Απόφαση 662 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 662/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Ειρήνη Νικολάου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Ε. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Χόρτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ3518/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Μ. Ι. χήρα Ι. Ι. , κάτοικο ... , που δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. ...2026 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2026.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η με αρ. έκθ. κατ. ...2026 αίτηση του Α. Μ. του Ε. , κατοίκου ... , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3518/7.11.2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο, κατ' άρθρο 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. , ειδικό βιβλίο στις 9/1/2026 και η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 29/1/2026, περιέχει δε λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. Επομένως, η υπό κρίση αναίρεση είναι παραδεκτή (άρθρα 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3 εδ. α', 474 παρ. 1 και 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 α' Κ.Π.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Σημειώνεται ότι η υποστηρίζουσα την κατηγορία Μ. χήρα Ι. Ι. , παρότι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί μετά ή δια συνηγόρου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το από 19/3/2026 αποδεικτικό επίδοσης, που συντάχθηκε από τον επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Ν. και βρίσκεται στη δικογραφία, δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθρο 512 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ.).
Πλην όμως, η συζήτηση της υπόθεσης, εφόσον εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, γίνεται σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ).
Ι. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες, για τον κατηγορούμενο, διατάξεις". Αναλόγου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019), ισχύοντος από 1/7/2019 (άρθρο 460). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά τον χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014).
Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νΠ.Κ. , ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από την σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής ποινής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 224 του προϊσχύσαντος (μέχρι 30/6/2019) Π.Κ. (ψευδορκία), που ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο τέλεσης (15/6/2018) της ένδικης πράξης, "1. Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 παρ. 1 του ισχύοντος (από 1/7/2019) Π.Κ. , που τιτλοφορείται "ψευδής κατάθεση", "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή". Η διάταξη αυτή (ψευδής κατάθεση) του νέου Π.Κ. , στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) του προηγούμενου Π.Κ. , είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του ισχύσαντος μέχρι 30/6/2019 Π.Κ. , αφού για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο όριο, ελάχιστο και ανώτατο, και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τριών ετών, ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2-1 του πΠ.Κ. προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο ένα έτος και ανώτερο πέντε έτη (ΑΠ 1258/2025, ΑΠ 513/2025, ΑΠ 423/2025, ΑΠ 1113/2024, ΑΠ 519/2024).
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του νέου Π.Κ. , προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα απαιτείται: α) κατάθεση του μάρτυρος ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και, γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρος ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει (ΑΠ 423/2025, ΑΠ 1134/2024, ΑΠ 211/2024, ΑΠ 267/2023, ΑΠ 174/2023, ΑΠ 100/2023, ΑΠ 918/2022, ΑΠ 481/2022). Προϋπόθεση για την τέλεση του εγκλήματος, που πλέον αναφέρεται ρητά στη νέα ως άνω διάταξη, αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι σε συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο και αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν συμβάντα ή καταστάσεις, που έχουν σχέση με την υπόθεση, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά (ΑΠ 423/2025, ΑΠ 348/2025, ΑΠ 646/2022). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρος (ΑΠ 1258/2025, ΑΠ 1044/2021). Θεωρείται δε ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατό κατά διάταξη νόμου να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Αρμόδιοι για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων είναι οι συμβολαιογράφοι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. ε' του ν. 2830/2000, όπως επίσης και ο Ειρηνοδίκης, κατ' άρθρο 1 του ν. 1540/1944, και μέχρι την 15/3/2024, ημερομηνία έναρξης ισχύος των άρθρων 14 και 17 του ν. 5095/2024, με τα οποία, κατά τροποποίηση του άρθρου 421 του ΚΠολΔ, αφενός μεν αφαιρέθηκε η αρμοδιότητα του ειρηνοδίκη για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων και αφετέρου ανατέθηκε τέτοια σχετική αρμοδιότητα στους δικηγόρους της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή διαμονής του μάρτυρος.
Συνεπώς, αν τα πραγματικά περιστατικά που κατατίθενται από τον μάρτυρα στις ένορκες βεβαιώσεις είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, πράγμα το οποίο συμβαίνει και στην περίπτωση, κατά την οποία οι ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια. Πρέπει, όμως, για να μπορούν να ληφθούν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο σε πολιτικές δίκες, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 421 και 422 του ΚΠολΔ, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της βεβαίωσης. Η έλλειψη της κλήτευσης καλύπτεται με την παράσταση του αντιδίκου κατά τη σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης, διότι διαφορετικά οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρος για όσα περιστατικά περιέχονται σε αυτές, εκτός εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, όπου δεν απαιτείται κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που επιμελείται για τη σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης, διότι στη διαδικασία αυτή ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες ως προς την απόδειξη, τη συγκέντρωση των αποδεικτικών μέσων και την εν γένει διαδικασία συζήτησης της αίτησης (ΑΠ 1258/2025, ΑΠ 513/2025, ΑΠ 1157/2024, ΑΠ 842/2023, ΑΠ 948/2022, ΑΠ 1177/2022). Επομένως, για την πληρότητα της αιτιολογίας απόφασης, με την οποία καταδικάσθηκε κάποιος για ψευδή κατάθεση, αν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση του δράστη ενώπιον συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκη, πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση, εκτός άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί ύστερα από εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, ο οποίος επιμελήθηκε να ληφθεί η ένορκη βεβαίωση (ΑΠ 1258/2025, ΑΠ 1157/2024, ΑΠ 842/2023, ΑΠ 948/2022, ΑΠ 1177/2022, ΑΠ 454/2019).
ΙΙ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. , όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατ' άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. , για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Ειδικώς, ως προς τον δόλο, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επέλευσης ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή τον σκοπό επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και , ως εκ τούτου , καθίσταται αναιρετέα η καταδικαστική απόφαση. Έτσι, για το αξιόποινο της πράξης της ψευδούς κατάθεσης, για την υποκειμενική υπόσταση της οποίας απαιτείται άμεσος δόλος, και δη η γνώση ορισμένου περιστατικού, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που την δικαιολογούν, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η γνώση ότι τα κατατεθέντα είναι ψευδή θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη του ίδιου του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με αυτή, περιστατικών (ΑΠ 1031/2025, ΑΠ 423/2025, ΑΠ 348/2025, ΑΠ 150/2023, ΑΠ 1044/2021, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 862/2020). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ. , για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 132/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 25/2020). Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1258/2025, ΑΠ 423/2025).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 3518/7.11.2025 απόφασης, προκύπτει ότι το δικάσαν, σε δεύτερο βαθμό, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί κατάθεση υποστηρίζουσας την κατηγορία, ένορκη κατάθεση μάρτυρος υπεράσπισης, έγγραφα μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης και απολογία κατηγορουμένου) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Κρίνεται ομόφωνα ότι στοιχειοθετείται τόσον η αντικειμενική, όσον και η υποκειμενική υπόσταση του ποινικού αδικήματος (πλημμελήματος) της ψευδορκίας μάρτυρος και ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το ως άνω ποινικό αδίκημα και δη: Στην Αθήνα στις 15/6/2018 ο νυν εκκαλών- κατηγορούμενος Α. Μ. του Ε. και της Π. , ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο , ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, προκειμένου την ως άνω ένορκη βεβαίωση του που έλαβε τον αριθμό .../2018, να επικαλεσθεί και να προσκομίσει νόμιμα η συμβία και μετέπειτα σύζυγός του - αρχικά τότε συγκατηγορούμενή του και μετέπειτα αθωωθείσα με την νυν εκκαλουμένη υπ' αριθμόν ΙΕΜ 824/7ης Νοεμβρίου 2024 απόφαση του ΙΕ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών - Π. Ι. του Ι. και της Μ. , ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο εκκρεμούσε η από 1/6/2018 αγωγή της κατά των νυν εγκαλούντων γονέων της, ήτοι κατά του πατρός της Ι. Ι. του Ε. και της Ε. και κατά της μητρός της Μ. τότε συζύγου (και ήδη νυν χήρας) Ι. Ι. το γένος Χ. και Π. Π. ως εναγομένων και με την οποία (αγωγή) ζητούσε να υποχρεωθούν οι δι' αυτής εναγόμενοι ήδη νυν εγκαλούντες-γονείς της να της καταβάλλουν το συνολικό ποσόν των 52.325 ευρώ με το νόμιμο τόκο, καθώς επίσης η δεύτερη εγκαλούσα το ποσόν των 16.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο, κατέθεσε εν γνώσει του , μεταξύ άλλων , ψευδή γεγονότα. Πλέον συγκεκριμένα κατέθεσε ενόρκως ψευδώς ότι οι νυν εγκαλούντες, γονείς της συμβίας και μετέπειτα συζύγου του Π. Ι. , ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα προσωπικά αντικείμενα και κινητά πράγματα ιδιοκτησίας της, τα οποία είχε μεταφέρει και αποθηκεύσει προς φύλαξη στην οικία τους στο Περιστέρι Αττικής, συνολικής αξίας 42.325 ευρώ, καθώς και το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ και όταν ζήτησε από τους γονείς της να της τα παραδώσουν εκείνοι αρνήθηκαν ρητά. Τα ανωτέρω γεγονότα ,που διέλαβε ο κατηγορούμενος στην ένορκη βεβαίωσή του, ήταν ψευδή και αυτός το γνώριζε, αλλά απέκρυψε την αλήθεια, ότι δηλαδή οι εγκαλούντες δεν ιδιοποιήθηκαν παράνομα κινητά πράγματα της θυγατρός τους. Τούτο δε, καθ' όσον αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η ως άνω θυγατέρα των εγκαλούντων Π. του Ι. και της Μ. , ουδέποτε μετέφερε από την τότε κατοικία του συμβίου και μετέπειτα συζύγου της νυν εκκαλούντος κατηγορουμένου κειμένης στο Καματερό Αττικής, ούτε και εναπέθεσε προς φύλαξη στην οικία των γονέων της κειμένη στο Περιστέρι Αττικής χρηματικό ποσόν και τιμαλφή. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η θυγατέρα των εγκαλούντων, επικαλούμενη την διατάραξη των σχέσεων της με τον τότε συμβίο της και μετέπειτα σύζυγό της μετά του οποίου και κατά τον παρόντα χρόνο συμβιεί, νυν εκκαλούντα-κατηγορούμενο Α. Μ. του Ε. και της Π. , μετέφερε και άφησε στην ως άνω οικία των γονέων της μόνον ένα τμήμα του ρουχισμού της μικρής αξίας τοποθετημένου σε χαρτοκιβώτια. Αντιθέτως ,όμως, η ίδια δεν επιμελήθηκε οποτεδήποτε μέχρι και τον παρόντα χρόνο να αναλάβει τα ως άνω κινητά πράγματα από τον χώρο αυτόν ήτοι, από την οικία των γονέων της στο Περιστέρι Αττικής ,αδιαφορώντας προς τούτο και εν γνώσει της εγκατέλειψε (τα ως άνω κινητά πράγματα/τον ρουχισμό της) στον ίδιο ως άνω τόπο. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα ο εκκαλών-κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος (...) για το ως άνω ποινικό αδίκημα (πλημμέλημα) ,κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσης δικαστικής αποφάσεως".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο ένοχο της αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό: "Στην Αθήνα στις 15/6/2018 ο νυν εκκαλών-κατηγορούμενος Α. Μ. του Ε. και της Π. , ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο , ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, προκειμένου την ως άνω ένορκη βεβαίωσή του, που έλαβε τον αριθμό .../2018, να επικαλεσθεί και να προσκομίσει νόμιμα η συμβία και μετέπειτα σύζυγός του, αρχικά τότε συγκατηγορούμενή του (και μετέπειτα αθωωθείσα με την νυν εκκαλουμένη υπ' αριθμόν ΙΕΜ 824/7ης Νοεμβρίου 2024 απόφαση του ΙΕ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) Π. Ι. του Ι. και της Μ.) , ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο εκκρεμούσε η από 1/6/2018 αγωγή της κατά των νυν εγκαλούντων γονέων της, ήτοι κατά του πατρός της Ι. Ι. , του Ε. και της Ε. και κατά της μητρός της Μ. τότε συζύγου (και ήδη νυν χήρας) Ι. Ι. , το γένος Χ. και Π. Π. , ως εναγόμενων και με την οποία (αγωγή) ζητούσε να υποχρεωθούν οι δι' αυτής εναγόμενοι, ήδη νυν εγκαλούντες, γονείς της να της καταβάλλουν το συνολικό ποσόν των 52.325 ευρώ με το νόμιμο τόκο, καθώς επίσης η δεύτερη (Β') εγκαλούσα το ποσόν των 16.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατέθεσε εν γνώσει του ,μεταξύ άλλων, ψευδή γεγονότα. Πλέον συγκεκριμένα, κατέθεσε ενόρκως ψευδώς ότι οι νυν εγκαλούντες, γονείς της συμβίας και μετέπειτα συζύγου του Π. Ι. , ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα προσωπικά αντικείμενα και κινητά πράγματα ιδιοκτησίας της, τα οποία είχε μεταφέρει και αποθηκεύσει προς φύλαξη στην οικία τους στο Περιστέρι Αττικής, συνολικής αξίας 42.325 ευρώ, καθώς και το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ και όταν ζήτησε από τους γονείς της να της τα παραδώσουν εκείνοι αρνήθηκαν ρητά. Τα ανωτέρω γεγονότα, που διέλαβε ο κατηγορούμενος στην ένορκη βεβαίωσή του, ήταν ψευδή και αυτός το γνώριζε, αλλά απέκρυψε την αλήθεια, ότι δηλαδή οι εγκαλούντες δεν ιδιοποιήθηκαν παράνομα κινητά πράγματα της θυγατρός τους".
Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρούμενα αποτελούν ενιαίο σύνολο, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος. Τούτο δε, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού. Ειδικότερα, ως προς το ανωτέρω έγκλημα, που φέρεται ότι τελέστηκε από τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα στην Αθήνα, στις 15/6/2018, με την υπ' αριθμό ...2018 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, δεν εκτίθεται ούτε στο αιτιολογικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αν αυτή λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εγκαλούντων - αντιδίκων της ενάγουσας, Π. Ι. , προς απόδειξη της από 1/6/2018 ασκηθείσας αγωγής της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των αναφερομένων εγκαλούντων ως εναγομένων, η οποία (ενάγουσα) επιμελήθηκε για την λήψη της, έτσι ώστε σε καταφατική περίπτωση να αποτελεί αυτή (ένορκη βεβαίωση) υποστατό και νόμιμο αποδεικτικό μέσο και, συνακόλουθα, να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ενδίκου αδικήματος της ψευδούς κατάθεσης, όπως απαιτείται, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.
Περαιτέρω, δεν αιτιολογείται, ούτε στο σκεπτικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η γνώση (άμεσος δόλος) του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα η πλήρης γνώση του περί της αναλήθειας των ως άνω κατατεθέντων απ' αυτόν περιστατικών ενόρκως, αφού το δικάσαν Δικαστήριο μετά την παράθεση των φερόμενων ως ψευδών περιστατικών, καθώς και των αληθών περιστατικών, αρκείται στην αναφορά ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα επίμαχα γεγονότα, που διέλαβε στην ένορκη βεβαίωσή του, ήταν ψευδή και απέκρυψε την αλήθεια, άνευ αναφοράς πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η πηγή της γνώσης του.
Εξάλλου, δεν διαλαμβάνονται παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφαση, από τις οποίες να συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως ότι τα επίδικα γεγονότα που ενόρκως κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με αυτή, περιστατικών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας. Κατόπιν των ανωτέρω, ο συναφής λόγος αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 224 παρ. 2-1 Π.Κ. , από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. αντίστοιχα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατ' άρθρο 519 και 522 του Κ.Π.Δ. , στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 3518/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ