Απόφαση 757 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 757/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. …/2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου)-Εισηγήτρια, Μαρία Γιαννακοπούλου και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Καντζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ο. του Κ. , κατοίκου ... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πάντο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 288Α, 1195/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την "Ευρωπαϊκή 'Ενωση", νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δρακουλάκο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. ...2024 αίτηση αναιρέσεως, και τους από 4-10-2024 προσθέτους λόγους που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθ. πρωτ. ...2024 αίτηση του Α. Ο. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ.288Α,1195/2023 απόφασης του δικάσαντος κατ'έφεση Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο κήρυξε ενόχο τον αναιρεσείοντα, για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης με ζημία άνω των 150.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, υπό τον όρο της εμφάνισής του, άπαξ εντός του πρώτου δεκαημέρου κάθε μήνα στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου της κατοικίας του και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα (με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε την 3-6-2024 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και εμπρόθεσμα (δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 13-5-2024 (άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474 2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α' του ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την απόλυτη ακυρότητα [άρθρα 510 παρ.1 στοιχ.Δ', Ε' και Α' σε συνδυασμό 171 παρ.1 δ' του ΚΠΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω προβαλλόμενων με αυτή λόγων. Με την ανωτέρω αίτηση πρέπει να συνεκδικαστούν και οι ασκηθέντες νομότυπα και εμπρόθεσμα, με ιδιαίτερο δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης [άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ], που κατατέθηκαν στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 4-10-2024 (άρθρο 509 του ΚΠΔ). Κατά την ισχύουσα, κατά το φερόμενο χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης (απάτης σε βάρος Ευρωπαϊκής 'Ενωσης με ζημία άνω των 150.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2005 έως και 2007), διάταξη του τέταρτου άρθρου του ν. 2803/2000 (Απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), "1.'Οποιος με τη χρήση πλαστών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων ή με την απόκρυψη ή με την κατά παράβαση ειδικής υποχρέωσης παρασιώπηση πληροφοριών ή με τη μη κατά προορισμό τους χρήση των πόρων που του χορηγήθηκαν ή των πλεονεκτημάτων που είχε νόμιμα αποκτήσει, αχρεωστήτως εισπράττει ή παρακρατεί ή παρανόμως ελαττώνει πόρους του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των προϋπολογισμών, των οποίων η διαχείριση ασκείται από τις Κοινότητες ή για λογαριασμό τους, τιμωρείται με φυλάκιση. 2. Αν η κατά τις προηγούμενες διατάξεις βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και αν η βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών επιβάλλεται κάθειρξη". Με το ν. 4689/2020 ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η οδηγία ΕΕ2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η ανωτέρω διάταξη του ν. 2803/2000 καταργήθηκε με το άρθρο 28 του ν. 4689/2020 (άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371), που ορίζει ότι "Ο ν.2803/2020 καταργείται. Όπου σε διατάξεις του ισχύοντος δικαίου γίνεται αναφορά στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και στα αδικήματα που αυτός τυποποιεί, νοούνται αναλόγως οι διατάξεις του δεύτερου μέρους του ν. 4689/2020 καθώς και οι κατά περίπτωση αντίστοιχα εφαρμοστέες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα".
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 του άνω νόμου 4689/2020 (Επικουρικές διατάξεις για την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 3 παρ. 2 στοιχεία α, β και γ, άρθρο 4 παρ. 3 και άρθρο 7 της Οδηγίας) " 1. Όποιος χρησιμοποιεί ή υποβάλλει ψευδείς, ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις ή έγγραφα ή αποσιωπά πληροφορίες κατά παράβαση ειδικής νομικής υποχρέωσης ανακοίνωσής τους και, με τον τρόπο αυτό, λαμβάνει ή παρακρατεί παρανόμως επιχορηγήσεις ή όμοιας φύσης οικονομικές παροχές που δεν συνδέονται άμεσα με ισάξιες αντιπαροχές και προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τους προϋπολογισμούς των κάθε είδους οργάνων και οργανισμών της, ανεξαρτήτως του εκάστοτε φορέα διαχείρισης, τιμωρείται με φυλάκιση, εκτός αν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα με βάση τα άρθρα 386, 386Α ή 386Β του Π.Κ.. Με την ίδια ποινή και την ίδια επιφύλαξη τιμωρείται και όποιος εν γνώσει χρησιμοποιεί νόμιμα ληφθείσες παροχές υπό την παραπάνω έννοια, οι οποίες υπάγονται με βάση το νόμο ή τη σύμβαση χορήγησής τους σε συγκεκριμένους περιορισμούς, κατά παράβαση αυτών των περιορισμών. 2. Όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χρησιμοποιεί ή υποβάλλει ψευδείς, ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις ή έγγραφα ή αποσιωπά πληροφορίες κατά παράβαση ειδικής νομικής υποχρέωσης ανακοίνωσής τους και, με τον τρόπο αυτό, λαμβάνει ή παρακρατεί παρανόμως παροχές που συνδέονται με αντιπαροχές αγαθών και υπηρεσιών και προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τους προϋπολογισμούς των κάθε είδους οργάνων και οργανισμών της, ανεξαρτήτως του εκάστοτε φορέα διαχείρισης, τιμωρείται με φυλάκιση, εκτός αν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα με βάση τα άρθρα 386 ή 386Α Π.Κ.. Με την ίδια ποινή και την ίδια επιφύλαξη τιμωρείται και όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χρησιμοποιεί εν γνώσει νόμιμα ληφθείσες παροχές υπό την παραπάνω έννοια, οι οποίες υπάγονται με βάση το νόμο ή τη σύμβαση χορήγησής τους σε συγκεκριμένους περιορισμούς, κατά παράβαση αυτών των περιορισμών, προκαλώντας, με τον τρόπο αυτό, ζημία στα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 3. Όποιος χρησιμοποιεί ή υποβάλλει ψευδείς, ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις ή έγγραφα ή αποσιωπά πληροφορίες κατά παράβαση ειδικής νομικής υποχρέωσης ανακοίνωσής τους ή χρησιμοποιεί εν γνώσει κατά παράβαση των προβλεπόμενων γι' αυτό ειδικών περιορισμών ένα νόμιμα χορηγηθέν οικονομικό πλεονέκτημα και, με τον τρόπο αυτό, μειώνει παρανόμως έσοδα του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των προϋπολογισμών των κάθε είδους οργάνων και οργανισμών της, ανεξαρτήτως του εκάστοτε φορέα διαχείρισης, πλην των εσόδων που προέρχονται από τον Φ.Π.Α. ή εισπράττονται από τα Τελωνεία, τιμωρείται με φυλάκιση, εκτός αν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα με βάση τα άρθρα 386 ή 386Α Π.Κ.. 4. Όποιος, στο πλαίσιο της εμπιστευμένης σε αυτόν διαχείρισης πόρων και περιουσιακών στοιχείων του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των προϋπολογισμών των κάθε είδους οργάνων και οργανισμών της διαχειρίζεται τους οικείους πόρους κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης ή ιδιοποιείται παράνομα ή χρησιμοποιεί κατ' απόκλιση από τον νόμιμα καθορισμένο σκοπό τους τα οικεία περιουσιακά στοιχεία, ζημιώνοντας με αυτόν τον τρόπο τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τιμωρείται με φυλάκιση, εκτός αν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα με βάση τα άρθρα 375 ή 390 Π.Κ. ". Οι ανωτέρω επικουρικές διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 4689/2020, που έχουν στόχο να καλύψουν προσβολές των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων, μη καταλαμβανόμενες από το υφιστάμενο προστατευτικό πλέγμα των άρθρων 375, 386, 386Α, 386 Β και 390 του ΠΚ, εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση που δεν θεμελιώνεται βαρύτερη ευθύνη με βάση τις διατάξεις του ΠΚ. Τούτο ρητά αναγράφεται στην Αιτιολογική Έκθεση επί του άρθρου 24 του ν. 4689/2020, σύμφωνα με την οποία : "Με το άρθρο 24 θεσπίζονται τέσσερις επικουρικές ποινικές διατάξεις και, αντίστοιχα, τέσσερα επικουρικά αδικήματα, κατ' αντιστοιχία με τις τέσσερις νομοτυπικές περιγραφές αδικημάτων που περιέχονται στο άρθρο 3 παρ. 2 στοιχεία α', β' και γ', καθώς και στο άρθρο 4 παρ. 3 της Οδηγίας (εννοείται η Οδηγία ΕΕ 2017/1371). Οι επικουρικές αυτές διατάξεις έχουν ως στόχο να καλύψουν προσβολές των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων, οι οποίες ενδεχομένως δεν καταλαμβάνονται από το υφιστάμενο προστατευτικό πλέγμα των άρθρων 375, 386, 386Α, 386Β και 390 Π.Κ., αλλά επιβάλλεται να ποινικοποιηθούν δυνάμει των προαναφερόμενων διατάξεων της Οδηγίας. Εάν μια προσβολή των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων καταλαμβάνεται από το ανωτέρω προστατευτικό πλέγμα, και αν προκύπτει δυνάμει αυτού του πλέγματος βαρύτερη ποινή για τον δράστη ή συμμέτοχο, τότε οι επικουρικές διατάξεις θα απωθούνται με βάση την προβλεπόμενη κατά περίπτωση ρήτρα σχετικής επικουρικότητας. Διαφορετικά, αν δηλαδή η προσβολή δεν καταλαμβάνεται από το ανωτέρω προστατευτικό πλέγμα ή αν η προκύπτουσα δυνάμει αυτού ευθύνη είναι ελαφρότερη, τότε θα εφαρμόζονται οι επικουρικές διατάξεις και θα απωθούνται οι αντίστοιχες διατάξεις του Π.Κ." (ΑΠ 864/2023).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 του Π.Κ., όπως ίσχυε κατά το χρονικό διάστημα τέλεσης της ενδιαφέρουσας στην κρινόμενη υπόθεση αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απάτης (άνω των 120.000 ευρώ), κατ' εξακολούθηση (κατά τα έτη 2005 έως και 2007), ορίζουν ότι: "1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται ... 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) ...ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ", ενώ οι αντίστοιχες διατάξεις του ίδιου άρθρου του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ. (Ν.4619/2019) ορίζουν ότι: "1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται ... Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή..." Από τη σύγκριση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 386 του νέου Π.Κ. συγκρινόμενες μ' αυτές του προϊσχύσαντος, που αναφέρονται στην κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή όταν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €), έχουν μεν την ίδια νομοτυπική μορφή, όμως η νέα είναι δυσμενέστερη της προγενέστερης από πλευράς ποινής, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, καθόσον τιμωρείται πλέον της κάθειρξης έως δέκα έτη, και με χρηματική ποινή (ΑΠ 9/2024, Α.Π. 926/2020). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 386 του Π.Κ., νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή συμβάντα του εξωτερικού κόσμου που απεικονίζουν την πραγματικότητα, τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Η περιουσιακή βλάβη (ζημία), που υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος. Εξάλλου, ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατά αυτού που την προκάλεσε, έστω και αν ο τελευταίος είναι απόλυτα αξιόχρεος, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη, ενώ η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης (Ολ.Α.Π. 1/2020, ΑΠ 9/2024, ΑΠ 1180/2023, ΑΠ 1584/2022). Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το ως άνω έγκλημα της απάτης δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε. Ως προς τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο αυτός πρέπει να αιτιολογείται ότι υπάρχει, αφενός μεν μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη (παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθών γεγονότων) και της πλάνης του άλλου, αφετέρου δε μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς στην οποία παραπείστηκε ο απατηθείς (πράξης, παράλειψης ή ανοχής) που ενέχει περιουσιακή διάθεση η οποία επάγεται περιουσιακή βλάβη, αφού αν αυτός (αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος) ελλείπει σε κάποια από τις άνω περιπτώσεις, δεν υφίσταται απάτη (ΑΠ 9/2024, Α.Π. 400/2022). Επίσης, από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς, ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση πράξης (ενότητα δόλου). Με τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 του Ν. 2721/1999 και είναι ταυτόσημη με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του νέου ΠΚ, "Η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 1180/2023, ΑΠ 756/2022).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, όπως αυτό ίσχυε μέχρι 13-12-2005, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με το ν.3424/2005: "Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής". Στο άρθρο 1 στοιχ.α' του ίδιου νόμου απαριθμούνται τα εγκλήματα που συνιστούν την εγκληματική δραστηριότητα, στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα που προβλέπονται από το τέταρτο άρθρο του Ν.2803/2000. Οι παραπάνω διατάξεις αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3424/2005 (ΦΕΚ Α' 305/13-12-2005, τεύχος πρώτο) ως εξής: "1.α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη αν έδρασε ως υπάλληλος των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 2 α' παρ.1 και με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών αν ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ' επάγγελμα ή είναι υπότροπος ή έδρασε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ή τρομοκρατικής ομάδας ή οργάνωσης", ίσχυσαν δε, με τη μορφή αυτή, από 13-12-2005 έως 4-8-2008, ενώ από 5-8-2008 μέχρι 30-7-2018 ίσχυε ο Ν. 3691/2008, ο οποίος στο άρθρο 45 παρ.1 ορίζει ότι: "α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες ευρώ (20.000 ευρώ) έως ένα εκατομμύριο ευρώ (1.000.000 ευρώ), τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. β. Ο υπαίτιος των πράξεων του προηγούμενου στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες ευρώ (30.000 ευρώ) έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (1.500.000 ευρώ), αν έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου ή αν το βασικό αδίκημα περιλαμβάνεται στα αδικήματα των στοιχ. γ', δ' και ε' του άρθρου 3 του παρόντος, ακόμη και αν για αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης, γ. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000 ευρώ) έως δύο εκατομμύρια ευρώ (2.000.000 ευρώ), αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας", ήδη δε ισχύει ο Ν. 4557/2018, ο οποίος στο άρθρο 39 παρ. 1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 30 του Ν.4734/2020, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν.4816/2021 και η υποπερ. γγ' της περ.β' διαμορφώθηκε με το άρθρο 70 παρ.2 του Ν.5039/2023, ορίζει ότι: "1.α) Ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη και με χρηματική ποινή από τριακόσιες (300) έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. β) Ο υπαίτιος των πράξεων της περ. α' τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή από χίλιες (1.000) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ημερήσιες μονάδες: αα) αν το αντικείμενο της νομιμοποίησης υπερβαίνει συνολικά σε αξία το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ή ββ) αν η πράξη τελείται από υπόχρεο φυσικό πρόσωπο κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας ή από πρόσωπο του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 46, ή γγ) αν η περιουσία που είναι αντικείμενο νομιμοποίησης προέρχεται από τα κακουργήματα των περ. α', β', γ', η' και θ' του άρθρου 4, καθώς και των άρθρων 323Α, 374, 380, της παρ. 2 και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 385, της παρ.2 του άρθρου 394Α του Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), της παρ. 5 του άρθρου 29 και του άρθρου 30 του Ν. 4251/2014. γ) Ο υπαίτιος των πράξεων της περ. α' τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες (2.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ημερήσιες μονάδες, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης, η οποία επιδιώκει την τέλεση πράξεων νομιμοποίησης. δ) Αν το βασικό αδίκημα τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή έως τριακόσιες (300) ημερήσιες μονάδες. Αν η πράξη τελέστηκε κατ' επάγγελμα επιβάλλονται οι κυρώσεις της περ. γ'. ε) Η ποινική ευθύνη για το βασικό αδίκημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων, αυτουργού και συμμετόχων για τις πράξεις των περ. α', β', γ' και δ', εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση, ο αυτουργός ή ο συμμέτοχος της πράξης της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 2 μένει ατιμώρητος εάν κριθεί ένοχος, με την ίδια ή με προγενέστερη απόφαση, για την τέλεση του βασικού αδικήματος, εκτός εάν για την πράξη της νομιμοποίησης απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή με υψηλότερο ανώτατο όριο. Η απαλλαγή κατά το προηγούμενο εδάφιο δεν αποκλείει την επιβολή ποινής στους λοιπούς αυτουργούς ή συμμετόχους της πράξης της νομιμοποίησης. Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό αδίκημα, η ποινή κατ' αυτού ή των οικείων του για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που έχουν προκύψει από το ίδιο βασικό αδίκημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για την τέλεση του βασικού αδικήματος. στ) Με φυλάκιση και χρηματική ποινή έως πεντακόσιες (500) ημερήσιες μονάδες τιμωρείται ο υπαίτιος του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 2 που δεν είναι συμμέτοχος στη διάπραξη του βασικού αδικήματος, εφόσον είναι οικείος του υπαιτίου του βασικού αδικήματος. ζ) Το τελευταίο εδάφιο της περ. ε' και η περ. στ' δεν εφαρμόζονται αν συντρέχουν περιστάσεις κατ' επάγγελμα τέλεσης της νομιμοποίησης. η) Κατά την επιμέτρηση της ποινής για πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες λαμβάνονται υπόψη ως επιβαρυντικές περιστάσεις οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για το αδίκημα αυτό που εκδίδουν δικαστήρια άλλων κρατών μερών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης της 16ης Μαΐου 2005 για τη νομιμοποίηση, την ανίχνευση, την κατάσχεση και τη δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 4478/2017". Περαιτέρω, με την παρ.5 του άρθρου 2 του Ν. 3424/2005 καταργήθηκε το υφιστάμενο στο άρθρο 1 του Ν. 2331/1995 στοιχείο β' και προστέθηκαν στοιχεία β', η', θ' και ι', το στοιχείο β' δε ορίζει τα εξής: "Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες": Οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις: - η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του, - η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή ευρίσκεται ή αποκτήθηκε ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, - η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, - η συμμετοχή σε μία από τις πράξεις που αναφέρουν οι προηγούμενες περιπτώσεις, η σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της, η απόπειρα διάπραξης, η υποβοήθηση, η υποκίνηση, η παροχή συμβουλών σε τρίτο για τη διάπραξή της ή η διευκόλυνση της τέλεσης της πράξης". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ.γ' του Ν. 2331/1995, ως περιουσία νοείται "Τα περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων", την ίδια δε έννοια έχει η περιουσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3691/2008 και του άρθρου 3 παρ.1 του Ν. 4557/2018, με τη διευκρίνιση ότι σ' αυτήν (περιουσία) περιλαμβάνονται, κατά την έννοια του νόμου, και στοιχεία οποιασδήποτε μορφής, έντυπης, ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων, καθώς και τα έσοδα από το βασικό έγκλημα. Από τη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες νοείται η διαδικασία, μέσω της οποίας, αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Επομένως, για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, απαιτείται να έχει προηγηθεί μια άλλη εγκληματική δραστηριότητα, η οποία περιγράφεται στο νόμο ως βασικό έγκλημα. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες προϋποθέτει αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά) μετατροπή ή μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα τέτοιας περιουσίας, συμμετοχή σε μία από τις ανωτέρω πράξεις, σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της κλπ, υποκειμενικά δε, άμεσο δόλο, ως προς την παράνομη προέλευση των εσόδων, επιπλέον δε, στον πρώτο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, δηλαδή τη μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας, και σκοπό συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής, ή παροχής συνδρομής σε άλλον, που εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μεικτό με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, δηλαδή έγκλημα σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για συγκάλυψη. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο δράστης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, όταν δεν είναι το ίδιο πρόσωπο και του βασικού εγκλήματος, πρέπει να είναι σε γνώση, ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή ότι ο δράστης στον οποίο παρέχει συνδρομή εμπλέκεται σε τέτοια εγκληματική δραστηριότητα. Πέραν της γνώσης ως προς την παράνομη προέλευση των εσόδων απαιτείται στον πρώτο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, δηλαδή τη μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας, και σκοπός απόκρυψης ή συγκάλυψης της παράνομης προέλευσης της περιουσίας ή σκοπός συνδρομής σε πρόσωπο εμπλεκόμενο στην προηγούμενη εγκληματική δράση για να αποφύγει αυτό τις έννομες συνέπειες των πράξεών του, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Απαιτείται δηλαδή, σκοπός δημιουργίας σύγχυσης ως προς το νομιμοποιούμενο αντικείμενο ή το πρόσωπο του δράστη που το εξασφάλισε. Το ίδιο στοιχείο θα πρέπει να θεωρηθεί αναγκαίο, ως επιπλέον άγραφος όρος, και σε ό,τι αφορά τον τρίτο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, δηλαδή την απόκτηση, κατοχή και χρήση της νομιμοποιούμενης περιουσίας.
Περαιτέρω, με το Ν. 3691/2008 (άρθρο 2 παρ. 2) διατηρήθηκε η προϋπόθεση να γνωρίζει ο δράστης με βεβαιότητα (άμεσος δόλος), ότι η νομιμοποιούμενη περιουσία προέρχεται από προηγούμενη εγκληματική πράξη σε όλες τις τυποποιημένες μορφές της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, δηλαδή τη μετατροπή, τη μεταβίβαση, την απόκρυψη, τη συγκάλυψη, την απόκτηση, την κατοχή, διαχείριση ή χρήση της περιουσίας. Με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 2 του Ν.3691/2008 προστέθηκε, κατά αντιγραφή από την 3η Οδηγία, ότι "η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία του πραγματικού των αδικημάτων των παρ. 2 και 3 μπορούν να συνάγονται και από τις συντρέχουσες πραγματικές περιστάσεις". Η εισαγωγή της διάταξης αυτής καταλαμβάνει όχι μόνον το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, αλλά και κάθε βασικό αδίκημα του καταλόγου του άρθρου 3 του νέου νόμου. Το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες προϋποθέτει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, την προγενέστερη τέλεση άλλου εγκλήματος που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα και χαρακτηρίζεται ως το βασικό έγκλημα, από το οποίο ο υπαίτιος ή άλλος αποκόμισε παράνομα έσοδα, όπως είναι και το χρήμα σε υλική ή άϋλη μορφή. Όταν αυτουργός της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι το ίδιο πρόσωπο με τον δράστη του βασικού εγκλήματος, πράγμα που δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διάταξη του νόμου (εκτός από την περίπτωση που το έγκλημα τελείται υπό τη μορφή της "παροχής συνδρομής" σε άλλο πρόσωπο ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα, οπότε η ταυτοπροσωπία αποκλείεται εννοιολογικά) ή άλλη διάταξη, συρρέει με εκείνο πραγματικά, αφού πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά, κατά τα στοιχεία τους, εγκλήματα, με διακεκριμένη και διαφορετική το καθένα απαξία. Με άλλα λόγια αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον δράστη της νομιμοποίησης, μόνον στην περίπτωση της προς τον σκοπό παροχής συνδρομής σε πρόσωπο, που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, διότι, όταν γίνεται λόγος από το νομοθέτη για παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, αναφέρεται προφανώς σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι και το ενεργητικό υποκείμενο κάποιας από τις πράξεις που ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, στην περίπτωση δε αυτή αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον υπαίτιο του αδικήματος της νομιμοποίησης. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, δεδομένου δε ότι χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", με σαφήνεια συνάγεται ότι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του άρθρου 2 παρ.1 του Ν.2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα, λόγος για τον οποίο δεν θα πρέπει να γίνεται συσταλτική ερμηνεία του, αφού έχει θεσπισθεί για την αντιμετώπιση του ανωτέρω εγκλήματος. Έτσι, κατ' εξοχήν ο νόμος τιμωρεί τις πράξεις της συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης εκείνου που απέκτησε ο ίδιος περιουσία από εγκληματικές δραστηριότητες, ενώ τον άλλον (εκτός από τον αποκτήσαντα) τον θεωρεί συνεργό και τον τιμωρεί ως αυτουργό της πράξης. Περαιτέρω, εφόσον τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του Ν. 2331/1995 αδικήματα, με εκείνα του άρθρου 2 ίδιου νόμου τελούν σε πραγματική συρροή, όπως έχει προεκτεθεί, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 αξιόποινες ενέργειες αποτελούν μη τιμωρητέες ύστερες πράξεις, όταν μάλιστα αυτές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, ενώ πολλές βασικές αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος. Εκτός αυτού, δεν τίθεται θέμα επικουρικότητας των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2331/1995 αδικημάτων, σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου αυτού, αφού δεν πρόκειται για περισσότερες μορφές συμμετοχής στο ίδιο αδίκημα, αλλά περί εκτέλεσης δύο αυθύπαρκτων, διακρινόμενων μεταξύ τους, αδικημάτων, το καθένα από τα οποία συγκροτείται από ιδιαίτερα στοιχεία. Ούτε, όμως, περί απορρόφησης αδικήματος προβλεπόμενου από το άρθρο 2 του Ν. 2331/1995 σε αδίκημα προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του νόμου αυτού μπορεί να γίνει λόγος. Τούτο δε, διότι εφαρμογή της αρχής της απορρόφησης υπάρχει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η μεταγενέστερη πράξη συνάπτεται σε ενότητα προς άλλη προηγούμενη, συνιστώσα απλώς εξασφάλιση ή χρησιμοποίηση του κτηθέντος με την προηγουμένη πράξη, χωρίς όμως, να προσβάλλει άλλα έννομα αγαθά του ίδιου ή άλλου προσώπου ή της κοινωνικής ολότητας, διότι μόνο σ' αυτή την περίπτωση μπορεί να υποστηριχθεί ότι η εφαρμογή της πρώτης πρόβλεψης καλύπτει όλη την απαξία, αντικειμενική και υποκειμενική, της εγκληματικής δράσης του υπαιτίου. Άλλωστε με το άρθρο 3 του Ν. 3424/2005, ο οποίος εκδόθηκε για την εναρμόνιση και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 2001/97/ΕΚ (L 344/4-12-2001, σελ.76) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία τροποποιεί την Οδηγία 91/308/ΕΟΚ (L 166/28-6-1991, σελ. 77) του Συμβουλίου, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 2 Ν. 2331/1995 και ορίζεται στο στοιχ. δ' αυτής ότι: "Η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α', β' και γ' της παρ. αυτής", κατά το στοιχ. β' δε "ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ' επάγγελμα. Όμως στις περιπτώσεις αυτές (του στοιχ. δ') ο υπαίτιος τιμωρείται και ως αυτουργός ή ως ηθικός αυτουργός των πράξεων των ανωτέρω στοιχείων α', β' και γ' αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή από άλλον, εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης", τα ίδια δε ορίζονται με τις διατάξεις των άρθρων 45 παρ. ιε' του Ν. 3691/2008 και 39 παρ. 1 περ. ε' του ήδη ισχύοντος Ν. 4557/2018. Με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 3 του Ν. 3424/2005 δεν θεσμοθετείται για πρώτη φορά το αξιόποινο της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο του δράστη αυτής ταυτίζεται με εκείνο του δράστη του βασικού εγκλήματος. Το αξιόποινο της συμπεριφοράς του υπαιτίου της νομιμοποίησης εσόδων και δράστη ταυτοχρόνως του βασικού εγκλήματος προκύπτει όπως προαναφέρθηκε από τους σαφείς ως άνω ορισμούς του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, με τη νέα δε διάταξη επαναβεβαιώνεται η προϊσχύσασα και σκοπείται η άρση αντίθετων ερμηνευτικών εκδοχών, οι οποίες υποστηρίχθηκαν ως προς το ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος (ΑΠ 1/2024, Α.Π. 991/2018). Περιέλαβαν δηλαδή οι ανωτέρω νόμοι, ρητά στις διατάξεις τους, τις παραπάνω προϋποθέσεις, οι οποίες, υπό την προηγούμενη διατύπωση του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, θεωρούνταν αυτονόητες (ΑΠ 1309/2019). Εξάλλου, η ανωτέρω βασική εγκληματική δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να εικάζεται ή να πιθανολογείται, αλλά να προσδιορίζεται επαρκώς και να εξατομικεύεται ως προς το χρόνο και τους δράστες αυτής, έστω και αν δεν έχουν κατηγορία ή η σχετική πράξη έχει υποκύψει σε παραγραφή, να αποδεικνύεται δε με την απαιτούμενη δικανική βεβαιότητα, καθόσον η τέλεσή της αποτελεί στοιχείο συγκρότησης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ΑΠ 1/2024, ΑΠ 726/2021). Με το Ν. 3424/2005 εισήχθη μία σημαντική αλλαγή, η οποία συνίσταται στο ότι δεν αρκεί πλέον ο ενδεχόμενος δόλος του υπαιτίου ως προς την προέλευση της προς νομιμοποίηση περιουσίας, αλλά απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει ως βέβαιο ότι η περιουσία που νομιμοποιεί προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες. Δηλαδή υποκειμενικά το έγκλημα προϋποθέτει άμεσο δόλο ως προς την προέλευση της περιουσίας.
Συνεπώς, επί των σχετικών πράξεων που έχουν τελεστεί υπό το καθεστώς ισχύος του Ν. 2331/1995, μέχρι την 13-12-2005, εφαρμοστέος, ως ευμενέστερος, είναι ο Ν. 3424/2005, καθόσον το μεν θέτει πρόσθετο όρο για την τιμωρία του δράστη του βασικού εγκλήματος το δε αξιώνει, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, τη συνδρομή άμεσου δόλου του υπαιτίου ως προς την προέλευση της προς νομιμοποίηση περιουσίας, προϋπόθεση που αξιώνει τόσο ο μεταγενέστερος Ν. 3691/2008 όσο και ο ήδη ισχύων Ν. 4557/2018.
Περαιτέρω δε οι διατάξεις του ανωτέρω Ν. 3424/2005 είναι επιεικέστερες και από εκείνες του Ν. 3691/2008, οι διατάξεις του οποίου πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μεταβλήθηκαν κατά το περιεχόμενό τους με τον ήδη ισχύοντα Ν. 4557/2018, αφού: α) στο άρθρο 3, στοιχείο η' του νεότερου αυτού νόμου, ορίζεται ως εγκληματική δραστηριότητα (βασικό αδίκημα), "κάθε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος" (ανεξαρτήτως δηλαδή ποσού), ενώ το άρθρο 1 στοιχείο α' περ. ιι του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε από το 2 παρ. 1 του Ν. 3424/2005, προέβλεπε περιουσιακό όφελος ύψους τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00 €), και β) στο άρθρο 45 παρ. 1γ του Ν. 3691/2008, που ορίζει τις ποινικές κυρώσεις, προβλέπεται ότι "(...) γ. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδα (...)", προβλέπεται, δηλαδή, εκτός από τη στερητική της ελευθερίας ποινή που απειλούσε ο Ν. 3424/2005 και χρηματική ποινή (Α.Π. 1177/2019), ενώ η ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 4557/2018 είναι ευμενέστερη από τις προαναφερόμενες, για τον υπαίτιο, καθόσον με αυτήν, για την κατ' επάγγελμα τέλεση της αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απειλείται κάθειρξη, αντί της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, που προβλέπεται με τις αντίστοιχες διατάξεις των νόμων 2331/1995, 3424/2005 και 3691/2008. Περαιτέρω, ναι μεν στο δυσμενέστερο στο σύνολό του Ν. 3691/2008, συγκεκριμένα δε στο άρθρο 2 παρ. 2 στοιχ. δ' αυτού, τυποποιείται για πρώτη φορά ως τρόπος τέλεσης του εγκλήματος της χρησιμοποίησης εσόδων "η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σ' αυτόν ή η διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα", δηλαδή ότι μπορεί να θεωρηθεί η απλή και μόνο κατάθεση κατά τα προεκτεθέντα σε τράπεζα του προϊόντος ενός εγκλήματος, εφόσον αποδεικνύεται και η συνδρομή του σκοπού πρόσδοσης νομιμοφάνειας στα έσοδα αυτά, ως αυτοτελής πράξη νομιμοποίησης εσόδων, όμως και υπό το κράτος της ισχύος του προηγούμενου νόμου, που ως επιεικέστερος στο σύνολό του διέπει μερικότερες πράξεις της κρινόμενης υπόθεσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., δεν αποκλειόταν η νομιμοποίηση εσόδων που προερχόταν από εγκληματική δραστηριότητα να τελείται (και) με την χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όταν ο δράστης ενεργεί ατομικά και προβαίνει είτε ο ίδιος προσωπικώς είτε μέσω άλλου προσώπου, αλλά για λογαριασμό του ιδίου, σε κατάθεση των χρημάτων που απέκτησε από την εγκληματική δραστηριότητα σε δικό του προσωπικό λογαριασμό ή ακόμη και σε κοινό με άλλον (λογαριασμό), οι λογαριασμοί δε αυτοί περιλαμβάνουν (και) χρήματα προερχόμενα από νόμιμες πηγές, αφού με τον τρόπο αυτό ο δράστης συγκαλύπτει τις παράνομες οικονομικές του συναλλαγές από άλλες νόμιμες και με την μέθοδο της αναμείξεως "ενώνει" τα εισοδήματα που προέρχονται, τόσο από τις νόμιμες όσο και από τις παράνομες δραστηριότητές του, τα οποία κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομά του, ως εκ τούτου δε, στην περίπτωση αυτή η πράξη του γίνεται προς τον σκοπό πρόκλησης σύγχυσης και αβεβαιότητος ως προς την προέλευση των παράνομων εσόδων και απώτερο στόχο την απόκτηση "νόμιμου τίτλου" γι' αυτά, ώστε να εμφανίζονται ως νόμιμα, δηλαδή με σκοπό να προσδώσει στα εν λόγω έσοδα νομιμοφανή υπόσταση, μέσω του τραπεζικού συστήματος (ΑΠ 1/2024, Α.Π. 286/2019). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 1 περ. δ' του 4557/2018, όπως ισχύει, αν το βασικό αδίκημα τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή έως τριακόσιες (300) ημερήσιες μονάδες, δηλαδή τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, αν όμως η πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τελέστηκε κατ' επάγγελμα, επιβάλλονται οι κυρώσεις της περ. γ' [κάθειρξη και χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες (2.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ημερήσιες μονάδες], δηλαδή διώκεται σε βαθμό κακουργήματος (ΑΠ 1/2024).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ.ε' του ισχύοντος Π.Κ., "Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο υπαίτιος με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του υπαιτίου για πορισμό εισοδήματος.". Όμοια δε είναι και η αντίστοιχη διατύπωση του άρθρου 13 στοιχ.στ' του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ.. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης της πράξης "κατ' επάγγελμα" απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του υπαιτίου, υποκειμενικώς δε σκοπός του τελευταίου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος, περαιτέρω δε κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο υπαίτιος και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 1/2024, Α.Π. 145/2022). Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι είναι δυνατή η ταυτόχρονη συνδρομή και των δύο περιπτώσεων της κατ' επάγγελμα τέλεσης ενός εγκλήματος, όταν αυτό έχει τελεστεί επανειλημμένως, αλλά ο δράστης έχει συγχρόνως διαμορφώσει και υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (Α.Π. 286/2019), η κατ' επάγγελμα δε τέλεση του εγκλήματος αποτελεί επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος (ΑΠ 1/2024, ΑΠ 1462/2023, ΑΠ 28/2021).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ` αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Η, κατά τα άνω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ.ΑΠ 2/2005). Όσον δε αφορά τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, δηλαδή, εκείνους με τους οποίους αρνείται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται μεν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠΔ, που με την πρόβλεψη, στη διάταξη του άρθρου 171, απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης, που παρέχεται στον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 177 ΚΠΔ, στο οποίο τυποποιείται ιστορικά η αρχή της ηθικής απόδειξης και 178 ΚΠΔ (στο οποίο ενσωματώθηκε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 179 του προϊσχύοντος ΚΠΔ) και το οποίο αφορά στο απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων και στην υποχρέωση των δικαστικών προσώπων να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορούμενου. Τούτων παρέπεται, ότι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορούμενου εξακολουθούν λόγω της φύσης τους ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως, εντασσόμενοι στην παραπάνω κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, απαιτούν ευρύτερη και αυτεπάγγελτη έρευνα στο πλαίσιο των ως άνω αρχών κάθε αποδεικτικού στοιχείου για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου (ΑΠ 1002/2024, ΑΠ 32/2021, ΑΠ 2036/2019).Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 1002/2024, ΑΠ 185/2022, ΑΠ 689/2020).Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1476/2024, ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023). Σύμφωνα δε με το άρθρο 171 παρ.1 ΚΠΔ, "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν:... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε." 2. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση." Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...". Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, λόγω παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που αφορούν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, στις περιπτώσεις που υπάρχει από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο, καθώς και στις περιπτώσεις που παρέχεται από το νόμο στον κατηγορούμενο η ευχέρεια να ζητήσει, αν το θελήσει την άσκηση δικαιώματος που παρέχεται ρητά σ' αυτόν, οπότε, για να προκληθεί, στην περίπτωση αυτή απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για έλλειψη ακρόασης, κατ' άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, πρέπει να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση (ΑΠ 1241/2022, ΑΠ 1810/2019, 508/2019).
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 1/2020, ΑΠ 1476/2024, ΑΠ 129/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ' αριθ.288Α, 1195/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (β'βαθμού), προκύπτει ότι, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, πρόβαλαν προφορικά στο ακροατήριο τους παρακάτω αρνητικούς της κατηγορίας πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίος και εγχείρισαν εγγράφως, προς καταχώρησή τους στα πρακτικά, κατ' άρθρο 141 παρ.2 του ΚΠΔ. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων και αφού παρέθεσαν και σχετικές νομικές σκέψεις, εξέθεσαν τα εξής: "α. Η εις βάρος μου κατηγορία της απάτης εις βάρος των συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για την οποία κρίθηκα ένοχος με την υπ' αριθ. 2172/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, στηρίζεται στην Τελική Έκθεση Ελέγχου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στην Τελική Έκθεση Ελέγχου της ... (Ευρωπαϊκή Καταπολέμησης της Απάτης).Κατά παράδοξο όμως και εντελώς εσφαλμένο τρόπο, ενώ στα δύο αυτά βασικά έγγραφα, η φερόμενη συμπεριφορά της εταιρείας "...", της οποίας σημειώνω ήμουν διευθύνων σύμβουλος έως τον Απρίλιο του 2006, αξιολογείται και ως συμβατική παρατυπία, η προαναφερόμενη απόφαση την θεώρησε και την έκρινε ως την βαρύτατη ποινική παραβατική συμπεριφορά της απάτης εις βάρος των συμφερόντων των Ευρωπαϊκών κοινοτήτων, όπως προβλέπονταν και τιμωρούνταν από το άρθρο 4 του σχετικού νόμου 2803/2000, ο οποίος καταργήθηκε με τον Ν.4689/2020 την 27/5/2020. Στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς που διέπουν την ανάθεση, την εκτέλεση και την παράδοση των διαφόρων έργων, οι έννοιες της παρατυπίας και της απάτης και των χαρακτηριστικών συμπεριφορών τους είναι διακριτές... Με τη δεδομένη διάκριση παρατυπίας και απάτης στο κανονιστικό και θεσμικό πεδίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Τελική Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, περιγράφει και αξιολογεί ως εξής τη συμπεριφορά της "...": "Ο έλεγχος αποκάλυψε ότι η "..." αξίωσε ως χρηματοδότηση έναντι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις εργασίες ... και ... ένα σημαντικό χρηματικό ποσό για το κόστος προσωπικού, το οποίο αντιστοιχούσε σε τιμολόγιο του προσωπικού από την Κυπριακή εταιρεία ... Οι εν λόγω δαπάνες αξιώθηκαν ως "εσωτερικοί σύμβουλοι", σύμφωνα με την κατηγορία άμεσου κόστους προσωπικού. Καθώς οι διατάξεις επιλεξιμότητας του συμβατικού κόστους και ειδικότερα οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις επιλεξιμότητας των συγκεκριμένων σωρευτικών δαπανών, οι οποίες σχετίζονται με το "εσωτερικοί σύμβουλοι", όπως περιγράφονται στον Οδηγό ... επί οικονομικών ζητημάτων, δεν τηρούνταν, οι παρούσες δαπάνες απορρίφθηκαν ως δαπάνες προσωπικού. Συγκεκριμένα οι δαπάνες οι οποίες αξιώθηκαν για "εσωτερικούς συμβούλους" δεν ανταποκρίνονταν στο κριτήριο το οποίο απαιτούσε οι δαπάνες πρόσληψης των συμβούλων να μην διαφέρουν σημαντικά από τις δαπάνες προσωπικού των υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας οι οποίοι εργάζονταν σύμφωνα με το εργατικό δίκαιο για τον ανάδοχο. Επομένως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήταν της άποψης ότι οι τιμολογημένες δαπάνες από την κυπριακή εταιρεία ... θα όφειλαν να είχαν απαιτηθεί ως δαπάνες εργολαβίας. Ωστόσο, τα έργα υπεργολαβίας δεν καθορίζονταν με σαφήνεια στο Κεφάλαιο I (περιγραφή έργου), στις υπό έλεγχο συμβάσεις όπως προβλέπεται στο άρθρο 116.1 του ... οδηγού συμβάσεων. Λαμβάνοντας υπόψιν το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις επιλεξιμότητας των συμβάσεων, οι οποίες σχετίζονται με δαπάνες υπεργολαβίας, όπως καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο II. 6. των συμβάσεων ... δεν τηρούνταν, οι δαπάνες απορρίφθηκαν πλήρως". Η Έκθεση καταλήγει ότι θεωρεί την ανιχνευθείσα και εισηγμένη διόγκωση των δαπανών προσωπικού ως παρατυπία με την έννοια του άρθρου ΙΙ.Ι.ΙΙ. των συμβάσεων ... Με τον ίδιο τρόπο αξιολογεί και η ... στην Τελική της Έκθεση τις εν λόγω δαπάνες, σε κεφάλαιο με τον τίτλο εικαζόμενες συμβατικές παρατυπίες: "Αυτές οι δαπάνες που ζητήθηκαν από την εταιρεία " ..." αφορούσαν "εσωτερικούς συμβούλους" που υπάγονται στην κατηγορία άμεσες δαπάνες προσωπικού. Δεδομένου ότι δεν τηρήθηκαν οι συμβατικές διατάξεις για τις επιλέξιμες δαπάνες και ιδίως οι διατάξεις που αφορούν τους "εσωτερικούς συμβούλους" όπως περιγράφονται στον οδηγό δημοσιονομικών θεμάτων του έκτου προγράμματος - πλαισίου, οι δαπάνες αυτές δεν έγιναν δεκτές από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως δαπάνες προσωπικού. Ειδικότερα, οι δαπάνες που ζητήθηκαν για "εσωτερικούς συμβούλους" δεν συμμορφώνονταν με την απαίτηση που προβλέπει ότι οι δαπάνες απασχόλησης των συμβούλων δεν θα πρέπει να διαφέρουν σημαντικά από τις δαπάνες προσωπικού που ζητήθηκαν για εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας, που απασχολούνταν απευθείας από την εργολήπτρια εταιρεία "...".
Συνεπώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεώρησε ότι οι δαπάνες που υποβλήθηκαν από την κυπριακή εταιρεία "..." στην εταιρεία ..., θα έπρεπε να ζητηθούν ως δαπάνες υπεργολαβίας. Ωστόσο, τα καθήκοντα που είχαν ανατεθεί υπεργολαβικά στην εταιρεία "..." δεν προσδιορίζονταν σαφώς στο Παράρτημα 1 ("περιγραφή του έργου") των ελεγχθεισών συμβάσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 11.6.1 των συμβάσεων του έκτου προγράμματος - πλαισίου ". Επισημαίνω, επιπλέον, ότι και οι δύο προαναφερόμενες εκθέσεις αναφέρονται στην ύπαρξη μιας ασάφειας σχετικά με τις υπεργολαβίες στην περιγραφή του έργου στις επίδικες συμβάσεις. Ακόμα η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως προκύπτει από την απόφαση της ...2016, που προσκόμισε, δεν αξιολόγησε τη συγκεκριμένη συμπεριφορά της ... ως ποινική και δεν την κατήγγειλε, ούτε τις συμβάσεις και τα έργα που της είχε αναθέσει, δεν θεώρησε δηλαδή την ... ως εταιρεία η οποία την εξαπάτησε και δεν ξεκίνησε την διαδικασία κήρυξης της έκπτωτης. Αντιμετώπισε την υπόθεση ως μια αστική διαφορά και συνέχισε τη συνεργασία μαζί της και ακολούθησε τον δρόμο της δημοσιονομικής διόρθωσης για να ανακτήσει τις οφειλές απέναντι της από τα δύο επίδικα προγράμματα ... και ... μέσω συμψηφισμών με τις καταβολές προς την ... για άλλα προγράμματα. Έτσι την 17/9/2013 τα ποσά που βρίσκονταν σε εκκρεμότητα ήταν 94.139,30 + 1.333,75 ευρώ = 95.473,05 ευρώ για το πρόγραμμα ... και 8.035,22+1.993,98 = 10.029,2 ευρώ για το ..., ήτοι συνολικά 105.502,25 ευρώ. Από τα παραπάνω προκύπτει με σαφήνεια ότι καμιά ψευδή δήλωση δεν υπεβλήθη από την εταιρεία ... στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Απλά επειδή το γεγονός ότι οι επίδικες δαπάνες δεν ζητήθηκαν ως δαπάνες υπεργολαβίας, κρίθηκε παράτυπο και οι δαπάνες μη επιλέξιμες. Αυτό φυσικά δεν συγκροτεί με κανέναν τρόπο ποινικό αδίκημα και πρέπει η σχετική ποινική δίωξη εις βάρος μου να παύσει. Το γεγονός δε που πυροδότησε την αντιμετώπιση της υπόθεσης ως απάτης και την επακόλουθη σχετική άσκηση ποινικής δίωξης εις βάρος μου, ήταν το εσφαλμένο συμπέρασμα της έκθεσης της ... ότι η εταιρεία "...", συμφερόντων μου, ήταν εικονική εταιρεία και ότι εξέδωσε "πλαστά/εικονικά" τιμολόγια για την περίοδο 2005- 2006 στην εταιρεία "..." στα πλαίσια των παραπάνω αναφερόμενων ερευνητικών έργων της Ε.Ε. Ήδη, βέβαια η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ με τις υπ' αριθ. 532 και 533/1-2-2019 αποφάσεις της έκρινε ότι η "..." ήταν νόμιμα συνεστημένη εταιρεία και δεν ήταν εικονική και ανύπαρκτη φορολογικά και συναλλακτικά και τα τιμολόγια ήταν νόμιμα και κανονικά. β. Κρίθηκα ένοχος της κατηγορίας της είσπραξης αχρεωστήτως πόρων από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι η βλάβη που προξένησα σ' αυτούς φέρεται να υπερβαίνει το ποσόν των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα το χρονικό διάστημα 2005 και 2006 η εταιρεία "..." της οποίας ήμουν ο νόμιμος εκπρόσωπος είχε αναλάβει την εκτέλεση 25 ερευνητικών έργων στο πλαίσιο του 6ου (...) προγράμματος πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατηγορούμαι ότι δεν τήρησα τους συμβατικούς όρους των σχετικών συμβάσεων και ότι δήλωσα ελλιπή και ανακριβή στοιχεία και ότι παρασιώπησα σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεσή τους και υπέβαλα οικονομικές καταστάσεις με ψευδή και ανακριβή στοιχεία καταφέρνοντας να τα υπερκοστολογήσω ως προς το πραγματικό τους κόστος και να εισπράξω αχρεωστήτως τη διαφορά των 486.695 ευρώ που προέκυψε. Το ποσόν φέρεται ότι προέκυψε από τη μίσθωση επιστημονικού -τεχνικού προσωπικού από την εταιρεία μου ... από την κυπριακή εταιρεία ..., η οποία με τη σειρά της το είχε μισθώσει από άλλες τρίτες εταιρείες. Η "..." φέρεται να τιμολόγησε την εκμίσθωση του προαναφερόμενου μισθωμένου προσωπικού στην ... με το ποσό των 1.207.385 ευρώ, ενώ οι εταιρείες, από τις οποίες είχε μισθώσει το προσωπικό, εξέδωσαν προς αυτήν τιμολόγια αξίας 720.960 ευρώ. Η φερόμενη διαφορά των 486.695 ευρώ, με τον τρόπο πού φέρεται ότι έγινε έχει αναχθεί σε ιδιαίτερο συστατικό της εις βάρος μου κατηγορίας και μορφοποιεί την φερόμενη ζημία του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το φερόμενο αντίστοιχο δικό μου περιουσιακό όφελος. Η διαφορά αυτή όμως είναι εσφαλμένη και δεν υφίσταται και επομένως δεν ευσταθεί νομικά και αντικειμενικά και η εις βάρος μου κατηγορία. Το παραπεμπτικό βούλευμα υιοθέτησε άκριτα την ύπαρξη και την εξήγηση αυτής της διαφοράς όπως εκτίθεται στην με αριθ. ... Τελική Έκθεση της ..., η οποία και αποτελεί τη μήτρα της εναντίον μου δίωξης. Η εν λόγω Έκθεση, χωρίς κανένα ιδιαίτερο στοιχείο και καμιά έρευνα κατέληξε ότι, με βάση τις πληροφορίες που συνέλεξε η ίδια, ο "Ο. μέσω της κυπριακής εικονικής εταιρείας του "..." αποκόμισε ποσό ύψους 486.695 ευρώ. Το συνολικό ποσό των τιμολογίων που εκδόθηκαν από την εταιρεία "..." στην εταιρεία ... ανέρχεται σε 1.207.385 ευρώ, εκ του οποίου συνολικό ποσό 720.960 ευρώ καταβλήθηκε από την εταιρεία "..." στις εταιρείες στις οποίες ανέθεσε την υπεργολαβία για την εκτέλεση των εργασιών, δηλαδή στις "...", "...", "..." και "...". Τη θέση αυτή της ... την αναπαρήγαγαν άκριτα και οι ελεγκτές του ΣΔΟΕ, στους οποίους διαβιβάστηκε για τη δική τους έρευνα. Δυστυχώς όμως, επανέλαβαν το λάθος της ... και δεν διερεύνησαν ενδελεχώς την τιμολόγηση των τρίτων εταιρειών προς την ... της εκμίσθωσης του προσωπικού τους. Έτσι, τόσο στην απλή και χωρίς στοιχεία έκθεση της ..., όσο και στις εκθέσεις ελέγχου της Δ' ΔΟΥ Αθηνών στην οποία διαβιβάστηκε, δεν συνυπολογίστηκαν και δεν αθροίστηκαν τα τιμολόγια που εξέδωσε η βελγική εταιρεία "..." στην .... Έτσι ακόμα και στην από 29/6/2018 Έκθεση Μερικού Ελέγχου της Δ' ΔΟΥ Αθηνών ... αναφέρεται ότι η διαφορά του ποσού των 486.695 ευρώ οφείλεται στο ποσό των 720.690 ευρώ, που είναι η αξία των προσφερόμενων υπηρεσιών - ανθρωποωρών των εξειδικευμένων μηχανικών - τεχνικών που παρασχέθηκαν από τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες ..., ... και ... Α.Ε., και του ποσού των 1.207.385 ευρώ, που η εταιρεία ... τις ίδιες υπηρεσίες τιμολόγησε στην εταιρεία ... Όταν όμως πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος στις αντισυμβαλλόμενες εταιρείες, διαπίστωσε ότι αυτές το 2005, το 2006 και το 2007 εξέδωσαν τα παραστατικά ... : η ... δύο τιμολόγια αξίας 44.250 ευρώ και 21.750 ευρώ, η ... ένα τιμολόγιο αξίας 77.760 ευρώ, η ... τέσσερα τιμολόγια α) 120.000 ευρώ, β) 142.560 ευρώ γ) 38.880 ευρώ και δ) 38.880 ευρώ, ήτοι συνολικά 484.080 ευρώ. Έτσι όμως ο έλεγχος παρέλειψε παντελώς την αλλοδαπή εταιρεία ... και τις δικές της τιμολογήσεις. Από αβελτηρία δε των ελεγκτών, όπως επισημαίνουν και οι υπ' αριθ. … και …2019 αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, η ... δεν ερευνήθηκε και δεν συνυπολογίστηκαν έτσι τα δικά της τιμολόγια στα τιμολόγια των άλλων εταιρειών και βέβαια ούτε τα ποσά που έλαβε από την .... Αξιοσημείωτο είναι ότι η εκκαλουμένη απόφαση σε όλο της το σκεπτικό αναφέρεται στην εταιρεία ... και στις τιμολογήσεις της μίσθωσης στην ..., αποδεχόμενη έτσι την ύπαρξή της αρχικά και την εκμίσθωση προσωπικού της στην ... στα πλαίσια της εκτέλεσης των επίδικων έργων. Έτσι, η υπαρκτή ... έχει τιμολογήσει προς την ... για την εκμίσθωση του προσωπικού της: Με τα τιμολόγια της: α) 2005 - …2005 ποσού 45.500 ευρώ, β) 2005 - …2005 ποσού 63.000 ευρώ, γ) 2005- …2005 ποσού 66.500 ευρώ, δ) 2006 - …2006 ποσού 35.420 ευρώ, ε) 2006 - …2006 ποσού 136.080 ευρώ, στ ) 2007 - …2007 ποσού 180.000 ευρώ, ζ) 2007 - …2007 ποσού 180.000 ευρώ (τα δύο τελευταία εκδόθηκαν μεν το 2007, αλλά αφορούσαν τη σύμβαση της 4/1/2006), ήτοι συνολικά 706.500 ευρώ, άρα οι αντισυμβαλλόμενες με την ... τιμολόγησαν σ' αυτήν για τη μίσθωση του προσωπικού της 1.190.580 ευρώ, (484.080 + 706.500) ευρώ. Άρα λοιπόν η διαφορά μεταξύ της τιμολόγησης της ... προς την ... και της τιμολόγησης των εταιρειών ..., ..., ... και της βελγικής ... είναι 16.805 ευρώ. Επί αυτού του θέματος και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία, παραθέτω συγκριτικό πίνακα με τις τιμολογήσεις των τεσσάρων εταιρειών ..., ..., ... και ... προς την ..., όπως αυτές προκύπτουν από τα πορίσματα του ΣΔΟΕ (ήτοι του προαναφερόμενου του 2016 και αυτού του 2019 που ζήτησε η κα Ανακρίτρια του 10ου τμήματος), την τελική έκθεση της ... και από την Αγωγή της Ε.Ε. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών:
Με βάση τα παραπάνω, εάν ληφθεί υπ' όψιν το ποσό που σύμφωνα με την κατηγορία έλαβε η ... από την ... (1.207.385,00 €), τότε προκύπτει κέρδος της ... ποσού (1.207385,00 € που έλαβε από την ... - 1.190.580,00 € που κατέβαλε σε ..., ..., ...,... =) 16.805.00 €. Εάν υποτεθεί ότι το ποσό αυτό συνιστά παράνομο όφελος της ..., τότε η ζημία της Ε.Ε. συνίσταται στο 50% αυτού του ποσού, διότι: α) Το ανωτέρω ποσό - κέρδος η ... το αποκόμισε από την περιουσία ... όχι από την περιουσία της Ε.Ε. β) Δεδομένου ότι τα έργα είναι συγχρηματοδοτούμενα κατά 50%, n αναλογία που Βαρύνει την περιουσία Ε.Ε. για κάθε ποσό δαπάνης της ... είναι 50%, ή με άλλα λόγια, κάθε ποσό δαπάνης της ... καλύπτεται από την περιουσία της ίδιας της ... κατά 50% και το υπόλοιπο 50% είναι η συγχρηματοδότηση της Ε.Ε.. Η Ε.Ε. δεν μπορεί να θεωρηθεί ζημιωθείσα για όλο το ποσό της δαπάνης της ... (που ουδέποτε θα κατέβαλε η Ε.Ε. εξ ολοκλήρου), αλλά μόνο για το ποσό που αντιπροσωπεύει τη δική της χρηματοδότηση σε έκαστη δαπάνη. Παραδειγματικά, εάν θεωρείτο όλο το ποσό που κατέβαλε η ... στην ... (1.207.385,00 €) ως απατηλό, η ζημία της Ε.Ε. θα ήταν το 50% ήτοι το ποσό των 603.692,50 € αφού αυτό θα κατέβαλε η ίδια για την εν λόγω δαπάνη.
Συνεπώς, η φερόμενη ζημία της περιουσίας της Ε.Ε. για το ως άνω χρηματικό ποσό του φερόμενου παράνομου οφέλους της ... (16.805,00 €) ανέρχεται σε 8.402.50 €. Η διαφορά αυτή (16.805 ευρώ και κατ' ακολουθία 8.402,50 ευρώ διότι η Ε.Ε. καταβάλλει το 50% των δαπανών λόγω αυτής της προβλεπόμενης συγχρηματοδότησης) οδηγεί στην πλήρη αποδόμηση της εις βάρος μου κατηγορίας και βέβαια στην παύση της ποινικής μου δίωξης αφού είναι πλέον πλημμεληματική και έχει υποπέσει σε παραγραφή. γ. Περαιτέρω, η κρίση της εκκαλουμένης απόφασης για την ενοχή μου, εδράζεται σε κάποιες παραδοχές του σκεπτικού της, οι οποίες είναι μια απλή επανάληψη αντίστοιχων παραδοχών του παραπεμπτικού βουλεύματος και δεν στηρίζονται σε κανένα στοιχείο της δικογραφίας και της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου. Δεν αξιολόγησε δε και δεν δέχθηκε, χωρίς καμιά αιτιολογία μάλιστα, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισα και ανέτρεπαν τις προαναφερόμενες παραδοχές. Ειδικότερα: Η εκκαλουμένη απόφαση στο σκεπτικό της περιγράφει και αποδέχεται ως έναν από τους μηχανισμούς της απάτης, που φέρομαι ότι διέπραξα εις βάρος των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ... ως εξής: Η εταιρεία ... "μίσθωνε, με σχετικές συμβάσεις μίσθωσης το έργο προσωπικού από τις ελληνικές εταιρείες "ΤΗEON Α.Ε.", "... Α.Ε.", "... Α.Ε." και τη βελγική "...", συνήθως με μίσθωμα 16 ευρώ/ώρα και στη συνέχεια, υπεκμίσθωνε το έργο του ιδίου προσωπικού, επί τη βάσει ετέρας οικείας σύμβασης υπομίσθωσης στην εταιρεία "..." με υπέρτερο μίσθωμα, συνήθως 40 ευρώ/ώρα, με την τελευταία να εμφανίζει τη σχετική υπέρογκη δαπάνη προσωπικού στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς χρηματοδότηση /επιχορήγηση" και συνεχίζει ότι το πλέγμα αυτό των συναλλακτικών σχέσεων και συμβάσεων κατέτεινε στην "αποκόμιση υπέρογκου οφέλους εκ μέρους του, που συνίστατο στη διαφορά μεταξύ της αξίας της τιμής μίσθωσης από αυτή (την "...") του έργου του προσωπικού των εταιρειών "... Α.Ε.", "... Α.Ε", "... Α.Ε.", "...", των 16 ευρώ/ώρα και της αξίας της τιμής υπεκμίσθωσης του ιδίου, προς επιχορήγηση, έργου στη "..." των 40 ευρώ/ώρα, ήτοι στη διαφορά ποσού (40-16)=24 ευρώ/ώρα περίπου, την οποία αθροιστικά επωφελούνταν μόνο ο κατηγορούμενος". Η εκκαλούμενη απόφαση αναιτιολόγητα και εντελώς εσφαλμένα δεν έλαβε υπ' όψιν της τα τιμολόγια που προσκόμισα και αναγνώσθηκαν ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου, ήτοι δύο τιμολόγια της εταιρείας "... Α.Ε." , προς την "...", τα υπ' αριθ. ... και ...2006 και συνολικού ποσού 142.560 ευρώ, στα οποία μίσθωση του προσωπικού είναι 30 ευρώ/ώρα και επτά τιμολόγια της "..." προς την "...", τα υπ' αριθ. … , … , … , … , … , …, …, συνολικού ποσού 706.500 ευρώ, στα οποία η μίσθωση του προσωπικού είναι 35 ευρώ /ώρα. Από τα προσκομισθέντα αυτά τιμολόγια προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν ήταν ο κανόνας η μίσθωση 16 ευρώ / ώρα αλλά για το μεγαλύτερο μέρος της μίσθωσης ήταν 30 και 35 ευρώ / ώρα και άρα δεν υπήρχε καμιά απατηλή μίσθωση/υπομίσθωση και αποκόμιση υπέρογκου οφέλους. δ. Ένας άλλος μηχανισμός της φερόμενης απάτης που θεωρήθηκε και έγινε αποδεκτός άκριτα, εσφαλμένα και αναιτιολόγητα από τη εκκαλουμένη απόφαση, ήταν η υποτιθέμενη οργανική σχέση μου με τις εταιρείες από τις οποίες έγινε η μίσθωση προσωπικού από την "...". Συγκεκριμένα, στο σκεπτικό της απόφασης ... και στο διατακτικό της ..., αναφέρεται αναιτιολόγητα ότι "οι ως άνω υπεργολάβοι - τρίτες εταιρείες ("...", "...", "..." και "..."), ελέγχονταν αποκλειστικά από εκείνον ("...") είτε σχετίζονταν άμεσα η έμμεσα με αυτόν, όπως προκύπτει και από την εναλλαγή των ρόλων και των θέσεων που κατείχε αυτός και οι νόμιμοι εκπρόσωποι τους διαδοχικά στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών αυτών και της "...". Η επανειλημμένη αναφορά στη διαπίστωση αυτή της υποτιθέμενης σχέσης μου με τις εταιρείες αυτές, γίνεται για να περιγραφεί ένας ακόμα μηχανισμός της απάτης που φέρομαι ότι διέπραξα εις βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο και πολύ περισσότερο από την από 21/6/2019 Πορισματική Αναφορά του ΣΔΟΕ, ότι είχα κάποια σχέση με αυτές τις εταιρείες. Με τη μόνη εταιρεία που είχα σχέση ήταν με μια θυγατρική της "...", την "...", στην οποία το 1999 ήμουν την περίοδο 5/2/1999 - 18/6/1999 διευθύνων σύμβουλος και από 18/6/1999 έως 30/6/2002 μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου. Άρα λοιπόν ουδένα έλεγχο ασκούσα ή ασκώ στις εταιρείες αυτές και οι σχέσεις μας είναι αποκλειστικά επιχειρηματικές. ε. Σύμφωνα με την εκκαλουμένη απόφαση, η ζημία που επήλθε στα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη φερόμενη απάτη που διέπραξα και το αντίστοιχο περιουσιακό μου όφελος είναι 486.695 ευρώ και προκύπτει από τη διαφορά από το ποσό των 1.207.385 ευρώ, που αφορούσε τη συνολική αξία των τιμολογίων της "..." προς τη "..." και των 720.960 ευρώ που καταβλήθηκαν στις άλλες εταιρείες. Εντελώς εσφαλμένα όμως θεωρήθηκε ότι η " ..." είχε την αξίωση και της καταβλήθηκε ολόκληρο το προαναφερόμενο ποσό των 1.207.385 ευρώ και το σφάλμα αυτό παρήγαγε και αντίστοιχα νομικά αποτελέσματα. Τα ερευνητικά έργα του 6ου (...) προγράμματος πλαισίου της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιακών Δικτύων, Περιεχομένων και τεχνολογιών - ... και της Γενικής Διεύθυνσης έρευνας και Καινοτομίας-DGRTD, όπως ήταν τα παρόντα προγράμματα, ήταν συγχρηματοδοτούμενα. Αυτό σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεισφέρει και συγχρηματοδοτεί ένα ποσοστό του προϋπολογισμού του έργου που αναλαμβάνεται στα πλαίσια του προαναφερόμενου προγράμματος. Ο τρόπος και το ποσοστό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ένωσης προβλέπεται στις παραγράφους 24 και 25 του σχετικού Παραρτήματος II της προκήρυξης και της περιγραφής του 6ου (...) Προγράμματος. Σύμφωνα με τις παραγράφους αυτές το ύψος της συνεισφοράς στα έργα ερευνάς και τεχνολογικής ανάπτυξης ή καινοτομίας, όπως τα επίδικα, ανέρχεται στο 50%. Έτσι λοιπόν όταν υποβάλλονται οι σχετικές δηλώσεις και χρηματοοικονομικές καταστάσεις η EE οφείλει την καταβολή του 50% του υποβαλλομένων δαπανών. Στην προκείμενη επίδικη περίπτωση η EE δεν καλείται να καταβάλει ολόκληρο το ποσό των 1.207.385 ευρώ, αλλά το 50% αυτού, ήτοι 603.692,5 ευρώ. 'Αρα λοιπόν, στην παρούσα εις βάρος μου κατηγορία, η όποια ζημία φέρεται να υπέστη η Ευρωπαϊκή Ένωση από την φερόμενη απάτη μου, πρέπει να αντιστοιχεί στο ποσοστό της συνεισφοράς της, ήτοι στο 50% της διαφοράς μεταξύ του ποσού των 1.207.385 ευρώ, που αφορούσε τη συνολική αξία των τιμολογίων της "..." προς τη "... Α. Ε." και του ποσού που καταβλήθηκε στις άλλες εταιρείες. Εφόσον δε το ποσό αυτό δεν είναι μόνο 720.960 ευρώ, όπως θεωρεί η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά 1.190.580 ευρώ, η διαφορά μεταξύ του ποσού των 1.207.385 ευρώ, που αφορούσε τη συνολική αξία των τιμολογίων της "..." προς τη " ..." και του ποσού που καταβλήθηκε στις άλλες εταιρείες είναι 16.805 ευρώ και το 50% αυτής που αναλογεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση 8.402.5 ευρώ. Το ποσόν αυτό βέβαια δεν στοιχειοθετεί κακουργηματική απάτη και ως εκ τούτου πρέπει να παύσει η εις βάρος μου παρούσα ποινική δίωξη... Στην προκειμένη περίπτωση, τα επίμαχα έργα, τα οποία η ίδια η Ε.Ε. επέλεξε (μεταξύ πολυάριθμων άλλων έργων) να επιδοτήσει - συγχρηματοδοτήσει διότι έκρινε - κατόπιν ενδελεχούς διαδικασίας αξιολόγησης - ότι εξυπηρετούν τους στόχους της Ε.Ε., και τα οποία (έργα) συμφωνήθηκε ρητά, στη σύμβαση επιδότησης - χρηματοδότησης, τί ακριβώς προδιαγραφές και χαρακτηριστικά πρέπει να έχουν, ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΑΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΚΑΝ ΠΡΟΣΗΚΟΝΤΩΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΜΒΑΤΙΚΕΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ, ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΗΦΘΗΚΑΝ ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ Ε.Ε. Πράγματι, στο πλαίσιο του 6ου προγράμματος - πλαίσιο (που στοχεύει στην ανάπτυξη της έρευνας και στη μείωση του χάσματος στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογίας μεταξύ της Ε.Ε. από τη μία και των ΗΠΑ/Κίνας από την άλλη), η Ε.Ε. δεν επιδοτεί εταιρείες με βάση τα χαρακτηριστικά τους, στο πλαίσιο μιας επιδοματικής πολιτικής - στήριξης της επιχειρηματικότητας, αλλά επιδοτεί έργα, τα οποία η ίδια η Ε.Ε. διεξάγει πρώτα διαγωνισμό, με πολλαπλά στάδια αξιολόγησης από εμπειρογνώμονες που η ίδια επιλέγει, για να καταλήξει ποια έργα εξυπηρετούν τους στόχους της ιδίας (της Ε.Ε.) και άρα είναι άξια επιδότησης. Η επιδότηση δηλαδή της Ε.Ε. καταβάλλεται για την παραγωγή του έργου. Για αυτό, άλλωστε, και δεν υπάρχει κανένα όριο για μια εταιρεία σε πόσα ερευνητικά έργα μπορεί να συμμετάσχει και πόσα χρήματα μπορεί να λάβει από ερευνητικά έργα. Μία εταιρεία μπορεί να συμμετάσχει σε εκατοντάδες έργα, χωρίς κανένα όριο. Το έργο, ήτοι το ερευνητικό αποτέλεσμα είναι αυτό που αξιολογείται από την Ε.Ε. ως άξιο επιδότησης και έναντι της παραγωγής αυτού δίνεται η επιδότηση. Συγκεκριμένα: ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΠΙΔΟΤΟΥΜΕΝΟΥ ΕΡΓΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ Ε.Ε. Είναι απολύτως χαρακτηριστικό ότι για να καταλήξει η Ε.Ε. και να επιλέξει ποιο έργο είναι άξιο επιδότησης, προηγείται η εξής άκρως ανταγωνιστική διαγωνιστική διαδικασία που η Ε.Ε. διεξάγει: 1) Δημοσιεύεται πρόσκληση υποβολής προτάσεων η οποία περιγράφει τις αρχές στις οποίες η Ε.Ε. επιθυμεί να στοχεύουν τα έργα, 2) Υποβάλλονται λεπτομερείς προτάσεις ερευνητικών έργων από κοινοπραξίες εταιρειών, 3) Βαθμολογούνται όλες οι προτάσεις από 3-5 αξιολογητές - εμπειρογνώμονες που η Ε.Ε. επιλέγει (καθηγητές πανεπιστημίου, ερευνητές, κλπ.) και εξάγεται η αρχική βαθμολογία όλων των προτάσεων, 4) Για όσες προτάσεις περάσουν τη βαθμολογία που απαιτείται (συνήθως 10/15) διεξάγεται δεύτερος γύρος αξιολόγησης από ένα δεύτερο σώμα αξιολογητών - εμπειρογνωμόνων της Ε.Ε. που απαρτίζεται από 5-20 αξιολογητές, το οποίο σώμα καταλήγει με συναίνεση στην τελική βαθμολογία των προτάσεων. 5) Με βάση την τελική βαθμολογία, καταρτίζεται η λίστα των έργων που συγκέντρωσαν την υψηλότερη βαθμολογία και ούτω κρίθηκαν καταρχήν ως άξια επιδότησης, τα οποία ανέρχονται συνήθως στο 5% των αρχικά υποβληθέντων προτάσεων. 6) Ακολουθεί η διαδικασία της διμερούς διαπραγμάτευσης μεταξύ της Ε.Ε. (και των εμπειρογνωμόνων της) και της κοινοπραξίας του έργου, όπου οι κοινοπραξίες των έργων που εγκρίθηκαν καταρχήν, περνούν από νέα διαδικασία αξιολόγησης διαπραγματευόμενες απευθείας με την Ε.Ε. και τους εμπειρογνώμονές της όσον αφορά λεπτομέρειες του έργου και 7) Όσες
προτάσεις τελικά περάσουν επιτυχώς και το στάδιο της διαπραγμάτευσης, εγκρίνονται και συνάπτονται συμβάσεις επιχορήγησης με την Ε.Ε. Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται άνευ άλλου τινός ότι η Ε.Ε. με την επιδότηση - συγχρηματοδότηση αποσκοπεί στην παραγωγή του ερευνητικού έργου, το οποίο η ίδια επέλεξε ως ανταποκρινόμενο στους ΣΤΟΧΟΥΣ ΤΗΣ και άρα άξιο επιδότησης (μεταξύ πολυάριθμων υποψηφίων προτάσεων) μετά από ιδιαίτερα ενδελεχή διαδικασία αξιολόγησης. ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΕΠΙΔΟΤΟΥΜΕΝΟΥ ΕΡΓΟΥ. Στη σύμβαση επιχορήγησης που υπογράφεται μεταξύ της Ε.Ε. και της κοινοπραξίας του έργου, περιγράφεται αναλυτικότατα πώς ακριβώς πρέπει να είναι το έργο, ήτοι ποια είναι τα συμφωνηθέντα χαρακτηριστικά και προδιαγραφές που πρέπει να έχει.
ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΕΡΓΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΑΠΟ ΤΗΝ Ε.Ε. Η τεχνική αξιολόγηση του έργου, δηλαδή ο έλεγχος εάν το έργο εκτελέστηκε και κατασκευάστηκε σύμφωνα με τις εξαρχής συμβατικά τεθείσες προδιαγραφές του, προηγείται του οικονομικού ελέγχου, δηλαδή της προβολής των δαπανών του έργου. Η τεχνική δε αξιολόγηση ελέγχεται από του εμπειρογνώμονες που η ίδια η Ε.Ε. επιλεγεί επί τούτου και μόνο εάν το έργο πληροί τις προϋποθέσεις και τα χαρακτηριστικά που εξαρχής έχουν συμβατικά συμφωνηθεί, παραλαμβάνεται από την Ε.Ε. Όλα τα ανωτέρω σχετικά με: (Α) την αξιολόγηση και επιλογή του επιδοτουμένου έργου, (Β) τη συμβατική πρόβλεψη των χαρακτηριστικών του επιδοτούμενου έργου και (Γ) τον έλεγχο εκτέλεσης του έργου και την παραλαβή του από την Ε.Ε., προκύπτουν από την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τον υπ' αριθμ. .../2002 Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και το έγγραφο "Διαδικασία Ευρωπαϊκών Χρηματοδοτήσεων" που έχει συνταχθεί δυνάμει των ανωτέρω κανονιστικών κείμενων. Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, το έργο που η Ε.Ε. επέλεξε να επιδοτήσει - συγχρηματοδοτήσει, ακριβώς διότι η ίδια έκρινε ότι ανταποκρίνεται στους στόχους της, μετά από ιδιαίτερα ενδελεχή διαδικασία αξιολόγησης, ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΕ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ προσηκόντως, όπως ακριβώς είχε συμβατικά συμφωνηθεί, με αποτέλεσμα να μην συντρέξει το στοιχείο της περιουσιακής βλάβης της Ε.Ε., όπως, επαναλαμβάνεται, η περιουσιακή βλάβη νοείται και απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του 386 ΠΚ, λόγω ισάξιας αντιπαροχής, που η ίδια μάλιστα n Ε.Ε. ενέκρινε ως πράγματι ισάξια παραλαμβάνοντας ανεπιφύλακτα το έργο. Η εκτέλεση και πραγματοποίηση των έργων, που δεν αμφισβητείται, ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ, μεταξύ άλλων, από: Την Αγωγή της Ε.Ε. όπου συνομολογείται ότι: "Με την ολοκλήρωση των εργασιών κάθε περιόδου έκαστο μέλος της κοινοπραξίας όφειλε να υποβάλει συγκεκριμένη φόρμα οικονομικής κατάστασης και δαπανών εκτέλεσης εργασιών (ΕΝΤΥΠΟ Γ - FORM C) με την οποία δικαιολογούσε τα ποσά που αξίωνε ως επιχορήγηση από την Κοινότητα" ...Την κατάθεση του μάρτυρα - στελέχους της ... ... στο πρωτοβάθμιο ποινικό δικαστήριο, ο οποίος κατέθεσε ρητά επί λέξει:"- Αυτοί οι εργαζόμενοι πράγματι είχαν ικανότητες, αλλά έπρεπε αυτά τα έξοδα να δικαιολογηθούν με συγκεκριμένους κανόνες. Και αυτό δεν έγινε. -Ερ. Δικηγόρου: Τα έργα έγιναν κοριέ Ρ.; -Ναι έγιναν. - Ερ. Δικηγόρου: Ξέρετε αν βραβεύθηκε η ... γι' αυτό? - Δεν ήταν ποτέ ένα θέμα αυτό. Έγιναν όλα τα έργα". Επαναλαμβάνεται ότι στο πλαίσιο του αδικήματος του ά. 4 του Ν. 2803/2000 για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη δεν απαιτείτο η πρόκληση περιουσιακής βλάβης υπό την ανωτέρω έννοια, καθώς η διάταξη του ά. 4 του Ν. 2803/2000 είχε μία πολύ πιο ευρεία διατύπωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Με την αλλαγή όμως που επήλθε με τον Ν. 4689/2020, ο οποίος είναι ευνοϊκότερος και εφαρμοστέος όπως ανωτέρω ειπώθηκε, ερευνητέα είναι καταρχήν η διάταξη του 386 ΠΚ, που απαιτεί την πρόκληση περιουσιακής βλάβης, ακριβώς υπό την έννοια που ανωτέρω αναλύθηκε και η οποία δεν συντρέχει. Φερόμενο παράνομο περιουσιακό όφελος εν είδει ζημίας: Σύμφωνα με την κατηγορία - βούλευμα (που υιοθετεί απολύτως τη λογική της ...) η ζημία που υπέστη η Ε.Ε. συνίσταται στο παράνομο περιουσιακό όφελος που φέρεται να αποκόμισε η ... ύψους (κατά την κατηγορία) 486.695 €, και το οποίο συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του ποσού που η ... έλαβε από την .... Αυτό ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ από την Αγωγή της Ε.Ε. όπου αναφέρονται ένα προς ένα τα τιμολόγια που άγουν σε συνολικό ποσό 720.690.00 € (και τα ανωτέρω τρία επίμαχα τιμολόγια ελλείπουν) σε συνδυασμό με τα πορίσματα του ΣΔΟΕ του 2016 και του 2019. Επικαλούμαι εκ νέου τον ανωτέρω αναλυτικό συγκριτικό πίνακα στον οποίο αποτυπώνονται με λεπτομέρεια όλα τα δεδομένα που προκύπτουν από τα πορίσματα του ΣΔΟΕ (2016 και 2016) και την Αγωγή της Ε.Ε. (του 2019) και αναφέρονται με τα στοιχεία τους ένα προς ένα όλα τα τιμολόγια που εξέδωσαν οι 4 εταιρείες ..., ..., ... και ... στην .... Άρα, το ποσό που κατέβαλε η ... στις 4 εταιρείες ..., ..., ... και ..., είναι στην πραγματικότητα 1.190.580,00 € με βάση αναντίρρητα στοιχεία που αποδεικνύονται εξ εγγράφων. Αφαιρουμένου λοιπόν από το ποσό που εισέπραξε η ... από την ... (1.207.385,00 €) του ποσού που κατέβαλε η ... στις 4 εταιρείες ..., ..., ... και ... (1.190.580,00 €), προκύπτει ότι η διαφορά (φερόμενο παράνομο περιουσιακό όφελος της ...) ανέρχεται στο ποσό των (1.207385.00 €- 1.190.580,00 =) 16.805,00 €. Το ποσό αυτό (16.805,00 €) που η ... ωφελήθηκε από την περιουσία της ... (ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι στοιχειοθετεί ζημία της Ε.Ε.) δεν ζημίωσε την Ε.Ε. εξ ολοκλήρου, καθώς η συγχρηματοδότηση των έργων, δηλαδή το ποσό που επιδότησε η Ε.Ε. τις δαπάνες της ... είναι 50%.
Συνεπώς, για το ως άνω χρηματικό ποσό, η φερόμενη ζημία της Ε.Ε. είναι (16.805,00 € Χ 50% =) 8.402,50 €. Επομένως, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίσταται απατηλή συμπεριφορά (υπόθεση εργασίας που επ' ουδενί ισχύει - ίδετε επ' αυτού κατωτέρω) και ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η ζημία της Ε.Ε. συνίσταται στο φερόμενο ως παράνομο όφελος της ... (παρά την ανυπαρξία υλικής αντιστοιχίας), δεν στοιχειοθετείται ο κακουργηματικός χαρακτήρας του αδικήματος (ζημία άνω των 120.000,00 €) και το φερόμενο αδίκημα έχει υποπέσει σε παραγραφή... Δύο είναι οι περιγραφόμενες στην κατηγορία (βούλευμα) και φερόμενες ως απατηλές συμπεριφορές: 1) Η υποβολή των οικονομικών καταστάσεων εκ μέρους της ... με τις οποίες προέβαλε τις επίμαχες δαπάνες (υπό την έννοια της παράστασης ψευδών γεγονότων και 2) Η φερόμενη απόκρυψη από τη ... ότι θα χρησιμοποιήσει υπεργολάβο (υπό την έννοια της απόκρυψης γεγονότος).Καμία άλλη απατηλή συμπεριφορά δεν περιγράφεται στην κατηγορία ή καταλογίζεται στον κατηγορούμενο. 1. Υποβολή των οικονομικών καταστάσεων εκ μέρος της ... με τις οποίες προέβαλε τις επίμαχες δαπάνες. Η πράξη αυτή έλαβε χώρα αρχικά το 2008 και εν τέλει οριστικά το 2009 όπως τούτο προκύπτει ρητά από την Αγωγή της Ε.Ε. και κατατέθηκε και από τον μάρτυρα της ... στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο κατηγορούμενος δεν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ... σε οποιοδήποτε από τα ανωτέρω δύο χρονικά σημεία. Προσκομίζονται όλα τα ΦΕΚ εκπροσώπησης της ... και επεξηγηματικό έγγραφο. Η εταιρεία ..., υπό την ευθύνη άλλου νομίμου εκπροσώπου (εάν μπορούμε να μιλάμε για γνώση και ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου μιας τέτοιου μεγέθους ανώνυμης εταιρείας - εισηγμένης στο Χρηματιστήριο για ένα τέτοιο πρακτικό ζήτημα που προφανώς διεκπεραιώθηκε από μεσαία στελέχη της εταιρείας αλλά εν πάση περιπτώσει) υπέβαλε τις οικονομικές αυτές καταστάσεις. Υπογραμμίζεται δε ότι τούτο μαρτυρεί πως η ..., υπό άλλη διοίκηση, θεωρούσε και πίστευε πραγματικά ότι τα επίμαχα κόστη ορθά ζητούνται αφού όντως δεν επρόκειτο στην πραγματικότητα για υπεργολαβία, αλλά για δανεισμό εργαζομένων, όπως έχει εξηγηθεί. Γι' αυτό άλλωστε και η ..., παρότι της έγινε η αρχική σύσταση εκ μέρους της Ε.Ε. να απαλείψει τα κόστη αυτά, επέμεινε και τα συμπεριέλαβε και πάλι στις τελικές οικονομικές καταστάσεις που υπέβαλε καταληκτικά το 2009. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η υποβολή των οικονομικών καταστάσεων, ερευνητέα ως δήθεν παράσταση ψευδών γεγονότων, καταρχάς δεν τελέστηκε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και κατά δεύτερον δεν συνδέεται αιτιωδώς με καμία περιουσιακή διάθεση της Ε.Ε., άρα δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης του 386 ΠΚ με βάση την πράξη αυτή.2. Απόκρυψη από την ... ότι θα χρησιμοποιηθεί υπεργολάβος. Καταρχάς, όπως ήδη ειπώθηκε, δεν επρόκειτο για υπεργολαβία, αλλά για δανεισμό εργαζόμενων. Για αυτό άλλωστε και στις οικονομικές καταστάσεις δεν προβλήθηκε ως υπεργολαβία, αλλά ως κόστος εργαζομένων. Περαιτέρω, εάν υποτεθεί ότι ήταν υπεργολαβία (ως υπόθεση εργασίας), η υπεργολαβία πρέπει να δηλώνεται κατά τη σύναψη της σύμβασης στο ειδικό παράρτημα Ι της σύμβασης. Οι συμβάσεις ... - ... (δήθεν υπεργολαβίας που δήθεν αποκρύφθηκαν) δεν είχαν υπογραφεί κατά τον χρόνο εκείνο (της σύναψης των συμβάσεων των ευρωπαϊκών έργων) και συνεπώς δεν επρόκειτο για γεγονός του παρόντος - παρελθόντος που αποκρύφθηκε αλλά για μελλοντικό γεγονός και όπως είναι γνωστό ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ ΑΠΟΚΡΥΨΗ / ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΗ ΓΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ. Η απόκρυψη - αποσιώπηση του 386 ΠΚ συνίσταται στην συμπεριφορά με την οποία μεταβάλλεται η πραγματική κατάσταση και το πρόσωπο που παραπλανάται εμποδίζεται να πληροφορηθεί την αλήθεια. Πράγματι, εξάλλου, ο λόγος που συνήφθησαν οι συμβάσεις αυτές είναι ότι η ... χρειάστηκε μεταγενέστερα - στην πορεία του έργου - επιπλέον προσωπικό για να εκτελέσει το έργο. Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι από τον συνολικό προϋπολογισμό 8.544.046,02 € των επίμαχων 25 έργων, ποσό μόνο 1.165.677.78 € αφορούσε τους δανεισμένους εργαζόμενους (14% των δαπανών), ενώ το υπόλοιπο ποσό των 7.378.368,24 € (το 86% των δαπανών) αφορούσε το προσωπικό της .... Επιπρόσθετα όμως των ανωτέρω, η φερόμενη αυτή απόκρυψη ούτε οδήγησε σε περιουσιακή διάθεση ούτε συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο αιτιωδώς με την πρόκληση πλάνης ως προς την περιουσιακή διάθεση. Το αναφερόμενο από την Ε.Ε. στην Αγωγή της ότι "εάν γνωρίζαμε ότι θα χρησιμοποιήσει υπεργολάβο, δεν θα επιλέγαμε την ..." είναι παντελώς εσφαλμένο και εκτός πραγματικότητας, και το έργο και η ... είχε ήδη επιλεγεί. Η δήλωση περί χρησιμοποίησης ή μη υπεργολάβου λαμβάνει χώρα μετά την επιλογή του έργου, κατά τη σύναψη της σύμβασης. Εάν δηλωνόταν η ... ως υπεργολάβος κατά το χρονικό σημείο εκείνο, δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτε. Θα γινόταν απολύτως δεκτή τι υπεργολαβία καθώς δεν συντρέχει κανένα απολύτως κώλυμα. Εξ αυτού αποδεικνύεται ότι η μόνη συνέπεια που έχει η μη δήλωση υπεργολάβου (εάν ήθελε θεωρηθεί η επίμαχη σύμβαση υπεργολαβία) είναι η μη επιλεξιμότητα της σχετικής δαπάνης. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η μη δήλωση χρησιμοποίησης της ... στην αρχή του έργου, ερευνητέα ως δήθεν απόκρυψη γεγονότος, και υπό την (εσφαλμένη) παραδοχή ότι επρόκειτο για υπεργολαβία, καταρχάς δεν αφορά γεγονός του παρόντος - παρελθόντος που να αποκρύφθηκε και κατά δεύτερον δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πλάνη και την περιουσιακή διάθεση της Ε.Ε., άρα δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης του 386 ΠΚ με βάση την πράξη αυτή. Ενδιάμεσο συμπέρασμα: Εξ όλων των ανωτέρω, προκύπτει ότι επ' ουδενί συντρέχει το αδίκημα της απάτης του 386 ΠΚ, πολλώ δε μάλλον ως κακούργημα, λόγω: (1) μη ύπαρξης περιουσιακής βλάβης της Ε.Ε. λόγω ισάξιας αντιπαροχής, (2) μη ύπαρξη παράνομου περιουσιακού οφέλους το οποίο να βρίσκεται σε υλική αντιστοιχία με την περιουσιακή βλάβη και σε κάθε περίπτωση το όφελος είναι ποσού 16.805,00 € που αντιστοιχεί σε βλάβη της Ε.Ε. 8.402,50 €, (3) ανυπαρξία απατηλής συμπεριφοράς (παράσταση ψευδών γεγονότων - απόκρυψη / παρασιώπηση αληθών) εκ μέρους του κατηγορουμένου, πολλώ δε μάλλον που να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση περιουσιακής διάθεσης. 386Β ΠΚ (Απάτη περί τις επιχορηγήσεις). Προς αποφυγήν επαναλήψεων και με βάση όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, δεν στοιχειοθετείται σε καμία περίπτωση το αδίκημα του 386Β ΠΚ (πολλώ δε μάλλον σε βαθμό κακουργήματος) και τούτο διότι εν πλήρη συντομία και τελεσιγραφικά: 1) Η φερόμενη ως ψευδής δήλωση στις οικονομικές καταστάσεις, που έγινε αρχικά το 2008 και εν τέλει οριστικά το 2009 από την εταιρεία ..., δεν έγινε με οποιαδήποτε συμμετοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας κατά τους χρόνους εκείνους. 2) Η φερόμενη ως απόκρυψη της χρησιμοποίησης υπεργολάβου στην αρχή του έργου δεν αφορά στοιχείο - γεγονός του παρόντος ή του παρελθόντος που υπήρχε, κατά τον χρόνο της φερόμενης απόκρυψης, και βεβαίως δεν συνδέεται αιτιωδώς με την περιουσιακή διάθεση της επιχορήγησης, καθώς η δήλωση ή μη δήλωση υπεργολάβου ως μόνη συνέπεια έχει την έγκριση ή μη έγκριση της σχετικής δαπάνης, και όχι την έκπτωση από το έργο που έχει ήδη εγκριθεί και επιλεγεί. 3) Η φερόμενη ως απατηλώς εισπραχθείσα επιχορήγηση (όπως προσδιορίζεται στην κατηγορία, που συνιστά και τη ζημία της Ε.Ε. κατά την κατηγορία) είναι στην πραγματικότητα ποσού 8.402,50 € όπως ανωτέρω αναλύθηκε, και συνεπώς δεν συντρέχουν σε κάθε περίπτωση οι όροι της κακουργηματικής μορφής του εγκλήματος. Ενδιάμεσο συμπέρασμα: Εξ όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων των άρθρων 386 και 386 Β του ΠΚ. Αδίκημα ά. 24 παρ. 1 του Ν. 4689/2020. Συνεπεία της μη στοιχειοθέτησης των αδικημάτων της απάτης (386 ΠΚ) και της απάτης περί τις επιχορηγήσεις (386Β ΠΚ), το μόνο ερευνητέο αδίκημα είναι αυτό της παρ. 24 παρ. 1 του Ν. 4689/2020. Για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί τόσο στο παρόν όσο και γενικότερα με την απόδειξη και ανάλυση των πραγματικών περιστατικών της προκειμένης υπόθεσης, προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία ποινικώς αξιόλογη συμπεριφορά, καθώς η επίμαχη υπόθεση αφορά μία καθαρά αστική - συμβατική διαφορά μεταξύ της Ε.Ε. και της εταιρείας .... Ο μόνος λόγος δε που η εν λόγω διαφορά αναβιβάστηκε σε ποινικό αδίκημα ήταν ο ισχυρισμός της ... περί πλαστών / εικονικών τιμολογίων και περί της ... ως εικονικής εταιρείας, ισχυρισμοί που έχουν απορριφθεί πανηγυρικά από την ετυμηγορία της ΑΑΑΕ. Σε κάθε περίπτωση παρέλκει η ανάλυση των στοιχείων του άρ. 24 παρ. 1 του Ν. 4689/2020, το οποίο είναι μόνο πλημμεληματικού χαρακτήρα και ούτω το σχετικό αδίκημα έχει ήδη σήμερα παραγραφεί."
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο επιφυλάχθηκε να προτείνει, επί των ανωτέρω αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του κατηγορουμένου και συνακολούθως και το Δικαστήριο να αποφασίσει, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας.
Εν συνεχεία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.288Α, 1195/2023 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την απολογία του κατηγορουμένου), δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 2005 έως και το έτος 2007, ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) ήταν διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (εφεξής, "..."), εδρεύουσας στα … και έχουσας ως κύριο αντικείμενο την εισαγωγή τεχνολογιών ρομποτικής στην ελληνική βιομηχανία. Υπό την ως άνω ιδιότητά του, συνήψε συμβάσεις έργου με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε εκτέλεση των οποίων η ως άνω εταιρεία συμμετείχε ως εταίρος έργου, σε είκοσι πέντε (25) ερευνητικά έργα του 6ου προγράμματος πλαισίου (6th Framework Programme) της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιακών Δικτύων Περιεχομένων και Τεχνολογιών - "...", και της Γενικής Διεύθυνσης Έρευνας και Καινοτομίας -"DG RTD", τα οποία χρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ήταν τα εξής: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ..., 15) ..., 16) ..., 17) ..., 18) ..., 19) ..., 20) ..., 21) ..., 22) ..., 23) ..., 24) ... και 25) .... Παράλληλα, ο κατηγορούμενος ήταν ο ιδιοκτήτης και μοναδικός δικαιούχος μιας εξωχώριας κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία "..." (στο εξής, "..."), η οποία, σύμφωνα με το καταστατικό της, είχε την έδρα της στη διεύθυνση ..., ..., …, στη Λευκωσία της Κύπρου. Η τελευταία αυτή εταιρεία δεν είχε γραφεία ούτε προσωπικό και η παραπάνω διεύθυνσή της ταυτιζόταν με αυτήν της κυπριακής διαχειριστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία είχε ως αντικείμενο την παροχή διάφορων διαχειριστικών υπηρεσιών σε τρίτους, εγκατεστημένους στην Κύπρο (εταιρείες, επιχειρήσεις κ.λπ.), όπως ήταν και η εν λόγω εταιρεία του κατηγορουμένου με την επωνυμία "...". Μάλιστα, η τελευταία είχε την ίδια ταχυδρομική θυρίδα με αυτήν της εταιρείας "..." (ταχυδρομική θυρίδα 22096, 1517, Λευκωσία/Κύπρος) και χρέη διευθυντή της (Nominee Director) ασκούσε, κατ' εντολή του κατηγορουμένου, η Α. Ν., ανώτερο στέλεχος του Τμήματος Διοίκησης Τραπεζικών Υπηρεσιών της εταιρείας "...", η οποία ενεργούσε πάντα υπό τις οδηγίες του κατηγορουμένου, τις εντολές του οποίου εκτελούσε κατά περίπτωση, χωρίς δική της πρωτοβουλία. Σύμφωνα με τους όρους των προαναφερομένων συμβάσεων, η ανάδοχος εταιρεία "..." είχε αναλάβει την υποχρέωση να εκτελέσει τα έργα με το δικό της προσωπικό και μόνο στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία κρινόταν απαραίτητο να αναθέσει σε τρίτους, με υπεργολαβία, ορισμένες εργασίες, μπορούσε μεν να το πράξει, πλην όμως, δεν θα είχε δικαίωμα να αξιώσει να της καταβληθούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση οι δαπάνες της για την αμοιβή των τρίτων κατά το μέρος που αυτές θα υπερέβαιναν σημαντικά τις δαπάνες που θα κατέβαλε στους ίδιας κατηγορίας υπαλλήλους της. Ο κατηγορούμενος όμως, ως εκπρόσωπος και ιθύνων νους της εργολήπτριας εταιρείας "...", έχοντας ως σκοπό να αποκομίσει η τελευταία παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και με την αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση αληθινών γεγονότων και συγκεκριμένα, χρησιμοποιώντας και υποβάλλοντας κατ' επανάληψη, ψευδείς και ανακριβείς δηλώσεις και έγγραφα και αποσιωπώντας πληροφορίες κατά παράβαση ειδικής νομικής υποχρέωσης ανακοίνωσής τους, κατόρθωσε να πείσει τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δια της παραπλανήσεώς τους και με τον τρόπο αυτό, να λάβει η παραπάνω εταιρεία του παρανόμως και αχρεωστήτως, παροχές υπό τη μορφή των επιχορηγήσεων, οι οποίες δεν συνδέονταν άμεσα με ισάξιες αντιπαροχές και προέρχονταν από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα να προκαλέσει σ' αυτήν περιουσιακή βλάβη υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ, δια της ελάττωσης των πόρων του γενικού προϋπολογισμού της και συγκεκριμένα: Η "...", η οποία τελούσε υπό τον απόλυτο έλεγχο του κατηγορουμένου, κατόπιν δικών του εντολών και ενεργειών, ανέθεσε την εκτέλεση σημαντικού μέρους των παραπάνω έργων στις ελληνικές εταιρείες "... - ...", "..." και "..." και στη βελγική εταιρεία, "...". Με τις εταιρείες αυτές ο κατηγορούμενος διατηρούσε στενή σχέση συνεργασίας και μάλιστα, στη μεν πρώτη εξ αυτών ("... - ...") είχε διατελέσει κατά τα έτη 1999 έως 2002, από απλό μέλος έως και διευθύνων σύμβουλος του διοικητικού συμβουλίου της η δε τελευταία ("...") διατελούσε υπό το δικό του έλεγχο, όπως άλλωστε και ο ίδιος είχε αναφέρει στο από 4-2-2003 έγγραφό του προς την προαναφερόμενη Α. Ν. και μάλιστα, κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2006 έως και 23-11-2007, η εν λόγω εταιρεία κατέθεσε στον προσωπικό του λογαριασμό με αριθμό ... της τράπεζας "ALPHA BANK" το συνολικό ποσό των 215.000 ευρώ, χωρίς να υπάρχει κανένα παραστατικό που να αιτιολογεί αυτές τις καταθέσεις ... Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο κατηγορούμενος, ήδη από το χρόνο κατά τον οποίο απευθύνθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή με αίτημα να συμμετάσχει η εκπροσωπούμενη απ' αυτόν εταιρεία "..." στα προαναφερόμενα 25 ερευνητικά έργα και να χρηματοδοτηθεί γι' αυτά, είχε σκοπό να αναθέσει την εκτέλεση μέρους των έργων στις παραπάνω εταιρείες. Είχε επομένως την υποχρέωση, υπό την ως άνω ιδιότητά του, όχι μόνο σύμφωνα με τους κανόνες της συναλλακτικής καλής πίστης αλλά και σύμφωνα με τις διατάξεις που έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τη συμμετοχή των επιχειρήσεων στα εν λόγω ερευνητικά προγράμματα, να γνωστοποιήσει τα ανωτέρω, πριν τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων συμμετοχής της "..." ως εταίρου των έργων και δη, όταν κατέθετε την πρόταση της εταιρείας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτός όμως, προκειμένου να είναι ανταγωνιστική η πρόταση της "..." σε σχέση με άλλες ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, απέκρυψε τα ανωτέρω, αποβλέποντας στην εξάπαντος συμμετοχή της τελευταίας στα ερευνητικά έργα, με σκοπό την άμεση χρηματοδότησή της γι' αυτά. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση του εξ αρχής καταστρωμένου σχεδίου δράσης του, βάσει του οποίου απέβλεπε στο να αποκομίσει η "..." παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρότι είχε συμφωνήσει με τις ως άνω τρίτες εταιρείες να τους καταβάλει η "...", ως αμοιβή τους, το ποσό των 15 ευρώ ανά ώρα εργασίας του κάθε υπαλλήλου τους - μηχανικού που θα απασχολούνταν με τις παραπάνω εργασίες, χρησιμοποίησε την προαναφερόμενη, τελούσα υπό τον απόλυτο έλεγχό του, εξωχώρια εταιρεία του, "...", την οποία εμφάνισε δήθεν ως υπεργολάβο, για να λάβει απ' αυτήν υπερτιμημένα τιμολόγια, με σκοπό να τα υποβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και να αξιώσει απ' αυτήν την καταβολή προς τη "..." αυξημένης δαπάνης, δηλαδή επιπλέον χρηματικού ποσού, το οποίο ουδέποτε κατέβαλε η "..." για την πραγματοποίηση των εργασιών αυτών. Συγκεκριμένα, η εταιρεία "...", κατόπιν δικής του εντολής, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2005 έως και 2007, εξέδωσε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προς την εταιρεία "...", συνολικού ύψους 1.584.869 ευρώ, στα οποία μάλιστα, αναλύοντας την αμοιβή της, για την εκτέλεση εκ μέρους της του δήθεν ανατεθέντος σ' αυτήν έργου, αναβίβαζε αυτήν στο ποσό των 40 ευρώ ανά ώρα εργασίας του κάθε μηχανικού που ανέφερε ότι απασχολήθηκε με τις παραπάνω εργασίες. Τα τιμολόγια αυτά υπέβαλε στη συνέχεια ο κατηγορούμενος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητώντας από αυτήν να χρηματοδοτήσει τη "..." για την εν λόγω δαπάνη αμοιβής των μηχανικών που εργάσθηκαν δήθεν για την εταιρεία "...", παριστώντας εν γνώσει του ψευδώς με τον τρόπο αυτό, στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι η εταιρεία "..." εκτέλεσε έργο που της είχε αναθέσει η εταιρεία "..." έναντι αμοιβής 40 ευρώ ανά ανθρωποώρα και συνολικά έναντι αμοιβής 1.584.869 ευρώ. Στην πραγματικότητα όμως, κανείς από τους παραπάνω μηχανικούς δεν συνήψε σύμβαση με την εταιρεία "..." ούτε παρήγε έργο γι' αυτήν η δε "..." ούτε όφειλε ούτε κατέβαλε ποτέ καμία αμοιβή στους μηχανικούς και κανείς από αυτούς δεν έλαβε το ποσό των 40 ευρώ ανά ώρα εργασίας του, καθώς όλοι τους εργάζονταν ως υπάλληλοι στις προαναφερόμενες τρίτες εταιρείες και στα πλαίσια αυτής της εργασίας τους, εκτέλεσαν και τις εργασίες που τους ανέθεσαν οι εργοδότριές τους, τις οποίες παρέδωσαν οι τελευταίες απευθείας στην εταιρεία "...", αξιώνοντας από αυτήν τη συμφωνηθείσα αμοιβή των 15 ευρώ ανά ανθρωποώρα. Έτσι λοιπόν, ο κατηγορούμενος, με τη χρήση ψευδών και ανακριβών εγγράφων, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς, στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι η εταιρεία "..." χρησιμοποίησε την εταιρεία "..." ως υπεργολάβο και ότι όφειλε σ' αυτήν για δαπάνη της υπεργολαβίας 40 ευρώ ανά ώρα εργασίας του κάθε μηχανικού, αποκρύπτοντας μάλιστα αθέμιτα ότι η τελευταία ήταν αποκλειστικά δικών του συμφερόντων. Τα ανωτέρω έπραξε αυτός προκειμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος η εταιρεία "...", το οποίο ανέρχεται στη διαφορά μεταξύ της διογκωμένης ψευδούς αμοιβής που αναγράφεται στα τιμολόγια και της πραγματικής αμοιβής που καταβλήθηκε από τη "..." στις τρίτες εταιρείες για τους μηχανικούς που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, η οποία υπολογίσθηκε στη βάση των 15 ευρώ ανά ώρα εργασίας τους. Εάν δε η "..." είχε εκτελέσει τις εργασίες αυτές με δικούς της υπαλλήλους - μηχανικούς της ίδιας κατηγορίας, θα τους είχε καταβάλει μικρότερη αμοιβή ακόμη και από αυτήν των 15 ευρώ ανά ανθρωποώρα. Επομένως, αναφορικά με τη δαπάνη για την αμοιβή των μηχανικών (συμβούλων), ο κατηγορούμενος, υπό την ως άνω ιδιότητά του, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να χρηματοδοτηθεί η εταιρεία "...", βάσει των προαναφερόμενων τιμολογίων που της υπέβαλε, με το συνολικό ποσό των 1.584.869 ευρώ, παριστώντας εν γνώσει του ψευδώς ότι σ' αυτό το ποσό ανήλθε η συμφωνηθείσα αμοιβή της εταιρείας "...", για την εκπόνηση του τμήματος του έργου που της ανέθεσε η εταιρεία "...". Στην πραγματικότητα όμως, το ποσό που κατέβαλε η εταιρεία "..." ως αμοιβή στις τρίτες εταιρείες, οι μηχανικοί των οποίων εκτέλεσαν το ως άνω ανατεθέν σ' αυτές τμήμα του έργου, ανήλθε στο ποσό των 720.690 ευρώ, πράγμα που γνώριζε ο κατηγορούμενος, ο οποίος επομένως, διόγκωσε εν γνώσει του την εν λόγω δαπάνη κατά το ποσό των 864.179 ευρώ (ήτοι, 1.584.869 - 720.690 = 864.179), προκείμενου να λάβει η εταιρεία "..." αυξημένη χρηματοδότηση την οποία δεν εδικαιούτο. Τελικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα αρμόδια όργανα της οποίας παραπλανήθηκαν από τις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου, χρηματοδότησε την εταιρεία "...", για τη συγκεκριμένη δαπάνη, με το συνολικό ποσό των 486.695 ευρώ. Κατά το ποσό αυτό ζημιώθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι ελαττώθηκαν οι πόροι του γενικού προϋπολογισμού της, δεδομένου ότι αυτό προήλθε από τον προϋπολογισμό της και εισπράχθηκε από την ως άνω εταιρεία αχρεωστήτως και χωρίς να συνδέεται άμεσα με ισάξιες εκ μέρους της αντιπαροχές, δεδομένου ότι η πραγματική αξία αυτών ανέρχεται στο ποσό των 720.690 ευρώ, που κατέβαλε η "..." ως αμοιβή στις παραπάνω τρίτες εταιρείες και όχι στο ποσό των 1.584.869 ευρώ που έλαβε από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2005 έως και το έτος 2009, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και δη, αυτού της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απέκρυψε και συγκάλυψε την αλήθεια όσον αφορά τη φύση και την προέλευση περιουσίας εν γνώσει του ότι αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα από την τέλεση εκ μέρους του του προαναφερομένου εγκλήματος της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με προξενηθείσα βλάβη άνω των 150.000 ευρώ, και χρησιμοποίησε το χρηματοπιστωτικό τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν και τη διακίνηση μέσω αυτού των παραπάνω εσόδων (περιουσίας), με σκοπό να προσδοθεί σ' αυτά νομιμοφάνεια. Ειδικότερα, το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 486.695 ευρώ, που αποτελούσε, όπως αναφέρεται παραπάνω, το προϊόν που απεκόμισε η εταιρεία "..." από την ως άνω εγκληματική του δραστηριότητα, το οποίο ήταν κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εν λόγω εταιρείας, με δίκες του διαδοχικές εντολές, που δόθηκαν υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας, μεταφέρθηκε σταδιακά σε τραπεζικούς λογαριασμούς της παραπάνω αναφερομένης εξωχώριας κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία, όπως προαναφέρεται, ανήκε στον ίδιο και στη συνέχεια, πάλι με δικές του εντολές, μεταφέρθηκε με περισσότερα τραπεζικά εμβάσματα, σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς του ίδιου στην Ελλάδα, μέσω των οποίων διακινήθηκε περαιτέρω, αφού αναμείχθηκε με τα υπόλοιπα χρήματά του, που υπήρχαν σ' αυτούς τους λογαριασμούς, πράξη που ήταν αντικειμενικά πρόσφορη να προσδώσει νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα, με συνέπεια να δυσκολεύονται οι αρχές να τα συσχετίσουν με το βασικό αδίκημα από το οποίο προήλθαν. Επιπλέον, με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος απέκρυψε την προέλευση του προϊόντος της εγκληματικής δράσης του, διότι εμφάνισε τα παραπάνω έσοδα ως προερχόμενα από την επαγγελματική σχέση της εταιρείας "..." με την εταιρεία "..." και συγκεκριμένα, ως αμοιβή που κατέβαλε η τελευταία στην πρώτη για την δήθεν εκτέλεση εκ μέρους της διάφορων έργων που της είχε αναθέσει (διαφορετικών από αυτά που αναφέρονται παραπάνω), ενώ στην πραγματικότητα, η εταιρεία "..." ουδέποτε εκτέλεσε κάποιο έργο για την εταιρεία "...". Από την κατά τα άνω επανειλημμένη τέλεση της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα αλλά και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος σε ένα πλαίσιο συνολικού σχεδιασμού δράσης, έχοντας πρόθεση επανάληψης τέλεσης αυτής και στο μέλλον, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος απ' αυτήν, δεδομένου και του ότι με τις ως άνω μεθοδεύσεις του, το προϊόν της εγκληματικής του δραστηριότητας περιερχόταν στη δική του κτήση και δη, στους δικούς του προσωπικούς λογαριασμούς. Υπό τις άνω παραδοχές, ο κατηγορούμενος τέλεσε τα αποδιδόμενα σ' αυτόν εγκλήματα της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με προξενηθείσα βλάβη άνω των 150.000 ευρώ και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως και συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών και από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις: 1) της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με προξενηθείσα βλάβη άνω των 150.000 ευρώ και 2) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α' και ε' του Π.Κ., συνολική ποινή τεσσάρων (4) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, υπό τους προαναφερόμενους όρους (άρθρο 100 παρ.1 πρ.ΠΚ), με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο (ήδη αναιρεσείοντα) ένοχο του ότι: Στην Αθήνα, κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπο και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, και ειδικότερα: Α) Κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2005 έως και 2007, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "...", με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, έχοντας ως σκοπό να αποκομίσει η τελευταία παράνομο περιουσιακό όφελος από τη βλάβη της περιουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και με την αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση αληθινών γεγονότων αλλά και με τη χρήση ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων, αχρεωστήτως εισέπραξε πόρους του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των προϋπολογισμών των κάθε είδους οργάνων και οργανισμών της και έλαβε παροχές που δεν συνδέονται άμεσα με ισάξιες αντιπαροχές η δε βλάβη που προξένησε στους πόρους του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπερβαίνει το ποσόν των 150.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2005 έως και 2007, υπό την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "... ...", η οποία είχε ως αντικείμενο την εισαγωγή τεχνολογιών ρομποτικής στην ελληνική βιομηχανία και συμμετείχε, ως εταίρος έργου, σε είκοσι (25) ερευνητικά έργα του 6ου (...) προγράμματος πλαισίου της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιακών Δικτύων Περιεχομένων και Τεχνολογιών - "...", και της Γενικής Διεύθυνσης ...", αντίστοιχα, τα οποία χρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ήταν τα εξής: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ..., 15) ..., 16) ..., 17) ..., 18) ..., 19) ..., 20) ..., 21) ..., 22) ..., 23) ..., 24) ... και 25) ..., συνήψε σχετικές συμβάσεις απευθείας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και δεν τήρησε τους συμβατικούς όρους και διατάξεις αυτών, για τις οποίες είχε δεσμευτεί, δήλωσε δε ελλιπή και ανακριβή στοιχεία και παρασιώπησε σημαντικές πληροφορίες αναφορικά με τον τρόπο που εκτέλεσε τα ως άνω ευρωπαϊκά έργα και τα υπερκοστολόγησε, καθόσον υπέβαλε στους αρμόδιους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οικονομικές καταστάσεις με ψευδή και ανακριβή στοιχεία, καταφέρνοντας με τον τρόπο αυτό να υπερτιμολογήσει τα ως άνω ερευνητικά έργα ως προς το πραγματικό τους κόστος, που αφορούσε το προσωπικό που απασχόλησε για την εκτέλεσή τους και να εισπράξει αχρεωστήτως η "..." το συνολικό ποσό των 486.695 ευρώ, το οποίο αποτελεί πόρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ζημία δε που προξενήθηκε σ' αυτήν υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Ειδικότερα, με την ως άνω ιδιότητά του, ήτοι ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "... ...", αξίωσε να πληρωθεί αυτή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα σημαντικό χρηματικό ποσό με βάση τιμολόγια που εκδόθηκαν από την κυπριακή εταιρεία "..." και αφορούσαν δήθεν παροχή υπηρεσιών από "συμβούλους μηχανικούς" της "..." προς την "...". Όμως, ο κατηγορούμενος κατά την κατάρτιση των συμβάσεων, είχε δηλώσει εν γνώσει του ψευδώς ότι θα χρησιμοποιήσει για την εκτέλεση των έργων δικό του προσωπικό, αποκρύπτοντας ότι είχε σκοπό να αναθέσει μέρος του έργου σε εξωτερικούς συνεργάτες, παρότι είχε την υποχρέωση να είχε δηλώσει αυτό εξ αρχής, κατά την υπογραφή των σχετικών ευρωπαϊκών συμβάσεων και να είχε ζητήσει από τότε, να χρηματοδοτηθεί η εταιρεία "..." για δαπάνες υπεργολαβίας, προκειμένου να είχαν προεγκριθεί οι δαπάνες αυτές ως τέτοιες και να είχαν τηρηθεί οι σχετικές διατάξεις για την επιλεξιμότητά τους. Αντί αυτών, όμως, στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, για να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και να πετύχει το στόχο του, χρησιμοποίησε την κυπριακή εταιρεία "...", την οποία εμφάνισε ως δήθεν "ενδιάμεση εταιρεία - υπεργολάβο", προκειμένου να διογκωθούν σκόπιμα οι δαπάνες προσωπικού τις οποίες αξίωσε η εταιρεία "..." προς πληρωμή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αποκρύπτοντας επιπλέον από τα αρμόδια όργανα της τελευταίας: α) ότι η ως άνω κυπριακή εταιρεία "..." είχε πραγματικό ιδιοκτήτη ("ultimate beneficial owner - UBO"), διαχειριστή και δικαιούχο της τον ίδιο (τον κατηγορούμενο) και μόνο στις συναλλαγές, ως διαχειρίστριά της ("administrator"), εμφανιζόταν η κυπριακή εταιρεία "..." και ως διευθύντριά της ("nominee director") η εργαζόμενη στην τελευταία διαχειρίστρια εταιρεία, A. Ν. και β) ότι η εταιρεία αυτή δεν είχε καθόλου δικό της προσωπικό και δεν είχε επιχειρησιακές εγκαταστάσεις, ενώ κανένας από τους συμβούλους - μηχανικούς που εκπόνησαν τα επίδικα ευρωπαϊκά έργα για λογαριασμό της ...", δεν ήταν υπάλληλος αυτής (της "..."). Επιπλέον, ο κατηγορούμενος, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς, στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι η εταιρεία "..." χρησιμοποίησε την εταιρεία "..." ως υπεργολάβο και ότι όφειλε σ' αυτήν για δαπάνη της υπεργολαβίας, δηλαδή για την αμοιβή των μηχανικών οι οποίοι δήθεν εργάσθηκαν γι' αυτήν, το συνολικό ποσό των 1.584.869 ευρώ. Όμως, στην πραγματικότητα, οι μηχανικοί αυτοί εργάζονταν ως υπάλληλοι σε τρίτες εταιρείες (τις "... - ...", "...", "..." και "..."), στις οποίες είχε αναθέσει την εκτέλεση μέρους των έργων η ίδια η "..." και συνεπώς, η εταιρεία "..." δεν είχε καμία αξίωση να της καταβληθεί αμοιβή υπεργολάβου. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος, παρέστησε ψευδώς ότι η εταιρεία "..." είχε αναθέσει τις εργασίες εκτέλεσης των ως άνω αναφερόμενων ευρωπαϊκών έργων που είχε αναλάβει συμβατικά η "..." σε διάφορους μηχανικούς, το έργο των οποίων μίσθωνε και ακολούθως, υπεκμίσθωνε περαιτέρω στη "...", εκδίδοντας και τα αντίστοιχα τιμολόγια, τα οποία στην πραγματικότητα ήταν διογκωμένα σε σχέση με το πραγματικό κόστος δηλαδή με την αμοιβή που πραγματικά συμφωνήθηκε μεταξύ της εταιρείας "..." και των παραπάνω τρίτων εταιρειών, οι μηχανικοί των οποίων εκτέλεσαν τις εργασίες που αυτές τους ανέθεσαν, στα πλαίσια των συμβάσεων εργασίας που τους συνέδεαν μ' αυτές, ως εργοδότριές τους. Μάλιστα, τα ως άνω ψευδή τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε η εταιρεία "..." προς την εταιρεία "...", συνολικού ύψους 1.584.869 ευρώ, τα οποία αφορούσαν την αμοιβή που δήθεν της όφειλε η τελευταία για την δήθεν εκτέλεση εκ μέρους της του ανατεθέντος σ' αυτήν έργου, εκδόθηκαν κατόπιν εντολής του ίδιου του κατηγορουμένου. Τα τιμολόγια αυτά υπέβαλε στη συνέχεια ο κατηγορούμενος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητώντας από αυτήν να χρηματοδοτήσει τη "..." για την εν λόγω δαπάνη αμοιβής των μηχανικών που εργάσθηκαν δήθεν για την εταιρεία "...", παριστώντας εν γνώσει του ψευδώς με τον τρόπο αυτό, στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι η εταιρεία "..." εκτέλεσε έργο που της είχε αναθέσει η εταιρεία "..." έναντι συνολικής αμοιβής 1.584.869 ευρώ. Στην πραγματικότητα όμως, το ποσό που κατέβαλε η εταιρεία "..." ως αμοιβή στις τρίτες εταιρείες, οι μηχανικοί των οποίων εκπόνησαν το ως άνω ανατεθέν σ' αυτές τμήμα του έργου, ανήλθε στο ποσό των 720.690 ευρώ, πράγμα που γνώριζε ο κατηγορούμενος, ο οποίος επομένως, διόγκωσε την εν λόγω δαπάνη κατά το ποσό των 864.179 ευρώ (ήτοι, 1.584.869 - 720.690 = 864.179), προκειμένου να λάβει η εταιρεία "..." αυξημένη χρηματοδότηση την οποία δεν εδικαιούτο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα αρμόδια όργανα της οποίας παραπλανήθηκαν από τις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου, χρηματοδότησε την εταιρεία "...", για τη συγκεκριμένη δαπάνη, με το συνολικό ποσό των 486.695 ευρώ. Κατά το ποσό αυτό ζημιώθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι ελαττώθηκαν οι πόροι του γενικού προϋπολογισμού της, δεδομένου ότι αυτό προήλθε από τον προϋπολογισμό της και εισπράχθηκε από την ως άνω εταιρεία αχρεωστήτως και χωρίς να συνδέεται άμεσα με ισάξιες εκ μέρους της αντιπαροχές, δεδομένου ότι η πραγματική αξία αυτών ανέρχεται στο ποσό των 720.690 ευρώ, που κατέβαλε η "..." ως αμοιβή στις παραπάνω τρίτες εταιρείες και όχι στο ποσό των 1.584.869 ευρώ που έλαβε αυτή από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Β) κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2005 έως και το έτος 2009, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και δη, αυτού της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απέκρυψε και συγκάλυψε την αλήθεια όσον αφορά τη φύση και την προέλευση περιουσίας εν γνώσει του ότι αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα από την τέλεση εκ μέρους του του προαναφερομένου εγκλήματος της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με προξενηθείσα βλάβη άνω των 150.000 ευρώ, και χρησιμοποίησε το χρηματοπιστωτικό τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν και τη διακίνηση μέσω αυτού των παραπάνω εσόδων (περιουσίας), με σκοπό να προσδοθεί σ' αυτά νομιμοφάνεια. Ειδικότερα, το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 486.695 ευρώ, που αποτελούσε, όπως αναφέρεται παραπάνω, το προϊόν που απεκόμισε η εταιρεία "..." από την ως άνω εγκληματική του δραστηριότητα, το οποίο ήταν κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εν λόγω εταιρείας, με δικές του διαδοχικές εντολές, που δόθηκαν υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας, μεταφέρθηκε σταδιακά σε τραπεζικούς λογαριασμούς της παραπάνω αναφερομένης εξωχώριας κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία όπως προαναφέρεται, ανήκε στον ίδιο και στη συνέχεια, πάλι με δικές του εντολές, μεταφέρθηκε με περισσότερα τραπεζικά εμβάσματα, σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς του ίδιου στην Ελλάδα, μέσω των οποίων διακινήθηκε περαιτέρω, αφού αναμείχθηκε με τα υπόλοιπα χρήματά του, που υπήρχαν σ' αυτούς τους λογαριασμούς, πράξη που ήταν αντικειμενικά πρόσφορη να προσδώσει νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα, με συνέπεια να δυσκολεύονται οι αρχές να τα συσχετίσουν με το βασικό αδίκημα από το οποίο προήλθαν. Επιπλέον, με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος απέκρυψε την προέλευση του προϊόντος της εγκληματικής δράσης του, διότι εμφάνισε τα παραπάνω έσοδα ως προερχόμενα από την επαγγελματική σχέση της εταιρείας "..." με την εταιρεία "..." και συγκεκριμένα, ως αμοιβή που κατέβαλε η τελευταία στην πρώτη για τη δήθεν εκτέλεση εκ μέρους της διάφορων έργων που της είχε αναθέσει (διαφορετικών από αυτά που αναφέρονται παραπάνω), ενώ στην πραγματικότητα, η εταιρεία "..." ουδέποτε εκτέλεσε κάποιο έργο για την εταιρεία "...". Από την κατά τα άνω επανειλημμένη τέλεση της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα αλλά και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος σε ένα πλαίσιο συνολικού σχεδιασμού δράσης, έχοντας πρόθεση επανάληψης τέλεσης αυτής και στο μέλλον, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος απ' αυτήν, δεδομένου και του ότι με τις ως άνω μεθοδεύσεις του, το προϊόν της εγκληματικής του δραστηριότητας περιερχόταν στη δική του κτήση και δη, στους δικούς του προσωπικούς λογαριασμούς".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλο-συμπληρώνονται, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για τη θεμελίωση της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, κατά τρόπο που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με προξενηθείσα βλάβη άνω των 150.000 (ήδη άνω των 120.000) ευρώ, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 386 παρ.1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 24 παρ.1 του Ν.4689/2020, ενώ επιπρόσθετα στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "..." παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς, στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι η εταιρεία "..." χρησιμοποίησε την εταιρεία "..." ως υπεργολάβο και ότι όφειλε σ' αυτήν για δαπάνη της υπεργολαβίας, δηλαδή για την αμοιβή των μηχανικών οι οποίοι δήθεν εργάσθηκαν γι' αυτήν, το συνολικό ποσό των 1.584.869 ευρώ, εκδίδοντας η εταιρεία "..." προς την εταιρεία "..." και τα αντίστοιχα ψευδή (διογκωμένα σε σχέση με το πραγματικό κόστος) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ύψους 1.584.869 ευρώ, τα οποία (τιμολόγια) υπέβαλε στη συνέχεια ο κατηγορούμενος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητώντας από αυτήν να χρηματοδοτήσει τη "..." για την εν λόγω δαπάνη αμοιβής των μηχανικών που εργάσθηκαν δήθεν για την εταιρεία "...", ενώ στην πραγματικότητα το ποσό που κατέβαλε η εταιρεία "..." ως αμοιβή στις τρίτες εταιρείες, οι μηχανικοί των οποίων εκπόνησαν το ως άνω ανατεθέν σ' αυτές τμήμα του έργου, ανήλθε στο ποσό των 720.690 ευρώ, πράγμα που γνώριζε ο κατηγορούμενος. Ότι τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παραπλανήθηκαν από τις ψευδείς παραστάσεις (ψευδή τιμολόγια) που υπέβαλε ο κατηγορούμενος και χρηματοδότησαν την εταιρεία "...", για τη συγκεκριμένη δαπάνη, με το συνολικό ποσό των 486.695 ευρώ, ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεδομένου ότι η πραγματική αξία αυτών (για αμοιβή μηχανικών) ανέρχεται στο ποσό των 720.690 ευρώ, που κατέβαλε η "..." στις τρίτες εταιρείες, και όχι στο ποσό των 1.584.869 που αυτή έλαβε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη, χωρίς ειδική αιτιολογία, δέχθηκε ότι το ποσό της υπεργολαβίας που όφειλε η "..." στην "..." ανήλθε στο ποσό των 1.584.869 ευρώ [δεδομένου ότι το επίμαχο ποσό κατά την τελική έκθεση της ..., το παραπεμπτικό βούλευμα και την πρωτόδικη απόφαση ανέρχεται στο ποσό των 1.207.385 ευρώ - 720.690 (πραγματική αξία αμοιβής μηχανικών) = 486.695 (ποσό που ζημιώθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση)]. Εν συνεχεία η προσβαλλομένη, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, αναφορικά με το βασικό στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της απάτης σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι της βλάβης που επήλθε στην περιουσία αυτής, δεδομένου ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν αρκεί να εκτίθεται ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται και πώς επήλθε, δεν προσδιορίζει πως επήλθε η βλάβη ποσού 486.695 ευρώ, ενόψει των ως άνω αριθμητικών στοιχείων που δέχθηκε (ήτοι 1.584.869 - 720.690 = 864.179 ευρώ). Έτσι, οι παραδοχές της προσβαλλομένης, αναφορικά με το ύψος της περιουσιακής ζημίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ανεπαρκής και ασαφής, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν απάντησε στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, οι οποίοι είναι ουσιώδεις και προβλήθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο από τους συνηγόρους αυτού, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ήταν Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "..." έως τον Απρίλιο του έτους 2006, οπότε αποχώρησε από την εταιρεία, τα δε επίμαχα τιμολόγια υποβλήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την ως άνω εταιρεία κατά τα έτη 2008 και 2009, και συνεπώς ότι ο αυτός ουδεμία ευθύνη έχει και ότι, σε κάθε περίπτωση, το συνολικό ποσό που κατέβαλε η "..." στις τρίτες εταιρείες για αμοιβή των μηχανικών, που εκτέλεσαν το έργο, δεν ανερχόταν στο ποσό των 720.690 ευρώ, αλλά στο ποσό των 1.190.580 ευρώ και το περιουσιακό όφελός που προέκυψε από την υπόθεση αυτή ανέρχεται σε (1.207.385 - 1.190.580 =)16.805 ευρώ, για τους ισχυρισμούς του δε αυτούς προσκόμισε τα σχετικά ΦΕΚ και τα τιμολόγια, τα οποία αναγνώσθηκαν από το Δικαστήριο και περιέχονται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ως αναγνωστέα έγγραφα. Με τις παραλείψεις του αυτές το Δικαστήριο στέρησε από την προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών και την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, όσο και ως προς την παράθεση αιτιολογίας επί των ανωτέρω αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών, που παραδεκτά προβλήθηκαν από τους συνηγόρους του αναιρεσείοντος, τόσο εγγράφως όσο και προφορικά κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.
Συνεπώς, υπέπεσε στις πλημμέλειες της έλλειψης από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβίασής τους, καθώς και της απόλυτης ακυρότητας λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, και επομένως όλοι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Α', σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 δ' του ΚΠΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Ενόψει τούτων, και δεδομένου ότι, σύμφωνα μ' όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, η τέλεση της βασικής εγκληματικής δραστηριότητας αποτελεί στοιχείο της συγκρότησης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων και πρέπει να αποδεικνύεται με δικανική βεβαιότητα και να προσδιορίζεται επακριβώς, και ενόψει του ότι εν προκειμένω, κατά τα προαναφερόμενα, το ύψος της βλάβης (ζημίας) σε βάρος των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προσδιορίζεται επακριβώς πώς επήλθε, που αποτελεί και το αντικείμενο του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ήτοι ότι συγκάλυψε την αλήθεια όσον αφορά τη φύση και την προέλευση περιουσίας, ήτοι του ποσού των 486.695 ευρώ, εν γνώσει του ότι προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, η προσβαλλομένη υπέπεσε και για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων στις πλημμέλειες της έλλειψης από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98 του ΠΚ και 39 παρ.1 περίπτ.β' υποπερίπτ.αα' και περίπτ. γ'του Ν.4557/2018 σε συνδυασμό με άρθρο 3 στοιχ.ιδ' του Ν.3691/2008, με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβίασής τους, και επομένως ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο (β'βαθμού) Αθηνών (άρθρο 111 παρ.8 του ν.ΚΠΔ, ως η παρ.8 προστέθηκε με το άρθρο 75 του Ν.5090/2024 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 114 παρ.2 του Ν.5134/2024), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ.288Α, 1195/2023 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών (β' βαθμού), το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ