Απόφαση 801 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 801/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Σπυριδούλα Λιάτη, Φωτεινή Αθανασίου και Βασιλική Βλαχοπαναγιώτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παγώνας Ζάκκα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αλεξάνδρας Μπερή, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 170/2025 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως. Με κατηγορούμενο τον Ζ. Δ. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος παρέστη μετά του πληρηρεξουσίου δικηγόρου του, Πλακοκέφαλου Θεμιστοκλή και με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Σ. Γ. του Κ., κάτοικο ..., ο οποίος παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Δελφάκη Νικολάου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τριπόλεως, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία …2025 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Νίκης Κορίζη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507" και κατά το τελευταίο αυτό άρθρο "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και για εκείνους της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ).
2. Εξάλλου η αθωωτική απόφαση ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) και δεδομένου ότι, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, έχει έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης όταν: α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις), για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχόμενης αξιόποινης πράξης. Επίσης, στην αθωωτική απόφαση, για να είναι αυτή αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη στο σύνολο τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων. Ούτε αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης μόνη η σκέψη, ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας. (ΑΠ Ολ. 1/2020, ΟλΑΠ 2/2017, ΑΠ 266/2024, ΑΠ 1/2024, ΑΠ 899/2023, ΑΠ 1031/2023).
Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
3. Κατά το άρθρο 331 εδ. α' του νέου ΠΚ (όπως το πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε με το άρθρο 70 ν. 4855/2021 ως προς τη σειρά των προβλεπόμενων εναλλακτικών ποινών) "Όποιος ασκεί αυθαίρετα αξίωση σχετική με δικαίωμα που ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νόμος απαγορεύει την αυθαίρετη και κατά οικεία κρίση ικανοποίηση της αξίωσης, κατά παράκαμψη της δικαστικής λειτουργίας, αφού, έτσι, καταλύεται ή μεταβάλλεται ουσιωδώς ο νόμιμος τρόπος ικανοποίησης της αξίωσης έναντι τρίτου, με συνέπεια να δημιουργούνται αμφισβητήσεις, έριδες και διαπληκτισμοί, προς βλάβη της κοινωνικής ειρήνης. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αυτοδικίας, απαιτείται άσκηση αξίωσης κατά τρόπο αυθαίρετο, αναφορικά με δικαίωμα, το οποίο ή έχει πράγματι ο δράστης ή από πεποίθηση θεωρεί ότι του ανήκει. Ως αυθαίρετη ενέργεια, νοείται οποιαδήποτε υλική πράξη που τείνει στην ικανοποίηση της αξίωσης, κατά παράλειψη της δικαστικής οδού, μέσω της οποίας ρυθμίζεται, κατά το νόμο, η αμφισβήτηση που ανέκυψε. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση του δράστη ότι ενεργεί αυθαίρετα και τη βούληση πραγμάτωσης της ενέργειας αυτής, περαιτέρω δε και την πεποίθηση ότι το δικαίωμα, το οποίο προβάλλει και του οποίου την ικανοποίηση επιδιώκει, ανήκει σ` αυτόν [ΑΠ 607/2024, ΑΠ 1160/2023, ΑΠ 893/2018, ΑΠ 213/2012]. Κοινό χαρακτηριστικό και περιεχόμενο και των δύο αναφερόμενων στη διάταξη αυτή λόγων, σε έναν από τους οποίους μόνο μπορεί να στηρίζεται η αποδοκιμαζόμενη από τον ουσιαστικό ποινικό νόμο ενέργεια του δράστη, είναι η πεποίθηση τούτου, ότι είναι δικαιούχος του δικαιώματος, από το οποίο ασκεί ο ίδιος την αξίωση, πεποίθηση που υπάρχει αναμφίβολα και στην πρώτη περίπτωση που ο δράστης έχει το δικαίωμα πραγματικά και στη δεύτερη περίπτωση που αυτός από πεποίθηση το οικειοποιείται, δηλαδή και όταν ανήκει στο δράστη το δικαίωμα και όταν δεν ανήκει. [ΑΠ 607/2024 ΑΠ893/2018, ΑΠ 213/2012].
4. Η κρινόμενη από …2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης: …/2025) αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με σχετική προς τούτο δήλωσή του στη γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 170/10.4.2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Δ. Ζ. του Χ., για την αξιόποινη πράξης της αυτοδικίας [αρ. 331 ΠΚ] πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε τον Ιούνιο του έτους 2021. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 3, 505 παρ. 2 εδ. α' και 507 ΚΠΔ), καθόσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στις 21.7.2025 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 1.9.2025, (αφού η σχετική προθεσμία του ενός μηνός (άρθρο 507 ΚΠΔ), αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου κατ' άρθρο 473 παρ. 4 ΚΠΔ και επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, που αφορούν έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης με έλλειψη νόμιμη βάσης (άρθρο 510 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ αντίστοιχα). Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, παραστάθηκε ο Γ. Σ. του Κ., ως υποστηρίζων την κατηγορία και ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου εις βάρος του προαναφερθέντος κατηγορουμένου.
5. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρίπολης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 170/2025 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την χωρίς όρκο κατάθεση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, δεν αποδείχτηκε ότι σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την ενέργεια του εκκαλούντος κατηγορουμένου, κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2021, να σπείρει με καλαμπόκι το σημείο που χρησιμοποιούσε επί σειρά ετών ο εγκαλών Γ. Σ. για να εισέρχεται στο δικό του χωράφι, και να τοποθετήσει ταμπέλα με επιγραφή "απαγορεύεται να περάσετε, γιατί είναι σπαρμένο", ενέργειες, δια των οποίων κατηγορείται ότι άσκησε αυθαίρετα αξίωση, είχε ανακύψει μεταξύ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του και του ως άνω εγκαλούντος και υποστηρίζοντος την κατηγορία, οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διένεξη σχετικά με την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος του υποστηρίζοντος την κατηγορία. Ειδικότερα, ο εκκαλών κατηγορούμενος, έχοντας έλθει σε συμφωνία με τον Κ. Σ. του Ε., να καλλιεργεί τον αγρό κυριότητας του τελευταίου, κείμενο στην περιοχή "…", δια μέσω τμήματος του οποίου διερχόταν ο υποστηρίζων την κατηγορία για να επισκέπτεται τον δικό του αγρό στην ίδια περιοχή, αποφάσισε να σπείρει τον αγρό με καλαμπόκι. Η ενέργειά του αυτή πράγματι δημιούργησε πρόβλημα στον υποστηρίζοντα την κατηγορία, ο οποίος τουλάχιστον εκείνη την περίοδο αδυνατούσε να διέλθει με μηχανοκίνητα μέσα μέσω του ως άνω αγρού στον παραπάνω αγρό του, όπως έπραττε από το έτος 1990, χωρίς να έχει αναζητήσει τη συναίνεση του ως άνω ιδιοκτήτη του ακινήτου.
Πλην όμως, δεν αποδείχτηκε ότι πριν από την εν λόγω ενέργεια του εκκαλούντος κατηγορουμένου, είχε ανακύψει οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διένεξη μεταξύ του προαναφερόμενου ιδιοκτήτη του ακινήτου, Κ. Σ., ή του δικαιοπαρόχου του, ή του ίδιου του κατηγορουμένου, και του υποστηρίζοντος την κατηγορία, αφού ο τελευταίος ούτε είχε ζητήσει ποτέ την πρόσβαση από τα παραπάνω πρόσωπα, ούτε του την είχαν αυτά παραχωρήσει, ούτε είχε ασκήσει ποτέ δικαστικώς οποιαδήποτε αξίωση σχετικά με το φερόμενο ως κτηθέν με έκτακτη χρησικτησία, εμπράγματο δικαίωμά του δουλείας διόδου επί του παραπάνω αγρού κυριότητας του Κ. Σ.
Πολλώ μάλλον, ο κατηγορούμενος, σπείροντας την επίδικη έκταση με καλαμπόκι είχε την καλόπιστη πεποίθηση ότι πράττει εντός των πλαισίων της συμφωνίας του με τον κύριο του αγρού, χωρίς να θίγει δικαίωμα τρίτου, πεποίθηση η οποία σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω, δεν αποδεικνύεται ανακριβής, λαμβανομένου υπόψη ότι ο υποστηρίζων την κατηγορία ουδέποτε επιδίωξε την δικαστική αναγνώριση του επικαλούμενου εμπράγματου δικαιώματος του, και δη από το έτος 2021, οπότε απώλεσε την εν λόγω δίοδο, ούτε έχει διεκδικήσει αποζημίωση για την επικαλούμενη ζημία του από την καταστροφή των μελισσών του λόγω της αδυναμίας πρόσβασής του σε αυτά με μηχανοκίνητα μέσα, εξαιτίας της πράξης του κατηγορουμένου, βάσει όσων ο ίδιος κατέθεσε. Επομένως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδεικνύεται η συνδρομή του στοιχείου της προηγούμενης αμφισβήτησης ή διένεξης σχετικά με το οικειοποιούμενο δικαίωμα του δράστη, το οποίο σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης (βλ.ad hoc ΑΠ 1160/2023 ο.π.) , ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος".
Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Δ. Ζ. του Χ. , για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της αυτοδικίας (άρθρο 331εδ.α Π.Κ.) με το εξής διατακτικό:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ΑΘΩΟ ότι: Στην περιοχή … κοινότητας …, κατά τον μήνα Ιούνιο 2021, με πρόθεση άσκησε αυθαίρετα αξίωση σχετική με δικαίωμα το οποίο από πεποίθηση το οικειοποιήθηκε. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και κατά τον ανωτέρω χρόνο, έσπειρε με καλαμπόκι το σημείο που αποτελούσε πρόσβαση, επί σειρά ετών, του εγκαλούντος Γ. Σ. του Κ. στο δικό του χωράφι τοποθέτησε και τοποθέτησε ταμπέλα με επιγραφή "απαγορεύεται να περάσετε γιατί είναι σπαρμένου, εμποδίζοντάς την να διέλθει από το σημείο και να εισέλθει στο χωράφι του ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την ανυπαρξία των απαιτούμενων στοιχείων για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του διωκομένου αδικήματος της αυτοδικίας, δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται στα πρακτικά, δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη που του αποδόθηκε, ούτε διαλαμβάνεται, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις, από ποια πραγματικά περιστατικά οδηγήθηκε το δικαστήριο στην απαλλακτική κρίση για την πράξη αυτή, ούτε προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε για σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, διαλαμβάνοντας ελλιπή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία, εξαιτίας των οποίων στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 331 ΠΚ. Συγκεκριμένα, παρά τη ρητή αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης) ότι το δικαστήριο, για να αχθεί στην ως άνω κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων την χωρίς όρκο κατάθεση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, δεν καθίσταται βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε στο σύνολο της την ενώπιον του ακροατηρίου κατάθεση του υποστηρίζοντος την κατηγορία Γ. Σ. του Κ., σύμφωνα με την οποία αυτός είχε αποκτήσει, με έκτακτη χρησικτησία, εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου επί εδαφικής λωρίδας του αγρού ιδιοκτησίας Κ. Σ., κατόπιν συναίνεσης αυτού και συμφωνίας με τον πατέρα του, να χρησιμοποιεί τμήμα του ακινήτου κυριότητας του Κ. Σ. ως δίοδο, από την οποία διερχόταν ακώλυτα αυτός προς το κτήμα του από το έτος 1990 ,το οποίο καλλιεργούσε και στο οποίο τοποθετούσε και κυψέλες μελισσών και ότι ο κατηγορούμενος, για πρώτη φορά, το μήνα Ιούνιο του 2021, εντελώς αυθαίρετα, με υλική πράξη που τείνει στην ικανοποίηση αξίωσης, κατά παράλειψη της δικαστικής οδού, έσπειρε με καλαμπόκι τη δίοδο αυτή και τοποθέτησε πινακίδα με την επιγραφή "απαγορεύεται να περάσετε γιατί είναι σπαρμένο", αποκλείοντας έτσι την πρόσβαση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στο κτήμα του.
Περαιτέρω, ενώ το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι πράγματι ο κατηγορούμενος , χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη αμφισβήτηση του δικαιώματος του εγκαλούντος - υποστηρίζοντος την κατηγορία να διέρχεται από τη δίοδο αυτή, με αυθαίρετη ενέργεια που τείνει στην ικανοποίηση της αξίωσης από το δικαίωμα νομής που θεωρούσε ότι έχει [ο κατηγορούμενος] επί της εδαφικής αυτής λωρίδας, το μήνα Ιούνιο του έτους 2021 έσπειρε με καλαμπόκι το σημείο που χρησιμοποιούσε επί σειρά ετών ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας Γ. Σ. για να εισέρχεται στο δικό του χωράφι και τοποθέτησε πινακίδα με την επιγραφή "απαγορεύεται να περάσετε γιατί είναι σπαρμένο" και ότι "η ενέργεια του αυτή πράγματι δημιούργησε πρόβλημα στον υποστηρίζοντα την κατηγορία, ο οποίος τουλάχιστον εκείνη την περίοδο αδυνατούσε να διέλθει με μηχανοκίνητα μέσα μέσω του ως άνω αγρού στον παραπάνω αγρό του, όπως έπραττε από το έτος 1990", στη συνέχεια εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της αυτοδικίας, γιατί δε αποδεικνύεται "η συνδρομή του στοιχείου της προηγούμενης αμφισβήτησης ή διένεξης σχετικά με το οικειοποιούμενο δικαίωμα του δράστη", ενώ, όπως προαναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αυτοδικίας, απαιτείται άσκηση αξίωσης κατά τρόπο αυθαίρετο, αναφορικά με δικαίωμα, το οποίο ή έχει πράγματι ο δράστης ή από πεποίθηση θεωρεί ότι του ανήκει, στοιχεία που συντρέχουν εν προκειμένω σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, καθόσον συνιστά τέτοια ενέργεια η πράξη του κατηγορουμένου να σπείρει με καλαμπόκι το σημείο που χρησιμοποιούσε επί σειρά ετών [από το έτος 1990 κατά της παραδοχές της απόφασης] ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας Γ. Σ. ως δρόμο, εμποδίζοντας τον να εισέλθει στον όμορο αγρό του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά την αθώωση του κατηγορουμένου για την πράξη της αυτοδικίας [από το άρθρο 331 ΠΚ], στερείται της απαιτούμενης, από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενώ συγχρόνως παρουσιάζει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της προπαρατεθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 331 ΠΚ. Επομένως, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου εσφαλμένης εφαρμογής της άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 170/10.4.2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την κρινομένη υπόθεση προς εκδίκαση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2026.
Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ