Απόφαση 763 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 763/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ - Εισηγήτρια, Σπυριδούλα Λιάτη, Φωτεινή Αθανασίου και Χριστίνα Ρωμέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε Συμβούλιο σε δημόσια συνεδρίασή του στις 22 Μαΐου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Σοφουλάκη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να κρίνει την αίτηση του αιτούντος Χ. Σ. του Π., κατοίκου ..., για εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα.
Ο αιτών, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...2026 αίτησή του, ζητά την εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα από την εξέταση της υπ' αριθμ. πρωτ. ...2026 αίτησης, του ιδίου, για ανάσυρση από το Αρχείο, κατ' άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ, της δικογραφίας, επί της οποίας εκδόθηκαν τα από 25-7-2024 και 7-1-2025 πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2026.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που εισήγαγε την αίτηση του ως άνω αιτούντος και την υπ' αριθμ. πρωτ. ...2026 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 ,16, 17 και 20 παρ.1 του ΚΠΔ την από 7-5-2026 (με αριθμό πρωτ. Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ... 2026) αίτηση του Χ. Σ. του Π., κατοίκου ..., με την οποία, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, ζητά την εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, από την εξέταση της από 7-5-2026 (με αριθμό πρωτ. Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ...2026) αίτησής του για ανάσυρση από το Αρχείο, κατ' άρθρο 43 παρ.6 ΚΠΔ, της δικογραφίας, επί της οποίας εκδόθηκαν τα από 25-7-2024 και 7-1-2025 πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση και εκθέτω τα ακόλουθα :
Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του ΚΠΔ "Όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ίδιου κώδικα "1. Εκτός από όσα ορίζονται ειδικά στον κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και στον κώδικα αυτόν, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Ο λόγος αποκλεισμού που οφείλεται στη σχέση από γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και στην αγχιστεία εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης.
2. Από την άσκηση των παραπάνω έργων σε ποινική υπόθεση αποκλείεται επίσης: α) όποιος αδικήθηκε από το έγκλημα, β) όποιος είναι σύζυγος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου ή εκείνου που αδικήθηκε από το έγκλημα ή συνδέεται με αυτούς με σύμφωνο συμβίωσης. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που κάποιος είναι συγγενής εξ αίματος με τα πρόσωπα αυτά σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και εκ πλαγίου έως και τον τέταρτο βαθμό ή συγγενής εξ αγχιστείας έως και το δεύτερο βαθμό. Ο λόγος αποκλεισμού που οφείλεται στη σχέση από γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και στην αγχιστεία εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης. Αποκλείεται επίσης εκείνος που είναι ή ήταν επίτροπος ή κηδεμόνας των ίδιων προσώπων ή που συνδέεται μαζί τους με υιοθεσία, γ) όποιος ήταν συνήγορος του κατηγορουμένου ή του υποστηρίζοντος την κατηγορία στην ίδια υπόθεση, δ) όποιος εξετάστηκε ως μάρτυρας ή γνωμοδότησε ως πραγματογνώμονας ή τεχνικός σύμβουλος στην ίδια υπόθεση, ε) ο ανακριτής, στ) ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος ειδικά στη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκτός αν δεν είναι εφικτή η συγκρότηση του δικαστηρίου από άλλα πρόσωπα.
3. Ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 16 του ΚΠΔ "1. Δικαίωμα να προτείνουν την εξαίρεση έχουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας. 2. Η αίτηση για εξαίρεση υποβάλλεται: α) για τα στάδια μέχρι και την κίνηση της ποινικής δίωξης έως δέκα (10) ημέρες πριν από την προσδιορισμένη ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του αρμόδιου πλημμελειοδικείου", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του ΚΠΔ "1. Η αίτηση εξαίρεσης πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους λόγους της εξαίρεσης, να μνημονεύει το όνομα εκείνου του οποίου ζητείται η εξαίρεση, τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι λόγοι αυτοί και να αναφέρει τα μέσα της απόδειξής τους... 5. Η αίτηση εξαίρεσης είναι απαράδεκτη αν δεν συνοδεύεται από παράβολο εκατό (100) ευρώ υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.), το οποίο επιστρέφεται αν γίνει αυτή ολικά ή μερικά δεκτή. Εξαιρούνται από την κατάθεση παραβόλου οι δικαιούχοι νομικής βοήθειας, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 3226/2004 (Α' 24)". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 14, 15, 16, 17 ΚΠΔ και των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 δ του ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που αποσκοπούν πρωτίστως στην αμεροληψία της δικαιοσύνης, σαφώς προκύπτει, ότι με αυτές εξασφαλίζεται και το δικαίωμα του προσώπου να δικαστεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, σύμφωνα με την αρχή της δίκαιης δίκης. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες απ' αυτή εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή.
Άλλωστε, το δικαίωμα εξαίρεσης πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεση του, δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που, λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης, είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης (ΑΠ 671/2025). Μόνη όμως η έκφραση γνώμης δικαστή ή εισαγγελέα σε νομικό ή πραγματικό ζήτημα που τίθεται ενώπιον τους ή σε άλλη δίκη, δεν συνιστά λόγο εξαίρεσης, αλλά μόνο αν αυτή συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά τα οποία προκαλούν και διεγείρουν υπόνοιες μεροληψίας, ήτοι δικαιολογούν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους (ΑΠ 421/2025, ΑΠ 100/2023, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 69/2018, ΑΠ 578/2017). Οι υπόνοιες μεροληψίας πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ικανά να δικαιολογήσουν αντικειμενικά και μάλιστα εμφανώς και όχι υποκειμενικά, κατά την αντίληψη του αιτούμενου την εξαίρεση, δυσπιστία για την αμεροληψία του δικαστικού προσώπου (ΑΠ 215/2024, ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 459/2021), τέτοια δε γεγονότα δεν μπορεί να θεωρηθούν, δυσμενείς, σε σχέση με τις απόψεις εκείνου που ζητεί την εξαίρεση, κρίσεις ή νομικές γνώμες, που εξέφρασε το δικαστικό πρόσωπο κατά την εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων του (ΑΠ 504/2025, ΑΠ 504/2021, ΑΠ 69/2018, ΑΠ 578/2017, ΑΠ 231/2005, ΑΠ 84/2005).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.ΔΑ., (που κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν.2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος) καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι και η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας, αν πρόκειται για ποινική υπόθεση. Άλλωστε, η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του κράτους δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες από αυτήν εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικά αμερόληπτο δικαστή (ΑΠ 770/2025, ΑΠ 354/2018, ΑΠ 1717/2018, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 1343/2011). Συμμετοχή (άσκηση εισαγγελικών καθηκόντων) δε του ίδιου εισαγγελέα, ο οποίος είναι δικαστικός λειτουργός κατά το άρθρο 88 παρ. 5 του Συντάγματος, σε διάφορα διαδικαστικά στάδια της ίδιας υπόθεσης, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σε τρόπο που να δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για κακή σύνθεση του δικαστηρίου. Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του εισαγγελικού αυτού λειτουργού, μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κ.Π.Δ., να προταθεί ως λόγος εξαίρεσής του και έτσι εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο (ΑΠ 215/2023, ΑΠ 822/2020, ΑΠ 930/2019, ΑΠ 176/2017). Σοβαρός δε λόγος ευπρέπειας, με την έννοια της αμφισβήτησης της αντικειμενικότητας και αμεροληψίας του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού, δεν υφίσταται όταν ο Εισαγγελέας ή ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, έχει ασκήσει καθήκοντα Εισαγγελέα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστήριο και στη συνέχεια ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός συμμετέχει στην κατ' έφεση και μετ' αναίρεση δίκη. Τούτο ευθέως προκύπτει και από την κατάργηση, με το άρθρο 13 του Ν. 4637/18-11-2019, της παρ.4 του άρθρου 14 του ΚΠΔ. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 14 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΚΠΔ, περί λόγων αποκλεισμού, προβλεπόταν, ότι "3. Ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. 4. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται και για τον εισαγγελέα, εκτός αν δεν είναι εφικτή η συγκρότηση του δικαστηρίου από άλλον εισαγγελέα". Ήδη όμως, με το άρθρο 13 του ν. 4637/2019, καταργήθηκε η παρ.4 του ως άνω άρθρου 14 και έτσι πλέον, κατά ρητή νομοθετική βούληση, ο εισαγγελικός λειτουργός που είχε συμπράξει στην έκδοση απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση επιτρέπεται να συμμετέχει κατά την εκδίκαση της έφεσης ή αναίρεσης (ΑΠ 206/2025).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 του ΚΠΔ "1. Η αίτηση για εξαίρεση, που υποβάλλεται όπως ορίζουν τα άρθρα 16 και 17, ανακοινώνεται από τον εισαγγελέα χωρίς καμία χρονοτριβή σ' εκείνον του οποίου ζητείται η εξαίρεση.2. Το υπό εξαίρεση πρόσωπο έχει το δικαίωμα να πληροφορηθεί αμέσως το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν, αλλά και την υποχρέωση μέσα σε 24 ώρες να εκφράσει γραπτά τις απόψεις του και ταυτόχρονα να απέχει από τα καθήκοντά του στην υπόθεση. Πρέπει όμως να ενεργήσει τις πράξεις που δεν μπορούν ν' αναβληθούν, αν δεν υπάρχει άλλος που έγκαιρα θα μπορούσε να τον αναπληρώσει σε αυτές σύμφωνα με τον νόμο. Σε αντίθετη περίπτωση τιμωρείται πειθαρχικά. Οι πράξεις του όμως αυτές είναι αυτοδικαίως άκυρες, αν γίνει δεκτή η αίτηση εξαίρεσης", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του ΚΠΔ "1. Μέσα σε δύο ημέρες από την κατά το προηγούμενο άρθρο κοινοποίηση, ο εισαγγελέας εισάγει την αίτηση εξαίρεσης στο δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί ή στο συμβούλιο αν η αίτηση αφορά τον ανακριτή, τον εισαγγελέα ή μέλος του δικαστικού συμβουλίου. Το δικαστήριο ή το συμβούλιο συνεδριάζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται για το καθένα, αποφασίζει για την αίτηση εξαίρεσης. Στη σύνθεση δεν μπορεί να μετέχει εκείνος του οποίου ζητείται η εξαίρεση, αλλά αναπληρώνεται σύμφωνα με τον νόμο". Όταν όμως η αίτηση εξαίρεσης αφορά ανακριτικό υπάλληλο εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 25 του ΚΠΔ , σύμφωνα με τις οποίες " 1.... 2. Τον λόγο αποκλεισμού ή εξαίρεσης έχουν δικαίωμα να αναφέρουν και οι διάδικοι, ζητώντας την εξαίρεση των ανακριτικών υπαλλήλων. 3. Ο εισαγγελέας, αφού ακούσει εκείνον του οποίου ζητείται η εξαίρεση, δέχεται την αίτηση, αν οι λόγοι που προβάλλονται πιθανολογείται ότι είναι βάσιμοι. Στην περίπτωση αυτή οι πράξεις που στο μεταξύ έγιναν από τον υπάλληλο, είναι έγκυρες". Ειδικότερα στο νΚΠΔ προστέθηκε νέα παράγραφος 2 στο άρθρο 25, η οποία προβλέπει δικαίωμα των διαδίκων να ζητήσουν την εξαίρεση των προανακριτικών υπαλλήλων. Υπό το προηγούμενο καθεστώς του προϊσχύσαντος Κ.Π.Δ. υποστηριζόταν η άποψη ότι σε περίπτωση που κάποιος διάδικος πίστευε ότι υφίσταται λόγος αποκλεισμού ή εξαίρεσης στο πρόσωπο προανακριτικού υπαλλήλου, μπορούσε να υποβάλει αίτηση στον αρμόδιο εισαγγελέα προκειμένου να επιληφθεί και να εκδώσει σχετική διάταξη, κατά το άρθρο 138 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Αυτοτελές, όμως, δικαίωμα υποβολής αίτησης εξαίρεσης προανακριτικού υπαλλήλου δεν προβλεπόταν, εφόσον δε υποβαλλόταν τέτοια αίτηση, απορριπτόταν αυτή ως απαράδεκτη. Επειδή η εν λόγω διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του νΚΠΔ αναφέρεται σε δικαίωμα αίτησης εξαίρεσης προανακριτικών υπαλλήλων, είναι σαφές ότι η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος αφορά τους μη δικαστικούς αλλά και τους δικαστικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και ο εισαγγελέας, όταν ο ίδιος αυτεπάγγελτα ή μετά από παραγγελία του προϊσταμένου του διενεργεί προκαταρκτική εξέταση. Σε περίπτωση υποβολής τέτοιας αίτησης εξαίρεσης από διάδικο, η σχετική κρίση ανήκει στον εισαγγελέα, ο οποίος, αφού προηγουμένως ακούσει εκείνον του οποίου ζητείται η εξαίρεση, εκδίδει αιτιολογημένη εισαγγελική διάταξη κατά το άρθρο 137 ΚΠΔ, με τη οποία είτε απορρίπτεται η αίτηση, είτε γίνεται δεκτή, εφόσον πιθανολογηθεί η βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων. Κατά της εν λόγω διάταξης δεν προβλέπεται και δεν χωρεί προσφυγή. Στην περίπτωση αυτή, σε αντίθεση με το άρθρο 19 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠΔ, που ορίζει αφενός ότι το υπό εξαίρεση πρόσωπο οφείλει να απέχει από τα καθήκοντά του και να διενεργεί μόνο τις ανεπίδεκτες αναβολής πράξεις και αφετέρου ότι οι διενεργούμενες πράξεις του είναι αυτοδικαίως άκυρες, αν γίνει δεκτή η σε βάρος του αίτηση εξαίρεσης, ο προανακριτικός υπάλληλος που είτε αναφέρει, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 25 ΚΠΔ τη συνδρομή κάποιου λόγου αποκλεισμού ή εξαίρεσης ,είτε υποβάλλεται κατ' αυτού αίτηση εξαίρεσης από διάδικο κατά την παράγραφο 2, συνεχίζει κανονικά το έργο του και, εφόσον αποφασισθεί από τον εισαγγελέα η εξαίρεσή του, οι πράξεις που στο μεταξύ έγιναν, θεωρούνται έγκυρες. Και αυτό, για να μην "παρακωλυθεί το ανακριτικό έργο και να επιβραδυνθεί η διαδικασία με την επανάληψη των άκυρων πράξεων" (βλ. Αναστάσιος Τριανταφύλλου, Η Αμεροληψία του Δικαστή στην Ποινική Δίκη, Αποκλεισμός- Εξαίρεση-Αποχή , 2024, σελ.291).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της κρινόμενης αίτησης και των λοιπών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών Χ. Σ. του Π., κάτοικος ..., με την από 7-5-2026 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία έλαβε αριθμό πρωτ. Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ...2026, ζήτησε την ανάσυρση από το Αρχείο, κατ' άρθρο 43 παρ.6 ΚΠΔ, δικογραφίας, στην οποία παρίσταται προς υποστήριξη της κατηγορίας και επί της οποίας εκδόθηκαν τα από 25-7-2024 και 7-1-2025 πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση. Η επεξεργασία της εν λόγω αίτησης ανατέθηκε αυθημερόν σε μας (Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευάγγελο Μπακέλα - βλ. την από σχετική σημείωση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επί του πρώτου φύλλου της εν λόγω αίτησης). Στη συνέχεια με την κρινόμενη αίτηση, η οποία συνοδεύεται από το απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.5 του ΚΠΔ, παράβολο εκατό (100) ευρώ υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. (βλ. το παράβολο με κωδικό ...) και έλαβε αριθμό πρωτ. Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ...2026, ο αιτών ζητά την εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το χειρισμό της παραπάνω αίτησής του για ανάσυρση της δικογραφίας από το Αρχείο. Η εν λόγω αίτηση εξαίρεσης ανακοινώθηκε, κατ' άρθρο 19 παρ.1 Κ.Π.Δ., στον υπό εξαίρεση Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αυτός εξέφρασε γραπτά τις απόψεις του επ' αυτής, κατ' άρθρο 19 παρ.2 Κ.Π.Δ.(βλ. την από 7-5-2026 ανακοίνωση υποβολής αίτησης εξαίρεσης και τις από 8-5-2026 απόψεις του υπό εξαίρεση προσώπου). Η κρινόμενη αίτηση, με το παραπάνω περιεχόμενο, για εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν αφορά την εξαίρεσή του ως ανακριτικού υπαλλήλου, καθόσον στον παρόντα χρόνο δεν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, κατ' άρθρο 32 ΚΠΔ, από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δοθέντος ότι η σχετική δικογραφία, μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από τον τότε Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, έχει τεθεί στο αρχείο και δεν έχει ανασυρθεί αυτή από το αρχείο, κατ' άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ και η σχετική πράξη αρχειοθέτησης φέρει οιονεί δικαιοδοτικό χαρακτήρα, αφού συντάχθηκε από δικαστικό λειτουργό, ενέχοντας υπαγωγή στο νόμο. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα εκθέτουμε παραπάνω, στο παρόν δικονομικό στάδιο, αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης εξαίρεσης είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 20 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. (βλ. Αναστάσιος Τριανταφύλλου, Η Αμεροληψία του Δικαστή στην Ποινική Δίκη, Αποκλεισμός- Εξαίρεση-Αποχή, 2024, σελ.264).
Εφόσον όμως, η επεξεργασία της αίτησης για ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο, κατ' άρθρο 43 παρ. 6 Κ.Π.Δ., δεν έχει αναληφθεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του οποίου ζητείται η εξαίρεση και αυτός ουδεμία ανάμειξη θα έχει στην εξέτασή της, αλλά η επεξεργασία της έχει ανατεθεί σε άλλον εισαγγελικό λειτουργό, είναι αυτονόητο ότι η κρινόμενη αίτηση για εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από την επεξεργασία αυτής, είναι άνευ αντικειμένου και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 1413/2019) και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 21 παρ.2 ΚΠΔ), τα οποία ανέρχονται σε τετρακόσια (400) ευρώ (άρθρο 578 παρ.1, σε συνδυασμό με άρθρο 577 παρ.2α ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με άρθρα 115 και 114 Ν. 5090/2024, αντίστοιχα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Να απορριφθεί η από 7-5-2026 αίτηση του Χ. Σ. του Π., κατοίκου ..., για εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από την εξέταση της από 7-5-2026 αίτησής του για ανάσυρση από το Αρχείο, κατ' άρθρο 43 παρ.6 ΚΠΔ, της δικογραφίας, επί της οποίας εκδόθηκαν τα από 25-7-2024 και 7-1-2025 πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση.
Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Μπακέλας".
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ΚΠΔ "1. Εκτός από όσα ορίζονται ειδικά στον κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και στον κώδικα αυτόν, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Ο λόγος αποκλεισμού που οφείλεται στη σχέση από γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και στην αγχιστεία εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης. 2. Από την άσκηση των παραπάνω έργων σε ποινική υπόθεση αποκλείεται επίσης: α) όποιος αδικήθηκε από το έγκλημα, β) όποιος είναι σύζυγος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου ή εκείνου που αδικήθηκε από το έγκλημα ή συνδέεται με αυτούς με σύμφωνο συμβίωσης. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που κάποιος είναι συγγενής εξ αίματος με τα πρόσωπα αυτά σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και εκ πλαγίου έως και τον τέταρτο βαθμό ή συγγενής εξ αγχιστείας έως και το δεύτερο βαθμό. Ο λόγος αποκλεισμού που οφείλεται στη σχέση από γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και στην αγχιστεία εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης. Αποκλείεται επίσης εκείνος που είναι ή ήταν επίτροπος ή κηδεμόνας των ίδιων προσώπων ή που συνδέεται μαζί τους με υιοθεσία, γ) όποιος ήταν συνήγορος του κατηγορουμένου ή του υποστηρίζοντος την κατηγορία στην ίδια υπόθεση, δ) όποιος εξετάστηκε ως μάρτυρας ή γνωμοδότησε ως πραγματογνώμονας ή τεχνικός σύμβουλος στην ίδια υπόθεση, ε) ο ανακριτής, στ) ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος ειδικά στη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκτός αν δεν είναι εφικτή η συγκρότηση του δικαστηρίου από άλλα πρόσωπα. 3. Ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις". Ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του ΚΠΔ "Όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους".
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα (όπως η παρ.2 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 του Ν.5232/2025) "1. Δικαίωμα να προτείνουν την εξαίρεση έχουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας. 2. Η αίτηση για εξαίρεση υποβάλλεται: α) για τα στάδια μέχρι και την κίνηση της ποινικής δίωξης έως δέκα (10) ημέρες πριν από την προσδιορισμένη ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του αρμόδιου πλημμελειοδικείου,...". Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του ΚΠΔ " 1.Η αίτηση εξαίρεσης πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους λόγους της εξαίρεσης, να μνημονεύει το όνομα εκείνου του οποίου ζητείται η εξαίρεση, τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι λόγοι αυτοί και να αναφέρει τα μέσα της απόδειξής τους. ...5. Η αίτηση εξαίρεσης είναι απαράδεκτη αν δεν συνοδεύεται από παράβολο εκατό (100) ευρώ υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.), το οποίο επιστρέφεται αν γίνει αυτή ολικά ή μερικά δεκτή. Εξαιρούνται από την κατάθεση παραβόλου οι δικαιούχοι νομικής βοήθειας, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 3226/2004 (Α' 24)". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων (άρθρων 14, 15, 16, 17 ΚΠΔ) και των διατάξεων των άρθρων 171 παρ.1 δ' του ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που αποσκοπούν πρωτίστως στην αμεροληψία της δικαιοσύνης, σαφώς προκύπτει, ότι με αυτές εξασφαλίζεται και το δικαίωμα του προσώπου να δικαστεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, σύμφωνα με την αρχή της δίκαιης δίκης. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες απ' αυτή εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή. Άλλωστε, το δικαίωμα εξαίρεσης πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), σύμφωνα με το οποίο κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεση του, δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που, λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης, είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης (ΑΠ 671/2025). Μόνη όμως η έκφραση γνώμης δικαστή ή εισαγγελέα σε νομικό ή πραγματικό ζήτημα που τίθεται ενώπιόν τους ή σε άλλη δίκη, δεν συνιστά λόγο εξαίρεσης, αλλά μόνο αν αυτή συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά τα οποία προκαλούν και διεγείρουν υπόνοιες μεροληψίας, ήτοι δικαιολογούν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους (ΑΠ 421/2025, ΑΠ 100/2023, ΑΠ 459/2021). Οι υπόνοιες μεροληψίας πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ικανά να δικαιολογήσουν αντικειμενικά και μάλιστα εμφανώς και όχι υποκειμενικά, κατά την αντίληψη του αιτούμενου την εξαίρεση, δυσπιστία για την αμεροληψία του δικαστικού προσώπου (ΑΠ 215/2024, ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 459/2021), τέτοια δε γεγονότα δεν μπορεί να θεωρηθούν, δυσμενείς, σε σχέση με τις απόψεις εκείνου που ζητεί την εξαίρεση, κρίσεις ή νομικές γνώμες, που εξέφρασε το δικαστικό πρόσωπο κατά την εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων του (ΑΠ 504/2025, ΑΠ 504/2021). Συμμετοχή (άσκηση εισαγγελικών καθηκόντων) δε του ίδιου εισαγγελέα, ο οποίος είναι δικαστικός λειτουργός κατά το άρθρο 88 παρ. 5 του Συντάγματος, σε διάφορα διαδικαστικά στάδια της ίδιας υπόθεσης, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, σε τρόπο που να δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για κακή σύνθεση του δικαστηρίου. Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του εισαγγελικού αυτού λειτουργού, μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κ.Π.Δ., να προταθεί ως λόγος εξαίρεσής του και έτσι εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο (ΑΠ 215/2023, ΑΠ 822/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 του ΚΠΔ "1. Η αίτηση για εξαίρεση, που υποβάλλεται όπως ορίζουν τα άρθρα 16 και 17, ανακοινώνεται από τον εισαγγελέα χωρίς καμία χρονοτριβή σ' εκείνον του οποίου ζητείται η εξαίρεση. 2. Το υπό εξαίρεση πρόσωπο έχει το δικαίωμα να πληροφορηθεί αμέσως το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν, αλλά και την υποχρέωση μέσα σε 24 ώρες να εκφράσει γραπτά τις απόψεις του και ταυτόχρονα να απέχει από τα καθήκοντά του στην υπόθεση. Πρέπει όμως να ενεργήσει τις πράξεις που δεν μπορούν ν' αναβληθούν, αν δεν υπάρχει άλλος που έγκαιρα θα μπορούσε να τον αναπληρώσει σε αυτές σύμφωνα με τον νόμο. Σε αντίθετη περίπτωση τιμωρείται πειθαρχικά. Οι πράξεις του όμως αυτές είναι αυτοδικαίως άκυρες, αν γίνει δεκτή η αίτηση εξαίρεσης", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του ΚΠΔ "1. Μέσα σε δύο ημέρες από την κατά το προηγούμενο άρθρο κοινοποίηση, ο εισαγγελέας εισάγει την αίτηση εξαίρεσης στο δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί ή στο συμβούλιο αν η αίτηση αφορά τον ανακριτή, τον εισαγγελέα ή μέλος του δικαστικού συμβουλίου. Το δικαστήριο ή το συμβούλιο συνεδριάζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται για το καθένα, αποφασίζει για την αίτηση εξαίρεσης. Στη σύνθεση δεν μπορεί να μετέχει εκείνος του οποίου ζητείται η εξαίρεση, αλλά αναπληρώνεται σύμφωνα με τον νόμο. ...". Όταν όμως η αίτηση εξαίρεσης αφορά ανακριτικό υπάλληλο εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 25 του ΚΠΔ, σύμφωνα με τις οποίες "1....2. Τον λόγο αποκλεισμού ή εξαίρεσης έχουν δικαίωμα να αναφέρουν και οι διάδικοι, ζητώντας την εξαίρεση των ανακριτικών υπαλλήλων. 3. Ο εισαγγελέας, αφού ακούσει εκείνον του οποίου ζητείται η εξαίρεση, δέχεται την αίτηση, αν οι λόγοι που προβάλλονται πιθανολογείται ότι είναι βάσιμοι. Στην περίπτωση αυτή οι πράξεις που στο μεταξύ έγιναν από τον υπάλληλο, είναι έγκυρες". Ειδικότερα στο ν.ΚΠΔ προστέθηκε νέα παράγραφος 2 στο άρθρο 25, η οποία προβλέπει δικαίωμα των διαδίκων να ζητήσουν την εξαίρεση των προανακριτικών υπαλλήλων. Υπό το προηγούμενο καθεστώς του προϊσχύσαντος Κ.Π.Δ. υποστηριζόταν η άποψη ότι σε περίπτωση που κάποιος διάδικος πίστευε ότι υφίσταται λόγος αποκλεισμού ή εξαίρεσης στο πρόσωπο προανακριτικού υπαλλήλου, μπορούσε να υποβάλει αίτηση στον αρμόδιο εισαγγελέα προκειμένου να επιληφθεί και να εκδώσει σχετική διάταξη, κατά το άρθρο 138 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Αυτοτελές, όμως, δικαίωμα υποβολής αίτησης εξαίρεσης προανακριτικού υπαλλήλου δεν προβλεπόταν, εφόσον δε υποβαλλόταν τέτοια αίτηση, απορριπτόταν αυτή ως απαράδεκτη. Επειδή η εν λόγω διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν.ΚΠΔ αναφέρεται σε δικαίωμα αίτησης εξαίρεσης προανακριτικών υπαλλήλων, είναι σαφές ότι η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος αφορά τους μη δικαστικούς αλλά και τους δικαστικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και ο εισαγγελέας, όταν ο ίδιος αυτεπάγγελτα ή μετά από παραγγελία του προϊσταμένου του διενεργεί προκαταρκτική εξέταση. Σε περίπτωση υποβολής τέτοιας αίτησης εξαίρεσης από διάδικο, η σχετική κρίση ανήκει στον εισαγγελέα, ο οποίος, αφού προηγουμένως ακούσει εκείνον του οποίου ζητείται η εξαίρεση, εκδίδει αιτιολογημένη εισαγγελική διάταξη κατά το άρθρο 137 ΚΠΔ, με τη οποία είτε απορρίπτεται η αίτηση, είτε γίνεται δεκτή, εφόσον πιθανολογηθεί η βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων. Κατά της εν λόγω διάταξης δεν προβλέπεται και δεν χωρεί προσφυγή.
Στην περίπτωση αυτή, σε αντίθεση με το άρθρο 19 παρ.2 εδ. τελ. του ΚΠΔ, που ορίζει αφενός ότι το υπό εξαίρεση πρόσωπο οφείλει να απέχει από τα καθήκοντά του και να διενεργεί μόνο τις ανεπίδεκτες αναβολής πράξεις και αφετέρου ότι οι διενεργούμενες πράξεις του είναι αυτοδικαίως άκυρες, αν γίνει δεκτή η σε βάρος του αίτηση εξαίρεσης, ο προανακριτικός υπάλληλος που είτε αναφέρει, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 25 ΚΠΔ τη συνδρομή κάποιου λόγου αποκλεισμού ή εξαίρεσης, είτε υποβάλλεται κατ' αυτού αίτηση εξαίρεσης από διάδικο κατά την παράγραφο 2, συνεχίζει κανονικά το έργο του και, εφόσον αποφασισθεί από τον εισαγγελέα η εξαίρεσή του, οι πράξεις που στο μεταξύ έγιναν, θεωρούνται έγκυρες. Και αυτό, για να μην "παρακωλυθεί το ανακριτικό έργο και να επιβραδυνθεί η διαδικασία με την επανάληψη των άκυρων πράξεων". Με την κρινόμενη από 7-5-2026 (με αριθμό πρωτ. Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ...2026) αίτηση ο Χ. Σ., κάτοικος ..., ζητά, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, από την εξέταση της από 7-5-2026 (με αριθμό πρωτ. Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ...2026) αίτησής του για ανάσυρση από το Αρχείο, κατ' άρθρο 43 παρ.6 ΚΠΔ, της δικογραφίας, επί της οποίας εκδόθηκαν τα από 25-7-2024 και 7-1-2025 πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση. Η ως άνω αίτηση, η οποία συνοδεύεται από το απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.5 του ΚΠΔ, παράβολο εκατό (100) ευρώ υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.(βλ. το παράβολο με κωδικό ...) εξαίρεσης), παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως συμβούλιο (άρθρα 15, 16, 17 και 20 παρ.1 του ΚΠΔ), αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, στο παρόν δικονομικό στάδιο, αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης εξαίρεσης είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 20 παρ.1 του Κ.Π.Δ., καθόσον δεν αφορά την εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως ανακριτικού υπαλλήλου, αφού στον παρόντα χρόνο δεν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, κατ' άρθρο 32 ΚΠΔ, από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δοθέντος ότι η σχετική δικογραφία, μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από τον τότε Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, έχει τεθεί στο αρχείο και δεν έχει ανασυρθεί αυτή από το αρχείο, κατ' άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ και η σχετική πράξη αρχειοθέτησης φέρει οιονεί δικαιοδοτικό χαρακτήρα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της κρινόμενης αίτησης και των λοιπών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών Χ. Σ., κάτοικος ..., με την από 7-5-2026 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία έλαβε αριθμό πρωτ. Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ...2026, ζήτησε την ανάσυρση από το Αρχείο, κατ' άρθρο 43 παρ.6 ΚΠΔ, δικογραφίας, στην οποία παρίσταται προς υποστήριξη της κατηγορίας και επί της οποίας εκδόθηκαν τα από 25-7-2024 και 7-1-2025 πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση. Η επεξεργασία της εν λόγω αίτησης ανατέθηκε αυθημερόν στον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευάγγελο Μπακέλα (βλ. τη σχετική σημείωση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επί του πρώτου φύλλου της εν λόγω αίτησης). Στη συνέχεια με την κρινόμενη αίτηση η οποία έλαβε αριθμό πρωτ. Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ...2026, ο αιτών ζητά την εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το χειρισμό της παραπάνω αίτησής του για ανάσυρση της δικογραφίας από το Αρχείο. Η εν λόγω αίτηση εξαίρεσης ανακοινώθηκε, κατ' άρθρο 19 παρ.1 Κ.Π.Δ., στον υπό εξαίρεση Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αυτός εξέφρασε γραπτά τις απόψεις του επ' αυτής, κατ' άρθρο 19 παρ.2 Κ.Π.Δ. (βλ. την από 7-5-2026 ανακοίνωση υποβολής αίτησης εξαίρεσης και τις από 8-5-2026 απόψεις του υπό εξαίρεση προσώπου). Εφόσον όμως, η επεξεργασία της αίτησης για ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο, κατ' άρθρο 43 παρ. 6 Κ.Π.Δ., δεν έχει αναληφθεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του οποίου ζητείται η εξαίρεση και αυτός ουδεμία ανάμειξη θα έχει στην εξέτασή της, αλλά η επεξεργασία της έχει ανατεθεί σε άλλον εισαγγελικό λειτουργό, είναι αυτονόητο ότι η κρινόμενη αίτηση για εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από την επεξεργασία αυτής, είναι άνευ αντικειμένου και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 1413/2019) και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 21 παρ.2 ΚΠΔ), τα οποία ανέρχονται σε τετρακόσια (400) ευρώ (άρθρο 578 παρ.1, σε συνδυασμό με άρθρο 577 παρ.2α ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με άρθρα 115 και 114 Ν. 5090/2024, αντίστοιχα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-5-2026 αίτηση του Χ. Σ., κατοίκου ..., για εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από την εξέταση της από 7-5-2026 αίτησής του για ανάσυρση από το Αρχείο, κατ' άρθρο 43 παρ.6 ΚΠΔ, της δικογραφίας, επί της οποίας εκδόθηκαν τα από 25-7-2024 και 7-1-2025 πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε τετρακόσια (400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2026.
ΕΚΔΟΘΗΚΕ, στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ