ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 819/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 819/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 819/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 819 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 819/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7078/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από …2025 κρινόμενη αίτηση η οποία ασκήθηκε με δήλωση, ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου …, Π. Τ., έλαβε αριθμό …/2025 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 6.2.2025, αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, Μ. Ρ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αρ. Α ΤΠΘ 7078/31-7-2024 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτήν (αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο), για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2β' του ΠΚ) σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωσή της ενώπιον της γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 473 παρ. 2, 3 του ίδιου Κώδικα, δοθέντος ότι η καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο έγινε στις 17.1.2025 (άρθρ. 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3 και 474 παρ. 1 εδ β', 4 του ΚΠΔ), καθόσον περιέχει ορισμένο λόγο, συνιστάμενο ειδικότερα στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για την βασιμότητα του λόγου αυτής.
Με το μοναδικό λόγο της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το δικαστήριο την κήρυξε ένοχη των πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στον ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) για το προσωπικό που απασχολούσε στην επιχείρηση της αν και ήταν υπόχρεη προς τούτο ως εργοδότρια , χωρίς ωστόσο να αναφέρει ποια ήταν η θέση της στην επιχείρηση και έτσι στέρησε από την απόφαση την ειδική αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως ισχύει, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ποσού άνω των 20.000 ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσης οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές, μέσα σε ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές, προς τους παραπάνω οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Επίσης, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ’ αυτόν (εργατικές), που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στους παραπάνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς, μέσα σε έναν μήνα αφότου είχαν γίνει απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί για την καταβολή τους. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών εισφορών και απόδοσης των εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη για τις ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ` αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν αυτά απαιτητά από τον δικαιούχο ασφαλιστικό οργανισμό, δηλαδή, μέσα στον αμέσως επόμενο μήνα εκείνου, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία προς τον οφειλέτη εργοδότη. Τα παραπάνω εγκλήματα είναι γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για τη στοιχειοθέτηση δε της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών, απαιτείται το υποκείμενό τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση και το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό (ΑΠ 349/2025). Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία.

Περαιτέρω, και στα αδικήματα του α.ν. 86/1967, η τέλεσή τους μπορεί να έχει τη μορφή του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, εφόσον αυτή ανάγεται σε χρονικό διάστημα περισσότερων του ενός μηνών (ΑΠ 705/2018). Στην περίπτωση, όμως, αυτή, για να στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, θα πρέπει το σύνολο των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών (και όχι των κατά μήνα οφειλόμενων) να υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, όσον αφορά στις εργοδοτικές εισφορές και το ποσό των 10.000 ευρώ, όσον αφορά στις εργατικές εισφορές. (ΑΠ 620/2023 , ΑΠ 177/2015). Ακόμη, η μετά την τέλεση του εγκλήματος μερική καταβολή των οφειλομένων εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, δεν επιδρά στην κρίση για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης αυτού, ώστε να καθίσταται η ως άνω αξιόποινη πράξη ανέγκλητη. (ΑΠ 32/2020). Για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών απαιτείται το υποκείμενο τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση, το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό, στο πρόσωπο δε αυτού στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση του κατηγορουμένου στην επιχείρηση, καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και η νομική μορφή της τελευταίας, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό. Ειδικότερα, όταν εργοδότης είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 69 παρ. 2 του Ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του Ν. 2238/1994. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4- 2012, σύμφωνα με την οποία, ως αυτουργοί των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και απόδοσης εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες είναι: α) οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από τον νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, και β) σε περίπτωση που λείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν, πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μέχρι την 11-4-2012, οπότε θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και 2) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11-4-2012 και οφείλονται από ανώνυμη ημεδαπή εταιρία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι όσοι ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, ήτοι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων (ανεξαρτήτως του αν χαρακτηρίζονται μη εκτελεστικοί, εφόσον δεν προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012), οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε., ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται, μόνον, αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (αντιπρόεδροι και μέλη διοικητικών συμβουλίων) ασκούν πράγματι, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική).

Συνεπώς, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, τα κρίσιμα περιστατικά, που είναι: α) η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, β) αν ο εργοδότης είναι εταιρία, αναφορά της μορφής αυτής και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στην εταιρία κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, γ) όταν πρόκειται για εργοδότη ανώνυμη ημεδαπή εταιρία στην περίπτωση που πρόκειται για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11-4-2012, οπότε θεσπίσθηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, περίπτωση κατά την οποία, κατ' αρχήν, κυρίως υπόχρεοι για την ως άνω καταβολή είναι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε., ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των αρχικά και κυρίως υπόχρεων, πρέπει να αναγράφεται στην καταδικαστική απόφαση ότι ο καταδικασθείς είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο μία από τις αναγραφόμενες στην ως άνω διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 ιδιότητες, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού αυτού ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. (ΑΠ 349/2025, ΑΠ 567/2024, ΑΠ 102/23, ΑΠ 821/2021, ΑΠ 1251/2020, ΑΠ 840/2020, ΑΠ 310/2020).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Ειδικότερα τώρα, καθόσον αφορά στο δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 τταρ.1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ' αυτή όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως είναι και η παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του. Κατ' ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, τα κρίσιμα περιστατικά, που είναι: α) η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και κατέβαλε ή παρακράτησε. Δεν απαιτείται δε να αναφέρονται, αφού δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, ο αριθμός των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός (ΑΠ 345/2023, ΑΠ 936/2020 , ΑΠ 1158/2019, ΑΠ 338/2016), β) αν ο εργοδότης είναι εταιρεία, αναφορά της μορφής αυτής και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στην εταιρεία κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, γ) όταν πρόκειται για εργοδότη ανώνυμη ημεδαπή εταιρεία στην περίπτωση που πρόκειται για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11.4.2012, οπότε, κατά τα προαναφερθέντα, θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, κατά την οποία, κατ' αρχήν, κυρίως υπόχρεοι για την ως άνω καταβολή είναι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε., ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των αρχικά και κυρίως υπόχρεων, πρέπει να αναγράφεται στην καταδικαστική απόφαση ότι ο καταδικασθείς είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο μία από τις αναγραφόμενες στην ως άνω διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 ιδιότητες, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού αυτού ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια, ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου (ήτοι του αναφερομένου, απλώς, ως εργοδότη) για καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 598/2024,ΑΠ 567/2024,ΑΠ 192/2023, ΑΠ 191/2023, ΑΠ 821/2021, ΑΠ 1251/2020, ΑΠ 840/2020, ΑΠ 310/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό ΑΤΠΘ 7078/2024 απόφαση, το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε στο σκεπτικό του κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "..."Επειδή, από την εκτίμηση, των ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα κατηγορητηρίου και μάρτυρα υπερασπίσεως στο ακροατήριο, όλων των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο και γενικά τη συζήτηση που διεξήχθη στο ακροατήριο, αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη στην Θεσσαλονίκη την 1/7/2019, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με τη επωνυμία MONDO ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ και Α.Μ.Ε. : …, Υποκατάστημα ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ.ΕΤΑΜ) 501 Περιφερειακό Θεσσαλονίκης, είδος επιχείρησης: Λιανικό Εμπόριο Ψωμιού, λοιπών ειδών αρτοποιίας και ειδών ζαχαροπλαστικής και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο Δ/Π 2019 έως 31/5/2019 στην επιχείρηση της προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλιζόταν στον ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε να καταβάλλει για την ασφάλιση του προσωπικού στον ΕΦΚΑ {τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ}, τις παρακάτω εισφορές μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επομένου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.

Α] Ενώ είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει τις βαρύνουσες αυτήν την ίδια ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) ποσού 28.552,00 € δεν τις κατέβαλε στον ανωτέρω Οργανισμό μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές.

Β] Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση της (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 14.276,28 € με σκοπό να τις αποδώσει στον παραπάνω Οργανισμό δεν τις κατέβαλε αυτές μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές και έτσι κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα, για υπεξαίρεση. Αποδεικνύεται επίσης ότι η κατηγορουμένη τέλεσε τις ανωτέρω πράξεις με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β ΠΚ, δηλαδή μη ωθούμενη από ταπεινά αίτια, αλλά εξαιτίας της οικονομικής ένδειας στην οποία είχε περιαχθεί".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β' Π.Κ, όπως και πρωτοδίκως, του ότι:

"Κηρύσσει την κατηγορούμενη ένοχη, αναγνωριζόμενης ελαφρυντικής περίστασης άρθρου 84 § 2 β' ΠΚ, για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), οι οποίες τελεστή καν στην Θεσσαλονίκη την 1/7/2019, ειδικότερα του ότι η κατηγορούμενη στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με τη επωνυμία MONDO ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ και Α.Μ.Ε. : … , Υποκατάστημα ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ ΕΤΑΜ) 501 Περιφερειακό Θεσσαλονίκης, είδος επιχείρησης: Λιανικό Εμπόριο Ψωμιού, λοιπών ειδών αρτοποιίας και ειδών ζαχαροπλαστικής και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο Δ/Π …2019 έως …2019 στην επιχείρηση της προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλιζόταν στον ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε να καταβάλλει για την ασφάλιση του προσωπικού στον ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), τις παρακάτω εισφορές μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επομένου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.

Α] Ενώ είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει τις βαρύνουσες αυτήν την ίδια ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) ποσού 28.552,00 € δεν τις κατέβαλε στον ανωτέρω Οργανισμό μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές.

Β] Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση της (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 14.276,28 € με σκοπό να τις αποδώσει στον παραπάνω Οργανισμό δεν τις κατέβαλε αυτές μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές και έτσι κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα, για υπεξαίρεση".
Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, το ως άνω Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής και ασαφής και επιπλέον στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότρια ανώνυμη εταιρία, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση η ιδιότητα και η θέση που η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα είχε στην ως άνω εταιρία, ώστε να ανακύπτει η νομική υποχρέωσή της, αφ' ενός μεν, να εξοφλήσει τις εργοδοτικές εισφορές της ανώνυμης εταιρίας και αφ' ετέρου να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων σ' αυτή και να τις αποδίδει προς τον ΕΦΚΑ. (πρώην ΙΚΑ- ΕΤΑΜ). Συγκεκριμένα δεν αναγράφεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία άλλωστε παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, αν, κατά το καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από αρχές του έτους 2019 έως την …2019 Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ή διευθυντική εντεταλμένη ή συμπράττουσα σύμβουλος, ή διοικητής, ή γενικός διευθύντρια και γενικά πρόσωπο εντεταλμένο στη διοίκηση της ανώνυμης εταιρίας , είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση, ή τέλος σε περίπτωση έλλειψης των παραπάνω προσώπων, αν ήταν αυτή μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας (αντιπρόεδρος ή σύμβουλος), και ασκούσε πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των παραπάνω αναφερομένων κατ' αρχήν και κυρίως υπόχρεων. Μόνη δε η αναφερόμενη στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ιδιότητα της ως εργοδότριας της επιχείρησης με την επωνυμία MONDO ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ και Α.Μ.Ε. : … , Υποκατάστημα ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ ΕΤΑΜ) 501 Περιφερειακό Θεσσαλονίκης, είδος επιχείρησης: Λιανικό Εμπόριο Ψωμιού, λοιπών ειδών αρτοποιίας και ειδών ζαχαροπλαστικής δεν καθιστά αυτήν, άνευ ετέρου, υπόχρεη για παρακράτηση των εργατικών εισφορών και για απόδοση αυτών μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές στο ΙΚΑ.

Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ). Επομένως, ο από το αμέσως προαναφερόμενο άρθρο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. Α ΤΠΘ 7078/2024 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν την υπόθεση. (άρθρο 519 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. Α ΤΠΘ 7078/2024 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, καθώς είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2026.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος, εν ενεργεία, της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή