Απόφαση 922 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 922/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Νικολάου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος Α. Γ. του Β., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένοντος στην …, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και Ναταλία Ζουρένκο-Χρυσάγη, για επανεξέταση της αίτησης και των προσθέτων επ' αυτής λόγων της για αναίρεση της υπ' αριθ. 3103,4480/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 523/2025 απόφασης του Αρείου Πάγου.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αιτών - αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί εκ νέου την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. πρωτ. …2017 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από …2018 προσθέτους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε :
Α) να γίνει δεκτός ο λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 259 ΠΚ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 10 παρ. 2 α' και 1 παρ. 2, 4 Ν.3832/2010, το άρθρο 5 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 223/2009 και το δείκτη 1.4 της αρχής 1 του Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές, που προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο του προσθέτου λόγου, απορριπτομένου του προβαλλόμενου με την αίτηση αναίρεσης λόγου για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 Θ' ΚΠΔ),
Β) να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 3103,4480/2017 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών
και
Γ) να παύσει οριστικά, η κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη της παράβασης καθήκοντος, που φέρεται τελεσθείσα από αυτόν στις 11-10-2010. Ακολούθως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του αιτούντος, αφού έλαβαν το λόγο διαδοχικά από τον Πρόεδρο, ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Φέρονται εκ νέου προς συζήτηση μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 523/2025 απόφασης του Αρείου Πάγου: α] η με αρ. εκθ. πρωτ. …2017 αίτηση του Α. Γ. του Β., για αναίρεση της υπ' αρ. 3103, 4480/2017 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε , σε ποινή φυλάκισης (2) ετών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία ,για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος. Η αίτηση ασκήθηκε με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 17-11-2017, εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών από την καταχώριση [31-10-2017] καθαρογραμμένης της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του ανωτέρω εκδόσαντος Δικαστηρίου και β] το από 12-2-2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που κατατέθηκε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος από τον συνήγορο αυτού Νικόλαο Ντάσκα, δικηγόρο Αθηνών, στις 14-2-2018 στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συντασσομένης επ' αυτού σχετικής εκθέσεως. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής έχουν ασκηθεί παραδεκτά, ήτοι νομότυπα και εμπρόθεσμα ,κατά τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ.1α', 473 παρ.2 και 3 , 474 παρ.2Α και 4 , 504 παρ.1, 505 παρ.1 α' και 509 παρ.1 του ΚΠΔ. Ως εκ τούτου, πρέπει να συνεκδικαστούν ,ως συναφείς, και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των προβαλλόμενων αναιρετικών λόγων τους, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠΔ.
2. Από τα στοιχεία της δικογραφίας τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης και του πρόσθετου αυτής λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την με αρ. 40428 Α/2016 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κρίθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος συνισταμένη μεταξύ άλλων, στη δημοσίευση στατιστικών στοιχείων, που αφορούσαν το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδας του έτους 2009, χωρίς την συναίνεση του Επταμελούς Συμβουλίου της ΕΛΣΤΑΤ. Κατ' αυτής της αποφάσεως η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, άσκησε έφεση και η υπόθεση εισήχθη σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, με την υπ' αριθμ. 3103 - 4480/2017 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, σε ποινή φυλάκισης 2 ετών η οποία ανεστάλη επί τριετία.
3. Κατά την κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αρμόδιο για τη δημοσίευση και τη διαβίβαση των στατιστικών για δημοσιονομικό έλεγχο της Ελλάδας, ήταν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 εδ.α' του Ν. 3832/2010 και το άρθρο 1.4 του "Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές", το Επταμελές Συμβούλιο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και όχι ο Πρόεδρος αυτού και νυν κατηγορούμενος. Κατά της απόφασης αυτής ο κατηγορούμενος, άσκησε την ως άνω κρινόμενη αίτηση (δήλωση) αναίρεσης και τον ως άνω πρόσθετο λόγο αυτής. Ο αναιρεσείων κατά την αναιρετική διαδικασία είχε προβάλλει ως λόγο αναίρεσης μεταξύ άλλων την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 259 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 2, 1 παρ. 2,4 του Ν. 3832/2010 και 1.4 του "Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές". Επίσης, με το από 21-3-2018 σημείωμα του, ζήτησε κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο της 16ης-3-20218, κατ' άρθρο 267 ΣΛΕΕ να τεθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), για το αληθές νόημα της αρχής του άρθρου 1.4 του "Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές".
4. Ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθ. 977/7-6-2018 απόφαση του, απέρριψε την αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο αυτής λόγο. Ειδικότερα, απορρίφθηκε και ο σχετικός λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής μεταξύ άλλων, του άρθρου 1.4 του "Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές", και έτσι κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Ακολούθως, ο αναιρεσείων προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ αρ. αίτησης …) αναφέροντας παραβίαση του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ), διότι το αίτημά του προς τον Άρειο Πάγο για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ δεν εξετάστηκε, ούτε αιτιολογήθηκε η άρνηση υποβολής προδικαστικής παραπομπής και στην ουσία αγνοήθηκε.
5. Το Γ' Τμήμα του ΕΔΔΑ με την από 14-3-2023 απόφασή του έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης, που επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση να αιτιολογούν υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου δικαίου τις αποφάσεις με τις οποίες αρνούνται να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα. Ειδικότερα έκρινε ότι η υπ' αριθμ. 977/2018 απόφαση του Ακυρωτικού Δικαστηρίου δεν περιέχει ούτε αναφορά στο αίτημα που υπέβαλε ο προσφεύγων ούτε αιτιολογία για την οποία κρίθηκε ότι το ερώτημα που έθεσε δεν άξιζε παραπομπής στο ΔΕΕ, ως και ότι από το σκεπτικό της απόφασης αυτής δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν το ερώτημα θεωρήθηκε άσχετο, αν θεωρήθηκε ότι αφορούσε διάταξη που ήταν σαφής, ή είχε ήδη ερευνηθεί από το ΔΕΕ, ή απλώς αγνοήθηκε. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής και ειδικότερα στο κεφάλαιο περί εφαρμογής του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ (υποχρέωση εκτέλεσης των αποφάσεων του ΕΔΔΑ), αναφέρεται ότι όταν διαπιστώνεται παραβίαση επιβάλλεται στο εναγόμενο κράτος νομική υποχρέωση να δώσει τέλος στην παραβίαση και να αποκαταστήσει τις συνέπειές της κατά τρόπο ώστε να αποκατασταθεί στο μέτρο του δυνατού η κατάσταση που επικρατούσε πριν την παραβίαση, ως και ότι εν προκειμένω η αποκατάσταση της πλησιέστερης δυνατής κατάστασης προς εκείνη που θα υπήρχε αν δεν είχε συμβεί η εν λόγω παραβίαση θα συνίστατο στην λήψη μέτρων για να εξασφαλιστεί η επανεκκίνηση της εσωτερικής διαδικασίας, εφόσον ζητηθεί, ώστε η αίτηση προδικαστικής παραπομπής να εξεταστεί από τον Άρειο Πάγο. Η απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ έγινε οριστική στις 10-7-2023, μετά την ανάκληση του αιτήματος της Ελληνικής Κυβέρνησης περί παραπομπής της υπόθεσης ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ, ανάκληση που έγινε δεκτή με την από 10-7-2023 απόφαση του ως άνω Τμήματος.
6. Μετά ταύτα ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 περ.6 ΚΠΔ, υπέβαλε ενώπιον του Αρείου Πάγου, την από 25-9-2023 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Επί της ανωτέρω αίτησης, εκδόθηκε η υπ' αρ. 523/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε την ως άνω από 25-9-2023 αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 977/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, ακύρωσε την ως άνω υπ' αριθμ. 977/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου και διέταξε την επανάληψη της διαδικασίας επί της υπ' αριθμ. …2017 από …2017 αίτησης και τους επ' αυτής από …2018 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3103, 4480/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την 1-7-2019, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Με την όμοια ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του υπόψη εγκλήματος διάταξη του άρθρου 259 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, επισύρεται ποινή φυλάκισης έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η παράβαση καθήκοντος είναι ιδιαίτερο έγκλημα με αυτουργό υπάλληλο υπό την έννοια του άρθρου 13 α' ΠΚ, κατά το οποίο "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Η ιδιότητα του υπαλλήλου ενσωματώνει ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις, δεδομένου ότι δι’ αυτού εκφράζεται η βούληση της κρατικής εξουσίας ή του νομίμως συνεστημένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από την ορθή δε άσκηση της εξουσίας εξαρτάται η απρόσκοπτη και εποικοδομητική λειτουργία των κρατικών οργάνων, των οποίων οι αποφάσεις επιλύουν ανακύπτοντα προβλήματα και διευθετούν ιδιωτικές διαφορές. Το υπαλληλικό καθήκον διαφοροποιείται εκάστοτε και η ειδικότερη μορφή εξαρτάται από το είδος και τη φύση. Ως πηγή του καθήκοντος θεωρείται διάταξη νόμου, διατάγματος ή ιδιαίτερες οδηγίες εντός των πλαισίων των νόμων. Ενίοτε το καθήκον ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας και εμμέσως προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο, το οποίο δεσμεύει τον υπάλληλο με συναφή υποχρέωση ενεργείας, εντός των προδιαγεγραμμένων ορίων, ή παραλείψεως, οσάκις απαγορεύεται πάσα περαιτέρω ενέργεια, η υλοποίηση της οποίας αντιστρατεύεται τα σαφώς προσδιορισμένα καθήκοντα. Ως καθήκον, η παράβαση του οποίου καθιστά αξιόποινη τη συμπεριφορά του υπαλλήλου, δεν νοείται οποιοδήποτε υπαλληλικό καθήκον, το οποίο προκύπτει από το νόμο ή από διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα ή από ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή από τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στη γενική συμπεριφορά κάποιου ως υπαλλήλου, αλλά μόνο το καθήκον εκείνο που συνδέεται με την άσκηση συγκεκριμένης υπηρεσιακής δραστηριότητας στο πλαίσιο της καθύλην και κατά τόπο αρμοδιότητας του υπαλλήλου, εκείνο δηλαδή που ανάγεται στην εκτέλεση του ανατεθειμένου σ’ αυτόν υπηρεσιακού έργου. Ως εκ τούτου, αξιόποινο χαρακτήρα, κατά το άρθρο 259 ΠΚ, ενέχουν μόνον οι παραβάσεις συγκεκριμένων υπηρεσιακών καθηκόντων κατά την άσκηση υπηρεσιακής δραστηριότητας. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, απαιτούνται: α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση είτε τη γνώση και αποδοχή της παραβάσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος) και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει, όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξη του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από τον δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει, να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως, πρέπει, να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει, όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως, όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από τον δράστη, ο οποίος πρέπει, να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει, όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται και να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη (Ολ. ΑΠ 7/2008, ΑΠ 1047/2023, ΑΠ 279/2022, ΑΠ 122/2022, ΑΠ 169/2021).
8. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009, με έναρξη ισχύος από 1-4-2009, σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές "Κάθε κράτος μέλος ορίζει την εθνική στατιστική υπηρεσία που έχει την ευθύνη για το συντονισμό όλων των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο για την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάδοση ευρωπαϊκών στατιστικών και ενεργεί ως σημείο επαφής για την Επιτροπή (Eurostat) σε στατιστικά ζητήματα (ΕΣΥ). Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής της παρούσας διάταξης", ενώ κατά το άρθρο 11 του ως άνω Κανονισμού, που έχει το τίτλο "Κώδικας ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές", ορίζεται ότι "1. Σκοπός του κώδικα ορθής πρακτικής είναι να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη του κοινού στις ευρωπαϊκές στατιστικές, διά καθορισμού του τρόπου με τον οποίο πρέπει να αναπτύσσονται, να παράγονται και να διαδίδονται οι ευρωπαϊκές στατιστικές σύμφωνα με τις στατιστικές αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 και τις βέλτιστες διεθνείς στατιστικές πρακτικές. 2. Ο κώδικας ορθής πρακτικής επανεξετάζεται και αναπροσαρμόζεται σε περίπτωση ανάγκης από την Επιτροπή ΕΣΣ. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τις σχετικές τροποποιήσεις.".
9. Κατά το άρθρο 1 του Ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α 38/09.03.2010), ως ίσχυε στις 10-11-2010, "1. Ελληνικό Στατιστικό Σύστημα (ΕΛ.Σ.Σ.) είναι το σύνολο των κανόνων, των εργασιών και των φορέων που είναι αρμόδιοι για την εκτέλεση στατιστικών εργασιών, με σκοπό την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάδοση των επίσημων στατιστικών της χώρας, οι οποίες χρησιμοποιούνται για τη λήψη αποφάσεων και τη διαμόρφωση πολιτικών σε τοπικό, εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. 2. Φορείς του ΕΛ.Σ.Σ. είναι η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), ανεξάρτητη αρχή, η οποία συνιστάται με το άρθρο 9, και αποτελεί την εθνική στατιστική υπηρεσία κατά την έννοια του άρθρου 5 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), καθώς και οι υπηρεσίες και φορείς του ευρύτερου δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, που έχουν την αρμοδιότητα ή την υποχρέωση συλλογής στοιχείων και περιλαμβάνονται στον κατάλογο των φορέων του ΕΛ.Σ.Σ. σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 10. [...] 4. Οι εργασίες των φορέων του ΕΛ.Σ.Σ. για την ανάπτυξη, παραγωγή και διάδοση των στατιστικών διέπονται από τις στατιστικές αρχές της "επαγγελματικής ανεξαρτησίας", της "αμεροληψίας", της "αντικειμενικότητας", της "αξιοπιστίας", του "στατιστικού απορρήτου" και της "σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας", όπως οι αρχές αυτές καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 και αναπτύσσονται στον κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές, που προβλέπεται στο άρθρο 11 του ίδιου Κανονισμού, όπως κάθε φορά ισχύουν. [...]", ενώ κατά το άρθρο 9 του ίδιου νόμου, ως ίσχυε στις 10-1-2010, "1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή με την επωνυμία "Ελληνική Στατιστική Αρχή" (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). [...]".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του Ν.3832/2010, ως ίσχυε στις 10-11-2010, "1. Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. ασκεί τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας (Γ.Γ. Ε.Σ.Υ.Ε.), που προβλέπονται στο άρθρο 1 του π.δ. 224/1986 (ΦΕΚ 91 Α'), κάθε άλλη αρμοδιότητα της που προβλέπεται στην κείμενη νομοθεσία, καθώς και τις αρμοδιότητες που καθορίζονται από τον παρόντα νόμο, από τον Κανονισμό (ΕΚ) 223/2009 και οποιαδήποτε άλλη σχετική διάταξη. 2. Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. ιδίως: α. Καταρτίζει και εκτελεί το ετήσιο στατιστικό πρόγραμμα και παράγει και δημοσιεύει με την ιδιότητα της "εθνικής στατιστικής υπηρεσίας", όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 5 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 223/2009, τις επίσημες, εθνικές και ευρωπαϊκές στατιστικές της χώρας και διενεργεί κάθε είδους, τακτικές ή έκτακτες, στατιστικές έρευνες, απογραφές και μελέτες. β. Εκπροσωπεί την Ελλάδα ως "εθνική στατιστική υπηρεσία", σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 5 του Κανονισμού 223/2009, στις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάθε άλλο αρμόδιο διεθνή οργανισμό. [...] ζ. Αναπτύσσει, διαχέει και συντονίζει την εφαρμογή του κώδικα ορθής πρακτικής της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας - Eurostat, στο πλαίσιο του ΕΛ.Σ.Σ. Ειδικότερα, παρέχει συμβουλές μεθοδολογικού χαρακτήρα και στατιστικά εργαλεία προς τους λοιπούς φορείς του ΕΛ.Σ.Σ. και προς κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα και αναλαμβάνει τη διενέργεια στατιστικών εργασιών για λογαριασμό τρίτων, δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων και προσώπων, σύμφωνα με τις κοινοτικές και διεθνείς αρχές και πρακτικές, ώστε να υπάρξει διάχυση κοινά αποδεκτής μεθοδολογίας και περαιτέρω εφαρμογή αυτής. [...] 7. Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. μεριμνά για την εκπλήρωση των σκοπών της και, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 14, αποφασίζει για κάθε θέμα που την αφορά και ιδίως για: α) τη συμμετοχή της σε επιχειρησιακά, εκπαιδευτικά και σε επιχορηγούμενα προγράμματα, β) την πρόσληψη προσωπικού, γ) την ανάθεση συμβάσεων προμηθειών, υπηρεσιών, μελετών και έργων της σε τρίτους, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή σε φυσικά πρόσωπα, δ) την έγκριση του ΕΛ.Σ.Π, ε) την κατάρτιση, έγκριση και εφαρμογή του ετήσιου στατιστικού προγράμματος της, καθώς και την κατάρτιση της έκθεσης αξιολόγησης του στατιστικού προγράμματος, του προηγούμενου έτους, στ) τη θέσπιση των ετήσιων προϋπολογισμών, απολογισμών και ισολογισμών, ζ) τη θέσπιση του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης.". Επιπλέον, το άρθρο 12 παρ.1, ως ίσχυε στις 10-11-2010, όριζε ότι η ΕΛ.ΣΤΑΤ. συγκροτείται από επτά μέλη, ως εξής: αα) τέσσερα μέλη, ένα από τα οποία ορίζεται ως Πρόεδρος και ένα ως Αντιπρόεδρος, που επιλέγονται από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, με εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από δημόσια προκήρυξη, με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων (4/5) των μελών της, ββ) ένα μέλος που υποδεικνύεται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, γγ) ένα μέλος που ορίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών και δδ) ένα μέλος που ορίζεται από το Σύλλογο των Εργαζομένων στην ΕΛ.ΣΤΑΤ.
Εξάλλου κατά το άρθρο 14 Ν.3832/2010, ως ίσχυε στις 10-11-2010, "Ο Πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. είναι αρμόδιος για κάθε ζήτημα το οποίο σχετίζεται με την εύρυθμη λειτουργία της. Ειδικότερα: α) Εκπροσωπεί την ΕΛ.ΣΤΑΤ. δικαστικώς και εξωδίκως, ενώπιον των Δικαστηρίων, κάθε Αρχής και τρίτων. Ο Πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. μπορεί να αναθέσει την εκπροσώπηση της σε άλλο μέλος της, στον Νομικό Σύμβουλο που υπηρετεί στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. ή σε υπάλληλο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. β) Προΐσταται των υπηρεσιών της ΕΛ.ΣΤΑΤ. , συντονίζει και κατευθύνει τη λειτουργία τους. γ) Προΐσταται ιεραρχικά και πειθαρχικά του προσωπικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και μεριμνά για τη συγκρότηση και τη λειτουργία του Υπηρεσιακού και του Πειθαρχικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. δ) Ορίζει τα θέματα προς συζήτηση και μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων της. ε) Συντονίζει και εποπτεύει την εκπόνηση των στατιστικών, επιχειρησιακών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων. στ) Μεριμνά για την κατάρτιση του ετήσιου στατιστικού προγράμματος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και την υποβολή του στη Βουλή, τον Υπουργό Οικονομικών και την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat). ζ) Μεριμνά για την κατάρτιση του προϋπολογισμού, του απολογισμού και του ισολογισμού της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και την υποβολή τους για έγκριση από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. η) Μεριμνά για τη διαχείριση των οικονομικών της ΕΛ.ΣΤΑΤ και τη διάθεση των δαπανών, σύμφωνα με τις αποφάσεις της ΕΛ.ΣΤΑΤ. , τις διατάξεις του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης και της κείμενης νομοθεσίας.".
10. Επίσης, κατά τον δείκτη 1.3 της αρχής 1 περί επαγγελματικής ανεξαρτησίας (PROFESSIONAL INDEPENDENCE) του "EUROPEAN STATISTICS CODE OF PRACTICE FOR THE NATIONAL AND COMMUNITY STATISTICAL AUTHORITIES" (ΚΩΔΙΚΑ ΟΡΘΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ), ως ίσχυε στις 10-11-2010 (καθόσον ο ως άνω Kώδικας, ο οποίος εγκρίθηκε από την Επιτροπή Στατιστικού Προγράμματος τον Φεβρουάριο 2005, αναθεωρήθηκε τον Σεπτέμβριο 2011 και τον Νοέμβριο 2017), "The head of the statistical authority and, where appropriate, the heads of its statistical bodies have responsibility for ensuring that European statistics are produced and disseminated in an independent manner" (Ο προϊστάμενος της Στατιστικής Αρχής και, όπου κρίνεται σκόπιμο, οι προϊστάμενοι των στατιστικών τμημάτων είναι υπεύθυνοι να εξασφαλίζουν τον ανεξάρτητο τρόπο παραγωγής και διάθεσης των ευρωπαϊκών στατιστικών), ενώ κατά τον δείκτη 1.4 της ως άνω αρχής 1, ως ίσχυε στις 10-11-2010, "The head of the statistical authority and, where appropriate, the heads of its statistical bodies have the sole responsibility for deciding on statistical methods, standards and procedures, and on the content and timing of statistical releases" (Ο προϊστάμενος της Στατιστικής Αρχής και, όπου κρίνεται σκόπιμο, οι προϊστάμενοι των στατιστικών τμημάτων είναι οι μόνοι αρμόδιοι για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις στατιστικές μεθόδους, τα πρότυπα και τις διαδικασίες, καθώς και με το περιεχόμενο και με τη χρονική στιγμή της δημοσίευσης στατιστικών στοιχείων) (βλ. τις ανωτέρω μεταφράσεις στα ελληνικά σε ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ Κώδικας Ορθής Πρακτικής ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ, ΠΕΙΡΑΙΑΣ 2010, που εκδόθηκε από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΧΗ).
11. Με τον Ν. 3899/17-12-2010 τροποποιήθηκε ο Ν. 3832/2010. Ειδικότερα, η περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 3832/2010 παρέμεινε ως είχε, αλλά η παρ.7 του άρθρου 10 του Ν. 3832/2010 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ως άνω Ν.3899/2010 ως εξής: "7. Η ΕΛ.ΣΤΑΤ., ως συλλογικό όργανο: α) εγκρίνει το ΕΛ.Σ.Π., β) εγκρίνει τον "Κανονισμό Στατιστικών Υποχρεώσεων των Φορέων του ΕΛ.Σ.Σ.", γ) εγκρίνει το ετήσιο στατιστικό πρόγραμμα εργασίας της, το οποίο υποβάλλεται από τον Πρόεδρο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. στη Βουλή, στον Υπουργό Οικονομικών και στην Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat), δ) εκδίδει τις οδηγίες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, ε) εγκρίνει την έκθεση αξιολόγησης του στατιστικού προγράμματος του προηγούμενου έτους, στ) εγκρίνει το σχέδιο του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΕΛ.ΣΤΑΤ., το οποίο υποβάλλεται από τον Πρόεδρο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. στη Βουλή προς συζήτηση ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής, καθώς και το τελικό κείμενο του Κανονισμού, ζ) καθορίζει τις "εθνικές αρχές" σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 10 του παρόντος νόμου, η) καθορίζει τους φορείς του ΕΛ.Σ.Σ. που έχουν την αρμοδιότητα ή την υποχρέωση συλλογής στατιστικών στοιχείων, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 10 του παρόντος νόμου, θ) εγκρίνει την ετήσια έκθεση πεπραγμένων που υποβάλλεται από τον Πρόεδρο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. στον Πρόεδρο της Βουλής σύμφωνα με τον Κανονισμό της, ι) αποφασίζει για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 11 του παρόντος νόμου, ια) διατυπώνει γνώμη για τον Οργανισμό της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ιβ) αποφασίζει για τα θέματα που υπάγονται από το νόμο ρητώς στην αρμοδιότητα της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ως συλλογικού οργάνου, ιγ) αποφασίζει, εκφράζει γνώμη ή διαβουλεύεται για κάθε θέμα που εισάγει στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. ως συλλογικό όργανο ο Πρόεδρος προς λήψη απόφασης ή προς έκφραση γνώμης ή προς διαβούλευση.".
Περαιτέρω, με το άρθρο 10 του ως άνω Ν. 3899/17-12-2010 τροποποιήθηκε το άρθρο 14 του Ν.3832/2010, και διαμορφώθηκε ως εξής: "1.Ο Πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ασκεί κάθε αρμοδιότητα της ΕΛ.ΣΤΑΤ. η οποία δεν ανατίθεται από το νόμο ρητώς στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. ως συλλογικό όργανο και έχει την ευθύνη της εύρυθμης λειτουργίας της για την εκπλήρωση των σκοπών της, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας, του Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές και των βέλτιστων διεθνών στατιστικών πρακτικών. Ο Πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ έχει ιδίως τις ακόλουθες αρμοδιότητες: [...] γ) Λαμβάνει τις αποφάσεις σχετικά με τις στατιστικές μεθόδους, τα πρότυπα και τις διαδικασίες, καθώς και με το περιεχόμενο και τη χρονική στιγμή της δημοσίευσης στατιστικών στοιχείων, σχετικά με τη διαβίβαση των επίσημων στατιστικών του ΕΛ.Σ.Σ. στην Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat) και γενικότερα σχετικά με τη διαβίβαση, υποβολή ή γνωστοποίηση στατιστικών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής και διεθνούς στατιστικής συνεργασίας". Όσον αφορά τις ανωτέρω τροποποιήσεις η αιτιολογική έκθεση του Ν. 3899/2010 αναφέρει τα εξής: "Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις αποσαφηνίζονται οι αρμοδιότητες της ΕΛ.ΣΤΑΤ ως συλλογικού οργάνου και οι αρμοδιότητες του Προέδρου της ως μονομελούς οργάνου της Αρχής σε συμφωνία με τον Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές (Σύσταση της Επιτροπής της 25.05.2005 σχετικά με την ανεξαρτησία, την ακεραιότητα και την υπευθυνότητα των εθνικών και κοινοτικών στατιστικών αρχών). Οι βελτιώσεις αυτές, ιδίως στο πεδίο των άρθρων 10 και 14 του νόμου, ενισχύουν την κανονιστική πυκνότητα των ρυθμίσεων που διέπουν τη λειτουργία της Αρχής και με τον τρόπο αυτό τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αυτόνομης λειτουργίας της...".
12. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων , σαφώς προκύπτει ότι ο Έλληνας νομοθέτης, με την ψήφιση του ν. 3832/2010 υιοθέτησε την εφαρμογή του Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαικές Στατιστικές έτσι όπως αυτός προβλέπεται από το άρθρο 11 του Κανονισμού 223/2009 ΕΚ. Ακολούθως, ο Ν. 3899/2010, προβαίνοντας στις ανωτέρω τροποποιήσεις του Ν.3832/2010, καθόρισε ότι ο ισχύων τότε Κώδικας Ορθής Πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές επέβαλε μόνον ο προϊστάμενος της ΕΛ.ΣΤΑΤ., δηλαδή εν προκειμένω ο Πρόεδρος αυτής, να έχει την αρμοδιότητα λήψης των αποφάσεων σχετικά με το περιεχόμενο και τη χρονική στιγμή της δημοσίευσης στατιστικών στοιχείων, καθώς και σχετικά με τη διαβίβαση των επίσημων στατιστικών του ΕΛ.Σ.Σ. στην Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat) και γενικότερα σχετικά με τη διαβίβαση, υποβολή ή γνωστοποίηση στατιστικών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής και διεθνούς στατιστικής συνεργασίας, ερμηνεία η οποία, ως συνάγεται από τον συνδυασμό των ανωτέρω αναφερομένων νομικών διατάξεων, κρίνεται ως ορθή. Ως εκ τούτου ο νεότερος Έλληνας νομοθέτης του Ν.3899/2010, λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τον δείκτη 1.4 της αρχής 1 του ως άνω Κώδικα, οι ως άνω αρμοδιότητες ανήκαν μόνον στον Πρόεδρο και κρίνοντας ότι στον Ν. 3832/2010 δεν υφίστατο σαφήνεια σχετικά με τις αρμοδιότητες της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ως συλλογικού οργάνου και τις αρμοδιότητες του Προέδρου της ως μονομελούς οργάνου της Αρχής, τροποποίησε τον Ν.3832/2010 προς αποσαφήνιση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων.
13. Επιπλέον, κατά το άρθρ. 267 ΣΛΕΕ (Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), πρώην άρθρ. 234 ΣΕΚ (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και παλαιότερα άρθρ. 177 ΣΕΟΚ (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), τα δικαστήρια των κρατών μελών, στα οποία ανακύπτει, σε εκκρεμή σ' αυτά υπόθεση, ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών μπορούν ή και υποχρεούνται, αν πρόκειται για δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους μέλους, να παραπέμψουν το σχετικό ζήτημα, με προδικαστική απόφασή τους, στο Δικαστήριο της Ένωσης για να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση τους θεωρούν ότι για την έκδοση της δικής τους απόφασης είναι αναγκαία προηγουμένως η έκδοση ερμηνευτικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ πρώην ΔΕΚ) (ΑΠ 468/2016).
14. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 894/2025, ΑΠ 911/2025, ΑΠ 930/2022).
15. Επίσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ θεσπίζεται ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται υπό την θετική και αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (ΑΠ 364/2023, ΑΠ 646/2023,ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 609/2021).
16. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η αιτίαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ "Η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη, που έχει εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 589 παρ. 3 του νέου ΚΠΔ, εφόσον η υπ' αρ. 40428Α/2016 αθωωτική απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε η υπ' αρ. …/2016 έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκδόθηκε υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, από τον οποίο ρυθμίζονται οι διατυπώσεις άσκησής της, προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της έφεσης, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (ΟλΑΠ 9/2005). Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει η ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, εφόσον δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητας του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω, η έφεση του Εισαγγελέα στερείται της επιβαλλόμενης από την ως άνω διάταξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όταν, μεταξύ άλλων, δεν μνημονεύονται σ' αυτή τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Η επιλεκτική παράθεση ορισμένων, από την οποία δημιουργείται αμφιβολία για το αν συνεκτιμήθηκαν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία ούτε κατά κατηγορία μνημονεύονται, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εκτός εάν, από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της έφεσης, προκύπτει, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα. Όταν η εισαγγελική έφεση κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, ενώ έπρεπε, ως αναιτιολόγητη, να την απορρίψει ως απαράδεκτη, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Η' κατά τον προϊσχύσαντα ΚΠΔ), λόγο αναίρεσης ( ΑΠ 840/2025, ΑΠ 1081/2023, ΑΠ 632/2022, ΑΠ 963/2022, ΑΠ 721/2020).
17. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 40428Α/2016 εκκληθείσα απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος Α. Γ. του Β. , κηρύχθηκε αθώος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση. Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, άσκησε την υπ' αριθμ. …2016 έφεσή της. Στην έκθεση της εν λόγω εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του Κ.Π.Δ., αναιρετικού λόγου, η ως άνω Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, ζήτησε την εξαφάνιση της παραπάνω αποφάσεως για τους εξής λόγους: "Ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και τα έγγραφα, που αναγνώστηκαν και όλη εν γένει τη διαδικασία στο ακροατήριο όπως αυτή συνάγεται από τα πρόχειρα πρακτικά της δίκης αποδείχτηκε πλήρως ότι ο κατηγορούμενος Α. Γ. ενώ κατείχε τη θέση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος στη Στατιστική Υπηρεσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, υπέβαλε την 16-7-2010 την παραίτησή του με τον όρο να υλοποιηθεί αυτή την 10-11-2010, προκειμένου προσμετρώντας και το χρονικό διάστημα από 16-7-2010 έως 10-11-2010 ως χρόνο απασχόλησής του, να θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης και υγειονομικής κάλυψης από τον ανωτέρω οργανισμό. Το γεγονός της παραίτησης υπό αναβλητική αίρεση αποδείχθηκε πλήρως από το από 24-10-2014 έγγραφο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που αναγνώστηκε στο ακροατήριο, σύμφωνα με το οποίο η αίτηση παραίτησης του Α. Γ. έγινε μεν άμεσα δεκτή από τον Διεθνή Οργανισμό αλλά με χρόνο υλοποίησης αυτής και πραγματικής αποχώρησής του, την τελευταία εργάσιμη ώρα της 10ης-11-2010. Έως την ημερομηνία και ώρα εκείνη, ο εξακολουθούσε να εμφανίζεται στο ανθρώπινο δυναμικό ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος της Στατιστικής Υπηρεσίας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, δεδομένου και του ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ο Α. Γ. διορισμός αντικαταστάτη του, μέχρι την ημέρα της πραγματικής του αποχώρησης. Ο προσδιορισμός του χρόνου αποχώρησης όχι μόνο κατά ημεροχρονολογία αλλά και κατά ώρα, αποδεικνύει πώς όχι μόνο κάθε εργάσιμη ημέρα, αλλά και κάθε εργάσιμη ώρα από αυτό το χρονικό διάστημα, υπολογιζόταν ως χρόνος πραγματικής απασχόλησής του στο Δ.Ν.Τ. προκειμένου να θεμελιωθεί το δικαίωμα συνταξιοδότησης. Η χειρονομία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου να προκαταβάλει στον Α. Γ. όλες τις οφειλόμενες σε αυτόν παροχές κατά την ημέρα που υπέβαλε την παραίτησή του, πέρα από το ότι οδηγεί στην κρίση ότι το Δ.Ν.Τ. υπήρξε για τον Α. Γ. ένας γενναιόδωρος εργοδότης, ο οποίος μήνες πριν λυθεί η μεταξύ τους σχέση απασχόλησης, προέβη στην καταβολή ακόμη και κανονικών αδειών που δεν είχε χορηγήσει στον υπάλληλό του κατά το παρελθόν, κάθε άλλο παρά αποδεικνύει την πραγματική αποχώρησή του. Αντίθετα αποδεικνύει πλήρως την προσωπική εξάρτηση του κατηγορούμενου από το Δ.Ν.Τ. έως την ημερομηνία και ώρα της αποχώρησής του. Η ενέργεια αυτή χαρακτηρίζεται ακόμη πιο ο γενναιόδωρη αν συνυπολογίσει κανείς το γεγονός ότι, ο Α. Γ. αφού του καταβλήθηκαν τα ανωτέρω οφειλόμενα, αντί να αξιοποιήσει το υπόλοιπο των αδειών του ώστε να μην επιβαρύνει οικονομικά το Δ.Ν.Τ. με την αποζημίωσή τους, ζήτησε και έλαβε άδεια άνευ αποδοχών για όλο το χρονικό διάστημα μέχρι την υλοποίηση της παραίτησής του και τη διακοπή της σχέσης απασχόλησης την τελευταία εργάσιμη ώρα της 10ης-11-2010. Η υποχρέωσή του να λάβει άδεια από τον εργοδότη του επίσης αποδεικνύει την ενεργή σχέση απασχόλησής του στο Δ.Ν.Τ. έως την 10-11-2010. Ενώ βρισκόταν κατά τα ανωτέρω σε ισχύ η σχέση απασχόλησης στη Στατιστική Υπηρεσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, στις 2-8-2010, κατόπιν δημόσιας προκήρυξης και σχετικής επιλογής του από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, ο κατηγορούμενος διορίστηκε με την ... του Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. ...8.2010) Πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ήτοι σε θέση που κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3832/2010, είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Η ανάληψη των καθηκόντων αυτών χωρίς προηγούμενη άνευ όρων και προθεσμιών παραίτηση από προηγούμενη θέση εργασίας, συνιστά ευθεία παράβαση της διάταξης που προϋποθέτει την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, αποκλείοντας κάθε παρέκκλιση ή εξαίρεση καθώς η διάταξη αυτή τέθηκε, προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας του Προέδρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. κατά την άσκηση του λειτουργήματός του το οποίο συνίσταται μεταξύ άλλων στην έκφραση της θέλησης της εν λόγω ανεξάρτητης αρχής έναντι των τρίτων. Υπό τις παραδοχές αυτές, η εξασφάλιση της ανεξαρτησίας του τυπικά και ουσιαστικά αποτελεί υπηρεσιακό εν προκειμένω καθήκον με την στενή έννοια του όρου, η παραβίαση του οποίου θίγει ευθέως την υπηρεσιακή λειτουργία της ανεξάρτητης Αρχής ΕΛ.ΣΤΑΤ. Στην πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος προέβη όπως και ο ίδιος επανειλημμένα υποστηρίζει, με σκοπό, διατηρώντας τη σχέση απασχόλησής του στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κατά τον κρίσιμο χρόνο υλοποίησης της παραίτησής του, να θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησής του και την υγειονομική κάλυψη τη δική του και των μελών της οικογένειάς του, προνόμια που θα δικαιούταν εφόσον ήταν στέλεχος του Δ.Ν.Τ. κατά τη συμπλήρωση του 50ου έτους της ηλικίας του, όριο που θα συμπλήρωνε στις 10-11-2010.
Πλην όμως ακόμη και με την ενέργειά του αυτή, συντήρησε τη σχέση εξάρτησης που τον συνέδεε με το Δ.Ν.Τ., καθώς ενώ υπηρετούσε από τη θέση του προέδρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. , είχε δικαίωμα προσδοκίας από το Δ.Ν.Τ. το οποίο απέρρεε ευθέως από τη διατήρηση ενεργής σχέσης εργασίας μέχρι την ημερομηνία που θα συμπλήρωνε το 50ο έτος της ηλικίας του. Το δικάσαν δικαστήριο φαίνεται να έκρινε ότι το να τελεί ο κατηγορούμενος σε άδεια άνευ αποδοχών κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, αποδεικνύει την αποδέσμευσή του από το Δ.Ν.Τ. κατά τον χρόνο ανάληψης των καθηκόντων του. Κατά την εκτίμησή μας όμως, το γεγονός αυτό όχι απλά δεν μεταβάλλει την σχέση απασχόλησης που τον συνέδεε με το Δ.Ν.Τ. έως την τελευταία εργάσιμη ώρα της 10ης-11-2010 και αποτελούσε αντικειμενικό κώλυμα για τον διορισμό του στη Θέση του Προέδρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. αλλά ως τέχνασμα, ενισχύει και το δόλο του κατά την τέλεση της πράξης της παράβασης καθήκοντος που του αποδόθηκε διότι κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του έως την 10-11-2010, κατά την εκπροσώπηση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. έναντι των τρίτων αντί να απολαύει προσωπικής ανεξαρτησίας όπως ρητώς προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 15 Ν. 3832/2010, τελούσε παράλληλα σε τυπική αλλά και ουσιαστική σχέση προσωπικής εξάρτησης με άλλη στατιστική υπηρεσία διεθνούς οργανισμού. Οι μάρτυρες υπεράσπισης που εξετάστηκαν δήλωσαν άγνοια για την παράλληλη εργασιακή εξάρτηση του κατηγορούμενου με το Δ.Ν.Τ., πληροφορούμενοι όμως τούτο, θεωρούν ότι είχε λήξει κάθε συνεργασία του κατηγορούμενου, μη λαμβάνοντας υπόψη τον συνυπολογισμό του χρόνου που ασκούσε καθήκοντα στην ... ως πραγματικό χρόνο υπηρεσίας και στο Δ.Ν.Τ. προς υπολογισμό του συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε πλήρως ότι, κατά το επιμέρους χρονικό διάστημα από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2010 έως τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011, ο κατηγορούμενος δεν συνεκάλεσε σε συνεδρίαση τα λοιπά έξι (6) μέλη της ΕΛ.ΣΤΑΤ, ήτοι τους Ν. Λ., Ζ. Γ., Α. Φ., Γ. Σ., Σ. Μ. και Κ. Σ., με τους οποίους συναποτελούσε το τότε επταμελές συλλογικό όργανο της εν λόγω ανεξάρτητης Αρχής, κατά παράβαση τόσο της διάταξης του τότε ισχύοντος άρθρου 13 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3832/2010, σύμφωνα με την οποία "Τα μέλη της ΕΛ.ΣΤΑΤ συνεδριάζουν τουλάχιστον μία φορά τον μήνα τακτικώς και εκτάκτως όποτε χρειαστεί, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, στην οποία ορίζονται ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης", όσο και της διάταξης του τότε ισχύοντος άρθρου 14 παρ. 1 στοιχ. Γ εδ. α' του ίδιου ως άνω νόμου, σύμφωνα με την οποία ο Πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ "Συγκαλεί και διευθύνει τις συνεδριάσεις της EΛ.ΣΤΑΤ, ως συλλογικού οργάνου, καταρτίζει την ημερήσια διάταξη και είναι αρμόδιος για την εισήγηση επί όλων των θεμάτων", διατάξεις οι οποίες αμφότερες είχαν τεθεί προκειμένου να δύναται η ΕΛ.ΣΤΑΤ να ασκεί τις τότε ανατιθέμενες από τον νόμο αρμοδιότητές της, ως συλλογικού οργάνου, κατά την έκφραση της θέλησής της έναντι των τρίτων. Σημειωτέον ότι στη σύγκληση των λοιπών ως άνω μελών της EΛ.ΣΤΑΤ προέβη μόνο τέσσερις φορές συνολικώς, ήτοι κατά το πρώτο δίμηνο της θητείας του, στις 3-8-2010, 3-9-2010, 20-9-2010 και 3-10-2010. Μετά την ημερομηνία αυτή δεν συνεκάλεσε ξανά Συμβούλιο. Στις 3-10-2011, κατόπιν σειράς επαφών του τόσο με τον τότε Υπουργό Οικονομικών Γ. Π., όσο και με το στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, P. T., δημοσιεύτηκε ο ν. 4021/2011, με το άρθρο 51 του οποίου αφενός μεν θεωρήθηκε λήξασα η θητεία των μελών της ΕΛ.ΣΤΑΤ, πλην της δικής του και του Κ. Σ., αφετέρου δε ορίστηκε ότι μέχρι την αντικατάσταση των ως άνω απομακρυθέντων μελών, οι αρμοδιότητες του συλλογικού οργάνου θα ασκούνταν από αυτόν. Τέλος αποδείχθηκε ότι, στις 10-11-2010 προέβη ο ίδιος σε διαβίβαση προς τη Eurostat αναφοράς δημοσιονομικών στοιχείων της Χώρας, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και το δημοσιονομικό έλλειμμα του έτους 2009, χωρίς αυτά (στοιχεία) να τεθούν υπόψη της ΕΛ.ΣΤΑΤ, ως συλλογικού οργάνου, και χωρίς η τελευταία να συναινέσει στη διαβίβασή τους, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 2 στοιχ. α' του ν. 3832/2010, όπως ίσχυε τότε, σύμφωνα με την οποία "Η ΕΛ.ΣΤΑΤ ιδίως: α. Καταρτίζει και εκτελεί το ετήσιο στατιστικό πρόγραμμα και παράγει και δημοσιεύει με την ιδιότητα της εθνικής στατιστικής υπηρεσίας, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 5 του Κανονισμού (Ε.Κ.) αριθμ. 223/2009, τις επίσημες, εθνικές και ευρωπαϊκές στατιστικές της χώρας...". Στην πράξη του αυτή προέβη με πάλι πρόθεση και με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του το ίδιο παράνομο ηθικό όφελος που συνίστατο στην ενίσχυση της εξουσίας του ως Προέδρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ και την ανάδειξή του ως οιονεί μονοπρόσωπου οργάνου αυτής με την κατάργηση στην πράξη του προαναφερόμενου συλλογικού οργάνου και τον εκ μέρους του σφετερισμό των αρμοδιοτήτων εκείνου. Συγκεκριμένα κατά την ακροαματική διαδικασία ουδέποτε αμφισβητήθηκαν τα παραπάνω γεγονότα. Παράλληλα αποδείχθηκε πλήρως ότι από τις 3-8-2010 η επόμενη σύγκληση έγινε την 20-9-2010, παρά το πλήθος των θεμάτων που ανέκυπταν. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμος. Οι διαφωτιστικές καταθέσεις των μαρτύρων Λ., Γ., Σ., Σ. περιγράφουν με σαφήνεια εμπρηστικές συμπεριφορές του κατηγορούμενου που απάδουν του συντονιστικού του ρόλου ως προέδρου. Ενδεικτικά αναφέρονται η καθυστερημένη γνωστοποίηση πολυσέλιδων κειμένων με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης λίγες ώρες πριν τη σύγκληση των λίγων συνεδριάσεων που πραγματοποιήθηκαν, η αδυναμία επικοινωνίας των μελών του Συμβουλίου με τον ίδιο, η απαίτησή του να αποδέχονται τις εκθέσεις που τους γνωστοποιούσε χωρίς να εγείρουν αντιρρήσεις ως προς τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν, αλλά και ο αντίθετος στο συντονιστικό του καθήκον, διχαστικός τρόπος με τον οποίο λειτούργησε ως Πρόεδρος στην περίπτωση της συνάντησής του με το μέλος Γ. Σ. όπου του ανακοίνωσε το γεγονός πως κάποιος υπέκλεψε τα αρχεία του. Η συμπεριφορά αυτή, κάθε άλλο παρά ανασφάλεια προδίδει στο πρόσωπό του κατηγορούμενου. Αντίθετα, ο τρόπος που έδρασε αποδεικνύει την ενδιάθετη πρόθεσή του να καταργήσει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. με σκοπό το ηθικό του όφελος, που συνίστατο στην ενίσχυση της εξουσίας του ως Προέδρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και την ανάδειξή του ως οιονεί μονοπρόσωπου οργάνου αυτής με την κατάργηση στην πράξη του προαναφερόμενου συλλογικού οργάνου και τον εκ μέρους του σφετερισμό των αρμοδιοτήτων εκείνου.
Περαιτέρω δε επειδή δεν είναι σαφές εάν το δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του κάνει δεκτό ότι λόγω της αλλαγής της κείμενης νομοθεσίας που κατήργησε το πολυμελές όργανο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. , τη λειτουργία του οποίου φέρεται ότι σκοπίμως κατήργησε ο κατηγορούμενος μέσα στο κρίσιμο χρονικό διάστημα, επήλθε εξάλειψη του αξιόποινου της συμπεριφοράς του, πρέπει να επισημανθεί ότι παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την θεωρία έως σήμερα η κρατούσα στη Νομολογία και ορθότερη κατά την εκτίμηση μας άποψη είναι ότι: η διάταξη του άρθρου 2 Π.Κ. έχει πεδίο εφαρμογής μόνον όταν νεότερος νόμος μεταβάλλει τον χαρακτήρα της πράξεως, καθιστά, δηλαδή, μη αξιόποινη την προβλεπομένη έως τότε στον ποινικό νόμο αδικοπραγία, αποχαρακτηρίζοντας, έτσι, τη συμπεριφορά που αποτελούσε προηγουμένως έγκλημα. Αντίθετα, δεν έχει πεδίο εφαρμογής η διάταξη, όταν η πράξη, ως άδικη δράση ποινικώς κολάσιμη, διατηρήθηκε και μεταβλήθηκαν απλώς τα όρια αυτής όπως προσδιορίζονται από άλλες κανονιστικές διατάξεις, εκτός του ποινικού νόμου, η υπέρβαση των οποίων απαιτείται για τη συγκρότηση του εγκλήματος (εξωποινικοί κανόνες). Η μεταβολή των ορίων αυτών κείται εκτός του ποινικού δικαίου και δεν αποχαρακτηρίζει ποινικώς την πράξη (Α.Π. 1382/1990, Ποιν. Χρ. ΜΑ', 577, Ολ. Α.Π. 785/1978, Ποιν. Χρον. ΚΘ' , σελ. 888, Α.Π. 1328/1990 και 1771/1990, Νο.Β. 39, σελ. 605 και 815, Χωραφά Ποιν. Δίκαιον, έκδ. 9η, τόμ. α' , σελ. 76, Κατσαντώνη, Η αναδρομικότης του επιεικέστερου ποινικού νόμου εν περιπτώσει εξωποινικής νομοθετικής μεταβολής Ποιν. Χρον. ΚΕ', σελ. 801). Μια τέτοια παραδοχή ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου η Δημόσια Διοίκηση συχνά τροποποιεί τις υπηρεσίες και τον τρόπο λειτουργίας αυτών, θα οδηγεί στο παράδοξο μιας συλλήβδην "αμνήστευσης" εγκλημάτων υπαλλήλων οι οποίοι παραβιάζουν τους εκάστοτε ισχύοντες κανονισμούς της Υπηρεσίας τους με το αιτιολογικό ότι κατά τον χρόνο που υποβάλλονται σε δικαστική κρίση οι κανόνες αυτοί έχουν καταργηθεί (Α.Π. 415/2016). Τέτοια εξωποινική νομοθετική μεταβολή υπάρχει και όταν καταργείται όργανο της διοίκησης με νόμο, ώστε η σκόπιμη παράλειψη συγκρότησής του από τον υπόχρεο προς τούτο λειτουργό κατά τον χρόνο που εκείνο λειτουργούσε, να μην καθίσταται ανέγκλητη μετά την κατάργησή του (στο πνεύμα αυτό Α.Π. 549/1985, Ποιν. Χρον. ΛΕ' , σελ. 818, Εφ. Αθην. 308/1989, Ποιν. Χρον. ΜΑ' , σελ. 1191). Επειδή από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδόθηκαν θα πρέπει να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κηρυχτεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις που του αποδόθηκαν και να καταδικαστεί στην ανάλογη ποινή". Στην συνέχεια, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών και της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 3103-4480/2017 αποφάσεως, ως προς το καταδικαστικό της σκέλος, μετά την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος και τη νόμιμη εκπροσώπησή του από τους συνηγόρους υπερασπίσεώς του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του, αφού έλαβαν τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησαν προφορικά και μετά την καταχώρηση στα πρακτικά της δίκης, κατά το άρθρο 141 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η κρινομένη υπ' αριθμ. …2016 έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά της υπ' αριθμ. 40428Α/2016 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το δικαστήριο της ουσίας μετά την πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, απέρριψε το αίτημα αυτό, με την εξής, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 40428Α/2016 εκκαλουμένη απόφαση, ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε και των τριών μερικότερων πράξεων της παράβασης καθήκοντος που του αποδίδοντο και ειδικότερα: 1) της παραβίασης του υπηρεσιακού του καθήκοντος περί πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. , λόγω διατήρησης κατά τον χρόνο του διορισμού του και της θέσης του στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, 2) της παραβίασης του υπηρεσιακού του καθήκοντος περί σύγκλησης του 7μελούς συμβουλίου από το Νοέμβριο 2010 έως τον Σεπτέμβριο 2011 και 3) της παραβίασης του υπηρεσιακού του καθήκοντος περί διαβίβασης των στοιχείων του δημοσιονομικού ελλείμματος του έτους 2009, χωρίς να τα θέσει υπόψη του συλλογικού οργάνου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. , για να συναινέσει αυτό στη διαβίβασή τους. Με βάση τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και από όλη τη διαδικασία, όπως αυτή προέκυπτε από τα πρόχειρα πρακτικά, η επιληφθείσα Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης, αντικρούοντας αυτή με τον συλλογισμό, όσον αφορά στην τρίτη μερικότερη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος και που αφορούσε την απαλλακτική κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και για την οποίαν καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σχετικά με τη διαβίβαση του ποσοστού του δημοσιονομικού ελλείμματος του έτους 2009, χωρίς να τεθούν τα σχετικά στοιχεία στο 7μελές συμβούλιο για να εγκρίνει αυτό τη δημοσίευση και τη διαβίβασή τους, η ως άνω Εισαγγελέας, διατύπωσε τον συλλογισμό περί της σχετικής υποχρέωσής του βάσει του άρθρου 10 παρ. 2 του Νόμου 3832/2010, όσον αφορά στην εκ προθέσεως παραβίαση της ως άνω υπηρεσιακής υποχρέωσής του, ανέπτυξε την επιδίωξή του, κατόπιν επαφών που είχε με τον Υπουργό Οικονομικών και το στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου P. T. , για αλλαγή του Νόμου 3832/2010 με το Νόμο 3899/2010 και 4072/2012, που έδινε σ' αυτόν όλες τις αρμοδιότητες του συλλογικού οργάνου και τέλος ανέπτυξε τον σκοπό του παράνομου ηθικού οφέλους που επιδίωκε, και συνίσταται στην ενίσχυση της εξουσίας του, παραπέμποντας στα περιστατικά περί "εμπρηστικών του συμπεριφορών", καθυστερημένης γνωστοποίησης πολυσέλιδων κειμένων, απαίτησης να αποδέχονται τις εκθέσεις που γνωστοποιούσε στα μέλη, χωρίς αντιρρήσεις κ.λ.π. Από το ως άνω περιεχόμενο της έκθεσης έφεσης προκύπτει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της, με αναφορά των αποδεικτικών μέσων και διατύπωση των συλλογισμών, με τους οποίους αντικρούεται η απαλλακτική κρίση ως προς όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης και συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν οι σχετικές αντιρρήσεις και να γίνει τυπικά δεκτή η ασκηθείσα έφεση".
18. Μετά ταύτα και υπό τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τυπικά την υπ' αριθμ. …2016 έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά της υπ' αριθμ. 40428Α/2016 αθωωτικής αποφάσεως του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και διέταξε την πρόοδο της δίκης. Η αιτιολογία αυτή της έφεσης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη αθωωτική απόφαση και επιπλέον τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων -κατά την κρίση της ως άνω Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών- υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω τρίτης μερικότερης αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος, για την οποία ο αναιρεσείων έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα, γίνεται αναφορά (στην έφεση), ότι με βάση τα προκύψαντα αποδεικτικά στοιχεία υφίστανται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν τον απαιτούμενο (υπερχειλή) δόλο του κατηγορουμένου, για προσπορισμό του συγκεκριμένου παράνομου ηθικού οφέλους και θεμελιώνουν την ενοχή του για παράβαση καθήκοντος και αντικρούεται με συλλογισμούς η περί αθωότητας κρίση του δικαστηρίου, ώστε να προκύπτει ότι αυτό πλημμελώς εκτίμησε τα αποδεικτικά αυτά μέσα και τον έκρινε αθώο. Επιπλέον, μνημονεύονται και προσδιορίζονται -κατά την δοθείσα από την ασκήσασα την έφεση Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ερμηνεία των αναφερομένων στην μείζονα σκέψη της παρούσας νομικών διατάξεων, ανεξαρτήτως της ορθότητας της δοθείσας ερμηνείας- ποιες ήταν οι εξουσίες του συλλογικού οργάνου, τις οποίες ο κατηγορούμενος θα σφετεριζόταν, σε τι συνίσταται η ανάδειξή του ως "μονοπρόσωπου" οργάνου, και επιπλέον το περιεχόμενο που προσδίδεται στην έννοια του παράνομου ηθικού οφέλους, στο οποίο αυτός αποσκοπούσε. Επομένως, το δικάσαν Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με το να δεχθεί ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση και προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της υπέρβασης της εξουσίας του και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
19. Ακολούθως, το Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο , όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης , μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κατά λέξη πραγματικά περιστατικά: "Από την αρχή της δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνειδητοποιήθηκε ότι οι αποφάσεις, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή των πολιτικών της πρέπει να βασίζονται σε αξιόπιστες και συγκρίσιμες στατιστικές, σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Έτσι, δημιουργήθηκε το Ευρωπαϊκό Στατιστικό Σύστημα (Ε.Σ.Σ.), στο οποίο ηγετικό ρόλο έχει η Επιτροπή Eurostat. Το Ευρωπαϊκό Στατιστικό Σύστημα λειτουργεί ως ένα δίκτυο συνεργασίας της κοινοτικής στατιστικής Αρχής (Eurostat), με τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες, σε κάθε χώρα-μέλος, το οποίο, και επίσης συντονίζει τις εργασίες του και με άλλους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Δ.Ν.Τ., την Παγκόσμια Τράπεζα, κ.λ.π. Στα πλαίσια του Ε.Σ.Σ. τα κράτη-μέλη έχουν την ευθύνη της συλλογής και σύνθεσης των στατιστικών για εθνικούς και ευρωπαϊκούς σκοπούς. Στην Ελλάδα, την ευθύνη αυτή, μέχρι το 2010, την είχε η Γενική Γραμματεία Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε.), που υπαγόταν στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών. Η Επιτροπή Eurostat επί σειρά ετών, πριν το 2010, αιτιάτο ότι το ελληνικό κράτος επεδείκνυε σημαντική δυσκολία συμμόρφωσης με το Ε.Σ.Σ. και εναρμόνισής του με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, χαρακτηρίζοντας προβληματική την ποιότητα των στατιστικών του στοιχείων συνεπεία, μεταξύ άλλων και της μη ανεξάρτητης, όπως ισχυριζόταν, λειτουργίας της στατιστικής Υπηρεσίας. Λόγω αυτής της εκτίμησης, η Eurostat κατά την δημοσιοποίηση των δημοσιονομικών μεγεθών του ελλείμματος και του χρέους, διατύπωνε επιφυλάξεις στα δελτία τύπου ως προς το ύψος του ελλείμματος. Λόγω αυτών των αμφισβητήσεων αλλά και του διαφορετικού ποσοστού που αποτίμησε το έλλειμμα, με την από Ιανουάριου 2010 έκθεσή της, η συσταθείσα από τον Υπουργό Οικονομικών, Επιτροπή για την αξιοπιστία των δημοσιονομικών και στατιστικών στοιχείων (12,5% του ΑΕΠ, τον Γενάρη του 2010, έναντι 6% του Α.Ε.Π., που ανακοινώθηκε στις 2-10-2009), κρίθηκε επιβεβλημένη η μεταρρύθμιση στην στατιστική διακυβέρνηση της χώρας, προκειμένου να ανακτηθεί η αξιοπιστία των παραπάνω μεγεθών. Έτσι, η Eurostat σε συνεργασία με τις ελληνικές Αρχές άρχισε από τον Απρίλιο του 2010, την υλοποίηση ενός κοινού συνολικού σχεδίου δράσης προς την κατεύθυνση της καλύτερης απεικόνισης των στατιστικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση λογαριασμών για τους σκοπούς της Κοινότητας, που αποστέλλονται στην Eurostat. Στα πλαίσια αυτού του σχεδίου δράσης διερευνήθηκε η αναταξινόμηση ορισμένων φορέων από τον τομέα των χρηματοδοτικών επιχειρήσεων στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, κατόπιν σύνταξης σχετικής μελέτης, με βάση τα κριτήρια της ισχύουσας γι' αυτούς τους λογαριασμούς σ' όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεθοδολογίας του Ε.Σ.Ο.Λ. 95 ( ή Ε.Σ.Α. 95), που είναι ευρωπαϊκό σύστημα λογαριασμών, που έχει ενσωματωθεί στο με αριθμό 2223/96 κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι άμεσα εφαρμοστέος και δεσμευτικός για τα κράτη-μέλη. Βάσει του εν λόγω σχεδίου, οι αρμόδιες διοικητικές αρχές της Ε.Σ.Υ.Ε. συγκέντρωσαν από τους φορείς αυτούς τα πρωτογενή οικονομικά τους στοιχεία από ερωτηματολόγια που τους έστειλαν, από τους δημοσιευθέντες ισολογισμούς τους, από τους πίνακες εσόδων-εξόδων τους και από κάθε άλλο σχετικό έγγραφο και αφού επεξεργάσθηκαν τα στοιχεία αυτά, μελέτησαν αν αυτοί οι φορείς πληρούν και τα τρία κριτήρια ένταξης στην Γενική Κυβέρνηση, που ορίζει ο προαναφερθείς κανονισμός και ειδικότερα: α) κατά πόσο είναι θεσμικές μονάδες δηλαδή τηρούν πλήρες σύστημα λογαριασμών, β) κατά πόσο είναι δημόσιοι παραγωγοί, δηλαδή ελέγχονται από την Γενική Κυβέρνηση και γ) κατά πόσο είναι παραγωγοί μη εμπορεύσιμου προϊόντος, δηλαδή εάν οι πωλήσεις τους καλύπτουν ή όχι, το 50% των εξόδων παραγωγής, σ' ένα βάθος χρόνου (συνήθως 5ετίας) και ενέταξαν, τότε 5-6 φορείς στην Γενική Κυβέρνηση. Παράλληλα, με την εφαρμογή του σχεδίου αυτού, ψηφίσθηκε στις 8-3-2010, ο Νόμος 3832/2010, με τον οποίον συνεστήθη ως Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή, η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ) απολαύουσα λειτουργικής ανεξαρτησίας, διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, μη υποκείμενη σε έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλη διοικητική αρχή αλλά υπαγόμενη μόνο στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, σύμφωνα με τον κανονισμό της. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4, η ΕΛ.ΣΤΑΤ. , ως Διοικητική Αρχή, έχει ως σκοπό την συστηματική παραγωγή επίσημων στατιστικών καθώς και τη διενέργεια επιστημονικών ερευνών και την κατάρτιση μελετών, οι οποίες: α) αφορούν όλους τους τομείς της δραστηριότητας του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, β) υποστηρίζουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, χάραξης και αξιολόγησης πολιτικών της κυβέρνησης και των φορέων του Δημοσίου, γ) υποβάλλονται σε διεθνείς φορείς, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της χώρας και δ) αφορούν στο γενικό κοινό ή κατηγορίες χρηστών. Για την εκπλήρωση των σκοπών της, η ΕΛ.ΣΤΑΤ. συγκροτήθηκε με το Νόμο 3832/2010, από επτά (7) μέλη, που διορίσθηκαν με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, εκ των οποίων τα τέσσερα επιλέχθηκαν από την διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, με εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από δημόσια προκήρυξη, με πλειοψηφία των 4/5 των μελών της (από αυτά τα τέσσερα μέλη, ορίσθηκε ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος), ενώ, από τα υπόλοιπα τρία, ένα μέλος υποδείχθηκε από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ένα μέλος ορίσθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών και ένα μέλος ορίσθηκε από τον σύλλογο εργαζομένων στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. Τα παραπάνω για την συγκρότηση της ΕΛΣΤΑΤ από τα επτά (7) μέλη ορίζονταν ρητά στη διάταξη του άρθρ. 12 παρ. 1 του ιδρυτικού της Νόμου 3832/2010.
Συνεπώς, όπου ο Νόμος αναφερόταν στην ΕΛΣΤΑΤ, εννοούσε τα επτά (7) αυτά μέλη, τα οποία συνεδρίαζαν σε συμβούλιο, τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, επί τακτικής βάσεως και εκτάκτως, όποτε χρειαζόταν, λαμβάνοντας αποφάσεις με απλή πλειοψηφία των παρόντων και, σε περίπτωση ισοψηφίας, με υπερίσχυση της ψήφου του Προέδρου. Η ΕΛΣΤΑΤ, δηλαδή το 7μελές συμβούλιο, ως αποφασιστικό όργανο, είχε αρμοδιότητες τις οποίες ασκούσε με την βοήθεια των διοικητικών υπηρεσιών της Αρχής, οι οποίες είχαν ως καθήκον (και όχι αρμοδιότητα), να φέρουν εις πέρας το έργο που τους ανατίθετο βάσει του εκάστοτε ισχύοντος Οργανισμού της Υπηρεσίας.
Συνεπώς, το άρθρο 10 του Νόμου 3832/2010, που επιγραφόταν "αρμοδιότητες της ΕΛ.ΣΤΑΤ " δεν αναφερόταν στις διοικητικές υπηρεσίες, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος αλλά αναφερόταν στο 7μελές συμβούλιο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Στις αρμοδιότητες αυτές που περιγράφονταν ενδεικτικά στο παραπάνω άρθρο, (καθόσον προβλέπονταν και σε άλλα σημεία του Νόμου 3832/2010 καθώς και σε άλλα νομοθετήματα), περιλαμβανόταν ρητά και με σαφήνεια και η παραγωγή και δημοσίευση των επίσημων εθνικών και ευρωπαϊκών στατιστικών και η διενέργεια κάθε είδους τακτικών ή έκτακτων στατιστικών ερευνών, απογραφών και μελετών (άρθρο 10 παρ. 2 εδ. α' ), στο δε άρθρο 2 παρ. 1 εδ. β' του ιδίου Νόμου περιλαμβανόταν η διαβίβαση των επίσημων στατιστικών στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. όπως επίσημες είναι και οι στατιστικές για το δημοσιονομικό έλλειμμα και χρέος.
20. Συνεπώς, αρμόδιο για την παραγωγή, δημοσίευση και διαβίβαση των στατιστικών για το δημοσιονομικό έλλειμμα και χρέος ήταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 εδ. α' του Νόμου 3832/2010, το 7μελές συμβούλιο (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Πέραν, όμως, της παραπάνω ρητής αναφοράς, η εν λόγω αρμοδιότητα του 7μελούς συμβουλίου προέκυπτε και από τον συνδυασμό της παρ. 7 του ιδίου άρθρου, που όριζε ότι η ΕΛ.ΣΤΑΤ. , δηλαδή το 7μελές συμβούλιο, αποφάσιζε για κάθε θέμα που την αφορούσε σχετικά με την εκπλήρωση των σκοπών της, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της και της διάταξης του άρθρου 14 του ιδίου νόμου, η οποία, αναφερόμενη στις αρμοδιότητες του τελευταίου, όριζε περιοριστικά αυτές, χωρίς να περιλαμβάνει και την παραγωγή και δημοσίευση των επίσημων στατιστικών και, επομένως, και των στατιστικών για το δημοσιονομικό έλλειμμα και χρέος, αλλά περιελάμβανε ως αρμοδιότητες μόνον την δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση της Αρχής, τον συντονισμό και την κατεύθυνση της λειτουργίας των υπηρεσιών της ΕΛ.ΣΤΑΤ. , τον ιεραρχικό και πειθαρχικό έλεγχο του προσωπικού, τον ορισμό των προς συζήτηση θεμάτων στο συμβούλιο, τον συντονισμό και εποπτεία της εκπόνησης από το 7μελές συμβούλιο των στατιστικών προγραμμάτων, την μέριμνα για την κατάρτιση του ετήσιου στατιστικού προγράμματος από το 7μελές συμβούλιο, την μέριμνα για την κατάρτιση του προϋπολογισμού της και τέλος, την διαχείριση των οικονομικών της, σύμφωνα με τις αποφάσεις του 7μελούς συμβουλίου, ΕΛ.ΣΤΑΤ. για την εκτέλεση των οποίων γενικότερα, αυτός μεριμνούσε. Επομένως και από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.7 εδ. α', που θέσπιζε γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας του 7μελούς συμβουλίου, σε συνδυασμό με τις περιοριστικά, αναφερόμενες, στο άρθρο 14 του ιδίου νόμου, αρμοδιότητες του Προέδρου, προκύπτει ότι αυτό που ήταν αρμόδιο για την παραγωγή και δημοσίευση και περαιτέρω την διαβίβαση στην Eurostat του δημοσιονομικού ελλείμματος, ήταν το 7μελές συμβούλιο και όχι ο Πρόεδρος. Μετά την ψήφιση του Νόμου 3832/2010, τον Απρίλιο του 2010 και μέχρι το διορισμό των επτά μελών, ο Γενικός Γραμματέας της Ε.Σ.Υ.Ε. , ασκώντας, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του Νόμου 3832/2010, τις αρμοδιότητες του συμβουλίου και του Προέδρου, έστειλε στην Eurostat τα δημοσιονομικά στοιχεία του 2009, βάσει των οποίων το δημόσιο έλλειμμα εκτιμήθηκε στο 13,6% του Α.Ε.Π. Η πρώτη, αυτή, προσωρινή εκτίμηση της Ε.Σ.Υ.Ε. έγινε δεκτή από την Eurostat με επιφυλάξεις που είχαν να κάνουν, κυρίως, με την καταγραφή των αποτελεσμάτων των ασφαλιστικών φορέων και την ταξινόμηση των Δ.Ε.Κ.Ο. στα στοιχεία αυτά, καθόσον υπήρχε πάγιο αίτημα της Eurostat να ενταχθεί ο Ο.Σ.Ε. στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και, κατόπιν μελετών, που θα διενεργούσε η Ε.Σ.Υ.Ε. , να γίνει αναταξινόμηση κάποιων φορέων από τον τομέα των μη χρηματοδοτικών επιχειρήσεων στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης. Μετά τη δημοσίευση στις 29/6/2010 του Νόμου 3832/2010, έγινε επιλογή από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, κατόπιν εισήγησης του Υπουργού Οικονομικών, των τεσσάρων από τα επτά μέλη της ΕΛ.ΣΤΑΤ. , που προορίζονται για την θέση του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και των δύο μελών, ενώ, συγχρόνως, τοποθετήθηκαν και τα υπόλοιπα τρία (3) μέλη, με εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και του συλλόγου των εργαζομένων αντίστοιχα. Έτσι, επιλέχθηκε ως Πρόεδρος ο κατηγορούμενος, που είναι οικονομολόγος με πολυετή θητεία στο Δ.Ν.Τ. (αναπληρωτής Προϊστάμενος τμήματος της Στατιστικής Υπηρεσίας του Δ.Ν.Τ.), ως αντιπρόεδρος ο Ν. Λ. μαθηματικός, σύμβουλος και μέλος του διδακτικού προσωπικού του University of London στο LSE καθηγητής στο μεταπτυχιακό τμήμα του Πανεπιστημίου Πειραιώς, συνεργαζόμενος καθηγητής στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 3) ως μέλη, η Φ. Γ. , καθηγήτρια εφαρμοσμένης οικονομετρίας και στατιστικής στο Α.Π.Θ. επί 25ετία, ερευνήτρια στο Κ.Ε.Π.Ε. και 4) ο Α. Φ. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών και Πρόεδρος του Συμβουλίου Διοίκησης στο Τ.Ε.Ι. Λαμίας στην θέση, δε, των υπολοίπων μελών τοποθετήθηκε η Σ. Μ., οικονομολόγος, ερευνήτρια στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Επιστημών (επικεφαλής του τομέα μακροοικονομικών ερευνών) και μέλος επίσης στην Επιτροπή για την αξιοπιστία των στατιστικών στοιχείων, που αναφέρθηκε παραπάνω, ο Γ. Σ. οικονομολόγος-υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος και ο Κ. Σ., υπάλληλος στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. Κατά την παρουσίαση των μελών στην Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, ο Υπουργός Οικονομικών ενημέρωσε τα μέλη, μετά την επιλογή τους, για τα δύο άκρως επείγοντα θέματα που εκκρεμούσαν στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. τα οποία ήταν η 2η εκτίμηση για το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009, που έπρεπε να διαβιβασθεί μέχρι τέλη Οκτωβρίου και η απογραφή πληθυσμού. Ενόψει του ως άνω κατεπείγοντος, ο Ν. Λ. και άλλα μέλη του συμβουλίου, πρότειναν στον κατηγορούμενο να οργανώσουν, κατά τη διάρκεια της απουσίας του στην Αμερική, κάποιες προεργασίες για την οριστικοποίηση των μεγεθών του ελλείμματος και του χρέους, υπό τον συντονισμό του Αντιπροέδρου, πλην όμως, αυτός έδειξε αρνητική διάθεση. Έτσι, μετά τη δημοσίευση στις 2-8-2010 της με αριθμό 7999/Α16065 υπουργικής απόφασης, που διόριζε τα μέλη, συγκλήθηκε για πρώτη φορά, στις 3-8-2010, το 7μελές συμβούλιο υπό την Προεδρία του κατηγορουμένου. Στην συνεδρίαση αυτή, ο κατηγορούμενος έφερε, για απλή μόνο ενημέρωση του συμβουλίου, διάφορα οργανωτικά θέματα καθώς και την κατάρτιση των στατιστικών υπερβολικού ελλείμματος (EDP) και την αναθεώρηση του Α.Ε.Π. (βλ. το υπογραφέν από τα μέλη με ημερομηνία 3-8-2010 πρακτικό). Κατά την συνεδρίαση αυτή ο κατηγορούμενος εξέθεσε, όσον αφορά αυτό το θέμα, τα ζητήματα που έπρεπε να επιλυθούν, όπως αυτό του ορισμού του δημοσίου τομέα και των εργασιών που έπρεπε να γίνουν προς τούτο, δηλαδή της διερεύνησης του καθεστώτος περίπου 6.000-7.000 δημοσίων επιχειρήσεων και της επανεξέτασης και ένταξης στην Γενική Κυβέρνηση κάποιων άλλων μονάδων, όπως του Ο.Σ.Ε.,ΕΛ.Γ.Α.,Ο.Α.Σ.Θ. κ.λ.π. Κατά τη δεύτερη συνεδρίαση του συμβουλίου που συγκάλεσε ο κατηγορούμενος μετά από ένα μήνα, στις 3-9-2010, ενημέρωσε και πάλι τα μέλη για την προετοιμασία του δημοσιονομικού ελλείμματος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σχετικό πρακτικό, εκθέτοντας ότι το βασικό ερώτημα ήταν αν κάποιοι φορείς ανήκουν ή όχι στην Γενική Κυβέρνηση, ότι η Eurostat ζητούσε γνωμοδοτήσεις για το ζήτημα αυτό, που θα ήταν και το αντικείμενο των συναντήσεών του με την αποστολή της Eurostat, δίνοντας (κατά το πρακτικό) στα μέλη του συμβουλίου πίνακα που αφορούσε την ταξινόμηση των υπό έρευνα εταιρειών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με βάση το κριτήριο του 50% του Ε.Σ.Α. 95, χωρίς όμως, να γίνει καμία ουσιαστική συζήτηση για την ταξινόμηση αυτή. Επειδή, κατ' αυτή την συνεδρίαση, όπως και στην προηγούμενη, δεν γινόταν καμία αναλυτική πληροφόρηση και τεκμηρίωση για την ταξινόμηση αλλά μόνο μια επιφανειακή ενημέρωση, τα μέλη του συμβουλίου και Κ. Σ. επανήλθαν στο ζήτημα της σύγκλισης έκτακτης συνεδρίασης με θέμα τον καθορισμό του ρόλου των μελών του συμβουλίου στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, που διέγραφε ο νόμος, την σύγκλιση, όμως, αυτήν, την αρνήθηκε ο κατηγορούμενος, παραπέμποντας στην διάταξη του άρθρου 14 περ. δ' του ιδρυτικού Νόμου, που ανέφερε ότι τα θέματα προς συζήτηση τα καθόριζε μόνον ο ίδιος. Μάλιστα, τόσο έντονα αντέδρασε στο ενδεχόμενο να καθορισθεί ειδικότερα ο ρόλος των μελών του συμβουλίου, ώστε ζήτησε από τον εκπρόσωπο των εργαζομένων Κ. Σ., να μην συναινέσει στην πρόταση των υπολοίπων τριών μελών για έκτακτη σύγκληση, όπως και πράγματι συνέβη, με αποτέλεσμα να μην συζητηθεί αυτό το θέμα. Ο λόγος που ζητήθηκε από τα μέλη αυτή η έκτακτη συνεδρίαση ήταν το γεγονός ότι, πέραν της επιφανειακής ενημέρωσης που είχαν, ο κατηγορούμενος τους είχε, επίσης, απαγορεύσει την πρόσβαση σε οποιοδήποτε στοιχείο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. δίνοντας γραπτή εντολή στο επιστημονικό και διοικητικό προσωπικό να μην έρχεται σε επικοινωνία μαζί τους, δεν τα προσκαλούσε ποτέ κατά τις επισκέψεις των ανώτατων κλιμακίων της Eurostat και έτσι τα απέκλειε από την αρμοδιότητα που είχαν να συνδιαλέγονται και να επιχειρηματολογούν με την Eurostat και με τους άλλους διεθνείς φορείς και οργανισμούς για στατιστικά θέματα, για την ενοποίηση της μεθοδολογίας, και την εφαρμογή των αρχών στατιστικής του ΕΛ.Σ.Σ. και του Ευρωπαϊκού (άρθρο 10 παρ. 2 εδ. γ' , δ' , ε' και παρ. 7 εδ. α' του Νόμου 3832/2010), επίσης ο κατηγορούμενος διοργάνωνε ημερίδες και συνέδρια χωρίς να συμμετέχουν τα μέλη και, ενώ του ζητούσαν να συζητήσουν, έστω και άτυπα, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, για το έλλειμμα και για όλα τα ανακύπτοντα στατιστικά προβλήματα, αυτός αρνείτο λέγοντας ότι μόνον αυτός αποφασίζει και ότι πρέπει να υπογραφούν ότι τους διαβίβαζε, με αποτέλεσμα, λόγω και του ότι δεν όριζε για συζήτηση το θέμα της κατάρτισης, από το συμβούλιο, του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης, που καθόριζε τα ειδικότερα θέματα άσκησης των αρμοδιοτήτων του (άρθρο 11), οι αρμοδιότητες αυτές να έχουν καταστεί, στην ουσία, ένα κενό γράμμα. Παράλληλα, με την έλλειψη επικοινωνίας και συνεργασίας με τα μέλη, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2010, κρυφά από το συμβούλιο, διαδικασία τροποποίησης του ιδρυτικού νόμου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. προκειμένου να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του τις αρμοδιότητες του συμβουλίου. Κατά την τρίτη συνεδρίαση του συμβουλίου, στις 20-9-2010, ο κατηγορούμενος ενημέρωσε τα μέλη για τον συμβουλευτικό και καθοδηγητικό ρόλο εμπειρογνώμονα της Eurostat στην ολοκλήρωση της προσαρμογής των πινάκων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο πρακτικό, ενημέρωσε, επίσης, για τα κυριότερα συμπεράσματα από την μεθοδολογική επίσκεψη της Eurostat σχετικά με το μοντέλο αντιμετώπισης των swaps, αναφέρθηκε στην εξέλιξη των εργασιών του πίνακα ταξινόμησης των φορέων στην Γενική Κυβέρνηση, καθόσον επρόκειτο για μια εν εξελίξει διαδικασία και τέλος, στην επομένη συνεδρίαση, που έγινε στις 8-10-2010, ανακοίνωσε στα μέλη ότι, με βάση τις αναταξινομήσεις των διαφόρων φορέων, θα υπήρχε αύξηση και στο έλλειμμα και στο χρέος, σε σχέση με τα ποσοστά που είχαν προαναγγελθεί τον Μάρτιο του 2010, με διαφοροποίηση, μάλιστα μεγαλύτερη του 0,40-0,50%, που αναμενόταν, τότε, καθώς το έλλειμμα διαμορφωνόταν στο ύψος του 15-15,5% του Α.Ε.Π. (από το 13,6% του Μαρτίου) και το χρέος στο 127% του Α.Ε.Π. Επειδή, τον Οκτώβριο του 2010, οι εργασίες αναταξινόμησης ήταν, ακόμα, σε εξέλιξη, καθόσον, για να ενταχθούν οι φορείς (Δ.Ε.Κ.Ο.) για πρώτη φορά στην Γενική Κυβέρνηση, έπρεπε να προηγηθούν ενδελεχείς και πολύμηνες μελέτες, λόγω του πολύπλοκου της εφαρμογής και των τριών, όπως απαιτεί ο ευρωπαϊκός κανονισμός, κριτηρίων του Ε.Σ.Α. 95, τα μέλη του συμβουλίου, τα οποία δεν διαφωνούσαν ούτε για την μεθοδολογία που έπρεπε να εφαρμοσθεί, αφού αυτή ήταν δεδομένη απ' το ενωσιακό Δίκαιο, ούτε και για τα μεγέθη των πρωτογενών στοιχείων που συνέλεγαν οι διοικητικές υπηρεσίες της ΕΛ.ΣΤΑΤ. από τους υπό διερεύνηση φορείς, ανέμεναν να δουν την τελική μορφή ως προς τον υπολογισμό του ελλείμματος και την τεκμηρίωση αυτού κατά την επομένη συνεδρίαση του Νοεμβρίου 2010. Έτσι, τα μέλη, ασκώντας την αρμοδιότητά τους να αποφασίζουν για κάθε θέμα που αφορά στους σκοπούς της Αρχής και, επομένως, και στην παραγωγή των δημοσιονομικών στατιστικών, (η οποία,-παραγωγή-γίνεται με την ανάλυση, συσχέτιση, αξιολόγηση και μελέτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 3 παρ. 3 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 223/09), των στοιχείων που η ΕΛ.ΣΤΑΤ. συλλέγει, αποθηκεύει και επεξεργάζεται, δια των διοικητικών της υπηρεσιών), ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να τους διαθέσει στην επομένη συνεδρίαση τα πρωτογενή στατιστικά στοιχεία των διερευνόμενων Δ.Ε.Κ.Ο. , που είχε συλλέξει η Διεύθυνση Εθνικών Λογαριασμών της Αρχής, καθώς και τις μελέτες που έπρεπε να έχουν εκπονηθεί και οι οποίες θα απεικόνιζαν τον τρόπο χειρισμού και επεξεργασίας των στοιχείων αυτών με βάση τα κριτήρια του Ε.Σ.Α. 95, που έπρεπε, όπως προαναφέρθηκε, να συντρέχουν αθροιστικά. Με τον έλεγχο αυτό ήθελαν να διαπιστώσουν, ασκώντας την σχετική αρμοδιότητά τους, αν εδικαιολογείτο η ένταξη των 17 Δ.Ε.Κ.Ο. και των λοιπών φορέων στο δημόσιο τομέα και, ακολούθως, στο δημόσιο έλλειμμα, ώστε, σε περίπτωση συμφωνίας τους με τον χειρισμό και την επεξεργασία και με το προκύπτον ποσοστό του δημοσιονομικού ελλείμματος, που προσδιόρισε η ως άνω υπηρεσία, να εγκρίνουν τη δημοσίευσή του και, ακολούθως τη διαβίβασή του στην Eurostat, σε περίπτωση, δε, που δεν είχε ακόμα διαπιστωθεί επιστημονικά, με μελέτη, η εφαρμογή και των τριών κριτηρίων του Ε.Σ.Α. 95 σε ορισμένες ή και σε όλες τις Δ.Ε.Κ.Ο., ώστε να μεταφερθούν αυτές από τον τομέα των μη χρηματοπιστωτικών οργανισμών στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, να αρνηθούν να μπουν αυτές στο έλλειμμα, όπως είχαν δυνατότητα, μέχρι να εξακριβωθεί η ένταξή τους αργότερα, με την ολοκλήρωση των σχετικών μελετών, ο έλεγχος δε, αυτός επιβαλλόταν να γίνει στην προκειμένη περίπτωση λόγω και της, πέραν της αναμενομένης, από τον Μάρτιο του 2010, αύξησης του δημοσιονομικού ελλείμματος και των σοβαρότατων οικονομικών συνεπειών που θα επέρχονταν συνεπεία λήψης πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων και θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να αποφευχθούν οποιαδήποτε λάθη κατά τον υπολογισμό του. Παρά το αίτημα αυτό των μελών του συμβουλίου, κανένα στοιχείο και καμία μελέτη, ενδελεχής και εμπεριστατωμένη, (όπως απαιτεί ο νόμος (άρθρο 6 παρ. 2 Κανονισμού (Ε.Κ.) 479/09 του Συμβουλίου της 25-5-2009), ενόψει της αναθεώρησης του ελλείμματος συνεπεία της εισαγωγής σ' αυτό νέων μεγεθών), δεν διατέθηκε σ' αυτά απ' τον κατηγορούμενο, ώστε να τα αναλύσουν και να τα μελετήσουν και, καμία τέτοια συνεδρίαση δεν έγινε ποτέ, μ' αυτό το θέμα. Αντιθέτως, όταν πλησίαζε η 12-10-2010, που είχε ορισθεί ως ημερομηνία σύγκλισης του συμβουλίου, ο κατηγορούμενος, με μήνυμά του προς τα μέλη στις 10-11-2010, τους γνωστοποίησε την αναβολή της συνεδρίασης, αρχικά, για τις 26-11-2010, η οποία τελικά ματαιώθηκε, δεν ξαναπροσδιορίστηκε, δε, ποτέ, ούτε για την συζήτηση των υπολοίπων θεμάτων που εκκρεμούσαν και έπρεπε να συζητηθούν, όπως αυτό του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης που αποτελεί αρμοδιότητα του συμβουλίου, σύμφωνα με την ρητή, περί αυτής, διάταξη του άρθρου 11 του Νόμου 3832/2010. Ο λόγος της αναβολής της συνεδρίασης ήταν ότι ο κατηγορούμενος την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 10-11-2010, είχε μόνος του εγκρίνει τα δημοσιονομικά στοιχεία και είχε διαβιβάσει στην Eurostat το ποσοστό του ελλείμματος, το οποίο κοινοποιήθηκε από την Eurostat στις 15-11-2010, στο ύψος του 15,4% του Α.Ε.Π. και, μετά από αναθεώρηση του Α.Ε.Π., στο 15,8%. Επίσης, ο λόγος της ματαίωσης από τον κατηγορούμενο και του μη επαναπροσδιορισμού άλλης συνεδρίασης, από τον Νοέμβριο 2010 και μετά, παρόλο που ο Νόμος τον υποχρέωνε προς τούτο, με μία τακτική συνεδρίαση κάθε μήνα και έκτακτη, όποτε απαιτείτο, ήταν ότι ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει από τον Οκτώβριο του 2010, την τροποποίηση του ιδρυτικού νόμου της ΕΛΣΤΑΤ για την μεταφορά σ' αυτόν των αποφασιστικών αρμοδιοτήτων του συμβουλίου, το οποίο θα παρέμενε, πλέον, απλό συμβουλευτικό όργανο, και, ανέμενε, ως εκ τούτου, την ψήφισή του. Βέβαια, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, κατά την τέταρτη και τελευταία, πριν τη διαβίβαση του δημοσιονομικού ελλείμματος, συνεδρίαση της 8-10-2010, έγινε από αυτόν ενημέρωση του συμβουλίου, για την αύξηση του ελλείμματος και ότι είχαν παρουσιασθεί εκ μέρους του στο συλλογικό όργανο τα στοιχεία και η στατιστική τεκμηρίωση, σε σχέση με τον Κανονισμό, γι' αυτήν την αύξηση, ο εν λόγω, όμως, ισχυρισμός του κατηγορουμένου ουδόλως αποδεικνύεται. Ειδικότερα, οι μάρτυρες-μέλη του 7μελούς συμβουλίου Ν. Λ., Φ. Γ. και Κ. Σ., (οι οποίοι αμφισβητούν και το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος του 2009, που διαβιβάστηκε, ισχυριζόμενοι ότι αυτό διογκώθηκε τεχνητά), καταθέτουν ότι κανένα στοιχείο και καμία μελέτη, δεν τους προσκόμισε ο κατηγορούμενος στην συνεδρίαση του συμβουλίου, ούτε, γενικότερα, έθεσε υπόψη τους κάτι σχετικό. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνονται και από τις καταθέσεις των υπολοίπων μελών του συμβουλίου, που δεν αμφιβάλλουν, μεν, για την ορθότητα του διαβιβασθέντος ποσοστού του δημοσιονομικού ελλείμματος (αφού, κατά το σκεπτικό τους, το αποδέχθηκε η Eurostat χωρίς επιφυλάξεις και, συγχρόνως, το "υπερασπίστηκαν" και οι επόμενες διοικήσεις της Αρχής), πλην όμως, και αυτοί ισχυρίζονται ότι ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο. Ειδικότερα, εξ αυτών των μελών, ο Γ. Σ. οικονομολόγος και η Σ. Μ. , οικονομολόγος και επιπλέον ερευνήτρια και προϊσταμένη τμήματος στο Κ.Ε.Π.Ε. και μέλος, παλαιότερα, της Επιτροπής για την αξιοπιστία των στατιστικών στοιχείων, κατέθεσαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, όσον αφορά στην αρμοδιότητα των μελών του συμβουλίου να μελετήσουν και να εγκρίνουν τα στοιχεία για το δημοσιονομικό έλλειμμα ότι: ".... έπρεπε ο Πρόεδρος να φέρει τα νούμερα στο Δ.Σ. (εννοεί 7μελές συμβούλιο) και να μελετηθούν, να αναλυθούν, το Δ.Σ. είχε ρόλο να διαπιστώσει αν γίνανε σωστά όλες οι διαδικασίες... στη δημοσίευση πρέπει να συναινέσει και το Δ.Σ. ... η πιστοποίηση των στοιχείων της ΕΛ.ΣΤΑΤ, που στέλνονται στην Eurostat , αποτελεί απόφαση της ΕΛ.ΣΤΑΤ...". (βλ. κατάθ. Μ. ), "για το αν πληρούνταν τα κριτήρια για να μπουν οι Δ.Ε.Κ.Ο. στο δημόσιο χρέος, έπρεπε να συμφωνήσει και το Δ.Σ. της ΕΛ.ΣΤΑΤ και όχι μόνος του ο Πρόεδρος...." (βλ. κατάθ. Σ. ), ενώ, όσον αφορά την προσκόμιση των ως άνω στοιχείων στο συμβούλιο, η Στ. Μ. κατέθεσε ότι "... για το δημοσιονομικό έλλειμμα δεν έγινε καμία συζήτηση..., δεν είδα καμία μελέτη.... Αν είχε συγκληθεί το Δ.Σ. εγώ θα κοίταζα τα στοιχεία αλλά αυτό δεν συγκλήθηκε ποτέ...", ο δε Γ. Σ. κατέθεσε ότι ".... Μας έφεραν στο Δ.Σ. δύο πίνακες που περιείχαν στοιχεία κάποιων Δ.Ε.Κ.Ο. εξετάστηκαν οι πίνακες... δεν ήταν ολοκληρωμένη η μελέτη, ήταν σε εξέλιξη.... η εικόνα του πίνακα ήταν ένα πρώτο βήμα ότι έπρεπε να εξετασθούν διεξοδικά ποιες Δ.Ε.Κ.Ο. θα έπρεπε να μπουν στο γενικό χρέος.... Ο Γ. έλεγε ότι ήταν σε εξέλιξη η μελέτη, επίσης το έλεγαν και οι υπηρεσίες... έπρεπε να φέρει ο Πρόεδρος τις μελέτες που έχουν κάνει οι υπηρεσίες, έφερε στοιχεία που δεν ήταν ολοκληρωμένα.... έπρεπε να αποφασίσει το Δ.Σ. για την εισαγωγή των Δ.Ε.Κ.Ο. στο δημόσιο χρέος, όταν είχαμε στα χέρια μας τα στοιχεία για να μελετήσουμε... την μελέτη για τις Δ.Ε.Κ.Ο., δεν την είδα ποτέ, δεν ξέρω αν ολοκληρώθηκε...". Επικουρικά προς τον παραπάνω ισχυρισμό του, ότι δεν είχε καμία υποχρέωση από τον Νόμο 3832/2010, να θέσει υπόψη των μελών του συμβουλίου τα στοιχεία του δημοσιονομικού ελλείμματος, προκειμένου αυτά να τα μελετήσουν και να εγκρίνουν τη δημοσίευση και διαβίβασή τους στην Eurostat και ότι ο μόνος αρμόδιος είναι αυτός, ο κατηγορούμενος επικαλείται την αρχή της επαγγελματικής ανεξαρτησίας, που αναπτύσσεται στον Κώδικα Ορθής Πρακτικής, και η οποία ενσωματώθηκε στον Κανονισμό (Ε.Κ.) υπ' αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 καθώς και στον Νόμο 3832/2010 και έχει, ως εκ τούτου, δεσμευτική και όχι προαιρετική, (υπό την μορφή της σύστασης) ισχύ. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος επικαλείται έναν από τους δείκτες που αποδεικνύουν ότι εφαρμόζεται στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αρχή της επαγγελματικής ανεξαρτησίας και συγκεκριμένα, αυτόν με αριθμό 1.4, που ορίζει, σύμφωνα με την, κατά την άποψή του, μετάφραση του αγγλικού κειμένου "have the sole responsibility", ότι οι προϊστάμενοι των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών και, όπου κρίνεται σκόπιμο, οι προϊστάμενοι των στατιστικών τμημάτων είναι "οι μόνοι υπεύθυνοι, και κατά ευρύτερη μετάφραση, οι μόνοι αρμόδιοι" για την λήψη αποφάσεων σχετικά με τις στατιστικές μεθόδους, τα πρότυπα και τις διαδικασίες καθώς και σχετικά με το περιεχόμενο και την χρονική στιγμή της δημοσίευσης στατιστικών στοιχείων και επομένως, αυτός, ως προϊστάμενος της στατιστικής υπηρεσίας, είναι ο μόνος αρμόδιος για το περιεχόμενο και τον χρόνο δημοσίευσης των δημοσιονομικών στατιστικών, όπως αυτού του δημοσιονομικού ελλείμματος του 2009. Ωστόσο, από την πιστή και ακριβή μετάφραση του προαναφερθέντος αγγλικού κειμένου, στην οποία και ο ίδιος ο κατηγορούμενος συμφωνεί, προκύπτει ότι οι προϊστάμενοι των στατιστικών υπηρεσιών είναι οι μόνοι υπεύθυνοι, υπό την έννοια της μέριμνας, για την λήψη των αποφάσεων των σχετικών με τα θέματα που προαναφέρθηκαν, από τα αρμόδια, εννοείται, όργανα της στατιστικής υπηρεσίας και όχι ότι είναι "οι μόνοι αρμόδιοι" για την λήψη, δηλαδή, από αυτούς της ως άνω απόφασης. Πέραν, όμως, της ακριβούς, ως άνω, μετάφρασης και από τον σκοπό που εξυπηρετεί η αρχή της επαγγελματικής ανεξαρτησίας, προκύπτει αναμφισβήτητα ότι η έννοια του ως άνω αγγλικού κειμένου δεν μπορεί να είναι άλλη εκτός απ' αυτήν της "μόνης ευθύνης", υπό την έννοια της μέριμνας, και όχι αυτής της "μόνης αρμοδιότητας". Ειδικότερα, σύμφωνα με τον κώδικα ορθής πρακτικής, ένα από τα απαραίτητα στοιχεία που διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία των στατιστικών υπηρεσιών, που παράγουν και διαθέτουν ευρωπαϊκές στατιστικές, είναι και η αρχή της επαγγελματικής ανεξαρτησίας των υπηρεσιών αυτών από άλλες πολιτικές, ρυθμιστικές ή διοικητικές υπηρεσίες και φορείς καθώς και από φορείς του ιδιωτικού τομέα. Ένας από τους δείκτες, που προβλέπονται στον κώδικα ορθής πρακτικής, για την απόδειξη της εφαρμογής της αρχής αυτής στη νομοθεσία των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι και ο δείκτης με .... που προαναφέρθηκε και ο οποίος ορίζει ότι "ο Προϊστάμενος της στατιστικής Αρχής και, όπου κρίνεται σκόπιμο, οι προϊστάμενοι των στατιστικών τμημάτων "έχουν την μόνη ευθύνη" (have the sole responsibility) για την λήψη αποφάσεων σχετικά με τις στατιστικές μεθόδους, τα πρότυπα και τις διαδικασίες, καθώς και με το περιεχόμενο και την χρονική στιγμή της δημοσίευσης στατιστικών στοιχείων". Έτσι με βάση το περιεχόμενο της αρχής της επαγγελματικής ανεξαρτησίας σκοπός του δείκτη αυτού είναι να οριοθετήσει και να περιχαρακώσει τον τομέα δράσης και ευθύνης του Προϊσταμένου της στατιστικής υπηρεσίας έναντι πιέσεων που τυχόν του ασκηθούν από άλλες πολιτικές, ρυθμιστικές ή διοικητικές υπηρεσίες και ιδιωτικά συμφέροντα για το περιεχόμενο μεταξύ άλλων, και τον χρόνο δημοσίευσης των δημοσιονομικών στατιστικών και γι' αυτό, όρισε ρητά αυτόν, ως υπεύθυνο για την λήψη των σχετικών αποφάσεων, από τα αρμόδια, βέβαια, όργανα της στατιστικής υπηρεσίας, αποκλείοντας οποιονδήποτε εξωϋπηρεσιακό παράγοντα. Απεναντίας, δεν ήταν σκοπός του δείκτη να ρυθμίσει το ζήτημα της κατανομής των αρμοδιοτήτων, σχετικά με τα θέματα αυτά, μεταξύ των περισσοτέρων οργάνων της στατιστικής υπηρεσίας, ορίζοντας τον Προϊστάμενο ως αρμόδιο, καθόσον, το ζήτημα της αρμοδιότητας, επειδή αφορά την εσωτερική λειτουργία της υπηρεσίας, που ρυθμίζεται απευθείας από τον ιδρυτικό της υπηρεσίας νόμο, δεν είναι πρόσφορο σε πιέσεις πολιτικών, διοικητικών και ρυθμιστικών υπηρεσιών και φορέων, ούτε και σε πιέσεις ιδιωτικών συμφερόντων, με αποτέλεσμα να μην χρήζει εφαρμογής επί του ζητήματος αυτού, της αρχής της επαγγελματικής ανεξαρτησίας, όπως το περιεχόμενό της καθορίζεται παραπάνω και εξειδικεύεται με τους δείκτες. Έτσι, στα πλαίσια αυτά κινούμενος και ο έλληνας νομοθέτης, καθόρισε εφαρμόζοντας την αρχή της επαγγελματικής ανεξαρτησίας και τους δείκτες αυτής, ότι ο Πρόεδρος της ΕΛΣΤΑΤ και, επομένως, Προϊστάμενος αυτής (αφού εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα της Ανεξάρτητη Αρχή-Τάχος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, σελ. 298 επόμ.), είναι ο μόνος υπεύθυνος για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της, όπως προβλέπεται στο άρθρο 14 του Νόμου 3832/2010, ορίζοντας (περ. δ' ) ότι μόνο αυτός μεριμνά για την λήψη από το 7μελές συμβούλιο της ΕΛΣΤΑΤ των αποφάσεων που το αφορούν (όπως αυτό της παραγωγής και δημοσίευσης των ευρωπαϊκών στατιστικών), καθορίζοντας μόνο αυτός τα προς συζήτηση θέματα (εδ. δ'), παρέχοντας, γενικότερα, σ' αυτόν συντονιστικό ρόλο και μέριμνα για την λειτουργία της, σε αντίθεση με το συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να μεριμνά για τους σκοπούς της Αρχής και να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά την εκπλήρωση των σκοπών της και επομένως και για κάθε θέμα που αφορά στην παραγωγή των δημοσιονομικών στατιστικών, με εφαρμογή όσον αφορά στην μεθοδολογία για τον υπολογισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος, των σχετικών όρων του Ε.Σ.Α. 95 (Σ.τ.Ε. 2497/2017, ΝΟΜΟΣ), στη δημοσίευση αυτών (άρθρο 10 παρ. 7 και παρ. 2 εδ. α') και στη διαβίβασή τους, περαιτέρω, στην ... (2 παρ. 1 εδ, β'), ενώ εξάλλου, το συμβούλιο είναι αρμόδιο για να καταρτίζει και το ετήσιο στατιστικό πρόγραμμα με την μέριμνα του Προέδρου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 7 εδ. ε' και 14 εδ. στ' του Νόμου 3832/2010, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ακόμα κι αν μεταφρασθεί ο όρος "have the sole responsibility", ως μοναδική αρμοδιότητα, όπως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, και όχι ως μοναδική υπευθυνότητα, υπό την έννοια της μέριμνας, που δέχεται το Δικαστήριο, και πάλι, αυτός ο δείκτης δεν αποκλείει τον νομοθέτη του κράτους-μέλους να προκρίνει, για την ακόμα μεγαλύτερη εξασφάλιση της παραγωγής των δημοσιονομικών στατιστικών, με βάση την αρχή της επαγγελματικής ανεξαρτησίας, την ανάθεση της λήψης των σχετικών αποφάσεων σε συλλογικό όργανο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, στο 7μελές συμβούλιο, καθόσον, ο δείκτης αυτός, περιλαμβάνοντας στα αρμόδια πρόσωπα, εκτός από τον Προϊστάμενο, ακόμα και τους προϊσταμένους στατιστικών τμημάτων, προκύπτει ότι αποτελεί ένα ελάχιστο πρότυπο για την εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της ανεξαρτησίας, που δεν αποκλείει την ανάθεση αυτής της αρμοδιότητας σε ένα συλλογικό όργανο, που διασφαλίζει ακόμα περισσότερο την αρχή της επαγγελματικής ανεξαρτησίας σε σύγκριση με ένα μονομελές όργανο, όπως αυτό του μοναδικού Προϊσταμένου και συνακόλουθα τα όσα προβλέπει ο Νόμος 3832/2010, περί της αρμοδιότητας του 7μελούς συμβουλίου για τα θέματα που αφορά ο δείκτης 1.4, δεν αντιστρατεύονται τον κώδικα ορθής πρακτικής, ώστε να μην είναι εφαρμοστέος ο νόμος και επομένως, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος ο ως άνω αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του κατηγορουμένου. Με βάση, επομένως, τα παραπάνω, ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση, ως Πρόεδρος και Προϊστάμενος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. που ήταν ο μόνος υπεύθυνος να μεριμνήσει για την λήψη των αποφάσεων από το 7μελές συμβούλιο, να θέσει υπόψη των μελών του τα στατιστικά στοιχεία του δημοσιονομικού ελλείμματος, που συνέλεξαν, στα πλαίσια των καθηκόντων τους, και επεξεργάστηκαν οι διοικητικές υπηρεσίες, προς τον σκοπό μελέτης τους από αυτά, προκειμένου να εγκρίνουν ή μη τη δημοσίευση και διαβίβασή τους. Ο κατηγορούμενος που είχε, υπό την ιδιότητα του προέδρου του συμβουλίου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρ. 13 εδ. α' του Π.Κ. (μολονότι στις Ανεξάρτητες Αρχές η ιεραρχική εξάρτηση είναι ιδιαίτερα ήπια ή ελλείπει και εντελώς-Μπιτζιλέκης, Υπηρεσιακά Εγκλήματα, σελ. 85, 89), μη τηρώντας την παραπάνω υποχρέωσή του αλλά, ελέγχοντας και διαβιβάζοντας μόνος του τους πίνακες και το ποσοστό του ελλείμματος στην Eurostat ανεξαρτήτως του αν αυτό ήταν ορθό ή λανθασμένο-παρέβη, όχι απλά το υπαλληλικό του καθήκον, όπως αυτός υποστηρίζει,-πράγμα που θα συνέβαινε αν η υποχρέωση αυτή αφορούσε την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας ή την τήρηση της υπαλληλικής, έναντι των άλλων μελών, δεοντολογίας-,αλλά παρέβη το υπηρεσιακό του καθήκον, που συνίστατο στο να εκφράζεται προς τους τρίτους, με τη διαβίβαση του ποσοστού του δημοσιονομικού ελλείμματος στην Eurostat η βούληση της Ανεξάρτητης Αρχής ότι, ασκώντας την κρατική της εξουσία για προσδιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος, αυτό, (το διαβιβαζόμενο) ποσοστό, είναι αυτό που εγκρίθηκε από το αρμόδιο, προς τούτο, 7μελές συμβούλιό της. Προς άρση του αδίκου της μη σύγκλησης του συμβουλίου κατά την ορισθείσα ημερομηνία ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι αυτό οφείλετο στο ότι, μετά την 21-10-2010, αποκαλύφθηκε η διακίνηση απόρρητου υλικού από το email του στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Υπηρεσίας, και ήθελε "...να αποφύγει την τρώση του κύρους της Υπηρεσίας από τις διαρροές και την χρήση των στοιχείων ή εντάσεις, οι οποίες θα την εξέθεταν και θα δημιουργούσαν προφανείς κινδύνους για το κύρος της...", το οποίο εκτίμησε ως υπέρτερο αγαθό και, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 25 του Π.Κ. περί κατάστασης ανάγκης ζήτησε την απαλλαγή του. Από την ηλεκτρονική επιστολή του κατηγορουμένου προς το στέλεχος του Δ.Ν.Τ. P. T., την οποίαν επικαλείται στο σχετικό σημείωμά του και λαμβάνεται υπόψη για την εξέταση της βασιμότητας ή μη του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού του, προκύπτει η αποστολή προς τον P. T. ενός σχεδίου-πρότασης τροποποίησης του ιδρυτικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ. νόμου, η οποία καταρτίστηκε κατόπιν συστάσεων του έλληνα νομικού, του νομικού εμπειρογνώμονα που χρηματοδοτείτο από την Eurostat και του υψηλού επιπέδου εμπειρογνώμονα στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. και μονίμου εκπροσώπου της Eurostat που αναφέρονται στην επιστολή, προκειμένου, όπως αναφέρει ο κατηγορούμενος στην επιστολή, να αντιμετωπισθεί το θέμα του διορισμού του συμβουλίου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. που χαρακτηριζόταν από αυτόν ως "πρόβλημα υψηλού κινδύνου για τη διαδικασία μεταρρύθμισης των ελληνικών στατιστικών στοιχείων", καθώς, επίσης, προκύπτει και η παρότρυνση του κατηγορουμένου προς τον P. T. "να περάσουν την πρόταση (τροποποίηση) όπως, ακριβώς, είναι", χαρακτηρίζοντας, μάλιστα, αυτήν τη διαδικασία ως "έργο δικό τους" και όχι ως έργο της Βουλής των Ελλήνων, που είναι αρμόδια για τον έλεγχο της λειτουργίας της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (άρθρο 9 παρ. 2). Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι δεν διακινδυνευόταν καθόλου το κύρος της Ανεξάρτητης Αρχής, ώστε να υπάρχει ανάγκη μη σύγκλησης του συμβουλίου, αντιθέτως, προκύπτει διακινδύνευση του δικού του (του κατηγορουμένου) κύρους αφού αυτός δεν απευθυνόταν στην αρμόδια, για οποιαδήποτε τροποποίηση του νόμου, και έχουσα την εποπτεία της Ανεξάρτητης Αρχής, Βουλή και επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται κατ' ουσίαν βάσιμος ο εν λόγω ισχυρισμός του, πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος από πρόθεση παραβίασε το υπηρεσιακό του καθήκον, να δημοσιεύεται και να διαβιβάζεται το ποσοστό του δημοσιονομικού ελλείμματος κατόπιν έγκρισης του συλλογικού οργάνου της Αρχής, καθόσον, λόγω της μόρφωσης, της επαγγελματικής του εμπειρίας και γενικότερα των πνευματικών του ικανοτήτων, αλλά και επειδή διέθετε την κατάλληλη νομική υποστήριξη, μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο των διατάξεων του νόμου που εκκαλείτο να εφαρμόσει. Ειδικότερα, από τις διατάξεις που αφορούσαν, στις αρμοδιότητες του συμβουλίου, το οποίο αποφάσιζε, για την παραγωγή και δημοσίευση των ευρωπαϊκών στατιστικών, αφενός μεν βάσει του άρθρου 10 παρ. 2 αλλά και βάσει του άρθρου 10 παρ. 7 του Νόμου 3832/2010, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο των διατάξεων του ιδίου νόμου, αναφορικά με τις αρμοδιότητες τις δικές του, ως Προέδρου, αφού αυτές ήταν συγκεκριμένες, και περιοριστικά απαριθμούμενες στο άρθρο 14 και ουδόλως συμπεριελάμβαναν την παραγωγή, δημοσίευση και διαβίβαση των στοιχείων αυτών αλλά περιελάμβαναν μόνον τον ορισμό των θεμάτων ημερήσιας διάταξης προς το 7μελές συμβούλιο και την εκτέλεση των αποφάσεών του, μπορούσε να αντιληφθεί το υπηρεσιακό του καθήκον. Οι διατάξεις αυτές ήταν τόσο σαφείς, που δεν άφηναν καμία αμφιβολία για την έννοιά τους και, συνεπώς οι νόμοι που εκδόθηκαν, κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου, (Νόμος 3899/2010, Νόμος 4072/2012), αποτελούσαν τροποποίηση του τότε ισχύοντος και όχι διευκρίνιση ή αποσαφήνιση αυτού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος επικαλούμενος την αναδρομική τους ισχύ.
Εξάλλου, ο τελευταίος γνώριζε ότι ο έλληνας νομοθέτης, προκειμένου να εφαρμόσει την αρχή της επαγγελματικής ανεξαρτησίας, σύμφωνα με τον καλύτερο, δυνατό τρόπο, ενόψει και των αιτιάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Eurostat περί παραποιήσεων των στατιστικών στοιχείων, υπό το ισχύον, πριν το 2010, σύστημα της συγκρότησης της Ε.Σ.Υ.Ε. από μονομελές όργανο, επιρρεπές σε πολιτικές πιέσεις, προέκρινε το 2010, ως πλέον κατάλληλο σύστημα, για την αποφυγή αυτών των παραποιήσεων και άρση των επιφυλάξεων της Eurostat την συγκρότηση της στατιστικής υπηρεσίας από συλλογικό όργανο, δηλαδή το 7μελές συμβούλιο, το οποίο, αντικαθιστώντας το παλαιό μονομελές, είχε, συνακόλουθα, και τις αρμοδιότητες εκείνου και επομένως, ο κατηγορούμενος γνώριζε και από τον σκοπό που ψηφίσθηκε ο Νόμος 3832/2010, ότι δεν μπορούσε αυτός ως Πρόεδρος, δηλαδή ως μονομελές όργανο να λαμβάνει τις παραπάνω, κρίσιμες για τα δημοσιονομικά στοιχεία, αποφάσεις, καθόσον αυτόματα θα επανέφερε το παλαιό σύστημα και θα ακυρώνονταν οι λόγοι που οδήγησαν σ' αυτήν την νομοθετική μεταβολή, στην οποία, μάλιστα, είχε συνηγορήσει και η Eurostat.
Συνεπώς, η προσφυγή του κατηγορουμένου στη διάταξη του κώδικα ορθής πρακτικής κρίνεται προσχηματική και δεν αίρει το δόλο του κατηγορουμένου όσον αφορά στην προκειμένη παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Τέλος, το ότι γνώριζε ο κατηγορούμενος τις διακριτές, μεταξύ αυτού, ως Προέδρου και του 7μελούς συμβουλίου, αρμοδιότητες, επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση της Φ. Γ. που ανέφερε ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε (στην Επιτροπή της Βουλής) ότι παρέβλεψε το συμβούλιο γιατί τα μέλη του, του δημιουργούσαν προβλήματα.
Συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι από ασάφεια των διατάξεων περί αρμοδιότητας του Νόμου 3832/2010 και του κώδικα ορθής πρακτικής, ο κατηγορούμενος πίστεψε, λόγω πλάνης, ότι είχε δικαίωμα να μην θέσει υπόψη του συμβουλίου τα προαναφερθέντα στοιχεία, ώστε αυτά να τύχουν της έγκρισής τους για δημοσίευση, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν ο ισχυρισμός του περί συγγνωστής νομικής πλάνης. (Ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης δεν διατύπωσε με ορισμένο τρόπο κατ' άρθρο 30 Π.Κ., παρά τα επιγραφόμενα στην αρχή των αυτοτελών ισχυρισμών του). Τέλος, από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος, διαβιβάζοντας το δημοσιονομικό έλλειμμα στην Eurostat χωρίς την έγκριση του 7μελούς συμβουλίου, είχε σκοπό να αποκτήσει παράνομα, (αφού σφετεριζόταν την σχετική, εκ του Νόμου, αρμοδιότητα του συμβουλίου, το ηθικό, υπέρ αυτού, όφελος, την ενίσχυση της εξουσίας του, καθόσον, έτσι, παρουσιαζόταν στους φορείς, με τους οποίους συνεργαζόταν και διαβουλευόταν τα σχετικά στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. όπως στην προκειμένη περίπτωση, στην Eurostat ότι είχε την ικανότητα, και πριν ακόμα ευοδωθεί η επιδίωξή του να επιφέρει τροποποίηση του ιδρυτικού νόμου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. , να γίνεται ρυθμιστής της λειτουργίας της, αφού διεκπεραίωνε άμεσα και κατά το δοκούν, όσον αφορά στο περιεχόμενο και στη διαδικασία, τις υποχρεώσεις της εν λόγω Ανεξάρτητης Αρχής προς την ΕΛ.ΣΤΑΤ. όπως αυτήν του προσδιορισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος, ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη του υπολογισμού του. Ο εν λόγω σκοπός του να αποκτήσει ηθικό όφελος δηλαδή να ενισχύει την θέση και την εξουσία του, παρουσιάζοντας προς τους τρίτους την εικόνα του απόλυτου ρυθμιστή, βρισκόταν σε πρόδηλη αιτιώδη συνάφεια με την παράβαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος, αφού με την μη υποβολή των πρωτογενών στοιχείων και των απαραίτητων μελετών στο 7μελές συμβούλιο για έγκριση, σύμφωνα με το Νόμο, και δημοσίευση του δημοσιονομικού ελλείμματος, επετύγχανε άμεσα και χωρίς κωλυσιεργίες από τυχόν διαφορετικές αποφάσεις των μελών του συμβουλίου, να φέρει εις πέρας τη διαβίβαση στην Eurostat του ποσοστού που, κατά την κρίση του, ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ο εν λόγω σκοπός απόκτησης ηθικού οφέλους αποδεικνύεται ειδικότερα από τις ρητές και κατηγορηματικές περί αυτού, καταθέσεις των μαρτύρων Φ. Γ. και Ν. Λ. , οι οποίες ουδόλως αντικρούστηκαν από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων, επιβεβαιώνεται από το ενδιαφέρον που ο κατηγορούμενος έδειξε και την μεθόδευση που ακολούθησε, προκειμένου να κατακτήσει, την θέση εξουσίας του Προέδρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (όπως θα αναφερθεί παρακάτω), αποσιωπώντας, κατά τη διαδικασία επιλογής του στην Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, την ενεργή υπηρεσιακή του θέση εργασίας στο Δ.Ν.Τ. αν και γνώριζε, λόγω της απασχόλησής του σε τμήμα της στατιστικής του Υπηρεσίας, ότι αυτή η θέση εργασίας του μπορεί, μεν, να μην ήταν υπηρεσιακή παράβαση, ήταν, όμως, κώλυμα για την επιλογή του, λόγω της εφαρμοζομένης, σε όλες τις στατιστικές Υπηρεσίες της Ε.Ε., αρχής της επαγγελματικής ανεξαρτησίας και, παρόλα αυτά την διεκδίκησε, παραμένοντας τυπικά μεν στην προηγουμένη θέση εργασίας του, κατόπιν όμως, της εξυπηρέτησής του από τον προηγούμενο εργοδότη του. (Δ.Ν.Τ.). Επίσης, αποδεικνύεται ο σκοπός ηθικού οφέλους από την επιδίωξή του να τροποποιήσει τον ιδρυτικό νόμο, ώστε να καταστεί αυτός το μόνο αποφασιστικό όργανο και να έχουν τα μέλη του συμβουλίου, μόνο συμβουλευτικές αρμοδιότητες, επίσης αποδεικνύεται από τον απομονωτισμό τον οποίο επέβαλε στο συμβούλιο όσον αφορά και στις άλλες αρμοδιότητές του, από την απαγόρευση κάθε επικοινωνίας και ομαδικής εργασίας, των μελών με την Eurostat καθώς και από την αυταρχικότητα της συμπεριφοράς του, που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και διαβήματα, του συλλόγου των εργαζομένων της ΕΛ.ΣΤΑΤ. προς τον Υπουργό Οικονομικών και την εποπτεύουσα την Ανεξάρτητη Αρχή, Βουλή και τέλος, επιβεβαιώνεται αφενός μεν από το γεγονός ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην ακολουθήσει τη διαδικασία της υποβολής και έγκρισης των στοιχείων από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. καθόσον, εάν δεν είχαν ολοκληρωθεί οι απαιτούμενες μελέτες για την ένταξη των φορέων στο δημοσιονομικό έλλειμμα, υπήρχε η δυνατότητα άρνησης εισόδου τους και μεταγενέστερης ένταξής τους, με την ολοκλήρωση των μελετών, αφετέρου, δε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, ούτε μετά την τροποποίηση του Νόμου 3832/2010 και την περιέλευση των αποφασιστικών αρμοδιοτήτων σ' αυτόν, ούτε τότε, συγκάλεσε το συμβούλιο για την κατάρτιση του κανονισμού λειτουργίας και διαχείρισης της Αρχής, που παρέμεινε στις δικές του αρμοδιότητες, αλλά τον κατάρτισε μόνος του, με αποτέλεσμα, προσκομίζοντας αυτόν για συζήτηση στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, να αποπεμφθεί λόγω της μονομερούς αυτής ενέργειάς του. Κατόπιν των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, εφόσον αποδεικνύεται η παράβαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος, η εκ δόλου παράβασή του και ο σκοπός της ενίσχυσης της εξουσίας του, ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, σύμφωνα και με τα ειδικότερα στο διατακτικό και δεν τέλεσε, βέβαια, την πράξη της αντιποίησης της Αρχής, που ισχυρίζεται, καθόσον διαβιβάζοντας αυτός, τα στοιχεία του δημοσιονομικού ελλείμματος στην Εurostat δεν αντιποιήθηκε την ιδιότητα της Ανεξάρτητης Αρχής, που συγκροτείτο μόνο ως συλλογικό όργανο, αφού, δεν τα διαβίβασε ως τέτοιο (συλλογικό) όργανο αλλά με το δικό του, μόνο, όνομα και ιδιότητα.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχτεί ένοχος για την υπό στοιχείο γ' μερικότερη πράξη του κατηγορητηρίου." 21. Μετά ταύτα το Δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, κατά πιστή μεταφορά, ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα, στις 10-11-2010 προέβη ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) σε διαβίβαση προς την Eurostat αναφοράς δημοσιονομικών στοιχείων της Χώρας, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και το δημοσιονομικό έλλειμμα του έτους 2009, χωρίς αυτά (στοιχεία) να τεθούν υπόψη της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ως συλλογικού οργάνου, και χωρίς η τελευταία να συναινέσει στη διαβίβασή τους, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 1 στοιχ. α' του Νόμου 3832/2010, όπως ίσχυε τότε, σύμφωνα με την οποίαν "Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. ιδίως: α. Καταρτίζει και εκτελεί το ετήσιο στατιστικό πρόγραμμα και παράγει και δημοσιεύει με την ιδιότητα της "Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας", όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 5 του Κανονισμού" (Ε.Κ.) αριθμ. 223/2009, τις επίσημες, εθνικές και ευρωπαϊκές στατιστικές της χώρας....". Στην πράξη του αυτή προέβη με πρόθεση και με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο ηθικό όφελος, όπως ακριβώς εκείνο προσδιορίζεται κατά την περιγραφή της ανωτέρω αναφερομένης με στοιχείο β επιμέρους πράξης του και το οποίο συνίστατο στην ενίσχυση της εξουσίας του ως Προέδρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και στην ανάδειξή του ως οιονεί μονοπρόσωπου οργάνου αυτής με την κατάργηση στην πράξη του προαναφερομένου συλλογικού οργάνου και τον εκ μέρους του σφετερισμό των αρμοδιοτήτων εκείνου. Η ανωτέρω αναφερομένη πράξη του ήταν αντικειμενικώς πρόσφορη περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους του". 22. Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών , η ερμηνεία που έδωσε το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στον δείκτη 1.4 της αρχής 1 περί επαγγελματικής ανεξαρτησίας του κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης ισχύοντος Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές ήταν εσφαλμένη, αφού δέχθηκε ως ορθή ερμηνεία του ανωτέρω δείκτη ότι ο προϊστάμενος της Στατιστικής Αρχής (εν προκειμένω ο αναιρεσείων ως Πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ.), ήταν μόνος υπεύθυνος υπό την έννοια της μέριμνας για την λήψη των σχετικών αποφάσεων που αφορούσαν την παραγωγή, δημοσίευση και διαβίβαση των στατιστικών και όχι ο μόνος αρμόδιος προς τούτο, ενώ η ορθή ερμηνεία του ως άνω δείκτη ήταν αυτή που δέχθηκε ο νεότερος νομοθέτης του Ν.3899/2010, όπως ανωτέρω στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτίθεται.
Εξάλλου κατά την επίσημη μετάφραση στα Ελληνικά του Δείκτη 1.4 του Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές χρησιμοποιείται η λέξη "υπεύθυνος", (υπεύθυνος 1. αυτός που έχει την ευθύνη (για κάτι), που τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητές του επιβάλλουν την οργάνωση και τον έλεγχο μιας δραστηριότητας, υπηρεσίας, 2. αυτός από τον οποίο μπορεί ή πρέπει να ζητηθούν ευθύνες για κάτι, βλ. Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Δεύτερη Έκδοση σελ. 1841), η οποία εννοιολογικά είναι ευρύτερη από την λέξη "αρμόδιος", καθόσον η τελευταία περιλαμβάνεται στην πρώτη, ενόψει του ότι ο "υπεύθυνος" είναι οπωσδήποτε "αρμόδιος", ενώ το αντίθετο δεν είναι αναγκαία συνθήκη. Σε κάθε περίπτωση αν ο νομοθέτης ήθελε να προσδιορίσει στενότερα την εξεταζόμενη έννοια θα χρησιμοποιούσε τη λέξη "αρμόδιος". Κατόπιν τούτων, το δικαστήριο με τις άνω παραδοχές εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη άρθρου 259 ΠΚ, σε συνδυασμό προς άρθρ. 10 παρ.2 α' και 1 παρ.2, 4 Ν.3832/2010, άρθρ. 5 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΚ) 223/2009 και τον δείκτη 1.4 του Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές, και επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση , είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί ως προς αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά ταύτα και ενόψει του ότι ο ως άνω δείκτης είναι σαφής ως προς την ερμηνεία του, την οποία αποδέχθηκε και ο νεότερος νομοθέτης με την θέσπιση του Ν.3899/2010, με τον οποίο τροποποίησε τον Ν.3832/2010, δεν συντρέχει περίπτωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ σχετικά με την ερμηνεία του ως άνω δείκτη 1.4 του Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές, αφού η έκδοση σχετικής προδικαστικής απόφασης από το ΔΕΕ για το ανωτέρω ζήτημα δεν είναι αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου.
23. Τέλος, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 περ.β', 368 εδ.α' περ.β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (ΟλΑΠ 7/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγουμένη σκέψη, για την αποδοθείσα πράξη παράβασης καθήκοντος, που φέρεται τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα στις 10-11-2010, επειδή τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος και έκτοτε δηλαδή από 10-11-2010 και μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο (19-9-2025) έχει παρέλθει οκταετία, εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξης αυτής.
24. Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα , ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναίρεσης ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, (αρθ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ), πρέπει λαμβανομένης υπόψη αυτεπαγγέλτως της παραγραφής που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την προαναφερόμενη πράξη της παράβασης καθήκοντος, που φέρεται τελεσθείσα στις 10-11-2010 να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αρ. 3103, 4480/2017 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
ΠΑΥΕΙ οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη της παράβασης καθήκοντος, που φέρεται τελεσθείσα από αυτόν στις 11-10-2010 και ειδικότερα για το ότι "Στην Αθήνα, στις 10-11-2010 προέβη ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) σε διαβίβαση προς τη Eurostat αναφοράς δημοσιονομικών στοιχείων της Χώρας, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και το δημοσιονομικό έλλειμμα του έτους 2009, χωρίς αυτά (στοιχεία) να τεθούν υπόψη της ΕΛ.ΣΤΑΤ. , ως συλλογικού οργάνου, και χωρίς η τελευταία να συναινέσει στη διαβίβασή τους, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 2 στοιχ. Α' του ν. 3832/2010, όπως ίσχυε τότε, σύμφωνα με την οποία "Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. ιδίως: α. Καταρτίζει και εκτελεί το ετήσιο στατιστικό πρόγραμμα και παράγει και δημοσιεύει με την ιδιότητα της "Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας", όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 5 του Κανονισμού" (Ε.Κ.) αριθμ. 223/2009, τις επίσημες, εθνικές και ευρωπαϊκές στατιστικές της χώρας....". Στην πράξη του αυτή προέβη με πρόθεση και με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο ηθικό όφελος, όπως ακριβώς εκείνο προσδιορίζεται κατά την περιγραφή της ανωτέρω αναφερομένης με στοιχείο β' επιμέρους πράξης του και το οποίο συνίστατο στην ενίσχυση της εξουσίας του ως Προέδρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και στην ανάδειξή του ως οιονεί μονοπρόσωπου οργάνου αυτής με την κατάργηση στην πράξη, του προαναφερόμενου συλλογικού οργάνου και τον εκ μέρους του σφετερισμό των αρμοδιοτήτων εκείνου. Η ανωτέρω αναφερομένη πράξη του ήταν αντικειμενικώς πρόσφορη περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους του.".
ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣIΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου