021, ΑΠ 423/2018). Αν το εθνικό Δικαστήριο δεν έχει αμφιβολία ως προς την ερμηνεία και το νόημα των εφαρμοστέων διατάξεων, δεν έχει υποχρέωση να δεχθεί το αίτημα για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ (ΑΠ 1154/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση ο τρίτος εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων (επ) Ζ. ή Z. (ον) K. ή E. του M. , με την κρινόμενη (τρίτη) αίτησή του ζητά από το παρόν Δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικό ερωτήματα προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), σχετικά με τα παρακάτω αναφερόμενα θέματα που έχουν επί λέξει ως εξής: "- Εμπίπτει στην αρμοδιότητα και πεδίο εφαρμογής του Δικαίου της Ένωσης η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος και των πρόσθετων πρωτοκόλλων που αφορούν την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων και ειδικότερα γυναικών και παιδιών και της μεταφοράς μεταναστών διά ξηράς, αέρος και θαλάσσης, γνωστής ως Σύμβασης του Παλέρμο (UNTOC) του έτους 2000, δεδομένης: α) της Απόφασης του Συμβουλίου 2001/87/ΕΚ για την υπογραφή της Σύμβασης, β) της Απόφασης του Συμβουλίου 2004/579/ΕΚ για την σύναψη της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του διακρατικού οργανωμένου εγκλήματος εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, γ) της Απόφασης-Πλαισίου ΔΕΥ/2008/41 του Συμβουλίου για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, δ) των άρθρων 82 παρ. 1 και 83 παρ. 1 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) για το οργανωμένο έγκλημα, ως και δυνάμει οποιωνδήποτε τυχόν άλλων κανόνων του πρωτογενούς ή δευτερογενούς Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης; - Έχει η Ένωση την ως άνω αρμοδιότητα, για τον επιπλέον λόγο ότι πράξεις που περιέχονται στην Απόφαση του Συμβουλίου 2004/579/ΕΚ λαμβάνουν χώρα σε συγκεκριμένη περίπτωση εν μέρει σε τρίτη χώρα - μη μέλος και εν μέρει σε περισσότερα από ένα κράτη - μέλη, ή έστω εν μέρει στην τρίτη χώρα και εν μέρει μόνο σε ένα κράτος - μέλος, κατά το άρθρο 15 της Σύμβασης Η.Ε. που περιέχεται στην Απόφαση του Συμβουλίου 2004/579/ΕΚ; - Έχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προβεί στην ερμηνεία των όρων και των ορισμών του άρθρου 2 της Σύμβασης των Η.Ε που περιέχονται στην Απόφαση του Συμβουλίου 2004/579/ΕΚ, κατ' άρθρον 267 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ); - Σε αυτή την περίπτωση, είναι συμβατή με την ερμηνεία και εφαρμογή του όρου που προβλέπεται στο άρ. 2 περ. θ' (ή I στα αγγλικά) ως "ελεγχόμενη παράδοση", η περίπτωση κατά την οποία το αίτημα για την "ελεγχόμενη παράδοση" ναρκωτικών υποβάλλεται από τρίτη χώρα - μη μέλος της Ένωσης προς κράτος - μέλος στο οποίο αυτά μεταφέρονται και κατάσχονται, μέσω διαμετακόμισής τους από άλλο κράτος μέλος, χωρίς ωστόσο το κράτος - μέλος τελικού προορισμού και κατάσχεσης να έχει υποβάλλει εκείνο το σχετικό αίτημα; - Είναι συμβατή με τον ορισμό της ελεγχόμενης "παράδοσης" ως της "τεχνικής του να επιτρέπεται σε παράνομα ή ύποπτα φορτία να εξέρχονται, διέρχονται ή διακινούνται στην επικράτεια ενός ή περισσότερων Κρατών, με τη γνώση και υπό την επίβλεψη των αρμόδιων αρχών τους, με σκοπό τη διερεύνηση εγκλήματος και τον εντοπισμό των προσώπων που εμπλέκονται στην τέλεση αυτού" κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, η περίπτωση κατά την οποία το παράνομο φορτίο έχει αφαιρεθεί κρυφά από την κατοχή των μελών της εγκληματικής οργάνωσης ή έχει παραδοθεί κρυφά από τους υπό κάλυψη δρώντες που τα κατέχουν για λογαριασμό της οργάνωσης στα πλαίσια ανακριτικής διείσδυσης στις Αρχές τρίτης χώρας - μη μέλους της Ένωσης και μέσω κράτους - μέλους εισέρχονται στην Ένωση, καταλήγουν και κατάσχονται από έτερο κράτος - μέλος, δίχως την σύμπραξη των υπό κάλυψη δρώντων και χωρίς αυτό το τελευταίο κράτος -μέλος να έχει υποβάλλει οποιοδήποτε αίτημα ελεγχόμενης παράδοσης; - Έχουν τοπική δικαιοδοσία οι Αρχές κράτους - μέλους να ασκούν πράξεις/τεχνικές που προβλέπονται στην Απόφαση του Συμβουλίου 2004/579/ΕΚ εκτός του χώρου της Ένωσης, χωρίς να υπάρχει σχετική απόφαση έγκρισης της τρίτης χώρας μη - μέλους της Ένωσης ή προηγούμενη γραπτή διμερής σύμβαση ή συμφωνία, στην δικαιοδοσία της οποίας λαμβάνουν χώρα οι τεχνικές αυτές; - Ασκεί τυχόν επίδραση στο προηγούμενο ερώτημα το εάν τυχόν η τρίτη χώρα αυτή δεν έχει ποινικοποιήσει κάποιο ή κάποια από τα αδικήματα που περιέχονται στην Απόφαση του Συμβουλίου 2004/579/ΕΚ;". Από όσα ήδη αναφέρθηκαν, καθίσταται πρόδηλον ότι η κύρια αιτιολογική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά το προαναφερθέν έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, εδράζεται στην ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 187 παρ. 1 ΠΚ, 20 παρ. 1, 2, 3, 22 παρ. 2 περ. β', γ', 23 παρ. 2α', 28 του Ν. 4139/2013, αλλά και στη (δικονομική) διάταξη περί ελεγχόμενης μεταφοράς του άρθρου 254 παρ. 1, περ. γ' ΚΠΔ, με παράλληλη παραπομπή στο άρθρο 38 του Ν. 2145/1993 και δεν φαίνεται να ανέκυψε κάποιο (νέο) ερμηνευτικό ζήτημα, που να έχει γενικότερη σημασία για την ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε στη συνέχεια, το παρόν Δικαστήριο (Άρειος Πάγος), ως Δικαστήριο τελευταίου βαθμού, να διατυπώσει και να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το λόγο αυτό, για την ερμηνεία δηλαδή και για την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού ποινικού δικαίου του Ενωσιακού Δικαίου, αφού τέτοιο ζήτημα, που να είναι μάλιστα ουσιώδες και καθοριστικό για την έκβαση της δίκης δεν τίθεται και γι' αυτό, το αίτημα αυτό για τη υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να απορριφθεί.
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά και να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του και τείνουν στην μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1416/2024). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, που τείνει στην μείωση της επιβλητέας ποινής κατ' άρθρο 83 ΠΚ, θεωρείται κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ - μεταξύ των άλλων - και η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. β' ΠΚ. Για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, ή από μεγάλη ένδεια. Ως "ταπεινά αίτια" νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για το ορισμένο δε αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 1416/2024, ΑΠ 130/2017), η έλλειψη της ταπεινότητας των αιτίων όμως, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 1416/2024, ΑΠ 709/2020), ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1416/2024, ΑΠ 20/2020, ΑΠ 252/2020).
Εξάλλου, μεγάλη ένδεια (μεγάλη φτώχεια, μεγάλη οικονομική ανάγκη) υπάρχει όταν ο υπαίτιος βρέθηκε σε τόσο πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση, η οποία άγγιξε αλλά δεν στοιχειοθέτησε κατάσταση ανάγκης, ώστε κάτω από την επίδρασή της τέλεσε την πράξη για να αποφύγει κίνδυνο που πίστευε ότι απειλούσε σοβαρά αυτόν ή συγγενή του ή την περιουσία του (ΑΠ 1416/2024, ΑΠ 4/2023). Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της (τρίτης) αίτησής του, ο τρίτος αναιρεσείων [(επ) Ζ. ή Z. (ον) K. ή E. του M.] εκθέτει ότι απορρίφθηκε ο υποβληθείς για λογαριασμό του εκ μέρους του συνηγόρου υπεράσπισής του αυτοτελής ισχυρισμός, να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. β' ΠΚ και ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη προς τούτο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προσάπτει σ' αυτή την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετική πλημμέλεια. Στην κρινομένη υπόθεση για το προαναφερθέν θέμα από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, τα οποία σημειωτέον δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτουν ότι έλαβαν χώρα τα εξής: "Κατόπιν, ο συνήγορος υπερασπίσεως του 9ου εκ των κατηγορουμένων (K. ή E. Z. ή Z.), στον οποίo δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο, ανέπτυξε προφορικά αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης, στο πρόσωπο του εντολέα του, των ελαφρυντικών περιστάσεων των άρθρων 84 § 2β' ΠΚ...το περιεχόμενο του οποίου κατέθεσε και εγγράφως, για καταχώρηση στα πρακτικά κατ' άρθρο 141 § 2 ΚΠΔ και το περιεχόμενο του οποίου είναι το εξής...Α) ελαφρυντική περίσταση ότι στην πράξη μου ωθήθηκα υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κατ' άρθρο 84 παρ. 2, περ. β' ΠΚ : Στην υπό κρίση υπόθεση έχω ήδη ισχυριστεί ορισμένα και βάσιμα ότι βρισκόμουν σε κατάσταση ανάγκης που απειλούσε τόσο έμενα όσο και την οικογένειά μου. Ωστόσο, παρότι το Δικαστήριο Σας απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό μου ως λόγο που αποκλείει το άδικο και σε κάθε περίπτωση τον καταλογισμό, δηλαδή δέχτηκε ότι η επίδραση της σοβαρής απειλής που διέτρεχα δεν έφτασε μέχρι του σημείου των διατάξεων των άρθρων 25 και 32 ΠΚ, ωστόσο οφείλει να την αναγνωρίσει ως ελαφρυντική περίσταση, η συνδρομή της οποίας αποδεικνύεται από τα εξής: Στην υπόθεση αυτή παγιδεύτηκα από τον "…" (Κ. Χ.), χωρίς να έχω καμία απολύτως υπαιτιότητα, πόσο μάλλον πρόθεση να τελέσω τα αδικήματα που μου αποδίδονται. Ο "…" με παραπλάνησε αναφέροντάς μου ότι έχει σκάφος (το οποίο ασφάλισε συγγενικό του πρόσωπο στο όνομά της) και γνωρίζοντας την σχέση μου με την ιστιοπλοΐα, μου ζήτησε να τον βοηθήσω ως μεταφραστής για να έρθει σε επαφή με πρόσωπο αλβανικής καταγωγής για την πώλησή του, καθώς μιλούσα την ίδια γλώσσα. Σε αυτή την συνάντηση, συνάντησα για πρώτη φορά στην ζωή μου το πρόσωπο που αναφέρεται στην δικογραφία ως "..." και τότε ενώπιόν μου ο Σ. άρχισε να μιλάει με αυτόν για το σχέδιο διακίνησης της κοκαΐνης. Προφανώς με εμπιστευόταν ο "…" αφού με γνώριζε 22 χρόνια και με εμπιστεύτηκε και ο "...", καθώς μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Από εκείνο το σημείο και μετά αρχίζει ουσιαστικά η ομηρεία μου στην συγκριμένη υπόθεση, καθώς όλοι γνωρίζουν ότι αν γίνεις γνώστης χωρίς την θέλησή σου μιας τέτοιας συζήτησης και σχεδιασμού, ΔΕΝ μπορείς να αποχωρήσεις χωρίς να κινδυνεύεις με κανονική εκτέλεση ο ίδιος ή μέλη της οικογένειάς σου. Αυτό ΔΕΝ είναι σχήμα λόγου και αποδείχτηκε και στην πράξη από τα εξής: Από την στιγμή που ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΑ οι "…" και "…" άλλαξαν το σχέδιο εν πλω και με τα ναρκωτικά στα χέρια τους, ώστε να παραδοθούν στην Ελλάδα, εγώ βρέθηκα σε καθεστώς απόλυτης ομηρείας, καθώς ο "..." θεώρησε ότι τους "πούλησα" σε συνεννόηση με τον Σ. Η ζωή μου κινδύνευε άμεσα και πραγματικά, γεγονός που αποδεικνύεται από όλες τις απολογίες των συγκατηγορουμένων μου, για χρονικό διάστημα ΠΡΙΝ την σύλληψή τους, άρα είναι πραγματικό. Επίσης αποδεικνύεται από την πρωτόδικη κατάθεση του υπό κάλυψη δρώντος "Κ. Α." "Μου είχε αναφέρει ο Μ. ότι μέχρι να παραδοθούν τα ναρκωτικά απειλείται η ζωή του" σελ. 144 και συνεχίζει "Ο Μ. δεν ξέρει εάν τα ναρκωτικά έχουν φτάσει στην Ελλάδα. Μετά τις 20 του μήνα μου είπε ότι απειλείται, τις επόμενες μέρες ήταν επανειλημμένα τα τηλεφωνήματα", "είπε ότι "εμένα απειλείται η ζωή μου" και ήταν μπροστά και ο Σ. στην βιντεοκλήση" σελ. 148. Γι' αυτό άλλωστε, όταν ΔΗΘΕΝ ήρθαν τα ναρκωτικά στην Ελλάδα, έκαναν βιντεοκλήση να τα δείξουν στον "..." προκειμένου να με αφήσουν ελεύθερο, ενώ ξανάδειξαν τα ναρκωτικά σε βιντεοκλήση μια μέρα αργότερα σε άλλα πρόσωπα στον Αστακό, με τα οποία εγώ δεν έχω καμία σχέση. Γιατί να τα ξαναδείξουν; το έκαναν για να με αφήσει ελεύθερο ο ... "ο Μ. μου ζήτησε να κάνω βιντεοκλήση μαζί του και με άτομο αραβικής καταγωγής. Ο Μ. ήταν με τον ..." καταθέτει πρωτόδικα ο "Κ." σελ.148. Αποδείχτηκε από την ενώπιόν Σας ένορκη κατάθεση του Αστυνομικού Τ. Η. , την οποία επικαλούμαι και στην οποία παραπέμπω, η οποία τελεί άλλωστε σε συνέχεια της πρωτόδικης κατάθεσής του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, στην σελ. 111, σε όλη την κατάθεση την οποία επικαλούμαι, αναφέρομαι και στην οποία παραπέμπω πλήρως, στην οποία Τ. καταθέτει μεταξύ άλλων "συγκεκριμένα ο Μ. είχε μια επικοινωνία με τον Τ. (εννοεί …), ο οποίος του είχε πει ότι να γίνουν όλα όπως πρέπει γιατί θα με σκοτώσουν. Ναι το είχε αναφέρει. Ότι αν δεν γίνουν τα πράγματα όπως πρέπει θα τον σκοτώσουν". ΕΠΕΙΔΗ ο κίνδυνος ζωής τόσο της δικής μου όσο και της οικογένειάς μου συνεχίστηκε μετά την σύλληψη των ατόμων στον Αστακό. ΕΠΕΙΔΗ εγώ είχα αφεθεί μεν ελεύθερος μια μέρα πριν, όμως μετά την εξέλιξη αυτή άρχισα να κρύβομαι και μάλιστα μακριά από την οικογένειά μου, η οποία κινδύνευε άμεσα από το κύκλωμα. ΕΠΕΙΔΗ μάλιστα η σύζυγος μου E. Z. , η οποία μέχρι τότε έμενε στην Ιταλία με το παιδί μας, αναγκάστηκε να "εξαφανισθεί" γιατί το κύκλωμα απειλούσε να τους σκοτώσει. ΕΠΕΙΔΗ το κύκλωμα την βρήκε και την πέρασε παράνομα σε καθεστώς ομηρείας στην Μεγάλη Βρετανία προκειμένου να την "ρίξει" σε κύκλωμα πορνείας. ΕΠΕΙΔΗ η ίδια κατάφερε να ξεφύγει και ζήτησε διεθνή προστασία από τις Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου υποβάλλοντας την υπ' αριθμ. ...2021 αίτηση προστασίας στο Υπουργείο Εσωτερικών ΗΒ (Home Office), ως θύμα σύγχρονης σκλαβιάς (victim of modern slavery), την οποία επικαλούμαι και έχω ήδη προσκομίσει. ΕΠΕΙΔΗ η αίτησή της εκκρεμεί ακόμα και βρίσκεται σε καθεστώς νόμιμης προσωρινής διεθνούς προστασίας από τις Αρχές ΗΒ, καθώς, όπως αποδεικνύεται από το πάρα πάνω έγγραφο του Home Office, ήδη υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να γίνει δεκτή ως θύμα σύγχρονης σκλαβιάς.
Για τους λόγους αυτούς ζητώ να κάνετε δεκτό τον παρόντα αυτοτελή ισχυρισμό μου περί αναγνώρισης στο πρόσωπό μου ότι στις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκα ένοχος ωθήθηκα υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κατ' άρθρο 84 παρ.2 περ. β' ΠΚ...". Το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού προηγουμένως εξέθεσε την προσήκουσα σχετική νομική σκέψη, στην συνέχεια απέρριψε τον προαναφερθέντα υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό διαλαμβάνοντας τα εξής: "...ο αυτοτελής ισχυρισμός του 9ου των κατηγορουμένων, ότι ωθήθηκε στις πράξεις του υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κατ' άρθρο 84 παρ. 2 περ. β' ΠΚ, αφού ο ίδιος υπήρξε όμηρος του κυκλώματος για την περίπτωση που δεν θα παρέδιδαν οι μεταφορείς (συγκεκαλυμμένοι δρώντες) τα ναρκωτικά στα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, ενώ και η σύζυγός του τελεί υπό την απειλή της ίδιας οργάνωσης, αφού βρισκόταν σε καθεστώς ομηρίας στην Μ. Βρετανία και ήδη ζήτησε την προστασία των Αρχών ως θύμα σύγχρονης σκλαβιάς [βλ. υπ' αριθμ. ...2021 αίτηση προστασίας αυτής στο Υπουργείο Εσωτερικών Η.Β (Home Office)], ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος, κατά την ομόφωνη κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται σχετικά στο σκεπτικό της παρούσης για την ενοχή των κατηγορουμένων, ο εν λόγω 9ος κατηγορούμενος, δεν προέβη στην τέλεση των πράξεών του διότι βρισκόταν υπό την ομηρία των διευθυνόντων μελών της εγκληματικής οργάνωσης - στην οποία άλλωστε οικεία βουλήσει είχε ενταχθεί προ της όποιας ανώμαλης εξέλιξης του όλου εγχειρήματος και των σχέσεων του ιδίου με τα ανωτέρω πρόσωπα - αλλά ο δόλος του ως προς την διάπραξη των άδικων πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος και ιδίως της πράξης της διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών, προϋπήρχε και ήταν ανεξάρτητος από την ενδεχόμενη μεταγενέστερη ρήξη των σχέσεών του με τους αρχηγούς της οργάνωσης. Ο ισχυρισμός του δε, περί του κινδύνου της οικογενείας του, μετά την σύλληψη των εδώ κατηγορουμένων και την κατάσχεση των ναρκωτικών ουσιών και αληθής υποτιθέμενος, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, αφού ο κίνδυνος που πιθανόν διέτρεξε η οικογένειά του, ήταν επακόλουθο της αποτυχίας της εγκληματικής οργάνωσης να πάρει στην κατοχή της την διακινηθείσα ποσότητα των ναρκωτικών και συνεπώς, ως μεταγενέστερη συνέπεια των ένδικων πράξεων που αποδίδονται στον άνω κατηγορούμενο, δεν δύναται ν' ασκήσει έννομη επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την αποδοχή του προβληθέντος, ως άνω, αυτοτελούς ισχυρισμού". Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια και πληρότητα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στον ήδη τρίτο αναιρεσείοντα της παραπάνω ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. β' ΠΚ και ως εκ τούτου, ο από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικός προβληθείς αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, οι σχετικοί λόγοι της πρώτης κρινομένης από 5-3-2025 αίτησης αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δηλαδή για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που αφορούν τα αμέσως προηγουμένως αναφερθέντα σημεία της, αλλά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και συγκεκριμένα, των άρθρων 20 παρ. 1, 2, 3, 22 παρ. 2, περ. β', 23 παρ. 2, περ. α' του Ν. 4139/2013, 42 παρ. 1, 45 και 47 ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ), είναι βάσιμοι, ενώ μετά ταύτα καθίστανται άνευ αντικειμένου οι σχετικοί λόγοι ως προς την ενοχή των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσειόντων για την εκ μέρους τους σχετική παράβαση των προαναφερθέντων άρθρων του Ν. 4139/2013.
Περαιτέρω, επειδή δεν περιλαμβάνεται άλλος (παραδεκτός) λόγος αναίρεσης στην (δεύτερη) από 17-6-2024 αίτηση αναίρεσης και τους προσθέτους αυτής λόγους του (τρίτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου και δευτέρου αναιρεσείοντος) P. S. του G. , στην (τρίτη) από 25-2-2025 αίτηση αναίρεσης και τους προσθέτους αυτής λόγους του Ζ. ή Z. K. ή E. του M. (ενάτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη ενάτου αναιρεσιβλήτου και τρίτου αναιρεσείοντος), αλλά και στην (τέταρτη) κρινόμενη από 26-2-2025 αίτηση αναίρεσης του (δεκάτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη δεκάτου αναιρεσιβλήτου και τετάρτου αναιρεσείοντος) Β. A. του A. , κατά της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 1707/2023, 67/2024, 531/2024, 692/2024, 1116/2024, 1117/2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο Δ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθούν οι εν λόγω τρεις αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι των δύο πρώτων εξ αυτών και να καταδικαστεί καθένας από τους προαναφερθέντες (τρεις) αναιρεσείοντες [(επ) P. (ον) S. του G. , (επ) Ζ. ή Z. (ον) K. ή E. του M. και (επ) Β. (ον) A. του A.], στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.
Εξάλλου, αυτοτελής ισχυρισμός, που τείνει στην μείωση της επιβλητέας ποινής κατ' άρθρο 83 ΠΚ, θεωρείται κατά την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ - μεταξύ των άλλων - και η υπό στοιχείο ε' περίπτωση και συγκεκριμένα, ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 6/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 188/2022). Η ως άνω κατά το άρθρο 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, ελαφρυντική περίσταση θεωρείται ότι συντρέχει και όταν ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, ακόμα και κατά την κράτησή του. Η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του (ΑΠ 844/2024, ΑΠ 6/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 760/2021).
Στην κρινόμενη υπόθεση το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνώρισε (κατά πλειοψηφία), σε καθέναν από τους αμέσως παρακάτω αναφερόμενους κηρυχθέντες ενόχους εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα για τους: 1) E. ή E. Z. ή Β. του H. και της L. ή E. , 2) L. D. του Z. και της D. , 3) S. P. του G. και της M. , 4) S. H. του M. και της F. , 5) M. P. του Ρ. και της L. , 6) E. T. του P. και της D. , 7) A. P. του P. και της A. , 8) Π. Β. του Β. και της Α. , 9) K. ή E. Ζ. ή Z. του M. και της N. και 10) A. V. του P. , την από το άρθρο 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, ελαφρυντική περίσταση, ότι δηλαδή καθένας από αυτούς συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, με την εξής επί λέξει αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τα αναγνωστέα έγγραφα που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος και 11ος δηλαδή οι: Z. ή B. E. ή E. , D. L. , P. S. , H. S. , P. M. , T. E. , P. A. , Β. Π. και V. A. αντίστοιχα), (ήτοι όλοι οι λοιποί, πλην του 9ου Z. ή Z. Κ. ή Ε. και του 10ου B. A.), προκύπτει ότι αυτοί, κατά τον χρόνο της κράτησής τους (άνω των 4,5 ετών) επέδειξαν υποδειγματική συμπεριφορά, ως τρόφιμοι των φυλακών όπου κρατούνται και κατέβαλαν συνειδητές προσπάθειες αναμόρφωσης, επιδεικνύοντας θετική συμπεριφορά. Ειδικότερα το Δικαστήριο καταλήγει στην άνω κρίση του με βάση τα προσκομιζόμενα έγγραφα εκ μέρους των κατηγορουμένων. Ο πρώτος εξ αυτών (Z. ή B. E. ή E.), διακρίθηκε για τη φιλομάθειά του, καθόσον εκμεταλλεύτηκε το χρόνο της κράτησής του εποικοδομητικά, φοιτώντας στο Σχολείο δεύτερης ευκαιρίας στο ΚΚ Πατρών (τελευταίος {Β} κύκλος) και αποφοιτώντας από τον Α' Κύκλο με εξαιρετικά καλή αξιολόγηση {ως προς την συνεργασία του με μαθητές και εκπαιδευτικό προσωπικό, το ενδιαφέρον που επιδεικνύει στις δραστηριότητες του σχολείου και την προθυμία του να παράσχει τη βοήθειά του σε όσους τη ζητήσουν (βλ. την ...2023 βεβαίωση φοίτησης και το φύλο αξιολόγησης εκπαιδευομένου που προσκομίζει για το σχολικό έτος 2022-2023). Επίσης συμμετείχε σε εθελοντικά μαθήματα εκμάθησης Αγγλικής γλώσσας, με ιδιαίτερα θετική αξιολόγηση (βλ. την από 20-09-2023 βεβαίωση παρακολούθησης μαθημάτων Αγγλικής γλώσσας της καθηγήτριας Δ. Κ. , στην οποία η τελευταία εξαίρει τη σύνεση, την επιμέλειά του, τη στοχοπροσήλωσή του, τη σωφροσύνη του και διαγιγνώσκει τον σκοπό του για ομαλή ένταξη στον κοινωνικό ιστό). Επιπλέον συμμετείχε σε πιστοποιημένο από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, πρόγραμμα εκπαίδευσης για τη λειτουργία μικρών τουριστικών επιχειρήσεων, διάρκειας 300 ωρών (βλ. σχετική βεβαίωση του Υπεύθυνου του Έργου, Π. Π.), παρακολούθησε σεμινάριο Μελισσοκομίας και Κτηνοτροφίας της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας της Περιφέρειας Αχαΐας (βλ. την από 7-11-2023 βεβαίωση του Διευθυντή Μ. Κ.), τρίμηνο σεμινάριο ζωγραφικής, κεραμικής και κατασκευών που διοργάνωσε ο Δήμος Πατρέων (βλ. σχετική βεβαίωση παρακολούθησης για το διάστημα Μαρτίου-Μαΐου 2023 της Προέδρου του ΔΣ της Δημοτικής Βιβλιοθήκης-Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου … Κ. Γ. - Θ.), καθώς και σεμινάριο πρώτων βοηθειών του Ερυθρού Σταυρού ως προς την καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση και τη χρήση απινιδωτή (βλ. από 15-06-2023 πιστοποιητικό εκπαίδευσης του Προέδρου του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Α. Α.). Ταυτόχρονα εργάζεται εντός των φυλακών έχοντας πραγματοποιήσει 655 ημερομίσθια χωρίς να τιμωρηθεί πειθαρχικά (βλ. την με αρ. πρωτ. ...2024 βεβαίωση του Σωφρονιστικού Καταστήματος Πάτρας και την υπ' αριθμ. ...2024 βεβαίωση ημερομισθίων του ιδίου Καταστήματος), ενώ έτυχε και τετραήμερης άδειας της οποίας έκανε καλή χρήση (βλ. την υπ' αριθμ. ...2024 βεβαίωση του ΚΚ Πατρών). Ομοίως ο δεύτερος εξ αυτών (D. L.), ο οποίος τυγχάνει επιδόματος αναπηρίας και αντιμετωπίζει θέματα ψυχικής υγείας, επέδειξε καθ' όλο τον διαδραμόντα χρόνο της κράτησής του καλή διαγωγή, η οποία κρίνεται ότι δεν υπήρξε προσχηματική, αλλά ενδεικτική της πραγματικής ψυχικής μεταστροφής του. Ο τρίτος αυτών (P. S.) προσκομίζει μεταξύ άλλων τις υπ' αριθμ. ...2024 και ...2023 βεβαιώσεις των Σωφρονιστικών Καταστημάτων Μαλανδρίνου και Κορυδαλλού, από τις οποίες προκύπτει η πραγματοποίηση 745 και 1/4 και 62 ημερομισθίων αντίστοιχα (προσέφερε την εργασία του στον τομέα επισκευής κτιρίων). Ο ανωτέρω κατά τη διάρκεια της κράτησής του φοίτησε σε Πρόγραμμα Επαγγελματικής Κατάρτισης Ενηλίκων, ειδικεύτηκε στην κομμωτική τέχνη (σχετικό το με αριθμ. .../2022 πιστοποιητικό) και επιμορφώθηκε στην εκμάθηση ηλεκτρονικών υπολογιστών (σχετική η από 30-09-2022 βεβαίωση του ΝΠΙΔ "Επάνοδος"). Καθ' όλο το χρονικό διάστημα της κράτησής του δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά (βλ. το σχετικό απόσπασμα πειθαρχικού από 29-12-2023 του ΚΚ … σε συνδυασμό με τις κάτωθι εκθέσεις των κοινωνικών λειτουργών που αναφέρονται στην αρμονική συμβίωσή του με τους συγκρατουμένους του και την άριστη διαγωγή του). Συμμετείχε σε θεατρικά δρώμενα και μουσικές συναυλίες (βλ απόκομμα εφημερίδος "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" στο οποίο δημοσιεύεται άρθρο με τίτλο "Μουσική ανάσα στις φυλακές …" και συμπεριλαμβάνεται φωτογραφία του ιδίου με την μικρή θυγατέρα του που παρακολούθησε μεταξύ άλλων, τη μουσική συναυλία του ΚΚ … το θέρος του 2023). Προσκομίζει επίσης επιστολή του πνευματικού του πατέρα, ιερέα Κ. Ζ. (προϊσταμένου των ενοριών Περιβολίου, Μοναχιτίου, Μικρολίβαδου του Νομού Γρεβενών), στην οποία ο τελευταίος αναφέρεται στην τακτική επικοινωνία που διατηρεί μαζί του από τριετίας και στην πνευματική καθοδήγησή του, εκφράζοντας την εδραία πεποίθησή του περί της εσωτερικής μεταστροφής του άνω κατηγορουμένου και περί της πνευματικής του αναμόρφωσης. Αναφέρει δε, ότι ο κατηγορούμενος, έχει προβεί από το υστέρημά του σε δωρεά αγιογραφίας στο Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής της ενορίας Αγίου Γεωργίου-Περιβολίου (βλ. φωτοτυπία φωτογραφίας της αγιογραφίας της Κοίμησης του Θεοτόκου, η οποία κατά την αναγραφή στο κάτω αριστερό τμήμα της, αποτελεί δέηση του κατηγορουμένου στη μνήμη του πατρός του). Επιπλέον προσκομίζει την από 08-07-2024 ευχαριστήρια επιστολή της Στέγης θηλέων Π. Φαλήρου "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ" (σημ. το ορθόδοξο χριστιανικό όνομα του κατηγορουμένου είναι "Α."), που αναφέρεται στην ευγενική χειρονομία του εν λόγω κατηγορουμένου να προβεί σε δωρεά γεύματος στις τροφίμους της Στέγης (ανήλικα άπορα κορίτσια). Τέλος προσκομίζει το από 26-10-2022 πληροφοριακό σημείωμα της Κοινωνικής Λειτουργού του ΚΚ … , Ι. Α. και την υπ' αριθμ. πρωτ. ...2024 έκθεση κοινωνικής έρευνας της Κοινωνικής Λειτουργού του Σωφρονιστικού Καταστήματος … , Α. Π. Σε αμφότερες τις εν λόγω εκθέσεις τους, οι ανωτέρω πιστοποιούν την ευγενική και πειθαρχημένη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, εντός των φυλακών, τις άριστες σχέσεις με τους συγκρατούμενους και το υπαλληλικό προσωπικό και την έλλειψη πειθαρχικών παραπτωμάτων σε όλα τα Καταστήματα που κρατήθηκε. Η Ι. Α. στο πληροφοριακό της σημείωμα περικλείει το συμπέρασμα της ιδίας για την προσωπικότητα του εν λόγω κατηγορουμένου, αναφέροντας ότι αυτός έχει συνειδητοποιήσει την κατάσταση της ζωής του και έχει πλέον ως στόχο την ανασυγκρότηση της προσωπικότητάς του και την ανάπτυξη δεξιοτήτων για την μελλοντική του επανένταξη στην κοινωνία, πιστεύει δε ότι πρέπει να του χορηγηθούν οι ανάλογες ευκαιρίες προς τούτο. Η Α. Π. στην έκθεση κοινωνικής της έρευνας κάνει αναδρομή στη ζωή του κατηγορουμένου, αναφέρει την προθυμία του να παρέχει βοήθεια όπου χρειαστεί εντός του καταστήματος κράτησής του και διατυπώνει τη θετική εντύπωση της ιδίας σχετικά με το χαρακτήρα του (τον χαρακτηρίζει δίκαιο και ειλικρινή, υπεύθυνο και συνεπή, με αγάπη στην οικογένειά του, που έχει κερδίσει την αγάπη και το σεβασμό των συγκρατουμένων του αλλά και του προσωπικού, λόγω του ήθους του, ενώ δεν κάνει χρήση αλκοόλ, καπνού και ψυχοτρόπων ουσιών, φροντίζει δε για την αρμονική και ειρηνική συμβίωσή του με τα άτομα της πτέρυγάς του, καθώς και για την καθαριότητα των χώρων της). Συμπεραίνει τέλος και αυτή, ότι πρόκειται για άτομο που έχει συνειδητοποιήσει την κατάσταση που έχει περιέλθει και έχει επίγνωση των λαθών του, για τον λόγο δε αυτό προσπαθεί ώστε μελλοντικά να μπορέσει να πετύχει την επανένταξή του στο κοινωνικό σύνολο. Ο τέταρτος αυτών (H. S.) παρακολούθησε σεμινάριο κατάρτισης στην ειδικότητα εκμάθησης της κομμωτικής τέχνης, που υλοποίησε το κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης Λαμίας (σχετικό το με αριθμό ...2022 πιστοποιητικό επαγγελματικής κατάρτισης ενηλίκων) επιδεικνύοντας άριστη συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς και λοιπούς σπουδαστές, ενώ η διαγωγή του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος όπου κρατείται υπήρξε καλή, χωρίς να δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και τους λοιπούς συγκρατούμενούς του (σχετική η υπ' αριθμ. ...2021 βεβαίωση του ΚΚ … και το από 27-11-2023 απόσπασμα πειθαρχικού ελέγχου του Σωφρονιστικού Καταστήματος …). Ο πέμπτος αυτών (P. M.) προσκομίζει το από 08-01-2024 απόσπασμα πειθαρχικού ελέγχου του Σωφρονιστικού Καταστήματος … , την από 22-11-2023 υπηρεσιακή βεβαίωση του Σωφρονιστικού Καταστήματος … , το από 31-11-2022 πληροφοριακό σημείωμα της κοινωνικής λειτουργού Α. Γ. , την από 29-11-2023 έκθεση κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού Μ. Μ. , τον από 30-06-2022 τίτλο σπουδών του 2ου Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Χανίων, την από 30-06-2022 αξιολόγηση του ιδίου Σχολείου, την βεβαίωση συμμετοχής σε πρόγραμμα εκπαίδευσης με σκοπό την επανένταξη αποφυλακιζομένων κρατουμένων, την από 21-10-2022 βεβαίωση συμμετοχής του σε πρόγραμμα απεξάρτησης του ΚΕΘΕΑ και την από 24-11-2023 βεβαίωση επιτυχούς συμμετοχής του σε πρόγραμμα απεξάρτησης του ΚΕΘΕΑ. Από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει η καλή διαγωγή του κατά τη διάρκεια της κράτησής του χωρίς να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στους λοιπούς κρατούμενους και στο προσωπικό των φυλακών, η πραγματοποίηση 1126 ημερομισθίων και η συμμετοχή του σε διάφορες δράσεις εντός φυλακών (ως βοηθός νοσοκόμου, μέλος ομάδας δημιουργικής γραφής και θεάτρου, καθαριστής, τραυματιοφορέας, ενώ συμμετείχε και στο πρόγραμμα εκπαίδευσης "τεχνικός συντήρησης εγκαταστάσεων" διάρκειας 300 ωρών). Είναι χαρακτηριστικό της ψυχικής μεταστροφής του, ότι έχει ολοκληρώσει με επιτυχία τις σπουδές του στο Γυμνάσιο (Α' και Β' κύκλους, όπου ανταποκρίθηκε άριστα στις απαιτήσεις του προγράμματος των σπουδών) και ήδη παρακολουθεί μαθήματα στο Λύκειο (ΓΕΛ), ενώ παράλληλα είναι μέλος της Β' φάσης του θεραπευτικού προγράμματος ΚΕΘΕΑ (βλ. έκθεση της κοινωνικής λειτουργού Μ. Μ. που διαπιστώνει αξιοσημείωτη διάθεση για μάθηση και προσπάθεια αυτοβελτίωσης και έγγραφο αξιολόγησης των σχολικών σπουδών του, όπου του δίνονται συγχαρητήρια από τους διδάσκοντες οι οποίοι επισημαίνουν την οργάνωση, τον σεβασμό και την προθυμία του, ενώ τον χαρακτηρίζουν ως υπόδειγμα μαθητή και ανθρώπου). Ο έκτος αυτών (T. E.) προσκομίζει τις υπ' αριθμ. πρωτ. .../2022 και .../2023 βεβαιώσεις του ΚΚ … , από τις οποίες προκύπτει η καλή διαγωγή του χωρίς να υποπέσει σε πειθαρχικά παραπτώματα καθ' όλη τη διάρκεια της κράτησής του, την από 05-04-2022 βεβαίωση του υπεύθυνου του προγράμματος δια βίου μάθησης "Κρατούμενοι-Επικοινωνία στην καθημερινή ζωή" που αφορά στην παρακολούθηση εκ μέρους του, του άνω προγράμματος, την από 11-04-2022 βεβαίωση παρακολούθησης του εκπαιδευτικού προγράμματος "Κρατούμενοι-Υποστήριξη κρατουμένων" διάρκειας 25 ωρών, την βεβαίωση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πολιτιστικού Οργανισμού του Δήμου Πατρέων για την παρακολούθηση σεμιναρίου κεραμικής, τον τιμητικό έλεγχο που υπογράφει η υπεύθυνη περιβαλλοντικής εκπαίδευσης Ι. Π. , για την συμμετοχή του στη δράση "τα ευέλικτα καπάκια" που αφορά σε συλλογή πλαστικών πωμάτων και προώθησή τους στην ανακύκλωση, το από 29-06-2022 αποδεικτικό σπουδών του στο σχολείο δεύτερης ευκαιρίας κατά τη χρονική περίοδο 2021-2022 από το οποίο προκύπτει η καλή ανταπόκρισή του στις απαιτήσεις του προγράμματος σπουδών και τα φύλλα αξιολόγησης των διδασκόντων του για τα έτη 2020-2021 και 2021-2022 που εξαίρουν την επιμέλεια, την προσήλωση και την ευγένειά του. Από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει, ότι αυτός κατά τον χρόνο της κράτησής του επιδεικνύει ενεργό και συνεχές ενδιαφέρον για μάθηση, διάθεση προσφοράς και συμμετοχής σε κοινωνικά προγράμματα, αρμονική συμβίωση με τους λοιπούς σπουδαστές, τους διδάσκοντες και το προσωπικό του καταστήματος κράτησής του και ευγενική συμπεριφορά στις συναναστροφές του. Ο έβδομος αυτών (P. A.) προσκομίζει ομοίως έγγραφα περί της καλής πειθαρχικής διαγωγής του εντός του καταστήματος κράτησής του χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα (υπ' αριθμ. πρωτ. .../2023 βεβαίωση του ΚΚ …), περί πραγματοποίησης 891 ημερομισθίων (σχετική η υπ' αριθμ. .../2024 βεβαίωση του ιδίου Καταστήματος), καθώς επίσης έγγραφα παρακολούθησης σχολείου δεύτερης ευκαιρίας στο Κ.Κ. … και τα φύλλα αξιολόγησής του για τους κύκλους Α' και Β' των ετών 2021-2022, 2022-2023 (σχετική η υπ' αριθμ. .../2022 βεβαίωση φοίτησής του, τα δύο φύλλα αξιολόγησης με ημερομηνίες 28-02-2022 και 30-06-2023, το από 30-06-2023 αποδεικτικό τίτλου σπουδών του σχολείου δεύτερη ευκαιρίας … στο οποίο αναφέρεται ότι ανταποκρίθηκε πολύ καλά στις απαιτήσεις του προγράμματος σπουδών και το από 26-10-2022 πληροφοριακό σημείωμα της κοινωνικής λειτουργού του άνω καταστήματος, Ι. Α.). Από τις εκτιμήσεις που συμπεριλαμβάνονται στα άνω έγγραφα προκύπτει ότι ο ανωτέρω κρατούμενος είχε άψογη συμπεριφορά σε εκπαιδευόμενους και εκπαιδευτικούς, επιδείκνυε ενδιαφέρον, σοβαρότητα και προθυμία κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του και περαιτέρω ότι έχει συνειδητοποιήσει την κατάσταση ζωής στην οποία περιήλθε και έχει καλές προοπτικές για ομαλή κοινωνική επανένταξη και έννομη προσαρμογή όταν βρεθεί σε καθεστώς ελευθερίας (βλ. ιδίως τις εκτιμήσεις στο από 26-10-2022 πληροφοριακό σημείωμα της προαναφερόμενης κοινωνικής λειτουργού). Ο όγδοος αυτών (Β. Π.) προσκομίζει επίσης την υπ' αριθμ. .../2024 βεβαίωση καλής συμπεριφοράς από το Σωφρονιστικό Κατάστημα … , όπου κρατείται, βεβαίωση του ιδίου Καταστήματος Κράτησης περί συμμετοχής του στο πρόγραμμα εκπαίδευσης και πιστοποίησης (300 συνολικά ωρών) με θεματικό τίτλο "Πωλητής Λιανικής" και στόχο την ενίσχυση της μελλοντικής επανένταξης στην κοινωνία και την αγορά εργασίας, καθώς επίσης το από 11-07-2022 πιστοποιητικό επαγγελματικής κατάρτισης, που βεβαιώνει την παρακολούθηση σεμιναρίου Κομμωτικής Τέχνης (διάρκειας 250 ωρών), κατά την περίοδο 01-04-2002 μέχρι 30-06-2022, από τα οποία πιστοποιείται η προσπάθεια ομαλής επανένταξής του στην κοινωνία. Ο ενδέκατος αυτών (V. A.) προσκομίζει την υπ' αριθμ. ...2024 βεβαίωση της Διεύθυνσης του Σωφρονιστικού Καταστήματος Κέρκυρας και το από 27-08-2024 απόσπασμα Πειθαρχικού του ιδίου Καταστήματος, από τα οποία πιστοποιείται η καλή διαγωγή του στο Κατάστημα Κράτησής του και η έλλειψη πειθαρχικών παραπτωμάτων, καθώς επίσης πιστοποιείται η εκ μέρους του πραγματοποίηση 639 και 3/4 ευεργετικών ημερομισθίων (σχετικό το προσκομιζόμενο απόσπασμα βιβλίου μερίδων εργασίας). Κατά το διάστημα της κράτησής του ήταν μέλος της ομάδος που εκπροσώπησε την Ελλάδα στους αγώνες του 2ου Διηπειρωτικού Διαδικτυακού Πρωταθλήματος Σκακιού για κρατούμενους, που διεξήχθη την 13/10/2022 υπό την αιγίδα της Παγκόσμιας Σκακιστικής Ομοσπονδίας (σχετική η από 18-10-2022 βεβαίωση του Διευθυντή του σχολείου δεύτερης ευκαιρίας και του Προέδρου του ΔΣ του Συνδέσμου Παικτών Ζατρικίου Κέρκυρας). Στο έγγραφο αυτό βεβαιώνεται ότι έχει παρακολουθήσει τις σκακιστικές προπονήσεις κατά τη διάρκεια του θέρους και επέδειξε πνεύμα συνεργασίας, εξαιρετική συμπεριφορά και διάθεση αυτοβελτίωσης. Είχε δε καλή απόδοση στους αγώνες, συμβάλλοντας στις νίκες της Εθνικής ομάδος Σκακιού. Επίσης συμμετείχε και διακρίθηκε στο 2ο Σκακιστικό Πρωτάθλημα του ΚΚ Κέρκυρας της 24ης Απριλίου 2024, λαμβάνοντας σχετικό δίπλωμα συμμετοχής. Πέραν τούτου παρακολούθησε και ολοκλήρωσε με επιτυχία, πρόγραμμα εκμάθησης ελληνικής γλώσσας διάρκειας 60 ωρών (σχετική η από 14-09-2023 βεβαίωση της Διευθύντριας του ΝΠΙΔ Επάνοδος), εκπαιδευτικό πρόγραμμα για κρατούμενους διάρκειας 175 ωρών από 03-02-2022 ως 30-06-2022 στο πλαίσιο της πράξης "Κέντρα δια βίου μάθησης-νέα φάση" (σχετική η από 17-01-2023 βεβαίωση παρακολούθησης του προγράμματος). Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει κατά την κρίση της πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου, ότι η προαναφερόμενη θετική συμπεριφορά των ως άνω κατηγορουμένων - δια της οποίας οι τελευταίοι επιδιώκουν, με όσα μέσα διαθέτουν στο πλαίσιο της κράτησής τους, να αυτοβελτιωθούν ώστε στο μέλλον να ενταχθούν στην κοινωνία ως υγιή στοιχεία αυτής - εκδηλώνεται αυτοβούλως, ως αποτέλεσμα της ηθικής και ψυχικής μεταστροφής τους και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού, μαρτυρεί δε την αληθινή ψυχική μεταβολή τους προς το καλύτερο με επίγνωση των συνεπειών των πράξεών τους, ενώ το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την σύλληψή τους μέχρι σήμερα, το οποίο υπερβαίνει τα 4,5 έτη, θεωρείται αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και ικανό για να διαμορφώσει το Δικαστήριο την ανωτέρω άποψη περί της αυτοπροαίρετης ψυχικής μεταστροφής τους και περί του ότι αυτοί έχουν αποτινάξει πλέον το παραβατικό παρελθόν τους. Σημειωτέον ότι, όλοι οι ως άνω κατηγορούμενοι ήταν κρατούμενοι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και συνεπώς η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, ήτοι το αν η συμπεριφορά τους ήταν θετική και επωφελής στο πλαίσιο της κοινωνικής συμβίωσης, εξετάζεται με βάση το περιβάλλον της φυλακής στο οποίο ζούσαν. Συνακόλουθα, ελλείψει στοιχείων που να πιστοποιούν αρνητικά περιστατικά τα οποία να δικαιολογούν την απόρριψη του οικείου ισχυρισμού των κατηγορουμένων και εφόσον δεν υφίστανται πράξεις και ενέργειές τους που να δικαιολογούν τη μη συνδρομή της άνω ελαφρυντικής περίστασης (αντιθέτως υφίστανται θετικές ενέργειες αυτών -πάντα στο πλαίσιο της κράτησής τους- που τεκμηριώνουν την άνω ελαφρυντική περίσταση), η απόρριψη του οικείου ισχυρισμού θα ήταν αυθαίρετη και άρα ελεγκτέα, λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας...Πρέπει μετά ταύτα να αναγνωριστεί κατά την άποψη της πλειοψηφίας, ότι συντρέχει στο πρόσωπο όλων των προαναφερόμενων κατηγορουμένων, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται σχετικά στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Περαιτέρω, ο ένατος αυτών (Z. ή Z. Κ. ή Ε.), τα τελευταία έτη ζει και εργάζεται σε καθεστώς ελευθερίας στην Ολλανδία (από το έτος 2021) και πρέπει να επισημανθεί, ότι δεν είναι φυγόδικος, αφού, παρότι ζητήθηκε η έκδοσή του από τις Ελληνικές Αρχές δυνάμει του από 07-02-2020 ΕΕΣ της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, το αρμόδιο Δικαστήριο του Άμστερνταμ με την υπ' αριθμ. 13/751933-20 απόφασή του αποφάνθηκε αμετάκλητα, ότι - λόγω απαραδέκτου της διαδικασίας έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψής του από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών - ακυρώνει την απόφαση κράτησής του (δυνάμει αυτού) και απέρριψε την έκδοσή του. Ήδη ο ανωτέρω, προσκομίζει μεταξύ των λοιπών εγγράφων - από τα οποία προκύπτει η μόνιμη διαμονή του στην Ολλανδία, η σταθερή αποσχόλησή του σε κατασκευαστική Ολλανδική εταιρία, η εγγραφή ατομικής του επιχείρησης (με αντίστοιχο αντικείμενο) στο Εμπορικό Επιμελητήριο του Άμστερνταμ, η μίσθωση ακινήτου και η κατάσταση του φορολογικού ισολογισμού της ατομικής του επιχείρησης μέχρι τον Ιούνιο του 2024, το από 11-09-2024 έγγραφο της Λουθηρανικής Διακονίας (Ευαγγελική Εκκλησία) του Άμστερνταμ, το οποίο υπογράφει ο εκπρόσωπος αυτής Ε. Σ. και από το οποίο προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος έχει συνάψει στενές σχέσεις με τα μέλη της εν λόγω Εκκλησίας, την οποία επισκέπτεται δις εβδομαδιαίως και επιδεικνύει άριστη κοινωνική συμπεριφορά, οι δε συναναστροφές του είναι άτομα του χώρου της Λουθηρανικής Εκκλησίας στην οποία έχει ενταχθεί, αποτινάζοντας το παραβατικό παρελθόν του και εργαζόμενος σκληρά, με σεβασμό στους νόμους του Κράτους όπου διαβιοί. Υπό τις αποδειχθείσες αυτές συνθήκες ζωής του, το Δικαστήριο κατά πλειοψηφία, διαμορφώνει την άποψη, ότι αυτός προέβη σε ειλικρινή προσπάθεια για την αυτοβελτίωσή του και έχει ενταχθεί πλήρως σε μία υγιή κοινωνική ομάδα, οι δε ενέργειές του αυτές αποτελούν το αποτέλεσμα της ηθικής και ψυχικής μεταστροφής του και δεν εκπορεύονται από άλλα, ύποπτα κίνητρα. Στην κρίση της αυτή καταλήγει η πλειοψηφία των μελών του Δικαστηρίου, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του γεγονότος ότι αυτός ζει σε καθεστώς ελευθερίας για ικανό χρονικό διάστημα, ώστε να θεωρείται πράγματι, αληθινή και αυτοπροαίρετη η ψυχική μεταβολή του προς το καλύτερο με επίγνωση των συνεπειών των πράξεών του.
Συνεπώς και ο άνω (ένατος) κατηγορούμενος, πρέπει, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, να τύχει της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ...".
Στην (πρώτη) αναίρεση που ασκήθηκε από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου εκτίθεται ότι στους παρακάτω αναφερομένους εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσίβλητους, αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ, χωρίς όμως να συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις και ειδικότερα, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αλλά και με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του προαναφερθέντος άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι απορρέουσες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, σχετικές πλημμέλειες. Με τις προαναφερθείσες όμως παραδοχές ως προς την αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2, περ. ε' ΠΚ, κατά το μέρος που αφορά τους δεύτερο (D. L.), τον τέταρτο (H. S.), τον όγδοο (Β. Π.) και τον ένατο (K. ή E. Ζ. ή Z.) των κατηγορουμένων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την εν λόγω ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικότερα, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι μετά την τέλεση των πράξεων οι ως άνω εκκαλούντες - κατηγορούμενοι είχαν καλή συμπεριφορά, αρκούμενο για τη στοιχειοθέτηση της συμπεριφοράς αυτής στην περιγραφόμενη συμπεριφορά τους εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, η οποία όμως κατά τα προαναφερθέντα στην σχετική νομική σκέψη δεν δύνανται να θεμελιώσει την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού, αφού η συμπεριφορά αυτή δεν είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου, ούτε συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση αυτής, η οποία εκδηλώνεται μόνο με θετικό τρόπο, ούτε πρόκειται για τις εξαιρετικές και διακριτές εκείνες περιπτώσεις που η στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου υπερβαίνει κατά πολύ τη συνήθη στάση και συμπεριφορά συμμόρφωσης του μέσου κρατουμένου για την εξασφάλιση των προβλεπόμενων σωφρονιστικών ευεργετημάτων και αντανακλά, με διαπιστωμένη βεβαιότητα, την ειλικρινή ψυχοβουλητική μεταστροφή αυτών τη σταθερή εναρμόνισή τους προς τις επιταγές της έννομης τάξης και στην σωφρονιστική βελτίωση της προσωπικότητάς τους.
Περαιτέρω, ειδικά ως προς τον ένατο 9ο εκκαλούντα - κατηγορούμενο K. ή E. Ζ. ή Z. του M.), κατά του οποίου μέχρι την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης εκκρεμούσε η εκτέλεση σε βάρος του εντάλματος σύλληψης και κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέφευγε τη σύλληψη και δεν είχε υποβληθεί σε εκτέλεση της πρωτοδίκως επιβληθείσας σ' αυτόν ποινής της ισόβιας κάθειρξης και κάθειρξης δέκα (10) ετών, γεγονός που αναιρεί τη μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά, αρκούμενο στη συμπεριφορά που έχει επιδείξει ο εν λόγω (ένατος) εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη ένατος αναιρεσίβλητος μετά την τέλεση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, η οποία είναι η συνήθης συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου και στη συνήθη κοινωνική και οικογενειακή ζωή με έλλειψη παραβατικότητας, χωρίς όμως να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά θετικής και επωφελούς συμπεριφοράς του για μεγάλο χρονικό διάστημα, δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής του συμβίωσης, μη αρκούσης της απλής καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής, χωρίς παραβατικότητα και μόνον, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητική καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας και χωρίς να εκθέτει ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτει σαφής πραγματική ψυχική και ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του ή να εκθέτει πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της σαφούς μεταστροφής του χαρακτήρα του. Όσον αφορά όμως τους υπολοίπους εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ειδικότερα, τον πρώτο (E. ή E. Z. ή Β.), τον τρίτο (S. P.), τον πέμπτο (M. P.), τον έκτο (E. T.), τον έβδομο (A. P.) και τον ενδέκατο (A. V.), που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με την αναγνώριση στον καθέναν από αυτούς της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ, αναφερόμενης ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ), διέλαβε την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, δεχόμενο ανέλεγκτα, πως αποδείχθηκε ότι ο καθένας από τους προαναφερθέντες έξι εκκαλούντες - κατηγορουμένους επέδειξε θετική ατομική και κοινωνική συμπεριφορά ως αποτέλεσμα της πραγματικής επίγνωσης εκ μέρους του των συνεπειών της πράξης του, καθώς και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, όπως απαιτεί η παραπάνω διάταξη και επί πλέον, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέδωσε στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ, την έννοια που πραγματικά έχουν, χωρίς να τις παρερμηνεύσει, ενώ υπήγαγε ορθά και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ανωτέρω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση και συνεπώς, αμφότεροι οι προαναφερθέντες δύο αναιρετικοί λόγοι της πρώτης (ασκηθείσας από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, ήτοι για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι. Εν όψει των προαναφερθέντων, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το παραπάνω μέρος της, με το οποίο αναγνωρίστηκε στους προαναφερθέντες τέσσερις εκκαλούντες - κατηγορουμένους (D. L. του Z. , H. S. του M. , Β. Π. του Β. και K. ή E. Ζ. ή Z. του M.), η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενώ το δευτεροβάθμο Δικαστήριο υπέπεσε και στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, ιδρυομένων έτσι των εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγων αναίρεσης. Κατά συνέπειαν, συντρέχουν οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι, που περιλαμβάνονται στην (πρώτη) ασκηθείσα από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αίτηση αναίρεσης, ήτοι έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με τους οποίους συνδυαστικά πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαιά της, με τα οποία: Α) Κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος E. L. του S. , για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις: 1) Της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και 2) της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της κατοχής από κοινού, της αγοράς από κοινού, της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια, της μεταφοράς, της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ. Β) Κηρύχθηκαν αθώοι οι: 1) E. ή E. Z. ή Β. του H. , 2) L. D. του Z. , 3) S. P. του G. , 4) M. P. του Ρ. , 5) E. T. του P. , 6) Π. Β. του Β. , 7) A. Β. του A. και 8) A. V. του P. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της κατοχής από κοινού, της αγοράς από κοινού, της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια και της μεταφοράς από κοινού, ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ. Γ) Κηρύχθηκαν αθώοι οι: 1) E. ή E. Z. ή Β. του H. , 2) L. D. του Z. , 3) S. P. του G. , 4) M. P. του Ρ. , 5) E. T. του P. , 6) Π. Β. του Β. , 7) A. Β. του A. και 8) A. V. του P. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση. Δ) Κηρύχθηκαν αθώοι οι: 1) S. H. του M. και της F. και 2) A. P. του P. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της αποθήκευσης, αγοράς, εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και κατ' εξακολούθηση χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ. Ε) Κηρύχθηκε αθώος ο K. ή E. Ζ. ή Z. του M. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις νομοτυπικές μορφές της κατοχής και της αγοράς, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ. ΣΤ) Κηρύχθηκαν ένοχοι οι: Ι: 1) E. ή E. Z. ή Β. του H. , 2) L. D. του Z. , 3) S. H. του M. , 4) M. P. του Ρ. , 5) E. T. του P. , 6) A. P. του P. , 7) Π. Β. του Β. , 8) A. Β. του A. και 9) A. V. του P. , για την πράξη της απλής συνέργειας σε ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, μετά από μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της οργάνωσης και χρηματοδότησης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση για την οποία κινήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη και κηρύχθηκαν ένοχοι με την πρωτόδικη απόφαση και
ΙΙ. Ο S. H. του M. και ο A. P. του P. , για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της απόπειρας κατοχής ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, μετά από μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη νομοτυπική μορφή της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, για την οποία κινήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη και κηρύχθηκαν ένοχοι με την πρωτόδικη απόφαση. Ζ) Αναγνωρίστηκε στους κηρυχθέντες ενόχους εκκαλούντες - κατηγορουμένους: 1) L. D. του Z. , 2) S. H. του M. , 3) Π. Β. του Β. και 4) K. ή E. Ζ. ή Z. του M. , η από το άρθρο 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, ελαφρυντική περίσταση, της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς. Πρέπει επομένως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1707/2023, 67/2024, 531/2024, 692/2024, 1116/2024, 1117/2024 απόφαση του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Δ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα προαναφερθέντα μέρη της, να απαλειφθούν οι ως άνω σχετικές διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως και οι ποινές που επιβλήθηκαν σε καθέναν από τους προαναφερθέντες εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσιβλήτους και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της προς νέα συζήτηση (μετά την κατάργηση με το Ν. 5090/2024 του Πενταμελούς Εφετείου) στο Τριμελές Εφετείο Β' Βαθμού (άρθρο 111 παρ. 8 ΚΠΔ), που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση (άρθρα 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 1707/2023, 67/2024, 531/2024, 692/2024, 1116/2024, 1117/2024 απόφαση του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Δ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τα προαναφερθέντα σημεία της, αλλά και ως προς τις επιβληθείσες στους εκκαλούντες -κατηγορουμένους αναφερόμενες ποινές.
ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ τις ως άνω αναφερόμενες σχετικές διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά τα παραπάνω αναφερόμενα αναιρούμενα σημεία της προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Β' Βαθμού Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (δεύτερη) από 17-6-2024 αίτηση και τους προσθέτους αυτής λόγους του (επ) P. (ον) S. του G. , την (τρίτη) από 25-2-2025 αίτηση και τους προσθέτους αυτής λόγους του Ζ. ή Z. K. ή E. του M. και την (τέταρτη) από 26-2-2025 αίτηση του Β. A. του A. , για αναίρεση της ως άνω υπ' αριθμ. 1707/2023, 67/2024, 531/2024, 692/2024, 1116/2024, 1117/2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο Δ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ καθέναν από τους ως άνω τρεις αναιρεσείοντες [(επ) P. (ον) S. του G. , (επ) Ζ. ή Z. (ον) K. ή E. του M. και (επ) Β. (ον) A. του A.], στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2026.
Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ