Απόφαση 678 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 678/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ουρανίας Σταθέα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ. , για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 319/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με κατηγορούμενο τον Η. Μ. του Γ. , κάτοικο ... , ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Μαντά και με υποστηρίζον την κατηγορία το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους Παρέδρους του ΝΣΚ Ελένη Πλασαρά και Χρήστο Πουλάκο.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ουρανία Σταθέα πρότεινε την παραδοχή της υπ' αριθμ. ...2025 έκθεσης αναίρεσης της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Γ. Ψύρη, η οποία καταχωρίστηκε στο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση αναίρεσης και τους Παρέδρους του ΝΣΚ και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ως άνω κατηγορουμένου που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ, "Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507", σύμφωνα με το οποίο, "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία, που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων, και οι εκ του άρθρου 510 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ.
Η υπό κρίση με αρ. έκθ. κατ. ...2025 αίτηση της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 319/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, με την οποία ο κατηγορούμενος Η. Μ. του Γ. , κηρύχθηκε αθώος για τις αξιόποινες πράξεις: α) της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση κατά του Ελληνικού Δημοσίου με σκοπούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ και β) της απάτης κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά του Ελληνικού Δημοσίου με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας του ενός μηνός από την καταχώρηση (8.5.2025) της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του εκδόσαντος αυτήν ως άνω Δικαστηρίου, με δήλωση της Εισαγγελέα στην Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 462 περ. β', 464, 474 παρ.4, 504 παρ.1, 505 παρ.2α', 507 και 508 του ΚΠΔ και για τους λόγους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των ανωτέρω αναιρετικών λόγων της.
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά, εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 34/2026,ΑΠ 630/2025, ΑΠ 509/2025). Ως επιεικέστερος δε νόμος θεωρείται, όχι μόνο αυτός που προσδιορίζει το είδος και το ύψος της ποινής, αλλά και κάθε διάταξη, που μπορεί να επηρεάσει την τύχη του κατηγορούμενου (ΑΠ 959/2024). Στις διατάξεις περί πλαστογραφίας, σε βαθμό κακουργήματος (ΠΚ 216 παρ.3-2 και 1) του ισχύσαντος μέχρι την 30.6.2019 Ποινικού Κώδικα, [που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της αντίστοιχης ένδικης πράξης - μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία πάντως από 13.6.2018 έως 14.11.2008], ορίζεται ότι: "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται .......... Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος με τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1, 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι (120.000) ευρώ". Στο αντίστοιχο άρθρο 216 παρ. 1,2 και 4 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ ορίζεται ότι: "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται ....... 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος με τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο.3...4. Αν οι πράξεις των παραγράφων 1 και 2 στρέφονται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει συνολικά τις 120.000 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Οι πράξεις αυτές παραγράφονται μετά είκοσι έτη". Από τα παραπάνω είναι προφανές, ότι για το αδίκημα της πλαστογραφίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, που έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, όταν το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει συνολικά τις 120.000 ευρώ, ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο και, συνεπώς, εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, είναι η διάταξη του πρ. ΠΚ, [χωρίς, όμως, την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης πλαστού εγγράφου, καθόσον η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου δεν αποτελεί πλέον επιβαρυντική περίσταση κατά την παρ. 1, αλλά αυτοτελή πράξη (παρ. 2) που συρρέει φαινομενικά (όταν αφορά τον τελέσαντα την πλαστογραφία) και όταν ακολουθεί την πλαστογραφία απορροφάται από την τελευταία (ΑΠ 1066/2023)], αφού με αυτήν απειλείται ποινή κάθειρξης με μικρότερο κατώτατο όριο (κάθειρξη 5 ετών), έναντι της αντίστοιχης διάταξης του ν. ΠΚ, με την οποία απειλείται ποινή κάθειρξης με ανώτερο κατώτατο όριο (κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών) και χρηματική ποινή.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ) από τον υπαίτιο, ο οποίος να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαίτου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση (ΑΠ537/2024, ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 835/2022, ΑΠ 886/2020). Έτσι, εκτός από το σκοπό παραπλάνησης που πρέπει να έχει ο δράστης και μπορεί να αφορά τον παραπλανώμενο ή τρίτον, απαιτείται επιπλέον το πλαστό έγγραφο να μπορεί αντικειμενικά με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να είναι πρόσφορο να παράγει έννομες συνέπειες, ενώ η επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου δεν αποτελεί στοιχείο του άνω εγκλήματος (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 581/2021, ΑΠ 1364/2020,ΑΠ 1491/2019) και τούτο, διότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάθεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτή, δια της συστηματικής ένταξής της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των έγγραφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 616/2023, ΑΠ 814/2022). Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, μεταξύ άλλων, και σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαίτιου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν, όπως προαναφέρθηκε, το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, ενώ είναι αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μετάθεσης, στην οποία απέβλεψε ο δράστης, επιτεύχθηκε ή όχι, ούτε είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι αμέσως συνδεδεμένη με αυτή, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει, με την πλαστογραφία, παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και ότι με την κατάρτιση του πλαστού ή τη νόθευση γνήσιου εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις, για να υπάρξει, στη συνέχεια, η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.
Συνεπώς, για τη θεμελίωση του αξιόποινου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη, σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικά ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης ( ΑΠ 1066/2023, ΑΠ 1/2021, ΑΠ 930/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου άρθ. 46 παρ. 1 α' πρ. ΠΚ (άρθρο 46 πρ.1 του ισχύοντος ΠΚ) "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικά μεν: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, με την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τι συνίστανται οι προτροπές, παραινέσεις, πειθώ ή φορτικότητα κλπ, που τυχόν χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός (ΑΠ 189/2025, ΑΠ 930/2023, ΑΠ 616/2023) και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής κατά την αντικειμενική της υπόσταση, μη απαιτουμένου να διαπράξει αυτή και κατά την υποκειμενική της υπόσταση και τούτο, διότι, κατά το άρθρο 48 ΠΚ, το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αφού ο τελευταίος αρκεί να τελέσει την πράξη μόνον κατά την αντικειμενική της υπόσταση και όχι και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, λόγω έλλειψης δόλου από μέρους του, όπως όταν παραπλανήθηκε στο να τελέσει την πράξη. Υποκειμενικά δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή συνειδητή και ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, όπως συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο αδίκημα της πλαστογραφίας, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε, ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, ενώ δεν απαιτείται να είναι γνωστό το πρόσωπο του δράστη της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, ο οποίος μπορεί να είναι και άγνωστος (ΑΠ 688/2025, ΑΠ 86/2025, ΑΠ 517/2024, ΑΠ 1070/2023).
Περαιτέρω, στις διατάξεις περί απάτης, σε βαθμό κακουργήματος (ΠΚ 386 παρ.3 και 1) του ισχύσαντος μέχρι την 30.6.2019 Ποινικού Κώδικα, [που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης -από 13.6.2008 έως 20.3.2012- της αντίστοιχης ένδικης πράξης], ορίζεται ότι: "1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται...2.... 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α)...β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000). Το παραπάνω άρθρο 386 μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), δηλαδή από 1.7.2019, διαμορφώθηκε ως εξής: "1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται... Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη". Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι για το αδίκημα της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, που έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, όταν η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ η διάταξη του παλαιού ΠΚ είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο, και, συνεπώς, εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, αφού με αυτήν απειλείται ποινή κάθειρξης με μικρότερο κατώτατο όριο(κάθειρξη 5 ετών), έναντι της αντίστοιχης διάταξης του ν. ΠΚ, με την οποία απειλείται ποινή κάθειρξης με ανώτερο κατώτατο όριο (κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών) και χρηματική ποινή.
Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικά δεν επιτευχθεί το όφελος αυτό, β) εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή, η παράσταση δε ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και τη, συνεπεία αυτής, πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Η κατά τα προεκτεθέντα "παραπλάνηση" του άλλου πραγματώνεται με τρεις, υπαλλακτικά μικτούς, τρόπους (παράσταση, απόκρυψη, παρασιώπηση), οι οποίοι κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα και διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, δηλαδή με την παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Ως "γεγονότα", κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα, τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, κατά προεκτεθέντα, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος (ΑΠ 909/2024).Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Εντεύθεν, απάτη είναι δυνατόν να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή σε πολιτική δίκη, δια της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος (να) υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων από τα οποία ο δικαστής παραπλανήθηκε και εξέδωσε απόφαση, συνεπεία της οποίας επήλθε βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου (ΑΠ 1063/2023).
Εξάλλου, από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι η κακουργηματική μορφή της απάτης, μεταξύ άλλων, και σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου, πληρούται, όταν, όπως προαναφέρθηκε, η ζημία που προκλήθηκε και το επιτευχθέν παράνομο όφελος υπερβαίνει το ποσό των [120.000] ευρώ (ΑΠ 550/2025, ΑΠ 38/2024, ΑΠ 971/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "Όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ)". Κατά την αντίστοιχη διάταξη του νέου ΠΚ "1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την, περιγραφόμενη στο νόμο, αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Μεταξύ της προγενέστερης διατύπωσης της απόπειρας και της ήδη ισχύουσας, δεν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή, καθόσον πρόκειται για διαφορετική περιγραφή του ίδιου ουσιαστικά πράγματος, δηλαδή της αρχής εκτέλεσης στην απόπειρα, που είναι η πράξη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής, που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί (ΑΠ 952/2022, ΑΠ 949/2022). Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με την μορφή απόπειρας, τόσον όταν ο δράστης επιχειρήσει πράξη που κατευθύνεται στην παραπλάνηση του άλλου και κατά την πρόθεσή του οδηγεί στην περιουσιακή διάθεση, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε ή ολοκληρώθηκε μεν, αλλά δεν προκάλεσε πλάνη ή περιουσιακή ζημία, όσο και όταν η συμπεριφορά του δράστη τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση συνάφεια προς την αντικειμενική υπόσταση της απάτης, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε αποκοπεί για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 550/2025, ΑΠ 952/2024, ΑΠ 267/2023). Για τη στοιχειοθέτηση της απόπειρας απάτης απαιτείται ο δράστης να έχει γνώση ως προς το ψευδές των παραστάσεων και να επιδιώκει την εξαπάτηση του παραπλανώμενου, με την πράξη, που ενέχει αρχή εκτέλεσης αυτής, αποσκοπώντας στην επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους (ΑΠ 550/2025, ΑΠ 952/2024). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42, 216 και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και καμιά από αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, διότι η κάθε μία από αυτές είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία συστατικό στοιχείο της άλλης ή επιβαρυντική περίσταση, ούτε και αναγκαίο μέσο διάπραξης αυτής (ΑΠ 267/2023, ΑΠ 1045/2019). Η απόπειρα, όμως, της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με σκοπό περιποίησης οφέλους (άρθρο 216 παρ. 3 του ΠΚ), όταν τα παρασταθέντα για την απάτη ψευδή γεγονότα, ως αληθή, ταυτίζονται με τα συγκροτούντα τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού εγγράφου, ενώ συρρέουν αληθινά όταν συντρέχουν και άλλες ψευδείς παραστάσεις που δεν ταυτίζονται με τις αποτελούσες μόνο τη χρήση του πλαστού εγγράφου)( ΑΠ 267/2023, ΑΠ 1045/2019). Οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης, εάν εστρέφοντο κατά του Δηµοσίου ή Νοµικών Προσώπων Δηµοσίου Δικαίου ή των λοιπών νοµικών προσώπων, που αναφέροντο στο άρθρο 263 Α του προϊσχύσαντος ΠΚ, και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζηµία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε σ` αυτά υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, τιμωρούντο με ποινή κάθειρξης και, αν συνέτρεχαν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, με ποινή ισόβιας κάθειρξης, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ισχύσαντος µέχρι την 30.6.2019 Ν.1608/1950. Ο νόμος αυτός, ο οποίος δεν καθιέρωνε αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε µετέβαλε τους όρους και τα στοιχεία που ορίζοντο από τις οικείες διατάξεις του ΠΚ για τα εγκλήµατα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, αλλά επαύξανε, υπό ορισµένες προϋποθέσεις, την ποινή και καθιστούσε την πράξη κακουργηµατική, καταργήθηκε µε τη διάταξη του άρθρου 462 του ισχύοντος ΠΚ, η οποία, ως ευµενέστερη εφαρµόζεται και στην προκειµένη περίπτωση (ΑΠ 210/2022).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 98 παρ. 1 πρ. και ν. ΠΚ προκύπτει ότι, "κατ` εξακολούθηση έγκλημα", είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες (μερικότερες) ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά, μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεσή τους απόφασης (ενότητα δόλου). Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορούμενου, προκύπτει ότι το κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή), όμως, το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος.
Συνεπώς, η καθεμία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ` εξακολούθηση έγκλημα διατηρεί την αυτοτέλειά της ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος αναλόγως του ποσού οφέλους ή βλάβης. Αντίθετα, επί του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, που ορίζεται με την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 98 ΠΚ, ο δράστης αποβλέπει στο συνολικό αποτέλεσμα των πράξεών του, που συνίσταται στην τελική συνολική αξία του αντικειμένου της αξιόποινης πράξης, βάσει της οποίας διαμορφώνεται ο ποινικός χαρακτηρισμός της. Στην περίπτωση αυτή, το κατ' εξακολούθηση έγκλημα αντιμετωπίζεται ως ενιαίο έγκλημα, με συνέπεια οι επί μέρους πράξεις να χάνουν την αυτοτέλεια τους, ο χρόνος της παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας πράξης του δράστη(ΑΠ 1162/2025, ΑΠ 212/2022, ΑΠ 101/2022).
ΙΙ. Έλλειψη της απαιτούμενης, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, προκειμένου ειδικά για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ.53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορούμενου, υπάρχει όταν: α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις), για τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχόμενης αξιόποινης πράξης.
Εξάλλου, γίνεται δεκτό ότι όταν πρόκειται για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του στο σύνολό τους κάποια έγγραφα ή το συνολικό περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων ή ότι δεν πραγματοποίησε τον επιβαλλόμενο από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 509/2025, ΑΠ 549/2023,ΑΠ 626/2019). Ειδικά, στην αθωωτική απόφαση, για να είναι αυτή αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν δεν είναι βέβαιο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη στο σύνολό τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων. Ούτε αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης μόνη η σκέψη, ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορούμενου ή ότι δεν πείσθηκε το Δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας ((ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 509/2025, ΑΠ 909/2024, ΑΠ 694/2023).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση( ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1477/2025, ΑΠ 594/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι: "...δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδόθηκαν με το κατηγορητήριο που περιέχεται στο με αριθμό .../2023 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών όπως αυτές περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας και γι'αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτών. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι (ακολουθεί η παράθεση των ένδικων αξιόποινων πράξεων, όπως ακριβώς αναφέρονται στο διατακτικό)... Με βάση τις ανωτέρω κατηγορίες καθίσταται σαφές ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να διαγνωστεί η ενοχή του κατηγορουμένου για όλες τις ανωτέρω σε αυτόν αποδοθείσες με το κατηγορητήριο πράξεις, είναι η απόδειξη της πλαστότητας των ανωτέρω διαθηκών εν γνώσει του ανωτέρω κατηγορουμένου, ο οποίος (ειδικά ως προς την πρώτη ανωτέρω πράξη) θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι είναι και ο ηθικός αυτουργός της πλαστογραφίας αυτών. Με βάση, όμως, όλα τα ανωτέρω αναγραφόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι οι ανωτέρω διαθήκες είναι πλαστές, ούτε ότι ο κατηγορούμενος με οποιουδήποτε είδους προτροπές, πειθώ και φορτικότητα έπεισε (τον ούτως ή άλλως άγνωστο και κατά το κατηγορητήριο) φερόμενο φυσικό αυτουργό της πλαστογραφίας να προβεί σε τέτοια πράξη (δημιουργία εξ υπαρχής πλαστών διαθηκών της ανωτέρω διαθέτιδος, γιαγιάς του κατηγορουμένου). Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω αναφερόμενη αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δικαστικού Γραφολόγου Ν. Κ. , ο οποίος ορίστηκε ως πραγματογνώμων με Διάταξη του Ανακριτή της παρούσας υπόθεσης, οι ανωτέρω δύο διαθήκες έχουν συνταχθεί ως προς το κείμενο και τις υπογραφές τους από το ίδιο πρόσωπο και το πρόσωπο αυτό δεν είναι ο κατηγορούμενος, ενώ δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα (λόγω έλλειψης σχετικών συγκριτικών στοιχείων) αν ο συντάκτης αυτών είναι η ανωτέρω διαθέτης ή άλλο τρίτο (πλην αυτής και του κατηγορουμένου) πρόσωπο. Μη αποδεικνυομένης της πλαστότητας των ανωτέρω διαθηκών δεν είναι δυνατή η απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου για τις ανωτέρω πράξεις (ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και απάτης με τη χρήση των ανωτέρω πλαστών διαθηκών ως ανωτέρω εκτίθεται).
Εξάλλου, το καθεστώς ιδιοκτησίας των ανωτέρω ακινήτων παραμένει αμφισβητήσιμο, χωρίς πάντως το Ελληνικό Δημόσιο να έχει ασκήσει κάποια αγωγή κατά του κατηγορουμένου για τη διεκδίκηση των επιδίκων ανωτέρω ακινήτων, που ο τελευταίος φέρεται να προσπάθησε να ιδιοποιηθεί, εμφανιζόμενος ως κύριος αυτών βάσει των ανωτέρω διαθηκών, ούτε έχει προβεί σε οποιαδήποτε άλλη σχετική κίνηση (πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, διεκδίκηση αποζημίωσης χρήσης κλπ). Όλα τα έγγραφα που το υποστηρίζον την κατηγορία Ελληνικό Δημόσιο προσκόμισε, όπως και τα έγγραφα του κατηγορητηρίου, δεν οδηγούν με βεβαιότητα σε συμπέρασμα ότι τα ανωτέρω ακίνητα ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο ή έστω σε τρίτο (πλην του κατηγορουμένου) πρόσωπο. Προσκομίζονται κυρίως έγγραφα Δημοσίων Υπηρεσιών που αναγράφουν τις απόψεις τους για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιοχής, ενώ οι δικαστικές αποφάσεις που προσκομίζονται δεν αφορούν τα επίδικα ακίνητα αλλά άλλα που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή αυτών. Σημειώνεται ότι στο παραπεμπτικό ανωτέρω βούλευμα αναγράφεται ως επιχείρημα για την ενοχή του κατηγορουμένου ο ισχυρισμός ότι ο τελευταίος προέβη μόνο σε δημοσίευση των ανωτέρω διαθηκών και όχι στην κήρυξη κάθε μίας εξ αυτών ως κυρίας, ενώ στο ίδιο το βούλευμα (στο διατακτικό αυτού) αναγράφεται το πραγματικό γεγονός της κήρυξης αυτών ως κυριών το έτος 2011 (προσκομίστηκε και η σχετική με αριθμό 574/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος δήλωσε τα ακίνητα αυτά στο Ε9 ήδη από το έτος 1997 (που έλαβε χώρα για πρώτη φορά η υποχρεωτική υποβολή από όλους τους πολίτες του σχετικού εντύπου δήλωσης ακινήτων), χωρίς να αποδεικνύεται ότι οι σχετικές δηλώσεις είναι πλαστές.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω διαθέτης γιαγιά του κατηγορουμένου ήρθε ως πρόσφυγας στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή έχοντας ήδη κάποια χρήματα και μετά από εργασία 30 ετών, ήταν σε θέση να αγοράσει ατύπως (χωρίς τη σύνταξη σχετικών συμβολαίων) μεταξύ των ετών 1950 και 1960 (μικρής άλλωστε τότε) αξίας ακίνητα στην ευρύτερη περιοχή της … και του … από φερομένους ως τότε ιδιοκτήτες της περιοχής, δεδομένου ότι στην ευρύτερη περιοχή (ιδίως της …) πολλοί πρόσφυγες (κυρίως …) είχαν αγοράσει ακίνητα, δημιουργώντας και συνοικισμό με την επωνυμία "...". Κάποια από αυτά θυμόταν και ο κατηγορούμενος ότι νεμόταν η γιαγιά του, έχοντας και ίδιος μεταβεί εκεί κατά την παιδική του ηλικία και αργότερα για διακοπές και επιτήρηση. Όταν ξεκίνησε η κτηματογράφηση της περιοχής, ο κατηγορούμενος αναζήτησε έγγραφα και πληροφορίες από παλαιούς κατοίκους για τα ακίνητα αυτά και γι αυτό δεν είναι μη αναμενόμενη η κινητοποίηση αυτού κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο, όπως και η καθυστερημένη εύρεση των ανωτέρω διαθηκών, όπως την περιγράφει ο ίδιος στην απολογία του και η σύζυγος του στην μαρτυρική της κατάθεση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι βρέθηκε και δεύτερη διαθήκη με την οποία η διαθέτης φέρεται να καθιστά κληρονόμο τον κατηγορούμενο στα ανωτέρω ακίνητα που δεν αναφερόταν στην πρώτη εξ αυτών, δεν αποδεικνύει σχεδιασμό του κατηγορουμένου, αφού θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να φροντίσει να κατασκευάσει εξ υπαρχής μία πλαστή διαθήκη που θα περιλάμβανε όλα τα επίμαχα ακίνητα.
Εξάλλου, η χωριστή δήλωση αποδοχής κληρονομιάς για κάθε ακίνητο χωριστά (με διαφορετικό συμβόλαιο ακόμα και την ίδια ημέρα ή του ίδιου συμβολαιογράφου κατά περίπτωση) δεν μπορεί να οδηγήσει ως γεγονός από μόνο του σε κρίση ενοχής του κατηγορουμένου. Σκοπός της κίνησης αυτής του τελευταίου ήταν να υπάρχει η δυνατότητα ανάκλησης κάποιας εξ αυτών, όπως και έγινε για δύο από τα πέντε ανωτέρω ακίνητα για τους λόγους που περιγράφει στην απολογία του (δεν μπορούσε να ταυτοποιήσει επακριβώς επί του εδάφους τα συγκεκριμένα ακίνητα, δεδομένων των αλλαγών που είχαν λάβει χώρα στην περιοχή, όπως αύξηση δόμησης, διάνοιξη δρόμων, καταπατήσεις τρίτων κλπ) δεδομένου ότι αυτός για κάποιο χρονικό διάστημα δεν είχε μεταβεί στα ανωτέρω ακίνητα (σχετική και η κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως ανωτέρω συζύγου αυτού). Σημειώνεται ότι η πρώτη ανάρτηση- δημοσιοποίηση των στοιχείων δηλώσεων στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο για τις ανωτέρω αναγραφόμενες περιοχές έλαβε χώρα το 2012, όπως σαφώς κατέθεσε και η πρώτη ανωτέρω μάρτυς του κατηγορητηρίου και δεν αποδείχθηκε με ποιον τρόπο μπορεί να πληροφορήθηκε ο κατηγορούμενος ότι τα επίμαχα ακίνητα δεν είχαν δηλωθεί από κάποιον φερόμενο ιδιοκτήτη στο Κτηματολόγιο και ήταν αδέσποτα ώστε να ισχυριστεί αυτός ότι είναι ιδιοκτήτης αυτών ήδη από τα τέλη του έτους 2008 και τις αρχές του έτους 2009 (με την υποβολή της πρώτης δήλωσης ιδιοκτησίας αυτών στο Κτηματολόγιο με αιτία αρχικά την έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι ακόμα δεν γνώριζε για την ύπαρξη των ανωτέρω διαθηκών). Γι' αυτό και δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι για κάποια εξ αυτών προέβη σε εκπρόθεσμη δήλωση (πάντως όλα είχαν δηλωθεί μέχρι και τον Μάρτιο του έτους 2009, ενώ η προθεσμία είχε λήξει το Νοέμβριο του έτους 2008).
Άλλωστε, λόγω μεγάλης προσέλευσης των πολιτών για δήλωση ακινήτων στο αρμόδιο Γραφείο είχε δοθεί η δυνατότητα να προσέρχονται (σε συγκεκριμένη ημερομηνία μετά τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας) και καθυστερημένα χωρίς άλλες συνέπειες οι πολίτες αφού είχαν ήδη λάβει ένα σημείωμα όπου αναγραφόταν σχετική η ημερομηνία προσέλευσης, όπως κατέθεσε και η ανωτέρω πρώτη μάρτυς του κατηγορητηρίου. Ήδη, μάλιστα, μετά την πρώτη επεξεργασία των σχετικών δηλώσεων, όπως κατέθεσε η πρώτη ανώτερω μάρτυς του κατηγορητηρίου, τα ακίνητα που δήλωσε ο κατηγορούμενος στο Κτηματολόγιο, εκτός από ένα για το οποίο ο ίδιος δεν διεκδικεί πλέον και έχει προβεί σε δήλωση ανάκλησης της σχετικής αποδοχής της κληρονομιάς, έχει κριθεί ότι ανήκουν σε αυτόν εξ ολοκλήρου (για τα τρία εξ αυτών- συμπεριλαμβανομένου και ενός για το οποίο προέβη σε ανάκληση της αποδοχής κληρονομιάς) ή κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του (για το ανωτέρω ακίνητο που βρίσκεται στην περιοχή "…" του …). Και ο δεύτερος μάρτυς - πρώην υποθηκοφύλακας …-που κλήθηκε με επιμέλεια του υποστηρίζοντος της κατηγορία Ελλ. Δημοσίου, δεν ισχυρίστηκε με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος είναι καταπατητής, απλώς θεώρησε ύποπτα τα ανωτέρω αναφερόμενα γεγονότα (κυρίως αυτά της καθυστερημένης δημοσίευσης των ανωτέρω διαθηκών και των ως άνω χωριστών δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς) και αποφάσισε να υποβάλει την ανωτέρω αναγνωσθείσα αναφορά (που αποτέλεσε αφορμή για τη δίωξη του κατηγορουμένου) κατόπιν διαμαρτυρίας σε αυτόν από ιδιώτη (όχι του Ελληνικού Δημοσίου) περί καταπάτησης της περιουσίας του από τον κατηγορούμενο που δεν επαληθεύτηκε ότι έλαβε χώρα. Με βάση όλα τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα (ούτε) ότι ο κατηγορούμενος εξαπάτησε τους ανωτέρω συμβολαιογράφους, τον ανωτέρω Υποθηκοφύλακα ή το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο προβαίνοντας στις σχετικές ανωτέρω πράξης αποδοχής κληρονομιάς, μεταγραφής αυτών και δηλώσεις ιδιοκτησίας αντίστοιχα, κατά τα προεκτεθέντα".
Ακολούθως, το δικάσαν, σε πρώτο βαθμό, Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, κήρυξε αθώο τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο των ενδίκων πράξεων 1] της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου με σκοπούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω του ποσού των 120.000 ευρώ και 2] της απάτης [τετελεσμένης και σε απόπειρα] κατ' εξακολούθηση σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω του ποσού των 120.000 ευρώ, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό :"Στους κάτωθι τόπους και χρόνους με περισσότερες κατ' εξακολούθηση πράξεις τέλεσε περισσότερα αδικήματα, που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα: Α) Στην Αθήνα και στους κάτωθι χρόνους, ενεργήσας εκ προθέσεως, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει το έγκλημα της πλαστογραφίας και δη να καταρτίσει πλαστά έγγραφα και ακολούθως, ο ίδιος έκανε χρήση αυτών, έχοντας σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, την πράξη του δε αυτή ο κατηγορούμενος τέλεσε εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του συνολικό περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ, με αντίστοιχη ισόποση συνολική ζημία της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα: 1) Σε άγνωστο ακριβές χρονικό σημείο, αλλά πάντως έως την 13/06/2008, με παραινέσεις προτροπές, πειθώ και φορτικότητα, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλο, άγνωστο μέχρι σήμερα, πρόσωπο την απόφαση και εκείνο κατήρτισε την από .../1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, φερόμενη ως συνταχθείσα και υπογραφείσα από την έχουσα αποβιώσει την .../1972 γιαγιά του κατηγορουμένου, Ε. , χήρα Π. Μ. , το γένος Θ. Μ. , με την οποία η ανωτέρω εφέρετο ότι εγκαθιστούσε τον κατηγορούμενο κληρονόμο της: α) σε ένα οικόπεδο κείμενο εντός του ρυμοτομικού σχεδίου ... της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας … , εμβαδού 3.521,30 τ.μ., το οποίο είχε αποκτήσει με άτυπη αγορά ήδη από το έτος 1960 και νεμόταν έκτοτε έως τον θάνατο της και β) σε ένα οικόπεδο κείμενο εντός του σχεδίου της κοινότητας … , εμβαδού 2.040 τ.μ., το οποίο είχε αποκτήσει με άτυπη αγορά ήδη από το έτος 1960 και νεμόταν έκτοτε έως τον θάνατο της. Ακολούθως, δε, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση της ως άνω πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης: α) δημοσιεύοντας αυτή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς κατά τη συνεδρίαση της 13ης/06/2008 με αριθμό πρακτικού δημοσίευσης .../2008, β) κατά τη σύνταξη της από 15/10/2008 με αριθμό ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Β. Β. αποδεχόμενος την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά σε ένα οικόπεδο κείμενο εντός του ρυμοτομικού σχεδίου ... της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας … , εμβαδού 3.521.30 τ.μ. και γ) κατά τη σύνταξη της από 16/01/2009 με αριθμό ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Β. Β. αποδεχόμενος την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά σε ένα οικόπεδο κείμενο εντός του σχεδίου της κοινότητας … , εμβαδού 2.040 τ.μ. , 2) Σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, πάντως έως την 14/11/2008, με παραινέσεις, προτροπές, πειθώ και φορτικότητα, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλο, άγνωστο μέχρι σήμερα, πρόσωπο την απόφαση και εκείνο κατήρτισε την από 23/03/1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη φερόμενη ως συνταχθείσα και υπογραφείσα από την έχουσα αποβιώσει την .../1972 γιαγιά του κατηγορουμένου Ε. , χήρα Π. Μ. , το γένος Θ. Μ. , με την οποία η ανωτέρω εφέρετο ότι εγκαθιστούσε τον κατηγορούμενο ως κληρονόμο της: α) σε έναν αγρό κείμενο στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου … , εμβαδού 14.935 τ.μ. , τον οποίο είχε αποκτήσει με άτυπη αγορά ήδη από το έτος 1950 και νεμόταν έκτοτε έως τον θάνατο της, β) σε ένα οικόπεδο κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας … , επί των οδών ... , εμβαδού 3.463 τ.μ. , το οποίο είχε αποκτήσει με άτυπη αγορά ήδη από το έτος 1960 και νεμόταν έκτοτε έως τον θάνατο της και γ) σε ένα οικόπεδο κείμενο εντός του σχεδίου της δημοτικής κοινότητας … του Δήμου … , επί της οδού ... , εμβαδού 2.013 τ.μ. Ακολούθως, δε, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση της ως άνω πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης: α) δημοσιεύοντας αυτή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς κατά τη συνεδρίαση της 14ης/11/2008 με αριθμό πρακτικού δημοσίευσης .../2008, β) κατά τη σύνταξη της από 09/02/2009 με αριθμό ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Β. Β. αποδεχόμενος την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά σε έναν αγρό κείμενο στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου … , εμβαδού 14.935 τ.μ. , γ) κατά τη σύνταξη της από 09/02/2009 με αριθμό … δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Β. Β. αποδεχόμενος την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά σε ένα οικόπεδο κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας … , επί των οδών ... , εμβαδού 3.463 τ.μ. και δ) κατά τη σύνταξη της από 20/03/2012 με αριθμό … δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου … αποδεχόμενος την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά σε ένα οικόπεδο κείμενο εντός του σχεδίου της δημοτικής κοινότητας … του Δήμου … , επί της οδού ... , εμβαδού 2.013 τ.μ. Τις ως άνω δύο εξ υπαρχής πλαστές ιδιόγραφες διαθήκες, ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο από τις 120.000 ευρώ και ειδικότερα, όφελος ίσο με την αξία των ανωτέρω οικοπέδων και αγρών που κατά το έτος 2008, υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 15.000.000 ευρώ και σήμερα τα 10.000.000 ευρώ, αφού χρησιμοποιώντας τους ανωτέρω ψεύτικους τίτλους κυριότητας παραπλάνησε το Υποθηκοφυλακείο ..., αλλά και την αρχή κτηματογράφησης ως προς το πραγματικό δικαίωμα κυριότητας επί των ανωτέρω ακινήτων, αφού εμφάνισε με τις ανωτέρω πλαστές διαθήκες ότι δήθεν αυτός ως κληρονόμος ήταν κύριος αυτών, αποστερώντας από το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο τα ακίνητα ανήκαν ως αδέσποτα, το δικαίωμα κυριότητας του επί αυτών, προκαλώντας έτσι ισόποση ζημία στην περιουσία του. Β) Στην Αττική, ενεργώντας εκ προθέσεως, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών έβλαψε ξένη περιουσία και δη αυτή του Ελληνικού Δημοσίου, πείθοντας κάποιον σε πράξη με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, αυτό δε και η αντίστοιχη προξενηθείσα στην περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, καθώς επίσης, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το προαναφερόμενο αδίκημα της απάτης με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα στο Ελληνικό Δημόσιο ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, άρχισε να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, πλην όμως δεν την ολοκλήρωσε όχι με τη θέληση του, αλλά από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεως του. Εν τέλει, το παράνομο περιουσιακό όφελος του ιδίου και αντίστοιχα η προξενηθείσα εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ζημία από όλες τις ανωτέρω πράξεις του (τετελεσμένες και σε απόπειρα) υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ. Ειδικότερα: 1) Στον Πειραιά, κατά τη συνεδρίαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς της 13ης/06/2008, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ότι η από .../1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη είναι γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας την .../1972 Ε. , χήρας Π. Μ. το γένος Θ. Μ. , προσκομίζοντας ενώπιον του Δικαστή αυτή και με τον τρόπο αυτό έπεισε τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς να δημοσιεύσει με αριθμό πρακτικού δημοσίευσης .../2008 και ακολούθως να κηρύξει κυρία την ανωτέρω πλαστή διαθήκη. 2) Στον Πειραιά, κατά τη συνεδρίαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς της 14ης/11/2008, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον Δικαστή του Μονομελούς Προτωδικείου Πειραιώς ότι η από 23/03/1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη είναι γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας την .../1972 Ε. χήρας Π. Μ. το γένος Θ. Μ. , προσκομίζοντας ενώπιον του Δικαστή αυτή και με τον τρόπο αυτό έπεισε τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς να δημοσιεύσει με αριθμό πρακτικού δημοσίευσης .../2008 και ακολούθως, να κηρύξει κυρία την ανωτέρω πλαστή διαθήκη. 3) Στον … , την 15/10/2008, χρησιμοποιώντας την από .../1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη και το με αριθμό πρακτικού δημοσίευσης …/2008 ιδιόγραφης διαθήκης, προέβη στη σύνταξη της από 15/10/2008 με αριθμό ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Β. Β. , αποδεχόμενος τη δήθεν επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά αποτελούμενη από ένα οικόπεδο κείμενο εντός του ρυμοτομικού σχεδίου ... της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας … , εμβαδού 3.521,30 και αφού αιτήθηκε με την από 15/10/2008 αίτηση του στον Υποθηκοφύλακα ..., πέτυχε να μεταγραφεί η ανωτέρω δήλωση αποδοχής στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ...2008. Έτσι, αφού από τα δημόσια βιβλία προέκυπτε το δικαίωμα κυριότητας του επί του οικοπέδου, αποκόμισε, όπως σκόπευε, παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας ξένη περιουσία, καθότι με την εν γνώσει παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, πέτυχε να εμφανισθεί ως κύριος του οικοπέδου αυτού, χωρίς ποτέ να έχει στην πραγματικότητα καταστεί κύριος, διότι το συγκεκριμένο οικόπεδο ανήκε ως αδέσποτο στο Ελληνικό Δημόσιο. 4) Στον … , την 16/01/2009, χρησιμοποιώντας την από.../1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη και το με αριθμό πρακτικό δημοσίευσης …/2008 ιδιόγραφης διαθήκης, προέβη στη σύνταξη της από 16/01/2009 και με αριθμό ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Β. Β. , αποδεχόμενος τη δήθεν επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά αποτελούμενη από ένα οικόπεδο κείμενο εντός του σχεδίου της κοινότητας … , εμβαδού 2.040 τ.μ. και με αίτηση του στον Υποθηκοφύλακα … , πέτυχε να μεταγραφεί η ανωτέρω δήλωση αποδοχής στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ... Στις ενέργειες του αυτές προέβη, προκειμένου να επιτύχει την καταχώρηση εμπράγματου δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας του επί του ανωτέρω ακινήτου στους καταρτιζόμενους κτηματολογικούς πίνακες του Εθνικού Κτηματολογίου και να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου. Η πράξη, όμως, αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι με τη θέληση του κατηγορούμενου, αλλά από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεως του, ήτοι επειδή η πράξη του έγινε αντιληπτή από τρίτους και έτσι, ο κατηγορούμενος, για να αποφύγει τις εκ του νόμου συνέπειες, έσπευσε και ζήτησε από τη Συμβολαιογράφο … Β. Β. και συνετάγη η υπ' αριθ. ...2010 πράξη, με την οποία ακυρώθηκε η ανωτέρω υπ' αριθ. ...2009 πράξη της ιδίας Συμβολαιογράφου περί αποδοχής κληρονομιάς και ακολούθως, μετέγραφε την εν λόγω υπ' αριθ. ...2020 πράξη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής ... 5) Στον … , την 09/02/2009, χρησιμοποιώντας την από 23/03/1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη και το με αριθμό πρακτικό δημοσίευσης …/2008 ιδιόγραφης διαθήκης, προέβη στη σύνταξη της από 09/02/2009 με αριθμό ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Β. Β. , αποδεχόμενος τη δήθεν επαχθείσα σε εκείνον κληρονομιά αποτελούμενη από έναν αγρό κείμενο στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου … , εμβαδού 14.935 τ.μ. και με αίτηση του στον Υποθηκοφύλακα ..., πέτυχε να μεταγραφεί η ανωτέρω δήλωση αποδοχής στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ...2009. Έτσι, αφού από τα δημόσια βιβλία προέκυπτε το δικαίωμα κυριότητας του επί του αγρού αυτού, αποκόμισε, όπως σκόπευε, παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας ξένη περιουσία, ήτοι την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, καθότι με την εν γνώσει παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, πέτυχε να εμφανισθεί ως κύριος του αγρού αυτού, χωρίς ποτέ να έχει στην πραγματικότητα καταστεί κύριος, διότι το συγκεκριμένο ακίνητο ανήκε ως αδέσποτο στο Ελληνικό Δημόσιο. 6) Στον … , την 09/02/2009, χρησιμοποιώντας την από 23/03/1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη και το με αριθμό πρακτικό δημοσίευσης …/2008 ιδιόγραφης διαθήκης, προέβη στη σύνταξη της από 09/02/2009 με αριθμό … δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Β. Β. , αποδεχόμενος τη δήθεν επαχθείσα σε εκείνον κληρονομιά αποτελούμενη από ένα οικόπεδο κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας … , επί των οδών ... , εμβαδού 3,463 τ.μ. και με αίτηση του στον Υποθηκοφύλακα ..., πέτυχε να μεταγραφεί η ανωτέρω δήλωση αποδοχής στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ...2009. Έτσι, αφού από τα δημόσια βιβλία προέκυπτε το δικαίωμα κυριότητας του επί του οικοπέδου αυτού, αποκόμισε, όπως σκόπευε, παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας ξένη περιουσία, ήτοι την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, καθότι με την εν γνώσει παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, πέτυχε να εμφανισθεί ως κύριος του οικοπέδου αυτού, χωρίς ποτέ να έχει στην πραγματικότητα καταστεί κύριος, διότι το συγκεκριμένο οικόπεδο ανήκε ως αδέσποτο στο Ελληνικό Δημόσιο. 7) Στη … , την 20/03/2012, χρησιμοποιώντας την από 23/03/1972 πλαστή διαθήκη και το με αριθμό πρακτικό δημοσίευσης …/2008 ιδιόγραφης διαθήκης, προέβη στη σύνταξη της από 20/03/2012 με αριθμό … δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου … Ι. Κ. , αποδεχόμενος τη δήθεν επαχθείσα σε εκείνον κληρονομιά, αποτελούμενη από ένα οικόπεδο εντός του σχεδίου της δημοτικής κοινότητας … του Δήμου … , επί της οδού ... , εμβαδού 2.013 τ.μ. και με αίτηση του στον Υποθηκοφύλακα ... , πέτυχε να μεταγραφεί η ανωτέρω δήλωση αποδοχής στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... , στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ... Στις ενέργειες αυτές προέβη προκειμένου να επιτύχει την καταχώρηση εμπράγματου δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας του επί του ανωτέρω ακινήτου στους καταρτιζόμενους κτηματολογικούς πίνακες του Εθνικού Κτηματολογίου και να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο ανήκει κατά κυριότητα το ακίνητο ως αδέσποτο. Η πράξη, όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι με τη θέληση του, αλλά από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεως του κατηγορουμένου, ήτοι επειδή η πράξη του έγινε αντιληπτή από τρίτους και έτσι, ο κατηγορούμενος, για να αποφύγει τις εκ του νόμου συνέπειες, έσπευσε και ζήτησε από τη Συμβολαιογράφο … , Σ. σύζυγο Δ. Π. και συνετάγη η υπ' αριθ. ...2013 πράξη, με την οποία ακυρώθηκε η ανωτέρω υπ' αριθ. ...2012 πράξη του Συμβολαιογράφου … Ι. Κ. περί αποδοχής κληρονομιάς. 8) Στη … , χρησιμοποιώντας την από .../1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, το με αριθ. πρακτικό δημοσίευσης …/2008 ιδιόγραφης διαθήκης την από 15/10/2008 με αριθμό ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Β. Β. , δυνάμει των οποίων αποδέχθηκε τη δήθεν επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά αποτελούμενη από ένα οικόπεδο κείμενο εντός του ρυμοτομικού σχεδίου ... της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας … εμβαδού 3.521,30 και αφού αιτήθηκε με την από 15/10/2008 αίτηση του στον Υποθηκοφύλακα ... και πέτυχε να μεταγραφεί η ανωτέρω δήλωση αποδοχής στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ...2008, την 21/11/2008, προέβη σε δήλωση κτηματογράφησης ενώπιον του αρμόδιου γραφείου κτηματογράφησης της … , προκειμένου να πετύχει την καταχώρηση εγγραπτέου εμπράγματου δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας του στους καταρτιζόμενους κτηματολογικούς πίνακες του Εθνικού Κτηματολογίου και να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, καθότι με την εν γνώσει του παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, πέτυχε να εμφανισθεί ως φορέας εμπράγματου δικαιώματος κυριότητας επί του οικοπέδου αυτού έναντι όλων, χωρίς ποτέ να έχει στην πραγματικότητα καταστεί κύριος. 9) Στη … , χρησιμοποιώντας την από .../1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, το με αριθμό πρακτικό δημοσίευσης …/2008 ιδιόγραφης διαθήκης, την από 16/01/2009 με αριθμό ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Β. Β. , δυνάμει των οποίων αποδέχθηκε τη δήθεν επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά αποτελούμενη από ένα οικόπεδο κείμενο εντός του σχεδίου της κοινότητας … , εμβαδού 2.040 τ.μ. και αφού αιτήθηκε και πέτυχε να μεταγραφεί η ανωτέρω δήλωση αποδοχής στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... , στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής … , την 19/01/2009, προέβη σε δήλωση κτηματογράφησης ενώπιον του αρμόδιου γραφείου κτηματογράφησης της … , προκειμένου να πετύχει την καταχώρηση εγγραπτέου εμπράγματου δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας του στους καταρτιζόμενους κτηματολογικούς πίνακες του Εθνικού Κτηματολογίου και να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου. Ωστόσο, η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι με τη θέληση του, αλλά από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεως του, ήτοι επειδή η πράξη του έγινε αντιληπτή από τρίτους και έτσι, ο κατηγορούμενος, για να αποφύγει τις εκ του νόμου συνέπειες, έσπευσε και ζήτησε από τη Συμβολαιογράφο … Β. Β. και συνετάγη η υπ' αριθ. ...2020 πράξη, με την οποία ακυρώθηκε η ανωτέρω υπ' αριθ. ...2009 πράξη της ιδίας Συμβολαιογράφου περί αποδοχής κληρονομιάς και ακολούθως μετέγραφε την εν λόγω υπ' αριθ. ...2010 πράξη στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... , στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής ...10) Στον … , χρησιμοποιώντας την από 23/03/1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, το με αριθμό πρακτικό δημοσίευσης …/2008 ιδιόγραφης διαθήκης, την από 09/02/2009 με αριθμό ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Β. Β. , δυνάμει των οποίων αποδέχθηκε τη δήθεν επαχθείσα σε εκείνον κληρονομιά, αποτελούμενη από έναν αγρό κείμενο στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου … , εμβαδού 14.935 τ.μ. και αφού αιτήθηκε και πέτυχε να μεταγραφεί η ανωτέρω δήλωση αποδοχής στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής ...2009, την 12/02/2009, προέβη σε δήλωση κτηματογράφησης ενώπιον του αρμόδιου γραφείου κτηματογράφησης του … , προκειμένου να πετύχει την καταχώρηση του εγγραπτέου εμπράγματου δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας του στους καταρτιζόμενους κτηματολογικούς πίνακες του Εθνικού Κτηματολογίου και να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, καθότι με την εν γνώσει του παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, πέτυχε να εμφανισθεί ως φορέας εμπράγματου δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου αυτού έναντι όλων, χωρίς ποτέ να έχει στην πραγματικότητα καταστεί κύριος. 11) Στη … , χρησιμοποιώντας την από 23/03/1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, το με αριθμό πρακτικό δημοσίευσης …/2008 ιδιόγραφης διαθήκης, την από 09/02/2009 με αριθμό … δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Β. Β. , με την οποία αποδέχθηκε τη δήθεν επαχθείσα σε εκείνον κληρονομιά, αποτελούμενη από ένα οικόπεδο κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας … , επί των οδών ... εμβαδού 3.463 τ.μ. και με αίτηση του στον Υποθηκοφύλακα ..., αφού αιτήθηκε και πέτυχε να μεταγραφεί η ανωτέρω δήλωση αποδοχής στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... , στον τόμο … με αριθμόμεταγραφής ...2009, την 19/01/2009, προέβη σε δήλωση κτηματογράφησης ενώπιον του αρμόδιου γραφείου κτηματογράφησης της … , προκειμένου να πετύχει την καταχώρηση εγγραπτέου εμπράγματου δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας του στους καταρτιζόμενους κτηματολογικούς πίνακες του Εθνικού Κτηματολογίου και να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, καθότι με την εν γνώσει του παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, πέτυχε να εμφανισθεί ως φορέας εμπράγματου δικαιώματος κυριότητας επί του οικοπέδου αυτού έναντι όλων, χωρίς ποτέ να έχει στην πραγματικότητα καταστεί κύριος. 12) Στη … του Δήμου … , χρησιμοποιώντας την από 23/03/1972 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, το με αριθμό πρακτικό δημοσίευσης …/2008 ιδιόγραφης διαθήκης, την από 20/03/2012 με αριθμό … δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου … Ι. Κ. , δυνάμει τω οποίων αποδέχθηκε τη δήθεν επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά, αποτελούμενη από ένα οικόπεδο κείμενο εντός του σχεδίου της δημοτικής κοινότητας … του Δήμου … , επί της οδού ... , εμβαδού 2.013 τ.μ. και αφού με αίτηση του στον Υποθηκοφύλακα ..., πέτυχε να μεταγραφεί η ανωτέρω δήλωση αποδοχής στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής … , την 20/03/2012, προέβη σε δήλωση κτηματογράφησης ενώπιον του αρμόδιου γραφείου κτηματογράφησης της … , προκειμένου να πετύχει την καταχώρηση εγγραπτέου εμπράγματου δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας του στους καταρτιζόμενους κτηματολογικούς πίνακες του Εθνικού Κτηματολογίου και να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου. Η πράξη, όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι με τη θέληση του κατηγορουμένου, αλλά από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεως του, ήτοι επειδή η πράξη του έγινε αντιληπτή από τρίτους και έτσι, ο κατηγορούμενος, για να αποφύγει τις εκ του νόμου συνέπειες, έσπευσε και ζήτησε από τη Συμβολαιογράφο … , Σ. σύζυγο Δ. Π. και συνετάγη η υπ' αριθ. ...2013 πράξη, με την οποία ακυρώθηκε η ανωτέρω υπ' αριθ. ...2012 πράξη του Συμβολαιογράφου … περί αποδοχής κληρονομιάς. Έτσι, το παράνομο περιουσιακό όφελος του ιδίου και αντίστοιχα η προξενηθείσα εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ζημία από όλες τις ανωτέρω πράξεις απάτης (τετελεσμένες και σε απόπειρα) υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και δη ανέρχονται στο ποσό των 15.000.000 ευρώ".
Με τις ανωτέρω παραδοχές, που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, με τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση αθώωσε τον κατηγορούμενο Η. Μ. του Γ. για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις: α) της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση κατά του ελληνικού Δημοσίου με σκοπούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ και β) της απάτης κατ' εξακολούθηση [τετελεσμένης και σε απόπειρα] κατά του ελληνικού Δημοσίου με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ, στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, αφού δεν παρατίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να αιτιολογείται η απαλλακτική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, και δη γιατί τούτο δεν πείστηκε για την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, και δεν εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους τα αναφερόμενα στα πρακτικά συνεδρίασης αποδεικτικά μέσα δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα με τις ως άνω ελλιπείς, ασαφείς, αντιφατικές και επιλεκτικές αιτιολογίες να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν, και η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα: Α) Όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση κατά του ελληνικού Δημοσίου με σκοπούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ, το δικάσαν Δικαστήριο κατέληξε σε αθωωτική κρίση με τις παραδοχές ότι από όλα τα αναφερόμενα στο προϊμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι οι επίμαχες διαθήκες είναι πλαστές, ούτε ότι ο κατηγορούμενος με οποιουδήποτε είδους προτροπές, πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον άγνωστο φερόμενο ως φυσικό αυτουργό της πλαστογραφίας να προβεί στη δημιουργία εξ υπαρχής των επίμαχων πλαστών διαθηκών της φερόμενης ως διαθέτιδος, και ότι, μη αποδεικνυομένης της πλαστότητας των διαθηκών, δεν είναι δυνατή η απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου για τις ένδικες αξιόποινες πράξεις (της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και της απάτης με χρήση των ανωτέρω πλαστών διαθηκών).Τις ανωτέρω παραδοχές το δικάσαν δικαστήριο στήριξε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, επιλεκτικά στην αναγνωσθείσα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος με σχετική ανακριτική διάταξη γραφολόγου Ν. Κ. , ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αδυνατεί να απαντήσει στα τεθέντα ερωτήματα της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, ελλείψει συγκριτικών στοιχείων, αναφορικά με τον συντάκτη των επίδικων διαθηκών, και δη εάν αυτές έχουν συνταχθεί από την φερόμενη ως διαθέτιδα Ε. Μ. [γιαγιά του κατηγορούμενου] ή από τρίτο πρόσωπο, και συνακόλουθα για τη γνησιότητα ή μη αυτών.
Περαιτέρω, προκύπτει μετά βεβαιότητος, ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη και δεν συναξιολόγησε τα ακόλουθα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία: α) Ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να προσκομίσει στον ανωτέρω δικαστικό πραγματογνώμονα συγκριτικό δείγμα της γραφής ή και υπογραφής της φερόμενης ως διαθέτιδος γιαγιάς του, όπως όφειλε, ισχυριζόμενος ότι δεν υπάρχει τέτοιο στη διάθεσή του ή ότι κατέβαλε προσπάθειες προς ανεύρεσή του, πλην όμως δεν βρήκε, ενώ σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης Φ. Μ. [συζύγου του κατηγορούμενου] υπάρχει ως αρχείο η κατοικία της φερόμενης ως διαθέτιδος Ε. Μ. στο … , όπου και ερεύνησε ο κατηγορούμενος, περί το έτος 2008, κατά την έναρξη του Κτηματολογίου, για ανεύρεση εγγράφων σχετικών με την περιουσία της γιαγιάς του Ε. Μ. , και έτσι βρήκε αρχικά την πρώτη διαθήκη της μέσα σε συρτάρι, και αργότερα την δεύτερη μέσα σε βιβλιοθήκη, και, ως εκ τούτου, υπήρχε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο εύρεσης εγγράφων με τη γραφή ή την υπογραφή της φερόμενης ως διαθέτιδος και προσκόμισής τους στον ανωτέρω δικαστικό γραφολόγο προς αντιπαραβολή και σύγκριση με τη γραφή και υπογραφή των επίμαχων διαθηκών. β) Ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο μοναδικός που είχε ισχυρό κίνητρο για την κατάρτιση των επίδικων διαθηκών, και μάλιστα από τρίτο, ώστε να μην μπορεί να αποκαλυφθεί ότι προέρχονται από τον ίδιο, ως μοναδικός κληρονόμος της καταλιπόμενης με αυτές μεγάλης ακίνητης περιουσίας(συνολικής αξίας τουλάχιστον 15.000.000 ευρώ).γ) Ότι οι αναφορές στο κείμενο της πρώτης διαθήκης "...να περιέλθουν [τα επίδικα ακίνητα] σε πλήρη κυριότητα...", δεν συνάδει με τις γνώσεις και το εν γένει μορφωτικό επίπεδο της φερόμενης ως διαθέτιδος, η οποία, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης Φ. Μ. [συζύγου του κατηγορούμενου], ήταν πρόσφυγας, που ήρθε στην Ελλάδα μετά την Μικρασιατική καταστροφή, χήρα με τα δώδεκα παιδιά της, "....χωρίς να έχει στον ήλιο μοίρα...." και βιοποριζόταν με την πώληση κεντημάτων. δ) Ότι ο κατηγορούμενος, κατά το έτος 2008, προσκόμισε τις ένδικες διαθήκες στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά μόνον προς δημοσίευση, χωρίς να ζητήσει την κήρυξή τους ως κυρίων, όπως θα έπραττε κάθε κληρονόμος εκ διαθήκης αν θεωρούσε ότι αυτές ήταν γνήσιες, ενέργεια στην οποία προέβη πολύ αργότερα και συγκεκριμένα το έτος 2011, με την υπ' αρ. 574/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, αναμένοντας την ύπαρξη δυνατότητας να προχωρήσει το σχέδιο νοσφισμού ξένης περιουσίας που είχε οργανώσει. Β) Όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά του Ελληνικού Δημοσίου με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικάσαν Δικαστήριο, προκειμένου να αχθεί στην αθωωτική ως προς αυτήν κρίση του, έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε όλα τα αναφερόμενα κατ'είδος στο προϊμιο του αιτιολογικού της αποδεικτικά μέσα, όπως τούτο επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, παρά τη ρηματική αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα εισφερθέντα κατά την ακροαματική διαδικασία αποδεικτικά μέσα, και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, καθώς και την απολογία του κατηγορούμενου, δεν προκύπτει αδιστάκτως, ότι έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε τα ακόλουθα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι: 1) Το με αρ. πρωτ. ...2014 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, το οποίο είναι μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων, και στο οποίο αναφέρεται ότι "...επί της ευρύτερης αυτής Δημοσίας εκτάσεως, [εν. του με ΑΒΚ … δημόσιου κτήματος στην περιοχή … , όπου βρίσκεται το κληρονομιαίο ακίνητο στη θέση "…"] ως πρώην ελώδης έκταση δεν είναι δυνατή η άσκηση διακατοχικών πράξεων, λόγω της ιδιομορφίας των εκτάσεων αυτών και περαιτέρω ότι δεν χωρεί χρησικτησία και δεν δικαιολογούνται προβαλλόμενα δικαιώματα από ιδιώτες σε αυτές τις εκτάσεις... Για να αποκτηθεί κυριότητα επί των εκτάσεων αυτών θα πρέπει να υπάρχουν τίτλοι από το έτος 1884. Αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο ότι ολόκληρη η τοποθεσία "…" είναι αμμώδους γεωφυσικής κατάστασης, τεκμήριο ακαταμάχητο ότι επρόκειτο προ πολλών ετών περί μεγάλων βαλτωδών εκτάσεων, καθότι δεν έχει εξαφανιστεί η βαλτώδης μορφή των εκτάσεων αυτών ακόμη και σήμερα, όπως προκύπτει και από το ...2002 έγγραφο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας ΠΝ. Ύστερα από τα παραπάνω το Δημόσιο ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ ΔΙΑΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ επί της έκτασης...". 2) Το αναφερόμενο στο πιο πάνω αναγνωστέο έγγραφο και, ως εκ τούτου αναγνωσθέν, με αρ. πρωτ. ...2002 έγγραφο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας ΠΝ, στο οποίο αναφέρεται ότι: "...2...α. Το σύνολο της περιοχής [θέση "…" …].... στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1956 και 1960 φωτοερμηνεύεται ως αμιγώς αμμώδες, άγονο, μη επιδεκτικό καλλιέργειας, χωρίς ίχνη νομής και κατοχής. β. Στα όρια της αμμώδους έκτασης προς την ξηρά εμφανίζονται στις ίδιες αεροφωτογραφίες κατά τόπους περιοχές με πολύ χαμηλά υψόμετρα και υδροχαρή αυτοφυή βλάστηση(βούρλα, σχίνα κλπ.), που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για εποχικά έλη και βάλτους...3.Οι ενδείξεις που μνημονεύονται στις παραγράφους 2α και 2β αποτελούν ισχυρά τεκμήρια ύπαρξης παλαιού αιγιαλού στην περιοχή, ο οποίος δεν έχει καθοριστεί....". 3) Το με αρ. πρωτ. ...2024 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας- Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών- Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών - Ανατολικής Αττικής μετά των συνημμένων του, το οποίο είναι μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων, και από το οποίο προκύπτουν οι ενέργειες στις οποίες προέβη το υποστηρίζον την κατηγορία ελληνικό Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του στις επίδικες εκτάσεις στη θέση "…" του … και στην περιοχή … 4) Το με αρ. πρωτ. ...2024 Υπηρεσιακό Σημείωμα της ίδιας ως άνω Γενικής Γραμματείας, το οποίο είναι μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων, σύμφωνα με το οποίο τα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα, που βρίσκονται στη … επί της οδού ... καθώς και στη συμβολή των οδών ... , εντοπίζονται εντός των ορίων του ευρύτερου Δασοκτήματος … , συνολικής έκτασης 50.000 στρεμμάτων, για το οποίο το ελληνικό Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα, εκτός των εκτάσεων στις οποίες αναγνωρίστηκαν ως κύριοι οι κληρονόμοι Η. 5) Το ότι, ενώ ο κατηγορούμενος απολογούμενος διατείνεται ότι γνώριζε την ύπαρξη των επίδικων περιουσιακών στοιχείων της φερόμενης ως διαθέτιδος Ε. Μ. [γιαγιάς του], πριν από τον χρόνο ανεύρεσης εκ μέρους του των επίδικων διαθηκών, ωστόσο δεν είχε προβεί στην αποδοχή τους, νωρίτερα, επικαλούμενος την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή. 6) Το ότι, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι στη φερόμενη ως διαθέτιδα Ε. Μ. ανήκουν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, μεταξύ άλλων, οικόπεδο εμβαδού 2.040 τ.μ. και οικόπεδο, εμβαδού 2.013 τ.μ. , στην … επί της οδού ... και ... αντίστοιχα, επί των οποίων, μάλιστα, όπως διατείνεται, ασκούσε πράξεις νομής μετά το θάνατο της γιαγιάς του, εν τούτοις, αυτός το έτος 1995 αγόρασε στην ίδια ως άνω οδό (..., ...), πλησίον δηλ. των ως άνω επίδικων οικοπέδων, άλλο οικόπεδο προς ανέγερση της κατοικίας του (απολογία του -σελ. 78 της προσβαλλόμενης), αντί να αποδεχθεί τα φερόμενα δια διαθήκης καταληφθέντα σ' αυτόν ως άνω επίδικα οικόπεδα και να οικοδομήσει σε κάποιο απ' αυτά την κατοικία του, ενέργεια (αποδοχή) στην οποία προέβη το έτος 2009 και το έτος 2012, με την υπ' αρ. .../2009 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου … Β. Β. και την υπ' αρ. .../2012 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου … Ι. Κ. , που νόμιμα μεταγράφηκαν, ξεχωριστά για καθένα από τα πιο πάνω ακίνητα επί της οδού ..., στη συνέχεια, όμως, ο κατηγορούμενος με τις υπ' αρ. .../2010 και .../2013 πράξεις ακύρωσης αποδοχής κληρονομιάς των συμβολαιογράφων … Β. Β. και Α. Σ. συζ. Δ. Π. , αντίστοιχα, προέβη στην ακύρωση των ως άνω πράξεων αποδοχής κληρονομιάς, επειδή η φερόμενη ως διαθέτης [γιαγιά του] ουδέποτε ήταν κυρία, νομέας και κάτοχος των ακινήτων αυτών. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις πιο πάνω ακυρώσεις πράξεων αποδοχής κληρονομίας, επειδή δεν μπορούσε να ταυτοποιήσει επί του εδάφους τα συγκεκριμένα επίδικα ακίνητα, δεδομένων των αλλαγών που είχαν λάβει χώρα στην ανωτέρω περιοχή, όπως αύξηση δόμησης, διάνοιξη δρόμων, καταπατήσεις τρίτων, και επειδή δεν τα είχε επισκεφθεί, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος από το έτος 1995 και εφεξής κατοικούσε ακριβώς δίπλα στα ανωτέρω επίδικα οικόπεδα στη … , και ήταν σε θέση να γνωρίζει ενδεχόμενες αλλαγές σ' αυτά και ότι δεν υπήρχαν επ' αυτών πράξεις φυσικής εξουσίασης και διακατοχής από τρίτους. 7) Το ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε πέντε [5] διαφορετικές πράξεις-δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς για καθένα από τα πέντε κληρονομιαία ακίνητα, ενέργεια που ναι μεν ήταν νόμιμο δικαίωμά του, πλην όμως, η αποδοχή τους μπορούσε να γίνει συνολικά για όλα τα ακίνητα με μία μόνο πράξη αποδοχής κληρονομίας προς εξοικονόμηση δαπάνης αλλά και χρόνου. 8) Την με αρ. πρωτ. ...2018 αναφορά του πρώην Υποθηκοφύλακα … Χ. Χ. προς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία αναγνώσθηκε, και στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι ανωτέρω αυτοτελείς πράξεις αποδοχής κληρονομίας από τον κατηγορούμενο " ....έγιναν προφανώς χωριστά για κάθε ακίνητο, διότι μετά τις υποβληθείσες εκ μέρους του δηλώσεις ιδιοκτησίας στο Γραφείο Κτηματογράφησης υφίστατο το ενδεχόμενο να εμφανισθεί προβάλλοντας δικαίωμα κυριότητας, ο αληθής κύριος αυτών, εξ αγοράς ή άλλης αιτίας, οπότε θα υφίστατο η δυνατότητα ανάκλησης της αποδοχής για συγκεκριμένο μόνο ακίνητο...". 9) Την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος ως μάρτυρος κατηγορίας, Χ. Χ.-πρώην Υποθηκοφύλακα … , ο οποίος, μεταξύ άλλων, καταθέτει ότι "......... μπορούσε κάποιος να δει τι έχει δηλωθεί και τι δεν έχει δηλωθεί, πολύ πριν γίνει η ανάρτηση...........βέβαια σαφέστατα ............. όταν αυτός είναι κάτοικος της περιοχής [όπως δηλ., εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος που κατοικούσε από το έτος 1995 και εφεξής στην επίδικη περιοχή] και γνώριζε πως κινείται το οικόπεδο και η ιδιοκτησία, άμα είναι χωρίς περίφραξη, άμα δεν εμφανίζεται κανείς..." (σελ. 28 πρακτικών). Με τα δεδομένα αυτά, για τις ως άνω αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις υφίσταται ανεπάρκεια του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα ληφθέντα υπόψη για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης αποδεικτικά μέσα και, ως εκ τούτου, αυτή δεν πληροί τις από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ τιθέμενες προϋποθέσεις αξιολόγησης με πληρότητα και επάρκεια όλων των αποδεικτικών μέσων, ενώ με τις ως άνω ελλιπείς, ασαφείς, αντιφατικές και επιλεκτικές αιτιολογίες καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή η μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεων και έτσι στερείται νόμιμης βάσης.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, που κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για τις ένδικες αξιόποινες πράξεις, με τις ως άνω ελλιπείς, ασαφείς, αντιφατικές και επιλεκτικές αιτιολογίες, υπέπεσε στις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και της έλλειψης νόμιμης βάσης, και, ως εκ τούτου, είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 319/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ