ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 647/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 647/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 647/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 647 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 647/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Σπυριδούλα Λιάτη, Φωτεινή Αθανασίου και Χριστίνα Ρωμέση, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παγώνας Ζάκκα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2026, προκειμένου να αποφανθεί για την δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κ. Σ. , που αφορά τη μη συμμετοχή του στη σύνθεση του Ε' Ποινικού Τμήματος - Σε Συμβούλιο, στο οποίο εισήχθη για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της από 2/2/2026 η αίτηση αναιρέσεως του Α. Β. κατά της υπ' αριθμ. 16/2026 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βοιωτίας.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παγώνα Ζάκκα εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή της με αριθμό ...2026, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα :

"Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 του ΚΠΔ, ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σε Συμβούλιο, την από 1-4-2026 δήλωση αποκλεισμού και αποχής του Κ. Σ. , Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υποβληθείσα, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (έλαβε αριθμό γενικού πρωτοκόλλου ...2026) και εκθέτω τα ακόλουθα :

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ΚΠΔ "1. Εκτός από όσα ορίζονται ειδικά στον κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και στον κώδικα αυτόν, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Ο λόγος αποκλεισμού που οφείλεται στη σχέση από γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και στην αγχιστεία εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης. 2. Από την άσκηση των παραπάνω έργων σε ποινική υπόθεση αποκλείεται επίσης: α) όποιος αδικήθηκε από το έγκλημα, β) όποιος είναι σύζυγος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου ή εκείνου που αδικήθηκε από το έγκλημα ή συνδέεται με αυτούς με σύμφωνο συμβίωσης. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που κάποιος είναι συγγενής εξ αίματος με τα πρόσωπα αυτά σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και εκ πλαγίου έως και τον τέταρτο βαθμό ή συγγενής εξ αγχιστείας έως και το δεύτερο βαθμό. Ο λόγος αποκλεισμού που οφείλεται στη σχέση από γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και στην αγχιστεία εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης. Αποκλείεται επίσης εκείνος που είναι ή ήταν επίτροπος ή κηδεμόνας των ίδιων προσώπων ή που συνδέεται μαζί τους με υιοθεσία, γ) όποιος ήταν συνήγορος του κατηγορουμένου ή του υποστηρίζοντος την κατηγορία στην ίδια υπόθεση, δ) όποιος εξετάστηκε ως μάρτυρας ή γνωμοδότησε ως πραγματογνώμονας ή τεχνικός σύμβουλος στην ίδια υπόθεση, ε) ο ανακριτής, "στ ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος ειδικά στη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκτός αν δεν είναι εφικτή η συγκρότηση του δικαστηρίου από άλλα πρόσωπα. 3. Ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις".

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 του ΚΠΔ "Όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους".

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 23 του ΚΠΔ "1. Κάθε δικαστικός λειτουργός που αναφέρεται στο άρθρο 14 οφείλει να δηλώσει αμέσως στον πρόεδρο του δικαστηρίου όπου υπηρετεί, τον γνωστό σε αυτόν λόγο για τον οποίο αποκλείεται ή εξαιρείται από τα καθήκοντά του σε ορισμένη υπόθεση, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15, με σκοπό να του επιτραπεί η αποχή. ........ 2. Τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο οφείλουν να δηλώσουν με τον ίδιο τρόπο τυχόν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή τους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόμη και αν δεν υπάρχουν οι λόγοι της παρ. 1. 3. Η δήλωση αποχής πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. 4. Σε όλες τις περιπτώσεις του άρθρου αυτού το δικαστήριο συνεδριάζοντας ως συμβούλιο, αφού ακούσει τη γνώμη του εισαγγελέα, χωρίς την παρουσία διαδίκων, αποφασίζει αν εκείνος που υπέβαλε τη δήλωση πρέπει να απέχει ή όχι από την άσκηση των καθηκόντων του".

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ανωτέρω δήλωσή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κ. Σ. εκθέτει ότι: "Με την, από 02.03.2026 Πράξη σας, ορίσθηκα, ως Εισαγγελέας έδρας του Ε1 Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά τη δικάσιμο της 22 Μαΐου 2026, να εκτελέσω καθήκοντα προς εκδίκαση, μεταξύ άλλων και της υπ' αριθ. "..." εκθέματος ποινικής υποθέσεως ( : .../2026), επί της υπ' αριθ. ...2026, αιτήσεως, του Α. Β. του Ν. και της Β. , που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις ...1978, κατοίκου ... , οδός ... , για την άνω δικάσιμο της 22.05.2026, για αναίρεση της υπ' αριθ. 16 από 21.01.2026 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βοιωτίας (...), με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αιτών για την πράξη: της ψευδούς καταμήνυσης, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ 1,14,16,18,26 εδ α',27, 51, 53, 57, 79, 80, 229 παρ.1 του ΠΚ, που τελέσθηκε στη Χαλκίδα Εύβοιας στις 05.04.2019.

Κατά, την επεξεργασία της άνω αιτήσεως αναιρέσεως, διαπίστωσα ότι αυτή συσχετίζεται αρρήκτως -καθόσον πρόκειται περί του αυτού βιοτικού συμβάντος- με τον αφυπηρετήσαντα Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λ. Σ. του Λ., με τον οποίο τυγχάνουμε συγγενείς εξ αίματος (αδέλφια), και ως εκ τούτου συντρέχει: αφενός αποχρών λόγος αποκλεισμού μου από την επεξεργασία της άνω υπόθεσης (.../2026), υπ' αριθ. "..." εκθέματος, και αφετέρου σοβαρός λόγος ευπρέπειας που επιβάλλει την αποχή μου, από την άσκηση των καθηκόντων μου, σε αυτή, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις του άρθ. 14 παρ.1 εδ. α', σε συνδυασμό με άρθ. 23 παρ.1,2,3 του ΚΠΔ.

Ειδικότερα, από τη μελέτη της δικογραφίας διαπίστωσα ότι ο εν λόγω Εισαγγελικός Λειτουργός Λ. Σ. , καθ' χρόνον υπηρετούσε με το βαθμό του Εισαγγελέα Εφετών στην Εισαγγελία Εφετών Εύβοιας, καταμηνύθηκε με την από 09.02.2019 έγκληση του νυν αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Β. , ομού μετά της κοινωνικής λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης ΠΕ Εύβοιας, η δε σχηματισθείσα δικογραφία, χρεώθηκε στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών … , Β. Α. , η οποία εξέδωσε την υπ' αριθ. .../2019 Διάταξη της κατ' άρθρο 47 πΚΠΔ, απορρίπτοντας την άνω έγκληση. Εν συνεχεία, στις 05.04.2019 ο νυν αναιρεσείων απέστειλε αναφορά στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά - μεταξύ άλλων και της Εισαγγελέα Πρωτοδικών … , Β. Α. , με την οποία κατήγγειλε ότι δήθεν η τελευταία, κατά την επεξεργασία της με ... ποινικής δικογραφίας κατά παράβαση των υπηρεσιακών της καθηκόντων, με παραμόρφωση του αποδεικτικού υλικού και σε παράβλεψη αποδεικτικών στοιχείων, απέρριψε την από 09.02.2019 έγκληση του νυν αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του Εισαγγελέα Εφετών … , Λ. Σ. και της κοινωνικής λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης ΠΕ Εύβοιας. Ωστόσο, η εν λόγω αναφορά του αρχειοθετήθηκε με την αριθ. πρωτ. ...2019 Πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθόσον οι καταγγελίες που διαλαμβάνονταν στην από 05.04.2019 αναφορά του δεν αποδείχθηκαν βάσιμες και αληθινές. Επακολούθησε η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του νυν αναιρεσείοντος για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, η οποία εκδικάστηκε σε 1ο βαθμό στις 03.06.2025 από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βοιωτίας και έλαβε αριθ. 1130, κατά την οποία δεν προσήλθε ο τελευταίος (θεωρήθηκε ωσεί παρών) και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο (02) ετών, η οποία ανεστάλη επί τριετία (βλ. την υπ' αριθ. 1130 από 03.06.2025 πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βοιωτίας, συνημμένη). Κατ' αυτής ο νυν αναιρεσείων άσκησε εμπρόθεσμα την υπ' αριθ. ...2025 έφεση, η οποία εκδικάστηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βοιωτίας, όπου και πάλι δεν προσήλθε ο τελευταίος, οπότε το άνω δικαστήριο με την υπ' αριθ. 16 από 21.01.2026 απόφαση, απέρριψε την άνω έφεσή του, ως ανυποστήρικτη κατ' αρθ. 501 παρ. 1ΚΠΔ.

Κατ' αυτής ο νυν αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθ. ...2026, αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου … (...) Β. Κ. , από τον ίδιο αυτοπροσώπως, η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί κατά τη δικάσιμο της 22.05.2026 , ενώπιον του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, όπου ορίστηκα εκ μέρους σας να εκτελέσω καθήκοντα Εισαγγελέας έδρας.

Από τα ανωτέρω, καθίσταται φανερό ότι η προς εκδίκαση αίτηση αναίρεσης του νυν αναιρεσείοντος Α. Β. , συσχετίζεται αρρήκτως καθόσον πρόκειται περί του αυτού βιοτικού συμβάντος- με τον αφυπηρετήσαντα Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λ. Σ. του Λ. , με επακόλουθο να συντρέχει στο πρόσωπό μου, αφενός λόγος αποκλεισμού μου, από την επεξεργασία της άνω υπόθεσης (.../2026), υπ' αριθ. "..." εκθέματος, και την παράστασή μου στη δίκη που πρόκειται να διεξαχθεί την 22.05.2026 στο δικαστήριο του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και αφετέρου σοβαρός λόγος ευπρέπειας που επιβάλλει την αποχή μου, από την άσκηση των καθηκόντων μου, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις του άρθ. 14 παρ.1 εδ. α', σε συνδυασμό με άρθ. 23 παρ. 1,2,3 του ΚΠΔ, δοθέντος ότι καλούμαι να αποφανθώ επί της υπό κρίση αίτησης του νυν άνω αναιρεσείοντος, με την οποία ζητά την αναίρεση της άνω καταδικαστικής σε βάρος του πράξης, η οποία όμως επακολούθησε της αρχικής δικής του καταμήνυσης σε βάρος του τότε Εισαγγελέως Εφετών Εύβοιας Λ. Σ. (αδελφού μου).

Και τούτο διότι, ως ορίζεται από το άρθρο 14 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ, "1. Εκτός από όσα ορίζονται ειδικά στον κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και στον κώδικα αυτόν, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό.".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 9 παρ.1 εδ. α' Ν. 4938/2022 (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.), "1. Δικαστικοί λειτουργοί, ένορκοι, δικαστικοί υπάλληλοι και δικηγόροι δεν επιτρέπεται να συμπράττουν στην ίδια διαδικαστική πράξη ή ενέργεια, αν είναι σύζυγοι ή συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης ή με συγγένεια αίματος ή αγχιστείας μέχρι και τον τρίτο βαθμό.

Κατά συνέπεια η άνω συγγενική σχέση, θεωρείται μεταξύ άλλων και κώλυμα συμμετοχής του δικαστικού εν γένει λειτουργού στην εκδίκαση της δηλώσεως αναιρέσεως, όχι μόνον όταν ο ίδιος έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρ. 14 παρ.3 ΚΠΔ), αλλά και εάν σε οποιοδήποτε στάδιο της ίδιας ποινικής υποθέσεως συμμετέσχε ένα από τα αναφερόμενα στο άρθ. 9 παρ.1 εδ. α' Ν. 4938/2022 (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.), πρόσωπα, τα οποία έχουν ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατό ο συνδεόμενος με εκείνα με συζυγική ή συγγενική σχέση, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, δικαστικός λειτουργός εν γένει, εκ προκαταλήψεως να μην κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο, σε κάθε δε περίπτωση μπορεί να εγερθεί υπόνοια για την ελεύθερη και απροκατάληπτη κρίση του (ΑΠ 1226/2025,ΑΠ 1026/2025, ΑΠ 1140/2024,ΑΠ 1580/20217, ΑΠ 549/2015, ΑΠ 225/2012, ΑΠ 1343/2011). Η ύπαρξη δε, αντικειμενικού δικαστικού λειτουργού εν γένει, αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του κράτους δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες απ' αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό και αμερόληπτο δικαστικό λειτουργό εν γένει. Άλλωστε, το δικαίωμα και, ταυτόχρονα, η υποχρέωση εξαιρέσεως δικαστικού λειτουργού εν γένει στις ανωτέρω περιπτώσεις θεμελιώνεται στο άρθρο 6 παρ.1 της Συμβάσεως της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1 974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρ. 28 παρ.1 του Συντάγματος), σύμφωνα με το οποίο κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που, λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσεως είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσεως (ΟλΑΠ 1/2024, ΑΠ 787/2025, ΑΠ 206/2025, ΑΠ 40/2023, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 982/2020, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1287/2018, ΑΠ 251 /2017, ΑΠ 172/2017).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αιτούμαι, να μου επιτραπεί η αποχή, από την άσκηση των καθηκόντων μου στη συγκεκριμένη υπόθεση (.../2026), υπ' αριθ. "..." εκθέματος, της δικασίμου 22.05.2026 του Ε' Ποινικού Τμήματος Αρείου Πάγου, καθώς και από την παράστασή μου στη δίκη που πρόκειται να διεξαχθεί, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ειδικότερα, χάριν του συμφέροντος της δικαιοσύνης και της διασφάλισης του κύρους της, έτσι ώστε η συμμετοχή στη διεξαγωγή της δίκης που θα ακολουθήσει από έτερο εισαγγελικό λειτουργό και εντεύθεν η απόφαση που θα εκδοθεί από το αρμόδιο δικαστήριο του Αρείου Πάγου, να είναι αποδεκτά από τους διαδίκους ως καλόπιστα και αδιάβλητα και να μην υπάρχει σε αυτούς η άποψη ότι η κρίση τους από άλλο Δικαστικό Λειτουργό θα ήταν διαφορετική (Ειδ.Δικ. Αγ. Κακοδικίας, 17/1992, Υπέρ.1994, 381, Μπουρόπουλος, Ερμ.ΚΠΔ, τομ. Α' σελ.40, Ζησιάδης, έκδοση Γ , τεύχος Α, σελ. 148, Καρράς, Μαθήματα Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, έκδοση Γ' , τεύχος Α', σελ. 42), προς δε, να στοιχούνται με τις αρχές της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με όσα προβλέπονται από τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, η οποία επικυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, κατά ανωτέρω ειδικότερα.

Κατόπιν αυτών, θέτω υπόψη σας τα ανωτέρω, κατ' άρθρο 14 παρ.1 εδ. α', σε συνδυασμό με άρθ. 23 παρ.1,2,3 ΚΠΔ, για τις δικές σας ενέργειες, έτσι ώστε να μου επιτραπεί η αποχή, από την άσκηση των καθηκόντων μου, ως Εισαγγελέως της έδρας, καθώς και από την παράστασή μου στη δίκη που πρόκειται να διεξαχθεί, την 22 Μαΐου 2025 ενώπιον του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, επί της ανωτέρω υποθέσεως (.../2026), υπ' αριθ. "..." εκθέματος".

Επειδή, υπό τα προεκτεθέντα δεδομένα, η υποβληθείσα δήλωση αποχής είναι νόμιμη και βάσιμη, κατά τα άρθρα 14 παρ. 1 εδ. α' και 23 του ΚΠΔ και πρέπει να γίνει δεκτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Προτείνω να γίνει δεκτή, η από 31-3-2026 δήλωση αποχής του Κ. Σ. , Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υποβληθείσα προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (έλαβε αριθμό γενικού πρωτοκόλλου ...2026), και να επιτραπεί η αποχή του από την άσκηση των καθηκόντων του ως Εισαγγελέως της έδρας του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, επί της με αριθμό εκθέματος "..." υποθέσεως (.../2026) που συζητείται κατά τη δικάσιμο της 22-5-2026, στο ανωτέρω Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου και αφορά την αίτηση-αναίρεση του Α. Β. του Ν. κατά της υπ' αριθμ. 16/21-01-2026 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βοιωτίας, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθμ. .../2025 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 1130/2025 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βοιωτίας.

Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΠΑΓΩΝΑ ΖΑΚΚΑ".

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 1.4.2026 με αριθμό πρωτ. ...2026 δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κ. Σ. , παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως Συμβούλιο κατά το άρθρο 23 παρ.4 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσία.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 ΚΠΔ, "1. Εκτός από όσα ορίζονται ειδικά στον κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και στον κώδικα αυτόν, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό.

Ενώ ,κατά το άρθρο 23 παρ.3 του Κ.Π.Δ. , εκτός των στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα αναγραφομένων λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, ως και του στο επόμενο άρθρο 15 λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται, επίσης, και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Ο όρος "ευπρέπεια" περιέχει κρίση αντικειμενική, ενώ "ευθιξία" είναι ιδιότητα ατόμου. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρέπειας είναι αδύνατη γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά τέτοιοι λόγοι ευπρέπειας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές γι' αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από οτιδήποτε και απ' οποιονδήποτε διευρεύνησή της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του. Ειδικότερα, στην κατηγορία αυτή υπάγονται εκτός άλλων περιπτώσεων, που δικαιολογούν την αποχή, οι ιδιαίτερες άμεσες ή έμμεσες σχέσεις του δικαστή ή του εισαγγελέα, με κάποιον από τους διαδίκους (ΑΠ 187/2024, ΑΠ 525/2019, ΑΠ 400/2018, ΑΠ 255/2017, ΑΠ 251/2017, ΑΠ 1809/2016, ΑΠ 441/2013).

Επίσης σύμφωνα με την παραγρ. 3 του ως άνω άρθρου 23, η δήλωση αποχής του δικαστικού λειτουργού, πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και όχι αόριστα, προς αποφυγή απλώς του δηλούντος να δικάσει ορισμένη υπόθεση, εκτός άλλων και από έλλειψη σθένους. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της αποφάσεως, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές [δικονομικές εγγυήσεις], διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση. Άλλωστε, η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του κράτους δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες από αυτόν εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό αμερόληπτο δικαστή (ΑΠ 1139/2024, ΑΠ 642/2024, ΑΠ 889/2023 ΑΠ 167/2023, ΑΠ 1615/2022, ΑΠ 1328/2022, ΑΠ 982/2020, ΑΠ 60/2020, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1287/2018, ΑΠ 251/2017, ΑΠ 172/2017, ΑΠ 429/2015). Στην υπό κρίση δήλωση αποχής του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κ. Σ. εκθέτει ότι: "Με την, από 2/03/2026 πράξη Σας, ορίσθηκα, ως Εισαγγελέας έδρας του Ε' Ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά τη δικάσιμο της 22/5/2026, προς εκδίκαση, μεταξύ άλλων και της υπ' αρθμ. "..." εκθέματος ποινικής υποθέσεως (.../2026) επί της από 2/02/2026 αίτησης του Α. Β. του Ν. και της Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 16 από 21/1/2026 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βοιωτίας (Π.Ε.Θ), με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,14, 16,18,26 εδ.α' 27,45, 51, 53,57, 59, 79, 299 παε.1 ΠΚ.

Κατά, την επεξεργασία της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, διαπίστωσα ότι αυτή συσχετίζεται αρρήκτως -καθόσον πρόκειται περί του αυτού βιοτικού συμβάντος- με τον αφυπηρετήσαντα Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λ. Σ. του Λ. , με τον οποίο τυγχάνουμε συγγενείς εξ αίματος (αδέλφια), και ως εκ τούτου συντρέχει : αφενός αποχρών λόγος αποκλεισμού μου από την επεξεργασία της άνω υπόθεσης (.../2026), υπ' αριθ. "..." εκθέματος, και αφετέρου σοβαρός λόγος ευπρέπειας που επιβάλλει την αποχή μου, από την άσκηση των καθηκόντων μου, σε αυτή, σύμφωνα με. όσα ορίζουν οι διατάξεις του άρθ. 14 παρ.1 εδ. α', σε συνδυασμό με άρθ. 23 παρ.1,2,3 του ΚΠΔ. Ειδικότερα, από τη μελέτη της δικογραφίας διαπίστωσα ότι ο εν λόγω Εισαγγελικός Λειτουργός Λ. Σ. , καθ' χρόνον υπηρετούσε με το βαθμό του Εισαγγελέα Εφετών στην Εισαγγελία Εφετών … , καταμηνύθηκε με την από 09.02.2019 έγκληση του νυν αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Β. , ομού μετά της κοινωνικής λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης ΠΕ Εύβοιας, η δε σχηματισθείσα δικογραφία, χρεώθηκε στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών … , Β. Α. , η οποία εξέδωσε την υπ' αριθ. .../2019 Διάταξη της κατ' άρθρο 47 πΚΠΔ, απορρίπτοντας την άνω έγκληση. Εν συνεχεία, στις 05.04.2019 ο νυν αναιρεσείων απέστειλε αναφορά στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά - μεταξύ άλλων- και της Εισαγγελέα Πρωτοδικών … , Β. Α. , με την οποία κατήγγειλε ότι δήθεν η τελευταία, κατά την επεξεργασία της με ... ποινικής δικογραφίας κατά παράβαση των υπηρεσιακών της καθηκόντων, με παραμόρφωση του αποδεικτικού υλικού και σε παράβλεψη αποδεικτικών στοιχείων, απέρριψε την από 09.02.2019 έγκληση του νυν αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του Εισαγγελέα Εφετών Εύβοιας, Λ. Σ. και της κοινωνικής λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης ΠΕ Εύβοιας. Ωστόσο, η εν λόγω αναφορά του αρχειοθετήθηκε με την αριθ. πρωτ. ...2019 Πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθόσον οι καταγγελίες που διαλαμβάνονταν στην από 05.04.2019 αναφορά του δεν αποδείχθηκαν βάσιμες και αληθινές. Επακολούθησε η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του νυν αναιρεσείοντος για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, η οποία εκδικάστηκε σε 1ο βαθμό στις 03.06.2025 από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βοιωτίας και έλαβε αριθ. 1130, κατά την οποία δεν προσήλθε ο τελευταίος (θεωρήθηκε ωσεί παρών) και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δυο (02) ετών, η οποία ανεστάλη επί τριετία (βλ. την υπ' αριθ. 1130 από 03.06.2025 πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βοιωτίας, συνημμένη). Κατ' αυτής ο νυν αναιρεσείων άσκησε εμπρόθεσμα την υπ' αριθ. ...2025 έφεση, η οποία εκδικάστηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βοιωτίας, όπου και πάλι δεν προσήλθε ο τελευταίος, οπότε το άνω δικαστήριο με την υπ' αριθ. 16 από 21.01.2026 απόφαση, απέρριψε την άνω έφεσή του, ως ανυποστήρικτη κατ' αρθ. 501 παρ. 1 ΚΠΔ. Κατ' αυτής ο νυν αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθ. ...2026, αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου … (...) Β. Κ. , από τον ίδιο αυτοπροσώπως, η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί κατά τη δικάσιμο της 22.05.2026, ενώπιον του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, όπου ορίστηκα εκ μέρους σας να εκτελέσω καθήκοντα Εισαγγελέας έδρας. Από τα ανωτέρω, καθίσταται φανερό ότι η προς εκδίκαση αίτηση αναίρεσης του νυν αναιρεσείοντος Α. Β. , συσχετίζεται αρρήκτως -καθόσον πρόκειται περί του αυτού βιοτικού συμβάντος- με τον αφυπηρετήσαντα Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λ. Σ. του Λ. , με επακόλουθο να συντρέχει στο πρόσωπό μου, αφενός λόγος αποκλεισμού μου, από την επεξεργασία της άνω υπόθεσης (.../2026), υπ' αριθ. "..." εκθέματος, και την παράστασή μου στη δίκη που πρόκειται να διεξαχθεί την 22.05.2026 στο δικαστήριο του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και-αφετέρου σοβαρός λόγος ευπρέπειας που επιβάλλει την αποχή μου, από την άσκηση των καθηκόντων μου, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις του άρθ. 14 παρ.1 εδ. α', σε συνδυασμό με άρθ. 23 παρ. 1,2,3 του ΚΠΔ, δοθέντος ότι καλούμαι να αποφανθώ επί της υπό κρίση αίτησης του νυν άνω αναιρεσείοντος, με την οποία ζητά την αναίρεση της άνω καταδικαστικής σε βάρος του πράξης, η οποία όμως επακολούθησε της αρχικής δικής του καταμήνυσης σε βάρος του τότε Εισαγγελέως Εφετών … Λ. Σ. (αδελφού μου).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αιτούμαι, να μου επιτραπεί η αποχή, από την άσκηση των καθηκόντων μου στη συγκεκριμένη υπόθεση (.../2026), υπ' αριθ. "..." εκθέματος, της δικασίμου 22.05.2026 του Ε' Ποινικού Τμήματος Αρείου Πάγου, καθώς και από την παράστασή μου στη δίκη που πρόκειται να διεξαχθεί, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ειδικότερα, χάριν του συμφέροντος της δικαιοσύνης και της διασφάλισης του κύρους της, έτσι ώστε η συμμετοχή στη διεξαγωγή της δίκης που θα ακολουθήσει από έτερο εισαγγελικό λειτουργό και εντεύθεν η απόφαση που θα εκδοθεί από το αρμόδιο δικαστήριο του Αρείου Πάγου, να είναι αποδεκτά από τους διαδίκους ως καλόπιστα και αδιάβλητα και να μην υπάρχει σε αυτούς η άποψη ότι η κρίση τους από άλλο Δικαστικό Λειτουργό θα ήταν διαφορετική (Ειδ.Δικ. Αγ. Κακοδικίας, 17/1992, Υπέρ.1994, 381, Μπουρόπουλος, Ερμ.ΚΠΔ, τομ. Α' σελ.40, Ζησιάδης, έκδοση Γ', τεύχος Α, σελ. 148, Καρράς, Μαθήματα Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, έκδοση Γ' , τεύχος Α', σελ. 42), προς δε, να στοιχούνται με τις αρχές της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με όσα προβλέπονται από τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, η οποία επικυρώθηκε με το ν.δ. 53/1 974, κατά ανωτέρω ειδικότερα.

Κατόπιν αυτών, θέτω υπόψη σας τα ανωτέρω, κατ' άρθρο 14 παρ.1 εδ. α', σε συνδυασμό με άρθ. 23 παρ.1,2,3 ΚΠΔ, για τις δικές σας ενέργειες, έτσι ώστε να μου επιτραπεί η αποχή, από την άσκηση των καθηκόντων μου, ως Εισαγγελέως της έδρας, καθώς και από την παράστασή μου στη δίκη που πρόκειται να διεξαχθεί, την 22 Μαΐου 2025 ενώπιον του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, επί της ανωτέρω υποθέσεως (.../2026), υπ' αριθ. "..."εκθέματος>.

Από τα ως άνω προκύπτει ότι η προς εκδίκαση αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Α. Β. , αφορά το ίδιο βιοτικό συμβάν το οποίο αφορά τον αφυπηρετήσαντα Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λ. Σ. του Λ. , με τον οποίο ο δηλών συνδέεται με στενό συγγενικό δεσμό, αφού είναι αδέλφια, άρα συντρέχει στο πρόσωπο του δηλούντος, αφ' ενός λόγος αποκλεισμού του, από την επεξεργασία της εν λόγω υπόθεσης (.../2026), υπ' αριθ. "..." εκθέματος και την παράστασή του στη δίκη που πρόκειται να διεξαχθεί κατά την δικάσιμο της 22.05.2026 στο δικαστήριο του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και αφ'ετέρου σοβαρός λόγος ευπρέπειας που επιβάλλει την αποχή του, από την άσκηση των καθηκόντων του, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, αφού καλείται να αποφανθεί επι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την οποία ο αναιρεσείων ζητεί να αναιρεθεί η ως άνω καταδικαστική σε βάρος του απόφαση , η οποία είναι αποτέλεσμα της αρχικής δικής του καταμήνυσης σε βάρος του εισαγγελέως Εφετών … και αδελφού του δηλούντος, Λ. Σ.

Για τους ανωτέρω λόγους επιβάλλεται να απόσχει ο εν λόγω εισαγγελικός λειτουργός από την άσκηση των καθηκόντων του, ως εισαγγελέως, ώστε να μη μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο αυτού.

Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη δήλωση αποχής πρέπει να γίνει δεκτή κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 1.4.2026 με αριθμό πρωτ. ...2026 δήλωση αποχής, του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κ. Σ.

Αποφαίνεται ότι ο ανωτέρω εισαγγελικός λειτουργός, ο οποίος έχει ορισθεί ως Εισαγγελέας της έδρας, κατά τη δικάσιμο της 22/5/2026 του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, πρέπει να απόσχει των καθηκόντων του κατά την εκδίκαση της από 2/02/2026 αίτησης αναίρεσης του Α. Β. του Ν. , κατά της υπ' αριθ. 16 από 21/1/2026 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βοιωτίας, που έχει λάβει αριθμό εκθέματος (11) και έχει προσδιοριστεί για την ανωτέρω δικάσιμο.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2026.

Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή