ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 716/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 716/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 716/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 716 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 716/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Κωσταρέλλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δεληγιάννη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 68/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Τ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ζωγραφίδη.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. πρωτ. ...2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2024.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα για το δεύτερο λόγο αυτής, απορριπτομένων των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναιρούμενο μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπό κρίση, με αριθμό …/2024 αίτηση της αναιρεσείουσας Σ. Κ. , του Β. και της Ζ., κατοίκου ..., που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Εφετείου Δωδεκανήσου, στις 15-7-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 68/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκάνησου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.

2. Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ.2 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου ολόκληρης της απολογίας του, που έγινε κατά την ανάκριση. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου ολόκληρης της απολογίας του κατηγορουμένου, που έδωσε κατά τη διενέργεια της κύριας ανάκρισης, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ίδιου ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του, που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσής του, που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και η αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 του ΚΠοινΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το προαναφερθέν άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον προμνημονευόμενο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, η λήψη υπόψη και η αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των ανωτέρω εγγράφων αφορά στο δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμά του, από το άρθρο 223 παρ.4 του ΚΠοινΔ, να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποίησης διακηρύσσεται και στο άρθρο 14 παρ.3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την αυξημένη ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα, μεταξύ άλλων, και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό αποτέλεσμα, με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του, επάγεται η λήψη υπόψη ολόκληρης της απολογίας του κατά την ανάκριση και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο στοιχείων είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσης της ιδιότητας αυτής (ΟλΑΠ 1/2004). Παραβίαση, όμως, της πιο πάνω αρχής της μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου επέρχεται μόνο με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των ως άνω εγγράφων (απολογίας και μαρτυρικών αυτού καταθέσεων) και όχι με την αξιοποίηση α) του υποβληθέντος από τον ίδιο, αμέσως μετά την προφορική του απολογία κατά την ανάκριση, απολογητικού υπομνήματος, διότι το υπόμνημα αυτό αποτελεί τμήμα αυτής (απολογίας), υποβάλλεται από αυτόν με την θέλησή του και προς υπεράσπισή του, δεν εξαναγκάζεται προς τούτο και δεν περιέχει επιβαρυντικά στοιχεία σε σχέση με τα επίδικα αδικήματα και β) του υποβληθέντος από τον ίδιο υπομνήματος εγγράφων εξηγήσεων κατά τη διάρκεια προανακριτικής εξέτασης, διότι το υπόμνημα αυτό υποβάλλεται από αυτόν με τη θέλησή του και προς υπεράσπισή του, δεν εξαναγκάζεται προς τούτο και δεν περιέχει επιβαρυντικά στοιχεία σε σχέση με τα επίδικα αδικήματα. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις αυτές, με την ανάγνωση και τη λήψη υπόψη για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου των μη περιεχόντων επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο στοιχεία ως άνω εγγράφων, δεν επέρχεται παραβίαση του δικαιώματός του μη αυτοενοχοποίησης, ούτε παραβίαση οποιουδήποτε υπερασπιστικού δικαιώματος, αφού η αξιολόγησή τους δεν γίνεται σε βάρος του και έτσι δεν προκαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 2/2021).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη προβάλλει την αιτίαση, ότι χωρίς να ερωτηθεί αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και λήφθηκαν υπ' όψη από αυτό, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για την ενοχή της η από 31-7-2018 ανωμοτί εξέταση της ενώπιον της Πταισματοδίκου Ρόδου στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης επί της ανωτέρω πράξης και έτσι παραβιάστηκε το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής της και επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 68/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Πλημμελημάτων), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη ένοχη της πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία επέβαλε σε αυτήν ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, περιλαμβάνεται, με τον αριθμό …, η "από …2018 ανωμοτί εξέταση μηνυόμενου της Σ. Κ.". Το ανωτέρω έγγραφο αναγνώστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, παρισταμένης της αναιρεσείουσας κατηγορούμενης μετά του συνηγόρου της, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση. Από δε την παραδεκτή επισκόπηση του επίμαχου εγγράφου, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δεν προκύπτει ότι περιλαμβάνει επιβαρυντικά για την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη στοιχεία ως προς την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε αλλά αντίθετα περιέχει ευνοϊκά γι'αυτήν στοιχεία, προς αντίκρουση της κατηγορίας. Επομένως, η ανωτέρω αναγνωσθείσα κατά την επ' ακροατηρίου δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απολογία δεν ήταν πρόσφορη να αξιοποιηθεί αποδεικτικά ως θεμέλιο για την κατάφαση της ενοχής της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης και την καταδίκη της, οπότε, με την ανάγνωση και αξιολόγησή της από το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα της σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησής της, αφού το άνω Δικαστήριο δεν αρκέσθηκε μόνο σ' αυτά τα έγγραφα για την εκφορά της κρίσης του αλλά ακούσθηκαν, τόσο η ίδια η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, που ήταν παρούσα κατά τη διαδικασία, απολογηθείσα νομοτύπως, όσο και ο παραστάς συνήγορος υπεράσπισης αυτής και, συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας.

4. Συνακόλουθα, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος.

5. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2-1 του προϊσχύσαντος μέχρι τις 30.06.2019, ΠΚ, όπως η παρ.1 αυτού είχε αντικατασταθεί, με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 3327/2005, "1. Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1 του ισχύοντος, από 01.7.2019 ΠΚ, "Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει, σαφώς, ότι η διάταξη του άρθρου 224 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, στην οποία έχουν συγχωνευθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) του προϊσχύσαντος ΠΚ, είναι ευμενέστερη, ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του προϊσχύσαντος ΠΚ, καθόσον, για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης, με μικρότερο όριο, ελάχιστο και ανώτατο, και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, έως τριών ετών, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2-1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, προβλεπόταν φυλάκιση, με ελάχιστο όριο, το ένα (1) έτος και ανώτερο, τα πέντε (5) έτη (ΑΠ 150/2023, ΑΠ 1275/2022, ΑΠ 1114/2022, ΑΠ 177/2022, ΑΠ 34/2022, ΑΠ 44/2021, 302/2020).

Από την ανωτέρω, εν προκειμένω, εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 224 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, προκύπτει, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη, ψευδούς κατάθεσης), απαιτείται: α) (ένορκη) κατάθεση του μάρτυρα, ενώπιον αρμόδιας, για την εξέτασή του, αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά, σκοπίμως, τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα, αντικειμενικώς ανακριβή (και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις), θεωρείται, δε, αντικειμενικώς ψευδές, το περιστατικό όχι μόνον, όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και ως προς εκείνα, που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή πληροφορήθηκε από διηγήσεις τρίτων και ως εκ τούτου, γνώριζε. Προϋπόθεση, για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά θα πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι συμβάντα ή καταστάσεις, συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα, κατά χρόνο και τόπο, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, τα οποία έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου, μεν, για αστική διαφορά, στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου, δε, για ποινική δίκη, στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής ή σε άλλα περιστατικά, συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας, όμως, το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στην συγκεκριμένη υπόθεση. Το ότι για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής (της κατάθεσης, δηλαδή, γεγονότος, σχέση έχοντος προς τη δικαζόμενη υπόθεση και δυναμένου να χρησιμεύσει προς απόδειξη στα πλαίσια αυτής), συνάγεται και από το ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 224 του ΠΚ κατατάσσεται στο ενδέκατο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, που αναφέρεται στα εγκλήματα, σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης, η οποία, αναγκασμένη να προσφεύγει, μεταξύ άλλων, και στο εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο, κινδυνεύει, όταν αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αλήθεια, να παραπλανηθεί, με συνέπεια τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ορθή απονομή της, ενώ, όταν τα κατατεθέντα γεγονότα είναι εντελώς άσχετα με τη δικαζόμενη υπόθεση, για την οποία δόθηκε η περιέχουσα εκείνα ένορκη κατάθεση και αλυσιτελή, προς απόδειξη, στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής, δεν θεμελιώνεται αντικειμενικά το εν λόγω έγκλημα. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, για ψευδή κατάθεση, πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται, σ' αυτή, τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών, εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται, ποιά ήταν τα αληθινά γεγονότα, κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα, που το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ήταν ψευδή και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, για την πράξη αυτή. Από την ίδια ως άνω διάταξη, προκύπτει, επίσης, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, θεωρείται, δε, ως αρμόδια αρχή, εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατό, κατά διάταξη νόμου, να γίνει κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί, στην συνέχεια, να ληφθεί υπόψη, ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο, από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια, προς διάγνωση κάποιας διαφοράς (ΑΠ 900/2024, ΑΠ 1114/2022, ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 302/2020, ΑΠ 217/2020, ΑΠ 290/2018).

6. Ακόμα, δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός αν ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο η συγκεκριμένη ένορκη κατάθεση ή αν επήλθε ωφέλεια ή βλάβη στον εγκαλούντα (ΑΠ 1941/2002 Ποιν. Χρον. ΝΙ' (2003), 717 επ) αφού το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης της ψευδορκίας μάρτυρα.

7. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη προβάλλει την από το άρθρο 510 παρ.1 στ.Ε' αιτίαση, ότι η κατά τη κατηγορία ψευδής κατάθεση της αναιρεσείουσας -κατηγορούμενης δεν επηρέασε την απόφαση του Δικαστή, αφού η αγωγή απερρίφθη από το Ειρηνοδικείο είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

8. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ` άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023).

9. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021).

10. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ. 68/2024 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δωδεκάνησου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του την ανωμοτί κατάθεση της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας ενώπιον του Δικαστηρίου , τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, όλα ανεξαρτήτως τα έγγραφα, που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, και αναγνώσθηκαν, όπως και η εκκαλούμενη απόφαση και τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την απολογία της κατηγορουμένης, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1973 συμβολαίου του συμβ/φου … Γ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου, η παρισταμένη προς υποστήριξη την κατηγορία, Τ. σύζυγος Β. Μ., είχε αποκτήσει την ψιλή κυριότητα και ο σύζυγός της Β. Μ. του Δ. (μάρτυρας κατηγορίας) είχε αποκτήσει την επικαρπία και τη διοίκηση επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου της ΚΜ 414 Γαιών Παστίδας Ρόδου, όπου και κατοικούν από το έτος 1986. Ήδη δε, από το έτος 2015, από την ως άνω μερίδα έχει αποσπαστεί και δημιουργηθεί η ΚΜ 414Α, κυριότητας πλέον, μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας με το άρθρο 56 ν. 1329/1983, της υποστηρίζουσας την κατηγορία. Από το έτος 1986 οι πώς άνω σύζυγοι διαμένουν στην οικία που ανήγειραν στο παραπάνω ακίνητο, το οποίο συνορεύει ανατολικά με τις ΚΜ 405-415 Γαιών Παστίδας Ρόδου. Το έτος 1976η ΚΜ 415 μεταβιβάστηκε στη Σ. σύζυγο Ε. Π. Η ως άνω διέμενε από το έτος 1962 στην Αυστραλία και ουδέποτε χρησιμοποίησε το ακίνητο αυτό, όπως βεβαιώνει και ο αδελφός της Κ. Σ. του Σ. με την από 15/12/2016 υπεύθυνη δήλωσή του. Το έτος 2004 η μερίδα αυτή μεταβιβάστηκε με πώληση στους Γ. Μ. του Β. και Ε. Σ. του Β., κατά ποσοστό συγκυριότητας 2/3 και 1/3 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα. Ακολούθως, τμήμα αυτού και συγκεκριμένα τη δημιουργηθείσα KM 415Α Γαιών Παστίδας, έκτασης 300 τ.μ., οι ως άνω πώλησαν στην κατηγορούμενη Σ. Κ. του Β. σύζυγος Β. Π. και το σύζυγό της Β. Π. του Δ., κατά ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει συμβολαίου πώλησης, νομίμως μεταγεγραμμένου. Στο ακίνητο αυτό, το έτος 2006, οι ως άνω έκτισαν την οικία τους, όπου και διαμένουν έκτοτε. Η ΚΜ 414 Γαιών Παστίδας στα σύνορα με την μετέπειτα δημιουργηθείσα ΚΜ 415Α, ήταν οριοθετημένη με σιδηροπασάλους συνδεόμενους μεταξύ τους με συρματόσχοινο, που τοποθετήθηκαν το έτος 1976. Κατά το έτος εγκατάστασης της Τ. Μ. και του συζύγου της στο ακίνητό τους, αυτοί κατασκεύασαν στο μέρος αυτό διαχωριστικό τοιχίο, όχι όμως στο προαναφερόμενο πραγματικό όριο της μερίδας τους, αλλά αφήνοντας εδαφική λωρίδα μήκους 25,10 μ. και πλάτους κυμαινόμενου από 0,30μ. έως 0,39μ., που όμως εξακολουθούσε να βρίσκεται στην κυριότητα και νομή τους, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες της εξ ανατολών ιδιοκτησίας, με τους οποίους οι ως άνω είχαν άριστες σχέσεις. Στο τμήμα δε αυτό η Τ. Μ. είχε τοποθετήσει πλαστικό σωλήνα απορροής των όμβριων υδάτων. Οι διενέξεις μεταξύ των ιδιοκτητών των όμορων ακινήτων για τη λωρίδα αυτή γης άρχισαν από την εγκατάσταση των Β. Π. και Σ. Κ. στην ιδιοκτησία τους από το έτος 2006 και μετά, οπότε αυτοί, από τότε μέχρι το έτος 2008, σοβάτισαν με την ρίψη επιχρισμάτων το ως άνω τοιχίο, χωρίς ποτέ να λάβουν τη συγκατάθεση της Τ. Μ. ή του συζύγου της, πράξη που η Τ. Μ. ήταν δύσκολο να διαπιστώσει (αφού τούτο συνέβη πίσω από τον τοίχο τους), σε μεταγενέστερο δε χρόνο τοποθέτησαν μεταλλικό πλαίσιο επ' αυτού, έσπασαν το σωλήνα απορροής των υδάτων, πλακόστρωσαν το χώρο (σε συνέχεια της αυλής τους) και τοποθέτησαν στην επίδικη εδαφική λωρίδα, κολλητά με τον τοίχο, διάφορες κατασκευές, με προφανή σκοπό να ενσωματώσουν το επίδικο στη δική τους ιδιοκτησία και να παρεμποδίσουν την Τ. Μ. να επεκτείνει τον ήδη υφιστάμενο τοίχο της ιδιοκτησίας της στο ανατολικό της όριο σε ευθεία γραμμή, έτσι ώστε να συμπεριλάβει και το επίδικο τμήμα του ακινήτου της, με συνέπεια την αποβολή της τελευταίας από την ιδιοκτησία της. Ωστόσο, η συμπερίληψη του τμήματος αυτού στους τίτλους της Τ. Μ. επιβεβαιώνεται και από την υπ' αριθμ. έκθ. κατ. ...2020 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα Α. Β. του Ι., διπλωματούχου αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, που διορίστηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 314/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου. Το τμήμα αυτό η πραγματογνώμονας προσδιόρισε σε 4,80τ.μ.. Και ναι μεν στην πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται ότι η διαφορά των 0,25μ. (πλάτους) αποτελεί αποδεκτή πολεοδομικά απόκλιση του εμβαδού του ακινήτου της Τ. Μ., πλην όμως, η τελευταία και ο σύζυγός της είχαν ενημερώσει την Σ. Κ. και το σύζυγό της σχετικά και αυτοί γνώριζαν τόσο τα όρια όσο και την οριοθέτηση με τους σιδηροπασάλους. Τούτο προσεπιβεβαίωσε και ο εξετασθείς με επιμέλεια του Β. Π. μάρτυρας Μ. Μ. του Γ., στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Ρόδου κατά τη συνεδρίαση της 14/5/2008, επί της από 11/4/2008 (αρ. κατ. ...2008) αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής που άσκησε ο ως άνω σε βάρος της Τ. Μ. και του Β. Μ. και προφορικής ανταίτησης των καθών σε βάρος του αιτούντος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 4/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, κατέθεσε: "...Υπάρχει τοίχος χτισμένος από το 1978. Είχαν αφήσει 20 εκατοστά για να περνάνε τα νερά. Ο Π. αγόρασε μετά, πριν από λίγα χρόνια, το 2005. Μέχρι τότε δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Ήταν απλά ένα κτήμα παλιό. Οι εργολάβοι που έχτισαν του Π. άφησαν την απόσταση. Ο καθ' ού (ενν. ο Β. Μ.) θέλει να χαλάσει τον τοίχο και να τον πάει στο όριο... Οι είκοσι πόντοι όντως τους ανήκουν...". Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 105/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου, η κατηγορουμένη, κατά την εξέτασή της ως μάρτυρα στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Ρόδου, κατά τη συνεδρίαση της 13/12/2016, επί της από 12/5/2011 (αρ. κατ. …/2011) διεκδικητικής αγωγής της Τ. Μ. σε βάρος του Β. Π., με αίτημα την αποβολή του ως άνω από το επίδικο και την απομάκρυνση των κατασκευασμάτων που είχε αναπτύξει εντός αυτού, κατέθεσε, μεταξύ άλλων ότι: α) ότι ουδέποτε περιήλθε εις γνώσιν της η ύπαρξη πασσάλων τοποθετημένων στο ακίνητο από την ενάγουσα (ενν. Τ. Μ.), β) προτού η ίδια και ο σύζυγός της προβούν σε σοβάντισμα (ρίψη επιχρισμάτων) στο διαφιλονικούμένο τοιχίο, έλαβαν τη συγκατάθεση του συζύγου της ενάγουσας, Β. Μ., γ) η ίδια και ο σύζυγός της ουδέποτε "κόλλησαν" κάποιο τρέιλερ ή άλλη κατασκευή επί του τοιχίου και τέλος, δ) η πρώτη φορά που οχλήθηκαν από την ενάγουσα, προκειμένου να απομακρύνει τα αυθαίρετα κατασκευάσματα, στα οποία είχε προβεί, ήταν το 2011 δια της καταθέσεως της σε βάρος του αγωγής. Τα παραπάνω στοιχεία που κατέθεσε η κατηγορουμένη, τα οποία σχετίζονταν με την υπόθεση για την οποία εξετάστηκε ως μάρτυρας, ήταν, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, ψευδή, η ίδια, δε, σαφώς γνώριζε την αναλήθεια των κατατεθέντων από αυτήν. Ο (αρνητικός της κατηγορίας) ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η ίδια αληθώς κατέθεσε: "Πασσάλους δεν είδα ποτέ", είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον οι πάσσαλοι αυτοί οριοθετούσαν το ακίνητο της Τ. Μ. τουλάχιστον μέχρι το έτος 2006 , η δε κατηγορουμένη και ο σύζυγός της αγόρασαν το όμορο ΚΜ 415Α το έτος 2005 και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να μην υπέπεσε στην αντίληψή της η ύπαρξη των πασσάλων, όπως αδύνατον είναι να μην αναρωτήθηκε και το σκοπό της ύπαρξής τους. Ομοίως αναληθής είναι η κατάθεσή της ότι : "Τον ρωτήσαμε τον Μ. για το σοβαντίσουμε. Μας είπε ότι δεν έχει πρόβλημα", κατά τα ήδη προαναφερθέντα. Επίσης, η κατάθεσή της ότι : " Δεν έχουμε κολλήσει τίποτα στον τοίχο. Είμαστε στα όριά μας. Τρέιλερ ή άλλες κατασκευές δεν είχαμε κολλήσει στον τοίχο", είναι ψευδής, αφού αμέσως μετά η ίδια κατέθεσε ότι "Πήραμε άδεια για να κάνουμε τη σιδηροκατασκευή κατόπιν καταγγελίας. Τα τούβλα αυτά τα έβαλα χωρίς να τα κτίσω...", επιβεβαιώνοντας έτσι τον ισχυρισμό της Τ. Μ. ότι οι ιδιοκτήτες του όμορου ακινήτου τοποθέτησαν τσιμεντένια βάση, η διαφορά τους είναι δηλ. εάν κτίστηκαν τα τούβλα ή όχι και όχι εάν υπήρξε κατασκευή ακριβώς κολλητά με τον τοίχο, ενώ στις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, απεικονίζεται σαφώς το τρέιλερ που έχει τοποθετηθεί κολλητά με τον τοίχο. Ως προς δε την κατάθεσή της σε σχέση με το μεταλλικό πλαίσιο, το ψευδές δεν είναι ότι τοποθετήθηκε τέτοιο, όπως επιχειρεί η κατηγορουμένη να αποδώσει στην κατηγορία, αλλά ότι η κατασκευή δεν είχε κολλήσει στον τοίχο. Η δε λέξη "κόλλησαν" σαφώς και χρησιμοποιήθηκε με έννοια αυτής στην καθομιλουμένη, ότι δηλαδή ακούμπησαν πάνω στον τοίχο και όχι ότι ενώθηκαν αυτά με τον τοίχο με κάποιο ενωτικό υλικό, γι' αυτό και στο κατηγορητήριο η λέξη αυτή έχει τεθεί εντός εισαγωγικών. Τέλος, η κατάθεσή της: "Από ότι θυμάμαι με την αγωγή ήταν η πρώτη ενόχληση" είναι ομοίως ψευδής, καθόσον η Τ. Μ. είχε ήδη επιδώσει στον Β. Π. σχετικώς την από 11/3/2008 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο …, Α. Κ. Δ., γεγονός που σαφώς γνώριζε η κατηγορουμένη, αφού η ίδια δεν ήταν απλώς σύζυγος του Β. Π., προς τον οποίο η εξώδικη απευθυνόταν, αλλά ήταν και η ίδια συνιδιοκτήτρια της ΚΜ 415Α, είχε άμεση εμπλοκή με την κατασκευή της οικίας της και λάμβανε γνώση όλων όσων αφορούσαν στην ιδιοκτησία της, οι δε διενέξεις μεταξύ των ομόρων ιδιοκτητών είχαν ξεκινήσει ήδη από το έτος 2006, όπως η ίδια ανέφερε στην από 13/12/2016 κατάθεσή της. Πέραν δε τούτου, ήδη στις 25/2/2008, 29/2/2008 και 3/3/2008 ο αγρονόμος, τοπογράφος μηχανικός Π. Λ. Τ., κατόπιν σχετικής ανάθεσης από την Τ. Μ., εισήλθε, όπως ο ίδιος βεβαιώνει με την αναγνωσθείσα βεβαίωσή του, εντός της ιδιοκτησίας της κατηγορουμένης και του συζύγου της και οριοθέτησε τρεις φορές τη μερίδα της πελάτισσάς του σε δύο σημεία, τα οποία οι ιδιοκτήτες της ΚΜ 415Α ιδιοκτησίας αφαίρεσαν επανειλημμένων γεγονός που επίσης καταφανώς η κατηγορουμένη γνώριζε. Η ψευδής δε αυτή κατάθεσή της προφανή στόχο είχε τη στήριξη του ισχυρισμού περί κτήσης της επίδικης λωρίδας από την ίδια και το σύζυγό της με τα προσόντα της χρησικτησίας, τούτο δε ουδόλως αναιρείται από την χρήση της φράσης "από ότι θυμάμαι", που έγινε εσκεμμένα προς αποφυγή της ευθύνης της. Από τα παραπάνω προκύπτει και ο ειδικός δόλος της κατηγορουμένης να καταθέσει ψευδώς ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, προς αντίκρουση της αγωγής που άσκησε η Τ. Μ. σε βάρος του συζύγου της. Τα παραπάνω επιρρωνύονται και από την ανωμοτί κατάθεσης της υποστηρίζουσας την κατηγορία και του μάρτυρα κατηγορίας συζύγου της, οι οποίες κρίνονται από το Δικαστήριο απολύτως αληθείς και πειστικές. Πρέπει, ως εκ τούτου, να κηρυχθεί η κατηγορουμένη ένοχη της πράξης της ψευδούς κατάθεσης, όπως αυτή κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας, απορριπτομένων των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών της".

11. Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών με το ακόλουθο διατακτικό: "Στη Ρόδο, την 13-12-2016 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου κατά τη συζήτηση της επαναφερθείσης με κλήση από 12.5.2011 διεκδικητικής αγωγής της Τ. Μ. κατά του συζύγου της κατηγορουμένης, Β. Π., στην οποία υπήρχε αίτημα αποβολής του εναγομένου από το επίδικο και απομάκρυνσης των κατασκευασμάτων που είχε αναπτύξει εντός αυτού, κατέθεσε μεταξύ άλλων : α) ότι ουδέποτε περιήλθε εις γνώσιν της η ύπαρξη πασσάλων τοποθετημένων στο ακίνητο από την ενάγουσα, β) ότι προτού η (δια και ο σύζυγός της προβούν σε σοβάντισμα (ρίψη επιχρισμάτων) στο διαφιλονικούμενο τοιχίο ιδιοκτησίας των αντιδίκων έλαβαν τη συγκατάθεση του συζύγου της ενάγουσας Β. Μ., γ) ότι η ίδια και ο σύζυγός της ουδέποτε "κόλλησαν" κάποιο τρέιλερ ή άλλη κατασκευή επί του τοιχίου και τέλος, δ) ότι η πρώτη φορά που οχλήθηκαν από την ενάγουσα, προκειμένου να απομακρύνει τα αυθαίρετα κατασκευάσματα στα οποία είχε προβεί, ήταν το 2011 δια της καταθέσεως της σε βάρος του αγωγής. Εντούτοις, τα ανωτέρω κατατεθέντα, τα οποία ήταν σχετικά με την υπόθεση που κρινόταν από το ως άνω δικαστήριο, ήταν ψευδή, πράγμα που γνώριζε η κατηγορουμένη λόγω της γειτνίασης και της άμεσης εμπλοκής της στην υπόθεση, ενώ τα αληθή ήταν αντιθέτως ότι α) το ζεύγος Μ. είχε τοποθετήσει ήδη από το 1976 πασσάλους στα όρια των ιδιοκτησιών των αντίδικων μερών, β) ότι ουδέποτε είχε λάβει η (δια ή ο σύζυγός της συγκατάθεση από τον Β. Μ. για την κατασκευή επιχρισμάτων στο επίδικο τοιχίο, γ) ότι η (δια και ο σύζυγός της είχαν τοποθετήσει μεταλλικό πλαίσιο στο επίδικο τοιχίο και τέλος, δ) ότι είχαν οχληθεί , προκειμένου να απομακρύνουν τις αυθαίρετες κατασκευές τους, ήδη από το έτος 2008 μέσω σχετικής εξώδικης δήλωσης της εγκαλούσας".

12. Με τις παραδοχές αυτές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαραταθείσες διατάξεις των άρθρων 1,2, 14, 16, 17, 26 παρ.1α, 27, 51, 53, 61, 63, 68, 79, 224 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, προσδιορίζονται με πληρότητα και ακρίβεια ο τόπος, χρόνος, τρόπος και λοιπές περιστάσεις τέλεσης του ως άνω εγκλήματος και παρατίθενται ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν και κατ` επέκταση θεμελιώνουν την γνώση της αναίρεσείουσας κατηγορούμενης για το ψεύδος των κατατεθέντων από αυτήν και συγκεκριμένα ότι : α) η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, κατά την εξέτασή της ως μάρτυρα στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Ρόδου, κατέθεσε, ότι ουδέποτε περιήλθε εις γνώσιν της η ύπαρξη πασσάλων τοποθετημένων στο ακίνητο από την ενάγουσα (Τ. Μ.), ότι προτού η ίδια και ο σύζυγός της προβούν σε σοβάντισμα (ρίψη επιχρισμάτων) στο διαφιλονικούμενο τοιχίο, έλαβαν τη συγκατάθεση του συζύγου της ενάγουσας, Β. Μ., ότι η ίδια και ο σύζυγός της ουδέποτε "κόλλησαν" κάποιο τρέιλερ ή άλλη κατασκευή επί του τοιχίου και ότι η πρώτη φορά που οχλήθηκαν από την ενάγουσα, προκειμένου να απομακρύνει τα αυθαίρετα κατασκευάσματα, στα οποία είχε προβεί, ήταν το 2011 δια της καταθέσεως της σε βάρος του αγωγής. β) Τα παραπάνω στοιχεία που κατέθεσε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, τα οποία σχετίζονταν με την υπόθεση για την οποία εξετάστηκε ως μάρτυρας, ήταν ψευδή, γ) ή ίδια γνώριζε την αναλήθεια των κατατεθέντων από αυτήν, δ) προφανή στόχο είχε τη στήριξη του ισχυρισμού περί κτήσης της επίδικης λωρίδας από την ίδια και το σύζυγό της με τα προσόντα της χρησικτησίας και ως εκ τούτου στοιχειοθετείται και ο άμεσο δόλος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος ο τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 510 παρ.1 στ.Δ' του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ομοίως, αβάσιμος είναι ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, καθόσον το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1 ν. ΠΚ και ορθά υπήγαγε σε αυτή τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Οι λοιπές σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατηγορούμενης αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του, που, κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής της και αμφισβήτηση των εις βάρος της ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της αντιφατικής πλήττουν ανεπίτρεπτα την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατόπιν αυτών και το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

13. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αριθμό …/2024 αίτηση της αναιρεσείουσας Σ. Κ., του Β. και της Ζ. κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 68/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκάνησου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2024

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή