ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 685/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 685/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 685/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 685 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 685/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Γρίβα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Μικρούδη, Γεσθημανή Τσουλφόγλου και Παγώνα Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταματίνας Περιμένη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Π. του Χ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπουτσή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 332/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 11.12.2025 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου … , Η. Κ. έλαβε αριθμό Ε.Μ. : .../2025, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2026.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 11.12.2025 με αριθμ. .../2025 αίτηση του Θ. Π. του Χ. , κατοίκου ... για αναίρεση της με αριθμ. 332/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, με την οποία, σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παπουτσή Δημητρίου, δυνάμει της από 4.12.2025 εξουσιοδότησής του προς αυτόν, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Βέροιας και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της εικοσαήμερης προθεσμίας από την, στις 26.11.2025, καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ (άρθρα 462 παρ.1, 464, 466 παρ.1 και 473 παρ.2 και 3, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ). Περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο (510 παρ.1 στοιχ.Δ,Ε,Α ΚΠΔ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 18 παρ. 2 και 28 παρ. 2 - 4 του Ν. 2948/2001, 34 του Ν. 3016/2002, 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, 3 παρ. 1 του Ν. 3943/2011, 20 του Ν. 4321/2015 και 8 του Ν. 4337/2015, "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων ...". Κατά τη σαφή διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, για κάθε πίνακα χρεών, ο οποίος υποβάλλεται στον εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. , ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη, που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, τη μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή, ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επιμέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής καθενός χρέους του πίνακα, για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος κυριαρχικά θεωρεί πλέον, ότι τα μη καταβληθέντα και περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και μάλιστα με χρόνο τέλεσης τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης αυτών. Με τη ρύθμιση αυτή, η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού θεμελιώνεται πλέον ποινική ευθύνη στην περίπτωση κατά την οποία το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο, ήδη το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €) ή μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών συνολικού ποσού ανωτέρου των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000,00 €), χωρίς, όμως, τη συνδρομή του στοιχείου της καθ' έξη ή κατ' επάγγελμα τέλεσης στη νομοτυπική μορφή, που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι' αυτό και γίνεται λόγος για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα (ΑΠ 1012/2021, ΑΠ 181/2021, ΑΠ 818/2020). Τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι: α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, από οποιαδήποτε αιτία, β) η παρέλευση τετραμήνου από τον χρόνο που έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά τον χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από τον νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος (πρόθεση) με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ. , ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας (άμεσος ή υπερχειλής δόλος). Έτσι, κρίσιμα στοιχεία θεμελίωσης του σχετικού εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: α) Η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, β) το ύψος του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του, δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους και ε) η μη πληρωμή, του ενοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετραμήνου από τον χρόνο κατά τον οποίο αυτό έπρεπε να καταβληθεί, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της πράξης (ΑΠ 936/2024). Τέλος, με το άρθρο 469 του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, ορίζεται ότι "Μετά το εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 προστίθεται εδάφιο γ' (όπως, αυτό, ακολούθως τροποποιήθηκε με το άρθρο 61 Ν. 5090/2024 - ΦΕΚ 30/Α/23-2-2024 - με το οποίο απαλείφθηκαν από το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 οι λέξεις "τα χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις καθώς και") ως εξής: "Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις". Με τη διάταξη αυτή του νέου Ποινικού Κώδικα ρυθμίζεται, με τον αναφερόμενο σ' αυτή τρόπο, το προβλεπόμενο από το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη φορολογική διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού ρητά ορίζεται ότι στις (νέες) αιτήσεις και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου οι οφειλές που αφορούν (μετά την εξαίρεση των χρεών που προέρχονται από τη μη εκτέλεση αμιγώς χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις) χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα, που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.

Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 469 του Π.Κ. , ερμηνευόμενη τελολογικά και γραμματικά επιβάλλει να δεχθούμε ότι αυτή δεν εκτείνεται οριζόντια, καταλαμβάνοντας και εξαιρώντας όλες τις περιπτώσεις χρεών που προκύπτουν από πράξεις φοροδιαφυγής στα διάφορα είδη φόρων που μνημονεύονται στο άρθρο 66 ΚΦΔ, ανεξαρτήτως δηλαδή του εκάστοτε ποσού διαφυγόντος φόρου και του εάν το ποσό αυτό είναι κατώτερο του ελάχιστου ορίου θεμελίωσης του αξιοποίνου, αλλά μόνο όσα εξ αυτών, προέρχονται από πράξη που πληρεί όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης του άρθρου 66 του ΚΦΔ, είναι δηλαδή αξιόποινη και αυτοτελώς με βάση το άρθρο 66, καθόσον δεν υπάρχει τυποποίηση αδικήματος εάν η πράξη που περιγράφεται σε αυτό δεν συνεπάγεται επιβολή ποινής. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, η διάταξη του άρθρου 469 του ΠΚ, ως προς τα μη υπολογιζόμενα χρέη για τον προσδιορισμό της ευθύνης του οφειλέτη χρεών προς το Δημόσιο, εφαρμόζεται μόνο όταν τα περιλαμβανόμενα στον αντίστοιχο πίνακα χρέη αποτελούν αυτοτελώς και φορολογικό αδίκημα, που τυποποιείται στις διατάξεις του άρθρου 66 του ήδη ισχύοντος από 4-11-2022 Ν. 4987/2022 "Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας" προηγουμένως δε τυποποιούταν στις διατάξεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 "Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις" όπως προστέθηκε και αναριθμήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, που καταργήθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, με το άρθρο 71 παρ. 4 του Ν. 4987/2022, τούτο δε προϋποθέτει αφενός να στοιχειοθετείται ως φορολογικό αδίκημα, αφετέρου δε να υπερβαίνει το οριζόμενο στο ανωτέρω άρθρο 66 του Ν. 4987/2022 ποσό για τη θεμελίωση του αξιοποίνου. (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 141/2025, ΑΠ 1502/2024, ΑΠ 1303/2024). Σημειωτέον δε ότι, τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται ως προς την ουσία τους μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 469 ΠΚ με το άρθρο 136 περ. α` Ν.5090/2024, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 43 Ν. 5108/2024 - ΦΕΚ Α` 65/2-5-2024, εν όψει του ότι, τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 469 ΠΚ προβλέπονται πλέον, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από το εδ. γ` της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 (ΑΠ 1502/2024).

Περαιτέρω, για την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω δεύτερης περίπτωσης περί του ποια χρέη δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στον πίνακα χρεών γιατί τυποποιούνται στο άρθρο 66 του ΚΦΔ, σημειώνονται τα ακόλουθα: Κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με την παρ. 2 εδ. α', β' και γ' του άρθρου 2 του Ν. 3943/2011 (Φ.Ε.Κ. 66/31-3-2011, τεύχος πρώτο), "1. Όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση, τελεί αδίκημα φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος. Ως απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων νοείται και η περίπτωση κατά την οποία καταχωρούνται στα βιβλία εικονικές ολικά ή μερικά δαπάνες ή γίνεται επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζονται καθαρά εισοδήματα ή να εμφανίζονται αυτά μειωμένα. 2. Ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται: α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και β) με κάθειρξη, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη και η διάρκεια της απόκρυψης.". Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 2523/1997 καταργήθηκαν με το άρθρο 71 του Ν. 4174/2013 (Φ.Ε.Κ. 170/26-7-2013, τεύχος πρώτο), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 (Φ.Ε.Κ. 129/17-10-2015, τεύχος πρώτο), και το ζήτημα του αδικήματος της φοροδιαφυγής στο εισόδημα ρυθμίστηκε από τις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. Ι περ. α', 3 και 4 του N. 4174/2013 (Φ.Ε.Κ. 170/26-7-2013, τεύχος πρώτο), όπως ίσχυσαν μετά την προσθήκη και αναρίθμηση του ανωτέρω άρθρου 66 με το άρθρο 8 του N. 4337/2015 (Φ.Ε.Κ 129/17-10-2015, τεύχος πρώτο), ήδη δε ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 1 περ. α', 3 και 4 του ισχύοντος από 4-11-2022 N. 4987/2022 (Φ.Ε.Κ. 206/4-11-2022, τεύχος πρώτο), κατά το οποίο, "1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή ειδικού φόρου ακινήτων (Ε.Φ.Α.), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, (...) 3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παρ. 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ. : α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, 4. Επιβάλλεται κάθειρξη, αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της παρ. 3 υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά Φ.Π.Α. , ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς." Από τις ανωτέρω νέες διατάξεις, που καλύπτουν τις σοβαρές περιπτώσεις φοροδιαφυγής και εξορθολογίζουν το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο με τον επαναπροσδιορισμό των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης των σχετικών εγκλημάτων, προκύπτει ότι, σε σχέση με το αδίκημα της αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος, ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή χρηματική ποινή, αν ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, σε βαθμό δε κακουργήματος, με κάθειρξη, αν ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000,00) ευρώ, ενώ όταν ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000) ευρώ, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, αλλά είναι μικρότερος αυτού, δεν υφίσταται αξιόποινη πράξη. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι όλες οι φορολογικές παραβάσεις δεν στοιχειοθετούν ποινικά αδικήματα ανεξαρτήτως ποσού ή χρονικού διαστήματος, αλλά τυποποιούνται ως εγκλήματα σε συνάρτηση με την υπέρβαση συγκεκριμένου ποσού, ανά είδος φόρου και ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος.

Εξάλλου, από τη χρήση της λέξης "προκειμένου" στο κείμενο της ανωτέρω διάταξης (άρθρο 66 του ήδη ισχύοντος Ν. 4987/2022, παρόμοιες δε ήταν και οι ρυθμίσεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, που έχουν καταργηθεί με το άρθρο 71 παρ- 4 του Ν. 4987/2022), συνάγεται ότι στις περιπτώσεις αυτές διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 εδ. β' του Π.Κ.), συγκεκριμένα δε θα πρέπει να αποκρύπτει και να μη δηλώνει στην αρμόδια φορολογική αρχή καθαρά φορολογητέα εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 66 του ανωτέρω νόμου (ΑΠ. 983/2021, Α.Π. 1015/2019).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 55Α παρ. 1 του ισχύοντος από 4-11-2022 Ν. 4987/2022, που ορίζει ότι: "Εάν, με βάση την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου, συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, όπως ορίζεται στο άρθρο 66, υποβάλλεται μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 68. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως-", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι: "1. Εάν συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος του Κώδικα υποβάλλεται αμελλητί μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή ή από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης ή από τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας της Ελληνικής Αστυνομίας. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως." (παρόμοιες ήταν και οι διατάξεις των άρθρων 55Α παρ. 1 και 68 παρ. 1 του Ν. 4174/2013 που καταργήθηκαν με το άρθρο 71 παρ. 4 του Ν. 4987/2022), σαφώς συνάγεται ότι η κίνηση της ποινικής δίωξης, στις περιπτώσεις των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, τόσο υπό το ισχύον νομικό καθεστώς όσο και υπό την ισχύ του Ν. 4174/2013 και του Ν. 252311997 (άρθρο 21), προϋποθέτει την πλήρωση των εξής όρων: α) τη διενέργεια ελέγχου από τη φορολογική αρχή, β) την έκδοση διοικητικής καταλογιστικής πράξης για το φόρο που προσπάθησε να διαφύγει ο φορολογούμενος και γ) την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς από την αρμόδια αρχή, με συνυποβολή των αποδεικτικών εγγράφων για τη συνδρομή των προηγούμενων όρων. Ειδικότερα όσον αφορά το έγκλημα της φοροδιαφυγής στο εισόδημα το αδίκημα αυτό στοιχειοθετείται αντικειμενικά είτε με την μη υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, είτε με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, από την οποία όμως ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 Ευρώ), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, οπότε η πράξη αυτή διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, ή το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000,00 Ευρώ), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, οπότε η εν λόγω πράξη διώκεται σε βαθμό κακουργήματος.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (ΟλΑΠ 1/2005. Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Τέλος, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 810/2024, ΑΠ 960/2023).

3. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών, προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του και προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε και ζήτησε την καταχώριση στα πρακτικά και ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί τυποποίησης μέρους των χρεών του συνολικού ποσού 170.897,3 € στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, οι οποίοι, έχουν -κατά πιστή αντιγραφή- το εξής περιεχόμενο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τον αναιρετικό έλεγχο: [...] Γ. ΜΗ ΠΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΥΠΟΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΙΔΟΜΕΝΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 25 ΠΑΡ. Ι N. 1882/1990 [....] Στην προκειμένη περίπτωση, δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης σε βάρος μου κατηγορίας, καθώς στον συνταχθέντα πίνακα χρεών, περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων το χρέος με αριθμ. 4 [...] το οποίο αφορά φόρο εισοδήματος έτους 2012 [Εισόδημα Οριστική Βεβαίωση (Μη Παρακρ)] και προέρχεται από την μια και αυτή καταλογιστική πράξη της ΔΟΥ Βέροιας με αριθμό .../2017. Τούτο μάλιστα την στιγμή που στο εδ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 ορίζεται ότι "Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις καθώς και τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις".

Στην προκειμένη περίπτωση, το ανωτέρω χρέος ποσού 178.383,05 ευρώ ξεπερνά το αξιόποινο της παρ. 3α του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ως όριο για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της φοροδιαφυγής το ποσό των 100.000,00€. Δεδομένου λοιπόν ότι το ανωτέρω χρέος ξεπερνά το ποσό των 100.000€ θα πρέπει το Δικαστήριό Σας λαμβάνοντας αυτό υπόψη συνδυαστικά με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στον πρώτο αυτοτελή μου ισχυρισμό, κάνει δεκτό ότι το συγκεκριμένο λανθασμένα περιλαμβάνεται στον σχετικό πίνακα χρεών. Α) Άλλωστε, προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορεί και η ερμηνεία της εγκυκλίου της ΑΑΔΕ με αριθμό ΠΟΑ 1142/2016, (Αναγνωστέο 2) στην οποία ορίζεται ότι "Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 55Α του ΚΦΔ-, όπως αυτό προστέθηκε στον Κ.Φ.Δ. με την παρ. 5 του άρθρου 3 του ν4337/2Ο15, μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι η διαπίστωση της συνδρομής του εγκλήματος φοροδιαφυγής γίνεται με βάση την οριστική πράξη του διορθωτικού προσδιορισμού φόρου." Β) Το αυτό προτάσσει και η με αριθμό Ε2125/2019 Εγκύκλιος της ΑΑΔΕ (Αναγνωστέο 3) στην οποία αναφέρεται ότι "δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου [.. Ιβ) χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις. Τούτο διότι, σύμφωνα με την ίδια ως άνω αιτιολογική έκθεση, θεραπεύεται το άτοπο της διπλής αξιολόγησης (τόσο κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 όσο και του άρθρου 66 του Ν 4174/2013) αξιόποινων φορολογικών παραβάσεων και, ως εκ τούτου, τα ποσά που αποτελούν το αποκομισθέντα ή το επιδιωχθέν προϊόν αυτών αποκλείονται πλέον από την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, δεδομένου ότι η μη καταβολή αυτών τυποποιείται ήδη ποινικά από το άρθρο 66 του ΚΦΔ". Σε ότι αφορά το χρέος με αριθμό 4, εκδόθηκε η με αριθμό ...2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος ποσού και επιβλήθηκε επιπλέον φόρος προερχόμενος από φοροδιαφυγή του έτους 2012, ποσού 170.897,73€. Κατ' εφαρμογή λοιπόν των ανωτέρω νομοθετικών ρυθμίσεων αλλά και των διευκρινίσεων της ΑΑΔΕ με βάση τις οποίες γίνεται δεκτό ότι μοναδικό κριτήριο για την διαπίστωση της τέλεσης του εγκλήματος φοροδιαφυγής είναι ΤΟ ΠΟΣΟ που ΚΑΤΑΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΦΟΡΟΥ ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ ΜΑΛΙΣΤΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΕΩΝ, ΤΟΚΩΝ και ΛΟΙΠΩΝ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΕΩΝ όπως επιτάσσει το εδ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 (το οποίο χρέος εν προκειμένω ξεπερνά το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00€) δέον όπως γίνει δεκτό ότι το συγκεκριμένο χρέος δεν λαμβάνεται υπόψη για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης της παρ. 1 του άρθρου 25 του N. 1882/1990 [...]. >>. Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά και ειδικότερα από τα έγγραφα που διαβάστηκαν δημόσια στο ακροατήριο και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως, εκτιμώμενα όλα κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 παρ. 1 του ΚΠΔ) αποδείχθηκε και το δικαστήριο πέραν πάσης αμφιβολίας πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος στον Παλαμά Καρδίτσας, την 1-7-2018, όντας οφειλέτης του Δημοσίου, ενώ τα χρέη του προς το Δημόσιο κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τις 200.00,00 ευρώ. Ειδικότερα ενώ στον ως άνω τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από 30-10-2017 έως 31-1-2018, είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, συνολικού ποσού δύο εκατομμυρίων εξακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και δέκα λεπτών (2.664.286,10 Ευρώ), από τα οποία όμως υπέχει ποινική ευθύνη και του καταλογίζονται χρέη συνολικού ποσού 416.286,32€ σύμφωνα με το άρθρο 469 Π.Κ. που κυρώθηκε με το άρθρο του v.4619/2019 ενώ δεν του καταλογίζονται και δεν ευθύνεται ποινικά για τα χρέη υπό στοιχεία ... τα οποία αναφέρονται αναλυτικά ως προς το ύψος, την αιτία για την οποία οφείλονται και το χρόνο βεβαίωσής τους στον ακόλουθο πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. Βέροιας (αριθμ. ειδικού βιβλίου .../2018) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την υπ' αριθμ. ...2018 μηνυτήρια αναφορά του Προϊστάμενου της ως άνω Δ.Ο.Υ. και ο οποίος αναλυτικά αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Ο δε κατηγορούμενος εκ προθέσεως δεν κατέβαλε το ως άνω ποσό, την 1-7- 2018 αν και είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του τελευταίου επιμέρους ποσού. Επομένως, πρέπει o κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν με το κατηγορητήριο πράξης απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών αμφοτέρων, προβληθέντος διά του συνηγόρου υπεράσπισής του, περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων των άρθρων 84 παρ. 2α' ΠΚ., 84 παρ. 2β ΠΚ., 84 παρ. 2δ' ΠΚ. και 84 παρ. 2ε' ΠΚ. καθόσον πέραν από της αοριστίας του προβληθέντος σχετικού ισχυρισμού του, ουδόλως εισφέρθηκαν από την πλευρά του, ούτε αποδείχθηκαν από το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό περιστατικά που να δικαιολογούν τη συνδρομή των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών στο Δημόσιο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: Στον Παλαμά Καρδίτσας, την 1-7-2018, όντας οφειλέτης του Δημοσίου, ενώ τα χρέη του προς το Δημόσιο κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τις 200.00,00 ευρώ. Ειδικότερα ενώ στον ως άνω τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από 30-10-2017 έως 31-1-2018, είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, συνολικού ποσού δύο εκατομμυρίων εξακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και δέκα λεπτών (2.664.286,10 Ευρώ), από τα οποία όμως υπέχει ποινική ευθύνη και του καταλογίζονται χρέη ποσού 416.286,32€ σύμφωνα με το άρθρο 469 Π.Κ. που κυρώθηκε με το άρθρο του ν.4619/2019 ενώ δεν του καταλογίζονται και δεν ευθύνεται ποινικά για τα χρέη υπό στοιχεία ... τα οποία αναφέρονται αναλυτικά ως προς το ύψος, την αιτία για την οποία οφείλονται και το χρόνο βεβαίωσής τους στον ακόλουθο πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. Βέροιας (αριθμ. ειδικού βιβλίου 45/2018) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την υπ' αριθμ....2018 μηνυτήρια αναφορά του Προϊστάμενου της ως άνω Δ.Ο.Υ. και ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος και έχει ως εξής :

Ο κατηγορούμενος εκ προθέσεως δεν κατέβαλε, το ως άνω ποσό, την 1-7-2018 παρόλο που είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του τελευταίου επιμέρους ποσού>>. Με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του παραδεκτά προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα, περί μη συνυπολογισμού του αναφερόμενου χρέους συνολικού ποσού 178.383,05 € στο αδίκημα του άρθρου 25 παρ.1α' Ν.1882/1990, διότι αυτό αφορά φόρο που δεν αποδόθηκε από ανακριβή δήλωση έτους 2012 για το οποίο εκδόθηκε η με αριθμ. .../2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και υπάγονταν στην παράβαση του άρθρου 66 Ν.4174/2013 (Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας), καθόσον δεν απάντησε σε αυτόν και τον απέρριψε σιωπηρά, κηρύσσοντας ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη αυτή, και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης που επιβάλλει το Σύνταγμα, αλλά και της εκ πλαγίου εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 469 ΠΚ και 25 παρ.1 εδ. α' και γ' του Ν.1882/1990 και κατέστησε αυτήν αναιρετέα κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ. Κατόπιν αυτών είναι βάσιμοι οι δεύτερος και πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Δ' του ΚΠΔ, αντίστοιχα, που αφορούν την άνευ αιτιολογίας απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντα περί μη υπαγωγής του ως άνω συγκεκριμένου χρέους στο αδίκημα του άρθρου 25 παρ.1β' Ν.1882/1990, διότι υπάγονταν στην παράβαση του άρθρου 66 ΚΦΔ.

Συνακόλουθα, παρελκούσης της έρευνας των τρίτου και τελευταίου λόγου αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση (άρθρ. 519, 522 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμ. 332/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας

Παραπέμπει την υπόθεση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένους, για νέα συζήτηση.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή