Απόφαση 708 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 708 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Γρίβα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Μικρούδη, Σεσθημανή Τσουλφόγλου και Παγώνα Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταματίνας Περιμένη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 23/2025 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Με κατηγορούμενους τους: 1. Θ. Τ. του Β. , κάτοικο ... , 2. Ε. Μ. του Ι. , κάτοικο ... , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταυρούλα Γκούμα , 3. Γ. Γ. του Η. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Κατσαβό, 4. Γ. Χ. του Θ. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπάστα , 5. Γ. Π. του Μ. , κάτοικο ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δροβατζή , 6. Ι. Α. του Η. , κάτοικο ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Γκούμα και 7. Ε. Χ. του Κ. , κάτοικο ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δροβατζή.
Με υποστηρίζοντες την κατηγορία: 1. Μ. Π. συζ. Β. και 2. Β. Π. του Α. , κάτοικοι ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Απόστολο Κοτζιά-Σοφαντζή και Τριανταφυλλιά Κωστούλη , 3. Ρ. Π. του Β. και 4. Μ. Π. του Β. , κάτοικοι ... , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Παντζαρτζίδη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου πρότεινε να γίνει δεκτή, η από 18 Δεκεμβρίου 2025 και με αριθμό .../2025 έκθεση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Σοφουλάκη, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' του Κ.Ποιν.Δ. , ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507, δηλαδή μέσα σε ένα (1) μήνα από την καταχώρισή της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης αθωωτικής ή καταδικαστικής οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ακόμη και αθωωτικής απόφασης (ΑΠ50/2023, 202/2020, ΑΠ 1003/2020). Επομένως, η ασκηθείσα στις 18.12.2025 με αριθμό εκθέσεως .../2025 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθ. 23/2025 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, η οποία δημοσιεύθηκε στις 23.5.2025 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 19.11.2025, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 46 ν.5090/2024, "όποιος από αμέλεια σκότωσε άλλον τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου, υποκειμενικά δε: α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός κι ενσυνείδητος άνθρωπος οφείλει από τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες του επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) δυνατότητα αυτού, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, γνώσεις και ικανότητές του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή του τρίτου, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμέλειας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν η υπαιτιότητα του παθόντος ή του τρίτου συντέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος. Όταν, όμως, η αμελής πράξη δεν συνίσταται μόνο σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του εγκληματικού αποτελέσματος, για την ανθρωποκτονία από αμέλεια που διαπράττεται με αυτόν τον τρόπο και συνιστά έγκλημα που τελείται με παράλειψη, απαιτείται (επιπλέον των όρων του άρθρου 28 ΠΚ) και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 παρ. 1 α του ΠΚ, κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου να προβεί σε ενέργεια αποτρεπτική του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Δεν αρκεί δηλαδή η ύπαρξη απλής ηθικής υποχρέωσης , ούτε γενικής νομικής υποχρέωσης για συνδρομή, ώστε να προληφθεί το επιβλαβές αποτέλεσμα, αλλά απαιτείται ιδιαίτερη (ειδική) νομική υποχρέωση, η οποία επιφορτίζει τον υπαίτιο της παράλειψης να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος με τη δημιουργία και διασφάλιση πραγματικής κατάστασης, που εξυπηρετεί και διαφυλάσσει τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου που επιβάλλει συγκεκριμένη ενέργεια ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου για ενέργεια ή από ειδική έννομη σχέση που απορρέει από σύμβαση ή από προηγούμενη μονομερή ενέργεια του υπόχρεου, με την οποία αυτός αυτοβούλως αναδέχεται την αποτροπή μελλοντικών κινδύνων για έννομα αγαθά τρίτων ή από προγενέστερη συμπεριφορά του υπαιτίου που δημιούργησε τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση έχουν και οι ιατροί έναντι των ασθενών, η δε ιδιαίτερη αυτή νομική τους υποχρέωση να αποτρέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου ή της σωματικής βλάβης του ασθενούς απορρέει από το νόμο 3418/2005 <<Περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος>> (Α' 16), ΑΝ 1565/1939 <<Περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος>> και τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Α' 287), καθώς και από την εγγυητική θέση του ιατρού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης.
Περαιτέρω, τα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης και του εγκληματικού αποτελέσματος που επήλθε, όταν, με μεγάλη πιθανότητα που αγγίζει τη βεβαιότητα και όχι με βεβαιότητα, όπως συμβαίνει στα άλλα εγκλήματα από αμέλεια και στα εγκλήματα δόλου, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (θανάτωση προσώπου, σωματική βλάβη κλπ), εάν ο υπόχρεος πραγματοποιούσε την ενέργεια, στην οποία είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί και την οποία παρέλειψε (ΑΠ 648/2024,160/2023,289/2021). Για τη θεμελίωση δε αιτιώδους συνδέσμου, αρκεί η σχετική παράλειψη να ήταν ένας μόνον από τους περισσότερους όρους παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επερχόταν. Ακόμη, όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το αποτέλεσμα που επήλθε τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και, συνεπώς, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους ενεργούς παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως. Ειδικότερα, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, θεμελιώνεται ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από μέρους του των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματός του και ανάγεται σε νομική υποχρέωσή του με επιτακτικούς κανόνες, καθώς και από την εγγυητική του θέση απέναντι στην ασφάλεια της ζωής και της υγείας του ασθενούς, η οποία δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης (ΑΠ 329/2021, ΑΠ 939/2020, ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 234/2019).
Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, προκειμένου για αθωωτική απόφαση υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες κατέληξε το δικαστήριο σε αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Αντίθετα, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την αθώωση του κατηγορουμένου, όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου , είτε εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποκλείουν τη συνδρομή όλων ή κάποιων από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος που του αποδίδεται είτε, όταν δεν αιτιολογείται καθόλου ή με πληρότητα και σαφήνεια, γιατί το δικαστήριο δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Δηλαδή, η αθωωτική ποινική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΝΔ 53/1974), δεν έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν είτε όταν το Δικαστήριο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσης του, δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, τουτέστι χωρίς ασάφειες και λογικά κενά, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο περιστατικά από τα οποία να πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου (Ολ.ΑΠ 3/2010). Ακόμη, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την αθωωτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης , ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων της ποινικής διαδικασίας περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 παρ. 1 περ. γ' Κ.Ποιν.Δ. και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές. Επίσης η πραγματογνωμοσύνη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο (ή το δικαστικό συμβούλιο), κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως, που καθιερώνεται από το άρθρο 177 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, το Δικαστήριο όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας (ΑΠ 999/2025,1016/2024, 225/2022, 686/2021, 220/2020, 132/2020). Έτσι λοιπόν λόγω της σπουδαιότητας του αποδεικτικού αυτού μέσου, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έλαβε και αυτό υπόψη του το Δικαστήριο, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του και τη συνεκτίμησε, χωρίς να αρκεί η γενική αναφορά του στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, εκτός αν η λήψη υπόψη αυτής προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ιδίως δε, εάν το διατακτικό συμπορεύεται προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης ή, σε κάθε περίπτωση, εάν στο σκεπτικό της απόφασης, είτε περιλαμβάνονται, είτε αντικρούονται παραδοχές της πραγματογνωμοσύνης, που δεν μπορούν παρά να προέρχονται μόνον από αυτήν (ΑΠ50/2023, 87/2020).
3. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 23/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που δίκασε σε πρώτο βαθμό ,σύμφωνα με το διατακτικό της κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι 1. Θ. Τ. του Β. , κάτοικος ... , 2. Ε. Μ. του Ι. , κάτοικος ... , 3. Γ. Γ. του Η. , κάτοικος ... , 4. Γ. Χ. του Θ. , κάτοικος ... , 5. Γ. Π. του Μ. , κατοίκου ... , 6. Ι. Α. του Η. , κατοίκου ... , 7. Ε. Χ. του Κ. , κατοίκου ... , ιατροί, για την πλημμεληματική πράξη της ανθρωποκτονίας από συγκλίνουσα αμέλεια και από υπόχρεους , η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 15, 16, 17, 18 εδ. α και γ,26β,28,302 παρ.1 ΠΚ σε συνδυασμό με τον ΑΝ 1565/1939 <<Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος>> και τον Ν.3418/2005 <<Περί Κώδικος Ιατρικής Δεοντολογίας>> και συγκεκριμένα του ότι:
<<Στη Λάρισα, την 27-12-2018, από συγκλίνουσα αμέλειά τους επέφεραν το θάνατο του Α. Π. του Β. , ηλικίας 51 ετών κατά το χρόνο θανάτου του, κατοίκου ... , οδός ... , κατά τον εξής τρόπο : Ενώ ήταν η 1η των κατηγορουμένων, ειδικευόμενη ιατρός της Αιματολογικής Κλινικής του ΠΓΝ Λάρισας, η 2η των κατηγορουμένων, ειδικευόμενη ιατρός και Επιμελήτρια Α ΈΣΥ της Ογκολογικής Κλινικής του ΠΓΝ Λάρισας, ο 3ος των κατηγορουμένων, ειδικός χειρουργός και Διευθυντής ΕΣΥ της Χειρουργικής Κλινικής του ΠΓΝ Λάρισας, ο 4ος των κατηγορουμένων, ειδικός χειρουργός και Επιμελητής Α' της Χειρουργικής Κλινικής του ΠΓΝ Λάρισας, η 5η των κατηγορουμένων, ειδική Παθολόγος και Διευθύντρια ΤΕΠ του ΠΓΝ Λάρισας, η 6η των κατηγορουμένων, Επιμελήτρια Α' της Ειδικής Γενικής Ιατρικής του ΠΓΝ Λάρισας και η 7η των κατηγορουμένων, ειδικευόμενη παθολογικής της Παθολογικής Κλινικής του ΠΓΝ Λάρισας και υποχρεωμένοι λόγω των επαγγελμάτων τους αυτών να καταβάλλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, δεν κατέβαλαν την προσοχή που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν και έτσι δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο και με τις ανωτέρω ιδιότητές τους, δεν διέγνωσαν ότι στον Α. Π. του Β. , εισαχθέντα την 27-12-2018 στο ανωτέρω Νοσοκομείο, κυριαρχούσε ιστορικό επιληπτικών επεισοδίων, χειρουργηθείσας υδροκήλης δεξιά, δεξιάς ορχεοκτομής (σεμίνωμα όρχεων) με βουβωνικούς λεμφαδένες δεξιά και βρισκόταν σε χημικοθεραπευτικό πρωτόκολλο αντιμετώπισης, ανοσοκατασταλμένος, οπότε και εισήλθε στο ανωτέρω Νοσοκομείο προς εκτίμηση επί αναφερόμενης δυσφορίας στην κοιλιακή χώρα σε έδαφος επίσχεσης αερίων και κοπράνων, δεν μερίμνησαν για οποιοδήποτε χειρουργικό χειρισμό, δεν προέβησαν στην έγκαιρη αντιμετώπιση και στον ενδεδειγμένο και ενδελεχή κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο, αντιθέτως δε ο ασθενής παρέμεινε επί τρίωρο στο ΤΕΠ του Νοσοκομείου, χωρίς να περιγράφονται στο βιβλίο του ΤΕΠ, τα ευρήματα από την κλινική εξέταση της κοιλίας και γενικώς του πεπτικού συστήματος, καίτοι ο ασθενής εμφάνισε κατά την παραμονή του στα ΤΕΠ στις 13:00' ταχυκαρδία (125 σφυγμούς το λεπτό), αν και σύμφωνα με τα στοιχεία του ιστορικού του που είχαν αναφερθεί θα έπρεπε άμεσα να εξεταζόταν ο ασθενής από εφημερεύοντα ειδικό χειρουργό, ειδικό παθολόγο ή εφημερεύοντα γενικό ιατρό και παρόλο που κλινικά περιγραφόταν με συμπτωματολογία "άτυπου κοιλιακού άλγους", σε έδαφος ουδετεροπενίας, αν είχε πραγματοποιηθεί νωρίτερα η αξονική τομογραφία κοιλίας (CT), θα είχε διαγνωστεί σε σύντομο χρόνο η κλινική υποψία της οξείας κοιλίας και συγκεκριμένα η περιτονίτιδα. Από τις παραπάνω παραλείψεις τους, ήτοι δεν ελήφθη σωστό ιστορικό, δεν έλαβαν χώρα οι δέουσες κλινοεργαστηριακές εξετάσεις, η έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση της ειδικευόμενης 1ης των κατηγορουμένων προς την εφημερεύουσα ειδική ιατρό και στους εφημερεύοντες ειδικούς ιατρούς, υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διάγνωση και στη διαδικασία αναισθησίας πριν λάβει οποιοδήποτε χειρουργικό χειρισμό, οφειλόμενο στο ότι κλινικά κυριαρχούσε σ' αυτόν η περιτονίτιδα, μη διαγνωσθείσα από τους κατηγορούμενους, εξαιτίας της οποίας και μόνο επήλθε αμέσως ο θάνατός του.". Για να καταλήξει στην ως άνω απαλλακτική του κρίση το Δικαστήριο , μετά από συνεκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων , δέχθηκε στο σκεπτικό (αιτιολογικό) της απόφασής του , κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του , επί λέξει τα εξής : [...]Ο θανών, Α. Π. , το πρωί της 27.12.2018 μετά το πρωινό γεύμα αισθάνθηκε κοιλιακό άλγος και προσήλθε με ίδιο μέσο στο τμήμα επειγόντων του τότε εφημερεύοντος Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας. Ο Α. Π. έπασχε από σεμίνωμα όρχεος με μεταστατική νόσο στους ενδοκοιλιακούς λεμφαδένες και ελάμβανε θεραπεία, συγκεκριμένα δε είχε υποβληθεί σε χειρουργική εκτομή μεταστατικών περιοχικών λεμφαδένων και είχε λάβει χημειοθεραπεία δεύτερης γραμμής, ήτοι χημειοθεραπεία διάσωσης, 10 ημέρες προ της εισαγωγής του στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, Πρόκειται για παρηγορητική θεραπεία, η οποία δεν μπορεί ούτε να μειώσει ούτε να συγκρατήσει, ούτε και να επιβραδύνει τη νόσο. Η προτέρα κατάσταση, πριν την εισαγωγή του στο ανωτέρω νοσοκομείο, ήταν καλή, εφόσον αναφέρεται ότι συμμετείχε κανονικά στην οικογενειακή ζωή και μάλιστα έφαγε το πρωί της ίδιας ημέρας. Βαρέως ή και μετρίως πάσχοντες από οποιαδήποτε νόσο, ιδία δε από εντερική πάθηση, εμφανίζουν ανορεξία και αδυναμία πρόσληψης τροφής, συνεπώς ο θανών δεν ήταν σε άσχημη κατάσταση κατά την προσέλευση στο ΤΕΠ. Στην μαρτυρία των ιατρών των επειγόντων αναφέρεται ότι ο ασθενής δήλωσε ότι είχε πυρετό και δυσφορία από τετραημέρου, πράγμα ασύμβατο με την μαρτυρούμενη προτέρα κατάσταση από τους συγγενείς. Η αναφερόμενη δυσκοιλιότητα δεν αξιολογείται, γιατί αναφέρεται ότι ήταν χρόνια, σύμφωνα με την κατάθεση της μητέρας του και ακόμα μπορεί να είναι συνέπεια της ίδιας της χημειοθεραπείας. Η άφιξη στο τμήμα των επειγόντων συνέβη περί τις 11.15 π.μ, λόγω της μνείας του ογκολογικού ιστορικού ο ασθενής άμεσα εισήλθε στο τμήμα διαλογής , όπου κατ' αρχήν εκτιμάται ο βαθμός βαρύτητας κάθε προσερχομένου περιστατικού. Η αξιολόγηση του ασθενούς ως περιστατικού ενδιάμεσης σοβαρότητας έγινε από την υπεύθυνο διαλογής ιατρό, επιμελήτρια Α' της ειδικής γενικής ιατρικής του ΠΓΝ Λάρισας, Ι. Α. , έκτη των κατηγορουμένων, και προωθήθηκε στο παθολογικό τμήμα του ΤΕΠ. Η εκτίμηση αυτή ήταν ιατρικά σωστή και ανταποκρίνεται στην ολική εικόνα του ασθενούς εκείνη την στιγμή, Συγκεκριμένα, λήφθηκαν αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις. Διενεργήθηκε ηλεκτροκαρδιογράφημα, που κατέδειξε ρυθμική ταχυκαρδία, 125 σφίξεις, η αρτηριακή του πίεση ήταν αυξημένη 169/105 mmH9/ η θερμοκρασία 36 και έγινε αιμοληψία. Τα δεδομένα αυτά δεν συνηγορούσαν υπέρ οξείας κοιλίας. Ο ασθενής, Α. Π. είχε οξύ κοιλιακό πόνο και όχι οξεία κοιλία, σε έδαφος υποκείμενης κακοήθειας. Με βάση τα παραπάνω παραπέμπεται στο ΤΕΠ Παθολογίας στις 13:20. Εξετάζεται από την ειδική ιατρό, Γ. Π. , ειδική Παθολόγο - Εντατικολόγο και Διευθύντρια ΤΕΠ του ΠΓΝ Λάρισας, πέμπτη κατηγορούμενη, και από την ειδικευόμενη παθολογίας, Ε. Χ. , έβδομη κατηγορούμενη. Παραλαμβάνονται τα αποτελέσματα των βιοχημικών εξετάσεων και δείχνουν νεφρική λειτουργία και καλή ηπατική λειτουργία, αύξηση CRP 26, δηλωτική φλεγμονής, και οριακά χαμηλές τιμές καλίου και νατρίου. Τα αποτελέσματα της γενικής αίματος ήταν "πήγμα", οπότε λαμβάνεται νέα γενική αίματος, τα αποτελέσματα της οποίας εκτυπώνονται στις 15:02. Ο ασθενής μεταφέρεται από τους γονείς του στο ακτινολογικό για πραγματοποίηση ακτινογραφιών θώρακος κοιλίας, οι οποίες δεν αποδείχθηκε ότι πραγματοποιήθηκαν. Στο τμήμα επειγόντων αρχικά ο ασθενής ήταν αιμοδυναμικά σταθερός. Η εξέταση της κοιλίας δεν ανέδειξε σημεία περιτονίτιδας ή σοβαρής πάθησης καθόσον υπήρχαν εντερικοί ήχοι, η κοιλία ήταν μαλακή και ανώδυνη στην πίεση. Συγκεκριμένα, στην επιπολής ψηλάφηση ήταν ανώδυνη κοιλιά, στην εν τω βάθη ψηλάφηση ήταν παλιανώδυνη η κοιλιά. Στην ακρόαση κοιλίας, εντερικοί ήχοι ήταν παρόντες. Η πίεση ήταν 110 η συστολική και η διαστολική 70 και οι σφίξεις, πλέον, ήταν 80. Ήτοι δεν υπήρχαν ευρήματα οξείας χειρουργικής κοιλίας και δη αντίσταση, σανιδώδης σύσπαση κοιλιακών τοιχωμάτων, παλίνδρομη ευαισθησία rebound, κατάργηση εντερικών ήχων. Ως εκτέθηκε ανωτέρω το πρώτο δείγμα φλεβικού αίματος ήταν ακατάλληλο και επανελήφθη η αιμοληψία κατά την οποία δεν διαπιστώθηκε αύξηση γαλακτικού οξέος που θα ήταν ενδεικτικό σηψαιμίας ή βαρείας νόσου, ενώ διαπιστώθηκε μεγίστου βαθμού ουδετεροπενία, αριθμός ουδετεροφίλων 30, με φυσιολογικές τιμές 1500 -8.000, ήτοι πλήρης κατάργηση των αμυντικών μηχανισμών, λόγω προηγηθείσας χημειοθεραπείας, και σημαντική θρομβοπενία 53.00 αιμοπετάλια, αιμορραγική διάθεση. Το αποτέλεσμα της αιμοκαλλιέργειας αποδεικνύει ότι ο ασθενής δεν ήταν σηπτικός σε εκείνο το διάστημα. Παρόλα αυτά λόγω του προηγούμενου ιστορικού ισχυρής χημειοθεραπείας με ανοσοκατασταλτικά τέθηκε ισχυρή αντιβίωση ευρέως φάσματος, Tazocin, με ενεργά συστατικά την πιπεροκιλλίνη και την ταζομπακτάμη. H ουδετεροπενία, ήτοι η μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων του αίματος είναι συχνό, επικίνδυνο αλλά συνήθως παροδικό εύρημα μετά από χημειοθεραπεία για καρκίνο του όρχεως και αντιμετωπίζεται με χορήγηση αντιβίωσης. Συνεπεία του σημαντικού αυτού ευρήματος ελήφθησαν καλλιέργειες αίματος για αποκλεισμό σηψαιμίας που ενίοτε συνοδεύει την ουδετεροπενία και για αυτό χορηγήθηκε αντιβίωση σύμφωνα με την σωστή πρακτική. Κατά την παραμονή του στο ΤΕΠ η κατάστασή του επιδεινώθηκε, ενώ η ταχυκαρδία είναι ένα μη ειδικό εύρημα, όταν ο οργανισμός είναι σε στρες, πχ πόνο, λοίμωξη, αγωνία, υπόταση κλπ. Ακολούθως προωθήθηκε για εισαγωγή στην Ογκολογική Κλινική περίπου στις 15.00μμ. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι o ασθενής Α. Π. παρακολουθούνταν από τον ιατρό της Ογκολογικής Κλινικής Κ. Τ. , ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας. Με αυτά τα δεδομένα, την απουσία εικόνας οξείας χειρουργικής κοιλίας, την ακραία ουδετεροπενία του ασθενούς, τη μείωση των αιμοπεταλίων που προδιαθέτουν και αυτά σε αιμορραγική διάθεση και κυρίως την κλινική εικόνα του ασθενούς και το δεδομένο ότι υπάρχει ιστορικό στην Ογκολογική Κλινική πλήρες και μακρύ, προφανώς ο άρρωστος έπρεπε να εισαχθεί στην Ογκολογική κλινική. Ο χρόνος αναμονής στο ΤΕΠ του συγκεκριμένου ασθενούς κατά την διάρκεια γενικής εφημερίας ήταν συνήθης, ενώ δεν πραγματοποιήθηκε αξονική τομογραφία καθόσον δεν υπήρχε η κλινική υποψία της οξείας κοιλίας. Η παραπομπή του ΤΕΠ Παθολογίας προς την Ογκολογική Κλινική έγινε στις 15:00, περίπου, ως εκτέθηκε ανωτέρω. Ο ασθενής εισήχθη στην Ογκολογική Κλινική σύμφωνα με τις μαρτυρίες των γονέων στις 15:00 με 15:15. Το ότι στο σύστημα "Ασκληπιός" καταγράφεται εισαγωγή στην ογκολογική στις 16.59 προφανώς οφείλεται σε γραφειοκρατική καθυστέρηση του συστήματος, καθόσον έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις μαρτυρικές καταθέσεις. Κατά το καθεστώς των εφημεριών του άρθρου 3 v. 4498/2017, η εφημερία του ιατρού ξεκινά τυπικά στις 15:00. Δηλαδή τυπικά η παράλληλη εφημερία της ειδικής ιατρού, Ε. Μ. και της ειδικευόμενης της Αιματολογικής Κλινικής στην Ογκολογική Κλινική, Θ. Τ. , δεύτερης και πρώτης των κατηγορουμένων, αντίστοιχα, άρχισε στις 15:00 της επίδικης ημέρας, Ωστόσο στην πράξη λόγω του τεράστιου φόρτου εργασίας και των ελλείψεων σε ιατρικό προσωπικό, κατά την αλλαγή της εφημερίας ο ιατρός που τελεί το τακτικό πρωινό ωράριο της εκάστοτε κλινικής πρέπει να "κλείσει" τα περιστατικά του και να τα "παραδώσει" στον επόμενο εφημερεύοντα ιατρό. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι ο προηγούμενος ιατρός προβαίνει στις απαραίτητες κατά το ιατρικό πρωτόκολλο ιατρικές ενέργειες εξέτασης θεραπείας ή συντήρησης όλων των ασθενών της κλινικής του και όταν τελειώνει ειδοποιεί τον επόμενο ιατρό να προσέλθει προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία και να ενημερωθεί για τα περιστατικά αυτά, Την 27.12.20181 η ειδικευόμενη της Ογκολογίας, Α. Μ. , η οποία κατέθεσε ως μάρτυρας και η οποία εκτελούσε το τακτικό πρωινό ωράριο της κλινικής μαζί με τον ιατρό, αναπληρωτή καθηγητή ογκολογίας παθολογίας, Α. Κ. , παρέδωσαν τα περιστατικά της Ογκολογικής Κλινικής στις 17:00 το απόγευμα. Η πρώτη ογκολογική εκτίμηση του ασθενούς στην Ογκολογική Κλινική έγινε από την Α. Μ. , η οποία έδωσε τις ιατρικές οδηγίες που υπάρχουν στο φάκελο νοσηλείας. οι οδηγίες αυτές περιλαμβάνουν "δίαιτα ουδετεροπενικού ασθενούς" και "χορήγηση φαρμάκων" από το στόμα και συγκεκριμένα Depakine, αντιεπιληπτικό, και Duphalac για εκκένωση του εντέρου. Έως τότε η πρώτη κατηγορούμενη δεν είχε την παραμικρή ενημέρωση και επαφή με τα περιστατικά της ανωτέρω κλινικής. Η πρώτη κατηγορούμενη μπήκε στο θάλαμο 14 της Ογκολογικής Κλινικής και ανέλαβε τα περιστατικά της κλινικής στις 17:00. Από την κλινική εξέταση του ασθενούς Α. Π. διαπίστωσε επιδείνωση της κλινικής εικόνας και δη ύπαρξη σημείων σοβαρής ενδοκοιλιακής διεργασίας. Επρόκειτο για έναν ασθενή κάθιδρο, ταχύπνοο και ταχύκαρδο, με "σανιδώδη" κοιλία, η οποία κατά την ιατρική ορολογία είναι η κοιλία με έντονη σύσπαση των μυϊκών τοιχωμάτων. Ταυτόχρονα ενημέρωσε, ως όφειλε, για την κατάσταση του ασθενούς την επιμελήτριά της, Ε. Μ. , ειδική ιατρό και Επιμελήτρια Α' ΕΣΥ της Ογκολογικής Κλινικής του ΠΓΝ Λάρισας, δεύτερη κατηγορούμενη, η οποία διαπίστωσε σανιδώδη σύσπαση, rebound. Άμεσα παραγγέλλεται αξονική τομογραφία κοιλίας, εξέταση αερίων αίματος, τα αποτελέσματα της οποίας επιβεβαίωσαν την δυσμενή τροπή, καθώς υπήρχε μεγάλη αύξηση των γαλακτικών στα αέρια αρτηριακού αίματος, η δε τιμή των γαλακτικών του ήταν στα 13,00 και ζητήθηκε χειρουργική εκτίμηση, ενώ προέβησαν σε χορήγηση ακόμα ισχυρότερων αντιβιοτικών και δη Meronem, Targocid και Flagyl. Η διενέργεια αξονικής τομογραφίας ΑΟΚ με λήψη σκιαγραφικού λαμβάνει χώρα στις 19.38μ.μ. όπως προκύπτει από την απεικόνιση εξέτασης εκτυπωμένη από τη συσκευή αξονικού τομογράφου του Π. Γ. Νοσοκομείου Λάρισας με αναγραφόμενη ημερομηνία 27-12-2018 και ώρα 19:38. Πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ότι από την στιγμή που κάνει μια αξονική τομογραφία ένας ασθενής και μάλιστα τριπλή άνω κάτω κοιλίας και οπισθοπεριτοναίου, όπως ο συγκεκριμένος, μέχρι να γνωματευθεί σε ημέρα γενικής εφημερίας ενός τριτοβάθμιου νοσοκομείου το ελάχιστο χρονικό διάστημα που απαιτείται είναι μία(1) ώρα. Η αξονική τομογραφία αναδεικνύει πάχυνση των κολικών κυψελών του εγκαρσίου κόλου με εξάλειψη σχεδόν του αυλού ως επί κολίτιδας, παρουσία φυσαλίδων αέρα ενδοπεριτοναϊκά, παρουσία αέρα σε υποτμηματικές ενδοηπατικές φλέβες και μέτρια περιηπατική και περισπληνική συλλογή στην ελάσσονα πύελο. Η αξονική τομογραφία συνηγορούσε υπέρ ύπαρξης σοβαρής κολίτιδας, πιθανόν ισχαιμικής νεκρωτικής, με διαφυγή αέρα, μάλλον λόγω διάτρησης ή γαγγραινώδους νέκρωσης. Σε ογκολογικούς ασθενείς με ουδετεροπενία μπορεί να αναπτυχθεί η λεγόμενη neutropenic enterocolitis (ουδετεροπενική κολίτιδα) που οφείλεται στην διείσδυση των εντερικών μικροβίων στο τοίχωμα του παχέος εντέρου με επακόλουθη λοίμωξη του τοιχώματος φλεγμονώδη πάχυνση του τοιχώματος, γαγγραινώδη νέκρωση, διάτρηση και περιτονίτιδα σε έναν οργανισμό που στερείται της αντιμικροβιακής προστασίας των λευκών αιμοσφαιρίων. Στην διεθνή ιατρική βιβλιογραφία για την θεραπεία της ουδετεροπενικής κολίτιδας αναφέρεται ότι: "Η καλύτερη κατανόηση της νόσου καθώς και η πιο επιτυχής συντηρητική θεραπεία έχουν περιορίσει την χειρουργική θεραπεία μόνο για τις βαρύτερες και επιπλεγμένες περιπτώσεις. Η συντηρητική θεραπεία συνίσταται στην ενυδάτωση του ασθενούς, στην διόρθωση του ισοζυγίου των ηλεκτρολυτών, στην ανάπαυση του εντέρου, στην αποσυμπίεση της κοιλίας και στην χορήγηση ευρέως φάσματος αντιβιοτικών καθώς και στην χορήγηση παραγόντων πήξεως, αιμοπεταλίων κλπ για την διόρθωση των διαταραχών πηκτικότητας" (Rodrigues κια., Neutropenic Enterocolitis, World Journal of Gastroenterology, 7.1.2017, 23(1) 42-47). Η θνητότητα ανέρχεται στο ποσοστό του 60% όταν η πάχυνση του εντερικού τοιχώματος είναι μεγαλύτερη από 10mm, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση. Στην μελέτη Nelson κ.α. (Hepatic portal venous gas, δημ. σε Archives of Surgery, 20091 144(6), 575-581) αναφέρεται θνητότητα άνω του 75% όταν υπάρχει αέρας στα ενδοηπατικά αγγεία, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση όπου ο ασθενής ήταν και ουδετεροπενικός, κατάσταση που αυξάνει περαιτέρω τις πιθανότητες θανάτου, ενώ κατά την κλινική μελέτη έρευνα Strojnik κ.α. "Outcome of severe infections in afebrile neutropenic cancer patients f" (δημ. Radiology Oncology Journal, 2016, 50/4, 442-448), η θνητότητα των ουδετεροπενικών ασθενών με λοίμωξη, υπολογίζεται σε ποσοστό 80% συνεπώς ευχερώς δύναται να γίνει αντιληπτό το ποσοστό θνητότητας σε περίπτωση καρκινοπαθούς ουδετεροπενικού ασθενούς που δεν ανταποκρίθηκε σε πρώτης γραμμής χημειοθεραπεία, όπως ο συγκεκριμένος. Επομένως η ουδετεροπενική κολίτιδα σε ογκολογικό ασθενή είναι κατάσταση απειλητική για τη ζωή. Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει ισχυρή αντιβιοτική αγωγή και υποστηρικτική αγωγή και συχνά είναι ατελέσφορος. Αν δεν ανταποκρίνεται στην αντιβίωση, μπορεί να γίνει μια απεγνωσμένη προσπάθεια για χειρουργική αφαίρεση του νεκρωμένου μέρους του εντέρου. Κατά την εισαγωγή( οι θεράποντες ιατροί χορήγησαν την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή στον ασθενή για την αντιμετώπιση της ουδετεροπενικής κολίτιδας, Δεδομένου του ότι το παχύ έντερο βρίθει παντοειδών μικροβίων, η κατάσταση είναι απειλητική για τη ζωή. Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει αντιβίωση και υποστηρικτική αγωγή και συχνά είναι ατελέσφορος. Αν η κατάσταση δεν ελέγχεται με αντιβίωση, μπορεί να γίνει μια απεγνωσμένη προσπάθεια για χειρουργική αφαίρεση του νεκρωμένου μέρους του εντέρου, που όμως συνήθως δεν διασώζει τον ασθενή, γιατί λόγω της ουδετεροπενίας, δηλαδή της ανυπαρξίας αμυντικών μηχανισμών κατά των μικροβίων, ο θάνατος επέρχεται λόγω μη αντιμετωπίσιμης σηψαιμίας. Μεγάλη πάχυνση του τοιχώματος, όπως στην εν λόγω περίπτωση ανέδειξε η αξονική τομογραφία, είναι ιδιαίτερα αρνητικός προγνωστικός παράγοντας. Αρχικά ενημερώθηκε τηλεφωνικά ο ειδικευόμενος της Χειρουργικής Κλινικής Α. Δ. και εν συνεχεία ενημερώθηκε τηλεφωνικά και ο εφημερεύων χειρουργός Γ. Χ. , τέταρτος των κατηγορουμένων, από την ειδικευόμενη, πρώτη κατηγορούμενη, η οποία εκτελούσε χρέη εφημερεύουσας ιατρού στην Ογκολογική Κλινική, ότι ο ασθενής Α. Π. , χρειαζόταν χειρουργική εκτίμηση λόγω διάχυτου κοιλιακού άλγους. Η παραπομπή του ασθενούς στους ειδικούς χειρουργούς προς εξέταση προκύπτει από το με αριθμό σχετικό 4 έγγραφο. Το παραπεμπτικό αυτό έγγραφο με την κεφαλίδα "Παραπεμπτικό Κλινικής Εξέτασης Ειδικού" η επιμελήτρια Ε. Μ. και το απηύθυνε στους αρμόδιους χειρουργούς που εφημέρευαν στη Χειρουργική Κλινική. Άμεσα, όπως προκύπτει από την κατάθεση των ογκολόγων ιατρών, ο Γ. Χ. , ειδικός χειρουργός και Επιμελητής Α' της Χειρουργικής Κλινικής του ΠΓΝ Λάρισας, τέταρτος κατηγορούμενος, παρουσία του ειδικευόμενου ιατρού της Χειρουργικής Κλινικής, Α. Δ. , μετέβησαν στην Ογκολογική Κλινική προκειμένου να εξετάσουν και να εκτιμήσουν τον ασθενή. Η χειρουργική εκτίμηση με βάση όλα τα δεδομένα έγινε περίπου στις 20:15 η ώρα, αφενός μεν διότι όταν εκλήθησαν οι χειρουργοί ο ασθενής, Α. Π. , ήταν ήδη στον αξονικό τομογράφο και εκ των πραγμάτων δεν μπορούσαν να προβούν σε εκτίμηση της κατάστασης του ασθενούς, αφετέρου δε οι χειρουργοί πάντα για να χειρουργήσουν ένα τόσο σοβαρό περιστατικό χρειάζονται το τεκμήριο της αξονικής τομογραφίας, η οποία ολοκληρώθηκε περί ώρα 19:38, ως ήδη εκτέθηκε. Αξιολογώντας το ιστορικό, την κλινική εικόνα και τα ευρήματα της αξονικής τομογραφίας έκριναν ότι έπρεπε ο ασθενής παρά την δυσμενέστατη κατάστασή του και το μεγάλο ποσοστό θνητότητας, κατά μέσο όρο 70%, από οποιαδήποτε επέμβαση, να υποβληθεί σε ερευνητική λαπαροτομία με ενδεχόμενη την ισχαιμία εντέρου ως απότοκη ουδετεροπενικής εντεροκολίτιδας. Μετά τη μελέτη του πορίσματος της αξονικής ενημερώθηκαν από τον Γ. Χ. ο ασθενής και η μητέρα του για την ανάγκη άμεσης χειρουργικής επέμβασης και τις πιθανές επιπλοκές αυτής, Ακολούθως ο Γ. Χ. ενημέρωσε τον εφημερεύοντα ειδικό χειρουργό και Διευθυντή ΕΣΥ της Χειρουργικής Κλινικής του ΠΓΝ Λάρισας, Γ. Γ. , τρίτο κατηγορούμενο, με τον οποίο μετέβησαν άμεσα στην Ογκολογική Κλινική. Ο τελευταίος αξιολόγησε κλινικά τον ασθενή και συμφώνησε με τα κλινικά ευρήματα και έκρινε ομοίως ότι ο ασθενής έχρηζε χειρουργικής επέμβασης με ερευνητική λαπαροτομία. Η ένδειξη για χειρουργική επέμβαση τέθηκε λόγω της ύπαρξης φυσαλίδων αέρα που αναφέρθηκαν στην αξονική τομογραφία και ενδεχομένως υποδήλωναν ισχαιμία, νέκρωση και ρήξη εντέρου, Ήτοι οι ανωτέρω χειρουργοί αποσκοπούσαν να αποκλείσουν την πιθανή νέκρωση και ρήξη εντέρου και εφόσον, κατά τη χειρουργική διαδικασία, επιβεβαιωνόταν να την αντιμετωπίσουν χειρουργικά με ερευνητική λαπαροτομία. Εν συνεχεία ο Γ. Χ. , περί ώρα 21:00, ενημέρωσε τον εφημερεύοντα αναισθησιολόγο Β. Τ. εκθέτοντας την κλινική εικόνα και την ανάγκη άμεσης διενέργειας της χειρουργικής επέμβασης. Ο τελευταίος ενημέρωσε ότι βρισκόταν σε εξέλιξη άλλης επέμβασης και ότι μόλις αποδεσμευόταν θα καλούσε τον συγκεκριμένο ασθενή για επέμβαση. Συγκεκριμένα ήταν σε παράλληλη εξέλιξη άλλα δύο χειρουργεία, ένα το οποίο διήρκεσε από 20:55 έως 22:00, ΧΥΑ άμφω, κολιοστομία άμφω, και ένα το οποίο διήρκεσε από 20:55 έως 22:00, ανοικτή εσωτερική οστεοσύνθεση, όπως προκύπτει από το αντίγραφο ημερήσιας κατάστασης χειρουργείων υπηρεσίας του Π. Γ. Νοσοκομείου Λάρισας.
Συνεπώς από την ενημέρωση και κλήση του τρίτου και του τέταρτου των κατηγορούμενων έως τη μεταφορά του ασθενούς από τον θάλαμο της Ογκολογικής Κλινικής στο χειρουργείο στις 22:35, το μεσολαβήσαν διάστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καθυστέρηση.
Εξάλλου δεν ήταν δυνατή η διενέργεια χειρουργικής επέμβασης χωρίς διαθέσιμη αίθουσα χειρουργείου και αναισθησιολόγου, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την εισαγωγή του ασθενούς στο χειρουργείο και όχι ο χειρουργός, ο οποίος δεν κινεί τη διαδικασία δεδομένου ότι της επέμβασης προηγείται υποχρεωτικά η αναισθησία. Επισημαίνεται ακόμη ότι ο εφημερεύων αναισθησιολόγος είναι υπεύθυνος για την εισαγωγή του ασθενούς στο χειρουργείο και όχι ο χειρουργός, ο οποίος δεν κινεί την διαδικασία, δεδομένου ότι της επέμβασης προηγείται υποχρεωτικά η αναισθησία. Ο αναισθησιολόγος είναι επίσης υπεύθυνος για την εκτίμηση της γενικής κατάστασης υγείας του ασθενούς πριν τη χειρουργική επέμβαση, δεδομένου ότι κατά την διάρκεια της προεγχειρητικής εκτίμησης ενημερώνεται για το πλήρες ιατρικό ιστορικό του ασθενούς και την φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει, εξετάζει κλινικά τον ασθενή και εκτιμά την επίδραση της χειρουργικής επέμβασης και της αναισθησίας στην γενική κατάσταση του. Συγχρόνως, λαμβάνει υπόψη τον πλήρη εργαστηριακό έλεγχο του ασθενούς και όταν κρίνεται σκόπιμο ζητά επιπρόσθετες εξετάσεις ή συνδρομή άλλων ειδικών ιατρών, με στόχο την βέλτιστη προετοιμασία του ασθενούς ενόψει του χειρουργείου. Τέλος, o αναισθησιολόγος ενημερώνει τον ασθενή και τους οικείους του για τους κινδύνους και τις επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν από την χειρουργική επέμβαση και την αναισθησία και σε συνεργασία με τον ασθενή και το χειρουργό, αποφασίζει για το είδος της αναισθησίας που θα χορηγηθεί στον ασθενή και για παρεμβάσεις τυχόν θα απαιτηθούν λ.χ. μετάγγιση αίματος, νοσηλεία στην ΜΕΘ μετά το πέρας της επέμβασης κ.α., ενώ ο χειρουργός επιλαμβάνεται και προχωρά στην επέμβαση μόνον αφού περαιωθούν τα παραπάνω και όσα εκτέθηκαν προηγουμένως (βλ. δημ. Αναισθησιολογικού Τμήματος Γ. Ν Νοσοκομείου Βόλου. "Ο ρόλος του αναισθησιολόγου" σε διαδ. Ιστ. ... συνυποβαλλόμενο). Τα παραπάνω είναι κρίσιμα για τις χρονικές παραμέτρους που αφορούν την διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης για την οποία σε κάθε περίπτωση τηρείται η προβλεπόμενη διαδικασία που διασφαλίζει βασικές απαιτήσεις ασφάλειας και υγιεινής (πρβλ. υποβαλ. μελέτη Ν. Καρακατσάνη. "Διαχείριση Ροής Ασθενών στο Χειρουργείο - Η Παράμετρος του Χρόνου" δημ. Εθν. Σχολή Δημ. Διοίκησης, 2008).
Περαιτέρω, αμέσως μόλις οι ιατροί της Χειρουργικής Κλινικής ενημέρωσαν τους ιατρούς της Ογκολογικής Κλινικής για την εισαγωγή του ασθενούς στο χειρουργείο, η πρώτη κατηγορούμενη τηλεφώνησε στο Τμήμα Αιμοδοσίας του νοσοκομείου προκειμένου να εξασφαλίσει τις απαραίτητες μονάδες αίματος για τη χειρουργική επέμβαση και μέχρι τη μεταφορά του στο χειρουργείο ο ασθενής παρέμεινε στην Ογκολογική Κλινική υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού της Χειρουργικής Κλινικής με παράλληλη στήριξη υγρών και προωθημένης αντιβιοτικής αγωγής, καθώς η μεταφορά του στη Χειρουργική Κλινική θα ήταν αλυσιτελής αφού αμφότερες οι κλινικές δεν διαθέτουν μόνιτορ συνεχούς παρακολούθησης. Περί ώρα 23:10, περίπου, το βράδυ η πρώτη κατηγορούμενη ενημερώθηκε από τους χειρουργούς ιατρούς ότι o ασθενής κατέληξε προ της επέμβασης. Αμέσως ενημέρωσε τη δεύτερη κατηγορούμενη, η οποία σύμφωνα με τις οδηγίες της, συνέστησε στους συγγενείς του ασθενούς να αιτηθούν τη διενέργεια νεκροψίας - νεκροτομής για να διαπιστωθούν τα ακριβή αίτια του θανάτου. Ο πατέρας, όμως του ασθενούς, Β. Π. παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας, αρνήθηκε τη διενέργεια νεκροψίας νεκροτομής ως περιττή, καθώς τόσο ο ίδιος όσο και η μητέρα και οι αδερφές του, παριστάμενες προς υποστήριξη της κατηγορίας, γνώριζαν τη σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας του. Μετά την άρνηση αυτή, η δεύτερη κατηγορούμενη επέτρεψε στην πρώτη εξ αυτών, ειδικευόμενη, να συντάξει το ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου, στο οποίο αναφέρεται ως αιτίες θανάτου η βασική νόσος, καρκίνος όρχεος, η παρούσα νόσος, οξεία κοιλία από την κλινική εξέταση και κολίτιδα από το πόρισμα της αξονικής τομογραφίας, καθώς και η καρδιοαναπνευστική ανακοπή, ως τελικό αποτέλεσμα.
Συνεπώς από την εκτίμηση των χειρουργών στις 20:15 έως την μεταφορά του ασθενούς από τον θάλαμο της Ογκολογικής Κλινικής στο χειρουργείο στις 22:35, το μεσολάβησαν δίωρο, εντός του οποίου έλαβαν χώρα όλα τα παραπάνω περιστατικά και απαραίτητα στάδια δεν συνιστά καθυστέρηση. Επομένως το χρονικό διάστημα από την στιγμή κατά την οποία εξετάσθηκε ο ασθενής, έως την στιγμή που μεταφέρθηκε στο χειρουργείο, δεν συνέβαλε στην μοιραία κατάληξή του. Ακριβέστερη και πληρέστερη καταγραφή της βαρύτητας της κατάστασης του ασθενούς και των ακριβών αιτίων θανάτου είναι αδύνατη, διότι κατέληξε πριν την επέμβαση, καθώς και διότι οι συγγενείς του, προφανώς εν γνώσει της εκ των προτέρων εξαιρετικά βεβαρυμένης κατάστασής του, αρνήθηκαν να υποβληθεί σε νεκροτομή, αν και αυτή συστήθηκε από και από πλευράς των ογκολόγων ιατρών, Από τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκαν τα ιατρικά σφάλματα των κατηγορουμένων που ήταν αντικειμενικά επικίνδυνα για το έννομο αγαθό της ζωής του ασθενούς και οδήγησαν τελικά στην προσβολή του, όπως κατηγορούνται. Συγκεκριμένα δεν υπάρχει ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων για ανθρωποκτονία από αμέλεια του ασθενούς Α. Π. , καθώς το αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής παράλειψης, δεν οφείλεται σε παράβαση από αυτούς των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, καθόσον αποδείχθηκε ότι τήρησαν το επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας και δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των αποδιδόμενων σε αυτών παραλείψεων και του επελθόντος αποτελέσματος, Όλες οι ιατρικές ενέργειες των κατηγορουμένων ιατρών έγιναν lege artis, σύμφωνα δε με τους κοινούς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης που ανάγονται στη διάγνωση της νόσου και τη θεραπευτική αγωγή. Κατόπιν τούτου, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από συγκλίνουσα αμέλεια από υπόχρεο,το οποίο αποδίδεται στους κατηγορούμενους >>.Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ,από το Σύνταγμα και τη διάταξη του άρθρου 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ,δεδομένου ότι δεν κάνει καμία αναφορά στο πόρισμα της διενεργηθείσας από ...2024 έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Γ. Σ. , ιατρού-χειρουργού. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή ,για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διατάχθηκε με την με αριθμ. 479/2023 παρεμπίπτουσα απόφασή του ,ότι πρέπει να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη , κατ' αρθ. 178 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ. Προς τούτο διόρισε δυο πραγματογνώμονες - ιατρούς από τον τηρούμενο κατάλογο πραγματογνωμόνων, ήτοι τους, Ι. Μ. , ιατρό γενικό-χειρουργό και Γ. Κ. , ιατρό παθολόγο-καρδιολόγο, οι οποίοι στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. 1802/2024 παρεμπίπτουσας απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, από τους πραγματογνώμονες ιατρούς Γ. Σ. , ιατρό χειρουργό και Χ. Ε. , ιατρό παθολόγο- ογκολόγο, για να αποφανθούν αν η ιατρική αντιμετώπιση του αποβιώσαντος την 27.12.2018 στο Γενικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, Α. Π. , ετών 51, από της εισαγωγής του στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του άνω Νοσοκομείου, έως τον θάνατό του πριν ή χειρουργηθεί, διενεργήθηκε σύμφωνα με τις παραδεδεγμένες αρχές και τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, αναφορικά με την ορθότητα, την ακρίβεια και την ταχύτητα, ιδίως με την παραγγελία των απαραίτητων εξετάσεων, την εκτέλεση, την διάγνωση, την φαρμακευτική αγωγή, την εισαγωγή στο Ογκολογικό ή Χειρουργικό Τμήμα και τη χειρουργική ή μη αντιμετώπιση, καθώς και οτιδήποτε άλλο κρίνουν να εισφέρουν στη διερευνώμενη υπόθεση, λαμβανομένων υπόψη της διαθεσιμότητας των κρεβατιών και των χειρουργείων, των αναισθησιολόγων και του αξονικού τομογράφου στο εν λόγω νοσοκομείο στις 27.12.2018. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο οι ως άνω πραγματογνωμοσύνες (βλ. σελ. 290). Όμως στο σκεπτικό ,γίνεται μνεία του περιεχομένου μόνο της πραγματογνωμοσύνης του δευτέρου πραγματογνώμονα. Η έκθεση της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Γ. Σ. , παρά το ότι αποτελεί , κατά τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη , διατάξεις των άρθρων 178 και 183 ΚΠΔ ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν μνημονεύεται ούτε αναφέρεται στη συνέχεια, όπου αναφέρονται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά ,που οδήγησαν το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο στην αθωωτική για τους κατηγορούμενους κρίση του, ούτε το Δικαστήριο αξιολόγησε το πόρισμα αυτής, το οποίο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπήρξε πλημμελής αντιμετώπιση του ασθενούς Α. Π. και συνακόλουθα συγκλίνουσα ιατρική αμέλεια στο πρόσωπο των κατηγορουμένων -ιατρών, τελούσας σε αιτιώδη συνάφεια με τον επελθόντα θάνατό του. Επισημαίνεται ακόμα ότι ούτε από το περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και αυτή , κατά τη διερεύνηση της συγκεκριμένης συγκλίνουσας αμέλειας των κατηγορουμένων, ούτε και αντικρούεται η αντίθετη, από τη κρίση του Δικαστηρίου, γνώμη του ανωτέρω πραγματογνώμονα , ώστε να εξαχθεί με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία το συμπέρασμα ,ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην αθωωτική του κρίση μετά από συνεκτίμηση και της εν λόγω έκθεσης με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, ο εν λόγω πραγματογνώμονας επισημαίνει ότι: α) δεν διενεργήθηκε, όπως θα έπρεπε, άμεσα, με την εισαγωγή του στα ΤΕΠ χειρουργική εξέταση από χειρουργό ιατρό, αφού ο ασθενής παρουσίαζε κοιλιακό άλγος με θετικό σημείο rebound και με αυξημένη CRP(26,46) συμβατή με εξελισσόμενη νόσο, ταχυκαρδία με 125 σφύξεις/λεπτό και αυξημένη αρτηριακή πίεση με 168/102 mmHg, ήπιες ηλεκτρολυτικές διαταραχές, με επηρεασμό του σακχάρου και τη Ygt, ευρήματα που συνδέονται και με οξείες χειρουργικές - κοιλιακές παθήσεις και που -λόγω και του ιστορικού του θανόντος - δικαιολογούσαν τον χαρακτηρισμό <<οξείας κοιλίας>>, δηλ. οξείας και βαρείας ενδοκοιλιακής φλεγμονής. β) Ακολούθως, όταν εισήχθη ο ασθενής στην ογκολογική κλινική και ενώ έγινε αντιληπτό ότι υφίστατο κοιλιακό άλγος, θετικό σημείο rebound και συνεχής επιδείνωση της κατάστασής του ,ευρήματα συμβατά με εξελισσόμενη ενδοκοιλιακή παθολογία σε έδαφος φλεγμονής, η εντολή για αξονική τομογραφία, δόθηκε αδικαιολόγητα με μεγάλη καθυστέρηση περί ώρα 17:30', με τη χορήγηση σκιαγραφικού και γαστρογραφίνης, ενώ η εξέταση αυτή έπρεπε να είχε γίνει ήδη από τα ΤΕΠ, για διερεύνηση των αιτίων του άλγους, η οποία και θα επιβεβαίωνε την ύπαρξη περιτονίτιδας εξαιτίας διάτρησης του εγκάρσιου τμήματος του παχέος εντέρου και την ανάγκη άμεσης χειρουργικής αντιμετώπισης του περιστατικού ,αναγκαίας και μόνης ενδεδειγμένης για την διάσωση του ασθενούς από τη σηπτική καταπληξία ,ανεξαρτήτως του βεβαρημένου ιατρικού ιστορικού του, η οποία και οδήγησε στο θάνατό του, γ) ότι ως κατεπείγον περιστατικό με κίνδυνο για τη ζωή του ασθενούς ,όπως αποδείχθηκε, δεν έγιναν οι απαιτούμενες άμεσες συγχρονισμένες ενέργειες για την άμεση εισαγωγή του στο χειρουργείο, για χειρουργική αφαίρεση του νεκρωθέντος μέρους του εντέρου, η οποία ήταν και η μόνη ενδεδειγμένη ιατρική πράξη.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης, κατά τα προεκτιθέμενα, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το δικαστήριο δεν αντέκρουσε την ως άνω έκθεση -μη αρκούσης της γενομένης μνείας του στα αναγνωστέα έγγραφα ή στο προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης, ως όφειλε, κατά τις διατάξεις που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη της παρούσης, παρά το γεγονός ότι εισέφερε στην αποδεικτική διαδικασία κρίσιμα στοιχεία τα οποία σε κάθε περίπτωση έδει να αντικρουσθούν. Επίσης , για τη διαμόρφωση της αθωωτικής του κρίσης ,διέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ουσιώδη για αυτή, παραδοχή ότι ήταν δικαιολογημένη, η εισαγωγή του ασθενούς στο χειρουργείο ,ήτοι περί ώρα 22.35', παρότι η διάγνωση για περιτονίτιδα έλαβε χώρα από τους κατηγορουμένους ογκολόγους στις 20.15'περίπου, διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμοι αναισθησιολόγοι που απασχολούνταν σε άλλα χειρουργεία καθώς και ελεύθερη αίθουσα χειρουργείου ,πλην όμως δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του σκεπτικού της ,ότι έλαβε υπόψη της τα αναγνωσθέντα: α) με αριθμ. .../2025 έγγραφο του νοσοκομείου σύμφωνα με το οποίο ,κατά την ημέρα εκείνη (27.12.2018) εφημέρευαν και άλλοι δύο αναισθησιολόγοι (Λ. και Π.), καθώς και β) το με αριθμ. .../2025 έγγραφο αυτού, σύμφωνα με το οποίο κατά το κρίσιμο χρόνο υπήρχε διαθέσιμη αίθουσα χειρουργείου.
Συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προβλεπόμενης από το άρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθ. 139 ΚΠΔ, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο μοναδικός , εκ του άρθρ. 510 αριθμ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο , συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519,522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμ. 23/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένους, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2026.
Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ