ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 802/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 802/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 802/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 802 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 802/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Σπυριδούλα Λιάτη, Φωτεινή Αθανασίου και Βασιλική Βλαχοπαναγιώτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευστράτιου Παπαθανασόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αλεξάνδρας Μπερή, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Φακή Στεφάνου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1091/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρεία ΓΙΟΥΜΠΟΤΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ & ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ Ε.Π.Ε., ΝΟΜΙΜΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΜΕΝΗ, με έδρα την Μεταμόρφωση Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Παπακυριακίδου Παρασκευή.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από …2025 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το ότι δεν δόθηκε ο λόγος για να προτείνουν επί της ποινής και του καθορισμού συνολικής ποινής στον εισαγγελέα και τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από …2025 αίτηση αναίρεσης του Χ. Κ. του Λ., κατά της υπ' αριθμ. 1091/2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων για τις πράξεις: α] της παράβασης του άρθρου 370Β παρ. 1 ΠΠΚ, β] της παράβασης του άρθρου 15 του ν. 3471/2006 με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης έξι [6] μηνών, που ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωση του αναιρεσείοντος, η οποία επιδόθηκε νομίμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις …2025 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου …2025, εντός της προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 23.7.2025, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α' ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Επομένως, ασκήθηκε νομότυπα από δικαιούμενο και έχον προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, ενώ στρέφεται κατά υποκείμενης σε άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462,466, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ.1 και 505 παρ. 1 περ. α' ΚΠοινΔ. Με την ως άνω αίτηση πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 129 ΚΠΔ) και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ασκήθηκαν επίσης νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 509 ΚΠΔ) με το από 18.3.2026 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε αυθημερόν [18.3.2026] στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δηλαδή δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης, από τον αναιρεσείοντα.

Επιπλέον, η εν λόγω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους σε απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας [άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α'Δ, Ε' και Θ' ΚΠοινΔ).

Συνεπώς, θα πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτά τόσο η αναίρεση, όσο και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητά τους. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά τη συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης παραστάθηκε στο ακροατήριο η υποστηρίζουσα την σε βάρος του αναιρεσείοντος σχετική κατηγορία, εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΓΙΟΥΜΠΟΤΟ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΛΕΠ/ΝΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΕΠΕ" εκπροσωπούμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Παπακυριακίδου.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.4619/2019 και ισχύοντος από την 1η-7-2019 (άρθρο δεύτερο ν. 4619/2019) νέου ΠΚ "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος (Α.Π. 241/2023). Με τη διάταξη του άρθρου 370Β παρ. 1 α' προϊσχύσαντος Π.Κ ορίζεται ότι: "Όποιος αθέμιτα αντιγράφει, αποτυπώνει, χρησιμοποιεί, αποκαλύπτει σε τρίτον ή οπωσδήποτε παραβιάζει στοιχεία ή προγράμματα υπολογιστών, τα οποία συνιστούν κρατικά, επιστημονικά ή επαγγελματικά απόρρητα ή απόρρητα επιχείρησης του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τις διατάξεις του άρθρου 370Β παρ.1-4 π.ΠΚ, οι οποίες θεσπίστηκαν για τη διαφύλαξη των αναφερόμενων απορρήτων που έχουν τη μορφή στοιχείου ή προγράμματος υπολογιστή, σε αντίθεση με το άρθρο 370Γ παρ.1 π.ΠΚ που αφορά κάθε άλλο στοιχείο ή πρόγραμμα υπολογιστή, προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση της, κατ' έγκληση διωκόμενης, αξιόποινης πράξης της αντιγραφής στοιχείου ή προγράμματος που αφορά επαγγελματικό απόρρητο, πρέπει το στοιχείο ή πρόγραμμα αυτό να αναφέρεται στην κάτοχο του επιχείρηση, να είναι από τη φύση του γνωστό μόνο σε στενά καθορισμένο κύκλο προσώπων, τα οποία είναι υποχρεωμένα για τη διαφύλαξη και τήρηση της μυστικότητας τους και κατά τη βούληση του κατόχου τους πρέπει να παραμείνουν μυστικά. Αντιγραφή είναι η ενσωμάτωση του στοιχείου ή του προγράμματος σε υλικό φορέα έστω και αν γίνεται χωρίς τεχνικά μέσα (Α.Π. 121/2003), αποτύπωση δε η αναπαραγωγή ενός ενσώματου μόνιμου (αντιγράφου) του προγράμματος ή των δεδομένων από κάποιο προϋπάρχον πρωτότυπο που αποτελεί ένα είδος αντιγραφής, χρησιμοποίηση η χρήση των προγραμμάτων αυτών σύμφωνα με τον προορισμό τους και αποκάλυψη σε τρίτο η ολική ή μερική γνωστοποίηση του λογισμικού ή των στοιχείων του κατά τρόπο που να επιτρέπει την εκμετάλλευσή τους (Α.Π. 1294/2007). Η διάταξη αυτή είναι κατά περιεχόμενο ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 370Γ παρ.1-3 του ισχύοντος ν.ΠΚ (εγκλήματος εξίσου κατ' έγκληση διωκόμενου), έτσι ώστε, στην εδώ εξεταζόμενη υπόθεση εφαρμοστέα να είναι η διάταξη του ισχύσαντος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης [17.8.2017] π.ΠΚ, δηλαδή εκείνη του άρθρου 370Β παρ.1, 2 π.Π.Κ. Η διάταξη του άρθρου 370Β παρ.1 α'-4 π.ΠΚ, επειδή, όπως προαναφέρθηκε είναι κατά περιεχόμενο ταυτόσημη με την διάταξη του 370Γ παρ.1 α' ν.ΠΚ, είναι εκείνη που στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται, καθόσον, εάν επί νομοθετικής μεταβολής και οι δύο διατάξεις επιβαρύνουν το ίδιο τον κατηγορούμενο, επικρατεί η διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (Ολομ ΑΠ 1/2020, Ολομ ΑΠ 1/2015, Α.Π.241/2023), καθόσον δεν υφίσταται λόγος χρονικής μετατόπισης για την εφαρμογή του νεότερου νόμου, αφού αυτός δεν είναι επιεικέστερος [ΑΠ 414/2024]. Το προαναφερόμενο αδίκημα και διώκεται και διωκόταν αποκλειστικά κατ' έγκληση (άρθ 370Β παρ.4 π.ΠΚ). Από τη διάταξη αυτή, με την οποία σκοπείται η διαφύλαξη του απορρήτου των προγραμμάτων υπολογιστών, προκύπτει ότι τυποποιείται σε ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα η αθέμιτη παραβίαση των προγραμμάτων και στοιχείων αυτών, συντελείται δε η παραβίαση αυτών, είτε με την αντιγραφή ή την αποτύπωση ή τη χρησιμοποίηση ή την αποκάλυψη σε τρίτο, δηλαδή με υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης οι οποίοι εννοιολογικά διαφέρουν. Δράστης του του εγκλήματος μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε [ΑΠ 1232/2024].

3. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. β', 9Α, 19 παρ. 1 και 3 και 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων και, κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κάθε πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Κατά το άρθρο 19 του Συντάγματος: "1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. 2 (όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε, μαζί με την παράγραφο 3, με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής). Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1.

3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατοχυρώνεται απολύτως η προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας με οποιοδήποτε τρόπο, όχι μόνον έναντι των δημόσιων οργάνων και επιχειρήσεων, αλλά και έναντι των ιδιωτών, εφόσον, με τις συνταγματικές αυτές διατάξεις θεσπίζεται υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα διασφάλισης του απορρήτου της επικοινωνίας και έναντι των ιδιωτών. Αντικείμενο της συνταγματικής προστασίας δεν είναι το μήνυμα καθ’ εαυτό (αυτό προστατεύεται από το άρθρο 14 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως και διαδόσεως της γνώμης) αλλά το απόρρητο του μηνύματος. Η προστασία του απορρήτου αφορά όχι μόνον στα γραπτά μηνύματα (επιστολές), αλλά και σε οποιαδήποτε μορφή ιδιωτικής, δηλαδή μη δημόσιας, επικοινωνίας, όπως τηλεγραφήματα, τηλεφωνήματα, τηλεομοιοτυπικά μηνύματα, ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails), που είναι η σύγχρονη μορφή των επιστολών. Συγκεκριμένα, καθιερώνεται η προστασία της επικοινωνίας, με την έννοια της ανταλλαγής διανοημάτων, ειδήσεων γνωμών και συναισθημάτων εφόσον διεξάγεται εντός πλαισίων οικειότητας και εμπιστευτικότητας. Προστατεύεται, δηλαδή, το δικαίωμα του ατόμου να μοιράζεται με πρόσωπο της επιλογής του σκέψεις, ιδέες και συναισθήματα, χωρίς τον κίνδυνο της αποκάλυψης αυτών σε τρίτους και χωρίς να ζει με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική έκφραση, στα πλαίσια μιας ιδιωτικής επικοινωνίας, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του [(Ολ.ΑΠ 5/2024 {ποιν},ΟλΑΠ 1/2017 {πολ.} Ολ ΑΠ 1/2001 (Ποιν)]. Με το Νόμο 3471/2006 "Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών" ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 2002 σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, EEL 201/37 της 31ης Ιουλίου 2002. Κατά το άρθρο 3 του νόμου αυτού " 1. Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 17 του παρόντος νόμου έχουν εφαρμογή κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τη διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών, στο πλαίσιο της παροχής διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών περιλαμβανομένων αυτών που υποστηρίζουν συσκευές συλλογής δεδομένων και ταυτοποίησης. Για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο μη διαθεσίμων στο κοινό δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εφαρμόζεται ο ν. 2472/1997 (Α"50), όπως ισχύει." Κατά το άρθρο 15 του ν. 3471/2006 "Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ...", παρ. 1: "Όποιος, κατά παράβαση του παρόντος νόμου, χρησιμοποιεί, συλλέγει, αποθηκεύει, λαμβάνει γνώση, αφαιρεί, αλλοιώνει, καταστρέφει, μεταδίδει, ανακοινώνει, δημοσιοποιεί δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συνδρομητών ή χρηστών, ή τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000) μέχρι και εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000 ), αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις".

4. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Α.Π. 464/2023, Ολ.ΑΠ. 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού (Α.Π.447/2023, Α.Π.102/2023). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αιτιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελεί, όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 1138/2023, Α.Π. 223/2022, Α.Π. 382/2019). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου, αλλά και του σκοπού να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν αφενός τη γνώση αυτή και αφετέρου το σκοπό, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (Α.Π. 76/2023, Α.Π. 1311/2022, Α.Π. 96/2020).

5. Σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα". Επίσης, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Με τις ως άνω διατάξεις, στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ’ όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Κατ’ αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο, εν αμφιβολία, να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo). Η παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, εκτός από την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' λόγος αναίρεσης, σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ [ΑΠ 13/2022].

6. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ.Α.Π.2/2011, Α.Π. 769/2023, Α.Π. 1588/2022, Α.Π.80/2020, Α.Π. 322/2020).

7. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ. υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Διακρίνεται δε αυτή σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι για το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 470 Κ.Π.Δ. απαγορεύεται η χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου. Υπέρβαση εξουσίας προκαλείται στην περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβιάζοντας την προαναφερόμενη αρχή, καθιστά χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου είτε αμέσως (πραγματική χειροτέρευση) είτε εμμέσως (νομική χειροτέρευση), δηλαδή είτε με την επιβολή βαρύτερων άλλως αυξημένων ποινικών κυρώσεων είτε με τον επί το δυσμενέστερο γι' αυτόν χαρακτηρισμό της πράξεως, άλλως την παραδοχή βαρύτερης ενοχής του αντιστοίχως), η οποία [χειροτέρευση] διαπιστώνεται από τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Δεν καθίσταται όμως χειρότερη η θέση του κατηγορουμένου όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της εκδίκασης της υπόθεσης ύστερα από έφεση ασκηθείσα από τον ίδιο ή υπέρ αυτού κατά της καταδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, αποσαφηνίζει, συμπληρώνει και προσδιορίζει ακριβέστερα εκείνα που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη, ή όταν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, προσδίδει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον αυτός στηρίζεται στα ίδια γεγονότα της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε, ή όταν διορθώνεται και βελτιώνεται κάποιο ιστορικό στοιχείο, που δεν μεταβάλει ουσιωδώς την κατηγορία [ΟλΑΠ 1/2015, ΑΠ 51/2021, ΑΠ 24/2020, ΑΠ 1562/2016).

8. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της με αριθ. 1091/2025 προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, το δικαστήριο, δικάζοντας κατ'έφεση, κατόπιν έφεσης που άσκησε ο εκκαλών κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατά της εν μέρει καταδικαστικής πρωτοβάθμιας απόφασης με αριθμό 2931/2022 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι, από τα μνημονευόμενα σε αυτή, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην κρινόμενη περίπτωση, από την ανωμοτί εξέταση του διευθύνοντος συμβούλου της εγκαλούσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, αποδείχθηκε τα ακόλουθα: Η εγκαλούσα εταιρεία, με την επωνυμία "ΓΙΟΥΜΠΟΤΟ Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών και Διαδικτύου ΕΠΕ, Ολοκληρωμένες Υπηρεσίες Τηλεπικοινωνιών-YUBOTO ΕΠΕ", εκπροσωπούμενη από τον διευθύνοντα σύμβουλο της και εξετασθέντα ανωμοτί μάρτυρα, Κ. Λ., δραστηριοποιείται στην παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών. Πρόκειται για επιχείρηση με προσωπικό περί τα 30 άτομα, στην οποία ο κατηγορούμενος, μηχανικός λογισμικού, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στις 9-11-2015 και εργάστηκε έως τις 9-7-2017, οπότε και απολύθηκε. Σχεδόν αμέσως μετά την απόλυσή του, στις 31-7-2017 προσελήφθη στον Όμιλο Επιχειρήσεων "ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ" αλλά παρ' όλ' αυτά ζήτησε συστατική επιστολή από την εγκαλούσα για τη χορήγηση της οποίας υπήρξε αρχικά μια κάποια απροθυμία αλλά τελικά, συμφωνήθηκε να του χορηγηθεί. Για τον σκοπό αυτό μετέβη στις 17-8-2017, κατά την οποία έλειπαν, λόγω θερινών διακοπών, οι περισσότεροι υπάλληλοι (σχετ. το προσκομιζόμενο απόσπασμα απ' το βιβλίο αδειών της εγκαλούσας), στα γραφεία της στη Μεταμόρφωση όπου παρέμεινε από τις 08.20, κατά την οποία βρίσκονταν εκεί μόνον μία γραμματέας και η καθαρίστρια, μέχρι τις 11.14 περίπου, καθώς, όπως δήλωσε, επιθυμούσε να χαιρετίσει κάποιους πρώην συναδέλφους του. Πράγματι κατά την εκεί παραμονή του προσήλθαν και οι υπάλληλοι Κ. και Δ.

Λίγες ημέρες αργότερα (21-8-2017) διαπιστώθηκε ότι υπήρχε αδυναμία σύνδεσης σε κάποια τερματικά εργασίας, ο υπεύθυνος τεχνικής υποστήριξης διαπίστωσε ότι ο προσωπικός φάκελος χρήστη είχε διαγραφεί και στην πορεία επιβεβαιώθηκε επέμβαση στα αρχεία των Η/Υ επτά συνολικά υπαλλήλων και συγκεκριμένα του Α. Ι., του Π. Ν., του Β. Α., της Ε. Α., της Ο. Κ., του Α. Π. και της Δ. Λ., υπεύθυνης διαχείρισης λειτουργιών της εγκαλούσας. Αρχικά θεωρήθηκε ότι πρόκειται για τεχνικό πρόβλημα, πλην όμως, μετά από έλεγχο του αρχείου συμβάντων διαπιστώθηκαν επεμβάσεις, μέσω του προγράμματος απομακρυσμένης εισόδου "Teamviewer", το οποίο είχε εγκαταστήσει ο κατηγορούμενος. Οι απόψεις όλων ακόμα και του ιδίου συγκλίνουν στο ότι δεν επρόκειτο για τυχαίο γεγονός ή λάθος αλλά για κακόβουλη ενέργεια. Συγκεκριμένα, στον ERP02, εξυπηρετητή εσωτερικής υποστήριξης της εγκαλούσας, είχε εγκατασταθεί το παραπάνω πρόγραμμα "Teamviewer", δηλαδή λογισμικό που επιτρέπει την απομακρυσμένη πρόσβαση αλλά με όνομα χρήστη (username) και συνθηματικό (password), επιτρέποντας πρόσβαση στο εσωτερικό δίκτυο της τοποθεσίας … δηλαδή στο δίκτυο υπολογιστών και εξυπηρετητών της εταιρείας. Όπως διαπιστώθηκε, η πρόσβαση στον άνω εξυπηρετητή, όπως και σε άλλους (ZEUS01/03, ERMIS, ZONEMINDER κα.), που λειτουργούσαν υπό τον ίδιο διαχειριστή, πραγματοποιήθηκε με απομακρυσμένη πρόσβαση, μέσω του προγράμματος Teamviewer σε δύο ημερομηνίες και δη στις 10/8/2017 και από ώρες 13.23 έως 16.42 και στις 17/8/2017, προ αλλά και μετά την μετάβαση του εκκαλούντος στα γραφεία της εγκαλούσας πρωϊνές ώρες, και συγκεκριμένα από 00.32 έως 01.02 και από τις 16.09 έως τις 17.39. Για την πρόσβαση στον εξυπηρετητή χρειαζόταν, όπως προεκτέθηκε, κωδικός και αυτή έγινε και τις δύο ημερομηνίες από άτομο που τον γνώριζε, αφού δεν καταγράφηκαν αποτυχημένες προσπάθειες. Μετά την προσπέλαση στο εσωτερικό δίκτυο, χρειαζόταν να είναι ενεργοποιημένοι οι τερματικοί σταθμοί, δηλαδή οι Η/Υ και να γίνει χρήση των κωδικών τους ή των κωδικών διαχειριστή, όπως έγινε εν προκειμένω, με τους δύο υφιστάμενους κωδικούς διαχειριστών για το πρόγραμμα Windows, και συγκεκριμένα τους κωδικούς Yoboto/root και deploy. Ο δεύτερος ήταν γνωστός και ήταν στη διάθεση του διευθύνοντος συμβούλου και του Λογιστή της εταιρείας, για πρακτικούς λόγους, ο οποίος είχε δηλωθεί στην ΑΔΑΕ ενώ τον πρώτο, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσε η εγκαλούσα, τον είχε δημιουργήσει ο κατηγορούμενος, και, όπως διαπιστώθηκε, ήταν και εκείνος που είχε αλλάξει τον κωδικό του λίγο μετά τη δημιουργία του τον Μάρτιο του ίδιου έτους. Στις 10/8 όπως και στις 17/8 βραδυνές ώρες, ελέγχθηκε το επίπεδο προσπέλασης στο εσωτερικό δίκτυο, δηλαδή η δυνατότητα επέμβασης σε κάθε μεμονωμένο τερματικό (Η/Υ), και ουσιαστικά αν αυτοί ήταν σε λειτουργία, διότι με τη γνώση των άνω κωδικών διαχειριστών (Yoboto/root, deploy) ήταν δυνατή η απομακρυσμένη είσοδος, πλην των εξυπηρετητών, και στους τερματικούς σταθμούς. Εναλλακτικά αυτό θα μπορούσε να συμβεί αν ο επιχειρών την είσοδο γνώριζε τους κωδικούς που χρησιμοποιούσε κάθε χρήστης Η/Υ, γεγονός που δεν συνέβαινε. Μεσολάβησε η ενεργοποίηση των τερματικών, κατά την επίσκεψη του κατηγορουμένου στα γραφεία της εταιρείας, η οποία δεν χρειαζόταν παρά μερικά δευτερόλεπτα για κάθε τερματικό, που κατέστη δυνατή λόγω της διαμόρφωσης του χώρου και της απουσίας υπαλλήλων, και έτσι, εφόσον αυτά ήταν λειτουργικά και προσβάσιμα, έγινε απομακρυσμένη επέμβαση στις 17/8/2017, μετά την αποχώρηση του εκκαλούντος από τα γραφεία της εγκαλούσας (από 16.09 έως τις 17.39 κατά τα άνω) και διαγράφηκαν τα προσωπικά αρχεία των παραπάνω. Επρόκειτο για προσφορές, στοιχεία πιστοποίησης ISO, χαρτιά εργασίας και μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους, κα, ενώ ειδικά από τον Η/Υ της Δ. Λ. διαγράφηκαν στοιχεία πελατών, τα οποία δεν ήταν μεν απόρρητα, ως εκ του περιεχομένου τους, πλην όμως η νόμιμη κάτοχός τους τα μεταχειριζόταν ως τέτοια, χρησιμοποιώντας κωδικό για την είσοδο στο τερματικό της, ώστε να παρεμποδίζονται τρίτοι να λάβουν γνώση τους. Παράλληλα, διαγράφησαν και τα αντίγραφα ασφαλείας που κρατούνταν σε εξωτερικό μηχάνημα, με το οποίο ήταν συνδεδεμένοι οι τερματικοί σταθμοί των χρηστών (NAS). Σε σύντομο χρόνο, κατά τον οποίο δεν είχε ολοκληρωθεί η έρευνα από την εγκαλούσα, η ίδια έκανε, όπως υποχρεούτο, αναφορά του περιστατικού παραβίασης των όρων ασφαλείας προς την ΑΔΑΕ (18-9-2017), ενώ η έγκλησή της συνετάγη στις 17-11-2017. Ακόμη, ζητήθηκε άμεσα η συνδρομή της Αρχής Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και υποβλήθηκε αίτημα δικαστικής συνδρομής για να γνωστοποιηθεί από την εδρεύουσα στην Γερμανία εταιρεία "Teamviewer" το IP το τερματικό δηλαδή από το οποίο έγινε η απομακρυσμένη επέμβαση, το οποίο θα απαντούσε οριστικά και με βεβαιότητα στο ερώτημα από ποιόν Η/Υ έγινε και ποια ακριβώς επέμβαση έγινε, πλην όμως τούτο δεν κατέστη δυνατό μέχρι σήμερα, ούτε και πραγματοποιήθηκε πραγματογνωμοσύνη, με πρωτοβουλία οιουδήποτε εκ των διαδίκων, ώστε να διευκρινιστούν επαρκώς όλα τα τεχνικά ζητήματα. Αλλά και ο έλεγχος που πραγματοποιήθηκε από Ομάδα Ελέγχου της Αρχής Επικοινωνιών-Ασφάλειας και Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, περιορίστηκε στον έλεγχο της τήρησης των προβλεπόμενων κανόνων ασφαλείας, χωρίς να εισφέρει κάποιο ουσιαστικό στοιχείο στα διερευνώμενα ζητήματα. Πέραν όλων αυτών, διαπιστώθηκε και διαγραφή των αρχείων των καμερών ασφαλείας στις 17-8-2017, οι οποίες ήταν επίσης συνδεδεμένες στο εσωτερικό δίκτυο της εγκαλούσας μέσω άλλου μηχανήματος (Zoneminder). Εισερχόμενος κανείς στο εσωτερικό δίκτυό της, κατά τα άνω, μπορούσε στη συνέχεια να έχει πρόσβαση και στις κάμερες μέσω του προαναφερθέντος μηχανήματος. Η δε διαγραφή είναι προφανές ότι έγινε για να μην διαπιστωθούν οι ενέργειες του εκκαλούντος εντός των χώρων της εγκαλούσας τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία. Από τον συνδυασμό των παραπάνω στοιχείων και παρ'ότι ο κατηγορούμενος δηλώνει με κατηγορηματικότητα άγνοια του κωδικού πρόσβασης στο Teamviewer, ενώ δεν έχουν διευκρινιστεί σε όλη τους την έκταση και τα τεχνικά ζητήματα της επέμβασης, οι τεχνικοί της εγκαλούσας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επέμβαση είχε γίνει από τον ίδιο. Η ζημία που προκάλεσε δεν ήταν πολύ μεγάλης έκτασης και θα μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερη, αυτό όμως ως παραδοχή δεν ασκεί επιρροή και σχετίζεται περισσότερο με τα κίνητρα του εκκαλούντος, ο οποίος αισθανόμενος προφανώς απογοήτευση και πικρία από τον τρόπο αντιμετώπισής του από την εγκαλούσα και την απόλυσή του, καθώς και την αρχική απροθυμία χορήγησής του συστατικής επιστολής, με την οποία θα αναγνωριζόταν η προσφορά του στην εταιρεία και ιδιαιτέρως η προσπάθειά του για αναβάθμιση και οργάνωση του συστήματος ασφαλείας της, προέβη σε αυτή την ενέργεια για εκδικητικούς λόγους. Αντίθετα, ο διευθύνων σύμβουλος δεν είχε κανένα λόγο να το πράξει, ο δε λογιστής μπορεί να είχε γνώση του κωδικού διαχειριστή αλλά δεν μπορεί να γνώριζε και τον κωδικό πρόσβασης στις κάμερες ασφαλείας, ούτε μπορεί να αποσυνδεθούν οι προσπάθειες προσπέλασης στις 17-8-2017 με την επίσκεψη του κατηγορουμένου στα γραφεία της εκκαλούσας. Άλλωστε, το ότι η επέμβαση έγινε από τον ίδιο, έχει γίνει ήδη αμετακλήτως δεκτό, με το απαλλακτικό σκέλος της εκκαλουμένης, η οποία, ωστόσο, δέχθηκε ότι η πρόσβαση δεν ήταν αθέμιτη, εφόσον αυτός ήταν νόμιμος κάτοχος των κωδικών, τους οποίους σημειωτέον η εγκαλούσα δεν μερίμνησε να αντικαταστήσει άμεσα, μετά την αποχώρησή του, όπως όφειλε στοιχειωδώς να πράξει. Ο ίδιος ο διευθύνων σύμβουλος, που ήταν και αυτός γνώστης των κωδικών διαχειριστή συστήματος πλην του Yoboto/root δήλωσε ότι βρισκόταν σε μία πολύ δύσκολη προσωπική περίοδο, οπότε αμέλησε να μεριμνήσει για τις σχετικές διαδικασίες. Η διαγραφή δε των αρχείων αυτών και ειδικώς η επιλεκτική διαγραφή αρχείων από τον Η/Υ της Δ. Λ., προϋποθέτει λογικά την αξιολόγησή τους, με δεδομένο ότι δεν διαγράφηκαν όλα τα αρχεία της. Επομένως, ο εκκαλών παραβίασε τα στοιχεία αυτά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 370 Β § 1 του πΠΚ, τα οποία μετά βεβαιότητας αντέγραψε στον τερματικό σταθμό από τον οποίο έγινε η πρόσβαση, ανεξαρτήτως εάν έκανε περαιτέρω χρήση τους.
Συνεπώς, με τις παραπάνω διευκρινίσεις, που δεν επιφέρουν χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οικεία σκέψη, αλλά συμπληρώνουν την σε βάρος του κατηγορία, ο κατηγορούμενος με πρόθεση τέλεσε κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση την εν λόγω πράξη αλλά και εκείνη του άρθρου 15 του, εφαρμοστέου εν προκειμένω, ν. 3471/2006, εφόσον κατά την διενεργούμενη εξ αποστάσεως πρόσβασή του στους τερματικούς σταθμούς των άνω χρηστών, διέγραψε από τα λογισμικά των υπολογιστών τους μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους, παραβιάζοντας έτσι το απόρρητο των επικοινωνιών τους, σύμφωνα με τη σχετική σκέψη που προεκτέθηκε".

Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο α] της παράβασης του άρθρου 370Β παρ. 1 ΠΠΚ, β] της παράβασης του άρθρου 15 του ν. 3471/2006 με το ακόλουθο διατακτικό :

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ του ότι: Στη Μεταμόρφωση Αττικής κατά τις ημερομηνίες 10/8/2017 και 17/8/2017 τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα :

Α. Με πρόθεση, αθέμιτα, αντέγραψε, χρησιμοποίησε και οπωσδήποτε παραβίασε στοιχεία και πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία συνιστούσαν απόρρητα επιχείρησης του ιδιωτικού τομέα και συγκεκριμένα στις 17/8/2017 έχοντας αποκτήσει πρόσβαση στα αρχεία του τερματικού της Δ. Λ., με τη χρήση κωδικών διαχειριστή συστήματος, που περιείχαν αποθηκευμένα δεδομένα εμπιστευτικού και απόρρητου χαρακτήρα, με την έννοια ότι δεν ήταν προσβάσιμα ελεύθερα σε τρίτους, αλλά προϋποτίθετο η χρήση κωδικών εισόδου, ήτοι στοιχεία χρηστών απαραίτητα κατά το στάδιο της εγγραφής τους στις υπηρεσίες, τα καταχώρισε στον τερματικό σταθμό από τον οποίο πραγματοποιήθηκε η επέμβαση (IP) και στη συνέχεια τα διέγραψε από εκείνον της χρήστριας Λ. Τα εν λόγω αρχεία περιείχαν σημαντικά και καίρια για τη λειτουργία της εγκαλούσας εταιρείας, στοιχεία και δεδομένα τα οποία ήταν προσιτά αποκλειστικά και μόνο σε περιορισμένο κύκλο στελεχών του Τμήματος, συμπεριλαμβανομένης της συγκεκριμένης υπαλλήλου και συνιστούσαν εκ του λόγου τούτου απόρρητα της επιχείρησης, αφού ως τέτοια τα μεταχειριζόταν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον η εγκαλούσα εταιρεία.

Β. Κατά τον ως άνω τόπο την 17/8/2017 με πρόθεση και κατά παράβαση του Νόμου 3471/2006 περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, συνέλεξε, αποθήκευσε, έλαβε γνώση και αφαίρεσε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χρήστη ηλεκτρονικού υπολογιστή και συγκεκριμένα ανάμεσα στα ηλεκτρονικά αρχεία, εν συνεχεία διέγραψε από τα λογισμικά των υπολογιστών των αναφερόμενων στον σκεπτικό υπαλλήλων της εγκαλούσας, ήταν και αρχεία με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που αφορούσαν στην ηλεκτρονική αλληλογραφία των ανωτέρω υπαλλήλων της επιχείρησης, η οποία εξομοιούται νομικά με την έγχαρτη αλληλογραφία της, κάτοχος της οποίας (ηλεκτρονικής και έγχαρτης) είναι η ίδια η εταιρεία, στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής στην ηλεκτρονική επικοινωνία των υπαλλήλων, που αντανακλάται στις σχέσεις τους με την εγκαλούσα".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του, την επιβαλλόμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διότι εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω αξιόποινων πράξεων, της παράβασης του άρθρου 370 Β παρ. 1 πΠ.Κ. και της παράβασης άρθρου 15 ν. 3471/2006, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των ως άνω εγκλημάτων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους, χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας του καθενός, καθώς και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,12,14,16,17,18β, 26 παρ. 1α, 27, 51, 53, 57, 94 παρ. 1 ν.Π.Κ. και 370 Β παρ. 1, 4 ΠΠΚ και άρθρου 15 ν. 3471/2006, χωρίς να παραβιάσει αυτές ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, προσδιορίζονται: α) ο τόπος, ο χρόνος, ο τρόπος και οι λοιπές περιστάσεις τέλεσης των συγκεκριμένων πράξεων. Σε σχέση με την πράξη της παράβασης του άρθρου 370 Β παρ. 1, 4 π.Π.Κ. και νυν 370 Γ παρ.1 νέου ΠΚ (ν.4619/2019) παρατίθενται στην απόφαση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τα αναφερόμενα σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα οποία θεμελιώνουν τις παραδοχές του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, ως πρώην υπάλληλος της εγκαλούσας εταιρείας, ενώ είχε απολυθεί από αυτήν από τις 9.7.2017, το μήνα Αύγουστο του 2017, και μάλιστα στις 17.8.2017 έχοντας προηγουμένως αποκτήσει απομακρυσμένη πρόσβαση στο εσωτερικό δίκτυο υπολογιστών της εγκαλούσας εταιρίας, μεταξύ άλλων και στο τερματικό της υπαλλήλου της εγκαλούσας, Δ. Λ., με πρόθεση, αθέμιτα, αντέγραψε, και οπωσδήποτε παραβίασε στοιχεία και πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία συνιστούσαν απόρρητα της επιχείρησης, με την έννοια ότι δεν ήταν προσβάσιμα ελεύθερα σε τρίτους, αλλά προϋποτίθετο η χρήση κωδικών εισόδου, ήτοι στοιχεία χρηστών απαραίτητα κατά το στάδιο της εγγραφής τους στις υπηρεσίες, τα καταχώρισε στον τερματικό σταθμό από τον οποίο πραγματοποίησε την επέμβαση (IP) και στη συνέχεια τα διέγραψε από εκείνον της χρήστριας Λ. Τα εν λόγω αρχεία περιείχαν σημαντικά και καίρια για τη λειτουργία της εγκαλούσας εταιρείας, στοιχεία και δεδομένα, τα οποία ήταν προσιτά αποκλειστικά και μόνο σε περιορισμένο κύκλο στελεχών του τμήματος, συμπεριλαμβανομένης της συγκεκριμένης υπαλλήλου και συνιστούσαν εκ του λόγου τούτου απόρρητα της επιχείρησης, αφού ως τέτοια τα μεταχειριζόταν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον η εγκαλούσα εταιρεία και πληρούται επομένως η νομοτυπική μορφή του άνω εγκλήματος με την παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν την υποκειμενική και αντικειμενική του υπόσταση. Η ειδικότερη αιτίαση, που προβάλλεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ότι οι πράξεις της καταχώρισης και διαγραφής στοιχείων και προγραμμάτων ηλεκτρονικού υπολογιστή, που συνιστούν απόρρητα επιχείρησης ιδιωτικού τομέα, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δεν συμπεριλαμβάνονται στους προβλεπόμενους τρόπους τέλεσης του αδικήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 370Β του ΠΠΚ, προσάπτοντας στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 370Β ΠΠΚ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη υπό στοιχείο 2 της παρούσας απόφασης, από τη διάταξη αυτή, με την οποία σκοπείται η διαφύλαξη του απορρήτου των προγραμμάτων υπολογιστών, προκύπτει ότι τυποποιείται σε ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα η αθέμιτη παραβίαση των προγραμμάτων και στοιχείων αυτών, συντελείται δε η παραβίαση αυτών, είτε με την αντιγραφή ή την αποτύπωση ή τη χρησιμοποίηση ή την αποκάλυψη σε τρίτο, ή την οπωσδήποτε παραβίαση τους, δηλαδή με υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης οι οποίοι εννοιολογικά διαφέρουν, στην προκειμένη δε περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η παραβίαση των άνω απόρρητων αρχείων υπολογιστών της εγκαλούσας, έλαβε χώρα με την αντιγραφή - καταχώρισή τους από τον κατηγορούμενο στον τερματικό σταθμό από τον οποίο έγινε η πρόσβαση και με τη διαγραφή τους από τον υπολογιστή της υπαλλήλου της εγκαλούσας Δ. Λ., τρόπος που εμπίπτει σαφώς στην έννοια της οπωσδήποτε παραβίασης της άνω διάταξης. Επίσης, αναφορικά με την παράβαση του άρθρου 15 ν. 3471/2006, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες τέλεσης του προαναφερόμενου αδικήματος από τον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος, στις 17.8.2017, έχοντας προηγουμένως αποκτήσει πρόσβαση στα ηλεκτρονικά αρχεία των υπολογιστών των υπαλλήλων της εγκαλούσας εταιρίας και συγκεκριμένα του Α. Ι., του Π. Ν., του Β. Α., της Ε. Α., της Ο. Κ., του Α. Π. και της Δ. Λ., υπεύθυνης διαχείρισης λειτουργιών της εγκαλούσας, κατά παράβαση του Νόμου 3471/2006 περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, έλαβε γνώση και αφαίρεσε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των άνω χρηστών ηλεκτρονικών υπολογιστών και συγκεκριμένα ανάμεσα στα ηλεκτρονικά αρχεία των υπολογιστών των άνω υπαλλήλων της εγκαλούσας ήταν και αρχεία με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αφορούσαν στην ηλεκτρονική αλληλογραφία των ανωτέρω υπαλλήλων της επιχείρησης, τα οποία ο κατηγορούμενος διέγραψε από τα λογισμικά των υπολογιστών των υπαλλήλων της εγκαλούσας. Η ειδικότερη αιτίαση, που προβάλλεται με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης ότι, ενώ στο προοίμιο του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται η καταδίκη του κατηγορουμένου για πράξεις που έλαβαν χώρα στις 10/8/2017 και 17/8/2017 ακολούθως, περιγράφεται και αναφέρεται μόνο η πράξη της 17/8/2017 και δεν γίνεται καμία αναφορά στην ημερομηνία της 10/8/2017 και με τον τρόπο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του άρθρου 370Β του καταργηθέντος ΠΚ και του άρθρου 15 του Ν. 3471/2006, καθώς δεν καθίστανται σαφείς οι πράξεις και οι χρόνοι τέλεσης των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε και αν τελικά πρόκειται για μια πράξη ή περισσότερες, προσάπτοντας στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας άλλως της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης εκ πλαγίου και έλλειψη νόμιμης βάσης [από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ], είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι από τις ανωτέρω παραδοχές του σκεπτικού σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, όπως αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει με σαφήνεια ότι στις 10 Αυγούστου 2017 έλαβε χώρα απομακρυσμένη πρόσβαση του αναιρεσείοντος στο εσωτερικό δίκτυο της εγκαλούσας εταιρίας και έλεγχος του επιπέδου προσπέλασης, δηλαδή της δυνατότητας επέμβασης σε κάθε μεμονωμένο τερματικό (σελίδες 78 και 79 της προσβαλλόμενης), ακολούθησε δε, στις 17.8.2017 η επίσκεψη του κατηγορουμένου με φυσική παρουσία του στα γραφεία της εταιρείας στη Μεταμόρφωση Αττικής, όπου ενεργοποίησε τα τερματικά -υπολογιστές των αναφερομένων υπαλλήλων της εγκαλούσας και το απόγευμα της ίδιας ημέρας, στις 17 Αυγούστου 2017, έγινε εξ αποστάσεως απομακρυσμένη πρόσβαση στο δίκτυο των υπολογιστών της εγκαλούσας και ακολούθησε την ίδια ημέρα [17.8.2017] η παράνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, με την παραβίαση των άνω απόρρητων αρχείων υπολογιστών της εγκαλούσας, που έλαβε χώρα με την αντιγραφή - καταχώρισή τους από τον κατηγορούμενο στον τερματικό σταθμό από τον οποίο έγινε η πρόσβαση και με τη διαγραφή τους από τον υπολογιστή της υπαλλήλου της εγκαλούσας Δ. Λ., καθώς και με τη διαγραφή των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αφορούσαν στην ηλεκτρονική αλληλογραφία των ανωτέρω υπαλλήλων της επιχείρησης, όπως αναλυτικά διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη. Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για τις άνω δύο πράξεις: α] της παράβασης του άρθρου 370Β παρ. 1 ΠΠΚ και β] παράβασης άρθ. 15 ν. 3471/2006 τελεσθείσες την 17.8.2017 και όχι για πράξεις τελεσθείσες κατ' εξακολούθηση, η αναφορά δε στην ημερομηνία της 10 Αυγούστου 2017 έλαβε χώρα συμπληρωματικά σε αυτήν του χρόνου τέλεσης των πράξεων {17 Αυγούστου 2017} και όπως επαρκώς διευκρινίζεται στο σκεπτικό της απόφασης, για να δείξει την πρόσβαση που επιχείρησε ο κατηγορούμενος στο εσωτερικό δίκτυο της εγκαλούσας, πριν προχωρήσει στην τέλεση των παράνομων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε και οι οποίες τελέστηκαν στις 17.8.2017. Επομένως, ουδεμία ασάφεια υφίσταται ως προς το χρόνο τέλεσης των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός, 4ος πρόσθετος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου.

Περαιτέρω, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές του Δικαστηρίου, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, τα οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την πιο πάνω κρίση του, τα οποία το Δικαστήριο συνεκτίμησε, όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, ενώ δεν υπήρχε, ανάγκη αναφοράς και αξιολογήσεως του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο [του κυρίως δικογράφου] της κρινόμενης αναιρέσεως, ότι δεν λήφθηκε υπόψη η απολογία του κατηγορουμένου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Ειδικότερα, μολονότι στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται ειδικά η απολογία του κατηγορουμένου, ωστόσο από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα από τις αναφορές στο σκεπτικό της απόφασης :''.. Οι απόψεις όλων ακόμα και του ιδίου [εννοείται του κατηγορουμένου] συγκλίνουν στο ότι δεν επρόκειτο για τυχαίο γεγονός ή λάθος αλλά για κακόβουλη ενέργεια'',...Από τον συνδυασμό των παραπάνω στοιχείων και παρ' ότι ο κατηγορούμενος δηλώνει με κατηγορηματικότητα άγνοια του κωδικού πρόσβασης στο Teamviewer, ενώ δεν έχουν διευκρινιστεί σε όλη τους την έκταση και τα τεχνικά ζητήματα της επέμβασης, οι τεχνικοί της εγκαλούσα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επέμβαση είχε γίνει από τον ίδιο", καθίσταται σαφές ότι η απολογία του κατηγορουμένου λήφθηκε υπόψη και συναξιολογήθηκε μαζί με όλα τα αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, για την περί της ενοχής του αναιρεσείοντος απόφαση, λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, όπως αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού, όλα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο αυτού έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η με αριθμό 27/2018 απόφαση της ΑΔΑΕ και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναίρεσης [υπό στοιχείο Ε' του κύριου δικογράφου αναίρεσης] για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, επειδή κατά τους ισχυρισμούς του δεν λήφθηκε υπόψη το έγγραφο αυτό, ενώ οι περαιτέρω περιεχόμενες στον ως άνω λόγο, σχετικές με την κατηγορία, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, διότι, κατά την άποψή του, από αυτά συνάγονται διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών σε βάρος του αναιρεσείοντος παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, και με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου.

9. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ενώ πλήττεται ευθέως το τεκμήριο αθωότητάς του, επειδή το δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του την ακόλουθη παραδοχή:

''Άλλωστε, το ότι η επέμβαση έγινε από τον ίδιο, έχει γίνει ήδη αμετακλήτως δεκτό, με το απαλλακτικό σκέλος της εκκαλουμένης, η οποία, ωστόσο, δέχθηκε ότι η πρόσβαση δεν ήταν αθέμιτη, εφόσον αυτός ήταν νόμιμος κάτοχος των κωδικών, τους οποίους σημειωτέον η εγκαλούσα δεν μερίμνησε να αντικαταστήσει άμεσα, μετά την αποχώρησή του, όπως όφειλε στοιχειωδώς να πράξει'', από την οποία συνάγεται, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του θεώρησε ως αμετακλήτως αποδεδειγμένο, από το σκεπτικό του απαλλακτικού σκέλους της πρωτοβάθμιας απόφασης, ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε πρόσβαση στον υπολογιστή της εγκαλούσας και δεν το έκρινε εκ νέου όπως όφειλε. Ο λόγος όμως αυτός, που προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Θ' του ΚΠΔ, σε συνδ. με αρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου για την τέλεση των παραπάνω αδικημάτων από τον αναιρεσείοντα, δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά στο απαλλακτικό σκέλος της πρωτοβάθμιας απόφασης αλλά και σε επιπλέον πραγματικά περιστατικά που αναλύθηκαν και αναφέρονται στις αιτιολογίες της απόφασης, με σαφήνεια και αιτιολογική επάρκεια, τα οποία στηρίζουν την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση αθέμιτα αντέγραψε χρησιμοποίησε και οπωσδήποτε παραβίασε στοιχεία και πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή τα οποία συνιστούσαν απόρρητα αρχεία της εγκαλούσας και ότι διέγραψε ηλεκτρονικά μηνύματα από τα αρχεία των υπολογιστών αναφερόμενων υπαλλήλων. Ειδικότερα, γίνεται εκτενής αναφορά στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, ότι: α] οι επεμβάσεις έγιναν μέσω του προγράμματος απομακρυσμένης εισόδου ''teamviewer'', το οποίο είχε εγκαταστήσει ο κατηγορούμενος, β] ότι πραγματοποιήθηκαν οι επεμβάσεις στις 10.8.2017 από ώρες 13.23 έως 16.42 και στις 17.8.2017, προ αλλά και μετά την άφιξη του κατηγορουμένου στα γραφεία της εγκαλούσας, και συγκεκριμένα από 00.32 έως 01.02 και από τις 16.09 έως τις 17.39, γ] ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τον κωδικό διαχειριστή για την προσπέλαση στο εσωτερικό δίκτυο της εταιρίας, δ] ότι διαπιστώθηκε και διαγραφή των αρχείων των καμερών ασφαλείας στις 17.8.2017, οι οποίες ήταν επίσης συνδεδεμένες στο εσωτερικό δίκτυο της εγκαλούσας, μέσω άλλου μηχανήματος [zoneminder], εισερχόμενος δε κάποιος στο εσωτερικό δίκτυό της, μπορούσε στη συνέχεια να έχει πρόσβαση και στις κάμερες μέσω του μηχανήματος, η δε διαγραφή είναι προφανές ότι έγινε για να μην διαπιστωθούν οι ενέργειες του κατηγορουμένου εντός του χώρου της εγκαλούσας τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία, ε]ότι οι τεχνικοί της εγκαλούσας εταιρίας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επέμβαση είχε γίνει από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Η αναφορά στο απαλλακτικό σκέλος της πρωτόδικης απόφασης έλαβε χώρα ως επιπλέον στοιχείο για να καταδείξει την δυνατότητα πρόσβασης του κατηγορουμένου και αναιρεσείοντος, ο οποίος είχε δυνατότητα πρόσβασης πράγματι στα αρχεία της εγκαλούσας ως πρώην υπάλληλος αυτής, πλην όμως όχι και δικαίωμα να αντιγράψει και να παραβιάσει διαγράφοντάς τα, τα άνω ηλεκτρονικά αρχεία -απόρρητα της εγκαλούσας ούτε να διαγράψει τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των αναφερόμενων στο σκεπτικό της απόφασης υπαλλήλων της εγκαλούσας εταιρίας, όπως και πράγματι παρανόμως έπραξε.

Περαιτέρω, οι προπαρατεθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας και η αναφορά στο απαλλακτικό σκέλος της πρωτοβάθμιας απόφασης δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του Δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής, ουδόλως αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου, τεκμηρίου αθωότητας αυτού, όπως ο ίδιος αβάσιμα διατείνεται, αφού από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανέλεγκτα το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής του με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της άνω απόφασης, ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, διότι αποδείχθηκε η ενοχή του και όχι διότι αυτός δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητά του.

10. Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αναίρεσης, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, λόγω ύπαρξης ενδοιαστικής αιτιολογίας, που δημιουργείται κατά τους ισχυρισμούς του από τις ακόλουθες παραδοχές της απόφασης: "Σε σύντομο χρόνο, κατά τον οποίο δεν είχε ολοκληρωθεί η έρευνα από την εγκαλούσα, η ίδια έκανε, όπως υποχρεούτο, αναφορά του περιστατικού παραβίασης των όρων ασφαλείας προς την ΑΔΑΕ (18-9-2017), ενώ η έγκλησή της συνετάγη στις 17-11-2017. Ακόμη, ζητήθηκε άμεσα η συνδρομή της Αρχής Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και υποβλήθηκε αίτημα δικαστικής συνδρομής για να γνωστοποιηθεί από την εδρεύουσα στην Γερμανία εταιρεία "Teamviewer" το IP το τερματικό δηλαδή από το οποίο έγινε η απομακρυσμένη επέμβαση, το οποίο θα απαντούσε οριστικά και με βεβαιότητα στο ερώτημα από ποιόν Η/Υ έγινε και ποια ακριβώς επέμβαση έγινε, πλην όμως τούτο δεν κατέστη δυνατό μέχρι σήμερα, ούτε και πραγματοποιήθηκε πραγματογνωμοσύνη, με πρωτοβουλία οιουδήποτε εκ των διαδίκων, ώστε να διευκρινιστούν επαρκώς όλα τα τεχνικά ζητήματα ενώ δεν έχουν διευκρινιστεί σε όλη τους την έκταση και τα τεχνικά ζητήματα της επέμβασης, οι τεχνικοί της εγκαλούσας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επέμβαση είχε γίνει από τον ίδιο". Όμως, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παραπάνω αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι, το Δικαστήριο της ουσίας, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανελέγκτως το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ, από τις παραπάνω αναφερόμενες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως προκύπτει ότι παρέμεινε οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή του, η οποία (αμφιβολία) θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτού, κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo", και είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η αιτίαση που προβάλλεται και ο άνω λόγος αναίρεσης περί έλλειψης αιτιολογίας της απόφασης, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου.

11. Με τον τέταρτο λόγο του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αναίρεσης, ο κατηγορούμενος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας [από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ ΚΠοινΔ], ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο της ουσίας όφειλε να τον κηρύξει αθώο για την παράβαση του άρθρου 370 Β ΠΠΚ για την οποία καταδικάστηκε, διότι το περιεχόμενο του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την πρώτη πράξη για την οποία καταδικάστηκε, της επέμβασης και διαγραφής απόρρητων αρχείων της εγκαλούσας και μάλιστα αρχείων της υπαλλήλου της Δ. Λ., περιλαμβάνεται στο απαλλακτικό σκέλος της πρωτοβάθμιας με 2931/22 απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και έχει αμετάκλητα αθωωθεί.

Από την επισκόπηση του διατακτικού της προσβαλλόμενης δευτεροβάθμιας απόφασης, συγκρινόμενη με το διατακτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης 2931/22 του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα :

Με την με αριθμό 2931/22 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος της παράνομης πρόσβασης σε τμήμα πληροφοριακού συστήματος, ήτοι της παράβασης του άρθρου 370 Γ παρ. 2 ΠΠΚ [ήδη προβλεπόμενου στο άρθρο 370Δ παρ. 2 ΝΠΚ], με το ακόλουθο διατακτικό :

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο αθώο του ότι: "στη Μεταμόρφωση Αττικής κατά τις ημερομηνίες 10/8/2017 και 17/8/2017 :

Α. Με πρόθεση και χωρίς να έχει σχετικό προς τούτο δικαίωμα, απέκτησε πρόσβαση σε τμήμα πληροφοριακού συστήματος παραβιάζοντας απαγορεύσεις και μέτρα ασφαλείας που είχε λάβει ο νόμιμος κάτοχος του και συγκεκριμένα την 10/8/2017 και ενώ είχε ήδη από την 5/7/2017 απολυθεί από την εγκαλούσα εταιρεία στην οποία εργαζόταν από το έτος 2015, με την επωνυμία "ΓΙΟΥΜΠΟΤΟ Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών και Διαδικτύου Ε.Π.Ε, Ολοκληρωμένες Υπηρεσίες Τηλεπικοινωνιών - ΥUΒΟΤΟ Ε.Π.Ε", εισήλθε μέσω της εφαρμογής ΤΕΑΜVIEWER, όντας ο μοναδικός πλην των εκπροσώπων της εταιρείας γνώστης των σχετικών κωδικών πρόσβασης, στο τερματικό ΕRΡ02 και επέκεινα στο εσωτερικό δίκτυο της τοποθεσίας …, δηλαδή στο δίκτυο υπολογιστών και εξυπηρετητών της έδρας της εταιρείας και αποκτώντας απομακρυσμένη πρόσβαση, μέσω της ανωτέρω εφαρμογής, σε αυτό, συνδέθηκε με τους εξυπηρετητές εσωτερικής υποστήριξης ΖEYS01/03, ΕRPO2, ΕRMIS, ΖΟΝEMINDER., προκειμένου να διαπιστώσει το επίπεδο προσπέλασης τους. Εν συνεχεία την 17/8/2017 και ενώ είχε μεταβεί στην έδρα της εταιρείας, με σκοπό να λάβει μία συστατική επιστολή, εκμεταλλευόμενος την παραμονή του στα γραφεία της εταιρείας και την απουσία πρώην συναδέλφων του λόγω θερινών αδειών, ενεργοποίησε, δίχως να έχει σχετικό προς τούτο δικαίωμα, τα τερματικά ηλεκτρονικών υπολογιστών των εξής υπαλλήλων: Α. Ι., Δ. Λ., Π. Ν., Β. Α., Ε. Α., Ο. Κ. και Α. Π. και μετά την αποχώρηση του από την έδρα της εταιρείας, έχοντας καταστήσει κατά τον ως άνω τρόπο λειτουργικά τα εν λόγω τερματικά απέκτησε μέσω του ως άνω εξυπηρετητή εσωτερικής υποστήριξης ΕRP02 και της εφαρμογής ΤΕΑΜVIEWER., απομακρυσμένη παράνομη πρόσβαση στα αρχεία του τερματικού της Δ. Λ. υπεύθυνης διαχείρισης λειτουργιών της εγκαλούσας, που περιείχαν αποθηκευμένα δεδομένα εμπιστευτικού και απόρρητου χαρακτήρα, ήτοι στοιχεία χρηστών απαραίτητα κατά το στάδιο της εγγραφής τους στις υπηρεσίες, τα οποία ομοίως κατά τα ως άνω διέγραψε, δίχως να μπορεί να διαπιστωθεί αν προηγούμενα αντέγραψε αυτά για προσωπική του χρήση. Τα εν λόγω αρχεία περιείχαν σημαντικά και καίρια για την λειτουργία της εγκαλούσας εταιρείας, στοιχεία και δεδομένα τα οποία ήταν προσιτά αποκλειστικά και μόνο σε περιορισμένο κύκλο στελεχών του Τμήματος, συμπεριλαμβανομένης της συγκεκριμένης υπαλλήλου και συνιστούσαν εκ του λόγου τούτου απόρρητα της επιχείρησης, αφού ως τέτοια τα μεταχειριζόταν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον η εγκαλούσα εταιρεία, αφορώντα εταιρικά και εμπορικά αρχεία και έγγραφα μη εμπιστευτικού χαρακτήρα, στα οποία περιλαμβάνοντο και ηλεκτρονική τους αλληλογραφία, τα οποία διέγραψε, ως επίσης διέγραψε τα αντίγραφα ασφαλείας αυτών από τον ΝΑS Server της εταιρείας, καθώς και τα δεδομένα καταγραφής των καμερών ασφαλείας, ώστε να μην καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός του. Την δραστηριότητα του αυτή υλοποίησε μέσω μη ταυτοποιημένων εξατομικευμένων χρηστών, ήτοι του χρήστη με όνομα διεύθυνσης [DOMAIN NAME] YUBOTO/ROOT οποίος είχε δημιουργηθεί την 15/3/2017 από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, προηγουμένη ενημέρωση και έγκριση των νομίμων εκπροσώπων της εγκαλούσας και του Generic Local Antilockout User, έπραξε δε τα ανωτέρω κατά παράβαση των απαγορεύσεων και των όρων ασφαλείας που είχαν θέσει οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας, ως νόμιμοι κάτοχοι των αρχείων αυτών, σύμφωνα με τους οποίους απαγορεύεται αυτονοήτως η πρόσβαση οιουδήποτε τρίτου και δη πρώην υπαλλήλου, σε τερματικό υπολογιστή συγκεκριμένου χρήστη - εργαζομένου της επιχείρησης".

Με την ίδια πρωτοβάθμια απόφαση ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος της παραβίασης του άρθρου 370 Β παρ. 1 ΠΠΚ, του ότι :

"Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: ..Β. Στη Μεταμόρφωση Αττικής κατά τις ημερομηνίες 10/8/2017 και 17/8/2017 με πρόθεση, αθέμιτα, αντέγραψε, χρησιμοποίησε και οπωσδήποτε παραβίασε στοιχεία και πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία συνιστούσαν απόρρητα επιχείρησης του ιδιωτικού τομέα και συγκεκριμένα κατά την ως άνω ημερομηνία 17/8/2017 με τις προπεριγραφόμενες στο κεφάλαιο "Α" του παρόντος ενέργειές του, απέκτησε παράνομη πρόσβαση στα αρχεία του τερματικού της Δ. Λ., υπεύθυνης διαχείρισης λειτουργιών της εγκαλούσας, που περιείχαν αποθηκευμένα δεδομένα εμπιστευτικού και απόρρητου χαρακτήρα, ήτοι στοιχεία χρηστών απαραίτητα κατά το στάδιο της εγγραφής τους στις υπηρεσίες, τα οποία ομοίως κατά τα ως άνω διέγραψε, δίχως να μπορεί να διαπιστωθεί αν προηγούμενα αντέγραψε αυτά για προσωπική του χρήση. Τα εν λόγω αρχεία περιείχαν σημαντικά και καίρια για την λειτουργία της εγκαλούσας εταιρείας, στοιχεία και δεδομένα τα οποία ήταν προσιτά αποκλειστικά και μόνο σε περιορισμένο κύκλο στελεχών του Τμήματος, συμπεριλαμβανομένης της συγκεκριμένης υπαλλήλου και συνιστούσαν εκ του λόγου τούτου απόρρητα της επιχείρησης, αφού ως τέτοια τα μεταχειριζόταν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον η εγκαλούσα εταιρεία". Όπως προκύπτει από τη σύγκριση του απαλλακτικού σκέλους του διατακτικού της πρωτοβάθμιας απόφασης με το καταδικαστικό σκέλος της ίδιας απόφασης [2931/2022 του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών] αλλά και της δευτεροβάθμιας -αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η αθώωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αφορά αποκλειστικά το αδίκημα της παράνομης πρόσβασης σε τμήμα πληροφοριακού συστήματος με παραβίαση απαγορεύσεων και μέτρων ασφαλείας που είχε λάβει ο νόμιμος κάτοχος [παράβαση άρθρου 370Γ παρ. 2 ΠΠΚ] και όχι την αντιγραφή και παραβίαση με διαγραφή των απόρρητων στοιχείων και προγραμμάτων υπολογιστών της εγκαλούσας, και μάλιστα του υπολογιστή της υπαλλήλου της εγκαλούσας Δ. Λ., πράξη που ακολούθησε χρονικά την πράξη της πρόσβασης, για την οποία [ παράβαση του άρθρου 370 Β παρ. 1 ΠΠΚ] ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, τα πραγματικά περιστατικά δε, που περιέχονται στο κεφάλαιο Α-απαλλακτικό σκέλος της πρωτοβάθμιας απόφασης και αφορούν τη δράση του κατηγορουμένου μετά την πρόσβαση που απέκτησε αυτός στο εσωτερικό δίκτυο των υπολογιστών της εγκαλούσας, αναφέρονται πλεοναστικά. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και παραβίασης δεδικασμένου, κατ' ορθή απόδοση του νοηματικού περιεχομένου του σχετικού λόγου αναίρεσης.

12. Περαιτέρω, με τον 5ο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας [από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ ΚΠοινΔ] ισχυριζόμενος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του, καθιστώντας δικονομικά χειρότερη τη θέση του, διότι το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό του ότι τα διαγραφέντα αρχεία του υπολογιστή της υπαλλήλου Δ. Λ. αφορούσαν εταιρικά και εμπορικά αρχεία της εγκαλούσας εταιρίας και έγγραφα μη εμπιστευτικού χαρακτήρα και δεν ήταν απόρρητα, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αυτά τα αρχεία ήταν απόρρητα, διότι η νόμιμη κάτοχός τους τα μεταχειριζόταν ως τέτοια. Όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης δευτεροβάθμιας απόφασης, συγκρινόμενη με το διατακτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης 2931/22 του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτοδίκως για την παραβίαση με διαγραφή των απόρρητων στοιχείων και προγραμμάτων υπολογιστών της εγκαλούσας, και δη ηλεκτρονικών αρχείων που βρίσκονταν στον υπολογιστή της υπαλλήλου της εγκαλούσας Δ. Λ. που περιείχαν σημαντικά και καίρια για την λειτουργία της εγκαλούσας εταιρείας, στοιχεία και δεδομένα τα οποία ήταν προσιτά αποκλειστικά και μόνο σε περιορισμένο κύκλο στελεχών του Τμήματος, συμπεριλαμβανομένης της συγκεκριμένης υπαλλήλου και συνιστούσαν εκ του λόγου τούτου απόρρητα της επιχείρησης, αφού ως τέτοια τα μεταχειριζόταν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον η εγκαλούσα εταιρεία.

Εξάλλου, η χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου διαπιστώνεται, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, από τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου και όχι από τη σύγκριση του σκεπτικού, στην προκειμένη δε περίπτωση, ουδεμία διαφοροποίηση διαπιστώνεται αναφορικά με την περιγραφή των ηλεκτρονικών αυτών αρχείων ως απόρρητων για την εγκαλούσα στοιχείων. Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.

13. Με τους 2ο και 6ο συναφείς, πρόσθετους λόγους αναίρεσης, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας [από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠοινΔ] ισχυριζόμενος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του, καθιστώντας δικονομικά χειρότερη τη θέση του, διότι, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό του, αναφορικά με την πρώτη πράξη για την οποία καταδικάστηκε, της παράβασης του άρθρου 370Β παρ. 1 ΠΠΚ και τα διαγραμμένα αρχεία του υπολογιστή της υπαλλήλου της εγκαλούσας, Δ. Λ., διαλαμβάνει την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος ''παραβίασε τα στοιχεία αυτά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 370Β παρ. 1 ΠΠΚ, τα οποία μετά βεβαιότητας αντέγραψε στον τερματικό σταθμό, από τον οποίο έγινε η πρόσβαση, ανεξαρτήτως αν έκανε περαιτέρω χρήση τους'', ενώ το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό του αλλά και στο διατακτικό, αναφορικά με τα ίδια απόρρητα αρχεία τα εξής: ''..τα οποία ομοίως κατά τα άνω διέγραψε, δίχως να μπορεί να διαπιστωθεί αν προηγούμενα αντέγραψε αυτά για προσωπική του χρήση''. Όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης δευτεροβάθμιας απόφασης, συγκρινόμενη με το διατακτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης 2931/22 του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτοδίκως για την παραβίαση με διαγραφή των απόρρητων στοιχείων και προγραμμάτων υπολογιστών της εγκαλούσας, και δη ηλεκτρονικών αρχείων που βρίσκονταν στον υπολογιστή της υπαλλήλου της εγκαλούσας Δ. Λ. διαλαμβάνοντας στο διατακτικό επί λέξει: "..τα οποία ομοίως κατά τα άνω διέγραψε, δίχως να μπορεί να διαπιστωθεί αν προηγούμενα αντέγραψε αυτά για προσωπική του χρήση.".

Εξάλλου, στην προσβαλλόμενη απόφαση στο διατακτικό της, αναφορικά με την πρώτη πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, της παράβασης του άρθρου 370Β παρ. 1 ΠΠΚ και τα διαγραμμένα αρχεία του υπολογιστή της υπαλλήλου της εγκαλούσας, Δ. Λ. αναφέρεται επί λέξει: "..τα καταχώρισε στον τερματικό σταθμό από τον οποίο πραγματοποιήθηκε η επέμβαση [IP] και στη συνέχεια τα διέγραψε από εκείνον της χρήστριας Λ.", ενώ και στο σκεπτικό της απόφασης γίνεται δεκτό ότι τα στοιχεία αυτά μετά βεβαιότητας ο κατηγορούμενος τα αντέγραψε στον τερματικό σταθμό από τον οποίο έγινε η παραβίαση . Από την αντιπαραβολή του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης με εκείνο της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι με τη συμπλήρωση αυτή στην προσβαλλομένη, ότι δηλαδή τα απόρρητα αυτά στοιχεία-ηλεκτρονικά αρχεία τα αντέγραψε ο κατηγορούμενος στον τερματικό σταθμό, από όπου έγινε η πρόσβαση στο εσωτερικό δίκτυο των υπολογιστών της εγκαλούσας, το δικαστήριο δεν επέφερε χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου. Απλώς διευκρίνισε και προσδιόρισε σαφέστερα τα προκύψαντα από την ενώπιον του αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά και ιδίως τα συναπτόμενα με τις ειδικότερες περιστάσεις τέλεσης της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξης, χωρίς να προσθέσει άλλα διαφορετικά εκείνων που τη συγκροτούν και δεν μετέβαλε επί το δυσμενέστερο την ταυτότητα της, καθόσον το έγκλημα από το άρθρο 370Β παρ. 1 ΠΠΚ είναι υπαλλακτικώς μικτό και τελείται με έναν από τους τρόπους που περιγράφονται στην νομοτυπική του μορφή, της αθέμιτης αντιγραφής, αποτύπωσης, χρησιμοποίησης, αποκάλυψης σε τρίτον ή οπωσδήποτε παραβίασης των απόρρητων στοιχείων, εν προκειμένω δε, αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τα διέγραψε από τον υπολογιστή της εγκαλούσας εταιρίας, πράξη που συνιστά οπωσδήποτε παραβίαση των αρχείων αυτών κατά την έννοια της άνω διάταξης και επομένως μια πράξη τελέστηκε και δεν καθίσταται χειρότερη η θέση από την άνω συμπλήρωση. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

14. Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ "Ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθούν.... Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 174 παρ.1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: "1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α)...,β)την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο..., γ)..., δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.".

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 367 του νέου ΚΠΔ "1. Όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος δεν μπορεί να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο. 2. Δικαίωμα δευτερολογίας έχει ο εισαγγελέας και ο κατηγορούμενος ή ένας συνήγορος του. Η δευτερολογία πρέπει να περιορίζεται στην απόκρουση αντίθετων επιχειρημάτων και δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από μισή ώρα. Στη δευτερολογία έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν οι εισαγγελέας και οι διάδικοι. 3. Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον εισαγγελέα και τους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στον δε κατηγορούμενο και τον συνήγορό του, και αν ακόμη δεν ζητήθηκε από αυτούς, και μάλιστα έτσι ώστε αυτός να έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του πρέπει πάντοτε να είναι ο τελευταίος ομιλών, κυρίως μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας για να αναπτύξει με βάση τη διεξαχθείσα αυτή διαδικασία την υπεράσπισή του κατά της κατηγορίας, ώστε από την όλη γενόμενη συζήτηση να παραμένει νωπή κατά την τελική διάσκεψη προς κρίση του δικάζοντος δικαστηρίου η άποψη της υπεράσπισης. Το δικαίωμα τούτο "της τελευταίας λέξης" δικαιολογείται όχι μόνο από τη δυσμενή θέση του κατηγορουμένου στην κύρια δίκη, αλλά και από αυτήν την ίδια την ιδιότητα του κατηγορουμένου που προϋποθέτει για την αντίκρουση της κατηγορίας και των αντιθέτων επιχειρημάτων, την προηγούμενη γνώση τους. Η παράβαση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 367 του ΚΠΔ, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 β και δ' του ΚΠΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ (ΑΠ 991/2025 ΑΠ13/2024, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 491/2023, ΑΠ 786/2022, 543/2022, ΑΠ 211/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης στις σελίδες 83 και 84 αυτών προκύπτει ότι μετά την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος πρότεινε ως προς το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ και απόρριψης του αιτήματος περί εφαρμογής του άρθρου 104Β παρ.1 εδ. α' και δ' ΠΚ της δικαστικής άφεσης της ποινής. Ακολούθως, το δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος περί δικαστικής άφεσης της ποινής και αναγνώρισε την συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α: ΠΚ (σελ 84 της προσβαλλόμενης απόφασης), του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης 6 μηνών, χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας και στον κατηγορούμενο ως προς το ύψος της επιβληθησόμενης για κάθε πράξη ποινής, ούτε και ως προς τον σχηματισμό της συνολικής ποινής, κατά παράβαση των άρθρων 171 παρ. 1 περ. β' και δ', 367 παρ. 1 και 3, 369 παρ. 3 και ι 30 παρ. 2 ΚΠΔ, με αποτέλεσμα την εμφιλοχώρηση απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που ορίζουν την υποχρεωτική συμμετοχή στη διαδικασία στο ακροατήριο του εισαγγελέα και παραβίασης των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα και ακολούθως στον κατηγορούμενο ή στο συνήγορο του προτού απαγγελθεί η απόφαση για την ποινή, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε και κατ' επέκταση, και ως προς την διάταξή της για επιβολή συνολικής ποινής, να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το άνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 1091/2025 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και δη ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής και κατ' επέκταση, και ως προς την διάταξή της για επιβολή συνολικής ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή