Απόφαση 627 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 627/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Σπυριδούλα Λιάτη, Φωτεινή Αθανασίου, Εισηγήτρια και Χριστίνα Ρωμέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νίκης-Αναστασίας Μουζάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Χ. του Χ. , κατοίκου ... , ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Χριστακόπουλου Χρήστου, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΓΤ 1508/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 11/12/2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2026.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η υπό κρίσιν αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 11/12/2025 αίτηση του Χ. Κ. , για αναίρεση της υπ' αριθμόν ΓΤ 1508/2025 καταδικαστικής απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 § 3 εδ. α` του ΚΠΔ, βιβλίο, στις 3/12/2025, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Χρήστου Χριστακόπουλου, ενώπιον της Γραμματέα του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου. Επομένως, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 466 § 1, 473 §§ 2 και 3, 474, 504 §1 και 505 παρ.1α του ΚΠΔ και κατά συνέπεια πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.
2. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 86/1967, όπως ισχύει, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας, οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του άνω άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, προκειμένου να τις αποδώσει στους πιο πάνω οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, από τότε που έγιναν απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των άνω εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με τον ν. 2113/1952, οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν από τον υπόχρεο μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο, ο οποίος έχει κατά τα άνω ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα εγκλήματα της μη καταβολής των εισφορών αυτών (εργοδοτικών-εργατικών) συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, με τη δε παράγραφο 4 του άρθρου 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 2 Ν. 2676/1999, οι διατάξεις του άρθρου 115 του Ν. 2238/1994, όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και για την καταβολή των οφειλομένων στο Ι.Κ.Α ασφαλιστικών εισφορών. Σημειωτέον ότι ήδη, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/2012, προστέθηκε παράγραφος 7 στο άρθρο 1 του Α.Ν. 86/1967, στην οποία ορίζεται ότι "Για εργοδότες μη φυσικά πρόσωπα, που δεν καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ ή των φορέων ή των φορέων ή κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών των οποίων τις εισφορές εισπράττει ή συνεισπράττει το Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ, ως αυτουργοί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου θεωρούνται στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες: α) οι πρόεδροι των Δ.Σ. , οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μέχρι τις 11-4-2012, οπότε θεσπίσθηκε η ανωτέρω παρ.7 του ΑΝ 86/1967, και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνον ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και β) για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μετά τις 11/4/2012, και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι τα πρόσωπα που ορίζονται στην παρ. 7 του ΑΝ 86/1967, (οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε.), ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον εάν λείπουν όλα τα αμέσως προαναφερθέντα πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πραγματικά, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική (ΑΠ 920/2025, ΑΠ 567/2024).
3. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης , τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στο δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 20/2017).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε, ως και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη από την άσκηση επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης (ΑΠ 71/2021, 20/2017, ΑΠ 473/2015 ), καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου (ήτοι του αναφερόμενου απλώς ως εργοδότη) για καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 1215/2024, ΑΠ 1477/2024).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αρ. ΓΤ 1508/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, καταδικάσθηκε για την πράξη της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, επιβλήθηκε σε βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης δεκαεπτά (17) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη και συνολική χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εβδομήντα πέντε (2075) ευρώ. Το ως άνω δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών) με την προαναφερόμενη υπ` αρ. ΓΤ 1508/2025 προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, ότι "ο κατηγορούμενος στην ΑΘΗΝΑ την 05/02/2022 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ... και Α.Μ.Ε. : ... , ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 082 ΤΟΠΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Γ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΉΣ, είδος Επιχείρησης: Πώληση αυτοκινήτων οχημάτων και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 01/04/2020 έως 31/10/2021 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω συνολ. εισφορές ποσού 123.108,16 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμό .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022 ΠΕΕ, συνολικού ποσού εισφορών 123.108,16 ΕΥΡΩ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 82.072,11 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ), ποσού 41.036,05 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση". Με βάση δε τις παραπάνω παραδοχές το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, κατά πιστή μεταφορά από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, του ότι: "ότι ο κατηγορούμενος στην ΑΘΗΝΑ την 05/02/2022 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ... και Α.Μ.Ε. : ... , ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 082 ΤΟΠΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Γ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΉΣ, είδος Επιχείρησης: Πώληση αυτοκινήτων οχημάτων και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 01/04/2020 έως 31/10/2021 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω συνολ. εισφορές ποσού 123.108,16 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμό .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022 ΠΕΕ, συνολικού ποσού εισφορών 123.108,16 ΕΥΡΩ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 82.072,11 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ), ποσού 41.036,05 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση".
5. Με τις παραδοχές όμως αυτές, το ως άνω Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ (άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, υπάρχει ασάφεια ως προς την ιδιότητα του αναιρεσείοντος, στο πλαίσιο της διοίκησης της οφειλέτριας ανώνυμης εταιρίας, η οποία τον καθιστά υπόχρεο στην καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Πλέον συγκεκριμένα, δεδομένου ότι οφειλέτρια των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΕΦΚΑ, ήταν η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", δεν διευκρινίζεται στην απόφαση ποιά ήταν η ιδιότητα του αναιρεσείοντος σ'αυτή, ώστε με βάση αυτήν να ανακύπτει νομική υποχρέωσή του να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχείρησης στον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό, ενώ η αναφερόμενη στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εργοδότη της άνω εταιρίας δεν καθιστά αυτόν άνευ ετέρου υπόχρεο για παρακράτηση και απόδοση των άνω εισφορών.
6. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΓΤ 1508/2025 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ