Απόφαση 876 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 876/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Σπυριδούλα Λιάτη, Φωτεινή Αθανασίου και Βασιλική Βλαχοπαναγιώτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Ράικου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αλεξάνδρας Μπερή, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΛΑΦΑΖΑΝΟΥ Γεωργίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3154/2025 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από …2026 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2026.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η κρινόμενη από …2026 αίτηση του Γ. Γ. του Ι. και της Α., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3154/2025 καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης, του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α' ΠΚ για το αδίκημα της σωματικής βλάβης σε βάρος ανήλικου και αδύναμου να υπερασπίσει τον εαυτό του προσώπου [άρθρα 26 εδ. α, 27 παρ. 1, 312 παρ. 1α και 308 παρ. 1α ΠΚ] και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο [2] μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση του αιτούντος, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24.2.2026 και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο, κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος (ποινικού) δικαστηρίου στις 4.2.2026, ασκήθηκε δε από δικαιούμενο και έχον προς τούτο έννομο συμφέρον πρόσωπο και στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης (άρθρα 464, 466 παρ.1,473 παρ.2,3, 474 παρ.1, 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 α' του ΚΠΔ), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
2. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 312 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση με το άρθρο 47 του Ν. 5090/2024, {που κατ' άρθρο 138 παρ. 1 ν. 5090/2024 αρχίζει να ισχύει από 1.5.2024} και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου τέλεσης της πράξης [2.12.2021], ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, το οποίο φέρει τον τίτλο "Σωματική βλάβη αδυνάμων ατόμων": "1. Όποιος προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο ή σε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, τιμωρείται: α) για την πράξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδάφιο α', με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους...". Παθών του αδικήματος μπορεί να είναι ευρύτερος κύκλος προσώπων, ήτοι ανήλικος ή πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, καθώς και σύζυγος κατά τη διάρκεια του γάμου ή σύντροφος κατά τη διάρκεια της συμβίωσης (ΑΠ 300/2025, ΑΠ 1245/2022). Μετά την τροποποίηση του ως άνω άρθρου με το άρθρο 47 του Ν. 5090/2024 απειλείται η ίδια ποινή για την εν λόγω πράξη, όμως η διάταξη διαμορφώθηκε ως ακολούθως : "1. Με την επιφύλαξη διατάξεων ειδικών ποινικών νόμων, όποιος προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο ή σε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, τιμωρείται: α) για την πράξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδάφιο α', με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους...2".
Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 νΠΚ, όπως τροποποιήθηκαν με τον προαναφερθέντα Ν. 4619/2019 και ισχύουν από 1-7-2019, με τον τίτλο "Σωματική βλάβη", "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας", ενώ ακολούθως η ως άνω παράγραφος 1 τροποποιήθηκε και το εν λόγω άρθρο 308, όπως είχε συμπληρωθεί με το άρθρο 4 περ. 5 του Ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α' 180/18.11.2019), διαμορφώθηκε πλέον με το άρθρο 64 του Ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α' 215/12.11.2021) ως εξής: "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή. Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας". Το προβλεπόμενο από τις τελευταίες αυτές διατάξεις έγκλημα της σωματικής βλάβης από πρόθεση διαβαθμίζεται κατά το ως άνω άρθρο 308 ΠΚ, αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής ως απλής ή όλως ελαφράς, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες. Σωματική κάκωση είναι κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα, εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις κλπ, ενώ βλάβη της υγείας είναι κάθε διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών. Η κάκωση μπορεί να είναι συγχρόνως και βλάβη της υγείας, αλλά η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς κάκωση, καθώς επίσης μπορεί η καθεμία να επέλθει χωριστά ή να είναι η μία συνέπεια της άλλης και δεν δημιουργείται αντίφαση από τη σωρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας του παθόντος ταυτόχρονα. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη ως προς τον προσδιορισμό με ακρίβεια του είδους της σωματικής κάκωσης ή της βλάβης της υγείας του παθόντος προκειμένου να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο χαρακτήρας της σωματικής βλάβης. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να αποφανθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε (ΑΠ 870/2024 , ΑΠ 1364/2024, ΑΠ 1438/2022, ΑΠ 446/2022, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 2055/2019). Όλως ελαφρές σωματικές βλάβες είναι οι εκχυμώσεις, θλάσεις, εκδορές, ερυθρότητα, ζάλη, κεφαλαλγία, εγκεφαλική διάσειση (ΑΠ 824/2024, ΑΠ 279/2021, ΑΠ 963/2019, ΑΠ 707/2019, ΑΠ 494/2019, ΑΠ 2171/2018).
3. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή. Δεν είναι όμως απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022). Σύμφωνα εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ακόμη και αν δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β'. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως και τον κατά το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης [ΑΠ 1245/2022].
4. Στην προκειμένη περίπτωση το Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του στο σκεπτικό του, τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις Αχαρνές Αττικής, στις 2-12- 2021 με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση. Συγκεκριμένα επιτέθηκε στη Σ.-Α. Κ., ηλικίας 16 ετών, η οποία λόγω της ηλικίας της είναι αδύναμη να αμυνθεί την χτύπησε στο πρόσωπο, ρίχνοντάς την στο έδαφος και εξακολούθησε να την χτυπάει με κλωτσιές με αποτέλεσμα να της προξενήσει κακώσεις σύμφωνα με το άρθρο 312 παρ.1 περ.α' Π.Κ. Πρέπει συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α Π.Κ., καθώς ο κατηγορούμενος έζησε σύννομα μέχρι τον ανωτέρω χρόνο τέλεσης του εγκλήματος, ως και πρωτοδίκως.". Ακολούθως, το ανωτέρω δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο του αδικήματος της σωματικής βλάβης σε βάρος ανηλίκου προσώπου που ήταν αδύναμη να αμυνθεί κατ' άρθρο 312 παρ. 1 περ. α' σε συνδυασμό με το άρθρο 308 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ. του ότι: "Στις Αχαρνές Αττικής, στις 2-12-2021 με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση. Συγκεκριμένα επιτέθηκε στη Σ.-Α. Κ., ηλικίας 16 ετών, η οποία λόγω της ηλικίας της είναι αδύναμη να αμυνθεί την χτύπησε στο πρόσωπο, ρίχνοντάς την στο έδαφος και εξακολούθησε να την χτυπάει με κλωτσιές με αποτέλεσμα να της προξενήσει κακώσεις". Με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την εκ μέρους του τέλεση της παραπάνω πράξης για την οποία καταδικάστηκε, αφού δεν παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του το Δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος και η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική και προσάπτει σ' αυτήν την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πλημμέλεια.
Με τις ανωτέρω παραδοχές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου για την ένδικη πράξη της σωματικής βλάβης σε βάρος ανήλικου και αδύναμου προσώπου, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν περιέχονται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό αυτής τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να μπορεί να προσδιορισθεί σε τι συνίστανται οι αναφερόμενες στο σκεπτικό και διατακτικό "κακώσεις", που προκάλεσε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος σε βάρος της ανήλικης Σ. Κ., προκειμένου να καταστεί εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, αναφορικά με το είδος της σωματικής κάκωσης και να κριθεί αν αυτή συγκροτεί απλή σωματική κάκωση ή εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας της ανήλικης παθούσας, ενόψει του ότι η όλως ελαφρά σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθρου 312 παρ. 1 ΠΚ αλλά τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Επιπλέον, δεν αναφέρεται στην απόφαση, στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ποια ήταν η ιδιότητα του κατηγορουμένου κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, ώστε να κριθεί αν η ανήλικη παθούσα βρισκόταν υπό την επιμέλειά του, ή την προστασία του βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης [παραδείγματος χάριν παιδαγωγός], συνοικούσε με το δράστη ή είχε μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, στοιχεία που πρέπει να συντρέχουν εν προκειμένω για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Με τις ως άνω ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες κατέστη ανέφικτος o αναιρετικός έλεγχος για την ύπαρξη και το είδος της προξενηθείσας σωματικής κάκωσης ως απλής ή όλως ελαφράς και της ορθής εφαρμογής των οικείων διατάξεων του άρθρου 312 παρ. 1 περ. α και 308 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, οι οποίες έτσι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου. Κατόπιν των ανωτέρω, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη αιτιολογίας είναι βάσιμος , ενώ βάσιμος είναι και ο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ), αναφορικά με την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3154/2025 καταδικαστική απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ