Απόφαση 857 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 857/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …/2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτη, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη, Παναγιώτη Φιλόπουλο και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Βλάχου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Θ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο και 2. Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Μωραίτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4464α, 5001/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία: 1. Ε. Ζ. του Ν., κάτοικο ..., 2. Ρ. Β. του Σ., και 3. Σ. Α. του Μ., αμφότερους κάτοικους …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται, α) στην από 30-12-2025 κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και β) στην από 23-12-2025 κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2026.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι αιτήσεις και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση: 1) Η με αρ. πρωτ. …2025 δήλωση(αίτηση) αναίρεσης του Θ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οδός … , ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και 2) Η με αρ. …2025 αίτηση αναίρεσης του Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., οδός …, ασκηθείσα με δήλωση στη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4464α,5001/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.464, 466 παρ.1α', 473 παρ.2 και 3, 474 παρ.1α, 2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 α' του ΚΠΔ), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο, κατ'άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο στις 11.12.2025. Επομένως, είναι παραδεκτές και πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των αναιρετικών τους λόγων, συνεκδικαζόμενες λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αφού περιέχουν και κοινούς λόγους αναίρεσης και στρέφονται κατά της αυτής απόφασης.
Σημειώνεται, ότι οι υποστηρίζοντες την κατηγορία, Ε. Ζ. του Κ., Ρ. Β. του Σ. και Σ. Α. του Μ., που κλήθηκαν νομότυπα να παραστούν στην παρούσα δίκη (άρθρα 512 παρ. 1 εδ. γ',155-161 και 166 του ΚΠΔ), όπως προκύπτει, για την πρώτη, από το από 27.1.2026 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα στο Α.Τ. … Ν. Γ., με επίδοση στα χέρια της, για τη δεύτερη, από τα από …2026 και …2026 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Ν., με θυροκόλληση στον τόπο της κατοικίας της και στη συνέχεια στον αντίκλητο δικηγόρο της Νικόλαο Δεληγιάννη, και για τον τρίτο, από τα από 6.2.2026 και 9.2.2026 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Ν., με θυροκόλληση στον τόπο της κατοικίας του και στη συνέχεια στον αντίκλητο δικηγόρο του Νικόλαο Δεληγιάννη, που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας, δεν εμφανίστηκαν ούτε παραστάθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου κατά την παρούσα δικάσιμο. Πλην, όμως, η συζήτηση, εφόσον εμφανίστηκαν οι αναιρεσείοντες, γίνεται σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 515 παρ. 2 α' ΚΠΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά, εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή(ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 34/2026,ΑΠ 630/2025, ΑΠ 509/2025). Ως επιεικέστερος δε νόμος θεωρείται, όχι μόνο αυτός που προσδιορίζει το είδος και το ύψος της ποινής, αλλά και κάθε διάταξη, που μπορεί να επηρεάσει την τύχη του κατηγορούμενου(ΑΠ 959/2024).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του νέου Ποινικού Κώδικα, όπως αυτή ίσχυε πριν από τη τροποποίησή της από το άρ. 92 του ν.4855/12.11.2021, οριζόταν ότι "όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή". Η διάταξη αυτή είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ [που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης - από 9.2.2018 έως και το Δεκέμβριο 2018- της αντίστοιχης ένδικης πράξης] και, συνεπώς, εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον δεν προβλέπεται σ' αυτήν η επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, ενώ για την πράξη της απάτης, σε βαθμό πλημμελήματος, απειλείται ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο και συγκεκριμένα δέκα ημερών, κατ' άρθρο 53 ΠΚ, αντί εκείνης των τριών μηνών, που προβλεπόταν προηγουμένως για την πράξη αυτή, καθώς και χρηματική ποινή, η οποία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη για το χαρακτηρισμό του νόμου ως επιεικέστερου ή μη. Ήδη, το άρθρο 386 παρ.1 εδ.α' του ν. ΠΚ ,όπως προαναφέρθηκε, έχει τροποποιηθεί με το άρ. 92 ν. 4855/12.11.2021 ,και πλέον έχει ως εξής " Όποιος με την εν γνώσει εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή", δηλονότι η περίπτωση απάτης, σε βαθμό πλημμελήματος, τιμωρείται πλέον μόνον με ποινή φυλάκισης, ενώ επανήλθε και η περίπτωση απάτης σε βαθμό πλημμελήματος με την επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας τιμωρούμενη με τις ανωτέρω οριζόμενες ποινές φυλάκισης τριών μηνών τουλάχιστον και χρηματική ποινή, όπως η εν λόγω επιβαρυντική περίσταση προβλεπόταν και στην αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ, τιμωρείτο όμως με την προβλεπόμενη βαρύτερη ποινή φυλάκισης των δύο ετών τουλάχιστον.
Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: 1) παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, 2) πρόκληση στον παθόντα, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης, ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας (πλάνης), 3) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε απ' αυτή στον παθόντα, 4) πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα, η οποία (πράξη κ.λ.π.) ενέχει περιουσιακή διάθεση, 5) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής διάθεσης, 6) επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης, που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία συνίσταται είτε στη μείωση είτε στη χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος και 7) δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος και του μεταξύ αυτών αιτιώδους συνδέσμου, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά (ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα), τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης oποιουδήποτε απ' αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, όπως προεκτέθηκε, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε απ' αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος ( ΑΠ 1634/2022, ΑΠ 198/2020, ΑΠ 487/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "Όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ)". Μετά δε την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, η διατύπωση της ως άνω διάταξης του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, άλλαξε ως εξής: "1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την, περιγραφόμενη στο νόμο, αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Μεταξύ της προγενέστερης διατύπωσης και της ήδη ισχύουσας, δεν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή, καθόσον πρόκειται για διαφορετική περιγραφή του ίδιου ουσιαστικά πράγματος, δηλαδή της αρχής εκτέλεσης στην απόπειρα, που είναι η πράξη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής, που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί (ΑΠ 952/2022, ΑΠ 949/2022). Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με την μορφή απόπειρας, τόσον όταν ο δράστης επιχειρήσει πράξη που κατευθύνεται στην παραπλάνηση του άλλου και κατά την πρόθεσή του οδηγεί στην περιουσιακή διάθεση, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε ή ολοκληρώθηκε μεν, αλλά δεν προκάλεσε πλάνη ή περιουσιακή ζημία, όσο και όταν η συμπεριφορά του δράστη τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση συνάφεια προς την αντικειμενική υπόσταση της απάτης, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε αποκοπεί για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 550/2025, ΑΠ 952/2024, ΑΠ 267/2023). Για τη στοιχειοθέτηση της απόπειρας απάτης απαιτείται ο δράστης να έχει γνώση ως προς το ψευδές των παραστάσεων και να επιδιώκει την εξαπάτηση του παραπλανόμενου, με την πράξη, που ενέχει αρχή εκτέλεσης αυτής, αποσκοπώντας στην επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους(ΑΠ 550/2025, ΑΠ 952/2024). Επίσης, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που εκφράζει την έννοια της συναυτουργίας, "Αν δύο η περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ, που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στο νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος, η σύμπραξη δε στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες ή επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των ενεργειών καθενός συναυτουργού. Ειδικότερα, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Επίσης, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, υλοποιώντας, αυτοπροσώπως και αμέσως, είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επί μέρους πράξεις, συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού (ΑΠ 1432/2025, ΑΠ 85/2025, ΑΠ 787/2020).
Ακόμη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 98 ΠΚ "1. Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96 Α παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. 2. Η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ότι, "κατ’ εξακολούθηση έγκλημα", είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες (μερικότερες) ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά, μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεσή τους απόφασης (ενότητα δόλου). Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορούμενου, προκύπτει ότι το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος.
Συνεπώς, η καθεμία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα διατηρεί την αυτοτέλειά της ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος αναλόγως του ποσού οφέλους ή βλάβης. Αντίθετα , επί του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ,που ορίζεται με την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 98 ΠΚ, ο δράστης αποβλέπει στο συνολικό αποτέλεσμα των πράξεών του, που συνίσταται στην τελική συνολική αξία του αντικειμένου της αξιόποινης πράξης, βάσει της οποίας διαμορφώνεται ο ποινικός χαρακτηρισμός της. Στην περίπτωση αυτή, το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα αντιμετωπίζεται ως ενιαίο έγκλημα, με συνέπεια οι επί μέρους πράξεις να χάνουν την αυτοτέλεια τους, ο χρόνος της παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας πράξης του δράστη. Σημειώνεται ότι στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ αναφέρονται τα ακόλουθα υπό το άρθρο 98 "Στο άρθρο 98 παρ. 1 περιγράφεται το κατ’ εξακολούθηση έγκληµα ως απλός τρόπος επιµέτρησης της ποινής που οδηγεί σε ευνοϊκότερη µεταχείριση του υπαιτίου (βλ. σχετικά Κ. Σταµάτη, ΣυστΕρµΠΚ, άρθρο 98.3 επ.), µε την επιβολή ενιαίας και όχι συνολικής ποινής, µέσα στο πλαίσιο ποινής του ενός εγκλήµατος, όπως ακριβώς προβλεπόταν από τη θέσπιση του ισχύοντος Π.Κ. Στην επιτροπή συζητήθηκε εκτενώς αν θα έπρεπε να διατηρηθεί και η δεύτερη παράγραφος του άρθρου, που προστέθηκε µε το νόµο 2721/1999, και αντιµετωπίζει το κατ’ εξακολούθηση έγκληµα ως νέο είδος εγκλήµατος, για τη διαµόρφωση του οποίου διατυπώθηκαν έντονες επιφυλάξεις από τη θεωρία. Τελικώς η κρατήσασα στην επιτροπή άποψη έκρινε ότι πιθανή κατάργηση θα δηµιουργούσε ένα κενό, καθ’ όσον θα επέτρεπε τον σχεδιασµό εξακολουθητικής εγκληµατικής δραστηριότητας που θα παρέµενε πληµµεληµατική, εφόσον κάθε επιµέρους πράξη δεν υπερέβαινε το αριθµητικό χρηµατικό όριο που τροποποιεί τον χαρακτήρα των επιµέρους εγκληµάτων" (ΑΠ 1162/2025, ΑΠ 212/2022, ΑΠ 101/2022).
Kατά το άρθρο 46 παρ. 1 στοιχ. β' του προϊσχύσαντος ΠΚ, "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", ενώ κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με τον υπότιτλο "απλός συνεργός", "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Με το αντίστοιχο άρθρο 47 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ [ν. 4619/2019], που φέρει το γενικό τίτλο "Συνεργός", ορίζεται ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον πΠΚ και υπό το νΠΚ, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση), εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με την συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό (ΑΠ 4/2026, ΑΠ 899/2023). Η συνδρομή του απλού συνεργού, είτε υλική είτε ψυχική, πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξης, καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξης ή την παροχή υπόσχεσης για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. Για να υπάρχει απλή συνέργεια, θα πρέπει ο αυτουργός να τελέσει ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει ποινικά άδικη πράξη (ΑΠ 536/2025, ΑΠ 1044/2024, ΑΠ 38/2022). Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση ο χρόνος τέλεσης της πράξης του αυτουργού ή ο χρόνος που αυτός αποπειράθηκε να τελέσει αυτή και της πράξης του συνεργού, που ως τέτοιος νοείται ο χρόνος της ενέργειας ή της παράλειψης, που συνιστά τη δική του συμμετοχική δράση. (ΑΠ 1044/2024). Επίσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του (ΑΠ 4/2026, ΑΠ 536/2025, ΑΠ 278/2025, ΑΠ609/2024, ΑΠ 455/2022). Σημειώνεται, ότι με το άρθρο 5 του ν. 5090/2024 (που άρχισε να ισχύει μετά την τέλεση της πράξης και πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης), αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 47 του ΠΚ ως εξής: "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 46, με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού. Αν εκτός της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου, παρέχει με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Με την τροποποίηση αυτή κατέστη σαφής και επανήλθε στη νομοθετική ρύθμιση η διάκριση ανάμεσα στις δύο μορφές συνέργειας (άμεση και απλή), χωρίς να μεταβληθεί η ποινική μεταχείριση του συνεργού, ο οποίος ως άμεσος τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού, ενώ ως απλός με μειωμένη ποινή (ΑΠ 536/2025, ΑΠ 1044/2024). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, εφόσον αυτό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής (ΑΠ 977/2025). Επίσης, ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, αφού η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, δηλαδή να στηρίζεται σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ' αυτήν, διότι τότε δημιουργούνται λογικά κενά, η αιτιολογία πάσχει και δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 977/2025, ΑΠ 979/2024, ΑΠ 999/2023, ΑΠ10/2022). Η ύπαρξη του δόλου (άρθρο 27 ΠΚ) δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει, από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει, με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται, από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν αξιώνεται στο - εδώ εξεταζόμενο - έγκλημα.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση( ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1477/2025, ΑΠ 594/2024). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Β' βαθμού Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ανωμοτί εξέταση των παρασταθέντων προς υποστήριξη της κατηγορίας, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τις απολογίες των πρώτου και τρίτου κατηγορούμενων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εγκαλούσα και παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας Ε. Ζ. γνώριζε από τριακονταετίας στο πλαίσιο των κοινωνικών της επαφών (ιδίως κατά την περίοδο του θέρους σε διακοπές στη νήσο Αίγινα) τον δεύτερο κατηγορούμενο Θ. Κ., ο οποίος εμφανιζόταν ως οικονομικός σύμβουλος, εξειδικευμένος στη διεκπεραίωση υποθέσεων διαγραφής χρεών προς το Δημόσιο, Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως και Τράπεζες. Σε συζήτηση με τον δεύτερο κατηγορούμενο κατά το θέρος του έτους 2017, η πρώτη εγκαλούσα αναφέρθηκε σε μια μεγάλη οφειλή της (περί τις 60.000 €) προς τον τότε υφιστάμενο Ο.Α.Ε.Ε., δημιουργηθείσα στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητας αυτής ως ασφαλίστριας. Στη συζήτηση αυτή ο δεύτερος κατηγορούμενος ανέφερε (γενικώς και χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες) ότι συνεργάζεται με ένα εξειδικευμένο γραφείο οικονομικών συμβούλων, το οποίο αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση διαγραφών χρεών. Κατά το μήνα Νοέμβριο του ιδίου έτους, ο δεύτερος κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την ως άνω εγκαλούσα, προκειμένου να της προτείνει λύση για το πρόβλημά της ενόψει πολιτικής αλλαγής και ενδεχομένης απωλείας των προσβάσεων του σε εξέχοντα πολιτικά πρόσωπα και τεχνοκράτες του τραπεζικού συστήματος, εν τέλει δε κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2018 πραγματοποίησε συνάντηση με αυτήν, προκειμένου να την ενημερώσει, με λεπτομέρειες πλέον, επί της προτάσεώς του αναφορικώς με τη διαγραφή του χρέους της. Ειδικότερα, όπως είχε ήδη αναφέρει και στις προηγηθείσες μεταξύ τους τηλεφωνικές επαφές, ισχυρίσθηκε ότι διατηρούσε ως εξωτερικός συνεργάτης στενή συνεργασία με το γραφείο οικονομικών συμβούλων του τρίτου κατηγορουμένου οικονομολόγου Δ. Μ., εξειδικευμένου στη διαγραφή χρεών, εξέχον στέλεχος του οποίου (γραφείου) ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Θ., ο οποίος ενεργούσε υπό τις εντολές και οδηγίες του τρίτου κατηγορουμένου και ήταν ο αρμόδιος για τη διεκπεραίωση των φακέλων των πελατών (εντολέων). Ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε, περαιτέρω, ότι τόσο ο ίδιος, όσο και η "ομάδα συμβούλων", ήτοι οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι, είχαν ισχυρές γνωριμίες με εξέχοντες τραπεζικούς και πολιτικούς παράγοντες, ως και με στελέχη των Δ.Ο.Υ. και του Ε.Φ.Κ.Α., του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και της Τράπεζας της Ελλάδος, προς τα οποία ήσαν σε θέση να ασκήσουν ισχυρήεπιρροή, ώστε να μειωθεί σε σημαντικό βαθμό (έως και 85%) ή ακόμη και να διαγραφεί (σε ποσοστό 100%), η εκάστοτε οφειλή, χωρίς να απαιτείται ένταξη του κατά περίπτωση οφειλέτη σε εξωδικαστικό συμβιβασμό, όλη δε αυτή η διαδικασία ήταν απολύτως νόμιμη (καθ' όσον δεν επρόκειτο να δωροδοκηθούν υπάλληλοι των αρμοδίων υπηρεσιών), διότι το συγκεκριμένο "γραφείο συμβούλων" γνώριζε "παραθυράκια" του νόμου, τα οποία άλλοι αρμόδιοι φορείς αγνοούσαν, και τα οποία αποτελούσαν "επαγγελματικό μυστικό" του "γραφείου …" και των συνεργατών του. Καθ' όσον αφορά στην οφειλομένη στον ίδιο και στο "γραφείο συμβούλων" αμοιβή, ανέφερε ότι αυτή θα ανερχόταν σε ποσοστό 12 - 15% του διαγραφομένου χρέους, στην οποία περιλαμβάνονταν η δική του αμοιβή, η αμοιβή των πρώτου και τρίτου κατηγορουμένων, αλλά και τυχόν καταβολές (για διάφορες αιτίες) ποσών προς τους χειριστές των υποθέσεων των οφειλετών στις τράπεζες, τις Δ.Ο.Υ., τον Ε.Φ.Κ.Α. κλπ., ενώ δεν θα οφειλόταν αμοιβή σε περίπτωση μη διευθετήσεως του κατά περίπτωση χρέους. Πεισθείσα στις ως άνω παραστάσεις του δευτέρου κατηγορουμένου περί βεβαίας διαγραφής του χρέους της, η πρώτη εγκαλούσα δέχθηκε να υπογράψει εξουσιοδότηση (την οποία πλέον δεν έχει στην κατοχή της, καθ' όσον δεν τήρησε αντίγραφο) προς τον τρίτο κατηγορούμενο, την οποία παρέδωσε σε αυτήν και παρέλαβε υπογεγραμμένη ο δεύτερος κατηγορούμενος, δια της οποίας εξουσιοδοτείται ο τρίτος κατηγορούμενος να διερευνήσει και εξετάσει τη δυνατότητα ρυθμίσεως της οφειλής της και να υποβάλει τα αναγκαία κατά περίπτωση δικαιολογητικά για τη διεκπεραίωση του σχετικού αιτήματος, σε συνάντησή τους δε την 10.2.2018 κατέβαλε στον δεύτερο κατηγορούμενο μετρητοίς (άνευ αποδείξεως) το ποσόν των χιλίων εξακοσίων ΕΥΡΩ (1.600 €) και λίγες ημέρες αργότερα (έως την 15.2.2018) το μετρητοίς (άνευ αποδείξεως) ποσόν των εννιακοσίων ΕΥΡΩ (900 €), ήτοι συνολικώς το ποσόν των δύο χιλιάδων πεντακοσίων ΕΥΡΩ (2.500 €).
Περαιτέρω, ο δεύτερος (ήδη θανών) εγκαλών Σ. Ν., σύζυγος της μητέρας της ενόρκως εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρος Α. Φ., περί τα μέσα μηνός Μαΐου του έτους 2018, αντιμετώπιζε πρόβλημα αδυναμίας εκδόσεως φορολογικής ενημερότητας και πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. λόγω οφειλής προς την αρμοδία Δ.Ο.Υ. της τάξεως των 20.000 €, πλέον οφειλής ΕΝ.Φ.Ι.Α. ύψους 4.900 €, συνεπεία των οποίων αδυνατούσε να ολοκληρώσει την πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας του. Προς επίλυση του προβλήματος, η ως άνω μάρτυρας, η οποία είχε εν τοις πράγμασι αναλάβει τη διεκπεραίωση των υποθέσεων του ως άνω εγκαλούντος, απευθύνθηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο, τον οποίο ομοίως με την πρώτη εγκαλούσα και φίλη της Ε. Ζ., γνώριζε στο πλαίσιο των κοινωνικών της επαφών (ιδίως κατά την περίοδο του θέρους σε διακοπές στη νήσο Αίγινα). Ο δεύτερος κατηγορούμενος διαβεβαίωσε την Α. Φ. ότι ήταν σε θέση να τακτοποιήσει το ζήτημα με την έκδοση της φορολογικής ενημερότητας, αναφέροντας σε αυτήν τα ανωτέρω στο σκεπτικό εκτιθέμενα σχετικώς με τη συνεργασία του με το "γραφείο …" και τον πρώτο κατηγορούμενο Α. Θ., εγγυώμενος το θετικό αποτέλεσμα, ζήτησε δε και έλαβε κατά το χρόνο αυτό μετρητοίς (άνευ αποδείξεως) το ποσόν των επτά χιλιάδων ΕΥΡΩ (7.000 €) ως "αμοιβή του γραφείου", το δε ποσόν αυτό πράγματι καταβλήθηκε στον Σ. Ν. από τον υποψήφιο αγοραστή του ακινήτου Ι. Χ., με τη ρητή συμφωνία ότι θα αφαιρεθεί από το τελικό τίμημα, εν τέλει δε παραδόθηκε από την μάρτυρα Α. Φ. στον δεύτερο κατηγορούμενο. Σημειωτέον ότι και ο ως άνω θανών εγκαλών είχε υπογράψει πανομοιότυπη εξουσιοδότηση προς τον τρίτο κατηγορούμενο, την οποία παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, αντίγραφο της οποίας, όμως, δεν μερίμνησε να τηρήσει. Δεδομένου ότι προέκυψε και έτερη οφειλή του ως άνω δευτέρου εγκαλούντος ως διαχειριστή της εταιρίας υπό την επωνυμία "ΑΦΑΙΑ", η οποία έπρεπε να πληρωθεί, ο δεύτερος κατηγορούμενος ανέλαβε να τακτοποιήσει και αυτήν, προβαλών τους αυτούς ισχυρισμούς περί συνεργασίας του με το "γραφείο …" και τον πρώτο κατηγορούμενο, πεισθείς δε ο ως άνω δεύτερος εγκαλών περί της βεβαίας διαγραφής του συνόλου των οφειλών του κατέβαλε δια χειρός της μάρτυρος Α. Φ. στον δεύτερο κατηγορούμενο εντός του μηνός Μαΐου 2018: α) με επιταγή το ποσόν των εννιακοσίων τριάντα δύο ΕΥΡΩ (932 €) για τη διευθέτηση της οφειλής προς το Δημόσιο, β) το μετρητοίς (άνευ αποδείξεως) ποσόν των χιλίων διακοσίων ΕΥΡΩ (1.200 €), για αμοιβή, κατά τους ισχυρισμούς του, του επιληφθέντος του ζητήματος της αντικαταστάσεως του διαχειριστή της εταιρίας λογιστή και γ) μετρητοίς (άνευ αποδείξεως) το ποσόν των τετρακοσίων πενήντα ΕΥΡΩ (450 €) για εξόφληση οφειλομένου υπολοίπου Φ.Π.Α.
Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Δ.Ο.Υ. ζητούσαν και άλλα χρήματα για τη διευθέτηση της υποθέσεως, ζήτησε το επιπλέον ποσόν των πέντε χιλιάδων ΕΥΡΩ (5.000 €), το οποίο πράγματι καταβλήθηκε μετρητοίς (άνευ αποδείξεως) από τον ως άνω εγκαλούντα δια χειρός της μάρτυρος Α. Φ. (ομοίως με προκαταβληθέντα χρήματα του υποψηφίου αγοραστή του ακινήτου, τα οποία θα αφαιρούνταν από το τελικό τίμημα της πωλήσεως) στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος υποσχέθηκε ότι τα απαραίτητα έγγραφα θα ήσαν στην κατοχή του εγκαλούντος εντός τριών ημερών, αναφερόμενος στην πολυπλοκότητα της υποθέσεως και στην ιδιαίτερη προσπάθεια, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, κατέβαλλε τότε το "γραφείο …" και ο πρώτος κατηγορούμενος. Ωστόσο, το επιθυμητό αποτέλεσμα(ήτοι η έκδοση της φορολογικής ενημερότητας) ουδέποτε επήλθε με ενέργειες του δευτέρου κατηγορούμενου και του "γραφείου …", αντιθέτως δε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος ότι για την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών απαιτείται η καταβολή προσθέτων ποσών, με γραπτό τηλεφωνικό μήνυμα την 29.8.2018 ζήτησε το επιπλέον ποσόν των δύο χιλιάδων τετρακοσίων ΕΥΡΩ (2.400 €), υποσχόμενος εκ νέου άμεση τακτοποίηση του ζητήματος. Ωστόσο, ο ως άνω δεύτερος εγκαλών αρνήθηκε την καταβολή του ποσού αυτού, πληροφορώντας τον δεύτερο κατηγορούμενο ότι δεν δύναται να διαθέσει άλλα χρήματα, και ζήτησε (ελλείψει απτού θετικού αποτελέσματος) την επιστροφή όλων των καταβληθέντων εκ μέρους του ποσών, συνολικού ύψους (7.000 € + 932 € + 1.200 € + 450 € + 5.000 €=) δεκατεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα δύο ΕΥΡΩ (14.582€), πλην όμως ο δεύτερος κατηγορούμενος διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί του και ουδέν ποσόν του επέστρεψε. Περαιτέρω, η τρίτη εγκαλούσα και παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας Ρ. Β. διατηρούσε φιλική σχέση με την μάρτυρα Α. Φ., σε συζήτηση με την οποία κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2018 πληροφορήθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος τυγχάνει ειδικός περί τη διαγραφή ("κούρεμα") δανείων και λοιπών οφειλών προς το Δημόσιο, Τράπεζες, Φορείς Κοινωνικής Ασφαλίσεως κλπ., η ίδια δε κατά το χρόνο αυτό τύγχανε εγγυήτρια (ομού μετά του θανόντος συντρόφου της Φ. Κ.) επιχειρηματικού δανείου, ύψους 126.000 €, το οποίο είχε λάβει από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία υπό την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." η ομόρρυθμη εταιρία υπό την επωνυμία "…", ομόρρυθμα μέλη της οποίας ήσαν αυτή και ο θανών σύντροφός της. Η ως άνω εγκαλούσα αδυνατούσε (ήδη από του έτους 2015) να εξυπηρετήσει κατά το χρόνο αυτό το ως άνω δάνειο, για το οποίο μάλιστα είχε χορηγηθεί εμπράγματη ασφάλεια (προσημείωση υποθήκης) επί ακινήτου κειμένου στον …, ιδιοκτησίας του θανόντος συντρόφου της, για το λόγο δε αυτό ενδιαφέρθηκε για την μεσολάβηση του δευτέρου κατηγορουμένου, με σκοπό τη διαγραφή ή την ουσιώδη μείωση ("κούρεμα") του βαρύνοντος αυτήν δανείου. Περί τα μέσα μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2018 πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνάντηση μεταξύ αυτής και του δευτέρου κατηγορουμένου στο ζαχαροπλαστείο "…" επί της … στην Αθήνα, κατά την οποία ο δεύτερος κατηγορούμενος επανέλαβε τους ανωτέρω αναφερομένους στο σκεπτικό ισχυρισμούς του περί συνεργασίας του με το "γραφείο …", σημαίνον στέλεχος του οποίου ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, διαβεβαιώνοντας αυτήν ότι έχει τη δυνατότητα να διαγράψει το ως άνω χρέος, αντί αμοιβής υπολογιζομένης σε ποσοστό 12% αυτού, ήτοι 15.000 €, εκ των οποίων το ήμισυ θα εδίδετο ως προκαταβολή και το έτερο ήμισυ με το επιτυχές πέρας της διαγραφής, επισημαίνοντας εμφατικώς ότι το "γραφείο …" είχε αντιμετωπίσει επιτυχώς πληθώρα παρομοίων υποθέσεων και τονίζοντας ότι, αναφορικώς με τυχόν πλειστηριασμό επί του προσημειωθέντος ακινήτου, η "ομάδα του", δηλαδή οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι, θα διευθετούσαν το ζήτημα, χωρίς να διενεργηθεί πλειστηριασμός, καθ' όσον διέθεταν γνωριμίες με πρόσωπα σε υψηλές θέσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, υποσχόμενος περαιτέρω ότι σε περίπτωση μη ευοδώσεως της διαδικασίας θα επέστρεφε σε αυτήν το σύνολο των χρημάτων της. Πεισθείσα στις ως άνω διαβεβαιώσεις του δευτέρου κατηγορουμένου περί βεβαίας διαγραφής ή ουσιώδους μειώσεως του χρέους της, η τρίτη εγκαλούσα την 20.2.2018 κατέβαλε σε αυτόν στο πλαίσιο συναντήσεώς τους έξω από το προαναφερόμενο ζαχαροπλαστείο μετρητοίς (άνευ αποδείξεως) το ποσόν των επτά χιλιάδων πεντακοσίων ΕΥΡΩ (7.500 €) ως προκαταβολή, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος υποσχέθηκε ότι το ζήτημα θα έχει τακτοποιηθεί εντός των επομένων δύο (2) μηνών. Την 21.3.2018 ο δεύτερος κατηγορούμενος ζήτησε από την τρίτη εγκαλούσα να υπογράψει την περιεχομένη στη δικογραφία και αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 21.3.2018 "ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ" προς τον τρίτο κατηγορούμενο (αντίγραφο της οποίας η τρίτη εγκαλούσα μερίμνησε να διατηρήσει), στην οποία αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Εξουσιοδοτώ τον κ. Μ. Δ., Οικονομολόγο, κάτοικο ... , με Α.Δ.Τ. : …/Α.Τ. …/…2007, Α.Φ.Μ. …/Δ.Ο.Υ. … και τηλέφωνο επικοινωνίας …, …, Email: … όπως: 1) Διερευνήσει και εξετάσει τη δυνατότητα ρύθμισης δανείου μου στην Τράπεζα, δηλαδή: όρους, επιτόκιο, διάρκεια, προϋποθέσεις κ.λ.π. και 2) Υποβάλλει αντί ημών (εμού), τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ή ό,τι άλλο χρειαστεί και ζητηθεί από τον χρηματοδοτικό φορέα, προς αξιολόγηση και διεκπεραίωση του ως άνω αιτήματός μας (μου)", το δε γνήσιο της υπογραφής της ως άνω εγκαλούσας βεβαιώθηκε νομίμως από το Κ.Ε.Π. του Δήμου Αθηναίων. Εν συνεχεία, περί τα μέσα μηνός Απριλίου του ιδίου έτους σε νέα συνάντηση μεταξύ του δευτέρου κατηγορουμένου και της τρίτης εγκαλούσας ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι οι συνεργάτες του (με κέντρο το "γραφείο …") απαιτούσαν πλήρη εξόφληση της συμφωνηθείσας αμοιβής, προκειμένου να διεκπεραιώσουν την υπόθεσή της. Η τρίτη εγκαλούσα εξέφρασε τότε σοβαρές επιφυλάξεις για την καταβολή του λοιπού ποσού (7.500 €), πλην όμως ο δεύτερος κατηγορούμενος κατόρθωσε να κάμψει τις αντιρρήσεις της, δεχόμενος να υπογράψει την περιεχομένη στη δικογραφία και αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 13.4.2018 υπεύθυνη δήλωση, στην οποία δήλωσε επί λέξει ότι "ΕΛΑΒΑ ΑΠΟ ΤΗΝ Ρ. Β. ΤΟ ΠΟΣΟ ΤΩΝ 14.880 ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ ΤΗΣ. ΘΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΑΦΟΥΝ ΣΤΟ ΑΚΕΡΑΙΟ, ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΗ ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ", το δε γνήσιο της υπογραφής του δευτέρου κατηγορουμένου βεβαιώθηκε από το Κ.Ε.Π. του Δήμου Αθηναίων. Πεισθείσα πλέον η τρίτη εγκαλούσα από τις διαβεβαιώσεις του δευτέρου κατηγορουμένου και έχουσα την πεποίθηση ότι αυτός και το "γραφείο …" θα επιληφθούν της υποθέσεώς της με βέβαιο θετικό αποτέλεσμα, κατέβαλε σε αυτόν αυθημερόν μετρητοίς και το λοιπό ποσόν των επτά χιλιάδων πεντακοσίων ΕΥΡΩ (7.500 €), ήτοι κατέβαλε σε αυτόν συνολικώς το ποσόν των (7.500 € + 7.500 €=) δεκαπέντε χιλιάδων ΕΥΡΩ (15.000 €), αναμένουσα πλέον την επιτυχή διεκπεραίωση της υποθέσεώς της με ενέργειες του δευτέρου κατηγορουμένου και των συνεργατών του (πρώτου και τρίτου κατηγορουμένων, τους οποίους μέχρι τότε δεν είχε συναντήσει δια ζώσης). Τέλος, ο τέταρτος εγκαλών και παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας Σ. Α. διατηρούσε φιλική σχέση με την πρώτη εγκαλούσα Ε. Ζ., η οποία τον πληροφόρησε για τη δραστηριότητα του δευτέρου κατηγορουμένου, προκειμένου να τον εξυπηρετήσει, καθ' όσον ο εν λόγω εγκαλών είχε χρέη, τόσο προσωπικά (κληρονόμος δανειακών υποχρεώσεων της θανούσας μητέρας του προς την τράπεζα υπό την επωνυμία "ALPHA BANK", ποσού 48.000 €), όσο και εταιρικά(από τη δραστηριότητα της ομόρρυθμης εταιρίας υπό την επωνυμία "…" με δανειακές υποχρεώσεις προς την τράπεζα υπό την επωνυμία "EUROBANK", ποσού 35.000 €), ενώ υπήρχε και ένα δάνειο προσωπικό της αδελφής του από την τράπεζα υπό την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ποσού 100.000 €. Τα ως άνω δάνεια ήσαν ενήμερα, παρά ταύτα δε ο ως άνω εγκαλών επιθυμούσε να διερευνήσει τη δυνατότητα διαγραφής τους, όπως υποσχόταν ο δεύτερος κατηγορούμενος. Πράγματι, περί το μήνα Μάρτιο του έτους 2018 ο τέταρτος εγκαλών και ο συνεταίρος του Ε. Ν. πραγματοποίησαν την πρώτη συνάντησή τους με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι είχε τη δυνατότητα να επιτύχει τη διαγραφή των ως άνω χρεών, άλλως το "κούρεμά" τους σε ποσοστό 75 - 95%, λόγω των γνωριμιών του, ισχυριζόμενος ότι συνεργάζεται με τον ειδικό σε ζητήματα διαγραφών χρεών οικονομολόγο τρίτο κατηγορούμενο, στενός συνεργάτης του οποίου τυγχάνει ο πρώτος κατηγορούμενος, τον οποίο ο δεύτερος κατηγορούμενος παρουσίασε ως "γκουρού" των διαγραφών χρεών, ισχυρίσθηκε δε περαιτέρω ότι τα ως άνω πρόσωπα έχουν συνεργασία με υψηλόβαθμα στελέχη της Τράπεζας της Ελλάδος (έκαμε μάλιστα λόγο και για προσωπική γνωριμία με τον Διοικητή αυτής Ι. Σ.), τα οποία είχαν εσωτερική πληροφόρηση και ήσαν σε θέση να επηρεάζουν τις γνωματεύσεις των κατά περίπτωση αρμοδίων υπαλλήλων αναφορικώς με το ποσοστό περικοπής των χρεών, όλη δε η διαδικασία αυτή ήταν απολύτως νόμιμη και απλώς αυτός (τέταρτος εγκαλών) έπρεπε να καταβάλει μια αμοιβή στο "γραφείο …" για την εν λόγω σε υψηλό τραπεζικό επίπεδο διαμεσολάβηση. Πεισθείς στις ως άνω διαβεβαιώσεις του δευτέρου κατηγορουμένου ο τέταρτος εγκαλών (ο οποίος είχε υπογράψει πανομοιότυπη εξουσιοδότηση προς τον τρίτο κατηγορούμενο, την οποία παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, αντίγραφο της οποίας, όμως, δεν μερίμνησε να τηρήσει)την 15.3.2018 κατέβαλε σε αυτόν μετρητοίς (άνευ αποδείξεως),ως προκαταβολή των υπηρεσιών του "γραφείου" το ποσόν των δύο χιλιάδων ΕΥΡΩ (2.000 €), ενώ για την προώθηση του φακέλου ο δεύτερος κατηγορούμενος την 15.6.2018 ζήτησε και την 16.6.2018 έλαβε μετρητοίς (άνευ αποδείξεως) το επιπλέον ποσόν των χιλίων ΕΥΡΩ (1.000 €), ήτοι ο τέταρτος εγκαλών κατέβαλε συνολικώς το ποσόν των τριών χιλιάδων ΕΥΡΩ (3.000 €).Εν τέλει, η τρίτη εγκαλούσα, η οποία ανέμενε την ολοκλήρωση της ρυθμίσεως του χρέους της με ενέργειες του δευτέρου κατηγορουμένου και του "γραφείου …" (δηλαδή του τρίτου κατηγορουμένου και του στενού του συνεργάτη δευτέρου κατηγορουμένου), περί το μήνα Ιούλιο του έτους 2018 αναζήτησε τηλεφωνικώς τον τρίτο κατηγορούμενο (με χρήση των τηλεφώνων, τα οποία αναγράφονταν στην από 21.3.2018 "ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ", αντίγραφο της οποίας είχε μεριμνήσει να διατηρήσει), με τον οποίο εν τέλει κατόρθωσε να επικοινωνήσει. Ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι γνωρίζει την περίπτωσή της, πλην όμως δεν είχε προωθήσει τον φάκελό της, διότι, όπως ισχυρίσθηκε, η τρίτη εγκαλούσα ουδέν ποσόν του είχε καταβάλει. Η τρίτη εγκαλούσα επέμεινε ότι έχει ήδη καταβάλει στον δεύτερο κατηγορούμενο το συνολικό ποσόν των 15.000 € για την υπόθεσή της, ο δε τρίτος κατηγορούμενος, αφού παραδέχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι εξωτερικός συνεργάτης του γραφείου του, την διαβεβαίωσε ότι θα επικοινωνήσει το ταχύτερο με αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος χειρίζεται την υπόθεσή της. Πράγματι, ο πρώτος κατηγορούμενος επικοινώνησε την επομένη ημέρα με την τρίτη εγκαλούσα και επέρριψε την αποκλειστική ευθύνη για την εξέλιξη της υποθέσεως στον δεύτερο κατηγορούμενο, δηλώνοντας ταυτοχρόνως ότι θα φροντίσει ο ίδιος για την άμεση διευθέτηση του ζητήματος. Την 2.8.2018 κατόπιν απαιτήσεως της τρίτης εγκαλούσας πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ αυτής και του πρώτου κατηγορουμένου στο καφέ "ΦΙΛΙΟΝ" στην περιοχή Κολωνακίου Αθηνών, στην οποία ο πρώτος κατηγορούμενος αφ' ενός μεν επιβεβαίωσε ότι οι φάκελοι των τεσσάρων εγκαλούντων ευρίσκονται στο γραφείο του τρίτου κατηγορουμένου, αφ' ετέρου δε την διαβεβαίωσε ότι ο ίδιος είναι σε θέση να διεκπεραιώσει την υπόθεσή της αντί της συμφωνηθείσας αμοιβής. Την επομένη ημέρα (3.8.2018) πραγματοποιήθηκε στο καφέ "ΦΙΛΙΟΝ" νέα συνάντηση, στην οποία έλαβαν μέρος, η πρώτη εγκαλούσα Ε. Ζ., η τρίτη εγκαλούσα Ρ. Β., η μάρτυρας Α. Φ. και ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος επιχείρησε να επιρρίψει την ευθύνη για την αποτυχία της διευθετήσεως των υποθέσεων όλων των εγκαλούντων αποκλειστικώς στον δεύτερο κατηγορούμενο, στον οποίο απέδωσε εξαπάτηση αυτών, και διαβεβαίωσε εκ νέου τις συνομιλήτριές του ότι ο ίδιος ήταν σε θέση έναντι της αυτής αμοιβής (καίτοι εκείνες είχαν ήδη καταβάλει τα αναφερόμενα ανωτέρω στο σκεπτικό ποσά στο "γραφείο …", το οποίο εκείνος εφέρετο να εκπροσωπεί) να διεκπεραιώσει ευχερώς και επιτυχώς την διαγραφή ή το "κούρεμα" των χρεών τους. Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης συναντήσεως πραγματοποιήθηκε τηλεφώνημα σε ανοικτή ακρόαση μεταξύ του δευτέρου κατηγορουμένου και της τρίτης εγκαλούσας, εις επήκοον των λοιπών παρισταμένων, δηλαδή και του πρώτου κατηγορουμένου, στο οποίο ζητήθηκαν εξηγήσεις για την κατάληξη των χρημάτων των εγκαλούντων, το οποίο όμως δεν οδήγησε σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Τέλος, την 24.9.2018 πραγματοποιήθηκε μια τρίτη συνάντηση σε καφενείο εντός της επί της οδού … στοά επί της … στην Αθήνα, στην οποία έλαβαν μέρος η τρίτη εγκαλούσα Ρ. Β., η μάρτυρας Α. Φ., ο πρώτος κατηγορούμενος και ο τρίτος κατηγορούμενος. Οι τελευταίοι επιχείρησαν να πείσουν τις συνομιλήτριές τους ότι ουδεμία σχέση έχουν με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος τις είχε εξαπατήσει, πλην όμως σε προτροπή τους να λάβουν νομικά μέτρα εναντίον τους, δεδομένου ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε (διακινούσε) κατά το δοκούν εξουσιοδοτήσεις προς τον τρίτο κατηγορούμενομε επίκληση των δυνατοτήτων του γραφείου του και προκαλούσε βλάβη στην επαγγελματική του φήμη, δεν έδειξαν διατεθειμένοι να πράξουν τούτο. Η συγκεκριμένη συνάντηση δεν οδήγησε σε κάποιο απτό αποτέλεσμα και δεν εμπόδισε τη δραστηριότητα των κατηγορουμένων, η οποία συνεχιζόταν καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, την 15.9.2018 (ήτοι σε χρόνο μετά τη δεύτερη συνάντηση στο καφέ "ΦΙΛΙΟΝ" και προ της συναντήσεως στο καφενείο της στοάς της οδού …), ο πρώτος κατηγορούμενος προσέγγισε τον τέταρτο εγκαλούντα και, αφού τον διαβεβαίωσε ότι αυτός και όχι ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν ο πραγματικός συνεργάτης του "γραφείου …" και ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν απατεώνας, τον κατέπεισε ότι έχει τη δυνατότητα να αναλάβει ο ίδιος προσωπικώς τη ρύθμιση των χρεών του (εξ όλων των αναφερομένων ανωτέρω στο σκεπτικό δανείων) αντί συνολικής αμοιβής 7.500 €, ως και ότι για κάθε μεταξύ τους συναλλαγή θα εξέδιδε φορολογικό στοιχείο δικής του εταιρίας. Πεισθείς στις διαβεβαιώσεις αυτές, ο τέταρτος εγκαλώνκατέβαλε μετρητοίς στον δεύτερο κατηγορούμενο το ποσόν των 3.500 € και έλαβε από τον τελευταίο απόδειξη της (πράγματι μη ενεργού και ήδη διαγεγραμμένης από τα οικεία βιβλία από την 18.1.2017) κυπριακής εταιρίας υπό την επωνυμία "SNEPCOINC LTD FINANCIALCONSULTANTS" με φερομένη ημερομηνία εκδόσεως 24.8.2024, παρουσία του συνεργάτη του τετάρτου εγκαλούντος Ε. Ν., με αιτιολογία καταβολής "ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ ΩΣ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΟΥΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΗ EUROBANK". Εν τέλει, το ποσόν αυτό επεστράφη στον τέταρτο εγκαλούντα, ο οποίος είχε εν τω μεταξύ ενημερωθεί πλήρως για τις υποθέσεις των λοιπών εγκαλούντων και είχε αρχίσει να γίνεται πιεστικός, πλην όμως ο πρώτος κατηγορούμενος επανήλθε και, ισχυριζόμενος εκ νέου ότι έχει τη δυνατότητα να επιτύχει τη διαγραφή όλων των ανωτέρω αναφερομένων στο σκεπτικό δανείων, την 3.11.2018 ζήτησε την καταβολή του ποσού των δεκαπέντε χιλιάδων ΕΥΡΩ (15.000 €). Ωστόσο, ο τέταρτος εγκαλών, πεισθείς πλέον ότι η προς αυτόν επιστροφή των 3.500 € δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα, ώστε να βεβαιωθεί για τη φερεγγυότητα του πρώτου κατηγορουμένου, αρνήθηκε την καταβολή του ποσού αυτού. Εν τέλει, την 12.11.2018 οι πρώτη, τρίτη και τέταρτος εγκαλούντες και η θετή κόρη του δευτέρου εγκαλούντος μάρτυρας Α. Φ. (ενεργούσα για λογαριασμό του) μετέβησαν, συνοδευόμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, στο Τμήμα Προστασίας Περιουσιακών Δικαιωμάτων της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής, όπου κατήγγειλαν την τέλεση απάτης εις βάρος τους και κατέθεσαν κατά των κατηγορουμένων την από 7.11.2018 έγκλησή τους ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών. Οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι, απολογούμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκαν, μεταξύ άλλων: Α. Ο πρώτος κατηγορούμενος, αρνούμενος την κατηγορία, ότι: α) απλώς διαμεσολάβησε στη διακίνηση της εξουσιοδοτήσεως λόγω γνωριμίας με τον δεύτερο κατηγορούμενο από προηγουμένη μεταξύ τους επαγγελματική επαφή κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2017 ως εκπροσωπούντων τα συμβαλλόμενα μέρη σε διαπραγματεύσεις για την πώληση ενός ακινήτου κειμένου στον Πειραιά, β) ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος τον ρώτησε εάν γνωρίζει κάποιον ασχολούμενο με τη διαγραφή χρεών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί γνωστό του πρόσωπο, αυτός δε σε απάντηση του ερωτήματος ανέφερε ότι γνωρίζει τον τρίτο κατηγορούμενο, γ) κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2017 στο πλαίσιο της ιδίας συναλλακτικής επαφής επανήλθε στο ερώτημα προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, από τον οποίο και έλαβε το έντυπο της συγκεκριμένης εξουσιοδοτήσεως προς τον τρίτο κατηγορούμενο, με τον οποίο ο ίδιος (πρώτος κατηγορούμενος) έχει κοινωνική απλώς και όχι επαγγελματική σχέση, δ) περί το μήνα Ιούλιο του έτους 2018, ενώ ευρίσκετο καθ' οδόν για τις θερινές του διακοπές, δέχεται τηλεφώνημα από τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος του αναφέρει ότι έχει επικοινωνήσει με αυτόν η τρίτη εγκαλούσα Ρ. Β., την οποία δεν γνώριζε, και δεν είχε οποιονδήποτε σχετικό με αυτήν φάκελο στο γραφείο του, ε) ο ίδιος δεν γνώριζε τότε την τρίτη εγκαλούσα, αλλά υπέθεσε ότι πρόκειται για το πρόσωπο, για το οποίο ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε ζητήσει πληροφορίες για τη ρύθμιση δανείων, επικοινώνησε δε με αυτόν και εκείνος (δεύτερος κατηγορούμενος) τον διαβεβαίωσε ότι πρόκειται για δικό του ζήτημα και θα το χειρισθεί ο ίδιος, στ) πράγματι επικοινώνησε και συναντήθηκε με την τρίτη εγκαλούσα και τις φίλες της και σε ανοικτή ακρόαση υπήρξε διαπληκτισμός μεταξύ αυτής και του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος, μάλιστα, της ζήτησε να μην αναμιγνύει στην υπόθεση το "γραφείο …", διότι έχει μεταφέρει το φάκελο σε άλλο γραφείο, παρά το γεγονός ότι η εξουσιοδότηση αφορούσε αποκλειστικώς τον τρίτο κατηγορούμενο, ζ) καθ' όσον αφορά στον τέταρτο εγκαλούντα Σ. Α., αυτός είχε την πρωτοβουλία της επικοινωνίας μαζί του για τη ρύθμιση των δανείων του και εκείνος (πρώτος κατηγορούμενος) του ανέφερε ότι το ζήτημά του θα χειρισθεί εταιρία συμφερόντων προσώπου με το επώνυμο "…", το οποίο ζήτησε ως προκαταβολή το ποσόν των 3.500 €, το οποίο ο ως άνω εγκαλών κατέβαλε και έλαβε την ανωτέρω απόδειξη εισπράξεως της κυπριακής εταιρίας υπό την επωνυμία "SNEPCOINC LTD FINANCIALCONSULTANTS" με φερομένη ημερομηνία εκδόσεως 24.8.2024, συμφερόντων του (πρώτου κατηγορουμένου), η) το ποσόν των 3.500 € επεστράφη από τον … και αποδόθηκε από τον ίδιο στον τέταρτο εγκαλούντα, διότι το δάνειό του (από σύμβαση επαγγελματικής χρηματοδοτικής μισθώσεως - leasing) δεν υπέκειτο σε ρύθμιση, όπως τον διαβεβαίωσε η εταιρία (συμφερόντων προσώπου με το επώνυμο "…"), στην οποία αυτός είχε αναθέσει τη διεκπεραίωση της υποθέσεως και θ) ουδέποτε ζήτησε από τον τέταρτο εγκαλούντα το ποσόν των 15.000 €, εντάσσει δε τον ισχυρισμό αυτό σε οργανωμένο σχέδιο παγιδεύσεώς του και ο τρίτος κατηγορούμενος, ομοίως αρνούμενος την κατηγορία, ότι: α) γνωρίζει κοινωνικώς τον πρώτο κατηγορούμενο από του έτους 2017 και δεν διατηρεί οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση με αυτόν, β) περί το μήνα Μάρτιο του έτους 2018 ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε το έντυπο μιας προς αυτόν (τρίτο κατηγορούμενο) εξουσιοδοτήσεως για τη ρύθμιση χρέους ενός δικού ανθρώπου, τον οποίο δεν κατονόμασε, ο ίδιος δε παρέδωσε ένα (1) έντυπο (και όχι τέσσερα [4] έντυπα), χωρίς να ρωτήσει περισσότερες λεπτομέρειες για το πρόσωπο ή για το δάνειο, ισχυριζόμενος ότι τη σχετική πληροφόρηση θα τη λάβει από το πιστωτικό ίδρυμα, στο οποίο θα προσκομίσει την προς αυτόν εξουσιοδότηση για παροχή στοιχείων, η δε αμοιβή του για το χειρισμό εκάστου φακέλου καταβάλλεται σε επόμενο στάδιο, γ) κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2018 δέχθηκε τηλεφώνημα από την τρίτη εγκαλούσα Ρ. Β., η οποία του γνωστοποίησε ότι έχει παραδώσει εξουσιοδότηση (επί του τυποποιημένου εντύπου του γραφείου του) προς αυτόν με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής της για χειρισμό υποθέσεώς της στον δεύτερο κατηγορούμενο, μέσω του συνεργάτη του πρώτου κατηγορουμένου, δ) αμέσως επικοινώνησε με τον πρώτο κατηγορούμενο, προκειμένου να πληροφορηθεί τι συμβαίνει, καθ' όσον δεν γνώριζε τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο δε πρώτος κατηγορούμενος του υποσχέθηκε ότι θα φροντίσει ο ίδιος για την τακτοποίηση του ζητήματος, ε) έλαβε μέρος στη συνάντηση της οδού …, προκειμένου να πληροφορηθεί τι συμβαίνει, εκεί δε του ζητήθηκε να λάβει νομικά μέτρα κατά του δευτέρου κατηγορουμένου, πλην όμως ο ίδιος θεωρούσε ότι δεν δύναται να λάβει οποιοδήποτε μέτρο κατά του ως άνω κατηγορουμένου, προέτρεψε δε τις συνομιλήτριές του να στραφούν εκείνες κατά του δευτέρου κατηγορουμένου και ο ίδιος να τις υποστηρίξει με τη μαρτυρία του, στ) δεν γνωρίζει τον τέταρτο εγκαλούντα Σ. Α. και ζ) γνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο σε επόμενο χρόνο στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου, εκεί δε ο ως άνω κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι εκείνος έλαβε τα χρήματα και αυτός (τρίτος κατηγορούμενος) ουδεμία σχέση έχει. Ωστόσο, οι ως άνω ισχυρισμοί των ως άνω κατηγορουμένων κρίνονται μη πειστικοί και εντεύθεν απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος, ενώ ισχυρίζεται ότι ουδεμία σχέση έχει με την υπόθεση και ότι απλώς εξυπηρέτησε τον δεύτερο κατηγορούμενο με την παράδοση σε αυτόν ενός κενού εντύπου εξουσιοδοτήσεως προς τον τρίτο κατηγορούμενο, δεν αιτιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο δέχθηκε να λάβει ενεργό μέρος σε όλες τις ανωτέρω αναφερόμενες στο σκεπτικό συναντήσεις, αντί να αρνηθεί εξαρχής οποιαδήποτε ανάμιξη του ιδίου και σχέση με την καταβολή σημαντικών ποσών από τους εγκαλούντες στον δεύτερο κατηγορούμενο και ακολούθως να παραπέμψει σε αυτόν για οποιοδήποτε αναφυέν ζήτημα, αντιθέτως δε, όπως άπαντες οι παρόντες εγκαλούντες και η εξετασθείσα μάρτυρας του κατηγορητηρίου αναφέρουν, εμφανίσθηκε ως γνώστης του αντικειμένου, ισχυριζόμενος ότι εκείνος ήταν σε θέση να τακτοποιήσει τις υποθέσεις τους, ενώ ουδόλως εξηγεί επαρκώς για ποιο λόγο υποσχέθηκε στον τρίτο κατηγορούμενο "να τακτοποιήσει το ζήτημα" (καίτοι ο ίδιος παραδέχεται - συνομολογεί στις περιεχόμενες στη δικογραφία και αναγνωσθείσες στο ακροατήριο από 22.4.2021 προτάσεις του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών - σ.21 - επί της από 17.12.2020 με Γ.Α.Κ. 1058/2021 και Α.Κ.Δ. 69/2021 κατά των κατηγορουμένων αγωγής των πρώτης, τρίτης, τετάρτου εγκαλούντος και της Ο. Ν. ότι έχει συνεργασθεί επαγγελματικώς με το "γραφείο …"), εάν πράγματι η συμμετοχή του είχε εξαντληθεί στην άνευ ουδεμίας υποχρεώσεως υλική παράδοση ενός κενού εντύπου, η προσήκουσα συμπλήρωση του οποίου από την τρίτη εγκαλούσα και η παράδοσή του στον δεύτερο κατηγορούμενο δεν αμφισβητούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο. Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι ισχυρίζεται ότι δεν ασχολείται με υποθέσεις ρυθμίσεως δανείων, πράγματι δέχθηκε να μεσολαβήσει για την υπόθεση του τετάρτου εγκαλούντος (αδιαφόρου όντος εάν ο ίδιος ο τέταρτος εγκαλών είχε την πρωτοβουλία της σχετικής επικοινωνίας), παραδίδοντας σε αυτόν προσωπική του απόδειξη με σφραγίδα ελεγχομένης από αυτό μη ενεργού αλλοδαπής εταιρίας και όχι, όπως θα ήταν αναμενόμενο και ευχερές, εξοφλητική απόδειξη για το ποσόν των 3.500 € από την αναλαβούσα τη ρύθμιση εταιρία, συμφερόντων προσώπου ονόματι "…". Την επαγγελματική - και όχι απλώς κοινωνική - σχέση, αλλά και τη γνωριμία απάντων των κατηγορουμένων μεταξύ τους, επιβεβαίωσε κατ' ουσίαν και η μάρτυρας υπερασπίσεως του πρώτου κατηγορουμένου και σύζυγος αυτού Ε. Κ., η οποία ήταν παρούσα κατά το τηλεφώνημα του τρίτου κατηγορουμένου προς τον σύζυγό της και το αμέσως επόμενο τηλεφώνημα αυτού προς τον δεύτερο κατηγορούμενο. Καθ' όσον αφορά στον τρίτο κατηγορούμενο, δεν εξηγείται επαρκώς ο λόγος, για τον οποίο αυτός χορήγησε, χωρίς οποιονδήποτε έλεγχο, έγγραφο του γραφείου του, δυνάμενο να συμπληρωθεί κατά το δοκούν από τρίτα πρόσωπα με επιβλαβές γι' αυτόν περιεχόμενο και για άγνωστη προς τρίτους χρήση (και μάλιστα όχι μόνο την περιεχομένη στη δικογραφία και αναγνωσθείσα στο ακροατήριο εξουσιοδότηση της τρίτης εγκαλούσας, η οποία είναι, κατά τους ισχυρισμούς του, η μοναδική, αλλά και τις εξουσιοδοτήσεις του συνόλου των εγκαλούντων, οι οποίες πράγματι υπήρχαν, όπως ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχεται - συνομολογεί στην προσθήκη - αντίκρουση των περιεχομένων στη δικογραφία και αναγνωσθεισών στο ακροατήριο ως άνω από 22.4.2021 προτάσεών του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών - σ. 4 - όπου αναφέρεται σε "εξουσιοδοτήσεις" προς τον τρίτο κατηγορούμενο), αλλά ούτε και η συμμετοχή του στη συνάντηση της οδού …, ενώ, εάν πράγματι ουδεμία σχέση είχε με την υπόθεση, έπρεπε να αρνηθεί εξαρχής οποιαδήποτε υποχρέωσή του προς τους εγκαλούντες, ακόμη και με σχετική προς αυτούς απευθυνομένη εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, αποφεύγοντας οποιαδήποτε επικοινωνία, ενώ αρνήθηκε να λάβει οποιοδήποτε νομικό μέτρο κατά του δευτέρου κατηγορουμένου, καίτοι η δοθείσα από την τρίτη εγκαλούσα (αλλά και από τους λοιπούς, μη τηρήσαντες αντίγραφα, εγκαλούντες) εξουσιοδότηση αφ' ενός ήταν κομβικής σημασίας για την καταβολή των χρημάτων εκ μέρους των εγκαλούντων, καθ' όσον σηματοδοτούσε την έναρξη της διαδικασίας ρυθμίσεως των χρεών τους από το γραφείο του, αφ' ετέρου δε η κυκλοφορία εξουσιοδοτήσεων του γραφείου για συναλλαγές εκτός αυτού και εν αγνοία του βλάπτει, κατά την κοινή συναλλακτική αντίληψη, τη φήμη και την υπόληψη του ιδίου ως ιδιαιτέρως εμπείρου επαγγελματία (οικονομολόγου - οικονομικού συμβούλου και ιδρυτικού μέλους του Οικονομικού Επιμελητηρίου), ο οποίος όφειλε, πρωτίστως για τη δική του προστασία, να ελέγχει ο ίδιος από ποια πρόσωπα και για ποιους λόγους δέχεται εξουσιοδοτήσεις για πραγματοποίηση ενεργειών, αναγομένων στον κύκλο των εργασιών του. Μετά ταύτα, δεδομένου ότι οι παραστάσεις των δύο πρώτων κατηγορουμένων, γενόμενες με τη συνδρομή του τρίτου κατηγορουμένου (παρασχόντος τα έντυπα - κείμενα των εξουσιοδοτήσεων προς χρήση από άγνωστα σε αυτόν πρόσωπα και επιτρέψαντος την επίκληση της επαγγελματικής φήμης του γραφείου του), ήσαν εξαρχής εν γνώσει τους καθ' ολοκληρίαν ψευδείς, καθ' όσον ουδεμία δυνατότητα είχαν να προβούν σε διαγραφή ή μείωση του κεφαλαίου ("κούρεμα") των δανείων των εγκαλούντων και εις ουδεμία σχετική ενέργεια προέβησαν προς τους εκάστοτε φορείς, με συνέπεια να αποκομίσουν ή να αποπειραθούν να αποκομίσουν τα ανωτέρω αναφερόμενα στο σκεπτικό ποσά με ισόποση περιουσιακή ζημία των εγκαλούντων, άπαντες οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σε αυτούς πράξεων, ως πρωτοδίκως, και δη οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένης και εν αποπείρα,... και ο τρίτος (κατά γενομένη πρωτοδίκως επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας) της συνέργειας στην πράξη αυτή, αναγνωριζομένης σε αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ (σύννομος βίος) (άρθρα 1, 14, 16, 17, 18 εδ. β', 19, 26 εδ. α', 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 45, 47 [ως ίσχυε από 1.7.2019 έως 30.4.2024], 50, 51 παρ. 1, 53, 79, 98, 386 παρ. 1 ΠΚ[παλαιού ΠΚ ως προς τη μη επιβολή χρηματικής ποινής και εδ. α' της παρ. 1 της αυτής διατάξεως του νέου ΠΚ, ως ίσχυε από 1.7.2019 έως 30.4.2024, ως προς το ελάχιστο όριο της ποινής φυλακίσεως]). Ακολούθως, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχους, μεταξύ άλλων, και τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες, με την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα στον τρίτο ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ, για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης κατ'εξακολούθηση κατά συναυτουργία τετελεσμένης και σε απόπειρα, τον δεύτερο, και της συνδρομής στην ως άνω πράξη, τον τρίτο, και τους επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και ενός (1) έτους, αντίστοιχα, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ...και τον δεύτερο κατηγορούμενο ένοχο, ως πρωτοδίκως, του ότι: "Από κοινού μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, κατά τους κάτωθι ειδικά αναφερόμενους τόπο και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, τις οποίες τέλεσαν έγκλημα, το οποίο τιμωρείται με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή (φυλάκιση) και χρηματική ποινή και ειδικότερα στην Αθήνα και κατά το χρονικό διάστημα από 9-2-2018 έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2018, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και ειδικότερα: ο δεύτερος των κατηγορουμένων Θ. Κ. προσέγγισε τους εγκαλούντες Ε. Ζ., Σ. Ν., Ρ. Β. και Σ. Α. και τους συστήθηκε ως εξειδικευμένος σύμβουλος διεκπεραίωσης υποθέσεων διαγραφής χρεών προς διαφόρους οργανισμούς, καθώς και πιστωτικά ιδρύματα, δήθεν ως συνεργάτης του πρώτου των κατηγορουμένων Α. Θ., ο οποίος δραστηριοποιείτο στην διεκπεραίωση υποθέσεων δανειακών συμβάσεων με τη δήθεν συνεργασία του τρίτου των κατηγορουμένων Δ. Μ., οικονομολόγου με γραφείο στον … ενώ τα ως άνω ήταν παντελώς ψευδή, γεγονός που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι. Ακολούθως παρέστησαν στους εγκαλούντες ότι μπορούν να μεσολαβήσουν τόσο για τη διαγραφή χρεών και υφιστάμενων δανείων των εγκαλούντων προς το Δημόσιο και τις Τράπεζες και τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, καθώς και ότι είχαν τη δυνατότητα διεκπεραίωσης διαφόρων οικονομικών εκκρεμοτήτων τους, γεγονός εντελώς ψευδές το οποίο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και αγνοούσαν παντελώς οι εγκαλούντες. Δια των παραπάνω ψευδών παραστάσεων πείσθηκαν οι εγκαλούντες και προκειμένου όπως οι ανωτέρω κατηγορούμενοι προβούν σε διαγραφή χρεών τους: α) η μεν Ε. Ζ. κατέβαλε περί τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2018 σε μετρητά και τμηματικά το ποσό των 2.500 ευρώ, προκειμένου όπως οι ως άνω κατηγορούμενοι προβούν σε διαγραφή οφειλής της προς τον ΟAΕΕ, το οποίο ουδέποτε έλαβε χώρα, β) ο Σ. Ν. κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάιο του έτους 2018 έως και τις 23-7-2018 κατέβαλε σε μετρητά και τμηματικά στους κατηγορούμενους το ποσό των 14.582 ευρώ, ενώ αποπειράθηκαν να του αποσπάσουν και το ποσό των 2.400 ευρώ, προκειμένου όπως προέβαιναν σε διεκπεραίωση υποθέσεων οφειλών του προς την αρμόδια Δ.Ο.Y., γεγονός που ουδέποτε έλαβε χώρα, γ) η Ρ. Β. κατέβαλε στους κατηγορουμένους στις 20-2-2018 και στις 13-4-2018 το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ σε μετρητά, προκειμένου όπως οι κατηγορούμενοι προέβαιναν σε διαγραφή οφειλομένου από αυτήν δανείου προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ποσού 25.000 ευρώ, πράγμα το οποίο ουδέποτε έλαβε χώρα, δ) ο Σ. Α. κατέβαλε στους κατηγορουμένους στις 15-3-2018 και στις 16-6-2018 το συνολικό ποσό των 3.000 ευρώ σε μετρητά, προκειμένου όπως οι κατηγορούμενοι προέβαιναν σε διαγραφή τριών δανείων συνολικής αξίας 183.000 ευρώ που όφειλαν ο ίδιος προς την τράπεζα "Alpha Bank", και η μητέρα του και η αδερφή του προς την τράπεζα "EFG Eurobank" ενώ για τον ίδιο λόγο τους κατέβαλε άλλα 3.000 ευρώ περί τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2018, ποσό το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος περί τον Οκτώβριο του έτους 2018 το επέστρεψε μεν, στο πλαίσιο όμως του εγκληματικού τους σχεδίου προκειμένου να αποσπάσουν από τον ανωτέρω μεγαλύτερο ποσό, το οποίο και αποπειράθηκαν, δια μέσου του πρώτου κατηγορουμένου να το εισπράξουν, καθόσον ο τελευταίος ζήτησε επιπλέον το ποσό των 15.000 ευρώ περί τα μέσα Οκτωβρίου 2018 για την ίδια αιτία, πλην όμως, ο Σ. Α. μετέβη στα παραπάνω πιστωτικά ιδρύματα και διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενοι σε καμία ενέργεια δεν είχαν προβεί και για τον λόγο αυτόν δεν κατέβαλε τα υπόλοιπα 15.000 ευρώ που του ζήτησαν. Τα ως άνω τα οποία παρέστησαν οι κατηγορούμενοι ήταν ψευδή, πράγμα που γνώριζαν αρχίθεν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, εάν δε ήταν σε γνώση των εγκαλούντων δεν θα προέβαιναν στις προεκτεθείσες περιουσιακές επιδόσεις προς τους κατηγορούμενους, εκ των οποίων υπέστησαν παράνομη περιουσιακή βλάβη με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια των κατηγορουμένων, αξίας 35.082 ευρώ, ενώ αποπειράθηκαν να ωφεληθούν παρανόμως το ποσό των 15.000 ευρώ".
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον τρίτο κατηγορούμενο ένοχο με την ελαφρυντική περίσταση της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, ως πρωτοδίκως, για συνέργεια στην ως άνω πράξη, ήτοι του ότι: "στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε και συγκεκριμένα στην Αθήνα και κατά το χρονικό διάστημα από 9-2-2018 έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2018 παρείχε στον πρώτο και δεύτερο των συγκατηγορουμένων του κατά τη διενέργεια από αυτού της υπό στοιχείο Α περιγραφόμενης αξιόποινης πράξης, συνδρομή παρέχοντας σε αυτούς τις προδιατυπωμένες, με στοιχεία του γραφείου του, υπεύθυνες δηλώσεις - εξουσιοδοτήσεις τις οποίες συμπλήρωναν οι εγκαλούντες με τα στοιχεία τους, κατά τρόπο ώστε να ενισχύει την πεποίθηση των τελευταίων ότι η παροχή υπηρεσιών, που ψευδώς διατείνονταν ο πρώτος και ο δεύτερος των κατηγορουμένων ότι θα εκτελούσαν, θα λάμβανε χώρα υπό την αιγίδα του γραφείου του. Με την πράξη τους δε εκπλήρωσαν τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης κατ' εξακολούθηση κατά συναυτουργία τετελεσμένη και σε απόπειρα, και της συνέργειας στην ανωτέρω πράξη που περιγράφεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 1, 42 παρ. 1, 45, 47 και 98 του Ποινικού Κώδικα".
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον παραδεκτό συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού:
Α) Καθό μέρος αφορά την με αριθμ. πρωτ. …2025 δήλωση(αίτηση) αναίρεσης του Θ. Κ. του Ν., και την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατά συναυτουργία, τετελεσμένη και σε απόπειρα, για την οποία τον καταδίκασε, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14,16,17,18εδ. β', 19, 26 εδ. α', 27 παρ.1, 42 παρ. 1,45, 50, 51 παρ. 1, 53, 79, 84 παρ. 2 εδ. δ', 98 και 386 παρ.3-1 πΠΚ, ως προς τη μη επιβολή χρηματικής ποινής και εδ. α' της παρ. 1 της αυτής διάταξης του νέου ΠΚ, όπως ίσχυε από 1.7.2019, ως προς το ελάχιστο όριο της ποινής φυλάκισης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ήτοι: α) Η παραπλανητική συμπεριφορά του ως άνω δεύτερου κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος έναντι των τεσσάρων [4] συνολικά αναφερόμενων παθόντων, η οποία συνίσταται στο ότι, αυτός και ο συγκατηγορούμενός του, μη αναιρεσείων, Α. Θ. του Η., κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο σύμπραξης, εμφανίστηκαν στους παθόντες, ο δεύτερος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ως οικονομικός σύμβουλος, εξειδικευμένος στη διεκπεραίωση υποθέσεων διαγραφής χρεών προς το Δημόσιο, Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και Τράπεζες, ότι διατηρούσε, ως εξωτερικός συνεργάτης, στενή συνεργασία με το γραφείο οικονομικών συμβούλων του τρίτου κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Μ. του Σ., που ήταν εξειδικευμένο σε διαγραφές χρεών, εξέχων στέλεχος του οποίου(γραφείου) ήταν ο προαναφερθείς συγκατηγορούμενος του, ότι είχαν ισχυρές γνωριμίες με εξέχοντες τραπεζικούς και πολιτικούς παράγοντες, ως και με στελέχη των Δ.Ο.Υ., του Ε.Φ.Κ.Α., του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και της Τράπεζας της Ελλάδος και ότι είχαν τη δυνατότητα να μεσολαβήσουν για τη διαγραφή των αναφερόμενων χρεών τους και των υφιστάμενων δανείων τους προς το Δημόσιο, τις Τράπεζες και τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, καθώς και να διεκπεραιώσουν διάφορες οικονομικές εκκρεμότητές τους, β) Η, εν γνώσει του δεύτερου κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος και του πιο πάνω συγκατηγορουμένου του, παράσταση των ανωτέρω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, δοθέντος ότι αυτοί γνώριζαν, ότι ουδεμία δυνατότητα είχαν, να προβούν σε μείωση ή διαγραφή των πιο πάνω χρεών των παθόντων, γ) Με τις ανωτέρω εν γνώσει τους (δεύτερου κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος και συγκατηγορούμενου) ψευδείς παραστάσεις, κατά τους αναφερόμενους χρόνους, κατάφεραν να παραπλανήσουν και να πείσουν τους ανωτέρω παθόντες να τους καταβάλουν τα επιμέρους αναφερόμενα χρηματικά ποσά, προκειμένου να προβούν σε διαγραφή χρεών και διεκπεραίωση υποθέσεων, κατά τον αναλυτικά εκτιθέμενο τρόπο στην απόφαση, δ) Ο σκοπός του δεύτερου κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του ν' αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των [35.082] ευρώ, καθώς και να αποπειραθούν να ωφεληθούν το ποσό των 15.000 ευρώ ,με αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία των ανωτέρω παθόντων, καθόσον αυτοί είχαν εξαρχής την πρόθεση να τους αποσπάσουν τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, χωρίς να προβούν σε διαγραφή χρεών και διεκπεραίωση υποθέσεων, που υποσχέθηκαν στον καθέναν, αλλά να τα χρησιμοποιήσουν για δικό τους όφελος, ε) Η βλάβη ξένης περιουσίας, ήτοι των τεσσάρων [4] συνολικά παθόντων, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (35.082) ευρώ και στ) ο αιτιώδης σύνδεσμος αφενός μεταξύ της ως άνω συμπεριφοράς του δεύτερου-κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του και της προκληθείσας από αυτή πλάνης των παθόντων, αφετέρου δε μεταξύ της πλάνης αυτής και της καταβολής εκ μέρους των τελευταίων των ως άνω χρηματικών ποσών. Οι λοιπές, περιεχόμενες στον μοναδικό, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγο της υπό κρίση αναίρεσης του δεύτερου κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος, αιτιάσεις για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επειδή δεν αιτιολογείται: α) πώς αυτός τέλεσε το αδίκημα της απάτης(τετελεσμένο και σε απόπειρα), αφού το γραφείο του συγκατηγορουμένου Δ. Μ. του Σ. ήταν υπαρκτό και εξειδικευμένο στη διευθέτηση οφειλών προς το Δημόσιο και μάλιστα οι ίδιοι οι εγκαλούντες επικοινωνούσαν μαζί του για την ευδοκίμηση της εντολής, που του είχαν χορηγήσει, δυνάμει των αναφερόμενων εξουσιοδοτήσεων β) πώς, ενόψει των παραδοχών, ότι από τις 15.9.2018 οι εγκαλούντες ήρθαν σε διαπραγματεύσεις μόνον με τους πρώτο και τρίτο κατηγορούμενους, κρίθηκε αυτός ένοχος για πράξεις, που έλαβαν χώρα από τον Αύγουστο 2018 μέχρι και το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεις, που αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, σε περίπτωση από κοινού τέλεσης αξιόποινης πράξης, όπως εν προκειμένω, δεν είναι αναγκαίο να περιγράφεται η ειδική συναυτουργική δράση εκάστου των συναυτουργών, καθόσον αρκεί η αναφορά της συναπόφασης και του κοινού δόλου για την τέλεση του εγκλήματος, χωρίς αναγκαία νε εξειδικεύεται η δράση του κάθε συναυτουργού σε κάθε επί μέρους πράξη. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Θ. Κ. του Ν., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη στο σύνολό της, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με άρθρο 115 Ν. 5090/2024), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Β). Καθό μέρος αφορά την με αριθμ. …2015 αίτηση αναίρεσης του Δ. Μ. του Σ. και αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της συνέργειας [απλής] σε απάτη κατ'εξακολούθηση, κατά συναυτουργία, τετελεσμένη και σε απόπειρα, για την οποία τον καταδίκασε, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου, που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω αξιόποινης πράξης, καθόσον δεν παρατίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και συλλογισμοί, από τα οποία να συνάγεται αφενός η γνώση του αναιρεσείοντος για την από τους δύο ως άνω, τότε, συγκατηγορουμένους του τέλεση της πιο πάνω πράξης και αφετέρου η θέλησή του να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της αξιόποινης αυτής πράξης, διευκολύνοντας τους εν λόγω δύο αυτουργούς, με την παροχή σε αυτούς των πιο πάνω αναφερόμενων εξουσιοδοτήσεων. Επομένως, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπή αιτιολογία ως προς τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου τέλεσης της αξιόποινης πράξης της [απλής] συνέργειας σε απάτη κατ' εξακολούθηση, κατά συναυτουργία, τετελεσμένη και σε απόπειρα, για την οποία καταδικάστηκαν ο πρώτος κατηγορούμενος, μη αναιρεσείων και ο δεύτερος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού τρίτου αναιρετικού λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του, παρέλκει η εξέταση των πρώτου, δεύτερου και τρίτου, κατά τα λοιπά σκέλη του, λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α',Γ', σε συνδ. με το άρθ. 171 παρ. 1 εδ. δ', και Δ' του ΚΠΔ. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δ. Μ. του Σ., και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αμέσως παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αρ. πρωτ. …2025 δήλωση αναίρεσης του Θ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οδός …, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4464α,5001/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
ΚΑΙ
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον ανωτέρω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 4464α,5001/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και δη ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δ. Μ. του Σ., κάτοικο ..., οδός …
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 19 Μαϊου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ