Απόφαση 787 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 787/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο σε δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριο του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ι. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Τριανταφύλλου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2486/2013 αμετάκλητη απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και αναστολής εκτέλεσης ποινής.
Το Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών και αναστολής εκτέλεσης ποινής, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.08.2024 αίτηση του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 04.11.2024 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …/2024, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2024.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αχιλλέας Ζήσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Κωσταρέλλου με αριθμό πρωτοκόλλου …2024, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας - σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ.1, 528 παρ.1,3 και 529 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 29.8.2024 αίτηση του Ι. Σ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία ενεχειρίσθη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντα και με την οποία, για τους λόγους που εκτίθενται σ’ αυτήν, ζητεί προς το συμφέρον του την επανάληψη της διαδικασίας επί των εις βάρος του κατηγοριών για απάτη κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (αρθ. 94 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1α ΠΚ), για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2486/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε η από …2024 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 908/2.7.2024 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ζ' Ποινικό Τμήμα) και έτσι κατέστη αμετάκλητη και εκθέτω τα πιο κάτω :
Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αλήθειας στη συγκεκριμένη περίπτωση και η αποτροπή απαράδεκτων για το αίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών-αθωώσεων). Έτσι, ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας διέπεται από προϋποθέσεις και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλημμελειών για την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης [ΑΠ 1238/2019].
Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αρ. 2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη κατά την οποία, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα -άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Επίσης, απαιτείται οι αποδείξεις να ήταν άγνωστες στον καταδικασθέντα γιατί, διαφορετικά, θα μπορούσε να τις προσκομίσει [ΑΠ 50/2019, ΑΠ 913/2013]. Οι όροι "νέες αποδείξεις" και "νέα γεγονότα" στη θεωρία και τη νομολογία δεν είναι ταυτόσημοι και κατά συνέπεια για τη θεμελίωση του συγκεκριμένου λόγου επανάληψης της διαδικασίας μπορούν να προσάγονται είτε νέες αποδείξεις για ήδη γνωστά γεγονότα, είτε νέα γεγονότα για ήδη γνωστές αποδείξεις, είτε νέες αποδείξεις για νέα γεγονότα [ΑΠ 201/2020] και μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεότερες εκείνων που προηγουμένως εξετάσθηκαν, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης [ΑΠ 547/2020, ΑΠ 538/2020], ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου [ΑΠ 1183/2014], με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή, σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε [ΑΠ 226/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 293/2019, ΑΠ 232/2019, ΑΠ 50/2019, ΑΠ 452/2016]. Ως γεγονότα εκλαμβάνονται, κατά την ίδια διάταξη, περιστατικά, σχέσεις, ιδιότητες, τα οποία είναι δυνατόν να ασκήσουν, αμέσως ή εμμέσως, επιρροή στην ελάσσονα πρόταση της αποφάσεως, η οποία πλήττεται με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Δεν είναι, όμως, νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες, που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση ή τυχόν δικονομικά σφάλματα αφορώντα την εξέλιξη της όλης ποινικής διαδικασίας ή σφάλματα σε σχέση με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των επιμέρους δικονομικών πράξεων ή γενικότερα σε σχέση με την εφαρμογή των υπόλοιπων δικονομικών διατάξεων. Επίσης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως κι απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη οι δικαστές που την εξέδωσαν [ΑΠ 226/2020, ΑΠ 201/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 293/2019, ΑΠ 50/2019, ΑΠ 1336/2017] αφού η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί τακτικό ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Τα ως άνω συμπορεύονται και με την νέα διάταξη του άρθρου 462 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 137 του Ν. 4855/2021, κατά την οποία η επανάληψη της διαδικασίας δεν περιλαμβάνεται πλέον μεταξύ των ενδίκων μέσων, αλλά και με το σκοπό της, σύμφωνα με τον οποίο δεν συνάδει η αναγνώριση στην διαδικασία αυτή της διενέργειας ενός, αναλόγου των τακτικών ένδικων μέσων, ελέγχου της νομικής και ουσιαστικής ορθότητας της δικαστικής απόφασης. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 528 ΚΠΔ, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τον σύζυγό του ή τον συνδεόμενο με σύμφωνο συμβίωσης ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δεύτερου βαθμού ή από τον συνήγορό του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε και πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας μπορεί να υποβληθεί και με αντιπρόσωπο, έχοντα ειδική προς τούτο εντολή [ΑΠ 426/2019, Λ. Μαργαρίτη, ό. π. σελ. 1967]. Υποβάλλεται δε στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Αναφορικά με την αρμοδιότητα για την επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστική κρίση, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 529 εδ. α και 528§3, εφόσον πρόκειται για απόφαση Εφετείου, αρμόδιο να αποφανθεί είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), το οποίο σχηματίζει την κρίση του από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία ή συνάπτονται στην αίτηση. (ΑΠ 163/2022). Ο κατ' άρθρο 528 παρ. 3 εδ. β ΚΠΔ έλεγχος βασιμότητας της αίτησης από τον Εισαγγελέα, πριν την εισαγωγή στο Συμβούλιο, δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα. Σκοπός του παραπάνω ελέγχου είναι η διευκρίνιση ή η συμπλήρωση των προσαγομένων στοιχείων, ούτως ώστε να είναι δυνατή η εισαγωγή της υπόθεσης στο Συμβούλιο.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 εδ. γ ΚΠΔ, παρέχεται στο Συμβούλιο η δυνατότητα να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης, εφόσον η συγκεκριμένη έρευνα κρίνεται ως σκόπιμη και αναγκαία, ανεξαρτήτως της προηγούμενης διεξαγωγής του ελέγχου βασιμότητας της αίτησης εκ μέρους του Εισαγγελέα, διότι συνιστά αυτοτελή δικαιοδοτική ενέργεια του Συμβουλίου (Λ. Μαργαρίτης, ό. π. σελ. 1972 και 1977).
Η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο ήδη αιτών, συντίθεται, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση από τα πιο κάτω πραγματικά περιστατικά :
Α. Αρχές Ιανουάριου του 2016 παρέστηκε στον εγκαλούντα Κ. Γ. ότι είναι πετυχημένος οικονομολόγος, ότι έχει σημαντικές καταθέσεις σε λογαριασμούς τραπεζών της Αμερικής και γνωριμίες με τραπεζικά στελέχη, που τον καθοδηγούν στην πραγματοποίηση κερδοφόρων προθεσμιακών καταθέσεων και, εφόσον το επιθυμεί, μπορεί να του δώσει χρήματα, για να τα τοποθετήσει σε προθεσμιακή κατάθεση στο δικό του όνομα (του κατηγορουμένου) και να του αποδώσει τους τόκους στη λήξη της περιόδου εκτοκισμού, περαιτέρω δε ότι αν κατά τη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης δεν ήθελε να ανανεώσει τη διάρκειά της, το κεφάλαιό του ήταν εξασφαλισμένο και θα του το επέστρεφε άμεσα και στο ακέραιο. Με τον τρόπο αυτό, τον έπεισε να του καταβάλει, μέσω λογαριασμού που τηρούσε η μητέρα του στην Τράπεζα Πειραιώς, ποσό 10.000 ευρώ την 16.08.2016 και ποσό 10.000 ευρώ την 24.08.2016. Στη συνέχεια, σε απροσδιόριστη ημερομηνία εντός του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Νοεμβρίου 2016 του παρέστηκε ότι αν η προθεσμιακή του κατάθεση υπερέβαινε το ποσό, των 30.000 ευρώ, το επιτόκιο θα ήταν εξαιρετικά ευνοϊκό, πείθοντας τον να του καταβάλει στον αριθμό λογαριασμού … που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα επιπλέον ποσό 9.500 ευρώ στις 21.11.2016 και ποσό 4.500 ευρώ στις 23.11.2016. Ακολούθως, σε απροσδιόριστη ημερομηνία κατά το χρονικό διάστημά από 01.03.2018 έως 27.03.2018 παρέστηκε και πάλι στον παθόντα ότι το επιτόκιο της τράπεζας έγινε ακόμα ευνοϊκότερο για τους έχοντες προθεσμιακές καταθέσεις, πείθοντάς τον με τον τρόπο αυτό να του καταθέσει, στις 28.03.2018 στον αριθμό λογαριασμού … της Εθνικής Τράπεζας επιπλέον ποσό 5.000 ευρώ. Την 17.07.2018, παρέστηκε και πάλι στον παθόντα ότι η τράπεζα της Αμερικής ζητεί ποσό 9.500 ευρώ για τη διευθέτηση διαδικαστικών θεμάτων, πείθοντάς τον έτσι να του καταβάλει αυθημερόν το ανωτέρω ποσό. Με το ίδιο επιχείρημα προς τον παθόντα στις 28.02.2019, 02.10.2019 και 31.03.2020, ότι δηλαδή η αύξηση του κεφαλαίου της προθεσμιακής κατάθεσης θα του αποφέρει μεγαλύτερο κέρδη, τον έπεισε να του καταβάλει στις ίδιες ως άνω ημερομηνίες τα ποσά των 7.000, 5.000 και 12.500 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ την 01.05.2020, παρέστηκε στον εγκαλούντα ότι θα έπρεπε να του δώσει επιπλέον 9.000 ευρώ, για να μπορέσει στο τέλος του έτους να αποδεσμεύσει το κεφάλαιό του από την προθεσμιακή κατάθεση πείθοντάς τον με τον τρόπο αυτό να του καταβάλει ποσό 2.000 ευρώ αυθημερόν και ποσό 4.000 ευρώ στις 26.10.2020. Τα ανωτέρω, ωστόσο, γνώριζε ότι ήταν ψευδή καθώς ο ίδιος δεν τηρούσε λογαριασμούς και καταθέσεις σε τράπεζες της Αμερικής, δεν γνώριζε τραπεζικά στελέχη ούτε είχε ποτέ καταθέσει τα χρήματα που του εμπιστεύθηκε ο παθών σε προθεσμιακή κατάθεση, αλλά τα χρησιμοποιούσε, για να πραγματοποιεί συναλλαγές στο χρηματιστήριο για λογαριασμό του, πέτυχε δε με την ως άνω απατηλή συμπεριφορά του να αποσπάσει από τον παθόντα το συνολικό ποσό των (78.500 ευρώ, από το οποίο, για να συντηρεί την πλάνη του, του επέστρεψε περιοδικές καταβολές, ως δήθεν απόδοση τόκων, συνολικά ποσό 35.468 ευρώ, επιφέροντας έτσι τελικά στην περιουσία του ζημία ύψους 43.032 ευρώ, με αντίστοιχο δικό του περιουσιακό όφελος, στο οποίο εξαρχής απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του εγκληματολογικού του σχεδίου.
Β. Την 03.01.2020, παρέστησε στον εγκαλούντα, Π. Τ., ότι είναι πετυχημένος οικονομολόγος, ότι έχει σημαντικές καταθέσεις σε λογαριασμούς τραπεζών της Αμερικής και γνωριμίες με τραπεζικά στελέχη, που τον καθοδηγούν στην πραγματοποίηση κερδοφόρων προθεσμιακών καταθέσεων και, εφόσον το επιθυμεί, μπορεί να του δώσει - χρήματα, για να τα τοποθετήσει σε ετήσια προθεσμιακή κατάθεση στο δικό του όνομα (του κατηγορουμένου) και στη λήξη της περιόδου εκτοκισμού να του αποδώσει τους τόκους και το κεφάλαιο ακέραιο. Με τον τρόπο αυτό, τον έπεισε να του καταβάλει αυθημερόν το ποσό των 5.000 ευρώ στον αριθμό λογαριασμού … που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα.
Ακολούθως, σε απροσδιόριστη ημερομηνία κατά το χρονικό διάστημα από 10.03.2020 έως 15.03.2020, παρέστησε στον εγκαλούντα ότι αν κατέβαλε επιπλέον χρήματα στον προθεσμιακό, η τράπεζα θα του απέδιδε μεγαλύτερους τόκους, πείθοντας τον με τον τρόπο αυτό να του καταβάλει, στις 31.03.2020, επιπλέον ποσό 10.000 ευρώ. Στη συνέχεια, την 02.06.2020, παρέστησε σε αυτόν ότι θα έπρεπε να του δώσει επιπλέον 10.000 ευρώ, για να συμπληρωθεί η προθεσμιακή του κατάθεση, ποσό το οποίο ο παθών του κατέβαλε αυθημερόν και τέλος, την 24.10.2020, του παρέστησε ότι έπρεπε να καταβληθεί στην τράπεζα επιπλέον ποσό 1.000 ευρώ για την κάλυψη εξόδων, το οποίο, επίσης, ο παθών του κατέβαλε αυθημερόν. Τα ανωτέρω, ωστόσο, γνώριζε ότι ήταν ψευδή, καθώς ο ίδιος δεν τηρούσε λογαριασμούς και καταθέσεις σε τράπεζες της Αμερικής, δεν γνώριζε τραπεζικά στελέχη ούτε είχε ποτέ καταθέσει τα χρήματα που του εμπιστεύθηκε ο παθών σε προθεσμιακή κατάθεση, αλλά τα χρησιμοποιούσε, για να πραγματοποιεί συναλλαγές στο χρηματιστήριο για λογαριασμό του, πέτυχε δε με την ως άνω απατηλή συμπεριφορά του να αποσπάσει από τον παθόντα το συνολικό ποσό των 26.000 ευρώ, από το οποίο, για να συντηρεί την πλάνη του, του επέστρεψε με περιοδικές καταβολές, ως δήθεν απόδοση τόκων, συνολικά ποσό 7.890 ευρώ, επιφέροντας έτσι τελικά στην περιουσία του ζημία ύψους 18.110 ευρώ, με αντίστοιχο δικό του περιουσιακό όφελος, στο οποίο εξαρχής απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του εγκληματικού του σχεδίου.
Με την υπό κρίση αίτηση του ο αιτών διατείνεται, ότι η υπ' αριθ. 2486/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας στρέφεται, είναι εσφαλμένη, στηρίζεται κυρίως στην αρχή της ηθικής απόδειξης, και όπως αποδεικνύεται με ''νέες αποδείξεις'' οι οποίες εκτιμώμενες από μόνες τους αλλά και σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος. Ως ''νέες αποδείξεις'' δε επικαλείται και προσκομίζει την υπ’ αριθ. …/2022 ένορκη κατάθεση του Γ. Π., που ελήφθη στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων για αστική υπόθεση, από την οποία προκύπτει, όπως διατείνεται, ότι οι εγκαλούντες Γ. και Τ. :
1.) γνώριζαν ότι συμμετείχαν σε επένδυση στο χρηματιστήριο, επενδύοντας δικά τους χρήματα και για λογαριασμό τους και δεν προκύπτει ότι τους παρέστησε ότι τα χρήματά τους θα τα τοποθετούσε σε προθεσμιακή κατάθεση,
2.) ότι δεν γινόταν να τους υποσχεθεί ότι το κεφάλαιο τους μπορούσε να είναι εξασφαλισμένο, γνωρίζοντας και οι ίδιοι το ρίσκο των χρηματιστηριακών προϊόντων. Όμως η προαναφερόμενη κατάθεση του Γ. Π. σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέο αποδεικτικό στοιχείο άγνωστο στους δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2486/2023 απόφαση. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατ' έφεση της υπ' αριθ. 1807/2022 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας αυτής απόφασης, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (σελ. 36), ο Γ. Π. καταθέτοντας ως μάρτυρας υπεράσπισης στο πρωτόδικο αυτό δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων .......επειδή οι άνθρωποι ξέρανε ότι ο κύριος Σ. ασχολείται με το χρηματιστήριο πηγαίνανε και του δίνανε τα χρήματα για να τα διαχειριστεί........ο κόσμος γνώριζε ότι στα Γιάννενα ο κος Σ. ασχολούνταν με το χρηματιστήριο και έδινε επιτόκιο καλύτερο.... Ο Μ. γνώρισε τον Γ. εκ των μηνυτών του Σ..... Ο Μ.... Ξέρανε, γνώριζε δηλαδή ότι ήταν χρηματιστήριο. Και κάποια στιγμή έπαιρνε και χρήματα από ότι συζητούσαμε..... όπως και όλοι.. Ο Γ. και ο καθένας...δεν είχαν την εμπειρία ......και εμπιστεύθηκαν τον Σ. Επίσης στην υπ' αριθ. …/2022 ένορκη βεβαίωση του ίδιου που ο αιτών επικαλείται ως νέο στοιχείο, ο Γ. Π. αναφέρει '' τα χρήματα των επενδύσεων τα οποία ο Σ. επένδυε νόμιμα μέσω χρηματιστηριακών εταιριών χάθηκαν στο χρηματιστήριο, λόγω των επιλογών του σε συνδυασμό με το οικονομικό κλίμα που διαμορφώθηκε...Ο Σ. υπήρξε έντιμος ως άνθρωπος....Εάν είχε σκοπό να εξαπατήσει οιονδήποτε θα φρόντιζε να μην έχει τίποτα στο όνομά του..... Δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι ο αιτών κατηγορούμενος εξαπάτησε τους εγκαλούντες και χρησιμοποίησε τα χρήματά τους για να πραγματοποιεί συναλλαγές στο χρηματιστήριο για λογαριασμό του, επισημαίνοντας στην απόφασή του (σελ. 61), '' ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ουδέποτε ανέφερε για περιοδική απόδοση τόκων των χρημάτων τους (των εγκαλούντων) δεν είναι αληθής αφού έρχεται σε αντίθεση με μήνυμα sms .....που είχε αποστείλει ο ίδιος στον Π. Τ....
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ότι οι εγκαλούντες γνώριζαν την δράση του κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι'' Με βάση τα όσα παραπάνω εκτέθηκαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, αφού τα όσα διαλαμβάνονται σε αυτή δεν συνιστούν νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα, άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά είτε αμέσως είτε εμμέσως ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν από αυτούς, να μην ανασταλεί δε η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (αρθ. 578 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ να απορριφθεί η από …2024 αίτηση του Ι. Σ. του Ε., κατοίκου ..., με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2486/2023 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, να μην ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης αυτής και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (250 ΕΥΡΩ).
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Κωσταρέλλος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ [Ν. 4620/2019], όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 162 του Ν. 4855/2021, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο, και αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε [περ. 2]. Κατά την αληθινή έννοια της παραπάνω διάταξης "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες ασχέτως αν υπήρχαν πριν την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει μετά την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες από μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 386/2025, ΑΠ 665/2023). Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, απαιτείται να ήταν άγνωστες στον καταδικασθέντα, διότι διαφορετικά θα μπορούσε θα μπορούσε να τις είχε προσκομίσει, πρέπει δε να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου, με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τέλεσης ορισμένου εγκλήματος (ΑΠ 386/2025, ΑΠ 603/2022, ΑΠ 1549/2018). Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ενώ δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως, και απορρίφθηκαν ή δεν άσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΑΠ 386/2025). Τέλος δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Τα παραπάνω συμπορεύονται και με τη νέα διάταξη του άρθρου 462 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 137 του Ν. 4855/2021, κατά την οποία η επανάληψη διαδικασίας δεν χαρακτηρίζεται πλέον έκτακτο ένδικο μέσο, αλλά και με το σκοπό της, σύμφωνα με τον οποίο δεν συνάδει η αναγνώριση στη διαδικασία αυτή της διενέργειας ενός ανάλογου των τακτικών ενδίκων μέσων ελέγχου της νομικής και ουσιαστικής ορθότητας της δικαστικής απόφασης (ΑΠ 386/2025, ΑΠ 603/2022, ΑΠ 243/2021).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 528 §§ 1, 3 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή το σύζυγο του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δεύτερου βαθμού, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που τον καταδίκασε και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση. Τέλος, η αίτηση επανάληψης διαδικασίας μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε, μη υποκείμενη σε προθεσμία, μόνον όμως, σε περατωθείσα με αμετάκλητη απόφαση οιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου ποινική διαδικασία, εφ' όσον με τη συγκεκριμένη απόφαση χαρακτηρίστηκε το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα και μόνον στις περιοριστικά οριζόμενες στις παραπάνω διατάξεις περιπτώσεις.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 528 § 3 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το παραδεκτό της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η επανάληψη και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, καθώς και τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη του αιτούντος και το περιεχόμενο αυτών, ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αίτησης από το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που επιλαμβάνεται αυτής, διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 386/2025). Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 529 § 1 εδ. α' και 528 § 3 του ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 531 του ιδίου ως άνω ΚΠΔ ορίζει ότι: "Μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το συμβούλιο που είναι αρμόδιο να την κρίνει, αποφαίνεται μέσα σε τρεις ημέρες, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής εφόσον υποβληθεί αίτημα από τον εισαγγελέα ή τον καταδικασμένο". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η παραδοχή της αίτησης αναστολής προϋποθέτει ασκηθείσα, τυπικά παραδεκτή αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Επίσης, νόμιμα με την αίτηση αυτή (επανάληψης της διαδικασίας) ασκείται και αυτοτελής αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας και εκτιόμενης ποινής (ΑΠ 250/2023, ΑΠ 603/2022, Α.Π. 200/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών, Ι. Σ. του Ε., κάτοικος ..., με την κρινόμενη από …/2024 (αριθμ. πρωτ. ...2024) αίτησή του, ζητεί προς το συμφέρον του την επανάληψη της διαδικασίας επί των εις βάρος του κατηγοριών για απάτη κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (άρθ. 94 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1α ΠΚ), για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2486/2023 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε η από 18.1.2024 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 908/2.7.2024 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ζ' Ποινικό Τμήμα) και έτσι κατέστη αμετάκλητη για το λόγο ότι, μετά την κατά τα άνω καταδίκη του, προέκυψαν νέες αποδείξεις που καταδεικνύουν, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος των εν λόγω αξιόποινων πράξεων. Η αίτηση αυτή, παραδεκτά εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου δια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αφού η προαναφερθείσα απόφαση εκδόθηκε από Εφετείο (άρθρα 528 παρ. 3 και 529 του νέου ΚΠΔ), όπως επίσης παραδεκτά εισάγεται και η εμπεριεχόμενη σε αυτήν αίτηση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας σε βάρος του αιτούντος, με την ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 528 παρ. 1 και 3, 529, 531 του ΚΠΔ και, επομένως, οι προαναφερόμενες αιτήσεις (αίτηση επανάληψης της διαδικασίας και αίτηση αναστολής εκτέλεσης) πρέπει να συνεκδικαστούν και να εξεταστούν περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία και, ειδικότερα, προκύπτει, ότι το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατά το είδος τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος του σκεπτικού της: "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα και στα Ιωάννινα κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-1-2016 έως 1-5-2020 και 3-01-2020 έως 24-10-2020, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και με ενότητα δόλου, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος είναι πρώτος εξάδελφος του παιδικού φίλου και κουμπάρου του εγκαλούντος Γ. Γ., Γ. Μ. του Μ. Περί το έτος 2016 ο εγκαλών γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο και την σύζυγό του σε κοινή παρέα στα Ιωάννινα. Μετά την ως άνω γνωριμία τους, ο εγκαλούμενος επέμενε να συναντηθούν στην Αθήνα, όπου ερχόταν συχνά για επαγγελματικούς λόγους, καθώς ήθελε να του προτείνει ένα αποταμιευτικό και συνάμα επενδυτικό πρόγραμμα, το οποίο μάλιστα είχε προτείνει και στον ανωτέρω κουμπάρο του πρώτου εγκαλούντος. Στα πλαίσια αυτά στις αρχές του έτους 2016, συναντήθηκαν ο πρώτος εγκαλών με τον κατηγορούμενο στην Αθήνα, έπειτα από έντονη προτροπή του. Στην συνάντηση αυτή ο κατηγορούμενος, εμφανίσθηκε ως επιτυχημένος οικονομολόγος, αξιόπιστος και φερέγγυος με μεγάλη οικονομική ευρωστία, παρουσίασε δε στον πρώτο εγκαλούντα ψευδή περιστατικά ως αληθινά και συγκεκριμένα ότι λόγω των υψηλών χρηματικών καταθέσεών του σε τράπεζα στην Αμερική, είχε αναπτύξει γνωριμίες με στελέχη αυτής και μπορούσε να ανοίγει στο όνομά του λογαριασμούς προθεσμιακής κατάθεσης που απέδιδαν άμεσα υψηλό επιτόκιο στους καταθέτες. Με την ως άνω παρουσίαση των ψευδών αυτών περιστατικών ως αληθινών, έπεισε τον πρώτο εγκαλούντα να καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό του το ποσό των 20.000 ευρώ, με σκοπό να το καταθέσει εν συνεχεία, στην ως άνω τράπεζα σε προθεσμιακό λογαριασμό, ώστε να του αποδίδει σε τακτά χρονικά διαστήματα το νόμιμο επιτόκιο κατά την συμφωνία τους. Μάλιστα ο κατηγορούμενος, διαβεβαίωσε τον πρώτο εγκαλούντα ότι το κεφάλαιο των 20.000 ευρώ θα παρέμενε αλώβητο και θα του το απέδιδε όταν αποφάσιζε αυτός. Σύμφωνα με την συμφωνία τους, αρχές του 2016 κατέθεσε σε λογαριασμό του κατηγορουμένου, μέσω της μητέρας του πρώτου εγκαλούντος Π. Σ., η οποία είχε στην οικία της τις οικονομίες του πρώτου εγκαλούντος, το ποσό των 20.000 ευρώ, όντας πεπεισμένος από τα λεγάμενα του κατηγορουμένου, ότι, αφενός μετά τη λήξη της ετήσιας προθεσμιακής κατάθεσης, θα μπορούσε να πάρει πίσω το ποσό αυτό, αφετέρου ότι θα ελάμβανε ευνοϊκό επιτόκιο, από την κατάθεση αυτή. Ο κατηγορούμενος, επίσης, υποστήριξε, ότι λόγω της ιδιαίτερης υπάρχουσας σχέσης που είχε αυτός με την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία στην Αμερική, ήταν καλύτερο να φαίνεται δικό του όνομα στην προθεσμιακή κατάθεση και ότι θα του κατέθετε ο ίδιος το μηνιαίο επιτόκιο στον λογαριασμό του. Η πρόταση αυτή φάνηκε ενδιαφέρουσα στον πρώτο εγκαλούντα, δεδομένου ότι αυτός ως στρατιωτικός μουσικός, δεν είχε γνώση οικονομικών και έτσι εμπιστεύτηκε τα ως άνω λεγάμενα του κατηγορουμένου, καθώς μάλιστα την ίδια διαδικασία είχε ξεκινήσει και στον φίλο του Γ. Μ., εξάδελφό του. Ο κατηγορούμενος, επίσης για να επιβεβαιώσει τις ψευδείς παραστάσεις του, διήγαγε βίο πολυτελή και παρουσιαζόταν ως πολύ ευκατάστατος με μεγάλη οικονομική επιφάνεια γεγονότα που συντέλεσαν ακόμα περισσότερο στο να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του. Στις 7-10-2016 ο κατηγορούμενος κατέθεσε στον υπ' αριθμ. … τραπεζικό λογαριασμό που ο πρώτος εγκαλών τηρεί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ποσό 788 ευρώ ως το πρώτο επιτόκιο από την δήθεν ως άνω προθεσμιακή κατάθεση, ώστε να διατηρήσει την ανωτέρω πλάνη του πρώτου εγκαλούντος. Αρχές Νοεμβρίου του έτους 2016, ο πρώτος εγκαλών συνάντησε τον κατηγορούμενος στην Αθήνα εκ νέου, ο οποίος τον προέτρεψε για άλλη μία φορά να καταθέσει επιπλέον το ποσό των 14.000 ευρώ στην ανωτέρω δήθεν προθεσμιακή κατάθεση, καθώς όπως ισχυρίστηκε για καταθέσεις άνω των 30.000 ευρώ το επιτόκιο ήταν πιο ευνοϊκό. Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας, στις 21-11-2016 η μητέρα του πρώτου εγκαλούντος Π. Σ., η οποία είχε στην οικία της, τις οικονομίες του πρώτου εγκαλούντος, κατέθεσε για λογαριασμό του, έπειτα από εντολή του σε τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου στην Εθνική Τράπεζα με αριθμό … το ποσό των 9.5000 ευρώ και στις 23-11-2016 το ποσό των 4.500 ευρώ. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου εγκαλούντος ως δήθεν επιτόκιο για την ως άνω προθεσμιακή του κατάθεση τα ποσά στις 10-1-2017 των 500 ευρώ, στις 9-2-2017 των 1000 ευρώ, στις 16-5-2017 των 510 ευρώ, στις 14-6-2017 των 1000 ευρώ, στις 13-9-2017 των 500 ευρώ, στις 12-10-2017 των 1000 ευρώ, στις 15-1-2018 των 500 ευρώ και στις 15-2-1018 των 1000 ευρώ. Συνολικά δηλαδή το ποσό των 6.798 ευρώ έως τον Φεβρουάριο του 2018. Τον Μάρτιο του 2018 ο κατηγορούμενος σε συνάντησή του με τον πρώτο εγκαλούντα στην Αθήνα, του ζήτησε να ανανεώσει για άλλο ένα έτος την ως άνω προθεσμιακή του κατάθεση, καθώς το επιτόκιο των προθεσμιακών καταθέσεων, δήθεν είχε ανέβει κι άλλο και για άλλη μία φορά παρουσιάζοντας νέα ψευδή γεγονότα ως αληθινά, έπεισε τον πρώτο εγκαλούντα να ανανεώσει την προθεσμιακή κατάθεση αυτή, για άλλο ένα έτος καταθέτοντας για το σκοπό αυτό στις 28-3-2018 το ποσό των 5.000 ευρώ. Την 17.7.2018 παρέστησε και πάλι στον παθόντα ότι η Τράπεζα της Αμερικής ζητεί ποσό 9 500 ευρώ για την διευθέτηση διαδικαστικών θεμάτων, πείθοντας έτσι τον πρώτο εγκαλούντα να του καταβάλει αυθημερόν το ποσό αυτό. Με το ίδιο επιχείρημα προς τον παθόντα στις 28-2-2019, 2-10-2019 και 31-03-2020, ότι δηλαδή η αύξηση του κεφαλαίου της προθεσμιακής κατάθεσης θα του αποφέρει μεγαλύτερα κέρδη, τον έπεισε να του καταβάλει στις ίδιες ως αν ημερομηνίες τα ποσά των 7.000, 5.000, και 12.500 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ, την 1-5-2020 παρέστησε στον πρώτο εγκαλούντα ότι θα έπρεπε να του δώσει επιπλέον 9.000 ευρώ, για να μπορέσει στο τέλος του έτους να αποδεσμεύσει το κεφάλαιό του από την προθεσμιακή κατάθεση, πείθοντάς τον με αυτό τον τρόπο να του καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ αυθημερόν και ποσό 4.000 ευρώ στις 26-10-2020. Αντίθετα δεν προέκυψε από παραστατικά η καταβολή των 3000 ευρώ την 29-9-2020 που επικαλείται ο πρώτος εγκαλών. Τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή, καθώς ο ίδιος δεν τηρούσε λογαριασμούς και καταθέσεις σε τράπεζες της Αμερικής, δεν γνώριζε τραπεζικά στελέχη, ούτε είχε ποτέ καταθέσει χρήματα που του εμπιστεύθηκε ο πρώτος εγκαλών σε προθεσμιακή κατάθεση, αλλά χρησιμοποιούσε τα ως άνω χρήματα για να πραγματοποιεί συναλλαγές στο χρηματιστήριο για λογαριασμό του, πέτυχε δε με την ως άνω απατηλή συμπεριφορά του να αποσπάσει από τον πρώτο εγκαλούντα το ποσό 78.500 ευρώ, από το οποίο για να συντηρεί την πλάνη του, του επέστρεψε με περιοδικές καταβολές, ως δήθεν απόδοση το ποσό των 35.468 ευρώ συνολικά, επιφέροντας έτσι τελικά στην περιουσία του πρώτου εγκαλούντος ζημία ύψους 43.032 ευρώ, με αντίστοιχο δικό του περιουσιακό όφελος στο οποίο εξαρχής απέβλεπε, με τις μερικότερες πράξεις του εγκληματικού του σχεδίου. Αποδείχθηκε πέραν κάθε αμφιβολίας ότι όλες οι συμφωνίες που περιγράφονται για την μεταφορά των χρημάτων από τον πρώτο εγκαλούντα στον κατηγορούμενο έλαβαν χώρα στην Αθήνα και ότι το σύνολο των χρημάτων αυτών ανήκαν στον ίδιο και όχι στην μητέρα του, η οποία ενήργησε κατ' εντολή και λογαριασμό του, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αρχές του έτους 2021 ο πρώτος εγκαλών αποφάσισε να λάβει πίσω το κεφάλαιο του ή έστω μέρος αυτού, όπως προηγουμένως τον είχε διαβεβαιώσει ο κατηγορούμενος. Μετά από πολλές τηλεφωνικές του οχλήσεις προς αυτόν, για απόδοση του κεφαλαίου του, ο κατηγορούμενος άρχισε να προβάλει διάφορες δικαιολογίες όπως ότι η προθεσμιακή κατάθεση ανανεώθηκε αυτοδικαίως. Μάλιστα την 3-2-2021 ο εγκαλούμενος απέστειλε στον πρώτο εγκαλούντα ηλεκτρονικό μήνυμα μέσω της εφαρμογής viber, το οποίο αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και από το περιεχόμενο του οποίου προέκυπτε η απώλεια του κεφαλαίου του πρώτου εγκαλούντος. Επίσης αποδείχθηκε σε σχέση με τον δεύτερο εγκαλούντα Π. Τ., ότι κατά το χρονικό διάστημα από 3-1-2020 έως 24-10-2020, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και με ενότητα δόλου, έβλαψε την περιουσία του ανωτέρω, πείθοντάς τον σε πράξη, με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών με σκοπό από τη βλάβη αυτή της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα την 3-1-2020 παρέστησε στον δεύτερο εγκαλούντα, τον οποίο εγνώρισε σε κοινή παρέα με τον πρώτο εγκαλούντα, ότι είναι πετυχημένος οικονομολόγος, ότι έχει σημαντικές καταθέσεις σε λογαριασμούς τραπεζών στην Αμερική και γνωριμίες με τραπεζικά στελέχη, που τον καθοδηγούν στην πραγματοποίηση κερδοφόρων προθεσμιακών καταθέσεων και εφόσον το επιθυμεί, μπορεί να του δώσει χρήματα, για να τα τοποθετήσει σε ετήσια προθεσμιακή κατάθεση στο δικό του όνομα, δηλαδή του κατηγορουμένου, και στην λήξη της περιόδου εκτοκισμού να του αποδώσει τους τόκους και το κεφάλαιο ακέραιο. Με τον τρόπο αυτό, τον έπεισε να του καταβάλει αυθημερόν, το ποσό των 5.000 ευρώ, στον με αριθμό … λογαριασμό που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα. Ακολούθως σε απροσδιόριστη ημερομηνία κατά το χρονικό διάστημα από 10-3-2020 έως 15-3-2020, παρέστησε στον δεύτερο εγκαλούντα ότι αν κατέβαλε επιπλέον χρήματα στον προθεσμιακό, η τράπεζα θα του απέδιδε μεγαλύτερους τόκους, πείθοντάς τον με τον τρόπο αυτό, να του καταβάλει στις 31-3-2020, επιπλέον το ποσό των 10.000 ευρώ. Στην συνέχεια στις 2-6-2020 παρέστησε σε αυτόν ότι θα έπρεπε να του δώσει επιπλέον 10.000 ευρώ, για να συμπληρωθεί η προθεσμιακή του κατάθεση, ποσό το οποίο ο δεύτερος εγκαλών του κατέβαλε αυθημερόν και τέλος, την 24- 10-2020 του παρέστησε ψευδώς ότι έπρεπε να καταβληθεί στην Τράπεζα επιπλέον ποσό 1000 ευρώ για την κάλυψη εξόδων, το οποίο, ο δεύτερος εγκαλών του κατέβαλε αυθημερόν. Τα ανωτέρω, ωστόσο, γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι ήταν ψευδή, καθώς ο ίδιος δεν τηρούσε λογαριασμούς και καταθέσεις σε τράπεζες στην Αμερική, δεν γνώριζε τραπεζικά στελέχη, ούτε είχε ποτέ καταθέσει τα χρήματα που του εμπιστεύθηκε ο δεύτερος εγκαλών σε προθεσμιακή κατάθεση, αλλά τα χρησιμοποιούσε, για να πραγματοποιεί συναλλαγές στο χρηματιστήριο για λογαριασμό του, πέτυχε δε με την ως άνω απατηλή συμπεριφορά του να αποσπάσει από τον δεύτερο εγκαλούντα το ποσό των 26.000 ευρώ, από το οποίο, για να συντηρεί την πλάνη του, του επέστρεψε με περιοδικές καταβολές, ως δήθεν απόδοση τόκων, συνολικά ποσό 7.890 ευρώ, επιφέροντάς του έτσι τελικά ζημία στην περιουσία του ύψους 18.110 ευρώ, με αντίστοιχο δικό του περιουσιακό του όφελος, στο οποίο εξαρχής απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του εγκληματικού του σχεδίου. Ο δεύτερος εγκαλών κατάλαβε την εξαπάτησή του την 12-1-2021 όταν ζήτησε με μήνυμα μέσω viber από τον κατηγορούμενο το ποσό των 5.000 ευρώ από το κεφάλαιο του και ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να το αποδώσει επικαλούμενος διάφορες αβάσιμες δικαιολογίες. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές αποδεικνύεται η από τον κατηγορούμενο τέλεση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης κατ' εξακολούθηση. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στις σαφείς και κατηγορηματικές μαρτυρικές καταθέσεις των παθόντων εγκαλούντων, οι οποίοι αμφότεροι κατέθεσαν ότι ο κατηγορούμενος τους παρέπεισε προκειμένου να τους αποσπάσει χρηματικά ποσά και να τα καρπωθεί παράνομα , αναφέροντάς τους πανομοιότυπα και στους δύο, ότι έχει γνωριμίες με τραπεζικά στελέχη στην Αμερική και τη δυνατότητα να επενδύσουν σε κερδοφόρε προθεσμιακές καταθέσεις εγγυώμενος για την ασφάλεια του κεφαλαίου τους. Ο ισχυρισμός δε του κατηγορουμένου ότι ουδέποτε ανέφερε για περιοδική απόδοση τόκων των χρημάτων τους δεν είναι αληθής, αφού έρχεται σε αντίθεση με μήνυμα sms μέσω της πλατφόρμας επικοινωνίας viber που είχε αποστείλει ο ίδιος στον Π. Τ., το οποίο αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, στο οποίο ο κατηγορούμενος σε ερώτηση του ως άνω εγκαλούντος ότι χρειαζόταν 500 ευρώ του απάντησε ότι "έχουμε τόκους διμήνου από τα 5.000 ευρώ".
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, ότι οι εγκαλούντες γνώριζαν την δράση του κρίνονται απορριπτέαι ως αβάσιμοι.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, να αναγνωρισθεί δε το πρωτοδίκως αναγνωρισθέν ελαφρυντικό εκ του άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ.".
Ακολούθως το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουσίας, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας για την πράξη της απάτης, κατ' εξακολούθηση, με το ακόλουθο διατακτικό :
"Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' του Π.Κ. ως πρωτοδίκως του ότι: Στην Αθήνα και τα Ιωάννινα, κατά τα χρονικά διαστήματα από 01.01.2016 έως 01.05.2020 και από 03.01.2020 έως 24.10.2020 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και με ενότητα δόλου έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ειδικότερα: Α. Αρχές Ιανουάριου του 2016 παρέστηκε στον εγκαλούντα Κ. Γ. ότι είναι πετυχημένος οικονομολόγος, ότι έχει σημαντικές καταθέσεις σε λογαριασμούς τραπεζών της Αμερικής και γνωριμίες με τραπεζικά στελέχη, που τον καθοδηγούν στην πραγματοποίηση κερδοφόρων προθεσμιακών καταθέσεων και, εφόσον το επιθυμεί, μπορεί να του δώσει χρήματα, για να τα τοποθετήσει σε προθεσμιακή κατάθεση στο δικό του όνομα (του κατηγορουμένου) και να του αποδώσει τους τόκους στη λήξη της περιόδου εκτοκισμού, περαιτέρω δε ότι αν κατά τη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης δεν ήθελε να ανανεώσει τη διάρκειά της, το κεφάλαιό του ήταν εξασφαλισμένο και θα του το επέστρεφε άμεσα και στο ακέραιο. Με τον τρόπο αυτό, τον έπεισε να του καταβάλει, μέσω λογαριασμού που τηρούσε η μητέρα του στην Τράπεζα Πειραιώς, ποσό 10.000 ευρώ την 16.08.2016 και ποσό 10.000 ευρώ την 24.08.2016. Στη συνέχεια, σε απροσδιόριστη ημερομηνία εντός του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Νοεμβρίου 2016 του παρέστηκε ότι αν η προθεσμιακή του κατάθεση υπερέβαινε το ποσό των 30.000 ευρώ, το επιτόκιο θα ήταν εξαιρετικά ευνοϊκό, πείθοντάς τον να του καταβάλει στον αριθμό λογαριασμού … που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα επιπλέον ποσό 9.500 ευρώ στις 21.11.2016 και ποσό 4.500 ευρώ στις 23.11.2016. Ακολούθως, σε απροσδιόριστη ημερομηνία κατά το χρονικό διάστημά από 01.03.2018 έως 27.03.2018 παρέστηκε και πάλι στον παθόντα ότι το επιτόκιο της τράπεζας έγινε ακόμα ευνοϊκότερο για τους έχοντες προθεσμιακές καταθέσεις, πείθοντάς τον με τον τρόπο αυτό να του καταθέσει, στις 28.03.2018 στον αριθμό λογαριασμού … της Εθνικής Τράπεζας επιπλέον ποσό 5.000 ευρώ. Την 17.07.2018, παρέστηκε και πάλι στον παθόντα ότι η τράπεζα της Αμερικής ζητεί ποσό 9.500 ευρώ για τη διευθέτηση διαδικαστικών θεμάτων, πείθοντάς τον έτσι να του καταβάλει αυθημερόν το ανωτέρω ποσό. Με το ίδιο επιχείρημα προς τον παθόντα στις 28.02.2019, 02.10.2019 και 31.03.2020, ότι δηλαδή η αύξηση του κεφαλαίου της προθεσμιακής κατάθεσης θα του αποφέρει μεγαλύτερο κέρδη, τον έπεισε να του καταβάλει στις ίδιες ως άνω ημερομηνίες τα ποσά των 7.000, 5.000 και 12.500 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ την 01.05.2020, παρέστηκε στον εγκαλούντα ότι θα έπρεπε να του δώσει επιπλέον 9.000 ευρώ, για να μπορέσει στο τέλος του έτους να αποδεσμεύσει το κεφάλαιό του από την προθεσμιακή κατάθεση πείθοντάς τον με τον τρόπο αυτό να του καταβάλει ποσό 2.000 ευρώ αυθημερόν και ποσό 4.000 ευρώ στις 26.10.2020. Τα ανωτέρω, ωστόσο, γνώριζε ότι ήταν ψευδή καθώς ο ίδιος δεν τηρούσε λογαριασμούς και καταθέσεις σε τράπεζες της Αμερικής, δεν γνώριζε τραπεζικά στελέχη ούτε είχε ποτέ καταθέσει τα χρήματα που του εμπιστεύθηκε ο παθών σε προθεσμιακή κατάθεση, αλλά τα χρησιμοποιούσε, για να πραγματοποιεί συναλλαγές στο χρηματιστήριο για λογαριασμό του, πέτυχε δε με την ως άνω απατηλή συμπεριφορά του να αποσπάσει από τον παθόντα το συνολικό ποσό των 78.500 ευρώ, από το οποίο, για να συντηρεί την πλάνη του, του επέστρεψε με περιοδικές καταβολές, ως δήθεν απόδοση τόκων, συνολικά ποσό 35.468 ευρώ, επιφέροντας έτσι τελικά στην περιουσία του ζημία ύψους 43.032 ευρώ, με αντίστοιχο δικό του περιουσιακό όφελος, στο οποίο εξαρχής απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του εγκληματολογικού του σχεδίου.
Β. Την 03.01.2020, παρέστησε στον εγκαλούντα, Π. Τ., ότι είναι πετυχημένος οικονομολόγος, ότι έχει σημαντικές καταθέσεις σε λογαριασμούς τραπεζών της Αμερικής και γνωριμίες με τραπεζικά στελέχη, που τον καθοδηγούν στην πραγματοποίηση κερδοφόρων προθεσμιακών καταθέσεων και, εφόσον το επιθυμεί, μπορεί να του δώσει - χρήματα, για να τα τοποθετήσει σε ετήσια προθεσμιακή κατάθεση στο δικό του όνομα (του κατηγορουμένου) και στη λήξη της περιόδου εκτοκισμού να του αποδώσει τους τόκους και το κεφάλαιο ακέραιο. Με τον τρόπο αυτό, τον έπεισε να του καταβάλει αυθημερόν το ποσό των 5.000 ευρώ στον αριθμό λογαριασμού … που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα. Ακολούθως, σε απροσδιόριστη ημερομηνία κατά το χρονικό διάστημα από 10.03.2020 έως 15.03.2020, παρέστησε στον εγκαλούντα ότι αν κατέβαλε επιπλέον χρήματα στον προθεσμιακό, η τράπεζα θα του απέδιδε μεγαλύτερους τόκους, πείθοντάς τον με τον τρόπο αυτό να του καταβάλει, στις 31.03.2020, επιπλέον ποσό 10.000 ευρώ. Στη συνέχεια, την 02.06.2020, παρέστησε σε αυτόν ότι θα έπρεπε να του δώσει επιπλέον 10.000 ευρώ, για να συμπληρωθεί η προθεσμιακή του κατάθεση, ποσό το οποίο ο παθών του κατέβαλε αυθημερόν και τέλος, την 24.10.2020, του παρέστησε ότι έπρεπε να καταβληθεί στην τράπεζα επιπλέον ποσό 1.000 ευρώ για την κάλυψη εξόδων, το οποίο, επίσης, ο παθών του κατέβαλε αυθημερόν. Τα ανωτέρω, ωστόσο, γνώριζε ότι ήταν ψευδή, καθώς ο ίδιος δεν τηρούσε λογαριασμούς και καταθέσεις σε τράπεζες της Αμερικής, δεν γνώριζε τραπεζικά στελέχη ούτε είχε ποτέ καταθέσει τα χρήματα που του εμπιστεύθηκε ο παθών σε προθεσμιακή κατάθεση, αλλά τα χρησιμοποιούσε, για να πραγματοποιεί συναλλαγές στο χρηματιστήριο για λογαριασμό του, πέτυχε δε με την ως άνω απατηλή συμπεριφορά του να αποσπάσει από τον παθόντα το συνολικό ποσό των 26.000 ευρώ, από το οποίο, για να συντηρεί την πλάνη του, του επέστρεψε με περιοδικές καταβολές, ως δήθεν απόδοση τόκων, συνολικά ποσό 7.890 ευρώ, επιφέροντας έτσι τελικά στην περιουσία του ζημία ύψους 18.110 ευρώ, με αντίστοιχο δικό του περιουσιακό όφελος, στο οποίο εξαρχής απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του εγκληματικού του σχεδίου".
Μετά δε την απαγγελία της παραπάνω απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας, καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2486/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε η από …2024 αίτηση αναίρεσης, η οποία, κατά τα ανωτέρω, απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 908/2.7.2024 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ήδη ο αιτών, με την υπό κρίση αίτησή του, επιδιώκοντας την επανάληψη της ποινικής αυτής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την άνω απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας, που, όπως προαναφέρθηκε, έχει καταστεί αμετάκλητη, διατείνεται, ότι η υπ' αριθ. 2486/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας στρέφεται, είναι εσφαλμένη, ότι στηρίζεται κυρίως στην αρχή της ηθικής απόδειξης και ότι, όπως αποδεικνύεται, με "νέες αποδείξεις" οι οποίες εκτιμώμενες από μόνες τους αλλά και σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος. Ως "νέες αποδείξεις" δε επικαλείται και προσκομίζει την υπ' αριθμ. …/2022 ένορκη κατάθεση του Γ. Π., που ελήφθη στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων για αστική υπόθεση, από την οποία προκύπτει, όπως διατείνεται, ότι οι εγκαλούντες Γ. και Τ. :
1) γνώριζαν ότι συμμετείχαν σε επένδυση στο χρηματιστήριο, επενδύοντας δικά τους χρήματα και για λογαριασμό τους και δεν προκύπτει ότι τους παρέστησε ότι τα χρήματά τους θα τα τοποθετούσε σε προθεσμιακή κατάθεση,
2) ότι δεν γινόταν να τους υποσχεθεί ότι το κεφάλαιό τους μπορούσε να είναι εξασφαλισμένο, γνωρίζοντας και οι ίδιοι το ρίσκο των χρηματιστηριακών προϊόντων. Ειδικότερα δε, στην υπ' αριθμ. …/2022 ένορκη κατάθεση του Γ. Π., που ελήφθη στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων για αστική υπόθεση, αναφέρεται ότι: "Γνωρίζω πολύ καλά τον Σ. Ι., είμαστε παιδικοί φίλοι, ήδη από τα 15 χρόνια της ηλικίας μας, κάνουμε παρέα επί 37 ολόκληρα χρόνια και γνωρίζω με λεπτομέρεια όλες τις πτυχές της ζωής του. Ο Γ. είναι παιδί μεταναστών της Γερμανίας. Από 15 χρονών και μέχρι τον διορισμό του στο Δημόσιο δούλευε και στο καφενείο του πατέρα του και σε διάφορες άλλες δουλειές για να σπουδάσει. Πήρε πτυχίο Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Είναι παντρεμένος με την Κ. Α. από το 2004 με την οποία από το 2021 είναι σε διάσταση εξ αιτίας του χρηματιστηρίου. Έχει δύο ανήλικα παιδιά 14 και 17 ετών τα οποία πάντα φοιτούσαν και φοιτούν και σήμερα στα δημόσια σχολεία της περιοχής. Εργάστηκε ως επαγγελματίας ιδιώτης λογιστής, είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ιωαννίνων. Από το 1997 είναι δημόσιος υπάλληλος, αρχικά στον ΟΕΚ έως το 2012 και μετά έως και σήμερα στον ΟΑΕΔ (Περιφερειακή Δ/νση Ηπείρου) όπου είναι υπεύθυνος για την μισθοδοσία των υπαλλήλων της Περιφερειακής Διεύθυνσης που απαριθμεί 220 περίπου άτομα. Μένει στην … στην … Ιωαννίνων σε οικία 80 περίπου τ.μ. στον Γ όροφο οικοδομής του 1974 που είναι κατασκευασμένη από τον πατέρα του ο οποίος διαμένει στον κάτω όροφο 80 τ.μ. Σε αυτά τα διαμερίσματα είναι ψιλός κύριος, την επικαρπία έχει ο πατέρας του και έχει ακόμη ένα οικόπεδο στο ορεινό χωριό Δαφνούλα. Αυτά είναι και τα μοναδικά ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία και από οχήματα έχει ένα ΙΧΕ μοντέλο του 2008 και ένα μηχανάκι του 1999. Γνωρίζω ότι τα περιουσιακά του στοιχεία είναι εκεί αμετάβλητα όλα αυτά τα χρόνια και μετά την απώλεια των χρημάτων στο χρηματιστήριο και μέχρι σήμερα. Είναι άνθρωπος απλός με λιτή και μετρημένη ζωή, εργάζεται καθημερινά, οι έξοδοί του ήταν και είναι μετρημένες κυρίως σε ουζερί και σε ταβέρνες με την οικογένεια και φίλους, η διασκέδασή του είναι η ορειβασία και το κάμπιγκ. Δεν κάνει ταξίδια, οι διακοπές του είναι κυρίως με σκηνές, την τελευταία 5 ετία στην Αθήνα πήγε 4 η 5 φορές για οικογενειακούς λόγους κυρίως υγείας του παιδιού του και στο εξωτερικό όσο χρόνια τον γνωρίζω πήγε μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού φορές Η γυναίκα του η οποία αποπληρώνει ακόμη δάνεια που πήρε για τα πατρικά της στην Κέρκυρα από το 1992 και μετά εργάστηκε σε διάφορες εργασίες σχεδιάστρια και Γραμματέας, εν συνεχεία με πρόγραμμα του ΟΑΕΔ σαν επιστάτρια στο 27° δημοτικός σχολείο, μετά ως πωλήτρια στο κατάστημα δώρων ... έως το 2016. Εν συνεχεία έμεινε άνεργη για κάνοντας αιτήσεις σε σούπερ μάρκετ κλπ και από τον Απρίλιο του 2021 εργάζεται ως πωλήτρια στον Μασούτη. Το ότι είναι απλός άνθρωπος κλασσικός δημόσιος υπάλληλος με λιτή και απέριττη ζωή το γνωρίζουν και οι πέτρες στα Ιωάννινα. Η ενασχόληση με το χρηματιστήριο αποτελεί, ακόμη από τα φοιτητικά του χρόνια την αγαπημένη του ασχολία και επενδύει σε αυτό μετά τις σπουδές του, από όταν είχε τα πρώτα του εισοδήματα 24 χρονών ως λογιστής και μετέπειτα ως Δημόσιος υπάλληλος. Δεν υπάρχει άνθρωπος στον κοινωνικό του περίγυρο (φίλοι συγγενείς, συνάδερφοι) που να μην γνωρίζουν την σχεδόν επαγγελματική του ασχολία με χρηματιστηριακά προϊόντα. Τον Γ. τον παρακαλούσαν μέσω των γνωστών του διάφοροι στα Γιάννενα να επενδύσει χρήματα για λογαριασμό τους. Τόσο σε εμένα όσο και σε άλλους που ήθελαν να επενδύσουν, σε συζητήσεις με τους οποίους έτυχε να είμαι μπροστά ο Γ. πάντα ήταν αισιόδοξος ως προς την τύχη των επενδύσεων και τις προσδοκίες του για υψηλές αποδόσεις, τις οποίες βάσιζε στις δικές του ικανότητες και γνώσεις, αλλά πάντα και σε μένα έλεγε και προειδοποιούσε και όλοι όσοι του δίναμε χρήματα για επένδυση το γνωρίζαμε ότι οι ψηλές αποδόσεις έχουν και ψηλό ρίσκο απώλειας και του κεφαλαίου. Άλλωστε δεν υπάρχει ούτε ένα άνθρωπος στην χωρά μας μετά την κρίση του χρηματιστηρίου την δεκαετία του 2000 ο οποίος να μη γνωρίζει τους κινδύνους του χρηματιστηρίου. Κάπου το 2011 ο Σ. μου είπε ότι μαζί με τα δικά του χρήματα διαχειρίζεται και κάποιων συγγενών του και των γονέων του και των πεθερικών του. Λυπόμουν που δεν είχα τότε την ευχέρεια να του δώσω κάποιο κεφάλαιο ώστε να έχω κάποιο extra εισόδημα. Ξέρω όμως άτομα που το έκαναν μιας και εκφραζόταν μπροστά μου σε κοινές εξόδους μας, αλλά και από τα λεγάμενα του κου Σ. Σε μία από τις εξόδους μας ήταν μαζί μας και ο 1ος του εξάδελφος, με τον οποίο μεγάλωσαν μαζί από μικρά παιδιά κολλητοί και φίλοι, ο Μ. Γ. με τη σύζυγό του και είπαν " ευτυχώς έχουμε και το Γ. με το χρηματιστήριο και τα βγάζουμε πέρα". Σε μία έξοδό μας στο μαγαζί "Αλλού γι’ Αλλού" που τραγουδούσε ο κος Γ. Κ. όταν ήταν στα Ιωάννινα θυμάμαι σε κάποιο του διάλλειμα ήρθε και ρώτησε τον κο Σ. "πως πάνε τα παράγωγα" και κουβέντιαζαν για χρήματα. Τα συμβόλαια παραγώγων ήταν τα χρηματιστηριακά προϊόντα που ασχολούνταν ο Σ. τα τελευταία χρόνια. Μετά μου εξήγησε ότι ο Γ. ήταν κουμπάρος του ξαδέλφου του Μ. Γ. ο οποίος παρακαλούσε με φορτικότητα τον Σ. να αναλάβει και τα χρήματα του Γ., όπως άλλωστε έκανε και με του κου Μ. δηλαδή να τα επενδύσει στο χρηματιστήριο. Από τον καλοκαίρι του 2020 άρχισε να ασχολείται με το Αμερικάνικο χρηματιστήριο με τα συμβόλαια (futures-παράγωγα) του δείκτη sp 500. Το γνωρίζω καλά διότι μου τα εξήγησε πως λειτουργούν και τι ρίσκα έχουν και ήταν η πρώτη φορά που του κατέθεσα στη ΕΤΕ 5000 euro, στις 19/8/2020, να τα επενδύσει για λογαριασμό μου μιας και μόλις είχα προβεί στην πώληση ενός οικοπέδου και διέθετα κάποια χρήματα. Μου είχε πει τότε ότι σ αυτά τα ίδια χρηματιστηριακά προϊόντα κατόπιν συνεννόησης είχε επενδύσει και τμήμα των κεφαλαίων του Γ. αλλά και δύο φίλων του Γ. κατοίκων ... τους οποίους ο ίδιος ο Γ., που ήταν απολύτως ευχαριστημένος με τις αποδόσεις που του κέρδιζε ο Σ. από το χρηματιστήριο τον παρακάλεσε και του ζήτησε να επενδύσει και για λογαριασμό τους. Τα δύο αυτά άτομα ήταν κάποιος Τ. Π., συνάδελφός του Γ. μουσικός στο στρατό και κάποιος άλλος πολύ φίλος του ονόματι Ι. Π., που ήταν επίσης μουσικός. Ο Τ., με τον οποίο είχε ξεκινήσει τηλεφωνικά την συνεργασία ήδη από τις αρχές του 2020 του κατέθεσε 10000 euro τον Ιούνιο του 2020 . Με τον Τ. ο Σ. μου είπε ότι συναντήθηκε για πρώτη φορά πολύ αργότερα από όταν άρχισε να του επενδύει χρήματα, νομίζω όταν είχε πάει ο Σ. για εγχείρηση του παιδιού του στο Παίδων στο Γουδί. Ο Π. του κατέθεσε 8000 συνολικά τον Ιούλιο και Αύγουστο του 2020 και ήταν η πρώτη φορά που συνεργαζόταν κατόπιν παράκλησης του κου Γ. Τον Μάιο του 2022 ο κος Σ. μου έδειξε ένα mail που του έστειλε ο κος Π., που του έλεγε ότι από τα 8000 € που του είχε καταθέσει για επένδυση στο χρηματιστήριο είχε λάβει έως τότε περίπου 2800 € και ήθελε ακόμη 5200 € για να πάρει πίσω το αρχικό του κεφάλαιο. Τις μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2020 μου είπε σε μία συνάντηση "Γ. έκανα λάθος κινήσεις τις τελευταίες εβδομάδες και στριμώχτηκα αλλά πιστεύω θα τα καταφέρω" και φαινόταν καταβεβλημένος και προβληματισμένος. Δυστυχώς στις 24/12/20 μου τηλεφώνησε έντρομη η γυναίκα του και μου εξήγησε για την πράξη αυτοχειρίας του το προηγούμενο βράδυ και με ρωτούσε αν ήξερα λεπτομέρειες τι τον οδήγησε εκεί. Ήμουν ο πρώτος που έτρεξα σπίτι του. Ήταν σε άθλια κατάσταση από το ηθικό βάρος που έφερε λόγω της οικονομικής καταστροφής και ιδιαίτερα των ξένων κεφαλαίων. Τα χρήματα των επενδύσεων, τα οποία ο Σ. επένδυε νόμιμα μέσω χρηματιστηριακών εταιρειών χάθηκαν στο χρηματιστήριο λόγω των επιλογών του σε συνδυασμό με το οικονομικό κλίμα που διαμορφώθηκε στις χρηματιστηριακές αγορές λόγω πανδημίας και φυσικά δεν τα ιδιοποιήθηκε ο Σ. Αυτό μπορεί να διαπιστωθεί από τον έλεγχο των κωδικών του στα χρηματιστήρια. Από όταν χάθηκαν τα χρήματα ξέρω ότι για 18 περίπου μήνες ακολούθησε αγωγή για την ψυχική του υγεία και ακόμη και σήμερα η υγεία του είναι κλονισμένη. Τις αμέσως επόμενες ημέρες των θλιβερών γεγονότων με πήρε τηλέφωνο ο ξάδερφός του κος Γ. Μ. και με ρωτούσε αν εγώ είχα χρήματα στο κεφάλαιο που χάθηκε για να κινηθούμε όλοι μαζί δικαστικά. Εγώ του απάντησα πως ο Γ. δεν υπήρξε ποτέ απατεώνας, έχασε χρήματα στο χρηματιστήριο και όλοι το γνωρίζαμε όταν του δίναμε κεφάλαια ότι πήγαιναν σε χρηματιστηριακά προϊόντα. Μου έκανε πολύ άσχημη εντύπωση το γεγονός ότι ο Μ. που υπήρξε από τους πλέον αγαπημένους του συγγενείς, αντί να τον στηρίξει στις δύσκολες στιγμές, δημιουργούσε ομάδα για δικαστικό αγώνα. Ο Σ. μου εκμυστηρεύτηκε πως λίγοι από του ς επενδυτές που είναι όλοι τους στον περίγυρο του Μ. (κουμπάρος, ξάδερφος, υιός, συμπέθερος) κινήθηκαν εξ αρχής δικαστικά εναντίον του, υποστηρίζοντας πως ο κος Σ. δεν τους μίλησε ποτέ για χρηματιστήριο, κάτι που το αποκλείω με βάσει όσα είδα και άκουσα. Ο Σ. υπήρξε πάντα έντιμος ως άνθρωπος σε όλες τις πτυχές της ζωής του. Εάν είχε σκοπό να εξαπατήσει οιονδήποτε θα φρόντιζε να μην έχει τίποτε στο όνομά του όμως αυτός την περιουσία του δεν την μετέβαλλε ποτέ. Ζω από κοντά τα προβλήματα που δημιούργησε σε αυτόν και την οικογένειά του αυτή η υπόθεση και προσπαθώ να το στηρίζω ψυχικά γιατί γνωρίζω ότι δεν υπήρξε απατεώνας και βάλλεται αδίκως. Εγώ τον εμπιστεύομαι πλήρως και εάν είχα και σήμερα χρήματα και πάλι θα του τα έδινε να τα επενδύσει Ο Γ. ποτέ δεν κυνήγησε κανένα για να του δώσει χρήματα και όταν κάποιος του εμπιστευόταν τα χρήματα του για επένδυση πάντα του εξηγούσε αναλυτικά το τι θα τα κάνει που θα τα επενδύσει και πώς, τις πιθανότητες για κέρδη και τους κινδύνους που συνεπαγόταν η επένδυση και φυσικά οι συναλλαγές του με τον Γ., ο οποίος ήταν για πολλά χρόνια στα Γιάννενα και οι συναλλαγές με τον Τ. έγιναν όλες στα Γιάννενα και ποτέ στην Αθήνα. Όλα όσα καταθέτω ανωτέρω τα γνωρίζω από ιδία αντίληψη και από όσα αυτήκοος άκουσα και πληροφορήθηκα κατά την διάρκεια της δίκης στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας την 28/6/2022 όπου ήταν κατηγορούμενος ο Σ. μετά από μήνυσή του Γ. και του Τ., δίκη στην οποία κατέθεσα ως μάρτυς υπεράσπισής του και δίκη την οποία μετά την κατάθεσή μου την παρακολούθησα συνεχώς έως του πέρατός της." Πλην, όμως, η προαναφερόμενη κατάθεση του Γ. Π. σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέο αποδεικτικό στοιχείο άγνωστο στους δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2486/2023 απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατ' έφεση της υπ' αριθ. 1807/2022 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας αυτής απόφασης, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (σελ. 36), ο Γ. Π. καταθέτοντας ως μάρτυρας υπεράσπισης στο πρωτόδικο αυτό δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων..... "επειδή οι άνθρωποι ξέρανε ότι ο κύριος Σ. ασχολείται με το χρηματιστήριο πηγαίνανε και του δίνανε τα χρήματα για να τα διαχειριστεί ο κόσμος γνώριζε ότι στα Γιάννενα ο κος Σ. ασχολούνταν με το χρηματιστήριο και έδινε επιτόκιο καλύτερο.... Ο Μ. γνώρισε τον Γ. εκ των μηνυτών του Σ..... Ο Μ.... Ξέρανε, γνώριζε δηλαδή ότι ήταν χρηματιστήριο. Και κάποια στιγμή έπαιρνε και χρήματα από ότι συζητούσαμε όπως και όλοι.. Ο Γ. και ο καθένας... δεν είχαν την εμπειρία και εμπιστεύθηκαν τον Σ.". Επίσης στην υπ' αριθ. …/2022 ένορκη βεβαίωση του ίδιου που ο αιτών επικαλείται ως νέο στοιχείο, ο Γ. Π. αναφέρει "τα χρήματα των επενδύσεων τα οποία ο Σ. επένδυε νόμιμα μέσω χρηματιστηριακών εταιριών χάθηκαν στο χρηματιστήριο, λόγω των επιλογών του σε συνδυασμό με το οικονομικό κλίμα που διαμορφώθηκε... Ο Σ. υπήρξε έντιμος ως άνθρωπος.... Εάν είχε σκοπό να εξαπατήσει οιονδήποτε θα φρόντιζε να μην έχει τίποτα στο όνομά του...".
Δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι ο αιτών κατηγορούμενος εξαπάτησε τους εγκαλούντες και χρησιμοποίησε τα χρήματά τους για να πραγματοποιεί συναλλαγές στο χρηματιστήριο για λογαριασμό του, επισημαίνοντας στην απόφασή του (σελ. 61) ότι, " ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ουδέποτε ανέφερε για περιοδική απόδοση τόκων των χρημάτων τους (των εγκαλούντων) δεν είναι αληθής αφού έρχεται σε αντίθεση με μήνυμα sms που είχε αποστείλει ο ίδιος στον Π. Τ....
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ότι οι εγκαλούντες γνώριζαν την δράση του κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι".
Επομένως, από τις επικαλούμενες αυτές νέες αποδείξεις, εκτιμώμενες σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την ανωτέρω υπ' αριθ. 2486/2023 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, σαφώς προκύπτει ότι δεν συνιστούν "νέα γεγονότα", τα οποία, είτε εκτιμώμενα από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα γεγονότα και τις αποδείξεις που είχαν εισφερθεί στο Δικαστήριο, να καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο ανωτέρω αιτών είναι αθώος για τις ανωτέρω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, είτε δε αμέσως είτε εμμέσως ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν τα "γεγονότα" αυτά από αυτό.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω υπ' αριθμ. 2486/2023 αμετάκλητη απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί, όπως και το αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας σε αυτόν ποινής, αφού αυτό προϋποθέτει παραδοχή της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας ως βάσιμης και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τα άρθρα 114 και 115 Ν. 5095/2024 (ΦΕΚ Α' 40/15.3.2024) αντιστοίχως, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α) την από 29/8/2024 (αριθμ. πρωτ. ...2024) αίτηση του Ι. Σ. του Ε., με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2486/2023 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και β) την συνεκδικαζόμενη με αυτήν αίτηση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας, στην αιτούσα - καταδικασθείσα, με την ανωτέρω απόφαση, ποινής.
Επιβάλλει στον αιτούντα - καταδικασθέντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων [400] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
ΕΚΔΟΘΗΚΕ, στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος, εν ενεργεία, της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης