Απόφαση 746 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 746/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …/2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Γρίβα, Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Γεσθημανή Τσουλφόγλου και Παγώνα Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου και 13 Μαϊου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταματίνας Περιμένη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Κ. Μ. του Ε. και 2. Ν. Χ. του Η., κατοίκων ... και 3. Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Πρατικάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3034/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με υποστηρίζοντες την κατηγορία 1. Ε. Κ. του Χ. και 2. Μ. Κ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. …/2026 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2026.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από …2026 [αρ. πρωτ. ...2026] αίτηση των αναιρεσειόντων K. Μ. του Ε. , Ν. Χ. του Η. και Γ. Π. του Κ. για την αναίρεση της 3034/2025 αποφάσεως του (δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (δυνάμει της οποίας καταδικάστηκαν οι δυο πρώτοι για την αξιόποινη πράξεις της ψευδούς καταθέσεως και για συνέργεια σε απόπειρα απάτης επί δικαστηρίω κατ' εξακολούθηση, ο δε 3ος για ηθική αυτουργία σε ψευδή κατάθεση κατ' εξακολούθηση και απόπειρα απάτης επί δικαστηρίω κατ' εξακολούθηση), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ), δοθέντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 13-1-2026 και περιέχει τουλάχιστον έναν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, ερήμην των υποστηριζόντων την κατηγορία Ε. και Μ. Κ. , οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από συνήγορο, αν και, όπως προκύπτει από το από 26-2-2026 (δύο) αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. κλητεύθηκαν εμπροθέσμως για να παραστούν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 29-4-2026 (κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως διεκόπη για τις 13-5-2026).
1α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ν. Π.Κ. (Ν. 4619/2019): "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή". Η διάταξη αυτή (ψευδής κατάθεση) του νέου Π.Κ., στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανωμοτί κατάθεση) του προηγούμενου Π.Κ, είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου, έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του προηγούμενου Π.Κ., καθόσον για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο και ανώτατο όριο και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τριών ετών, ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2-1 Π.Κ. προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο 1 έτος και ανώτερο 5 έτη (ΑΠ 1121/2022). Για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται: α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει (ΑΠ 1401/25, ΑΠ 267/2023). Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 1503/2023). Προϋπόθεση για την τέλεση του εγκλήματος αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι σε συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο και αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν συμβάντα ή καταστάσεις, που έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας όμως το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα από το αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη υπόθεση [ΑΠ 230/2020] β) Από την ίδια διάταξη [224 ΠΚ] προκύπτει επίσης ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδούς καταθέσεως, θεωρείται δε και ως αρμόδια αρχή εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατό κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια για τη διάγνωση κάποιας διαφοράς. Οι συμβολαιογράφοι είναι αρμόδιοι για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων κατά τον Κώδικα συμβολαιογράφων (άρθρο 1 παρ. 1 ε' του Ν. 2830/2000), εφόσον αυτές πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο σε αστική δίκη, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε, αν τα βεβαιούμενα σε αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος [ΑΠ 389/2026].
2) H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (ΟλΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (Ολ ΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021).
Mε τους συναφείς, πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως άπαντες από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠοινΔ (o δε πρώτος και εκ του εδαφίου Ε' της ιδίας διατάξεως), όλοι οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και αντιφατικής τοιαύτης, ως προς την περί ενοχής κρίση για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας σε αυτή, για την οποία καταδικάστηκαν, για επιλεκτική αξιοποίηση και αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων καθώς και για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 224 ΠΚ. Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως (που συνάπτονται με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους), το ανωτέρω Δικαστήριο ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "στην Αθήνα στις 12.10.2018 Α1). Η κατηγορούμενη Μ. Κ. του Ε., σύζυγος του τρίτου κατηγορούμενου, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, τέλεσε τις εξής πράξεις: α. Εξεταζόμενη ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει της κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Συμβολαιογράφου … Γ., Ν. Γ., κατά τη σύνταξη της με αριθμό ...2018 ένορκης βεβαίωσης, μετά από αίτηση του τρίτου κατηγορουμένου Π. Γ. του Κ. και προς αντίκρουση των ισχυρισμών της από …2018 με ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …/2018 αγωγής των εγκαλούντων Ε. Κ. του Χ. και Μ. Κ. του Ε. σε βάρος του τρίτου κατηγορουμένου με - αντικείμενο την αξίωση αποζημίωσης κατ' αυτού, για τις ζημίες που υπέστησαν λόγω επίθεσης του σκύλου του κατά της δευτέρας εγκαλούσας (κατά τον χρόνο εκείνο ανήλικης) και του σκύλου που συνόδευε, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας είχε οριστεί στις 29-01-2019 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και προς απόδειξη των ισχυρισμών της από …2018 με ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …/2018 αγωγής του κατηγορουμένου Π. Γ. κατά του εγκαλούντος Ε. Κ. του Χ., κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και επί λέξει τα εξής: " ... Στο αστυνομικό τμήμα μου αναφέρθηκε από τον αστυνομικό υπηρεσίας ότι δεν διαπιστώθηκε τραυματισμός της Μ. Κ. από δάγκωμα σκύλου. Τραυματισμός δηλώθηκε μόνο εκ των υστέρων..." Η κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως τα ανωτέρω αν και γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή, εφόσον η αλήθεια είναι ότι ο αξιωματικός υπηρεσίας αστυνομικός (Αστ. Ρ. Ν.) που είχε διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τα τραύματα της πρώτης εγκαλούσας και παρήγγειλε την εξέταση της από Ιατροδικαστή την ίδια ημέρα ουδέποτε είπε στην πρώτη κατηγορουμένη ότι δεν διαπίστωσε τραυματισμό από δε, την προφορική μήνυση του πρώτου εγκαλούντος, την υπ' αριθμ. πρωτ. ...2014 παραγγελία ιατροδικαστικής εξέτασης (Σωματικών Βλαβών) του Αξ/κου Υπηρεσίας που συντάχθηκε αμέσως την ίδια την από …2014 Ιατροδικαστική Έκθεση Κλινικής Εξετάσεως, σε εκτέλεση της ανωτέρω παραγγελίας, προκύπτει ότι ο τραυματισμός της ανωτέρω δηλώθηκε αμέσως.
Α2. Ο κατηγορούμενος Χ. Ν. του Η., στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, τέλεσε τις εξής πράξεις: α. Εξεταζόμενος ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με π υπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Συμβολαιογράφου … Γ. Ν. Γ., κατά τη σύνταξη της με αριθμό ...2018 ένορκης βεβαίωσης, μετά από αίτηση τα κατηγορουμένου Π. Γ. και προς αντίκρουση των ισχυρισμού της από …2018 με ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …/2018 αγωγής των εγκαλούντων Ε. Κ. του Χ. και Μ. Κ. του Ε. σε βάρος του κατηγορουμένου Π. Γ., με αντικείμενο την αξίωση αποζημίωσης κατ' αυτού, για τις ζημίες που υπέστησαν λόγω επίθεσης του σκύλου του κατά της δευτέρας εγκαλούσας (κατά τον χρόνο εκείνο ανήλικης) και του σκύλου τους που συνόδευε, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας είχε οριστεί στις 29-01-2019 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και σε απόδειξη των ισχυρισμών της από ...2018 με ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …/2018 αγωγής του τρίτου κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος Ε. Κ. του Χ. κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και επί λέξει τα αναφερόμενος στη δεύτερη εγκαλούσα: "Να σημειωθεί ότι η προαναφερόμενη επανειλημμένως κατά το παρελθόν, κατά το έτος 2012, μου είχε επιτεθεί λεκτικά μ προσβλητικό και εριστικό τρόπο, όταν έβγαζα βόλτα το δικό μου σκύλο στο πάρκο, που βρίσκεται επί των οδών ...... Συγκεκριμένα με πλησίασε απρόκλητα και με εριστικό ύφος και μου είπε "έχεις αφήσει το σκύλο σου λυτό: θέτεις σε κίνδυνο τη ζωή μου. Αντί να χαμουρεύεσαι με την γκόμενα σου, καλά θα κάνεις να τον μαζέψεις. Ξέρεις εγώ είμαι φοιτήτρια Νομικής και ξέρω τους νόμους και ο πατέρας μου είναι δικηγόρος και θα έχεις άσχημα ξεμπερδέματα". Στη συνέχεια επειδή εγώ την παρακάλεσα να μην μας προσβάλλει, εκείνη κάλεσε το 100. Πράγματι ήλθαν αστυνομικά όργανα τα οποία εξεπλάγησαν για την άσκοπη κλήση τους και αποχώρησαν. Η παραπάνω Μ. Κ. κάλεσε άλλες τρεις φορές το 100, σε διαφορετικές ημερομηνίες, παραπονούμενη χωρίς λόγο για τον σκύλο μου και απευθυνόμενη σε εμένα με ακόμα πιο προσβλητικό και εριστικό τρόπο. Οι τέσσερεις ως άνω κλήσεις προς το 100 και οι αντίστοιχες επισκέψεις των περιπολικών, πιστεύω ότι είναι καταγεγραμμένες στα αρχεία της Άμεσης Δράσης και μπορούν να επιβεβαιωθούν. Μάλιστα, σε μια από τις τέσσερεις επιθέσεις που δέχτηκα από την ως άνω κυρία ήταν παρούσα και η μητέρα μου, Σ. Χ. σύζυγος Η. κατά της οποίας επίσης εκφράστηκε προσβλητικά και η οποία έμεινε εμβρόντητη και σοκαρισμένη από την προσβλητική συμπεριφορά της Μ. Κ. απέναντι της και απέναντι μου.". Ο κατηγορούμενος Χ. Ν. κατέθεσε ενόρκως τα ανωτέρω αν και γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή, εφόσον η αλήθεια είναι ότι ο κατηγορούμενος Χ. Ν. ο οποίος τυγχάνει φίλος του γιού του κατηγορουμένου Π. Γ., γνώριζε για το επεισόδιο μεταξύ του κατηγορούμενου Π. Γ. και της δεύτερης εγκαλούσας και τον τραυματισμό της τελευταίας και του σκύλου των εγκαλούντων και όταν τύχαινε να συναντήσει τη δεύτερη εγκαλούσα να βγάζει βόλτα το σκύλο τους τις βραδινές ώρες, συνοδευόμενη από τον μικρότερο αδελφό της και όχι από κάποιον από τους γονείς της, την εκφόβιζε, αφήνοντας και αυτός ελεύθερο τον δικό του σκύλο, προκειμένου η δεύτερη εγκαλούσα να φοβάται και να αναστατώνεται και ο δεύτερος κατηγορούμενος να χαίρεται και να γελάει. Ο δικός του σκύλος δεν ήταν φιλικός όπως τον περιγράφει. Κινούταν επιθετικά με γαυγίσματα, χωρίς όμως να ολοκληρώσει ποτέ καμία επίθεση του με δάγκωμα και αντίστοιχα σωματικές βλάβες είτε στον σκύλο των εγκαλούντων είτε στη δεύτερη εγκαλούσα. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου Χ. Ν. συνέβαινε μετά το συμβάν με τον αντίδικο και όχι πριν, όπως ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος Χ. Ν. Το παρκάκι που ο κατηγορούμενος Χ. Ν. έβγαζε βόλτα το σκύλο του απέχει περίπου δέκα (10), από το τόπο του συμβάντος με το σκύλο του κατηγορουμένου Π. Γ. Η δεύτερη εγκαλούσα αναστατωνόταν και τρομοκρατούταν στη θέα του ελεύθερου γερμανικού ποιμενικού του δευτέρου κατηγορουμένου σχεδόν στον ίδιο ακριβώς τόπο που είχε δεχτεί την επίθεση λίγους μήνες πριν από τον σκύλο του κατηγορουμένου Π. Γ. Τις πρώτες φορές στάθηκε σε απόσταση και ζήτησε από τον κατηγορούμενο Χ. Ν. να δέσει το σκύλο του. Αυτός γελούσε και της έλεγε ότι δεν τον δένει και να περάσει αν τολμάει. Η δεύτερη εγκαλούσα έστρεφε και έφευγε, συνοδεία του αδελφού της, με φόβο μήπως της επιτεθεί πισώπλατα ο ανωτέρω σκύλος. Όταν ο κατηγορούμενος Χ. Ν. έβλεπε τη δεύτερη εγκαλούσα συνοδευόμενη από τον πρώτο εγκαλούντα ή τη μητέρα της, δεν έλυνε το σκύλο του. Σε μία τέτοια συνάντηση, ο πρώτος εγκαλών ζήτησε από τον δεύτερο κατηγορούμενο μάρτυρα να σταματήσει να αφήνει ελεύθερο το σκύλο του όταν βλέπει την δεύτερη εγκαλούσα γιατί αυτή φοβάται όταν έρχεται κοντά της και του είπε το περιστατικό που της είχε συμβεί. Ο κατηγορούμενος Χ. Ν. του είπε ότι ο σκύλος του δεν είναι επιθετικός και θα τον αφήνει ελεύθερο όποτε θέλει. Η δεύτερη εγκαλούσα ουδέποτε εξύβρισε τον κατηγορούμενο Χ. Ν. και ουδέποτε χρησιμοποίησε την τότε φοιτητική της ιδιότητα ή την επαγγελματική ιδιότητα των γονέων της για να τον απειλήσει. Ήταν ιδιαίτερα ευγενική και προσηνής, παρακαλούσε τον κατηγορούμενο Χ. Ν. να δέσει τον σκύλο του και το μόνο νομικό θέμα που ανέφερε ήταν η αναφορά της στον Ν. 4039/2012 που υποχρεώνει τους ιδιοκτήτες σκύλων να τους έχουν δεμένους με λουρί και ποτέ ελεύθερους, η οποία αναφορά εξόργισε τον μάρτυρα και τη φίλη του πουτηςεπιτέθηκαν. Στις 21 Μαΐου 2015 (και όχι 2012 ως ψευδώς ισχυρίζεται ο μάρτυς) περί ώρα 21:00 ο κατηγορούμενος Χ. Ν. είχε ελεύθερο το σκύλο του, αυτός ήρθε κοντά στη δεύτερη εγκαλούσα, τον μικρότερο αδελφό της που τη συνόδευε και τον σκύλο των εγκαλούντων, γαύγιζε επιθετικά και τους τρομοκράτησε. Στην παρατήρηση της δεύτερης εγκαλούσας να μαζέψει τον σκύλο του, αυτός την εξύβρισε και απείλησε την οικογένεια της, η φίλη του ήρθε κοντά της και την έσπρωξε με τα χέρια της, ο δε, σκύλος του γαύγιζε συνεχώς και απειλητικά δίπλα τους.
Λόγω αυτών, η δεύτερη εγκαλούσα κάλεσε την Αστυνομία και ήρθε η Άμεση Δράση, αλλά μέχρι να έρθει το περιπολικό, ο δεύτερος κατηγορούμενος και η φίλη του έφυγαν από τον τόπο του συμβάντος, φοβούμενοι για τις συνέπειες. Εν συνεχεία στις 29-7-2015 και πάλι περί ώρα 21:00, επαναλήφθηκε το ίδιο συμβάν, αλλά με περισσότερη ένταση αυτή τη φορά από άλλες κι έτσι η δεύτερη εγκαλούσα αναγκάσθηκε να καλέσει ξανά την αστυνομία καθώς ο σκύλος του κατηγορουμένου Χ. Ν. ήρθε πολύ κοντά της και περισσότερο επιθετικά. Σε κανένα δε εκ των ανωτέρω συμβάντων δεν ήταν παρούσα η μητέρα του κατηγορουμένου Χ. Ν. Επίσης, ο κατηγορούμενος Χ. Ν. κατέθεσε ψευδώς ότι ο ιδιοκτήτης του σκύλου που επιτέθηκε στην δεύτερη εγκαλούσα ήταν ο γιός του κατηγορουμένου Π. Γ. και όχι ο ίδιος και ότι ο σκύλος διαμένει στην … με τον γιό του κατηγορουμένου Π. Γ. και στην οικία του τελευταίου στα … μόνο όταν ο γιός του τον φέρνει μαζί του από την Κρήτη καθώς και ότι ο συγκεκριμένος σκύλος είναι πολύ ήσυχος, υπάκουος και φιλικός.
A3. Ο κατηγορούμενος Π. Γ. του Κ., στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, τέλεσε τις εξής πράξεις :
α. Με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και συμβουλές έπεισε την πρώτη κατηγορουμένη Μ. Κ. του Ε. και τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ. Ν. του Η., εξεταζόμενοι ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει τους να καταθέσουν ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή και συγκεκριμένα εξεταζόμενοι ως μάρτυρες ενόρκως ενώπιον του Συμβολαιογράφου … Γ. Ν. Γ., κατά τη σύνταξη των με αριθμό … και ...2018, αντίστοιχων, ένορκων βεβαιώσεων, μετά από αίτηση του τρίτου κατηγορουμένου και προς αντίκρουση των ισχυρισμών της από …2018 με ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …/2018 αγωγής των εγκαλούντων Ε. Κ. του Χ. και Μ. Κ. του Ε. σε βάρος του τρίτου κατηγορουμένου, με αντικείμενο την αξίωση αποζημίωσης κατ αυτού, για τις ζημίες που υπέστησαν λόγω επίθεσης του σκύλου του κατά της δευτέρας εγκαλούσας (κατά τον χρόνο εκείνο ανήλικης) και του σκύλου που συνόδευε, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας είχε οριστεί στις 29-01-2019 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και προς απόδειξη των ισχυρισμών της από ...2018 με ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …/2018 αγωγής του τρίτου κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος Ε. Κ. του Χ. να καταθέσουν ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας τους τα αναφερόμενα στα υπό στοιχεία "1. Α.α." και "1. Β.α" αν του παρόντος ψεύδη.
Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι οι εγκαλούντες Ε. Κ. και Μ. Κ. άσκησαν την με αριθμό ...2018 αγωγή τους σε βάρος του τρίτου κατηγορουμένου Γ. Π. με αίτημα την χρηματική ικανοποίηση τους λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την επίθεση που δέχτηκαν από τον δεσποζόμενο σκύλο του τελευταίου. Η εν λόγω αγωγή εκδικάστηκε από το Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου κατά την δικάσιμο της 29.1.2019 και επ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 306/2019 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι ο Π. Γ. είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον πρώτο εγκαλούντα το ποσό των 1000 € και στη δεύτερη εγκαλούσα το ποσό των 5000 € ως ηθική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την προαναφερθείσα αιτία. Από την άλλη πλευρά ο τρίτος κατηγορούμενος Γ. Π. άσκησε την με αριθμό ...2018 αγωγή εναντίον του πρώτου εγκαλούντος ενώπιον του ειρηνοδικείου Χαλανδρίου ζητώντας την επιδίκαση αποζημίωσης ποσού 15.000 € λόγω της προσβολής προσωπικότητας που αυτός υπέστη από τους ισχυρισμούς των πρώτου των εγκαλούμενων ότι ο ίδιος αν και γνώριζε ότι σκύλος του είναι άγριος και επιθετικός παρά ταύτα εκδηλώνοντας ενδεχόμενο δόλο τον άφηνε ελεύθερο να κυκλοφορεί και να δημιουργεί προβλήματα στη γειτονιά σε σκύλους και σε ανθρώπους. Επί των ανωτέρω αγωγών έχει ήδη εκδοθεί, ως προελέχθη η υπ’ αριθμόν 306/2019 απόφαση του ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή των εγκαλούντων και αναγνώρισε την υποχρέωση του κατηγορουμένου να τους καταβάλει την προαναφερόμενη αποζημίωση ως ηθική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τον τραυματισμό τόσο της δεύτερης εγκαλούσας όσο και του σκύλου τους. Αναφορικά με την αγωγή που έχει ασκήσει ο τρίτος κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι έχει εκδοθεί η υπ’ αρ. 129/2020 απόφαση του ειρηνοδικείου Χαλανδρίου δυνάμει της οποίας αναβλήθηκε η έκδοση αποφάσεως επί της αγωγής έως ότου περατωθεί αμετάκλητα η παρούσα ποινική διαδικασία.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η πρώτη κατηγορούμενη και ο δεύτερος κατηγορούμενος επείσθησαν από τον τρίτο κατηγορούμενο να καταθέσουν ενόρκως ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου ψευδή γεγονότα προκειμένου οι συνταχθείσες με αριθμό ...2018 και ...2018 αντίστοιχα ένορκες βεβαιώσεις να χρησιμοποιηθούν στο ειρηνοδικείο Χαλανδρίου κατά την εκδίκαση της προαναφερθείσας αγωγής σε βάρος του τρίτου κατηγορουμένου Γ. Π. Ειδικότερα, ως προς την πρώτη κατηγορούμενη Μ. Κ. αποδείχθηκε ότι αυτή εξετασθείσα ως μάρτυρας ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου και συνταχθείσα της υπ’ αρ. ...2018 ένορκης βεβαίωσης κατέθεσε γεγονότα ψεύδη και ειδικότερα ότι "στο Αστυνομικό Τμήμα μου αναφέρθηκε από τον αστυνομικό υπηρεσίας ότι δεν διαπιστώθηκε τραυματισμός της Μ. Κ. από δάγκωμα σκύλου τραυματισμός δηλώθηκε μόνο εκ των υστέρων". Τα ως άνω αναφερόμενα αποτελούν αποδεικτέο γεγονός που δύναται να επηρεάσει την σχηματισθείσα δικανική κρίση, αφού αναφέρεται στον τραυματισμό της δεύτερης εγκαλούσας που αποτελούσαν το αντικείμενο των αστικών δικών.
Εξάλλου, το ως άνω περιεχόμενο της κατάθεσης της πρώτης κατηγορουμένης αποδείχθηκε ότι είναι ψευδές, αφού στην με ημερομηνία 13 Ιανουαρίου 2014 ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξετάσεως της καθηγήτριας ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρίας Χ. Σ., που εξέτασε την δεύτερη εγκαλούσα και διαπίστωσε την ύπαρξη δύο κυκλικών τραυμάτων συμβατών με δήγμα κυνός, ρητά αναφέρεται ότι αυτή διενεργείται σε εκτέλεση της υπ’ αριθμόν πρωτ. ...2014 εγγράφου παραγγελίας του Αστυνομικού Τμήματος …
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι δυνάμει της με αριθμό 65475/2017 απόφασης του Α αυτοφώρου μονομελούς πλημμελειοδικείου Αθηνών ο τρίτος κατηγορούμενος καταδικάστηκε για την προκληθείσα από το δεσποζόμενο σκύλο του σωματική βλάβη της εγκαλούσας. Αντιθέτως, τα κάτωθι αναφερόμενα στην ως άνω ένορκη εξέταση "... Μετά από λίγο (ενν, από όταν έφυγε ο σύζυγος της από το σπίτι για τη βόλτα με το σκύλο) ειδοποιήθηκα ότι ο σύζυγος μου βρίσκεται στο αστυνομικό τμήμα και έκπληκτη από το συμβάν επισκέφθηκα τον σύζυγο μου στο αστυνομικό τμήμα μαζί με το γιό μου..." καθώς και ότι οι εγκαλούντες κλήθηκαν με το από 18-1-2014 εξώδικο του τρίτου κατηγορουμένου και οι τελευταίοι απάντησαν αρνητικά, όπως και ότι ο σκύλος τους ανήκει και διαμένει με το γιό τους, στον οποίο και ανήκει και έρχεται στην Αθήνα όταν έρχεται και ο γιός τους, δεν αφορούν στο αποδεικτέο γεγονός, δηλαδή στην συγκεκριμένη επίθεση του σκύλου την 5 Ιανουαρίου 2014 και ούτε δύνανται να επηρεάσουν την σχηματισθείσα δικανική κρίση καθώς δεν συνδέονται με τα περιστατικά που πρέπει να αποδειχτούν. Αναφορικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο αποδείχθηκε ότι το σύνολο της προαναφερόμενης υπό Α2 κατάθεσης του αφορά σε αποδεικτέο γεγονός που δύναται να επηρεάσει την σχηματισθείσα δικανική κρίση, αφού είχε ως σκοπό να παρουσιάσει την δεύτερη εγκαλούσα ως δικομανή που μυθεύεται περιστατικά και με άλλους σκύλους και συνεπώς αναξιόπιστη".
Εν συνεχεία δε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: "1. Στην Αθήνα στις 12-10-2018. Α1. Η κατηγορούμενη [νυν 1η αναιρεσείουσα] Μ. Κ. του Ε., σύζυγος του τρίτου κατηγορούμενου, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, τέλεσε τις εξής πράξεις: α. Εξεταζόμενη ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει της κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Συμβολαιογράφου … Γ., Ν. Γ., κατά τη σύνταξη της με αριθμό ...2018 ένορκης βεβαίωσης, μετά από αίτηση του τρίτου κατηγορουμένου Π. Γ. του Κ. και προς αντίκρουση των ισχυρισμών της από …2018 με ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …/2018 αγωγής των εγκαλούντων Ε. Κ. του Χ. και Μ. Κ. του Ε. σε βάρος του τρίτου κατηγορουμένου με- αντικείμενο την αξίωση αποζημίωσης κατ' αυτού, για τις ζημίες που υπέστησαν λόγω επίθεσης του σκύλου του κατά της δευτέρας εγκαλούσας (κατά τον χρόνο εκείνο ανήλικης) και του σκύλου που συνόδευε, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας είχε οριστεί στις 29-01-2019 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και προς απόδειξη των ισχυρισμών της από ...2018 με ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …/2018 αγωγής του κατηγορουμένου Π. Γ. κατά του εγκαλούντος Ε. Κ. του Χ., κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και επί λέξει τα εξής: II. "... Στο αστυνομικό τμήμα μου αναφέρθηκε από τον αστυνομικό υπηρεσίας ότι δεν διαπιστώθηκε τραυματισμός της Μ. Κ. από δάγκωμα σκύλου. Τραυματισμός δηλώθηκε μόνο εκ των υστέρων...... Η κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως τα ανωτέρω αν και γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή, εφόσον η αλήθεια είναι ότι ο αξιωματικός υπηρεσίας αστυνομικός (Αστ. Ρ. Ν.) που είχε διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τα τραύματα της πρώτης εγκαλούσας και παρήγγειλε την εξέταση της από Ιατροδικαστή την ίδια ημέρα ουδέποτε είπε στην πρώτη κατηγορουμένη ότι δεν διαπίστωσε τραυματισμό από δε την προφορική μήνυση του πρώτου εγκαλούντος, την υπ' αριθμ. πρωτ. ...2014 παραγγελία ιατροδικαστικής εξέτασης (Σωματικών Βλαβών) του Αξ/κου Υπηρεσίας που συντάχθηκε αμέσως και την ίδια την από 13-1-2014 Ιατροδικαστική Έκθεση Κλινικής Εξετάσεως, σε εκτέλεση της ανωτέρω παραγγελίας προκύπτει ότι ο τραυματισμός της ανωτέρω δηλώθηκε αμέσως.
Α2. Ο κατηγορούμενος [νυν 2ος αναιρεσείων] Χ. Ν. του Η., στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, τέλεσε τις εξής πράξεις: Εξεταζόμενος ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Συμβολαιογράφου … Γ. Ν. Γ., κατά τη σύνταξη της με αριθμό ...2018 ένορκης βεβαίωσης, μετά από αίτηση του κατηγορουμένου Π. Γ. και προς αντίκρουση των ισχυρισμών της από …2018 με ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …/2018 αγωγής των εγκαλούντων Ε. Κ. του Χ. και Μ. Κ. του Ε. σε βάρος του κατηγορουμένου Π. Γ., με αντικείμενο την αξίωση αποζημίωσης κατ' αυτού, για τις ζημίες που υπέστησαν λόγω επίθεσης του σκύλου του κατά της δευτέρας εγκαλούσας (κατά τον χρόνο εκείνο ανήλικης) και του σκύλου τους που συνόδευε, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας είχε οριστεί στις 29-01-2019 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και προς απόδειξη των ισχυρισμών της από ...2018 με ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …/2018 αγωγής του τρίτου κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος Ε. Κ. του Χ. κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και επί λέξει τα εξής, αναφερόμενος στη δεύτερη εγκαλούσα: "Να σημειωθεί ότι η προαναφερόμενη, επανειλημμένως κατά το παρελθόν, κατά το έτος 2012, μου είχε επιτεθεί λεκτικά με προσβλητικό και εριστικό τρόπο, όταν έβγαζα βόλτα το δικό μου σκύλο στο πάρκο που βρίσκεται επί των οδών ...... Συγκεκριμένα... με πλησίασε απρόκλητα και με εριστικό ύφος και μου είπε "έχεις αφήσει το σκύλο σου λυτό και θέτεις σε κίνδυνο τη ζωή μου. Αντί να χαμουρεύεσαι με την γκόμενα σου, καλά θα κάνεις να τον μαζέψεις. Ξέρεις εγώ είμαι φοιτήτρια Νομικής και ξέρω τους νόμους και ο πατέρας μου είναι δικηγόρος και θα έχεις άσχημα ξεμπερδέματα". Στη συνέχεια επειδή εγώ την παρακάλεσα να μην μας προσβάλλει, εκείνη κάλεσε το 100. Πράγματι ήλθαν αστυνομικά όργανα τα οποία εξεπλάγησαν για την άσκοπη κλήση τους και αποχώρησαν. Η παραπάνω Μ. Κ. κάλεσε άλλες τρεις φορές το 100, σε διαφορετικές ημερομηνίες, παραπονούμενη χωρίς λόγο για το σκύλο μου και απευθυνόμενη σε εμένα με ακόμα πιο προσβλητικό και εριστικό τρόπο. Οι τέσσερεις ως άνω κλήσεις προς το 100 και οι αντίστοιχες επισκέψεις των περιπολικών, πιστεύω ότι είναι καταγεγραμμένες στα αρχεία της Άμεσης Δράσης και μπορούν να επιβεβαιωθούν. Μάλιστα, σε μια από τις τέσσερεις επιθέσεις που δέχτηκα από την ως άνω κυρία ήταν παρούσα και η μητέρα μου, Σ. Χ., σύζυγος Η. κατά της οποίας επίσης εκφράστηκε προσβλητικά και η οποία έμεινε εμβρόντητη και σοκαρισμένη από την προσβλητική συμπεριφορά της Μ. Κ. απέναντι της και απέναντι μου.". Ο κατηγορούμενος Χ. Ν. κατέθεσε ενόρκως τα ανωτέρω αν και γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή, εφόσον η αλήθεια είναι ότι ο κατηγορούμενος Χ. Ν. ο οποίος τυγχάνει φίλος του γιού του κατηγορουμένου Π. Γ., γνώριζε για το επεισόδιο μεταξύ του κατηγορούμενου Π. Γ. και της δεύτερης εγκαλούσας και τον τραυματισμό της τελευταίας και του σκύλου των εγκαλούντων και όταν τύχαινε να συναντήσει τη δεύτερη εγκαλούσα να βγάζει βόλτα το σκύλο τους τις βραδινές ώρες, συνοδευόμενη από τον μικρότερο αδελφό της και όχι από κάποιον από τους γονείς της, την εκφόβιζε, αφήνοντας και αυτός ελεύθερο τον δικό του σκύλο, προκειμένου η δεύτερη εγκαλούσα να φοβάται και να αναστατώνεται και ο δεύτερος κατηγορούμενος να χαίρεται και να γελάει... Ο δικός του σκύλος δεν ήταν φιλικός όπως τον περιγράφει. Κινούταν επιθετικά με γαυγίσματα, χωρίς όμως να ολοκληρώσει ποτέ καμία επίθεση του με δάγκωμα και αντίστοιχα σωματικές βλάβες είτε στον σκύλο των εγκαλούντων είτε στη δεύτερη εγκαλούσα. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου Χ. Ν. συνέβαινε μετά το συμβάν με τον αντίδικο και όχι πριν, όπως ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος Χ. Ν.. Το παρκάκι που ο κατηγορούμενος Χ. Ν. έβγαζε βόλτα το σκύλο του απέχει περίπου δέκα (10), από το τόπο του συμβάντος με το σκύλο του κατηγορουμένου Π. Γ. Η δεύτερη εγκαλούσα αναστατωνόταν και τρομοκρατούταν στη θέα του ελεύθερου γερμανικού ποιμενικού του δευτέρου κατηγορουμένου σχεδόν στον ίδιο ακριβώς τόπο που είχε δεχτεί την επίθεση που είχε δεχτεί επίθεση λίγους μήνες πριν από τον σκύλο του κατηγορουμένου Π. Γ. Τις πρώτες φορές στάθηκε σε απόστασηκαι ζήτησε από τον κατηγορούμενο Χ. Ν. να δέσει το σκύλο του. Αυτός γελούσε και της έλεγε ότι δεν τον δένει και να περάσει αν τολμάει. Η δεύτερη εγκαλούσα έστρεφε και έφευγε, συνοδεία του αδελφού της, με φόβο μήπως της επιτεθεί πισώπλατα ο ανωτέρω σκύλος. Όταν ο κατηγορούμενος Χ. Ν. έβλεπε τη δεύτερη εγκαλούσα συνοδευόμενη από τον πρώτο εγκαλούντα ή τη μητέρα της, δεν έλυνε το σκύλο του. Σε μία τέτοια συνάντηση, ο πρώτος εγκαλών ζήτησε από τον δεύτερο κατηγορούμενο μάρτυρα να σταματήσει να αφήνει ελεύθερο το σκύλο του όταν βλέπει την δεύτερη εγκαλούσα γιατί αυτή φοβάται όταν έρχεται κοντά της και του είπε το περιστατικό που της είχε συμβεί. Ο κατηγορούμενος Χ. Ν. του είπε ότι ο σκύλος του δεν είναι επιθετικός και θα τον αφήνει ελεύθερο όποτε θέλει. Η δεύτερη εγκαλούσα ουδέποτε εξύβρισε τον κατηγορούμενο Χ. Ν. και ουδέποτε χρησιμοποίησε την τότε φοιτητική της ιδιότητα ή την επαγγελματική ιδιότητα των γονέων της για να τον απειλήσει. Ήταν ιδιαίτερα ευγενική και προσηνής, παρακαλούσε τον κατηγορούμενο Χ. Ν. να δέσει τον σκύλο του και το μόνο νομικό θέμα που ανέφερε ήταν η αναφορά της στον Ν. 4039/2012 που υποχρεώνει τους ιδιοκτήτες σκύλων να τους έχουν δεμένους με λουρί και ποτέ ελεύθερους, η οποία αναφορά εξόργισε τον μάρτυρα και τη φίλη του που της επιτέθηκαν. Στις 21 Μαΐου 2015 (και όχι 2012 ως ψευδώς ισχυρίζεται ο μάρτυς) περί ώρα 21:00 ο κατηγορούμενος Χ. Ν. είχε ελεύθερο το σκύλο του, αυτός ήρθε κοντά στη δεύτερη εγκαλούσα, τον μικρότερο αδελφό της που τη συνόδευε και τον σκύλο των εγκαλούντων, γαύγιζε επιθετικά και τους τρομοκράτησε. Στην παρατήρηση της δεύτερης εγκαλούσας να μαζέψει τον σκύλο του, αυτός την εξύβρισε και απείλησε την οικογένεια της, η φίλη του ήρθε κοντά της και την έσπρωξε με τα χέρια της, ο δε, σκύλος του γαύγιζε συνεχώς και απειλητικά δίπλα τους. Λόγω αυτών, η δεύτερη εγκαλούσα κάλεσε την Αστυνομία και ήρθε η Άμεση Δράση, αλλά μέχρι να έρθει το περιπολικό, ο δεύτερος κατηγορούμενος και η φίλη του έφυγαν από τον τόπο του συμβάντος, φοβούμενοι για τις συνέπειες. Εν συνεχεία στις 29-7-2015 και πάλι περί ώρα 21:00, επαναλήφθηκε το ίδιο συμβάν, αλλά με περισσότερη ένταση αυτή τη φορά από άλλες κι έτσι η δεύτερη εγκαλούσα αναγκάσθηκε να καλέσει ξανά την αστυνομία καθώς ο σκύλος του κατηγορουμένου Χ. Ν. ήρθε πολύ κοντά της και περισσότερο επιθετικά. Σε κανένα δε, εκ των ανωτέρω συμβάντων δεν ήταν παρούσα η μητέρα του κατηγορουμένου Χ. Ν.
Επίσης, ο κατηγορούμενος Χ. Ν. κατέθεσε ψευδώς ότι ο ιδιοκτήτης του σκύλου που επιτέθηκε στην δεύτερη εγκαλούσα ήταν ο γιός του κατηγορουμένου Π. Γ. και όχι και ίδιος και ότι ο σκύλος διαμένει στην … με τον γιό του κατηγορουμένου Π. Γ. και Χ. Ν. στην οικία του τελευταίου στα … μόνο όταν ο γιός του τον φέρνει μαζί του από την Κρήτη καθώς και ότι ο συγκεκριμένος σκύλος είναι πολύ ήσυχος, υπάκουος και φιλικός.
Β1. Ο κατηγορούμενος [νυν 3ος αναιρεσείων] Π. Γ. του Κ., στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, τέλεσε τις εξής πράξεις : α. Με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και συμβουλές έπεισε την πρώτη κατηγορουμένη Μ. Κ. του Ε. και τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ. Ν. του Η., εξεταζόμενοι ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει τους να καταθέσουν ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή και συγκεκριμένα εξεταζόμενοι ως μάρτυρες ενόρκως ενώπιον του Συμβολαιογράφου … Γ. Ν. Γ., κατά τη σύνταξη των με αριθμό … και ...2018, αντίστοιχων, ένορκων βεβαιώσεων, μετά από αίτηση του τρίτου κατηγορουμένου και προς αντίκρουση των ισχυρισμών της από …2018 με ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …/2018 αγωγής των εγκαλούντων Ε. Κ. του Χ. και Μ. Κ. του Ε. σε βάρος του τρίτου κατηγορουμένου, με αντικείμενο την αξίωση αποζημίωσης κατ' αυτού, για τις ζημίες που υπέστησαν λόγω επίθεσης του σκύλου του κατά της δευτέρας εγκαλούσας (κατά τον χρόνο εκείνο ανήλικης) και του σκύλου που συνόδευε, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας είχε οριστεί στις 29-01-2019 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και προς απόδειξη των ισχυρισμών της από ...2018 με ΓΑΚ …/2018 και ΕΑΚ …/2018 αγωγής του τρίτου κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος Ε. Κ. του Χ. να καταθέσουν ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας τους τα αναφερόμενα στα υπό στοιχεία Α1 ΚΑΙ Α2 του παρόντος ψεύδη".
Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκθέτοντας με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης του άρθρου 224 παρ. 1 του ΠΚ (όπως τα στοιχεία αυτά παρατίθενται στις υπ' αρ. 1,2 νομικές σκέψεις της παρούσης), τις αποδείξεις που θεμελίωσαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από τη νόμιμη βάση της. Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα: α) η εκ μέρους της πρώτης και του δευτέρου των αναιρεσειόντων ψευδείς καταθέσεις και το περιεχόμενο τους, β) ότι αυτές συνετελέσθησαν με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον αρμοδίας αρχής, ήτοι ενώπιον συμβολαιογράφου, που είναι αρμόδιος για τη σύνταξη τους κατά τον Κώδικα συμβολαιογράφων (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. ε' του Ν. 2830/2000), γ) ότι οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις χρησιμοποιήθηκαν σε αστική δίκη ενώπιον του (τότε) Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου με αντικείμενο την αποζημίωση από αδικοπραξία που έλαβε χώρα στα … στις …2014, δ) τα περιστατικά που κατέθεσε έκαστος των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και για ποιο λόγο τα εκ μέρους τους κατατεθέντα κρίθηκαν ψευδή, σε αντιπαράθεση με αυτά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αληθή, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, που εν προκειμένω διατυπώθηκε με πλήρη και αναλυτική αιτιολογία [σελ. 58-64], δ) ο άμεσος δόλος των παραπάνω αναιρεσειόντων, που εν προκειμένω ρητά αιτιολογείται σε κάθε επί μέρους ψευδή κατάθεση, διότι η αναλήθεια των κατατεθέντων περιστατικών βασίζεται στην προσωπική τους αντίληψη, όπως και η βούληση τους να καταθέσουν τα εν γνώση τους ανωτέρω ψευδή, σύμφωνα και με όσα εξετέθησαν, ε) ότι τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα οι δυο πρώτοι των αναιρεσειόντων τα κατέθεσαν, αφού πείσθηκαν σχετικώς από τον τρίτο αναιρεσείοντα (σελ. 63), ώστε αυτός να αντικρούσει την εις βάρος του αγωγή αποζημιώσεως που είχε εγερθεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου από τους νυν υποστηρίζοντες την κατηγορία, μολονότι και αυτός, ως άμεσα εμπλεκόμενος στο παραπάνω συμβάν, γνώριζε την αναλήθεια των κατατεθέντων. Η αιτίαση της πρώτης των αναιρεσειόντων που προβάλλεται με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ότι η κατάθεση της ήταν απρόσφορη να δημιουργήσει δικανική πεποίθηση στο αστικό δικαστήριο, διότι ο τραυματισμός αποδεικνύεται με ιατρικά πιστοποιητικά και όχι δια μαρτύρων, τυγχάνει αβάσιμος, διότι στην ενώπιον του Ειρηνοδικείου διαδικασία δεν υπάρχουν περιορισμοί στην εμμάρτυρη απόδειξη. Στερείται δε σημασίας, σύμφωνα και με αναφερόμενα στην υπ' αρ. 1 νομική σκέψη, αν τα κατατεθέντα είναι ουσιώδη ή επουσιώδη ή αν τελικώς επηρέασαν το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη υπόθεση. Ομοίως αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός της ότι η περικοπή της καταθέσεως ότι "στο αστυνομικό τμήμα ειπώθηκε ότι δεν υπήρξε τραυματισμός" είναι αξιολογική κρίση και όχι γεγονός, όπως και η περαιτέρω αιτίαση ότι όσα κατέθεσε προήλθαν από πληροφορίες τρίτου (ήτοι του αστυνομικού υπηρεσίας) και όχι εξ ιδίας γνώσεως, αφού με βάση τις ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αξιωματικός υπηρεσίες δεν της μετέφερε κάτι τέτοιο, αφού είχε διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τον τραυματισμό της πρώτης εγκαλούσης και παρήγγειλε την εξέταση της από ιατροδικαστή. Επομένως η 1η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για τα όσα κατέθεσε αναληθώς εξ ιδίας αντιλήψεως και όχι από πληροφορίες τρίτων, ως τώρα διατείνεται. Αβάσιμη τυγχάνει και η αιτίαση του δεύτερου των αναιρεσειόντων που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο ότι τα κατατεθέντα απ' αυτόν δεν αφορούσαν το επίμαχο περιστατικό, αλλά προγενέστερο που συνέβη μεταξύ αυτού και της δεύτερης εγκαλούσης και επομένως μη δυνάμενο να επηρεάσει την έκβαση της υποθέσεως, διότι με τα υπ' αυτόν κατατεθέντα η δεύτερη εγκαλούσα εμφανιζόταν ως ερειστική και δικομανής, που εκμεταλλεύεται τις νομικές γνώσεις αυτής και του πατέρα της (δευτέρου εγκαλούντος), στερείται δε σημασίας, όπως προαναφέρθηκε, αν τα κατατεθέντα είναι επουσιώδη ή αν τελικώς επηρέασαν το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αβάσιμη τυγχάνει και η αιτίαση όλων των αναιρεσειόντων για επιλεκτική αξιοποίηση και συναξιολογηση των αποδεικτικών μέσων, διότι στο προοίμιο του σκεπτικού του μνημονεύονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί καταθέσεις, μάρτυρες, έγγραφα, απολογία παρισταμένου κατηγορουμένου), ενώ δεν απαιτείται ειδικότερη εκ νέου αναφορά όλων των εγγράφων και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά (ΟλΑΠ 1/2020). Επίσης το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν στήριξε τη δικανική του πεποίθηση αποκλειστικά στην υπ' αριθ. 6835/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου (δυνάμει της οποίας η παραπάνω αγωγή αποζημιώσεως των υποστηριζόντων την κατηγορία έγινε εν μέρει δεκτή), ούτε συνήγαγε δεδικασμένο απ' αυτήν, αλλά η παραπάνω αστική απόφαση αναφέρθηκε ως ενισχυτικό της κρίσεώς του επί του σαφούς αποδεικτικού του πορίσματος, το δε γεγονός ότι εξαίρεται κάποιο αποδεικτικό μέσο δεν σημαίνει ότι τα λοιπά δεν ελήφθησαν υπ' όψιν, από τη στιγμή που δεν εξαιρέθηκαν ρητά (ΟλΑΠ 1/2020). Η περαιτέρω αιτίαση (4ος λόγος) ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν του και αξιολόγησε επιλεκτικά την καταδικαστική για τον τρίτο αναιρεσείοντα 654/2017 απόφαση του Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών και όχι και την αντίστοιχη (2790/2019) του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του, εδράζεται επί αναληθούς βάσεως, διότι από την επισκόπηση του φακέλλου της υποθέσεως προκύπτει ότι με την τελευταία ως άνω τελεσίδικη απόφαση (προσκομίστηκε σε απόσπασμα) έπαυσε υφ' όρον η εις βάρος του τελευταίου ποινική δίωξη κατ' άρθρον 9 Ν. 4411/2016 και δεν υπήρξε επαναξιολόγηση της ουσίας της υποθέσεως, ώστε να πρέπει η προσβαλλομένη να αιτιολογήσει γιατί αφίσταται της κρίσεως της δευτεροβάθμιας αποφάσεως. Επίσης το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει ειδικώς σε κάθε ένα από τους αρνητικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, ενώ με τις προβαλλόμενες με τον τρίτο λόγο γενικές αιτιάσεις περί παραδοχής ψευδών ισχυρισμών, αντιφατικών κρίσεων, ασαφών αιτιολογιών και επιλεκτικής αξιολόγησης αποδεικτικών μέσων, επιχειρείται, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 510 παρ. 1 Δ ΚΠοινΔ, να πληγεί ανεπιτρέπτως η επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Τέλος αναφορικά με την αιτίαση ότι η αιτιολογία της αποφάσεως είναι τυπική, εξαντλουμένη στην επανάληψη του διατακτικού, και αυτή τυγχάνει αβάσιμη, διότι ανεξαρτήτως του ότι, όταν το διατακτικό εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά, αναλυτικά και με πληρότητα, καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 1/2020), εν προκειμένω η προσβαλλόμενη απόφαση πέραν της επαναλήψεως του διατακτικού και στο σκεπτικό, περιλαμβάνει στο τελευταίο και περαιτέρω εκτενή ειδική αιτιολογία (σελ. 63-64), για την οποία εξ άλλου παραπονούνται οι αναιρεσείοντες με τον προαναφερόμενο τέταρτο αναιρετικό λόγο. Επομένως, τυγχάνουν αβάσιμοι οι προαναφερόμενοι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως καθ' όλες τις επιμέρους αιτιάσεις τους. Κατά το άρθρο 386 παρ.1 εδ. α' νΠΚ. "Όποιος, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή." Έτσι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, η πραγματοποίηση του οποίου εντεύθεν και δεν απαιτείται, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία (και) υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος... Εντεύθεν και απάτη είναι δυνατόν να τελεσθεί και δια παραπλανήσεως του δικαστού σε πολιτική δίκη, δια της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος (να) υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων από τα οποία ο δικαστής παραπλανήθηκε και εξέδωσε απόφαση, συνεπεία της οποίας επήλθε βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου... Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με την μορφή απόπειρας, τόσον όταν ο δράστης επιχειρήσει πράξη που κατευθύνεται στην παραπλάνηση του άλλου και κατά την πρόθεσή του οδηγεί στην περιουσιακή διάθεση, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε ή ολοκληρώθηκε μεν, αλλά δεν προκάλεσε πλάνη ή περιουσιακή ζημία.... Και στην απάτη στο δικαστήριο είναι νοητή η απόπειρα, αν δε παραπλανήθηκε το δικαστήριο, παρά την επιχειρηθείσα απάτη υπό του διαδίκου, και εκδίδει απορριπτική απόφαση για τον προβληθέντα ισχυρισμό ή δεν εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ του δράστη (ΑΠ 1224/2020).
Mε τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ', Ε' ΚΠοινΔ, αληθώς δε μόνο από το εδάφιο Ε' της παραπάνω παραγράφου, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 386 και 42 ΠΚ, καθώς και του -τότε ισχύοντος- άρθρου 367 ΠΚ (που κατά τους αναιρεσείοντες τυγχάνει εφαρμοστέο και εν προκειμένω), για την πράξη της απόπειρας απάτης επ' δικαστηρίω και άμεσης συνέργειας σε αυτήν, για την οποία καταδικάστηκαν.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 29/4/2026 εισαγγελικής προτάσεως, η προτείνουσα Εισαγγελέας προτείνει την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (παράβαση άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοινΔ), διότι αυτή περιορίζεται σε απλή επανάληψη του διατακτικού, χωρίς αναφορά στις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις. Ήτοι (αν και δεν μνημονεύει ειδικώς) η εισαγγελική πρόταση εξέτασε και ζήτησε την παραδοχή των ανωτέρω πρώτου, τρίτου και τετάρτου λόγου, που εδράζονται στην παραπάνω αναιρετική πλημμέλεια, λόγοι ωστόσο που απερρίφθησαν κατά τα προεκτεθέντα. Ωστόσο δεν διαλαμβάνεται εισαγγελική πρόταση επί του προαναφερομένου δεύτερου λόγου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠοινΔ. Πρέπει λοιπόν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 § 2, 138 §§ 1 και 2, 171 § 1 εδ. β', 513 ΚΠΔ, το παρόν Δικαστήριο να απόσχει να αποφανθεί επί του παραπάνω δευτέρου λόγου της αιτήσεως, μέχρι να υποβληθεί, κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως που θα ορισθεί αρμοδίως, εισαγγελική πρόταση και επί του λόγου αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΕΧΕΙ να αποφανθεί επί του δευτέρου λόγου της από …2026 [αρ. πρωτ. ...2026] αιτήσεως των K. Μ. του Ε. , Ν. Χ. του Η. και Γ. Π. του Κ. για την αναίρεση της 3034/2025 αποφάσεως του (δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ως άνω αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ