ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 715/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 715/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 715/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 715 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 715/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λ. Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασίλειου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Β. Λ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βασιλειάδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 985/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης - Β' Βαθμού.

Με υποστηρίζουσες την κατηγορία τις: 1. Φ. Τ. του Σ. και 2. Α. Τ. του Δ., κατοίκους ..., οι οποίες δεν εμφανίστηκαν.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης - Β' Βαθμού, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. ...2024 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2024.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπό κρίση, με αριθμό …/2024 αίτηση της αναιρεσείουσας Β. Λ., του Λ. και της Σ., που κατατέθηκε στην Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, στις 3-9-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 985 /2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης (Β' Βαθμού), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.

2. Από τη διάταξη του άρθρου 366 παρ.2 του ΚΠΔ (Π.Δ. 258/1986), που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης των επίδικων πράξεων και του (με όμοια διατύπωση) άρθρου 365 παρ. 2 του νΚΠΔ που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου ολόκληρης της απολογίας του, που έγινε κατά την ανάκριση. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου ολόκληρης της απολογίας του κατηγορουμένου, που έδωσε κατά τη διενέργεια της κύριας ανάκρισης, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ίδιου ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του, που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσής του, που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και η αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 του ΚΠοινΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το προαναφερθέν άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον προμνημονευόμενο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, η λήψη υπόψη και η αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των ανωτέρω εγγράφων αφορά στο δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμά του, από το άρθρο 223 παρ.4 του ΚΠοινΔ, να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποίησης διακηρύσσεται και στο άρθρο 14 παρ.3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την αυξημένη ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα, μεταξύ άλλων, και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό αποτέλεσμα, με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του, επάγεται η λήψη υπόψη ολόκληρης της απολογίας του κατά την ανάκριση και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο στοιχείων είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσης της ιδιότητας αυτής (ΟλΑΠ 1/2004). Παραβίαση, όμως, της πιο πάνω αρχής της μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου επέρχεται μόνο με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των ως άνω εγγράφων (απολογίας και μαρτυρικών αυτού καταθέσεων) και όχι με την αξιοποίηση α) του υποβληθέντος από τον ίδιο, αμέσως μετά την προφορική του απολογία κατά την ανάκριση, απολογητικού υπομνήματος, διότι το υπόμνημα αυτό αποτελεί τμήμα αυτής (απολογίας), υποβάλλεται από αυτόν με την θέλησή του και προς υπεράσπισή του, δεν εξαναγκάζεται προς τούτο και δεν περιέχει επιβαρυντικά στοιχεία σε σχέση με τα επίδικα αδικήματα και β) του υποβληθέντος από τον ίδιο υπομνήματος εγγράφων εξηγήσεων κατά τη διάρκεια προανακριτικής εξέτασης, διότι το υπόμνημα αυτό υποβάλλεται από αυτόν με τη θέλησή του και προς υπεράσπισή του, δεν εξαναγκάζεται προς τούτο και δεν περιέχει επιβαρυντικά στοιχεία σε σχέση με τα επίδικα αδικήματα. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις αυτές, με την ανάγνωση και τη λήψη υπόψη για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου των μη περιεχόντων επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο στοιχεία ως άνω εγγράφων, δεν επέρχεται παραβίαση του δικαιώματός του μη αυτοενοχοποίησης, ούτε παραβίαση οποιουδήποτε υπερασπιστικού δικαιώματος, αφού η αξιολόγησή τους δεν γίνεται σε βάρος του και έτσι δεν προκαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 2/2021).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη προβάλλει την αιτίαση, ότι χωρίς να ερωτηθεί αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και λήφθηκαν υπ' όψη από αυτό, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για την ενοχή της, το από 4-7-2019 σημείωμα παροχής εξηγήσεων ενώπιον της Πταισματοδίκη ΙΑ' Τμήματος Θεσσαλονίκης στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης επί της ανωτέρω πράξης και έτσι παραβιάστηκε το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής της και επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 985/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη ένοχη της πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία επέβαλε σε αυτήν ποινή φυλάκιση δέκα (10) μηνών, προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, περιλαμβάνεται, με τον αριθμό 9, ήτοι το "από 04-07-2018 σημείωμα παροχής εξηγήσεων, ενώπιον της κας Πταισματοδίκη ΙΑ' Τμήματος Θεσσαλονίκης, της Β. Λ. του Λ.". Το ανωτέρω έγγραφο αναγνώστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, παρισταμένης της αναιρεσείουσας κατηγορούμενης μετά του συνηγόρου της, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση, ενώ δεν προκύπτει ότι αξιοποιήθηκε ειδικώς αποδεικτικά στο σύνολο του ή εν μέρει από το Δικαστήριο. Από δε την παραδεκτή επισκόπηση του επίμαχου εγγράφου, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δεν προκύπτει ότι περιλαμβάνει επιβαρυντικά για την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη στοιχεία ως προς την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, αλλά αντίθετα περιέχει ευνοϊκά γι'αυτήν στοιχεία, προς αντίκρουση της κατηγορίας. Επομένως, το ανωτέρω αναγνωσθέν κατά την επ' ακροατηρίου δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σημείωμα παροχής εξηγήσεων δεν ήταν πρόσφορο να αξιοποιηθεί αποδεικτικά, ως θεμέλιο για την κατάφαση της ενοχής της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης και την καταδίκη της, οπότε, με την ανάγνωση και αξιολόγησή του από το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα της σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησής της, αφού το ως άνω Δικαστήριο δεν αρκέσθηκε μόνο σ' αυτό το έγγραφο για την εκφορά της κρίσης του αλλά ακούσθηκαν, τόσο η ίδια η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, που ήταν παρούσα κατά τη διαδικασία, απολογηθείσα νομοτύπως, όσο και ο παραστάς συνήγορος υπεράσπισης αυτής και, συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος.

4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 362 και 367 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης εκτός αν το έγγραφο αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφο διαδικαστικό ή αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. (ΑΠ 215/2023, ΑΠ 1408/2022, ΑΠ 1147/2022, ΑΠ 1059/2022, 819/2019, ΑΠ 473/2017).

5. Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 δ` ΚΠΔ) και παραβίασης της αρχής της δημοσιότητας, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη προβάλλει την αιτίαση, ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης του, έλαβε υπόψη του, χωρίς να αναγνωσθεί, την υπ` αρ. 18794/2016 απόφαση του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τη συγκεκριμένη απόφαση για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης του για την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, αφού δεν γίνεται μνεία αυτής, αμέσως ή εμμέσως, στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του σκεπτικού της προσβαλλομένης. Άλλωστε, η συγκεκριμένη απόφαση δεν αναφέρεται στην ίδια, αλλά αφορά στην καταδίκη του συζύγου της αναιρεσείουσας κατηγορούμενης, Α. Π., για το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατόπιν μηνύσεως της υποστηρίζουσας την κατηγορία, Α. Τ. Σε κάθε περίπτωση, ουδόλως προέκυψε προσβολή της αρχής της δημοσιότητας, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, η συγκεκριμένη απόφαση του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης μνημονεύεται στη μαρτυρική κατάθεση της υποστηρίζουσας την κατηγορία και, συνεπώς, κατά την απολογία της, η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη είχε την ευχέρεια και τη δυνατότητα και διατύπωσε τις δηλώσεις και εξηγήσεις της για το αποδεικτικό αυτό μέσο.

6. Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 δ` ΚΠΔ) και παραβίασης της αρχής της δημοσιότητας, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη προβάλλει την αιτίαση, ότι το Δικαστήριο, εμμέσως με την ανάγνωση της υπ' αρ. …/2021 κλήσης της Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης και του καταλόγου μαρτύρων και πίνακα αναγνωστέων εγγράφων, έλαβε γνώση του υπ' αρ. …/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο με παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου κρίθηκε ως μη αναγνωστέο. Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι το Δικαστήριο ρητώς απέκλεισε την ανάγνωση του ανωτέρω βουλεύματος με την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η δε ανάγνωση της κλήσης και του καταλόγου μαρτύρων, ουδόλως συνδέεται με το περιεχόμενο αυτού, ούτε άλλωστε η ίδια η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη επικαλείται την με οποιονδήποτε τρόπο αναφορά στο περιεχόμενό του.

7. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2-1 του προϊσχύσαντος μέχρι τις 30.06.2019, ΠΚ, όπως η παρ.1 αυτού είχε αντικατασταθεί, με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 3327/2005, "1. Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1 του ισχύοντος, από 01.7.2019 ΠΚ, "Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει, σαφώς, ότι η διάταξη του άρθρου 224 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, στην οποία έχουν συγχωνευθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) του προϊσχύσαντος ΠΚ, είναι ευμενέστερη, ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του προϊσχύσαντος ΠΚ, καθόσον, για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης, με μικρότερο όριο, ελάχιστο και ανώτατο, και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, έως τριών ετών, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2-1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, προβλεπόταν φυλάκιση, με ελάχιστο όριο, το ένα (1) έτος και ανώτερο, τα πέντε (5) έτη (ΑΠ 150/2023, ΑΠ 1275/2022, ΑΠ 1114/2022, ΑΠ 177/2022, ΑΠ 34/2022, ΑΠ 44/2021, 302/2020). Από την ανωτέρω, εν προκειμένω, εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 224 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, προκύπτει, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη, ψευδούς κατάθεσης), απαιτείται: α) (ένορκη) κατάθεση του μάρτυρα, ενώπιον αρμόδιας, για την εξέτασή του, αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά, σκοπίμως, τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα, αντικειμενικώς ανακριβή (και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις), θεωρείται, δε, αντικειμενικώς ψευδές, το περιστατικό όχι μόνον, όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και ως προς εκείνα, που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή πληροφορήθηκε από διηγήσεις τρίτων και ως εκ τούτου, γνώριζε.

Προϋπόθεση, για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά θα πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι συμβάντα ή καταστάσεις, συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα, κατά χρόνο και τόπο, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, τα οποία έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου, μεν, για αστική διαφορά, στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου, δε, για ποινική δίκη, στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής ή σε άλλα περιστατικά, συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας, όμως, το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στην συγκεκριμένη υπόθεση. Το ότι για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής (της κατάθεσης, δηλαδή, γεγονότος, σχέση έχοντος προς τη δικαζόμενη υπόθεση και δυναμένου να χρησιμεύσει προς απόδειξη στα πλαίσια αυτής), συνάγεται και από το ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 224 του ΠΚ κατατάσσεται στο ενδέκατο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, που αναφέρεται στα εγκλήματα, σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης, η οποία, αναγκασμένη να προσφεύγει, μεταξύ άλλων, και στο εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο, κινδυνεύει, όταν αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αλήθεια, να παραπλανηθεί, με συνέπεια τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ορθή απονομή της, ενώ, όταν τα κατατεθέντα γεγονότα είναι εντελώς άσχετα με τη δικαζόμενη υπόθεση, για την οποία δόθηκε η περιέχουσα εκείνα ένορκη κατάθεση και αλυσιτελή, προς απόδειξη, στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής, δεν θεμελιώνεται αντικειμενικά το εν λόγω έγκλημα. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, για ψευδή κατάθεση, πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται, σ' αυτή, τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών, εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται, ποιά ήταν τα αληθινά γεγονότα, κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα, που το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ήταν ψευδή και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, για την πράξη αυτή. Από την ίδια ως άνω διάταξη, προκύπτει, επίσης, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, θεωρείται, δε, ως αρμόδια αρχή, εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατό, κατά διάταξη νόμου, να γίνει κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί, στην συνέχεια, να ληφθεί υπόψη, ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο, από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια, προς διάγνωση κάποιας διαφοράς (ΑΠ 900/2024, ΑΠ 1114/2022, ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 302/2020, ΑΠ 217/2020, ΑΠ 290/2018).

8. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ` άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023).

9. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ. 985/2024 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης (Β'Βαθμού), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του την ανωμοτί κατάθεση της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας που περιέχεται στα ενσωματωμένα στην απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα ίδια πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "Οι υποστηρίζουσες την κατηγορία, Φ. Τ. και η θυγατέρα της Α. Τ., άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης τη με αρ. κατ. 8/7/2019 αγωγή κατά του Α. Π. του Γ., συζύγου της κατηγορουμένης ζητώντας να τους καταβάλει αποζημίωση εξ αδικοπραξίας η οποία συνίστατο στη σε βάρος τους τέλεση των αδικημάτων της πλαστογραφίας της υπεξαίρεσης και της απιστίας σε βαθμό κακουργήματος. Η διαφορά των δύο πλευρών εδράζεται στην επαγγελματική σχέση που διατηρούσαν οι διάδικοι, αφού ο Π. υπήρξε για χρόνια λογιστής της επιχείρησης περιπτέρου που διατηρούσε ο θανών σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης Δ. Τ. και συγκεκριμένα, για τις διαδικασίες που έπρεπε να τηρηθούν ώστε να διακοπεί μετά τον θάνατο του τελευταίου η σχετική επαγγελματική δραστηριότητα στην εφορία, να μεταβιβασθεί η άδεια του περιπτέρου στη Φ. Τ. και να γίνει έναρξη της δραστηριότητας ατομικής επιχείρησης στο όνομά της. Προϋπόθεση για να γίνουν τα παραπάνω ήταν να υποβληθούν δηλώσεις του Φ.Π.Α., να πληρωθεί ο φόρος να επιστραφεί το τμήμα του Φ.Π.Α. με την απόδειξη πληρωμής και να καταχωριστούν ένα αντίγραφο της δήλωσης. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ενώ ο Π. διαβεβαίωνε την υποστηρίζουσα την κατηγορία και τη μητέρα της ότι είχαν τηρηθεί εκ μέρους του όλες οι απαραίτητες διαδικασίες για τη διεκπεραίωση των σχετικών διαδικασιών εκ μέρους του, ως λογιστή, κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να τις παραπλανήσει για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες και παρέδωσε στη Φ. Τ. τη με αρ. ...2008 βεβαίωση έναρξης εργασιών, η οποία διαπιστώθηκε ότι ήταν εξ υπαρχής πλαστή, κατόπιν σχετικών ερευνών που διενήργησαν στην περιπτεριούχο υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ερευνών και Διασφάλισης Δημοσίων Εσόδων τη 19η-3-2015. Σκοπός δε του Π. για την κατάρτιση τούτου του πλαστού εγγράφου ήταν να παραπλανήσει τη Φ. Τ. περί του ότι είχε προβεί στις δέουσες ενέργειες για τα παραπάνω, στις οποίες όμως ουδέποτε προέβη. Επ' αυτού του γεγονότος κατέθεσε σαφώς η υποστηρίζουσα την κατηγορία β' μάρτυρας και επίσης αυτό διαλαμβάνεται μεταξύ όσων δέχθηκε η με αρ. 12204/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα επί της προαναφερόμενης αγωγής, που αναγνώρισε την υποχρέωση του Π. σε καταβολή αποζημίωσης ύφους 52.285,99 ευρώ εις ολόκληρον στις υποστηρίζουσες την κατηγορία και σε επιπλέον ποσό 1.000 ευρώ σε έκαστη ως ηθική βλάβη. Σημειωτέου, ότι η απόφαση αυτή είναι επισυνημμένη στο με αρ. πρωτ. ...2020 έγγραφο του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προς το Πταισματοδικείο Θεσσαλονίκης ως πρώτο αναγνωστέο έγγραφο του κατηγορητηρίου, για την ανάγνωση του οποίου δεν προβλήθηκε αντίρρηση από τον συνήγορο υπεράσπισης της κατηγορουμένης.

Εξάλλου, το γεγονός αυτό δεν αρνήθηκε ούτε η τελευταία στην απολογία της. Στο πλαίσιο, λοιπόν, της υπερασπιστικής του τακτικής κατά της αγωγής ο Α. Π. προσκόμισε με επίκληση στις προτάσεις του τη με αρ. ...2019 ένορκη βεβαίωση της συζύγου του, νυν κατηγορουμένης που λήφθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγουσών στην Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης Τριανταφυλλιά Μπακαλοπούλου. Σ' αυτήν, η κατηγορουμένη βεβαίωσε ενόρκως, σύμφωνα με όσα της έχουν αποδοθεί στο κλητήριο θέσπισμα: α. ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε έναρξη δραστηριότητας της λειτουργίας περιπτέρου στο όνομα της Φ. Τ. ήταν διότι αυτή δεν διατίθετο να πληρώσει τον σύζυγό της β. ότι ουδέποτε ο τελευταίος παρέδωσε στη Φ. Τ. πλαστή έναρξη δραστηριότητας αφού δεν ασχολήθηκε ποτέ μ' αυτή και γ. ότι ουδέποτε τους έδωσε ταμειακή μηχανή ούτε ασχολήθηκε με τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος στη εφορία, αφού δεν είχε γίνει έναρξη λόγω οφειλών Φ.Π.Α. Σύμφωνα, όμως με τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ο λόγος για τον οποίον δεν συντελέστηκε η έναρξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Φ. Τ. στο επίμαχο περίπτερο, ήταν η μη διεκπεραίωση των απαιτούμενων διαδικασιών από τον Π., γεγονός που προσπάθησε να συγκαλύψει με την πλαστογραφία και τη χρήση του πλαστού εγγράφου που τέλεσε. Έτσι, τα παραπάνω αντίθετα που κατέθεσε η σύζυγός του στα προρρηθέντα σημεία της ένορκης βεβαίωσής της είναι ψευδή, με δεδομένο άλλωστε ότι η κατηγορουμένη δεν απέδειξε την αλήθεια του ισχυρισμού της περί οφειλών της Φ. Τ. στον θανόντα Π., ενώ επιπλέον αποδείχθηκε ότι αυτή τελούσε σε πλήρη γνώση των ενεργειών του συζύγου της αφού και η ίδια είναι λογίστρια και είχε τις απαιτούμενες γνώσεις και την απαραίτητη εμπειρία, ενώ βοηθούσε σε καθημερινή βάση τον σύζυγό της με τους πελάτες του, ερχόμενη μάλιστα συχνά σε προφορική συνεννόηση μαζί τους για ζητήματα που αφορούσαν τις υποθέσεις τους. Το ίδιο, σε σχέση με την άμεση γνώση της περί των επαγγελματικών του συζύγου της επανέλαβε άλλωστε η κατηγορουμένη στην αναγνωσθείσα με επιμέλεια του συνηγόρου υποστήριξης της κατηγορίας από 11-4-2019 προανακριτική της κατάθεση στον Πταισματοδίκη του ΙΣΤ' Τμήματος Θεσσαλονίκης η οποία αφορούσε σε άλλη ποινική υπόθεση στην οποία εκείνος ήταν κατηγορούμενος στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς. Εφόσον, επομένως, η κατηγορουμένη είχε προσωπική γνώση περί όλων των θεμάτων της επαγγελματικής του δράσης, γνώριζε αναμφισβήτητα ότι δεν είχε διεκπεραιώσει τις ενέργειες που έπρεπε για την έναρξη της επαγγελματικής δραστηριότητας περιπτερούχου στις συγγενείς του Δ. Τ., παράλειψη την οποία ο ίδιος επιχείρησε να συγκαλύψει με την προειρημένη πλαστογραφία που τέλεσε. Επομένως, αποδείχθηκε χωρίς αμφιβολία και η υποκειμενική της διασύνδεση με το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης αφού γνώριζε αναντίλεκτα ότι ο σύζυγός της είχε προβεί στο πιο πάνω αδίκημα και δεν είχε ενεργήσει τα δέοντα ως λογιστής στην εν λόγω υπόθεση, επιδίωξε δε να τα καταθέσει προκειμένου να απορριφθεί η σε βάρος του αγωγή, γεγονός που πρόδηλα θα αντανακλούσε ευνοϊκώς και στην ίδια".

Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης και αφού της αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ) της επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών με το ακόλουθο διατακτικό :

"Κηρύσσει ένοχη την παραπάνω κατηγορουμένη του ότι: Στη Θεσσαλονίκη τη 12η-4-2019, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση εν γνώσει της κατέθεσε ψέματα. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο και ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της διαδικασίας λήψης ενόρκων βεβαιώσεων κατέθεσε μεταξύ άλλων, ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε έναρξη δραστηριότητας της λειτουργίας περιπτέρου στο όνομα της Τ. Φ. ήταν διότι αυτή δεν διατίθετο να πληρώσει τον Α. Π., προκειμένου να ενεργήσει σχετικά, ότι ουδέποτε ο ως άνω σύζυγος της παρέδωσε στη Φ. Τ. πλαστή έναρξη δραστηριότητας, αφού δεν ασχολήθηκε ποτέ μ' αυτή, ουδέποτε τους έδωσε ταμειακή μηχανή, ούτε ασχολήθηκε με τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος στη Εφορία, αφού δεν είχε γίνει έναρξη λόγω οφειλών Φ.Π.Α. συνταχθείσας της με αρ. .../19 ένορκης βεβαίωσης. Τα ανωτέρω ήταν ψευδή κατατέθηκαν δε εν γνώσει της αναλήθειας τους, καθώς ο Α. Π. δεν διέκοψε την δραστηριότητα επιτηδευματία στο πρόσωπο του συζύγου της Φ. Τ., λόγω του θανάτου του το 2007, ούτε προέβη σε έναρξη δραστηριότητας στο όνομα της. Τα ανωτέρω, δε, κατέθεσε προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή που κατέθεσαν οι ποθούσες σε βάρος του συζύγου της Α. Π. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης λόγω αδικοπραξίας".

10. Με τις παραδοχές αυτές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο καταδικάστηκε, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαραταθείσες διατάξεις των άρθρων 1,2, 14, 18, 19, 26 παρ.1, 27 παρ.2, 50 51, 53, 79, 84 παρ. 2α, 94 παρ.1, 224 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, προσδιορίζονται με πληρότητα και ακρίβεια ο τόπος, χρόνος, τρόπος και λοιπές περιστάσεις τέλεσης του ως άνω εγκλήματος και παρατίθενται ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν και κατ` επέκταση θεμελιώνουν την γνώση της αναιρεσείουσας κατηγορούμενης για το ψεύδος των κατατεθέντων από αυτήν και συγκεκριμένα ότι : α) ο Α. Π. προκειμένου να απορριφθεί η εις βάρος του αγωγή της εγκαλούσας, προσκόμισε με επίκληση στις προτάσεις του τη με αρ. ...2019 ένορκη βεβαίωση της συζύγου του, αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, β) η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη βεβαίωσε ενόρκως, ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε έναρξη δραστηριότητας της λειτουργίας περιπτέρου στο όνομα της Φ. Τ. ήταν διότι αυτή δεν διατίθετο να πληρώσει τον σύζυγό της, ότι ουδέποτε ο τελευταίος παρέδωσε στη Φ. Τ. πλαστή έναρξη δραστηριότητας αφού δεν ασχολήθηκε ποτέ μ' αυτή και ότι ουδέποτε τους έδωσε ταμειακή μηχανή ούτε ασχολήθηκε με τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος στη εφορία, αφού δεν είχε γίνει έναρξη λόγω οφειλών Φ.Π.Α., γ) ο λόγος για τον οποίον δεν συντελέστηκε η έναρξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Φ. Τ. στο επίμαχο περίπτερο, ήταν η μη διεκπεραίωση των απαιτούμενων διαδικασιών από τον σύζυγο της αναιρεσείουσας κατηγορούμενης Π., δ) τα ανωτέρω κατατεθέντα από την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη είναι ψευδή, ε) τελούσε σε πλήρη γνώση των ενεργειών του συζύγου της αφού και η ίδια είναι λογίστρια και είχε τις απαιτούμενες γνώσεις και την απαραίτητη εμπειρία, ενώ βοηθούσε σε καθημερινή βάση τον σύζυγό της με τους πελάτες του, ερχόμενη μάλιστα συχνά σε προφορική συνεννόηση μαζί τους για ζητήματα που αφορούσαν τις υποθέσεις τους.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι ο τέταρτος και πέμπτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στ.Δ' του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι δεν αναφέρεται ρητά στην προσβαλλόμενη, αν ο ο σύζυγος της αναιρεσείουσας κατηγορούμενης παρέδωσε ταμειακή μηχανή στις εγκαλούσες ή αν ασχολήθηκε με τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος τους, καθώς και ότι ο δόλος της θεμελιώνεται αόριστα. Οι λοιπές σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατηγορούμενης αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του, που, κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής της και αμφισβήτηση των εις βάρος της ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της αντιφατικής πλήττουν ανεπίτρεπτα την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

11. Η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής(ΑΠ 874/2022, ΑΠ 591/2024, ΑΠ 32/2021, ΑΠ 101/2018). Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ (ΑΠ 591/2024, ΑΠ 847/2024, ΑΠ 562/2022, ΑΠ 445/2022). Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και, σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή και με προφορική ανάπτυξή τους, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, άλλως το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους (Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 591/2024, ΑΠ 661/2023, ΑΠ 959/2022, ΑΠ 722/2022, ΑΠ 565/2021).

12. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ., το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για να συντρέξει δε η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ., η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ισχύοντος Π.Κ. προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτησή του. Εν όψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 874/2022, ΑΠ 368/2022, ΑΠ 728/2021).

13. Στην υπό κρίση υπόθεση, η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της, ζήτησε να της αναγνωριστεί επιπλέον της πρωτοδίκως αναγνωρισθείσας ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ και η ελαφρυντική περίσταση ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε` ΠΚ). Ο ισχυρισμός του αυτός, που κατατέθηκε προφορικά από τον συνήγορό του, διατυπώθηκε ως εξής: "Ο συνήγορος της κατηγορούμενης , στον οποίον δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο, ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό της εντολέως του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' ΠΚ".

14. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο, για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, διέλαβε, πλεοναστικώς, σχετική αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχθέν ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης της κατηγορούμενης επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως, από τα οποία να προκύπτει σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα της. Πρέπει επομένως το αίτημα της κατηγορούμενης περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του (της) της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 περ. ε' ΠΚ να απορριφθεί ως αβάσιμο". Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ προβαλλόμενος μόνος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

15. Mε τον έβδομο λόγο της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι αναιτιολόγητα το Δικαστήριο της ουσίας και με εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 79 του ΠΚ, κατά την επιμέτρηση της ποινής δεν έλαβε υπόψη του την ευμενέστερη παρ.7 του ως άνω άρθρου, όπως αυτή ίσχυε από 01.07.2019 έως τις 17.11.2019 και κατά την οποία "Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία", αλλά εφάρμοσε τη δυσμενέστερη για αυτούς διάταξη αυτή της παρ.7, όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, αντικατασταθείσα με το άρθρο 12 περ.1 του Ν.4637/2019, κατά την οποία "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε" και έτσι, δεν αιτιολόγησε ειδικά και εμπεριστατωμένα την επιβληθείσα σε αυτήν ποινή, αλλά μνημόνευσε απλώς ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων του άρθρου 79 ΠΚ.

16. Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι στο σκεπτικό της, περί επιμέτρησης κατ`άρθρο 79 ΠΚ της ποινής, αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορούμενη με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' ΠΚ προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων: 1, 2, 14, 18, 19, 26 παρ.1, 27 παρ.2, 50, 51, 53, 79, 84 § 2 α`, 94 παρ.1, 224 παρ.1 ΠΚ.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.3 του Ν.4239/2014 και 79 του ΠΚ, το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής που θα εφαρμόσει σύμφωνα με το διατακτικό, μέσα στα όρια που διαγράφονται με τα παραπάνω άρθρα αξιολογεί ευεργετικώς τη μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και τις εξ αυτής επιπτώσεις σε βάρος του κατηγορουμένου, που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του και λαμβάνει περαιτέρω υπόψη του τις επί μέρους διατάξεις του ως άνω άρθρου 79 του ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 79 του ΠΚ, με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. Για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που αυτή προξένησε ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του (παρ. 2). Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του (παρ. 3). Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος (παρ. 4). Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών (παρ. 5). Στοιχεία, που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της (παρ. 6). Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε (παρ.7).

Στην προκειμένη περίπτωση με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, με βάση τη βαρύτητα της προπεριγραφείσας πράξεως, που τέλεσε η κατηγορούμενη και το βαθμό της ενοχής της, να επιβληθεί σε βάρος της, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των ως άνω άρθρων 79 και 80 του ΠΚ, η αναφερόμενη ειδικότερα στο διατακτικό ποινή φυλακίσεως, η οποία αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία της γι' αυτήν, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της συγκεκριμένης ποινής για την ίδια και τους οικείους της και αφού λήφθηκαν, ιδίως υπόψη μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη της, η φύση, το είδος της, τα αίτια που την ώθησαν στην εκτέλεσή του, καθώς επίσης και όλες οι προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την τέλεσή της, σε συνδυασμό με το βαθμό του δόλου της όπως και την όλη στάση και διαγωγή της κατά την διάρκεια και μετά απ' αυτήν". Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι μολονότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, εκ προφανούς παραδρομής, η παρ.7 στη διάταξη του άρθρου 79 του νέου ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 12 του ν. 4637/2019 (έναρξη ισχύος 18-11-2019), εν τούτοις είναι αδιαστίκτως βέβαιο ότι εφαρμόστηκε όπως ίσχυε, υπό την ευμενέστερη εκδοχή της, από 01.07.2019 έως την τροποποίησή της, επί το δυσμενέστερο, στις 17.11.2019. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν σκεπτικό, το Δικαστήριο δεν αρκέστηκε στα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων του άρθρου 79 του νέου ΠΚ, για να επιμετρήσει την ποινή, τα οποία εξέθεσε αναλυτικά, αλλά επιπλέον έλαβε υπόψη του "όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα άνω αποδεικτικά μέσα", όπως επί λέξει αναφέρει, καθιστώντας αυτήν ειδικά και εμπεριστατωμένα καθόσον θα αποτελούσε περιττή επανάληψη η εκ νέου καταγραφή των αυτών αποδειχθέντων.

17. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 79 ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

18. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του Ν.5090/2024 και ισχύει από 01.05.2024 σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ.1 του ίδιου ως άνω Νόμου).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό …/2024 αίτηση της αναιρεσείουσας Β. Λ., του Λ. και της Σ., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 985 /2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης (Β' Βαθμού).

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή