ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 616/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 616/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 616/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 616 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 616/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Νικολάου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Κ. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Σούλη Μαγδαληνής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 212/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. πρωτ. ...2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η υπό κρίσιν αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπ' αριθ. ...2025 αίτηση του Κ. Λ. του Α. , για αναίρεση της υπ' αριθ. 212/2025 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρο 474 παρ. 2 Α' ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 26-6-2025 και η δήλωση έγινε στις 16-7-2025, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α', 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 18 παρ. 2 και 28 παρ. 2-4 του Ν. 2948/2001, 34 του Ν. 3016/2002, 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, 3 παρ. 1 του Ν. 3943/2011, 20 του Ν.4321/2015 και 8 του Ν. 4337/2015, <<1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων [4] μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α] Ενός [1] τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων [100.000] ευρώ, β] Τριών [3] τουλάχιστον ετών εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα την ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων [200.000] ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών της έδρας τους, συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων ...>>.

Κατά τη σαφή διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, για κάθε πίνακα χρεών, ο οποίος υποβάλλεται στον εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. , ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη, που περιλαμβάνει, ως μια πράξη, την μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή, ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επιμέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής καθενός χρέους του πίνακα, για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος κυριαρχικά θεωρεί πλέον, ότι τα μη καταβληθέντα και περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και μάλιστα με χρόνο τέλεσης τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης αυτών. Με τη ρύθμιση αυτή, η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού θεμελιώνεται πλέον η ποινική ευθύνη στην περίπτωση κατά την οποία το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο, ήδη το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ [100.000 Ευρώ] ή μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών συνολικού ποσού ανωτέρου των διακοσίων χιλιάδων ευρώ [200.000 Ευρώ], χωρίς, όμως, τη συνδρομή του στοιχείου της καθ' έξη ή κατ' επάγγελμα τέλεσης στη νομοτυπική μορφή, που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι' αυτό και γίνεται λόγος για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα [ ΑΠ 1124/2025, ΑΠ 1012/2021, ΑΠ 181/2021].

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997 <<2. Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α] Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους του Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω [...] 3. Για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στον χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. [...]>>. Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 2 και 3 του Ν. 1882/1990 προσδιορίζονται τα φυσικά πρόσωπα των ανωνύμων και λοιπών εμπορικών εταιριών, συνεταιρισμών, κοινοπραξιών, κοινωνιών, αστικών εταιρειών, συμμετοχικών ή αφανών εταιρειών που ασκούν επιχείρηση, αλλοδαπών επιχειρήσεων γενικά, κάθε είδους αλλοδαπών οργανισμών, καθώς και άλλων νομικών προσώπων και οντοτήτων, τα οποία υπέχουν ευθύνη για την καταβολή των χρεών προς το Δημόσιο, που ήταν βεβαιωμένα ή γεννήθηκαν ή κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά τον χρόνο που είχαν την ιδιότητα που αναφέρεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 1882/1990, προκειμένου αν αντιμετωπιστεί το κοινωνικό πρόβλημα της φοροϋπερημερίας, που δημιουργείται από τις αλλεπάλληλες μεταβολές, που υφίστανται τα νομικά πρόσωπα στην εκπροσώπηση, διοίκηση ή διαχείριση των υποθέσεών τους, με συνέπεια να επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, να προσδιορίζεται η κατά τα άνω ιδιότητα του υπόχρεου για την καταβολή των χρεών και υπέχοντος προς τούτο ποινική ευθύνη [ολΑΠ 1/2023, ΑΠ 184/2024, ΑΠ 72/2024]. Τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι: α] η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, από οποιαδήποτε αιτία, β] η παρέλευση τετραμήνου από τον χρόνο που έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ] το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά τον χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών, να υπερβαίνει το οριζόμενο από το νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος [πρόθεση], με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας [άμεσος ή υπερχειλής δόλος]. Έτσι, κρίσιμα στοιχεία θεμελίωσης του σχετικού εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να υπάρχει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: α] Η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, β] το ύψος του χρέους, γ] ο τρόπος πληρωμής του, δ] ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους και ε] η μη πληρωμή, του ενοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετραμήνου από τον χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθεί, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της πράξης [ΑΠ 936/2024].

Τέλος, με το άρθρο 469 του ν. ΚΠΔ, ορίζεται ότι, <<Μετά το εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 προστίθεται εδάφιο γ' [όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 61 Ν. 5090/2024, με το οποίο απαλείφθηκαν από το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 οι λέξεις <<τα χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις καθώς και>>] ως εξής: <<Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις>>. Με τη διάταξη αυτή του νέου Ποινικού Κώδικα ρυθμίζεται, με τον αναφερόμενο σ' αυτή τρόπο, τον προβλεπόμενο από το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη φορολογική διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού ρητά ορίζεται ότι στις [νέες] αιτήσεις και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινής ευθύνης του προσώπου οι οφειλές που αφορούν [μετά την εξαίρεση των χρεών που προέρχονται από την μη εκτέλεση αμιγώς χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις] χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα, που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Ν. 4174/2013 [ΚΦΔ], μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 469 ΠΚ, ερμηνευόμενη τελολογικά και γραμματικά επιβάλλει να δεχθούμε ότι αυτή δεν εκτείνεται οριζόντια, καταλαμβάνοντας και εξαιρώντας όλες τις περιπτώσεις χρεών που προκύπτουν από πράξεις φοροδιαφυγής στα διάφορα είδη φόρων που μνημονεύονται στο άρθρο 66 ΚΦΔ, ανεξαρτήτως δηλαδή του εκάστοτε ποσού διαφυγόντος φόρου και του εάν το ποσό αυτό είναι κατώτερο του ελαχίστου ορίου θεμελίωσης του αξιοποίνου, αλλά μόνο όσα εξ αυτών, προέρχονται από πράξη, που πληροί όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης του άρθρου 66 του ΚΦΔ, είναι δηλαδή αξιόποινη και αυτοτελώς με βάση το άρθρο 66, καθόσον δεν υπάρχει τυποποίηση αδικήματος, εάν η πράξη που περιγράφεται σε αυτό δεν συνεπάγεται επιβολή ποινής.

Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, η διάταξη του άρθρου 469 ΠΚ, ως προς τα μη υπολογιζόμενα χρέη για τον προσδιορισμό της ευθύνης του οφειλέτη χρεών προς το Δημόσιο, εφαρμόζεται μόνο όταν τα περιλαμβανόμενα στον αντίστοιχο πίνακα χρέη αποτελούν αυτοτελώς και φορολογικό αδίκημα, που τυποποιείται στις διατάξεις του άρθρου 66 και ισχύοντος από 4-11-2022 Ν. 4987/2022 <<Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας>> και ήδη του άρθρου 79 του Ν. 5104/2024, προηγουμένως δε τυποποιούνταν στις διατάξεις του άρθρου 66 του Ν.4174/2013 <<Φορολογικές δια άλλες διατάξεις>>, όπως προστέθηκε και αναριθμήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, που καταργήθηκε, με το άρθρο 71 παρ. 4 του Ν. 4987/2022, τούτο δε προϋποθέτει αφενός να στοιχειοθετείται ως φορολογικό αδίκημα, αφετέρου δε να υπερβαίνει το οριζόμενο στο ανωτέρω άρθρο 66 του Ν. 4987/2022 ποσό για τη θεμελίωση του αξιοποίνου [ολΑΠ 1/2023, ΑΠ 141/2025, ΑΠ 1502/2024, ΑΠ 1303/2024]. Σημειωτέον δε ότι, τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται, ως προς την ουσία τους, μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 469 ΠΚ, με το άρθρο 136 περ. α' Ν. 5090/2024, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 43 του Ν. 5108/2024, ενόψει του ότι τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 469 ΠΚ <<χρέη που προέρχονται από φορολογικά αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 ν. 4174/2013 [ΚΦΔ], μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις>>, προβλέπονται πλέον, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από το εδ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 [ΑΠ 1502/2024].

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίου έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση του για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους [μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.], χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα.

Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αναφορά της αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των διάφορων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκα η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά [ΑΠ 1062/2024]. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της [ΑΠ 609/2024]. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασης του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης [άμεσος δόλος] ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού [εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση] [ΑΠ 1062/2024].

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ολΑΠ 3/2008].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτήν κατά το είδος τους, δέχθηκε στο σκεπτικό του, επί λέξει, ότι: << ... ο κατηγορούμενος τέλεσε κατά την υποκειμενική και αντικειμενική της υπόσταση, κατά τόπο, χρόνο και τρόπο τελέσεως, την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 26 εδ. α', 27 παρ. 1, 51, 53, 79 του ΠΚ και άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. β' του Ν. 1882/1990, όπως η παρ. 1 που είχε τροποποιηθεί με την παρ. 2 άρθρ. 18 και παρ. 2-4 του άρθρου 29 Ν. 2948/2001 και συμπληρωθεί με το άρθρο 34 Ν. 3016/2002, την παρ. 1 του άρθρου 34 Ν. 3220/2004, την παρ. 1 του άρθρου 3 Ν. 3843/2011, αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 20 του Ν. 4321/2015 και εν συνεχεία τροποποιήθηκε με το άρθρο 71 παρ. 2 Ν. 4174/2013, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 και με το άρθρο 469 νέου ΠΚ και, πιο συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 29/10/2019, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του, με την ιδιότητά του ως Αντιπροέδρου [από 1/7/2003 έως 12/10/2005] της εταιρείας με την επωνυμία <<ΣΑΙΕΝΣ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΉΣΕΩΝ>> [έδρα ΑΘΗΝΑ] διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. [αρ. ειδ. Βιβλίου .../2020] που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την με αριθ. πρωτ. ...2020 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ. καθώς και στο διατακτικό της παρούσας, ηθελημένα δεν κατέβαλε το ποσό των 8.091.732 ευρώ που αφορά χρέη προς το δημόσιο. Αντίθετα, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο ουδόλως αποδείχθηκε ότι δεν ασκούσε στην πραγματικότητα διαχειριστικές εξουσίες, ο δε ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το καταστατικό της εταιρείας, δυνάμει του οποίου ο ίδιος ορίστηκε αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και του ανατέθηκε η γενική εκπροσώπηση της εταιρείας, τροποποιήθηκε εν αγνοία του από τον αδερφό του, Λ. Χ. , δεν κρίνεται πειστικός από το Δικαστήριο και θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, δεδομένου ότι αν πράγματι ο αδερφός του τον είχε εμπλέξει σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση, θα είχε κινηθεί νομικά εναντίον του, ωστόσο ουδόλως έχει προβεί σε κάποια σχετική ενέργεια σε βάρος του. Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν αξιόποινης πράξης, με την αναγνώριση ωστόσο της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ , ...>>. Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο [2] ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: <<Στην Αθήνα στις 29/10/2019 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων [200.000] ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του, με την ιδιότητά του ως Αντιπροέδρου [από 1/7/2003 έως 12/10/2005] της εταιρείας με την επωνυμία <<ΣΑΙΕΝΣ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ>> [έδρα ΑΘΗΝΑ] διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. [αρ. ειδ. Βιβλίου .../2020] που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την με αριθ. πρωτ. ...2020 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ. ηθελημένα δεν κατέβαλε το ποσό των 8.091.732 Ε, που αφορά χρέη προς το Δημόσιο ως ακολούθως: Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του εγκλήματος αυτού του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, το οποίο παραβίασε και εκ πλαγίου με ασαφή αιτιολογία και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση η ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται στην ιδιότητα αυτού ως Αντιπροέδρου του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<ΣΑΙΕΝΣ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ>>, από 1/7/2003 έως 12/10/2005, χωρίς να διαλαμβάνεται αν ο αναιρεσείων ήταν πρόσωπο εντεταλμένο στη διοίκηση ή διαχείριση της ανωτέρω εταιρείας, ούτε αν ασκούσε πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα πιο πάνω καθήκοντα, καθόσον μόνη η ιδιότητα του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. δεν καθιστούσε αυτόν υπεύθυνο για την τέλεση του ανωτέρω εγκλήματος, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ακόμη, δεν διαλαμβάνεται κατά τρόπο θετικό ότι αυτός ασκούσε στην πραγματικότητα διαχειριστικές εξουσίες, αλλά αναφέρεται κατά τρόπο αρνητικό ότι δεν αποδείχθηκε ότι δεν ασκούσε τέτοιες εξουσίες και δεν εκτίθεται με σαφήνεια, αν το Δικαστήριο δέχεται ότι ο αναιρεσείων, κατά το επίδικο διάστημα, είχε εκ του καταστατικού εξουσία εκπροσώπησης της ως άνω ανώνυμης εταιρείας. Επιπλέον, σε σχέση με το είδος των χρεών, από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τις με α/α 4 και 5 εγγραφές του ενσωματωμένου στο διατακτικό της πίνακα χρεών [των οποίων κάνει μνεία ο αναιρεσείων], δεν προκύπτει με σαφήνεια αν τα ποσά αυτά που αφορούν μη απόδοση ΦΠΑ, εμπίπτουν στο άρθρο 66 του ΚΦΔ, ώστε - ενόψει των διαλαμβανομένων στη νομική σκέψη της παρούσας - να κριθεί εάν ορθώς συμπεριλήφθηκαν στον ανωτέρω πίνακα, καθόσον αναφέρεται ως είδος χρέους <<Φ.Π.Α. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ>>, η ασάφεια δε αυτή στερεί από την προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω, οι λοιπές επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος από τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμες και συγκεκριμένα: α] από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδήγησαν στην καταδικαστική κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και χωρίς να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται κατά το είδος τους στη αρχή του σκεπτικού της, β] με εξαίρεση όσων προαναφέρθηκαν, προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αρμόδια φορολογική αρχή που βεβαίωσε τα ένδικα χρέη του ένδικου πίνακα χρεών, ο οποίος ενσωματώνεται στο διατακτικό της, ο χρόνος βεβαίωσής τους και ο τρόπος πληρωμής τους, οι συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες καταβολής τους, το ενοποιημένο συνολικό χρέος που υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ, καθώς και η μη πληρωμή του κατά το τέλος του τετράμηνου, κατά το οποίο έπρεπε να καταβληθεί, και γ] οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στο βαθμό που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και οι αιτιάσεις που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου και αποτελούν επιχειρήματα για την απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και προβάλλονται απαραδέκτως, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και της νόμιμης βάσης, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' [και κατ' ορθή εκτίμηση και από το στοιχ. Ε'] ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος κατά το μέρος που ανωτέρω εκτίθεται, απορριπτομένων των λοιπών αιτιάσεων του αναιρεσείοντος.

Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρα 519 και 522 ΚΠΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 212/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΈΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή