Απόφαση 630 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 630/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Βλάχου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2026, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. .../2025 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Με κατηγορούμενο τον Γ. Κ. του Θ.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό ...2025 έκθεση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2026.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασιλική Βλάχου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...2026 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα :
"Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. , τη με αριθμό ...2025 αίτηση αναίρεσης, που ασκήσαμε κατά του με αριθμό ...2025 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και εκθέτω τα ακόλουθα:
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά και για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή νόμιμους και βάσιμου λόγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 464, 474 παρ.1, 4, 483 παρ. 3 και 484 παρ. 1 στοιχ. β' και στ' του Κ.Π.Δ.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στο περιεχόμενο της οποίας εξ' ολοκλήρου αναφερόμαστε, πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή , να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και, επειδή δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στο συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, να απορριφθεί η με αριθμό κατάθεσης ...2025 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας κατά του με αριθμό ...2025 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Να γίνει δεκτή η με αριθμό ...2025 αίτηση αναίρεσης κατά του με αριθμό ...2025 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Να απορριφθεί η με αριθμό κατάθεσης ...2025 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας κατά του με αριθμό ...2025 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Μπακέλας"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 306, 479, 480 εδ.α', 483 παρ.3 και 484 παρ.1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, παραπεμπτικού ή απαλλακτικού, για όλους τους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ.1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η υπέρβαση εξουσίας (στοιχ. β' και στ'), με σχετική δήλωση στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του. Η οριζόμενη από το άρθρο 480 ΚΠΔ προθεσμία ενός μήνα αρχίζει από την επομένη της ημέρας έκδοσης του βουλεύματος (δηλαδή της καθαρογραφής και υπογραφής αυτού) και λήγει με την παρέλευση της ημέρας του ακολουθούντος μήνα, η οποία αντιστοιχεί αριθμητικώς στην ως άνω εναρκτήρια ημέρα, δηλαδή στην επόμενη ημέρα έκδοσης του βουλεύματος, και, αν δεν υπάρχει αντιστοιχία, τότε υπολογίζεται η τελευταία ημέρα του ακολουθούντος μήνα, αν δε η ημέρα αυτή (αντίστοιχη ή τελευταία) είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, τότε η εν λόγω προθεσμία λήγει την τελευταία εργάσιμη ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 6/2008, ΑΠ 220/2025)
Εν προκειμένω, η υπό κρίση από 19-12-2025 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκηθείσα με δήλωσή του στην αρμόδια Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθ. .../2025 σχετικής έκθεσης, για αναίρεση του υπ' αριθ. .../2025 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την υπ' αριθ. .../2025 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας κατά του υπ' αριθ. .../2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, που κήρυξε εαυτόν καθ' ύλην αναρμόδιο για την κρίση περί του ουσιαστικού πέρατος της κύριας ανάκρισης στην υπ' αριθ. ... (ΑΒΜ Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας) δικογραφία με κατηγορούμενο τον Γ. Κ. του Θ. , κάτοικο ... , ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε στις 21-11-2025, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και στ' ΚΠΔ [εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας]. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ.1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 95 του Ν.5090/2024, "1. Στις περιπτώσεις των κακουργημάτων των ειδικών ποινικών νόμων εκτός από εκείνα του ν. 4577/2018 (Α' 139), του 13ου και 14ου Κεφαλαίου του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα, καθώς και των άρθρων 374 και 380 ΠΚ εφόσον η υπόθεση ανήκει στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς ή τριμελούς εφετείου, μετά την περάτωση της ανάκρισης, η δικογραφία υποβάλλεται από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο και ότι δεν χρειάζεται να συμπληρωθεί η ανάκριση, προτείνει στον πρόεδρο εφετών να εισαχθεί η υπόθεση, μαζί με τα τυχόν ήσσονος βαρύτητας συναφή εγκλήματα, απευθείας στο ακροατήριο. Η ίδια διαδικασία περάτωσης της ανάκρισης για τα ανωτέρω εγκλήματα, εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διεξαγωγής της σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 28. Τα άρθρα 128 και 129 εφαρμόζονται αναλόγως στις περιπτώσεις της παρούσας".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3500/2006 ("Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις"), όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 117 και 138 παρ.1 του Ν. 5090/2024, "Για τον παρόντα νόμο θεωρείται: 1. Ενδοοικογενειακή βία, η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας ή σε βάρος προσώπου που δέχεται τις υπηρεσίες φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας στον οποίο ο δράστης εργάζεται, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299, 311, 336 και 338 του Ποινικού Κώδικα. 2.α. Οικογένεια, η κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή πρόσωπα που συνδέονται με σύμφωνο συμβίωση ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους. β. Στην οικογένεια περιλαμβάνονται, εφόσον συνοικούν, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός συμπαραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια. γ. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στους μόνιμους συντρόφους και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, στους πρώην συζύγους, στα μέρη συμφώνου συμβίωσης που έχει λυθεί, καθώς και στους πρώην μόνιμους συντρόφους. 3. θύμα ενδοοικογενειακής βίας, κάθε πρόσωπο της προηγούμενης παραγράφου σε βάρος του οποίου τελείται αξιόποινη πράξη κατά τα άρθρα 6, 7, και 9 του παρόντος. Θύμα είναι και το μέλος, στην οικογένεια του οποίου τελέσθηκε αξιόποινη πράξη, κατά τα άρθρα 299, 311, 336 και 338 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και ο ανήλικος κατά την παρ. 2, ενώπιον του οποίου τελείται μία από τις αξιόποινες πράξεις της παρούσας", ενώ κατά το άρθρο 10Α του ίδιου Ν.3500/2006, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 Ν.5172/2025 (ΦΕΚ Α 10/29-1-2025) "1... 2... 3... 4... 5. Η προδικασία για τα αδικήματα του παρόντος διεξάγεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο και η εκδίκασή τους προσδιορίζεται κατ` απόλυτη προτεραιότητα. Η διαδικασία του άρθρου 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί περάτωσης κύριας ανάκρισης, κατ` εξαίρεση εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις κακουργημάτων του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως του καθ` ύλην δικαστηρίου παραπομπής .... 6... 7... 8...". Με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 10 Α παρ.5 εδ.β' του Ν. 3500/2006, εισάγεται εξαίρεση στον κανόνα του άρθρου 309 του ΚΠΔ, κατά τον οποίο η διαδικασία αυτή (παραπομπή στο ακροατήριο με σύμφωνη γνώμη Εισαγγελέα Εφετών και Προέδρου Εφετών), εφαρμόζεται μόνο όταν η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του μονομελούς ή τριμελούς εφετείου και όχι όταν η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του Μικρού Ορκωτού Δικαστηρίου, οπότε ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 308 ΚΠΔ. Κατά την αιτιολογική έκθεση του Ν. 5172/2025 και τις ειδικότερες σκέψεις της για την παράγραφο 5 του άρθρου 14, με το οποίο προστέθηκε το άρθρο 10Α στο Ν.3500/2026, "στην παρ.5 προβλέπεται, η κατ' απόλυτη προτεραιότητα διεξαγωγή της προδικασίας και της εκδίκασης των υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας. Επιπλέον και για την ταχύτερη παραπομπή και εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο, προβλέπεται η παράκαμψη της ενδιάμεσης χρονοβόρας διαδικασίας των δικαστικών συμβουλίων κατ' εφαρμογή της ισχύουσας διάταξης του άρθρου 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Εξάλλου, οι εν λόγω υποθέσεις δεν ενέχουν σοβαρές αποδεικτικές δυσχέρειες και συμπίπτει η βούληση κατηγορούμενου και θύματος, για την ταχεία περάτωση της ψυχοφθόρας προδικασίας και εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο". Από το συνδυασμό δε των παραπάνω διατάξεων προκύπτει με σαφήνεια ότι, στα "κακουργήματα του παρόντος νόμου", που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 10 Α παρ.5 εδ.β' του Ν.3500/2006, περιλαμβάνονται όλα τα κακουργήματα στα οποία αναφέρεται ο Ν. 3500/2006 , δηλαδή και αυτά που μνημονεύονται στο άρθρο 1 παρ.1, επομένως και τα κακουργήματα των άρθρων 299, 311, 336 και 338 ΠΚ, εφόσον θύμα αυτών φέρεται μέλος της οικογένειας ή πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας, στον οποίο εργάζεται ο δράστης και δεν περιλαμβάνονται μόνο τα κακουργήματα των οποίων η νομοτυπική μορφή περιγράφεται στον ίδιο νόμο, δηλαδή τα κακουργήματα του άρθρου 6 αυτού και η δικονομική μεταχείριση όλων αυτών των κακουργημάτων, τα οποία αναφέρονται ρητά ως κακουργήματα ενδοοικογενειακής βίας, θα είναι όμοια. Τη βούλησή του δε αυτή ο νομοθέτης, την αποτύπωσε σαφώς και στην αιτιολογική έκθεση του Ν.5172/2025. Η άποψη αυτή εναρμονίζεται πλήρως και με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του Ν.3500/2006, ότι η "παροχή αυξημένης προστασίας στην οικογένεια...υλοποιείται, εκτός των άλλων ρυθμίσεων, και με την υπαγωγή στην έννοια της ενδοοικογενειακής βίας των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της θανατηφόρας σωματικής βλάβης". Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή ως "κακουργήματα του παρόντος νόμου", νοούνται μόνο τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 του Ν.3500/2006, είναι προδήλως εσφαλμένη και τούτο προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Ν.5172/2025 και τις ειδικότερες σκέψεις της για το άρθρο 14, με το οποίο προστέθηκε το άρθρο 10Α στο Ν. 3500/20026, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 10 Α προστέθηκε "προκειμένου να ρυθμιστεί περαιτέρω η διαδικασία ποινικής αντιμετώπισης των εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας, τα οποία συχνά προκαλούνται από κίνητρα έμφυλων στερεοτύπων και ενέχουν ιδιαίτερη σφοδρότητα, στρεφόμενα συνήθως εναντίον ανίσχυρων ομάδων, όπως οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι" και η ανάγκη αυτή, υφίσταται όχι μόνο για τα κακουργήματα του άρθρου 6, αλλά και γι' αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 1.
Περαιτέρω και από τη γραμματική ερμηνεία της συγκεκριμένης ρύθμισης, προκύπτει ότι η φράση "κακουργήματα του παρόντος νόμου" αφορά στα "κακουργήματα, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος" και όχι μόνο στα "κακουργήματα των οποίων η νομοτυπική μορφή περιγράφεται στον παρόντα νόμο". Επιπλέον, δεν υφίσταται σοβαρό κριτήριο διαφορετικής δικονομικής μεταχείρισης των κακουργημάτων του άρθρου 6 από αυτά του άρθρου 1, η διαφοροποίηση δε μεταξύ τους έγκειται στο ότι για μεν τα κακουργήματα του άρθρου 6 περιγράφεται στο Ν. 3500/2006 μέρος της νομοτυπικής τους μορφής, ενώ γι' αυτά του άρθρου 1 απαιτείται προσφυγή στις σχετικές διατάξεις του Π.Κ.
Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία, όπως και η εσφαλμένη ερμηνεία της, ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να στερείται το βούλευμα νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 3/2022, Α.Π.8/2024, Α.Π. 843/2023, Α.Π. 950/2022).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. στ' του Κ.Π.Δ. , υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης βουλεύματος, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση για αναίρεση ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρο 484 παρ.2 του Κ.Π.Δ.), υπάρχει, όταν το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι προς τούτο κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστικό συμβούλιο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ.ΑΠ 5/2024, Ολ.ΑΠ 4/2024, Α.Π.8/2024, Α.Π.1302/2022).
Στην κρινόμενη υπόθεση, από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε βάρος του Γ. Κ. του Θ. , κατοίκου ... ασκήθηκε ποινική δίωξη, για: α) βιασμό, β) ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη κατ' εξακολούθηση, γ) ενδοοικογενειακή απειλή κατ' εξακολούθηση, δ) ενδοοικογενειακή προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ' εξακολούθηση (πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος της πρώην συντρόφου του Π. Γ. του Γ.) και ε) προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, για προσωπική χρήση κατ' εξακολούθηση (άρθρα 94 παρ.1,98, 336 παρ.1,2 Π.Κ., 1 παρ.1, 2γ, 3, 6 παρ.1α,7 παρ.2α, 9 παρ.1 Ν.3500/2006, 1 παρ.2 Πίν. Β, Β3 Ν. 3459/2006 και 29 παρ.1 Ν. 4139/2013) και παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης. Μετά την κατ' άρθρο 270α ΚΠΔ, ήτοι με απολογία του κατηγορουμένου, περάτωση της κύριας ανάκρισης, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Λάρισας, επειδή το αδίκημα για το οποίο απειλείται η βαρύτερη ποινή (βιασμός) φέρεται ότι τελέστηκε σε βάρος της πρώην συντρόφου του κατηγορουμένου, Π. Γ. του Γ. , περιλαμβάνεται στα αδικήματα του άρθρου 1 παρ.1 του Ν.3500/2006, με την από 5-5-2025 αναφορά του, υπέβαλε τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ.1 ΚΠΔ και 10Α παρ.5 εδ.β' του Ν.3500/2006, για με απευθείας κλήση παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο, εφόσον αυτός κρίνει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή και δεν χρειάζεται να συμπληρωθεί η ανάκριση, να προτείνει στον Πρόεδρο Εφετών να εισαχθεί η υπόθεση απευθείας στο ακροατήριο, μαζί με τα ήσσονος βαρύτητας συναφή εγκλήματα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Ο Εισαγγελέας Εφετών Λάρισας, όμως, με τη με αριθμό ...2025 παραγγελία του επέστρεψε τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας, γιατί έκρινε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ότι για το ουσιαστικό πέρας της κύριας ανάκρισης στην υπόθεση αυτή θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 308 ΚΠΔ, δηλαδή να εκδοθεί βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών και παρήγγειλε την εισαγωγή της υπόθεσης στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας, με το με αριθμό .../2025 βούλευμά του, κήρυξε "εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο για την ουσιαστική περάτωση της κύριας ανάκρισης" και διέταξε "τη διαβίβαση της δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, για τις δικές του ενέργειες", με την παρακάτω κατά λέξη αιτιολογία : "Ωστόσο, το Συμβούλιο τούτο, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 10Α παρ. 5 εδ. β Ν. 3500/2006, όπως το άρθρο 10Α προστέθηκε με το άρθρο 14 N.5172/2025 (ΦΕΚ Α 10/29-1-2025), και ισχύει από 29-1-2025 (άρθρο 98 N. 5172/2025), το οποίο και τυγχάνει εφαρμοστέο, εν προκειμένω, ως ισχύουσα δικονομική διάταξη κατά τη διάσκεψή του, δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί για την εν λόγω υπόθεση, μετά το τυπικό πέρας της ανάκρισης, καθώς αυτή αφορά στο κακούργημα του βιασμού και στα πλημμελήματα της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης κατ' εξακολούθηση, της ενδοοικογενειακής απειλής κατ' εξακολούθηση και της ενδοοικογενειακής προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ' εξακολούθηση, φέρονται να έχουν τελεστεί σε βάρος της (τέως) μόνιμης συντρόφου του δράστη, δηλαδή σε κακούργημα και πλημμελήματα που συγκαταλέγονται μεταξύ των αξιόποινων πράξεων που διαλαμβάνονται στην έννοια της ενδοοικογενειακής βίας, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 Ν.3500/2006 και επισύρουν ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον 10 ετών, ως προς το βασικό αδίκημα του βιασμού, της φυλάκισης τουλάχιστον 1 έτους, ως προς το αδίκημα της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, της φυλάκισης τουλάχιστον 6 μηνών, ως προς το αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής και της φυλάκισης μέχρι 2 ετών, ως προς το αδίκημα της ενδοοικογενειακής προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αντίστοιχα. Να σημειωθεί ότι το πλημμέλημα της παράβασης του άρ. 29 παρ.1 Ν. 4139/2013, για το οποίο ασκήθηκε, επίσης, ποινική δίωξη σε βάρος του ανωτέρω κατηγορουμένου, πέραν της συνάφειας του με τα ανωτέρω αδικήματα, αποτελεί πλημμέλημα ήσσονος βαρύτητας των ανωτέρω, καθώς επισύρει στερητική της ελευθερίας ποινή φυλάκισης μέχρι 5 μηνών. Ως εκ τούτου, η δικογραφία θα πρέπει να διαβιβαστεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας ο οποίος θα την υποβάλει στον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας για τις δικές του, οριζόμενες από την ανωτέρω διάταξη, νόμιμες ενέργειες. Επομένως, πρέπει το Συμβούλιο τούτο, υιοθετώντας την προπαρατεθείσα Εισαγγελική πρόταση, να κηρυχθεί αναρμόδιο για την ουσιαστική περάτωση της κύριας ανάκρισης και να διαταχθεί η διαβίβαση της ποινικής δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, για τις δικές του ενέργειες". Κατά του εν λόγω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, ο Εισαγγελέας Εφετών Λάρισας άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα την υπ' αριθ. .../2025 έφεσή του. Εν συνεχεία, η ως άνω υπόθεση εισήχθη στο Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με την υπ' αριθ. .../2025 εισαγγελική πρόταση, της οποίας το περιεχόμενο, που αποτελεί και περιεχόμενο του βουλεύματος, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, έχει κατά λέξη ως εξής: "ii. α Το κρίσιμο ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι η ερμηνεία της ρύθμισης το άρθρου 10Α§5 εδ.β' v. 3500/2006, σύμφωνα με το οποίο "Η διαδικασία του άρθρου 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί περάτωσης κύριας ανάκρισης, κατ' εξαίρεση εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις κακουργημάτων του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως του καθ' ύλην δικαστηρίου παραπομπής". Τούτη (η ρύθμιση) προστέθηκε δυνάμει του άρθρου 14 v. 5172/29.1.2025. Το ερώτημα λοιπόν είναι το εξής: η πρόβλεψη αφορά μόνο στα αδικήματα που "πρωτογενώς" προβλέπονται στο ν.3500/2006, δηλαδή στα κακουργήματα ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης (:άρθρο 6 ν. 3500/2006) ή περιλαμβάνει και όσα απαριθμούνται στο άρθρο 1§1 του ίδιου νόμου. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με το τελευταίο, "Ενδοοικογενειακή βία, η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας ή σε βάρος προσώπου που δέχεται τις υπηρεσίες φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας στον οποίο o δράστης εργάζεται, σύμφωνα με τα άρθρα 5, 7 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299, 311, 336 και 338 του Ποινικού Κώδικα". β. Πριν οτιδήποτε άλλο, υπογραμμίζεται ότι τόσο τα κακουργήματα του άρθρου 6 ν. 3500/2006, όσο και εκείνα των άρθρων 299, 311, 336 και 338 ΠΚ ανήκουν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του μικτού ορκωτού δικαστηρίου. Και τούτο συμβαίνει, επειδή δεν έχουν υπαχθεί με νόμο στην αρμοδιότητα των εφετείων (βλ. άρθρο 97§1 Συντ. και 109§1 στοιχ. α' ΚΠΔ). Επομένως, υπό οποιαδήποτε εκδοχή, η τήρηση του μηχανισμού του άρθρου 309 ΚΠΔ και η "παράκαμψη" της διαδικασίας του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή του συμβουλίου πλημμελειοδικών, έχει -και οφείλει να έχει- κατά τεκμήριο την αρμοδιότητα για την κήρυξη του ουσιαστικού πέρατος της κύριας ανάκρισης (: άρθρο 308§1 εδ. α' ΚΠΔ), δεν εκφράζει μια δόκιμη και κυρίως πειστική νομοθετική επιλογή. Ειδικότερα, η μακρόχρονη παράδοση του δικονομικού μας συστήματος επιβάλλει, όταν το δικαστήριο συγκροτείται από ενόρκους, να έχει υπάρξει επεξεργασία του νομικού και ουσιαστικού υλικού της δικογραφίας από το δικαστικό συμβούλιο, το οποίο αυτονόητα αποφασίζει μετά την υποβολή σ' αυτό αιτιολογημένης εισαγγελικής πρότασης (: άρθρα 30§4, 138§1 εδ. β' ΚΠΔ). Τούτες οι απαιτήσεις αυτονόητα δεν καλύπτονται από τη διαδικασία του άρθρου 309 ΚΠΔ, όπου η παραπομπή του κατηγορουμένου λαμβάνει χώρα με την επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος, που εκδίδεται από τον εισαγγελέα εφετών μετά από σύμφωνη γνώμη του προέδρου εφετών. Σ' αυτό το πλαίσιο, ακόμη και αν υιοθετηθεί η στενή εκδοχή της εφαρμογής των προβλέψεων του άρθρου 309 ΚΠΔ μόνο στα αδικήματα που "πρωτογενώς" προβλέπονται στο v. 3500/2006, προκαλείται, καταρχάς σε επίπεδο δογματικό, ένα εγγυητικό έλλειμμα για τον κατηγορούμενο και, επιπλέον, σε επίπεδο ουσιαστικό, η υποβάθμιση της εργασίας του μικτού ορκωτού δικαστηρίου που θα κληθεί να δικάσει την υπόθεση. Προς την ίδια κατεύθυνση, υπενθυμίζεται ότι αντίστοιχο "σχήμα" εφαρμογής της διαδικασίας απευθείας παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του ΜΟΔ σε κακουργήματα, εισήχθη μόνο μία φορά, κατά το παρελθόν, όταν, δυνάμει του v. 4509/2017, τροποποιήθηκε το τότε ισχύον άρθρο 308Α πΚΠΔ. Τούτο όμως ρητά αποδοκιμάστηκε στον νΚΠΔ, αφού καταργήθηκε και δεν επανήλθε ούτε όταν δυνάμει του v.5090/2024 μεταβλήθηκε ριζικά o τρόπος ουσιαστικής περάτωσης της κύριας ανάκρισης στα κακουργήματα με τη διεύρυνση του περιγράμματος του άρθρου 309 ΚΠΔ για όλα τα κακουργήματα των ειδικών ποινικών νόμων, εκτός εκείνων του ν. 4557/2018, και για κάποια κακουργήματα του ΠΚ, με την κοινή προϋπόθεση της καθ' ύλην αρμοδιότητας του μονομελούς ή του τριμελούς εφετείου. Όλες οι ανωτέρω εισαγωγικού χαρακτήρα διαπιστώσεις αποκλείουν κάθε διευρυμένη ερμηνεία οποιασδήποτε ασαφούς ή μη επαρκώς ορισμένης ρύθμισης του νόμου, όταν αυτή ισορροπεί μεταξύ του δικαιοδοτικού ρόλου του δικαστικού συμβουλίου και της διαδικασίας παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο με απευθείας κλήση. γ. Στην προκειμένη βεβαίως περίπτωση υπάρχουν και άλλοι λόγοι που επιβάλλουν να γίνει δεκτό το ίδιο. Δεν αρκεί όμως μόνο η απαρίθμησή τους. Είναι αναγκαία η αξιολόγησή τους και ο συσχετισμός τους με τον σοβαρό αντίλογο που υπήρξε στο πλαίσιο της επιστημονικής συζήτησης που αναπτύχθηκε σχετικά. Ειδικότερα: Πρώτον, η χρήση πληθυντικού αριθμού στο κείμενο του άρθρου 10Α§5 ν. 3500/2006 [περιπτώσεις ("κακουργημάτων του παρόντος νόμου"] δεν προσφέρει καθοριστικό επιχείρημα υπέρ της συν-περίληψης στη ρύθμιση και των κακουργημάτων του άρθρων 299, 311, 336, 338 ΠΚ ... στο βαθμό που ήδη τα κακουργήματα τα οποία περιγράφονται στο έκτο άρθρο του νόμου είναι περισσότερα. Το ίδιο ισχύει ακόμη και αν θεωρηθεί ότι όλα αποτελούν παραλλαγές του ίδιου βασικού αδικήματος ...πράγμα ιδιαίτερα αμφίβολο σε ό,τι αφορά τα κακουργήματα της παρ.4 του άρθρου 6. Δεύτερον, στο άρθρο 1§1 v. 3500/2006 περιγράφεται μόνο ο ορισμός της ενδοοικογενειακής βίας. Πραγματικά, δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί ότι πρόκειται για εκδήλωση ενδοοικογενειακής βίας όταν λ,χ. o σύζυγος σκοτώσει τη σύζυγό του ή όταν ασκήσει σωματική βία για να την εξαναγκάσει να επιχειρήσει ή να ανεχθεί κάποια γενετήσια πράξη! Ωστόσο, αυτός (o ορισμός), εντασσόμενος στο πρώτο άρθρο του νόμου που περιλαμβάνει ορισμούς, υπήρχε και πριν την εισαγωγή της ρύθμισης του άρθρου 10Α ν. 3500/2006 και, εκτός του αυτονόητου περιγραφικού του χαρακτήρα, αποσκοπεί στην αναγνώριση της δυνατότητας εφαρμογής των διοικητικού χαρακτήρα προστατευτικών ρυθμίσεων του νόμου και στους παθόντες των απαριθμούμενων αδικημάτων.... Είναι όμως άλλο αυτό, και άλλο να εντάσσονται ερμηνευτικά μία σειρά από αδικήματα στον παρόντα νόμο με σκοπό την εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 10Α§5 εδ.β'. Ενώ σαφώς, ουσιαστικά και λειτουργικά, ανήκουν στον ποινικά κώδικα. Και, περαιτέρω, τα αδικήματα ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης έχουν ειδικά οντολογικά χαρακτηριστικά που αποκλίνουν εκείνων του ΠΚ, δηλαδή των αντιστοίχων της επικίνδυνης (άρθρο 309 ΠΚ), της βαριάς σωματικής βλάβης (:άρθρο 310 ΠΚ) και της σωματικής βλάβης αδυνάμων ατόμων (: άρθρο 312§2 ΠΚ). Πρόκειται για γνωρίσματα που προσαρμόζουν το περίγραμμα των αδικημάτων, τα οποία συναφώς προβλέπονται στα πραγματικά δεδομένα μιας οικογένειας. Τρίτον, ο νόμος δεν κάνει λόγο στο άρθρο 10Α§5 ν. 3500/2006 για "αδίκημα ενδοοικογενειακής βίας", αλλά για τα κακουργήματα "του παρόντος νόμου" ...Και τέτοια είναι εκείνα του άρθρου 6, εφόσον τα λοιπά είναι εγκλήματα που προβλέπονταν, προβλέπονται και θα συνεχίσουν να προβλέπονται στον ΠΚ. Οφείλουμε πάντως να αναγνωρίσουμε ότι αυτό το επιχείρημα γραμματικής ερμηνείας δεν είναι από μόνο του αρκετό. Ειδικότερα: Όπου ο νομοθέτης επιθυμούσε η ρύθμιση να αφορά και στα αδικήματα του άρθρου 1§1 ν. 3500/2005, ενήργησε ως εξής: Άλλοτε έκανε ρητά λόγο γι' αυτά, όπως χαρακτηριστικά συνέβη στο άρθρο 10Α§1 ν. 3500/2006 -για τη λειτουργία της υποτροπής- ...ενώ άλλοτε αναφέρθηκε σε "ενδοοικογενειακή βία" (βλ. άρθρο 3 ν. 3500/2006)) ή σε "αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας" (βλ. άρθρο 18§1 εδ. α' ν. 3500/2006) ή σε "αδικήματα του άρθρου 1" ή "υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας" (βλ. άρθρο 10, 19 v.3500/2006) ή "εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας" (βλ. άρθρα 20, 23 v. 3500/2006) μη καταλείποντας αμφιβολία για το εύρος της ρύθμισης...Από την άλλη, τούτος ο ορολογικός πλουραλισμός έχει ενίοτε αμφίσημη ανάγνωση. Προς την κατεύθυνση αυτή, είναι ακριβές ότι στον ν.3500/2006, σε μια σειρά από διατάξεις, μεταξύ δε αυτών και σ' εκείνη του άρθρο 10Α§5 ν.3500/2006, η κατά περίπτωση πρόβλεψη αφορά στα αδικήματα του "παρόντος νόμου". Τούτο συμβαίνει στα άρθρα 5 (: για τη χρηματική ικανοποίηση), 10 (: για την παρακώλυση της απονομής της δικαιοσύνης), 10Α§7 (για τη μη παραπομπή της υπόθεσης για αυτόφωρα εγκλήματα σε βάρος δικαστικών λειτουργών) και 13§3 (: για την ποινική διαμεσολάβηση)... Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ουδέν είναι αυτονόητο ή δεδομένο, αν δεν ενισχύεται ερμηνευτικά και με άλλα μέσα. Έτσι, πράγματι δεν υπάρχει λόγος να αρνηθεί κάποιος την ουσιαστική συμβατότητα και τη χρηστικότητα των προβλέψεων των άρθρων 2 και 10 για όλα τα αδικήματα, τόσο δηλαδή για εκείνα που πρωτογενώς προβλέπονται στο ν. 3500/2006, όσο και για τα λοιπά που απλά αποτελούν έκφραση ενδοοικογενειακής βίας. Δεν συμβαίνει το ίδιο σε κάποιες άλλες περιπτώσεις. Σημειώνεται λ.χ. ότι η ποινική διαμεσολάβηση δεν αφορά στα κακουργήματα του v.3500/2006 ή σ' εκείνα του άρθρου 1 § 1, αλλά μόνο στα πλημμελήματα και, επομένως, η μνεία της §3 του άρθρου 13 ν. 3500/2006 στα "αδικήματα του παρόντος" εμφανίζεται ευρύτερη από ό,τι πραγματικά είναι. Αντίστοιχα, η πρόβλεψη του άρθρου 10 Α§7 αναφέρεται μάλλον μόνο στα αδικήματα του νόμου ως προς τα οποία νοείται αυτόφωρη διαδικασία εκδίκασης.
Συνεπώς, και αυτή δεν έχει όσο γενική εφαρμογή εμφανίζεται ότι έχει. Αν τα πράγματα έχουν έτσι, η μνεία της ρύθμισης του άρθρου 10Α5 "στα αδικήματα του παρόντος" δε δίνει αδιαμφισβήτητη λύση, γεγονός που επιβάλλει την αναζήτηση και άλλων επιχειρημάτων προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Υπογραμμίζεται ωστόσο πως, όποτε σε μια παράμετρο του ποινικού φαινομένου αρμόζουν εξίσου περισσότερες ερμηνευτικές εκδοχές, προτιμάται η ηπιότερη ή, αν πρόκειται για ρύθμιση του δικονομικού ποινικού δικαίου, εκείνη που εξασφαλίζει τα δικαιότερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας για τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση τέτοια είναι εκείνη του μοντέλου περάτωσης της κύριας ανάκρισης από το δικαστικό συμβούλιο! Τέταρτο, η θέση, σύμφωνα με την οποία στο πλαίσιο "γραμματικής προσέγγισης" "η φράση "κακουργήματα του παρόντος νόμου" πρέπει να αναγνωστεί ως "κακουργήματα των οποίων η νομοτυπική μορφή περιγράφεται στον παρόντα νόμο" και όχι ως "κακουργήματα, στα οποία αναφέρεται o παρών νόμος"..., λαμβάνει ως δεδομένο το ζητούμενο και με βεβαιότητα δεν αποτελεί το πόρισμα γραμματικής ερμηνείας. Ειδικότερα, "κακουργήματα του παρόντος νόμου" είναι μόνο τα κακουργήματα του άρθρου 6. Είναι μόνο εκείνα που εισήχθησαν με το νόμο και πιθανόν θα καταργηθούν αν καταργηθεί και εκείνος. Υπό οποιαδήποτε εκδοχή, αν τα πράγματα ήταν τόσο απλά και επιλύονταν με τη γραμματική ερμηνεία, δε θα υπήρχε λόγος σοβαρής και εκτεταμένης συζήτησης αντίστοιχης με εκείνη που τώρα γίνεται. Και είναι βέβαια άλλο το θέμα ότι η γραμματική ερμηνεία, το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα και η αρχή in dubio pro mitiore προφανώς, σύμφωνα με όσα αμέσως προηγουμένως αναπτύχθηκαν (βλ. τρίτο σκέλος του συλλογισμού), ευνοούν την εκδοχή της συν-περίληψης μόνο των αδικημάτων του άρθρου 6 v. 3500/2006. Πέμπτο, τόσο τα αδικήματα του άρθρου 6 v. 3500/2006 όσο και εκείνα του άρθρου 1§1 του ίδιου νόμου συνοδεύονται από ιδιαίτερα σοβαρά νομικά ζητήματα. Και περαιτέρω, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ευχερείς αποδεικτικά οι υποθέσεις στις οποίες αφορούν. Ακόμη όμως και αν μπορούσε να υπάρξει αφοριστικά εκ των προτέρων μια στάθμιση αποδεικτικής συνθετότητας, τυγχάνει προφανές ότι τούτη είναι μεγαλύτερη στα αδικήματα άρθρου 1 § 1, ιδιαίτερα σε όσα έχουν γενετήσιο χαρακτήρα. Το γεγονός λοιπόν επιβάλλει τελεολογικά την κρίση τους από το συμβούλιο πλημμελειοδικών και καθιστά αδιανόητη την επιλογή της διαδικασίας παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο με απευθείας κλήση. Από την άλλη, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 5172/2025 γίνεται λόγος για την "αποδεικτική ευχέρεια των αδικημάτων του νόμου". Εδώ οι επισημάνσεις που μπορούν να γίνουν είναι οι εξής: Καταρχάς, είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πώς αντιλαμβάνεται o συντάκτης της αιτιολογικής έκθεσης την αποδεικτική δυσχέρεια ή ευχέρεια, και αν είναι πράγματι ευχερής αποδεικτικά μια υπόθεση λ.χ. για το αδίκημα της βαριάς σκοπούμενης ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, που προφανώς δεν είναι! Είναι λοιπόν σαφές ότι ο συντάκτης είχε ανακριβή εικόνα ή παραστάσεις σχετικά με το περίγραμμα νομικής και ουσιαστικής συνθετότητας των αδικημάτων του άρθρου 6 v. 3500/2006. Τελικά βεβαίως τι πίστευε o συντάκτης της αιτιολογικής έκθεσης δεν έχει μεγάλη σημασία. Αντίθετα, έχει ιδιαίτερη σημασία πως, εφόσον ο νομοθέτης δεν εκφράστηκε ρητά στο άρθρο 10Α του ν. 3500/2005, δεν μπορεί να γενικευθούν οι εκτιμήσεις της αιτιολογικής έκθεσης με σκοπό τη διεύρυνση του περιγράμματος της πρόβλεψης στα αδικήματα του άρθρου 1§1, όπου ακόμη και η σκέψη για αποδεικτική απλότητα προκαλεί θυμηδία. Έκτο, η υπαγωγή του βιασμού και της ανθρωποκτονίας στη διαδικασία της παραπομπής με απευθείας κλήση ουσιαστικά "κουρελιάζει" βασικές αξίες του δικονομικού μας συστήματος στον πυρήνα τους. Από την άλλη είναι γεγονός ότι ο νομοθέτης μπορεί να κάνει την επιλογή του μη σεβόμενος τη θεσμική μνήμη στο χώρο του δικονομικού ποινικού δικαίου. Ωστόσο, αν το κάνει, πρέπει να το πράξει με σαφήνεια... Τούτο δεν αποτελεί "επιστημονική κριτική"... ή "ανησυχία", αλλά αυτονόητη απαίτηση για σαφείς νομοθετικές επιλογές. Και τέτοια σαφής νομοθετική επιλογή εδώ δεν υπήρξε. Έβδομο, με την ευρεία εκδοχή του πράγματος δημιουργούνται κατηγορούμενοι "δυο ταχυτήτων" χωρίς να υπάρχει πραγματικά λόγος που να δικαιολογεί αυτή τη λύση. Εκτός βεβαίως και αν δεχθούμε ότι ένας βιασμός εντός της οικογένειας δε συνοδεύεται από νομικά και ουσιαστικά ζητήματα, οι ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου δεν επιβάλλουν την κρίση των δεδομένων από το δικαστικό συμβούλιο, και το θύμα, είτε τελέστηκε είτε όχι η πράξη δικαιούται την άμεση εκδίκαση της υπόθεσης, ενώ το ίδιο αδίκημα εκτός της οικογένειας περιλαμβάνει νομικά και ουσιαστικά ζητήματα, το παθόν άτομο δεν αξιώνει να δει την υπόθεσή του να εκδικάζεται ανάλογα άμεσα και ο κατηγορούμενος δικαιούται να κριθεί από δικαστικό συμβούλιο! Όγδοο, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η πρόβλεψη για την εφαρμογή της ρύθμισης "ανεξαρτήτως του καθ' ύλην δικαστηρίου παραπομπής" θέτει επιχείρημα ένταξης και των αδικημάτων του άρθρου 1§1 v. 3500/2006. Ειδικότερα, ανεξάρτητα από τον πρόχειρο τρόπο διατύπωσης, δεν είναι καταρχήν ακριβές ότι όλα τα αδικήματα για τα οποία γίνεται λόγος δικάζονται πάντοτε από το μικτό ορκωτό δικαστήριο. Υπενθυμίζεται εδώ ότι, αν ο δράστης είναι στρατιωτικός, η καθ' ύλην αρμοδιότητα ανήκει στο πενταμελές στρατοδικείο... Ανεξάρτητα ωστόσο από την τελευταία επισήμανση, εφόσον όλα τα αδικήματα που μετέχουν στη στάθμιση, του άρθρου 1 παρ.1 και του 6, ανήκουν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του μικτού ορκωτού δικαστηρίου, η πρόβλεψη του νόμου μάλλον περιττή και αδιάφορη ερμηνευτικά για το ζήτημα που κρίνεται είναι. Έτσι, η μόνη χρηστικότητα που θα μπορούσε να έχει είναι για να διασφαλίσει την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 309 ΚΠΔ ακόμη και σε περίπτωση ύπαρξης συναφούς εγκλήματος που τιμωρείται βαρύτερα... Τελικά βεβαίως η κακότεχνη διατύπωση, φοβάμαι, ούτε αυτό καθιστά δεδομένο. Ένατο, έχει υποστηριχθεί πως " Το επιχείρημα ότι ο νομοθέτης εκφράστηκε στο άρθρο 309 ΚΠΔ και επέλεξε ανεξαιρέτως τη μη απευθείας παραπομπή στα αδικήματα ΜΟΔ, άρα δεν μπορεί να εφαρμοστεί η διαδικασία του άρ. 10 Α παρ.5β Ν.3500/2006 για αδικήματα αυτού του δικαστηρίου, είναι ανίσχυρο, καθώς πρόκειται για δύο νόμους ίσης τυπικής ισχύος και επομένως, με βάση τις γενικές αρχές, θα εφαρμοστεί η ειδικότερη και νεότερη διάταξη για τα αδικήματα που καταλαμβάνει"... Τούτη η θέση απαιτεί μια δεύτερη ανάγνωση. Ειδικότερα, το ζήτημα εδώ δεν είναι αν οποιαδήποτε δικονομική ρύθμιση του ν. 3500/2006 είναι ειδική σε σχέση με τις διατάξεις του ΚΠΔ , που πράγματι είναι, αλλά αν εκείνη του άρθρου 10 Α παρ.5 περιλαμβάνει και τα αδικήματα του άρθρου 1§1, ώστε η ειδική ρύθμιση να περιλαμβάνει και εκείνα. Με άλλα λόγια, σ' αυτό το θέμα η σχέση "γενικού-ειδικού" και "παλαιότερου-νεότερου" ουδέν έχει να προσφέρει, διότι η διάταξη δεν είναι σαφής ως προς την τύχη των αδικημάτων του άρθρου 1§1 ν. 3500/2006. Αντίθετα, αδιαμφισβήτητα έχει να προσφέρει στη διαχείριση του τρόπου περάτωσης της κύριας ανάκρισης για τα αδικήματα που πρωτογενώς προβλέπονται στο άρθρο 6, η οποία υπακούει το μοντέλο της απευθείας κλήσης, μολονότι, σε αντίθεση με όσα προβλέπει το άρθρο 309 ΚΠΔ, η καθ' ύλην αρμοδιότητα ανήκει στο μικτό ορκωτό δικαστήριο, και όχι στο μονομελές ή το τριμελές εφετείο. Δέκατο, υποστηρίζεται το εξής: "Aν γίνει δεκτό ότι τα "αδικήματα ή κακουργήματα του παρόντος νόμου" είναι μόνο τα αναφερόμενα στα άρθρα 6, 7 και 9 Ν 3500/2006, τότε η επιταγή της κατ' απόλυτη προτεραιότητα διεξαγωγής της προδικασίας και προσδιορισμού εκδίκασης δεν θα καταλάμβανε την ανθρωποκτονία ή τον βιασμό συζύγου. Είναι σαφές όμως, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του N 5172/2025, ότι το άρ. 10 Α προστέθηκε προκειμένου να ρυθμίσει περαιτέρω τη διαδικασία ποινικής αντιμετώπισης των εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας, τα οποία συχνά προκαλούνται από κίνητρα έμφυλων στερεοτύπων και ενέχουν ιδιαίτερη σφοδρότητα, στρεφόμενα συνήθως εναντίον ανίσχυρων ομάδων, όπως οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι και αυτή η ανάγκη υφίσταται όχι μόνο για τα κακουργήματα του άρ. 6, αλλά και γι' αυτά που προβλέπονται στο άρ. 1."... Το επιχείρημα σχεδόν επιβάλλει να αναχθεί κανείς στο σύνολο των σκέψεων του Δ. Συμεωνίδη (οι μεταβολές στον ΚΠΔ με βάση το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Μια επικίνδυνη δικαιοκρατική εκτροπή, ειδικό τεύχος ΠοινΔικ), όπως αυτές διατυπώθηκαν κατά το παρελθόν για συναφή λόγο παραμένοντας επίκαιρες. Τούτες έχουν ως εξής: "Η ταχύτητα της ποινικής διαδικασίας, ως αντικειμενικό μέγεθος, δεν έχει υπερνομοθετική θεμελίωση. Δεν μπορεί να στεγαστεί στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επειδή η διάταξη αυτή κατοχυρώνει αποκλειστικά και μόνο υποκειμενικού χαρακτήρα δικαίωμα του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη "εντός εύλογου χρόνου". Δηλαδή η συγκεκριμένη διάταξη έχει μονοσήμαντα εγγυητική για τον κατηγορούμενο φορά. Η επίκληση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που έχει μόνο προστατευτική φορά, υπέρ του κατηγορουμένου, δεν επιτρέπεται ούτε λογικά, ούτε νομικά να αντιστρέφεται και να επιχειρείται να χρησιμοποιηθεί τελικά εναντίον του κατηγορουμένου, ως δήθεν βάση ή ως δικαιολογία για τον περιορισμό των δικαιωμάτων του, ούτε να αξιοποιηθεί ταυτόχρονα για την αποδυνάμωση αντικειμενικών-οργανωτικών εγγυήσεων που εξασφαλίζουν την ορθότητα της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.
Συνεπώς, δεν επιτρέπεται στο όνομα ή με επίκληση της ταχύτερης εκδίκασης των υποθέσεων να επέρχονται εκπτώσεις ούτε στα εχέγγυα ορθοκρισίας των ποινικών υποθέσεων, που διασφαλίζουν την ποιοτική και ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ούτε βέβαια να προωθούνται διατάξεις που επιφέρουν αποδυνάμωση των δικονομικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, ιδιαίτερα δε αυτών που συνιστούν προβολή κανονιστικών επιταγών που απορρέουν από υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις.". Περαιτέρω, για την αιτιολογική έκθεση, γι' αυτή έχει γίνει ήδη επαρκής λόγος. Πρόκειται για ένα παράπλευρο κείμενο ενός νομοθετήματος με σκληρά χαρακτηριστικά και μεγάλη απόσταση από τη δογματική τάξη του ποινικού δικαίου. Η ίδια δε η αιτιολογική έκθεση δεν δομείται με επιστημονικά κριτήρια, αλλά βασίζεται αποκλειστικά σε μετα-νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται ως να ισχύουν. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ίσχυαν, δε θα δέσμευαν τον ερμηνευτή, αφού εδώ πρόκειται για την επιλογή λύσεων αποδυνάμωσης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Διότι ο κατηγορούμενος μόνο πλήττεται από τη διαδικασία του άρθρου 309 ΚΠΔ. Τελικά, και αν ακόμη και στην περίπτωση αυτή είναι κάποιος πρόθυμος να διαφωνήσει, είναι απόλυτα ακριβές η αιτιολογική έκθεση δεν έχει θέση ως προς το ζήτημα που εξετάζεται. Και αν είχε όμως, το ζήτημα δεν είναι τι ήθελε o συντάξας την αιτιολογική, αλλά τι συγκεκριμένα είπε o νομοθέτης. Ολοκληρώνοντας, σημειώνεται ότι, υπό οποιαδήποτε εκδοχή, η ταχύτητα δεν είναι ένα μονοδιάστατο μέγεθος. Εφόσον πρόκειται για την ποινική διαδικασία, αν η προδικασία ολοκληρωθεί "χωρίς φιλτράρισμα" (: διότι οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι τέτοιο δεν υπάρχει με τη διαδικασία του άρθρου 309 ΚΠΔ), η καθυστέρηση θα υπάρξει στο ακροατήριο. Δεν προκύπτει λοιπόν όφελος από τέτοιες ρυθμίσεις, όπως γενικότερα δεν προκύπτει όταν οι προβλέψεις έχουν συμβολικό χαρακτήρα, αλλά δεν έχουν οποιαδήποτε επαφή με την πράξη. iii. α. Όλα τα ανωτέρω αποτέλεσαν, λιγότερο ή περισσότερο, τις σκέψεις που στήριξαν την επιλογή της θέσης του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας για την αρμοδιότητα του συμβουλίου πλημμελειοδικών. β. Στον αντίποδα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας περιορίστηκε να σημειώσει τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3500/2005 "Για τον παρόντα νόμο θεωρείται: 1. Ενδοοικογενειακή βία, η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας ή σε βάρος προσώπου που δέχεται τις υπηρεσίες φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας στον οποίο ο δράστης εργάζεται σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299, 311, 335 και 338 του Ποινικού Κώδικα". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 10Α παρ. 5 του ιδίου, ως άνω, Νόμου, όπως το άρθρο 10Α προστέθηκε με το άρθρο 14 N. 5172/2025 (ΦΕΚ Α 10/29-1-2025), "Η προδικασία για τα αδικήματα του παρόντος διεξάγεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο και η εκδίκασή τους προσδιορίζεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα. Η διαδικασία του άρθρου 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί περάτωσης κύριας ανάκρισης, κατ' εξαίρεση εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις κακουργημάτων του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως του καθ' ύλην δικαστηρίου παραπομπής". Στην αιτιολογική έκθεση αναφορικά με την παράγραφο 5 του άρθρου 14 Ν. 5172/2025 αναφέρεται ότι "Στην παρ. 5 προβλέπεται, η κατ' απόλυτη προτεραιότητα διεξαγωγή της προδικασίας και της εκδίκασης των υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας. Επιπλέον και για την ταχύτερη παραπομπή και εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο, προβλέπεται η παράκαμψη της ενδιάμεσης χρονοβόρας διαδικασίας των δικαστικών συμβουλίων κατ' εφαρμογή της ισχύουσας διάταξης του άρθρου 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Εξάλλου, οι εν λόγω υποθέσεις δεν ενέχουν σοβαρές αποδεικτικές δυσχέρειες και συμπίπτει η βούληση κατηγορούμενου και θύματος, για την ταχεία περάτωση της ψυχοφθόρας προδικασίας και εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο". Η ισχύς της ανωτέρω διάταξης, η οποία αποτελεί δικονομικό κανόνα, αρχίζει από τη δημοσίευση του Νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από την 29-1-2025".
iν. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας δέχεται με κυκλικού χαρακτήρα σκέψεις ως δεδομένο κάτι που δεν είναι. Το κυριότερο όμως είναι ότι δεν αντιπαρατίθεται έστω στοιχειωδώς με όσα ζητήματα τέθηκαν με τη διάταξή μας.
Για τους λόγους αυτούς η έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας πρέπει να γίνει δεκτή και να ανατραπεί το με αριθμό ...2023 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, με το οποίο αυτό κήρυξε την καθ' ύλην αναρμοδιότητά του για την κρίση του ουσιαστικού πέρατος της κύριας ανάκρισης στη με αριθμό ... (ΑΒΜ Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας) δικογραφία με κατηγορούμενο τον Γ. Κ. του Θ. , κάτοικο ... , οδός ...".
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. .../2025 βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην προεκτεθείσα εισαγγελική πρόταση, έκρινε ότι πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας και αποφάνθηκε ότι:
"ΑΝΑΤΡΕΠΕΙ το υπ' αριθ. .../2025 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, με το οποίο αυτό κήρυξε εαυτόν καθ' ύλην αναρμόδιο για την κρίση περί του ουσιαστικού πέρατος της κύριας ανάκρισης στην υπ' αριθ. ... (ΑΒΜ Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας) δικογραφία με κατηγορούμενο τον Γ. Κ. του Θ. , κάτοικο ...".
Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, "ανατρέποντας" το πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, ότι δηλαδή στα "κακουργήματα του παρόντος νόμου", της παραγράφου 5 εδ.β' του άρθρου 10Α του ν. 3500/2006, περιλαμβάνονται μόνο τα κακουργήματα του άρθρου 6 και όχι και τα κακουργήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ίδιου νόμου, ήτοι και τα κακουργήματα των άρθρων 299, 311, 336 και 338 ΠΚ, όταν τελούνται σε βάρος μέλους της οικογένειας ή προσώπου που δέχεται τις υπηρεσίες του φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας, στον οποίο εργάζεται ο δράστης και επομένως δεν περιλαμβάνεται σ' αυτά το αποδιδόμενο εν προκειμένω, στον κατηγορούμενο Γ. Κ. του Θ. , κακούργημα του βιασμού, που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος της πρώην συντρόφου του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 10Α παρ.5 του Ν.3500/2006, η οποία κατά το μέρος της που αναφέρεται σε "κακουργήματα του παρόντος νόμου" είναι ουσιαστική διάταξη και, εξ αυτού, στη συνέχεια υπερέβη θετικά την εξουσία του, δεχόμενο την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, κρίνοντας ότι για την ουσιαστική περάτωση της κύριας ανάκρισης στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 308 ΚΠΔ, ενώ έπρεπε να απορρίψει την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών άρισας. Τούτο δε διότι, σύμφωνα μ' όσα προαναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, η φράση "κακουργήματα του παρόντος νόμου", της παραγράφου 5 εδ.β' του άρθρου 10Α του ν. 3500/2006, αφορά στα κακουργήματα στα οποία αναφέρεται ο Ν. 3500/2006, δηλαδή αυτά που μνημονεύονται στο άρθρο 1 παρ.1 αυτού, επομένως και τα κακουργήματα των άρθρων 299, 311, 336, και 338 του ΠΚ, εφόσον θύμα αυτών φέρεται μέλος της οικογένειας ή πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίας του φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας, στον οποίο εργάζεται ο δράστης και όχι μόνο στα κακουργήματα των οποίων η νομοτυπική μορφή περιγράφεται στον ίδιο νόμο, δηλαδή τα κακουργήματα του άρθρου 6 αυτού, καθόσον έτσι εξασφαλίζεται η όμοια δικονομική μεταχείριση όλων αυτών των κακουργημάτων, τα οποία αναφέρονται ρητά ως κακουργήματα ενδοοικογενειακής βίας. Συνακόλουθα οι, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και στ' του ΚΠΔ, πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως εκ τούτου, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. .../2025 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στο Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν συντρέχει (Α.Π. 33/2024), αφού αυτό αναιρείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί η υπ' αριθ. .../2025 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, κατά του υπ' αριθ. .../2025 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ το υπ' αριθ. .../2025 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. .../2025 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας κατά του υπ' αριθ..../2025 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας.
ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 8 Μαϊου 2026.
Και
ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 15 Μαϊου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ