Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 9ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως εικονιστικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης WALLAPOP – Προγενέστερα εικονιστικά εθνικά σήματα WALA W – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Απουσία κινδύνου συγχύσεως – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009 – Κρίσιμος χρόνος για την εκτίμηση της ύπαρξης προγενέστερου σήματος »
Στην υπόθεση T-551/24,
Unipreus SL, με έδρα στη L?rida (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τον C. Rivadulla Oliva, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από τον D. G?ja,
καθού,
αντίδικος ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO, παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:
Wallapop, SL, με έδρα στη Βαρκελώνη (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τους I. Pi Amor?s, J. M. Mart?nez Gimeno, C. Manrique Lopez Rey, M. Pastor Delgado και L. De Sousa Amorim, δικηγόρους,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τον I. G?lea (εισηγητή), πρόεδρο, την B. Ricziov? και την L. Spangsberg Gr?nfeldt, δικαστές,
γραμματέας: J. ?ubo?, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Μαρτίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα Unipreus SL ζητεί να ακυρωθεί και να μεταρρυθμιστεί η απόφαση του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), της 26ης Αυγούστου 2024 (υπόθεση R 167/2021-1) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Ιστορικό της διαφοράς
2 Στις 18 Σεπτεμβρίου 2014, η παρεμβαίνουσα Wallapop, SL υπέβαλε στο EUIPO αίτηση να καταχωριστεί ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ακόλουθο εικονιστικό σημείο:
3 Η καταχώριση ζητήθηκε για προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 35, 38 και 42 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.
4 Στις 7 Ιανουαρίου 2015, η προσφεύγουσα άσκησε ανακοπή κατά της καταχώρισης του επίδικου σήματος όσον αφορά τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στην κλάση 35.
5 Η ανακοπή στηριζόταν στα προγενέστερα σήματα:
– στο ακόλουθο ισπανικό εικονιστικό σήμα, το οποίο καταχωρίστηκε στις 10 Νοεμβρίου 2009 με αριθμό 2874101, σχετικά με υπηρεσίες εμπίπτουσες στην κλάση 35:
– στο ακόλουθο ισπανικό εικονιστικό σήμα, το οποίο καταχωρίστηκε στις 10 Αυγούστου 2009 με αριθμό 2863963, σχετικά με υπηρεσίες εμπίπτουσες στην κλάση 35:
– στο ακόλουθο ισπανικό εικονιστικό σήμα, το οποίο καταχωρίστηκε στις 10 Νοεμβρίου 2009 με αριθμό 2874100, σχετικά με υπηρεσίες εμπίπτουσες στην κλάση 35:
6 Προς στήριξη της ανακοπής, η προσφεύγουσα προέβαλε τον λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της ΕΕ (ΕΕ 2017, L 78, σ. 1).
7 Στις 19 Οκτωβρίου 2015 το τμήμα ανακοπών έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή, βασιζόμενο στο πρώτο προγενέστερο σήμα της σκέψης 5 ανωτέρω.
8 Αμφότερες οι διάδικοι άσκησαν προσφυγή κατά της απόφασης του τμήματος ανακοπών, υπό τον αριθμό R 2350/2015-5 η προσφεύγουσα και υπό τον αριθμό R 2530/2015-5 η παρεμβαίνουσα.
9 Με απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2017, το πέμπτο τμήμα προσφυγών έκανε εν μέρει δεκτή την προσφυγή της παρεμβαίνουσας και απέρριψε την προσφυγή της προσφεύγουσας.
10 Στις 23 Μαρτίου 2017 η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με αίτημα να ακυρωθεί η απόφαση του πέμπτου τμήματος προσφυγών κατά το μέρος που απορρίφθηκε η προσφυγή και η ανακοπή τις οποίες άσκησε κατά της καταχώρισης του επίδικου σήματος. Συνεπώς, η απόφαση αυτή κατέστη απρόσβλητη κατά το μέρος που αφορούσε την προσφυγή της παρεμβαίνουσας.
11 Με απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2018, Unipreus κατά EUIPO – Wallapop (wallapop) (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε εν μέρει την απόφαση του πέμπτου τμήματος προσφυγών κρίνοντας, στη σκέψη 54, ότι «οι επίμαχες υπηρεσίες [ήταν] τουλάχιστον σε μικρό βαθμό παρόμοιες και κακώς το [πέμπτο] τμήμα προσφυγών [είχε θεωρήσει] ότι ήταν διαφορετικές». Συνακόλουθα, το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη, αφενός, στο σημείο 1 του διατακτικού της εν λόγω απόφασης ότι «[α]κυρώνει την απόφαση του πέμπτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 18ης Ιανουαρίου 2017, καθόσον σε αυτήν διαπιστώθηκε ότι οι επίμαχες στην υπόθεση R 2350/2015-5 υπηρεσίες ήταν διαφορετικές», και, αφετέρου, στο σημείο 2 του ίδιου διατακτικού, ότι «[α]πορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά».
12 Στις 5 Δεκεμβρίου 2018 η παρεμβαίνουσα άσκησε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640). Στις 31 Αυγούστου 2020 η παρεμβαίνουσα παραιτήθηκε από την αίτηση αναιρέσεώς της για τον λόγο ότι οι καταχωρίσεις των προγενέστερων σημάτων στις οποίες είχε στηριχθεί η ανακοπή έληξαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσφυγής δεδομένου ότι δεν είχαν ανανεωθεί από την προσφεύγουσα. Με τη διάταξη της 13ης Νοεμβρίου 2020, Wallapop κατά EUIPO (C-763/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:998), το Δικαστήριο διέγραψε την υπόθεση από το πρωτόκολλό του.
13 Με κοινοποίηση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο τέταρτο τμήμα προσφυγών.
14 Στις 30 Μαρτίου 2021 η προσφεύγουσα ενημέρωσε το EUIPO ότι είχε ασκήσει, στις 25 Μαρτίου 2021, ιεραρχικές προσφυγές ενώπιον του Oficina Espa?ola de Patentes y Marcas (OEPM, ισπανικό γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικών σημάτων), καθόσον οι καταχωρίσεις των προγενέστερων σημάτων είχαν λήξει λόγω υπαιτιότητας του OEPM. Συνεπώς, ζήτησε από το τελευταίο να την αποκαταστήσει στα δικαιώματά της (restitutio in integrum). Επιπλέον, ζήτησε από το EUIPO να ανασταλεί η διαδικασία ενώπιον του τέταρτου τμήματος προσφυγών έως ότου περατωθεί η διοικητική και, ενδεχομένως, η δικαστική διαδικασία ενώπιον του OEPM.
15 Με προσωρινή απόφαση της 20ής Απριλίου 2021, το τέταρτο τμήμα προσφυγών ανέστειλε τη διαδικασία μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση σχετικά με τη λήξη ισχύος των καταχωρίσεων των προγενέστερων σημάτων. Στις 3 Ιανουαρίου 2022 η υπόθεση ανατέθηκε εκ νέου στο πρώτο τμήμα προσφυγών (στο εξής: τμήμα προσφυγών), σύμφωνα με την απόφαση 2021-17, της 2ας Δεκεμβρίου 2021, του προεδρείου των τμημάτων προσφυγών σχετικά με το καθεστώς του ημερολογιακού έτους για το έτος 2022 κατά το μέρος που αφορούσε την οργάνωση των τμημάτων προσφυγών.
16 Στις 10 Απριλίου 2024 η παρεμβαίνουσα ενημέρωσε το τμήμα προσφυγών, προσκομίζοντας σχετική απόδειξη, ότι οι αρμόδιες δικαστικές αρχές είχαν αποφασίσει την οριστική λήξη της ισχύος των καταχωρίσεων των τριών προγενέστερων σημάτων.
17 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών απέρριψε την προσφυγή και την ανακοπή. Κατ’ αρχάς, έλαβε υπόψη τα συμπληρωματικά έγγραφα που είχαν προσκομιστεί προς τον σκοπό της απόδειξης της ακυρότητας των προγενέστερων σημάτων. Εν συνεχεία, υπενθύμισε ότι η ανακόπτουσα όφειλε να αποδείξει την ύπαρξη, το κύρος και την έκταση της προστασίας των προγενέστερων σημάτων της εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Συναφώς, διευκρίνισε ότι, κατά τη νομολογία, το προγενέστερο σήμα στο οποίο στηρίζεται η ανακοπή πρέπει να είναι έγκυρο όχι μόνον κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της αίτησης καταχώρισης του επίδικου σήματος, αλλά και κατά τον χρόνο της έκδοσης της απόφασης του τμήματος προσφυγών. Πλην όμως, διαπίστωσε ότι, με εθνικές δικαστικές αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2023 και της 7ης Μαρτίου 2024, οι οποίες δεν επιδέχονταν προσβολή, οι καταχωρίσεις των προγενέστερων σημάτων είχαν παύσει να ισχύουν. Συνεπώς, το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανακοπή είχε καταστεί άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι τα προγενέστερα σήματα είχαν απολέσει την ισχύ τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Αιτήματα των διαδίκων
18 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση,
– κατ’ ουσίαν, να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη απόφαση εκδίδοντας απόφαση σύμφωνη με την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), και
– να καταδικάσει το EUIPO και την παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα.
19 Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή, και
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα στην περίπτωση διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζήτησης.
20 Η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή ή, ενδεχομένως, να την απορρίψει, και
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου
21 Λαμβανομένου υπόψη ότι η επίμαχη αίτηση καταχώρισης υποβλήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2014, ημερομηνία που είναι κρίσιμη για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου, η υπό κρίση διαφορά διέπεται από τις ουσιαστικές διατάξεις του κανονισμού 207/2009 (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2014, Bimbo κατά ΓΕΕΑ, C-591/12 P, σκέψη 12, και της 18ης Ιουνίου 2020, Primart κατά EUIPO, C-702/18 P, EU:C:2020:489, σκέψη 2 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
22 Περαιτέρω, δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία, οι διαδικαστικοί κανόνες εφαρμόζονται εν γένει από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος τους (βλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C-610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η υπό κρίση διαφορά διέπεται από τις διαδικαστικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1).
23 Επομένως, εν προκειμένω, όσον αφορά τους ουσιαστικούς κανόνες, οι παραπομπές που έκαναν το τμήμα προσφυγών με την προσβαλλόμενη απόφασή του και οι διάδικοι με τα δικόγραφά τους στα άρθρα 8 και 62 του κανονισμού 2007/1001 πρέπει να νοηθούν ως παραπομπές, αντίστοιχα, στα άρθρα 8 και 55 του κανονισμού 207/2009, τα οποία έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο με τις αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού 2007/1001.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
24 Χωρίς να προβάλει τυπικώς ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι τα αιτήματα της προσφεύγουσας παραβιάζουν την αρχή venire contra factum proprium. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα, αφενός, ζήτησε από το τμήμα προσφυγών να αναστείλει τη διαδικασία της ανακοπής μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ύπαρξης των σημάτων στα οποία στηρίχθηκε η εν λόγω ανακοπή και, αφετέρου, ισχυρίζεται κατ’ αντιμωλίαν ότι η έκβαση της διαδικασίας αυτής δεν ασκεί επιρροή για την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής.
25 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα αμφισβήτησε τα ανωτέρω επιχειρήματα. Τόνισε ότι πράγματι είχε ζητήσει την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του EUIPO, διότι, κατά τον χρόνο εκείνο, η απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), δεν είχε καταστεί αμετάκλητη αφού η παρεμβαίνουσα άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου. Πλην όμως, ο αμετάκλητος χαρακτήρας της εν λόγω απόφασης, ο οποίος αποκτήθηκε κατά την ημερομηνία της διαγραφής της υπόθεσης από το πρωτόκολλο, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο. Ειδικότερα, μόλις η απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), κατέστη αμετάκλητη, η προσφεύγουσα ζήτησε επανειλημμένως από το EUIPO να συμμορφωθεί προς αυτήν. Ως εκ τούτου, αντικρούει κάθε ισχυρισμό περί αντίφασης και διευκρινίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, ενδεχόμενη πλάνη της ουδόλως έθιξε τα δικαιώματα της παρεμβαίνουσας.
26 Υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει της αρχής pr?torien nemo potest venire contra factum proprium, η οποία είναι επίσης γνωστή ως venire contra factum proprium non valet, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει αυτό που έχει προηγουμένως αναγνωρίσει [βλ. απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2018, Grendene κατά EUIPO – Hipanema (HIPANEMA), T-435/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:596, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία πρβλ. επίσης διάταξη της 13ης Φεβρουαρίου 2014, Marsza?kowski κατά ΓΕΕΑ, C-177/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:183, σκέψεις 73 και 74].
27 Εν προκειμένω, η απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), κατέστη αμετάκλητη κατόπιν της διάταξης της 13ης Νοεμβρίου 2020, Wallapop κατά EUIPO (C-763/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:998), με την οποία διαγράφηκε από το πρωτόκολλο η υπόθεση μετά την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής από την παρεμβαίνουσα (Βλ. σημείο 12 ανωτέρω). Συναφώς, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η προσφεύγουσα ζήτησε την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του EUIPO στις 10 Δεκεμβρίου 2020, ήτοι μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη αμετάκλητη η απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), και επανέλαβε το αίτημα αυτό μεταγενέστερα.
28 Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 15 ανωτέρω, το τέταρτο τμήμα προσφυγών αποφάσισε, στις 20 Απριλίου 2021, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί του κύρους των προγενέστερων σημάτων.
29 Εντούτοις, σημειώνεται επίσης ότι η προσφεύγουσα ζήτησε από το EUIPO να προβεί σε εκτέλεση της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), ήδη από την υποβολή της αίτησης για αναστολή της διαδικασίας στις 10 Δεκεμβρίου 2020, εφόσον το EUIPO αποφάσιζε να συνεχίσει τη διαδικασία. Κατόπιν, προτού συνεχιστεί η διαδικασία, η προσφεύγουσα ζήτησε τρεις φορές τη συνέχισή της και την εκτέλεση της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640).
30 Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν προβάλλει αντιφατικές αξιώσεις, δεδομένου ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του EUIPO μετά την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), η προσφεύγουσα ζήτησε είτε την αναστολή της διαδικασίας αυτής εν αναμονή της έκβασης των εθνικών προσφυγών σχετικά με τα προγενέστερα σήματά της είτε την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, καταλείποντας στο EUIPO την επιλογή να ικανοποιήσει το ένα ή το άλλο αίτημα.
31 Συνεπώς, η αρχή venire contra factum proprium δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω και, επομένως, το απαράδεκτο που προέβαλε συναφώς η παρεμβαίνουσα πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
32 Η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά παράβαση του άρθρου 121 του Κανονισμού Διαδικασίας και παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και ο δεύτερος παράβαση του άρθρου 62 του κανονισμού 2017/1001. Προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο τμήμα προσφυγών ότι παρέβη την υποχρέωσή του να εκτελέσει την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), καθόσον δεν έλαβε υπόψη το διατακτικό της, και ότι υπέπεσε σε εσφαλμένη ερμηνεία των συνεπειών της έκπτωσης από τα δικαιώματα επί των προγενέστερων σημάτων.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με παράβαση του άρθρου 121 του Κανονισμού Διαδικασίας και παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου
33 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το EUIPO παρέβη το άρθρο 121 του Κανονισμού Διαδικασίας, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τη δεσμευτική ισχύ της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), και προέβη σε αντίθεση κρίση στηριζόμενο σε μεταγενέστερους λόγους που είναι ξένοι προς την απόφαση αυτή και εντελώς «αιτιακοί».
34 Κατά την ίδια, η απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε οριστικώς ότι οι επίμαχες υπηρεσίες είναι παρόμοιες, αποκλείει τη δυνατότητα παράλληλης χρήσης των αντιπαρατιθέμενων σημείων χωρίς κίνδυνο συγχύσεως. Επίσης, η απόφαση αυτή δεν τηρήθηκε από τον οργανισμό στον οποίο απευθυνόταν, περίσταση που συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Αναγνωρίζει ότι η κατάσταση που προκλήθηκε εξαιτίας της έκπτωσης από τα δικαιώματα επί των προγενέστερων σημάτων δεν είναι συνήθης, αλλά εκτιμά ότι μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη τήρηση της εν λόγω απόφασης. Ειδικότερα, το EUIPO υποχρεούται να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να εκδώσει νέα απόφαση η οποία θα τηρεί τα κριτήρια που θέτει η συγκεκριμένη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, ήτοι να απορρίψει την καταχώριση του επίδικου σήματος για τις υπηρεσίες που είναι παρόμοιες με εκείνες οι οποίες καλύπτονται από τα προγενέστερα σήματα.
35 Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
36 Το άρθρο 121 του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ισχύς των αποφάσεων και διατάξεων», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«1. Η απόφαση αποκτά ισχύ από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της [...]».
37 Υπενθυμίζεται επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 71, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001, οι αποφάσεις του τμήματος προσφυγών αρχίζουν να ισχύουν μόνο από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 72, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού ή, αν έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου εντός της εν λόγω προθεσμίας, από την ημερομηνία απόρριψής της ή από την ημερομηνία απόρριψης τυχόν αναίρεσης που έχει ασκηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου.
38 Τέλος, το άρθρο 72, παράγραφος 6, του κανονισμού 2017/1001 διευκρινίζει ότι το EUIPO λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ή, σε περίπτωση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, του Δικαστηρίου.
39 Κατά τη νομολογία, μια ακυρωτική δικαστική απόφαση ενεργεί ex tunc και έχει, συνεπώς, ως αποτέλεσμα την αναδρομική εξαφάνιση της ακυρωθείσας πράξης από την έννομη τάξη [βλ. απόφαση της 25ης Μαρτίου 2009, Kaul κατά ΓΕΕΑ – Bayer (ARCOL), T-402/07, EU:T:2009:85, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Από την ίδια νομολογία προκύπτει ότι, προκειμένου να συμμορφωθεί με την ακυρωτική δικαστική απόφαση και να προβεί στην πλήρη εκτέλεσή της, το θεσμικό όργανο από το οποίο προέρχεται η ακυρωθείσα πράξη υποχρεούται να σεβαστεί όχι μόνον το διατακτικό της απόφασης, αλλά και το σκεπτικό που οδήγησε στο διατακτικό αυτό και το οποίο συνιστά το αναγκαίο του έρεισμα, υπό την έννοια ότι είναι απαραίτητο για να προσδιοριστεί η ακριβής έννοια των όσων κρίθηκαν με το διατακτικό. Πράγματι, στο σκεπτικό αυτό προσδιορίζονται επακριβώς, αφενός, η διάταξη που θεωρείται παράνομη και, αφετέρου, οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στο να διαπιστωθεί η παρανομία με το διατακτικό και οι οποίοι πρέπει να ληφθούν υπόψη από το οικείο όργανο κατά την αντικατάσταση της πράξης που ακυρώθηκε [αποφάσεις της 25ης Μαρτίου 2009, ARCOL, T-402/07, EU:T:2009:85, σκέψη 22, και της 13ης Απριλίου 2011, Safariland κατά ΓΕΕΑ – DEF-TEC Defense Technology (FIRST DEFENSE AEROSOL PEPPER PROJECTOR), T-262/09, EU:T:2011:171, σκέψη 41].
40 Εν προκειμένω, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 9 έως 12 ανωτέρω, η απόφαση του πέμπτου τμήματος προσφυγών ακυρώθηκε με την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), η οποία κατέστη αμετάκλητη κατόπιν της διαγραφής από το πρωτόκολλο της αναίρεσης που ασκήθηκε κατά της απόφασης αυτής κατ’ εφαρμογήν της διάταξης της 13ης Νοεμβρίου 2020, Wallapop κατά EUIPO (C-763/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:998). Επομένως, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 39 ανωτέρω, η προσφυγή της προσφεύγουσας ενώπιον του τμήματος προσφυγών κατέστη εκ νέου εκκρεμής και το εν λόγω τμήμα όφειλε να λάβει νέα απόφαση προκειμένου να συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή του να λάβει τα μέτρα που συνεπαγόταν η εκτέλεση της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), κατά το άρθρο 72, παράγραφος 6, του κανονισμού 2017/1001.
41 Συνεπώς, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι δεν έλαβε απόφαση που να τηρεί το διατακτικό της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640). Φρονεί ότι το τμήμα προσφυγών όφειλε να διαπιστώσει την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως και, ως εκ τούτου, να αρνηθεί την καταχώριση του επίδικου σήματος για υπηρεσίες παρόμοιες με εκείνες που καλύπτονταν από τα προγενέστερα σήματα.
42 Κατά πρώτον, διαπιστώνεται ότι το πέμπτο τμήμα προσφυγών απέρριψε την προσφυγή της προσφεύγουσας καθόσον έκρινε ότι δεν υφίστατο κανένας κίνδυνος συγχύσεως για τον λόγο ότι οι υπηρεσίες τις οποίες αφορούσε το επίδικο σήμα ήταν διαφορετικές από τις υπηρεσίες που καλύπτονταν από το πρώτο προγενέστερο σήμα.
43 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 16 και 17 της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), προέβη στη διαπίστωση ότι το πέμπτο τμήμα προσφυγών στήριξε τη συλλογιστική του στην έλλειψη πλήρωσης μίας από τις δύο σωρευτικές προϋποθέσεις προς διαπίστωση κινδύνου συγχύσεως, ήτοι στην απουσία οποιασδήποτε ομοιότητας μεταξύ των επίμαχων υπηρεσιών. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αρμόδιο να μεταρρυθμίσει την εν λόγω απόφαση όσον αφορά τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο τμήμα προσφυγών δεν είχε προβεί σε τέτοια εκτίμηση ως προς τις επίμαχες υπηρεσίες. Επιπλέον, στη σκέψη 54 της ίδιας απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι οι επίμαχες υπηρεσίες ήταν τουλάχιστον σε μικρό βαθμό παρόμοιες και ότι κακώς το τμήμα προσφυγών είχε θεωρήσει ότι ήταν διαφορετικές. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε, κατά το εν λόγω μέρος και για τον λόγο αυτό, την απόφαση του πέμπτου τμήματος προσφυγών.
44 Πλην όμως, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η ομοιότητα των επίμαχων υπηρεσιών δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως. Ειδικότερα, ο κίνδυνος συγχύσεως προϋποθέτει ότι είναι πανομοιότυπα ή παρόμοια τόσο τα αντιπαρατιθέμενα σήματα όσο και τα προσδιοριζόμενα από αυτά προϊόντα ή υπηρεσίες. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές [βλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2009, Commercy κατά ΓΕΕΑ – easyGroup IP Licensing (easyHotel), T-316/07, EU:T:2009:14, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Ως εκ τούτου, αφού διαπίστωσε την ύπαρξη πλάνης ως προς την πλήρωση μίας από τις εν λόγω σωρευτικές προϋποθέσεις, το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ύπαρξης κινδύνου συγχύσεως, καθόσον η εκτίμηση αυτή πραγματοποιείται κατά πρώτον από το EUIPO.
45 Κατά δεύτερον, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στα σημεία 26 και 27 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ανακοπή είχε καταστεί άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι, με τις εθνικές δικαστικές αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2023 και της 7ης Μαρτίου 2024, οι οποίες δεν επιδέχονταν πλέον προσβολή, οι καταχωρίσεις των προγενέστερων σημάτων είχαν παύσει να ισχύουν.
46 Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι τα τμήματα ανακοπών και τα τμήματα προσφυγών πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις μεταβολές των περιστάσεων που επέρχονται μεταξύ της άσκησης μιας ανακοπής και της απόφασης επί της ανακοπής και ότι, για να είναι σε θέση να εκτιμήσουν αν το προγενέστερο σήμα μπορεί να απολέσει τη λειτουργία της δήλωσης προελεύσεως λόγω της χρονικής συνύπαρξης με το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και με το οποίο θα μπορούσε να συγχέεται, το EUIPO πρέπει να γνωρίζει τη διάρκεια ισχύος του προγενέστερου σήματος [απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, MIP Metro κατά ΓΕΕΑ – Tesco Stores (METRO), T-191/04, EU:T:2006:254, σκέψεις 34 και 38].
47 Εξάλλου, για τον λόγο αυτόν και προς τον σκοπό της ορθής απονομής δικαιοσύνης, το τέταρτο τμήμα προσφυγών αποφάσισε, σε απάντηση των αιτημάτων της προσφεύγουσας, να αναστείλει τη διαδικασία ενόσω εκκρεμούσε η έκδοση απόφασης επί του κύρους των προγενέστερων σημάτων.
48 Επομένως, όπως επισήμανε το EUIPO, διαπιστώνεται ότι η λήξη της ισχύος των καταχωρίσεων των προγενέστερων σημάτων στα οποία στηρίχθηκε η ανακοπή συνιστά νέο πραγματικό περιστατικό μεταγενέστερο της έκδοσης της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640). Πλην όμως, λαμβανομένου υπόψη ότι το τμήμα προσφυγών καλούνταν να λάβει νέα απόφαση προβαίνοντας σε νέα νομική και πραγματική εκτίμηση της διαφοράς, όφειλε να συνεκτιμήσει το νέο αυτό πραγματικό περιστατικό.
49 Κατά τρίτον, όσον αφορά το ζήτημα αν η λήξη της ισχύος των καταχωρίσεων των προγενέστερων σημάτων συνιστούσε νέο πραγματικό περιστατικό ικανό να επηρεάσει το περιεχόμενο της απόφασης που έπρεπε να ληφθεί από το τμήμα προσφυγών, διαπιστώνεται ότι το τμήμα αυτό στηρίχθηκε, στο σημείο 25 της προσβαλλόμενης απόφασης, στην εκτίμηση ότι το προγενέστερο σήμα του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη μιας ανακοπής πρέπει να είναι έγκυρο όχι μόνον κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της αίτησης καταχώρισης του επίδικου σήματος, αλλά και κατά τον χρόνο της έκδοσης της απόφασης του τμήματος προσφυγών.
50 Συναφώς, με την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere (C-337/22 P, EU:C:2026:71, σκέψεις 107, 112 και 120), το Δικαστήριο έκρινε, όσον αφορά ανακοπή στηριζόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, ότι η ύπαρξη σχετικού λόγου απαραδέκτου που προβάλλεται στο πλαίσιο ανακοπής κατά της καταχώρισης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να εκτιμάται όχι μόνον κατά την ημερομηνία της κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης, αλλά και κατά την ημερομηνία κατά την οποία το EUIPO αποφαίνεται οριστικώς επί της ανακοπής.
51 Εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστεί αν η εκτίμηση που εκτίθεται στη σκέψη 50 ανωτέρω ισχύει και για ανακοπή που στηρίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση.
52 Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση εάν «λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα» και εάν «ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα». Επιπλέον, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού 2017/1001, νοούνται ως «προγενέστερα σήματα», μεταξύ άλλων, τα σήματα που έχουν καταχωριστεί σε κράτος μέλος ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα σήματα που έχουν αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς καταχώρισης με ισχύ σε κράτος μέλος ή στην Ένωση και έχουν κατατεθεί σε ημερομηνία προγενέστερη της υποβολής της αιτήσεως καταχώρισης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
53 Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009 είναι διατυπωμένες στον ενεστώτα. Ομοίως, η φράση «το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση», η οποία αναφέρεται στην απόφαση του EUIPO να κάνει δεκτή την ανακοπή και να απορρίψει την αίτηση καταχώρισης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι επίσης διατυπωμένη στον ενεστώτα (απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere, C-337/22 P, EU:C:2026:71, σκέψη 106). Περαιτέρω, το άρθρο 8, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού συνδέεται ρητώς με ένα χρονικό κριτήριο βάσει του οποίου η απόκτηση των δικαιωμάτων επί του σημείου του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη της ανακοπής πρέπει να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του οικείου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, ενδεχομένως, της ημερομηνίας προτεραιότητας που προβάλλεται προς στήριξή της.
54 Από το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', και παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, συνάγεται, ως προς τις ανακοπές που στηρίζονται σε προγενέστερα καταχωρισμένα σήματα επί των οποίων έχει εφαρμογή η τελευταία αυτή διάταξη, ότι η ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μεν κρίσιμη προκειμένου να διαπιστωθεί ότι τα εν λόγω καταχωρισμένα σήματα είναι πράγματι προγενέστερα, πλην όμως για να γίνει δεκτή η ανακοπή απαιτείται τα προγενέστερα σήματα να εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία εκδίδεται η απόφαση επί της ανακοπής. Συνεπώς, ενώ το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 ορίζει τα «προγενέστερα σήματα», για τους σκοπούς του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, ως αφορώντα, μεταξύ άλλων, «τα σήματα τα οποία έχουν κατατεθεί πριν από την ημερομηνία αίτησης σήματος της [Ευρωπαϊκής Ένωσης], αφού ληφθεί υπόψη, ενδεχομένως, το προβαλλόμενο δικαίωμα προτεραιότητας σε σχέση με τα σήματα αυτά», το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν γίνεται δεκτό εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις της τελευταίας αυτής διάταξης, ήτοι εάν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere, C-337/22 P, EU:C:2026:71, σκέψη 109).
55 Δεύτερον, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009.
56 Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, ομοίως προς το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 207/2009, το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, του οποίου η διάρθρωση είναι παρεμφερής, συνεπάγεται ότι, βεβαίως, η απόκτηση του προγενέστερου δικαιώματος του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη ανακοπής βασιζόμενης στην εν λόγω διάταξη πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του οικείου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, ενδεχομένως, της ημερομηνίας προτεραιότητας. Εντούτοις, το Δικαστήριο συνάγει επίσης ότι, για να γίνει δεκτή η ανακοπή, απαιτείται το προγενέστερο αυτό δικαίωμα να παρέχει στον δικαιούχο του «το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση πλέον πρόσφατου σήματος», δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας κράτους μέλους ή της ενωσιακής νομοθεσίας, όχι μόνον κατά την ημερομηνία εκείνη, αλλά και κατά τη μεταγενέστερη ημερομηνία άσκησης της ανακοπής και μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία αποφασίζεται κατά πόσον «το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση» (απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere, C-337/22 P, EU:C:2026:71, σκέψεις 107 και 109).
57 Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο έχει κρίνει, όσον αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, ότι το ζήτημα αν εξακολουθεί να υφίσταται έγκυρο προστατευόμενο προγενέστερο δικαίωμα πρέπει να εκτιμάται κατά την ημερομηνία που το EUIPO αποφαίνεται οριστικώς επί της ανακοπής προκειμένου να κρίνει αν «το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση», όπερ περιλαμβάνει και το στάδιο της προσφυγής ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Πρόκειται για προκαταρκτικό ζήτημα επί του οποίου καλείται να αποφανθεί το EUIPO προτού ελέγξει αν ο ανακόπτων απέδειξε ότι το προγενέστερο δικαίωμα πληρούσε και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, και δη ότι παρείχε στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση πιο πρόσφατου σήματος (απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere, C-337/22 P, EU:C:2026:71, σκέψη 112).
58 Τρίτον, η ερμηνεία που εκτίθεται στη σκέψη 54 ανωτέρω επιρρωννύεται επίσης από τους σκοπούς της διαδικασίας ανακοπής.
59 Συναφώς, επισημαίνεται ότι τα κριτήρια που καθορίζονται στο μεν άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, όσον αφορά τα καταχωρισμένα προγενέστερα σήματα, συνιστούν εφαρμογή της αρχής της χρονικής προτεραιότητας, η οποία υπενθυμίζεται στην αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού 2017/1001 (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere, C-337/22 P, EU:C:2026:71, σκέψη 114).
60 Δυνάμει της αρχής της χρονικής προτεραιότητας, το αποκλειστικό δικαίωμα που παρέχουν ο κανονισμός 207/2009 και ο κανονισμός 2017/1001 στον δικαιούχο του ενωσιακού σήματος ανήκει σε όποιον καταχώρισε ή απέκτησε πρώτος κατά σειρά το οικείο σήμα. Επομένως, όπως προκύπτει από το άρθρο 46 του κανονισμού 207/2009, καθοριστική είναι η ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του σήματος αυτού ή, ενδεχομένως, η ημερομηνία προτεραιότητας που προβάλλεται προς στήριξη της εν λόγω αίτησης. Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ δύο σημάτων, όποιο σήμα αποκτήθηκε ή καταχωρίστηκε πρώτο τεκμαίρεται ότι πληροί τις προϋποθέσεις προστασίας πριν από το ενωσιακό σήμα το οποίο καταχωρίζεται δεύτερο(βλ. απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere, C-337/22 P, EU:C:2026:71, σκέψη 115 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
61 Υπό την ανωτέρω οπτική, η διαδικασία ανακοπής, που καταλέγεται μεταξύ των μηχανισμών προηγούμενου ελέγχου οι οποίοι είναι διαθέσιμοι στο πλαίσιο της διαδικασίας καταχώρισης των ενωσιακών σημάτων, εξυπηρετεί προληπτικό σκοπό συνιστάμενο στην αποφυγή της καταχώρισης ενωσιακών σημάτων που ενδέχεται να συγκρούονται με άλλα σήματα, μέσω της παροχής στον δικαιούχο προγενέστερου σήματος της δυνατότητας να εμποδίσει την καταχώριση σημείου ικανού να προσβάλει το σήμα του, χωρίς να θίγεται η ευχέρεια την οποία διαθέτει ο ίδιος δικαιούχος, δυνάμει του κανονισμού 207/2009, να ασκήσει αγωγή λόγω προσβολής εξαιτίας της χρήσης μεταγενέστερου σήματος ή να υποβάλει αίτηση κήρυξης της ακυρότητας του μεταγενέστερου σήματος, άπαξ και αυτό καταχωριστεί(βλ. απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere, C-337/22 P, EU:C:2026:71, σκέψη 116 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
62 Επιπλέον, ο γενικός σκοπός του κανονισμού 207/2009 είναι να σταθμίζονται, αφενός, το συμφέρον του δικαιούχου να διαφυλάξει την ουσιώδη λειτουργία του σήματός του, η οποία συνίσταται στο να εγγυάται στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη την ταυτότητα προέλευσης του προϊόντος ή της υπηρεσίας που φέρει το σήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, το εν λόγω προϊόν ή την εν λόγω υπηρεσία από εκείνα που έχουν άλλη προέλευση, και, αφετέρου, το συμφέρον άλλων επιχειρηματιών να έχουν στη διάθεσή τους σημεία ικανά να προσδιορίζουν τα δικά τους προϊόντα και τις δικές τους υπηρεσίες (βλ. απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere, C-337/22 P, EU:C:2026:71, σκέψη 117 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
63 Επομένως, η ερμηνεία κατά την οποία το EUIPO δεν οφείλει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι προγενέστερο σήμα έχει παύσει να προστατεύεται στην οικεία επικράτεια σε ημερομηνία μεταγενέστερη από εκείνη της κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προτού αποφανθεί το EUIPO επί της ανακοπής συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι είναι δυνατόν το EUIPO να δεσμεύεται να απορρίψει την καταχώριση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω ενδεχόμενης σύγκρουσης με προγενέστερο σήμα, ενώ, κατά την ημερομηνία της εν λόγω απορριπτικής απόφασης, το εν λόγω σήμα δεν προστατεύεται πλέον στη συγκεκριμένη επικράτεια από τη νομοθεσία ή τις συμβατικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή συναφώς (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere, C-337/22 P, EU:C:2026:71, σκέψη 120).
64 Ωστόσο, σε περίπτωση που το προγενέστερο σήμα δεν απολαύει πλέον τέτοιας προστασίας, η ουσιώδης λειτουργία του δεν μπορεί πλέον να θιγεί από την καταχώριση του ενωσιακού σήματος, δεδομένου ότι ένα τέτοιο προγενέστερο σήμα έχει παύσει να είναι ικανό να επιτελέσει την ουσιώδη αυτή λειτουργία. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται το προγενέστερο σήμα να εξακολουθεί να είναι σε ισχύ κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης επί της ανακοπής είναι αντίθετη προς τον γενικό σκοπό του κανονισμού, ο οποίος συνίσταται στη στάθμιση των συμφερόντων του δικαιούχου προγενέστερου σήματος και των συμφερόντων των τρίτων να έχουν στη διάθεσή τους σημεία ικανά να προσδιορίζουν τα δικά τους προϊόντα και τις δικές τους υπηρεσίες (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere, C-337/22 P, EU:C:2026:71, σκέψη 121).
65 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, διαπιστώνεται ότι η παραδοχή ότι η ύπαρξη σχετικού λόγου απαραδέκτου προβαλλόμενου προς στήριξη ανακοπής πρέπει να εκτιμάται κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς η απώλεια, μετά την ημερομηνία αυτή, της ιδιότητας του προγενέστερου σήματος ως καταχωρισμένου ή προστατευόμενου να επηρεάζει την έκβαση της ανακοπής, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα και το πλαίσιο του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 207/2009 ούτε, γενικότερα, στους σκοπούς της διαδικασίας ανακοπής (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere, C-337/22 P, EU:C:2026:71, σκέψεις 101 και 102).
66 Κατά συνέπεια, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα προγενέστερα σήματα στα οποία στηριζόταν η ανακοπή δεν έπρεπε να είναι σε ισχύ μόνον κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της αίτησης καταχώρισης του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, αλλά και κατά την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασής του, και ότι, για τον λόγο αυτόν, όφειλε να λάβει υπόψη τις εθνικές δικαστικές αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2023 και της 7ης Μαρτίου 2024, με τις οποίες κρίθηκε με οριστικό τρόπο ότι οι καταχωρίσεις των προγενέστερων σημάτων είχαν παύσει να ισχύουν, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ανακοπή είχε καταστεί άνευ αντικειμένου, λόγω της απώλειας της ισχύος των εν λόγω σημάτων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
67 Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, όπως επισήμανε το EUIPO κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το γεγονός ότι η απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere (C-337/22 P, EU:C:2026:71), εντάσσεται στο πλαίσιο της απώλειας προστασίας του προγενέστερου σήματος λόγω της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση δεν ασκεί επιρροή στη μεταφορά της λύσης που προκρίθηκε με την απόφαση αυτή στην υπό κρίση υπόθεση.
68 Συναφώς, το Δικαστήριο διευκρίνισε, στη σκέψη 140 της απόφασης της 5ης Φεβρουαρίου 2026, EUIPO κατά Nowhere (C-337/22 P, EU:C:2026:71), ότι το ζήτημα αν είναι κρίσιμο, για την εξέταση ανακοπής, το γεγονός ότι το προγενέστερο δικαίωμα έπαυσε να απολαύει της προστασίας που του παρείχε το ενωσιακό δίκαιο λόγω περίστασης ανεξάρτητης από τη βούληση του δικαιούχου του, όπως είναι η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση, σε αντίθεση με τη μη ανανέωση προγενέστερου σήματος όπως εν προκειμένω, δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή, δεδομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, σε μια τέτοια περίπτωση, η ουσιώδης λειτουργία του προγενέστερου δικαιώματος δεν είναι πλέον δυνατόν να απειληθεί από την καταχώριση του επίμαχου σήματος.
69 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών ορθώς έλαβε υπόψη το νέο πραγματικό περιστατικό που αφορούσε την ισχύ των προγενέστερων σημάτων, χωρίς να παραβιάσει την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Επιπλέον, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ήτοι ότι η συνεκτίμηση του συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού δεν λαμβάνει υπόψη το σκεπτικό της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), το οποίο έχει ισχύ δεδικασμένου, διαπιστώνεται ότι το νέο αυτό πραγματικό περιστατικό είναι μεταγενέστερο της εν λόγω απόφασης, οπότε η συνεκτίμησή του ούτε παραβιάζει το δεδικασμένο της ούτε, για τους προεκτεθέντες λόγους, την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
70 Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με παράβαση του άρθρου 55 του κανονισμού 207/2009
71 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, στηριζόμενη στο άρθρο 55, παράγραφος 1 και παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού 207/2009, αφενός, ότι η έκπτωση από το δικαίωμα επί σήματος παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία της αίτησης για την κήρυξη της έκπτωσης ή της άσκησης ανταγωγής και, αφετέρου, ότι η δική της έκπτωση, δεδομένου ότι είναι μεταγενέστερη της έκδοσης της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), δεν μπορεί να επηρεάσει το διατακτικό της απόφασης αυτής.
72 Συναφώς, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 11 της διάταξης της 13ης Νοεμβρίου 2020, Wallapop κατά EUIPO (C-763/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:998), το EUIPO υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η έκπτωση από τα δικαιώματα επί των προγενέστερων σημάτων παρήγαγε αποτελέσματα ex nunc, αντιστοίχως, στις 30 Οκτωβρίου 2019 και στις 3 Φεβρουαρίου 2020, οπότε η έκπτωση αυτή δεν επηρέασε τη νομιμότητα ούτε της πρώτης απόφασης του τμήματος προσφυγών ούτε της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640). Πλην όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, το EUIPO υποστήριξε το αντίθετο, τονίζοντας ότι δεν μπορούσε να κάνει δεκτά τα αιτήματα της προσφεύγουσας λόγω της έκπτωσής της από τα δικαιώματα επί των σημάτων των οποίων ήταν δικαιούχος και στα οποία στηριζόταν η ανακοπή. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, τέτοιες αντιφατικές θέσεις σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία της διαδικασίας απορρέουν από εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της έκπτωσης και προκαλούν ανασφάλεια δικαίου.
73 Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
74 Το άρθρο 55 του κανονισμού 207/2009, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποτελέσματα της έκπτωσης και της ακυρότητας», προβλέπει τα εξής:
«1. Στο βαθμό που ο δικαιούχος εκπίπτει του συνόλου ή μέρους των δικαιωμάτων του, το σήμα της ΕΕ θεωρείται ότι έχει παύσει να παράγει τα αποτελέσματα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, από την ημερομηνία της αίτησης για την έκπτωση ή της ανταγωγής. Κατ’ αίτηση ενός διαδίκου, μπορεί να καθοριστεί στην απόφαση προγενέστερη ημερομηνία, εφόσον κατ’ αυτήν συνέτρεχε ένας από τους λόγους έκπτωσης.
[...]
3. Με την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων που διέπουν είτε τις αγωγές για αποζημιώσεις λόγω πταίσματος ή κακής πίστης του δικαιούχου του σήματος, είτε τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το αναδρομικό αποτέλεσμα της έκπτωσης ή της ακυρότητας του σήματος του δικαιούχου δεν επηρεάζει:
α) τις αποφάσεις για παραποίηση/απομίμηση που έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και έχουν εκτελεστεί πριν από την έκδοση της απόφασης έκπτωσης ή ακυρότητας
β) τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν από την απόφαση έκπτωσης ή ακυρότητας, εφόσον έχουν εκτελεστεί πριν την απόφαση αυτή εντούτοις, μπορεί να απαιτηθεί, για λόγους ευθυδικίας, και εφόσον το δικαιολογούν οι περιστάσεις, η επιστροφή ποσών που καταβλήθηκαν δυνάμει της σύμβασης.»
75 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι τα προγενέστερα σήματα στα οποία έχει στηριχθεί η προσφεύγουσα αποτελούν εθνικά σήματα. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί λυσιτελώς να επικαλεστεί, όσον αφορά τα σήματα αυτά, το άρθρο 55 του κανονισμού 207/2009, το οποίο, όπως προκύπτει από τον τίτλο του εν λόγω κανονισμού, έχει εφαρμογή αποκλειστικώς στα σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
76 Επιπλέον, όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι η έκπτωση από τα δικαιώματα επί των προγενέστερων σημάτων δεν μπορεί να επηρεάσει το διατακτικό της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), επισημαίνεται, αφενός, ότι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι το OEPM διαπίστωσε την έκπτωση από τα δικαιώματα επί των προγενέστερων σημάτων στις 30 Οκτωβρίου 2019 και στις 3 Φεβρουαρίου 2020 λόγω μη ανανέωσης των δικαιωμάτων της προσφεύγουσας. Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ούτε ότι η έκπτωση αυτή είναι μεταγενέστερη της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), ότι λειτουργεί ex nunc, ήτοι δεν επιφέρει αναδρομικά αποτελέσματα, και ότι επικυρώθηκε με τις εθνικές δικαστικές αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2023 και της 7ης Μαρτίου 2024.
77 Αφετέρου, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα και όπως προκύπτει από τη σκέψη 40 ανωτέρω, η ακύρωση της απόφασης του πέμπτου τμήματος προσφυγών με την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640) χωρίς το Γενικό Δικαστήριο να προβεί σε μεταρρύθμιση της απόφασης αυτής συνεπάγεται την αναπομπή της υπόθεσης στο τμήμα προσφυγών κατά το μέρος που η απόφαση ακυρώθηκε και την υποχρέωση του τμήματος να εκδώσει νέα απόφαση προκειμένου να αποφανθεί επί της προσφυγής υπό το πρίσμα της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640).
78 Συναφώς, από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 46 ανωτέρω προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών εκδίδει την απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε μεταβολή των περιστάσεων έχει επέλθει μεταξύ της κατάθεσης της ανακοπής και του χρόνου έκδοσης της απόφασής του. Επομένως, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 66 και 69 ανωτέρω, το τμήμα προσφυγών όφειλε να λάβει υπόψη, πέραν των εκτιμήσεων της απόφασης της 3ης Οκτωβρίου 2018, wallapop (T-186/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:640), τυχόν νέες περιστάσεις, όπως η έκπτωση από τα δικαιώματα επί των προγενέστερων σημάτων ενόσω εκκρεμούσε η διαδικασία, δεδομένου ότι η ισχύς των σημάτων αυτών κατά τον χρόνο της λήψης της απόφασης είχε καθοριστική σημασία για το περιεχόμενο της απόφασης που επρόκειτο να εκδοθεί.
79 Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως.
80 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως τους οποίους προβάλλει η προσφεύγουσα προς στήριξη των αιτημάτων της δεν πρέπει να γίνει δεκτός, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
81 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
82 Δεδομένου ότι διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση και η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του EUIPO και της παρεμβαίνουσας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει τη Unipreus SL στα δικαστικά έξοδα.
|
G?lea |
Ricziov? |
Spangsberg Gr?nfeldt |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Σεπτεμβρίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.