Υπόθεση T-229/24, Isabel S?nchez κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δέκατο τμήμα) της 29ης Απριλίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-229/24, Isabel S?nchez κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δέκατο τμήμα) της 29ης Απριλίου 2026
Υπόθεση T-229/24, Isabel S?nchez κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δέκατο τμήμα) της 29ης Απριλίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 29ης Απριλίου 2026 (*)

« Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Προκήρυξη διαγωνισμού – Γενικός διαγωνισμός EPSO/AD/391/21 – Απόφαση περί μη εγγραφής του ονόματος του προσφεύγοντος στον πίνακα επιτυχόντων – Ίση μεταχείριση – Κανονικοποίηση των βαθμολογιών – Υποχρέωση αιτιολόγησης – Δικαιώματα άμυνας – Αρχή της χρηστής διοίκησης – Διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας – Εύλογο χρονικό διάστημα »

Στην υπόθεση T-229/24,

Isabel S?nchez, κάτοικος Βρυξελλών (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από την A. Champetier και τον S. Rodrigues, δικηγόρους,

προσφεύγουσα-ενάγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον J.-F. Brakeland, την K. Talab?r-Ritz και την S. Chantre,

καθής-εναγομένης,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. L. Kal?da (εισηγητή), πρόεδρο, T. Peri?in και S. Verschuur, δικαστές,

γραμματέας: A. Audras-Hidelot, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Δεκεμβρίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή-αγωγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα-ενάγουσα(στο εξής: προσφεύγουσα), Isabel S?nchez, ζητεί, αφενός, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής του γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/391/21, της 15ης Μαΐου 2023, με την οποία η τελευταία αποφάσισε, κατόπιν επανεξέτασης, να μην εγγράψει το όνομα της προσφεύγουσας στον πίνακα επιτυχόντων και, αφετέρου, την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που αυτή ισχυρίζεται ότι υπέστη.

 Ιστορικό της διαφοράς και πραγματικά περιστατικά μεταγενέστερα της άσκησης της προσφυγής-αγωγής

 Επί των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στην έκδοση της αρχικής απόφασης περί μη εγγραφής

2        Στις 10 Μαΐου 2021 η προσφεύγουσα υπέβαλε υποψηφιότητα στον γενικό διαγωνισμό βάσει τίτλων και εξετάσεων EPSO/AD/391/21 για την πρόσληψη διοικητικών υπαλλήλων (AD 7). Ο εν λόγω διαγωνισμός είχε ως αντικείμενο την κατάρτιση πινάκων επιτυχόντων από τους οποίους τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως η Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) Στήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων και η ΓΔ Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα μπορούσαν να προσλάβουν υπαλλήλους. Η προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 8 Απριλίου 2021 (ΕΕ 2021, C 120 A, σ. 1, στο εξής: προκήρυξη του διαγωνισμού). Στις 8 Μαρτίου 2022 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τροποποίηση του τμήματος 5 της προκήρυξης του διαγωνισμού το οποίο αφορούσε το «Κέντρο αξιολόγησης» (ΕΕ 2022, C 111 A, σ. 11).

3        Η προκήρυξη του διαγωνισμού προέβλεπε διαδικασία τριών σταδίων. Στο πρώτο στάδιο, έπρεπε να εξεταστούν οι φάκελοι όλων των υποψηφίων προκειμένου να εξακριβωθεί η τήρηση των προϋποθέσεων συμμετοχής βάσει των πληροφοριών που είχαν παρασχεθεί με την ηλεκτρονική αίτηση υποψηφιότητας και οι υποψήφιοι έπρεπε να υποβληθούν σε δοκιμασίες τύπου «Ερωτηματολογίων πολλαπλών επιλογών». Το δεύτερο στάδιο αφορούσε την επιλογή βάσει τίτλων (το λεγόμενο στάδιο του «αξιολογητή ταλέντου»), με βάση τα προσόντα που αναγράφονταν στην αίτηση υποψηφιότητας. Στο πλαίσιο του τρίτου σταδίου, οι υποψήφιοι που είχαν επιτύχει τα καλύτερα αποτελέσματα κατά το προηγούμενο στάδιο καλούνταν να συμμετάσχουν στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης. Σύμφωνα με την τροποποιημένη προκήρυξη του διαγωνισμού, το στάδιο αυτό συνίστατο σε τέσσερις δοκιμασίες, δηλαδή σε συνέντευξη με αντικείμενο τις γενικές ικανότητες, σε συνέντευξη αξιολόγησης ικανοτήτων βάσει συγκεκριμένων καταστάσεων, σε γραπτή δοκιμασία στον οικείο τομέα και σε συνέντευξη για θέματα σχετικά με τον τομέα. Τα ονόματα των υποψηφίων που έλαβαν τις υψηλότερες συνολικές βαθμολογίες κατά το πέρας του τρίτου αυτού σταδίου θα εγγράφονταν στους πίνακες επιτυχόντων του διαγωνισμού.

4        Την 1η Απριλίου 2022 η προσφεύγουσα ενημερώθηκε από την εξεταστική επιτροπή ότι είχε λάβει επαρκή αριθμό μονάδων στο πλαίσιο της δοκιμασίας του αξιολογητή ταλέντου ώστε να κληθεί να συμμετάσχει στις δοκιμασίες που διοργανώνονταν από το κέντρο αξιολόγησης.

5        Με απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2022, η προσφεύγουσα ενημερώθηκε ότι, αφού συγκέντρωσε 122 μονάδες κατά το πέρας των δοκιμασιών αυτών, το όνομά της δεν ενεγράφη στον πίνακα επιτυχόντων για τον λόγο ότι δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των υποψηφίων που έλαβαν τις υψηλότερες βαθμολογίες στις δοκιμασίες που είχαν διοργανωθεί στο κέντρο αξιολόγησης, δηλαδή τουλάχιστον 123 μονάδες (στο εξής: αρχική απόφαση περί μη εγγραφής).

6        Στις 20 Δεκεμβρίου 2022 η προσφεύγουσα ζήτησε το μη διορθωμένο αντίγραφο της γραπτής δοκιμασίας της, το οποίο της κοινοποιήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 2023.

7        Στις 22 Δεκεμβρίου 2022 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση επανεξέτασης της αξιολόγησης της επίδοσής της στη γραπτή δοκιμασία και στη συνέντευξη για θέματα σχετικά με τον τομέα.

8        Με απόφαση της 15ης Μαΐου 2023, η οποία ελήφθη κατόπιν επανεξέτασης, η εξεταστική επιτροπή επικύρωσε την αρχική απόφαση περί μη εγγραφής όσον αφορά τη βαθμολογία που συγκεντρώθηκε στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης.

9        Στις 30 Μαΐου 2023 η προσφεύγουσα απηύθυνε στην EPSO σειρά ερωτήσεων σχετικά με την επανεξέταση. Στις 31 Μαΐου 2023 η EPSO απάντησε ότι δεν μπορούσε παρά να επιβεβαιώσει την απάντηση της εξεταστικής επιτροπής στην αίτηση επανεξέτασης.

10      Στις 14 Αυγούστου 2023 η προσφεύγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ).

11      Με απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) απέρριψε τη διοικητική ένσταση που υπέβαλε η προσφεύγουσα (στο εξής: απόφαση περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης).

 Επί των αιτήσεων πρόσβασης στα έγγραφα και στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της προσφεύγουσας κατόπιν της αρχικής απόφασης περί μη εγγραφής

12      Στις 3 Ιουλίου 2023 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση πρόσβασης δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43), η οποία αφορούσε ειδικότερα τη συνέντευξη για θέματα σχετικά με τον τομέα, την κανονικοποίηση των βαθμολογιών (στο εξής: κανονικοποίηση) και τις συναντήσεις μεταξύ της EPSO και της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού (στο εξής: αρχική αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα).

13      Την ίδια ημέρα η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάστηκε η EPSO ή η εξεταστική επιτροπή όσον αφορά τη συνέντευξη για θέματα σχετικά με τον τομέα.

14      Στις 17 Αυγούστου 2023 η EPSO ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι, από τα επτά έγγραφα που προσδιορίστηκαν ως εμπίπτοντα στο αντικείμενο της αρχικής αίτησής της για πρόσβαση στα έγγραφα, της παρεχόταν πλήρης πρόσβαση σε τρία έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν ένα έγγραφο με τίτλο «Κανόνες της τρίτης βαθμολόγησης – Επίδραση του βαθμολογητή – Κανονικοποίηση», και μερική πρόσβαση σε ένα τέταρτο έγγραφο. Δεν της παρεχόταν πρόσβαση στα άλλα τρία έγγραφα, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, το οποίο αφορά την προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου.

15      Με έγγραφο της 31ης Αυγούστου 2023, η προσφεύγουσα υπέβαλε, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα που προσδιορίστηκαν από την EPSO στο πλαίσιο της αρχικής αίτησής της για πρόσβαση στα έγγραφα, προκειμένου η τελευταία να αναθεωρήσει τη θέση της (στο εξής: επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα).

16      Στις 16 Οκτωβρίου 2023 η EPSO απάντησε στην αίτηση πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της 3ης Ιουλίου 2023 και ανέφερε ότι τα δεδομένα αυτά είτε είχαν ήδη κοινοποιηθεί στην προσφεύγουσα είτε προστατεύονταν από το απόρρητο των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής δυνάμει του άρθρου 6 του παραρτήματος III του ΚΥΚ.

17      Στις 14 Φεβρουαρίου 2024 η προσφεύγουσα υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της EPSO σχετικά με τη διαδικασία γενικού διαγωνισμού βάσει τίτλων και εξετάσεων EPSO/AD/391/21, ιδίως όσον αφορά τη συνέντευξη για θέματα σχετικά με τον τομέα και τη μεθοδολογία βαθμολόγησης.

18      Με έγγραφο της 18ης Μαρτίου 2024, η Επιτροπή απάντησε στην επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα και ανέφερε ότι ένα από τα έγγραφα που προσδιόρισε η EPSO δεν ενέπιπτε στο αντικείμενο της αίτησης, αλλά παρέσχε πλήρη πρόσβαση σε ένα πρόσθετο έγγραφο σχετικό με την κανονικοποίηση, με τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές για την κανονικοποίηση». Επιβεβαίωσε την αρχική απόφαση όσον αφορά τα λοιπά έγγραφα.

19      Στις 29 Νοεμβρίου 2024 ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την έρευνα σχετικά με την καταγγελία που υπέβαλε η προσφεύγουσα, κρίνοντας, εν συνόψει, ότι τα έγγραφα που δεν της είχαν γνωστοποιηθεί αφορούσαν τις εργασίες και τις διαβουλεύσεις της εξεταστικής επιτροπής.

 Αιτήματα των διαδίκων

20      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την αρχική απόφαση περί μη εγγραφής

–        να ακυρώσει, εφόσον κριθεί αναγκαίο, την απόφαση περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης

–        να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει την υλική ζημία την οποία υπέστη η προσφεύγουσα και η οποία αντιστοιχεί στο 50 % του διαφυγόντος κέρδους που οφείλεται στην απώλεια της ευκαιρίας να προσληφθεί σε θέση μόνιμου υπαλλήλου

–        να υποχρεώσει την Επιτροπή να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη την οποία υπέστη η προσφεύγουσα και η οποία εκτιμάται σε 5 000 ευρώ

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

21      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του αντικειμένου της προσφυγής-αγωγής

22      Με το πρώτο αίτημά της, η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της αρχικής απόφασης περί μη εγγραφής.

23      Πρέπει, όμως, να υπενθυμιστεί ότι, όταν ένας υποψήφιος διαγωνισμού ζητεί, σύμφωνα με κανόνα που ορίζεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού, την επανεξέταση απόφασης της εξεταστικής επιτροπής, η απόφαση την οποία λαμβάνει η επιτροπή αυτή, κατόπιν επανεξέτασης της περίπτωσης του υποψηφίου, υποκαθιστά την αρχική της απόφαση και συνιστά, επομένως, τη βλαπτική πράξη (βλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2018, Villeneuve κατά Επιτροπής, T-671/16, EU:T:2018:519, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24      Ως εκ τούτου, η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής της 15ης Μαΐου 2023 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση επανεξέτασης της προσφεύγουσας υποκατέστησε την αρχική απόφαση περί μη εγγραφής.

25      Με το δεύτερο αίτημά της, η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση, εφόσον κριθεί αναγκαίο, της απόφασης περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης.

26       Επ’ αυτού, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία που έχει εφαρμογή στον τομέα του υπαλληλικού δικαίου της Ένωσης, η προσφυγή, ακόμη και αν τυπικά βάλλει κατά της απόρριψης της διοικητικής ένστασης, έχει ως αποτέλεσμα να επιλαμβάνεται ο δικαστής της βλαπτικής πράξης κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση, εκτός αν η απόρριψη της διοικητικής ένστασης έχει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο της πράξης κατά της οποίας υποβλήθηκε η ένσταση αυτή [βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2021, Calhau Correia de Paiva κατά Επιτροπής, T-202/17, EU:T:2021:323, σκέψη 34 (μη δημοσιευθείσα) και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

27      Επιπλέον, το γεγονός ότι η αρχή που είναι αρμόδια να αποφανθεί επί της διοικητικής ένστασης του προσφεύγοντος, απαντώντας στη διοικητική ένσταση, συμπλήρωσε ή τροποποίησε το αιτιολογικό της απόφασης περί επανεξέτασης δεν μπορεί να δικαιολογήσει το να θεωρηθεί η απόρριψη της ένστασης αυτής ως αυτοτελής βλαπτική για τον προσφεύγοντα πράξη, δεδομένου ότι η αιτιολογία της εν λόγω απόρριψης θεωρείται ότι ενσωματώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά της οποίας στράφηκε η διοικητική ένσταση [βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2021, Calhau Correia de Paiva κατά Επιτροπής, T-202/17, EU:T:2021:323, σκέψη 35 (μη δημοσιευθείσα) και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

28      Εν προκειμένω, η απόφαση περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης απλώς επιβεβαιώνει την απόφαση περί επανεξέτασης.

29      Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το ακυρωτικό αίτημα βάλλει μόνον κατά της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής της 15ης Μαΐου 2023 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση επανεξέτασης της προσφεύγουσας (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

 Επί του ακυρωτικού αιτήματος

30      Προς στήριξη της προσφυγής-αγωγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά τη μη δημοσίευση της διαδικασίας βαθμολόγησης στην προκήρυξη του διαγωνισμού, ο δεύτερος τη μη τήρηση του διαχωρισμού των αντίστοιχων καθηκόντων της εξεταστικής επιτροπής και της EPSO, ο τρίτος τη μη κατάρτιση από την εξεταστική επιτροπή πίνακα επιτυχόντων με όλους τους υποψηφίους που πληρούσαν τις προϋποθέσεις οι οποίες ορίζονταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού, ο τέταρτος παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και ο πέμπτος παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά τη συνέντευξη για θέματα σχετικά με τον τομέα.

31      Υπενθυμίζεται ότι, μολονότι οι διάδικοι καθορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί από τον δικαστή της Ένωσης, εναπόκειται στον τελευταίο να ερμηνεύσει τους λόγους ακυρώσεως βάσει της ουσίας τους και όχι βάσει του χαρακτηρισμού τους και, συνεπώς, να προβεί στον χαρακτηρισμό των λόγων και επιχειρημάτων που προβάλλονται με την προσφυγή (βλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2023, BZ κατά ΕΚΤ, T-162/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:647, σκέψη 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

32      Υπό τις συνθήκες αυτές, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, επτά λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά την παράλειψη δημοσίευσης της μεθόδου κανονικοποίησης στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή την παράλειψη προκαθορισμού της και προηγούμενης κοινοποίησής της, ο δεύτερος τον παράνομο χαρακτήρα της παρέμβασης της EPSO στο πλαίσιο της κανονικοποίησης, ο τρίτος παράβαση του άρθρου 5 του παραρτήματος III του ΚΥΚ, ο τέταρτος παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, ο πέμπτος προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, ο έκτος παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και ο έβδομος παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά τη συνέντευξη για θέματα σχετικά με τον τομέα.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά την παράλειψη δημοσίευσης της μεθόδου κανονικοποίησης στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή την παράλειψη προκαθορισμού της και προηγούμενης κοινοποίησής της

33      Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα φρονεί, εν συνόψει, ότι η κανονικοποίηση, ως μέθοδος βαθμολόγησης, θα έπρεπε να έχει δημοσιευθεί στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή, τουλάχιστον, να έχει καθοριστεί και κοινοποιηθεί από την εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού πριν από την έναρξη των δοκιμασιών. Μια τέτοια δημοσίευση θα ήταν σύμφωνη με την απαίτηση του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο ε', του παραρτήματος III του ΚΥΚ. Πλην όμως, οι κανόνες που διέπουν την κανονικοποίηση θεσπίστηκαν μόλις τέσσερις περίπου μήνες μετά τις διαβουλεύσεις σχετικά με τα αποτελέσματα της προσφεύγουσας στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης.

34      Επιπλέον, απαντώντας σε αίτημα με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε από τους διαδίκους, μέσω μέτρου οργάνωσης της διαδικασίας, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις ενδεχόμενες συνέπειες τις οποίες αντλούν από την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2025, CB κατά Επιτροπής (T-37/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:1119), η προσφεύγουσα εξέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι από τη σκέψη 58 της απόφασης εκείνης συνήγε ότι η έλλειψη προκαθορισμού των κριτηρίων βαθμολόγησης εμπόδιζε να εξακριβωθεί αν οι υποψήφιοι είχαν αξιολογηθεί βάσει αντικειμενικών και ομοιόμορφων κριτηρίων τα οποία ήταν εκ των προτέρων γνωστά, ότι από τη σκέψη 71 της εν λόγω απόφασης προέκυπτε ότι η μη προσκόμιση εγγράφου που να αποδεικνύει την εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής υιοθέτηση των συστάσεων που προέκυπταν από τη στατιστική ανάλυση της βαθμολογίας και της κανονικοποίησης εμπόδιζε να εξακριβωθεί αν η κανονικοποίηση είχε εφαρμοστεί κατά τρόπο συνεπή και αντικειμενικό και ότι από τη σκέψη 75 της ίδιας απόφασης έπρεπε να συναχθεί ότι, ελλείψει απόδειξης της διεξαγωγής συνεδρίασης της εξεταστικής επιτροπής υπό την πλήρη σύνθεσή της, δεν μπορούσε να εξακριβωθεί η τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων.

35      Κατά την Επιτροπή, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο η προσφεύγουσα αμφισβητεί ρητώς το συμβατό της προκήρυξης του διαγωνισμού με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ε', του παραρτήματος III του ΚΥΚ, συνιστά ένσταση ελλείψεως νομιμότητας η οποία πρέπει να κριθεί απαράδεκτη. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

36      Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τα όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σχετικά με τον καθορισμό των διαδικαστικών λεπτομερειών ενός διαγωνισμού και ότι δεν εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να ελέγξει τις διαδικαστικές αυτές λεπτομέρειες, παρά μόνον κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο για να διασφαλιστούν η ίση μεταχείριση των υποψηφίων και η αντικειμενική μεταξύ τους επιλογή (απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2021, ZR κατά EUIPO, T-610/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2021:5, σκέψη 36).

37      Υπενθυμίζεται επίσης ότι οι εργασίες μιας εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού περιλαμβάνουν, κατά κανόνα, δύο τουλάχιστον διακεκριμένα στάδια, δηλαδή, πρώτον, την εξέταση των αιτήσεων συμμετοχής προκειμένου να επιλεγούν οι υποψήφιοι στους οποίους θα επιτραπεί να μετάσχουν στον διαγωνισμό και, δεύτερον, την εξέταση των προσόντων των υποψηφίων για την προς πλήρωση θέση, ώστε να καταρτιστεί πίνακας επιτυχόντων (απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2021, JR κατά Επιτροπής, T-435/20, EU:T:2021:608, σκέψη 52).

38      Το δεύτερο στάδιο των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού είναι κυρίως συγκριτικής φύσεως και, επομένως, καλύπτεται από το απόρρητο το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τις εργασίες αυτές και το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 6 του παραρτήματος III του ΚΥΚ, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 1996, Κοινοβούλιο κατά Innamorati, C-254/95 P, EU:C:1996:276, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39      Η κανονικοποίηση, η οποία εντάσσεται στο δεύτερο στάδιο των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, έχει ως στόχο την εξουδετέρωση της σχετικής υποκειμενικότητας των διαφόρων διορθωτών κατά τη χορήγηση της βαθμολογίας, δεδομένου ότι ορισμένοι είναι αντικειμενικά αυστηρότεροι από άλλους. Μπορεί να αποδειχθεί σκόπιμη ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε διαδικασίας πρόσληψης. Η μέθοδος αυτή αποσκοπεί στην υλοποίηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, στο μέτρο που, αφενός, εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλους τους υποψηφίους που έχουν αξιολογηθεί με ανεξάρτητο τρόπο από δύο τουλάχιστον διαφορετικούς διορθωτές. Αφετέρου, καθιστά δυνατή τη συγκριτική εξέταση των υποψηφίων βάσει συγκρίσιμων στοιχείων, εν προκειμένω των βαθμολογιών που έχουν κανονικοποιηθεί στο επίπεδο του συνόλου των υποψηφίων του διαγωνισμού, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομοιογένεια της αξιολόγησης (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 2ας Μαρτίου 2016, Loescher κατά Συμβουλίου, F-84/15, EU:F:2016:29, σκέψεις 67 και 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

40      Υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων πρέπει να εξεταστεί η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας κατά την οποία η κανονικοποίηση θα έπρεπε να έχει δημοσιευθεί στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή, τουλάχιστον, να έχει καθοριστεί και κοινοποιηθεί πριν από την έναρξη των δοκιμασιών.

41      Κατά πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ε', του παραρτήματος III του ΚΥΚ απαιτεί η προκήρυξη του διαγωνισμού να προβλέπει την προσφυγή στην κανονικοποίηση, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προκήρυξη διαγωνισμού πρέπει να καθορίζει, στην περίπτωση διαγωνισμού βάσει εξετάσεων, τη φύση των εξετάσεων και τον αντίστοιχο τρόπο βαθμολόγησής τους. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, οι όροι της προκήρυξης του διαγωνισμού συνιστούν τόσο το πλαίσιο νομιμότητας όσο και το πλαίσιο εκτιμήσεως για την εξεταστική επιτροπή. Εξάλλου, βασική λειτουργία της προκήρυξης του διαγωνισμού είναι να πληροφορεί τους ενδιαφερόμενους κατά τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο για τη φύση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την κάλυψη της θέσης για την οποία πρόκειται, ώστε να τους παρέχει τη δυνατότητα να εκτιμήσουν αν έχει νόημα να υποβάλουν υποψηφιότητα (βλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Ιταλία κατά Επιτροπής, T-353/14 και T-17/15, EU:T:2016:495, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ε', του παραρτήματος III του ΚΥΚ δεν προβλέπει ούτε τη δημοσίευση ούτε την κοινοποίηση, πριν από τις δοκιμασίες, της ενδεχόμενης προσφυγής στην κανονικοποίηση.

43      Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι η κανονικοποίηση αποτελεί μέθοδο που αποσκοπεί στην εξουδετέρωση της σχετικής υποκειμενικότητας των διαφόρων διορθωτών κατά τη χορήγηση της βαθμολογίας, δεδομένου ότι ορισμένοι είναι αντικειμενικά αυστηρότεροι από άλλους, και, ως εκ τούτου, στη διασφάλιση της ομοιογένειας της αξιολόγησης (βλ. σκέψη 39 ανωτέρω), πράγμα το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητεί η προσφεύγουσα. Αντιθέτως, όμως, προς όσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, η προσφεύγουσα, η εφαρμογή μιας τέτοιας μεθόδου δεν εμπίπτει στην έννοια του «τρόπου βαθμολόγησης των εξετάσεων», η οποία αφορά τη βαθμολόγηση των διαφόρων δοκιμασιών ή ικανοτήτων που πρέπει να αξιολογηθούν.

44      Συνεπώς, δεν είναι υποχρεωτικό να αναγράφεται στην προκήρυξη διαγωνισμού η προσφυγή στην κανονικοποίηση.

45      Κατά δεύτερον, όσον αφορά την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας που αντλείται από το ότι η παράλειψη προκαθορισμού και κοινοποίησης της κανονικοποίησης στους υποψηφίους προσκρούει στην απαίτηση περί εξασφάλισης της αξιολόγησης των υποψηφίων βάσει αντικειμενικών και εκ των προτέρων γνωστών κριτηρίων, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα.

46      Κατά τη νομολογία, η υποχρέωση πρόσληψης υπαλλήλων που κατέχουν τα υψηλότερα προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας, την οποία επιβάλλει το άρθρο 27 του ΚΥΚ στα θεσμικά όργανα, συνεπάγεται ότι η ΑΔΑ και οι εξεταστικές επιτροπές διαγωνισμών οφείλουν να μεριμνούν, η καθεμία κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της, ώστε οι διαγωνισμοί να διεξάγονται με βάση τις αρχές της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων, της συνεπούς βαθμολόγησης και της αντικειμενικής αξιολόγησης (βλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2021, ZR κατά EUIPO, T-610/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2021:5, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47      Ως εκ τούτου, έχει κριθεί ότι η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού όσον αφορά τον προσδιορισμό των διαδικασιών και του λεπτομερούς περιεχομένου των δοκιμασιών στις οποίες υποβάλλονται οι υποψήφιοι πρέπει να αντισταθμίζεται από επιμελή τήρηση των κανόνων που διέπουν την οργάνωση των δοκιμασιών αυτών. Συνεπώς, η εξεταστική επιτροπή οφείλει να μεριμνά για την αυστηρή τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων κατά τη διεξαγωγή των δοκιμασιών και για την αντικειμενικότητα της επιλογής μεταξύ των ενδιαφερομένων (βλ. απόφαση της 6ης Ιουλίου 2022, VI κατά Επιτροπής, T-20/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:427, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Προκειμένου να διασφαλίζονται η ίση μεταχείριση μεταξύ των υποψηφίων, η συνεπής βαθμολόγηση και η αντικειμενική αξιολόγηση, η εξεταστική επιτροπή οφείλει να εγγυάται τη συνεπή εφαρμογή των κριτηρίων αξιολόγησης σε όλους τους υποψηφίους (βλ. απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2022, SY κατά Επιτροπής, T-312/21, EU:T:2022:814, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49      Η εξεταστική επιτροπή, λόγω της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως την οποία διαθέτει κατά την εκτέλεση των εργασιών της, έχει την ευχέρεια, όταν η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν προβλέπει κριτήρια βαθμολόγησης, να καθορίζει τέτοια κριτήρια ή, όταν η προκήρυξη του διαγωνισμού προβλέπει μεν τα εν λόγω κριτήρια, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται στη στάθμισή τους, να προσδιορίζει τη στάθμιση αυτή (βλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2021, JR κατά Επιτροπής, T-435/20, EU:T:2021:608, σκέψη 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50      Πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι η προσφυγή στην κανονικοποίηση αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης στο πλαίσιο του δευτέρου σταδίου των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, το οποίο αφορά την εξέταση των προσόντων των υποψηφίων για την προς πλήρωση θέση.

51      Επ’ αυτού, πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση περί προσφυγής στην κανονικοποίηση μπορεί να ληφθεί μόνον κατόπιν των δοκιμασιών, όταν οι βαθμοί που έδωσαν οι διορθωτές είναι γνωστοί στα μέλη της εξεταστικής επιτροπής και διαπιστώνεται η ύπαρξη υπερβολικά μεγάλων αποκλίσεων μεταξύ των βαθμών των διαφόρων διορθωτών. Ειδικότερα, όπως παραδέχθηκε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν μπορεί να είναι γνωστό εκ των προτέρων αν η προσφυγή στην κανονικοποίηση θα είναι αναγκαία και, ως εκ τούτου, η απόφαση περί προσφυγής στην κανονικοποίηση δεν μπορεί να ληφθεί από την εξεταστική επιτροπή πριν από τη διόρθωση των δοκιμασιών.

52      Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή κατά την εκτέλεση των εργασιών της, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 49 ανωτέρω, η επιτροπή αυτή, ακόμη και αν στην προκήρυξη του διαγωνισμού δεν γίνεται μνεία ενδεχόμενης κανονικοποίησης, έχει την ευχέρεια να προβεί σε κανονικοποίηση και να καθορίσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της.

53      Επ’ αυτού, παρατηρείται ότι η προσφεύγουσα δεν τεκμηριώνει το επιχείρημά της ότι η έλλειψη προκαθορισμού και προηγούμενης κοινοποίησης της κανονικοποίησης θίγει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων.

54      Πράγματι, σε αντίθεση με τη «φύση» και τον «τρόπο βαθμολόγησης» των εξετάσεων, που αφορούν τις ίδιες τις εξετάσεις και, επομένως, αντικειμενικά στοιχεία τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού (βλ. σκέψη 41 ανωτέρω), η κανονικοποίηση αποσκοπεί στην εξουδετέρωση της υποκειμενικότητας στο πλαίσιο των συγκριτικής φύσεως εκτιμήσεων της εξεταστικής επιτροπής, εκτιμήσεων οι οποίες καλύπτονται από το απόρρητο που περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής (βλ. σκέψεις 38 και 39 ανωτέρω). Επιπλέον, όπως παραδέχθηκε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ακόμη και αν γνώριζε, πριν από τις δοκιμασίες, ότι η εξεταστική επιτροπή θα προέβαινε σε κανονικοποίηση, τούτο δεν θα επέφερε κάποια συγκεκριμένη αλλαγή στην προετοιμασία της για τον διαγωνισμό.

55      Δεύτερον, όσον αφορά την εκ μέρους της προσφεύγουσας παραπομπή στη σκέψη 58 της απόφασης της 17ης Δεκεμβρίου 2025, CB κατά Επιτροπής (T-37/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:1119), η οποία πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τη σκέψη 59 της εν λόγω απόφασης, στις σκέψεις αυτές επισημαίνεται ότι, σε ένα πλαίσιο στο οποίο δεν ήταν σταθερή η σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής και δεν υπήρχε συνέχεια στην προεδρία της, ελλείψει κλίμακας βαθμολόγησης ή, τουλάχιστον, συγκεκριμένων ενδείξεων σχετικά με τα κριτήρια αξιολόγησης, δεν ήταν δυνατόν να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των κριτηρίων αυτών σε όλους τους υποψηφίους.

56      Εν προκειμένω, όμως, η προσφεύγουσα ούτε απέδειξε ούτε καν επικαλέστηκε τέτοια έλλειψη σταθερότητας στη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής και συνέχειας στην προεδρία της, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις εργασίες της. Συνεπώς, η παραπομπή στη σκέψη 58 της απόφασης της 17ης Δεκεμβρίου 2025, CB κατά Επιτροπής (T-37/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:1119), δεν ασκεί, εν πάση περιπτώσει, επιρροή.

57      Επομένως, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η έλλειψη προκαθορισμού και κοινοποίησης της κανονικοποίησης στους υποψηφίους αντέβαινε στις αρχές της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων, της συνεπούς βαθμολόγησης και της αντικειμενικής αξιολόγησης.

58      Τρίτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι οι κανόνες που διέπουν την κανονικοποίηση θεσπίστηκαν, εν προκειμένω, μόλις τέσσερις περίπου μήνες μετά τις διαβουλεύσεις της εξεταστικής επιτροπής.

59      Πράγματι, αφενός, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η εξεταστική επιτροπή εξέδωσε συστάσεις σχετικά με την κανονικοποίηση με πρακτικά της 11ης Οκτωβρίου 2022. Αφετέρου, από την απάντηση της Επιτροπής στο μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας και από τις εξηγήσεις της κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι, σύμφωνα με πάγια πρακτική κατά τον χρόνο διεξαγωγής του διαγωνισμού, η EPSO παρείχε στην εξεταστική επιτροπή, προς ενημέρωση, στατιστική επισκόπηση των βαθμών που είχαν απονεμηθεί από τους διορθωτές, εξηγώντας την επίδραση που θα είχε η κανονικοποίηση επί των βαθμών αυτών. Το έγγραφο με τίτλο «Κανόνες της τρίτης βαθμολόγησης – Επίδραση του βαθμολογητή – Κανονικοποίηση», το οποίο παρασχέθηκε στην προσφεύγουσα από την EPSO στις 17 Αυγούστου 2023 (βλ. σκέψη 14 ανωτέρω), συντάχθηκε από την τελευταία το 2023 για να συνοψίσει την εν λόγω πρακτική. Από τις διευκρινίσεις αυτές, τις οποίες δεν αμφισβήτησε η προσφεύγουσα, προκύπτει ότι οι πληροφορίες σχετικά με την κανονικοποίηση, οι οποίες συνοψίζονταν στο εν λόγω έγγραφο, ενέπιπταν σε συνήθη πρακτική πολύ προγενέστερη της προκήρυξης του διαγωνισμού.

60      Συναφώς, η εκ μέρους της προσφεύγουσας παραπομπή στη σκέψη 71 της απόφασης της 17ης Δεκεμβρίου 2025, CB κατά Επιτροπής (T-37/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:1119), η οποία αφορά την παράλειψη της Επιτροπής να προσκομίσει έγγραφο ικανό να αποδείξει την έκδοση των συστάσεων σχετικά με διαδικασία κανονικοποίησης, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, εν προκειμένω, η εξεταστική επιτροπή εξέδωσε τέτοιες συστάσεις με πρακτικά της 11ης Οκτωβρίου 2022.

61      Κατά τρίτον, με την απάντησή της στο μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, κανένα έγγραφο δεν αποδεικνύει ότι όλα τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής ήταν παρόντα για να εγκρίνουν τα αποτελέσματα της διαδικασίας κανονικοποίησης, ενώ, κατά τη σκέψη 75 της απόφασης της 17ης Δεκεμβρίου 2025, CB κατά Επιτροπής (T-37/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:1119), εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι η εξεταστική επιτροπή συνεδρίασε σε πλήρη σύνθεση για να εκδώσει τις τελικές αποφάσεις.

62      Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί οι οποίοι αποτελούν απλώς περαιτέρω ανάπτυξη λόγου που προβλήθηκε προηγουμένως, άμεσα ή έμμεσα, με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο και οι οποίοι συνδέονται στενά με αυτόν πρέπει να κρίνονται παραδεκτοί [βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2020, HeidelbergCement και Schwenk Zement κατά Επιτροπής, T-380/17, EU:T:2020:471, σκέψη 87 (μη δημοσιευθείσα) και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

63      Επ’ αυτού, αφενός, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η σκέψη 75 της απόφασης της 17ης Δεκεμβρίου 2025, CB κατά Επιτροπής (T-37/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:1119), ακολουθεί την πάγια νομολογία η οποία παρατίθεται στη σκέψη 73 της εν λόγω απόφασης και κατά την οποία, δεδομένου του συγκριτικού χαρακτήρα της κατάρτισης πίνακα επιτυχόντων, είναι ουσιώδες η εξεταστική επιτροπή να συνεδριάζει σε πλήρη σύνθεση κατά την τελική διάσκεψη. Επομένως, η νομολογία αυτή, η οποία υπενθυμίζεται εξάλλου στο πλαίσιο έλλειψης σταθερότητας στη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής, είναι παγιωμένη.

64      Αφετέρου, διαπιστώνεται ότι το επιχείρημα της προσφεύγουσας με το οποίο επικρίνεται η έλλειψη απόδειξης περί διεξαγωγής τελικής συνεδρίασης της εξεταστικής επιτροπής υπό την πλήρη σύνθεσή της, και το οποίο προβλήθηκε για πρώτη φορά με την απάντησή της στο μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας που ελήφθη κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως περαιτέρω ανάπτυξη λόγου που προβλήθηκε προηγουμένως με το δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό είναι απαράδεκτο.

65      Επομένως, από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η διαδικασία πρόσληψης δεν ενέχει καμία διαδικαστική πλημμέλεια που να απορρέει από τη χρήση της κανονικοποίησης χωρίς δημοσίευσή της στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή καθορισμό και κοινοποίησή της πριν από την έναρξη των δοκιμασιών.

66      Ως εκ τούτου, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί της ένστασης απαραδέκτου που ήγειρε η Επιτροπή όσον αφορά προβαλλόμενη ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά τον παράνομο χαρακτήρα της παρέμβασης της EPSO στο πλαίσιο της κανονικοποίησης

67      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η παρέμβαση της EPSO στη διόρθωση των εξετάσεων, μέσω τροποποίησης των βαθμολογιών αφού η εξεταστική επιτροπή είχε ολοκληρώσει την αξιολόγηση των υποψηφίων, αντιβαίνει στους κανόνες της προκήρυξης του διαγωνισμού, η οποία δεν αναφέρει τέτοια παρέμβαση, καθώς και στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ε', και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του παραρτήματος III του ΚΥΚ. Η EPSO υπερέβη τον κατ’ ουσίαν οργανωτικό της ρόλο παρέχοντας συνδρομή όσον αφορά την εφαρμογή της κανονικοποίησης ελλείψει σαφών και εκ των προτέρων καθορισμένων κανόνων. Επιπλέον, τα κριτήρια της κανονικοποίησης δεν βασίζονται στα προσόντα των υποψηφίων, αντιθέτως προς ό,τι απαιτεί το άρθρο 27 του ΚΥΚ, αλλά στα προσόντα των αξιολογητών επί των οποίων η EPSO στηρίζει τις προσαρμογές της. Επιπροσθέτως, η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής να παρεκκλίνει, κατόπιν της παρέμβασης της EPSO, από τα αντικειμενικά κριτήρια βαθμολόγησης που προβλέπονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού αντιβαίνει στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

68      Η Επιτροπή φρονεί ότι η προσφεύγουσα, κατά παράβαση του άρθρου 76, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας, δεν αναφέρει σαφώς τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η διάταξη αυτή παραβιάστηκε λόγω του ότι ο ρόλος της EPSO στη διαδικασία κανονικοποίησης δεν εκτέθηκε στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Ως εκ τούτου, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

69      Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας σχετικά με το γεγονός ότι η παρέμβαση της EPSO στο στάδιο της κανονικοποίησης δεν προβλεπόταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως επισημάνθηκε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η ενδεχόμενη χρήση της κανονικοποίησης δεν πρέπει υποχρεωτικά να μνημονεύεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού και, ως εκ τούτου, η προσφυγή της εξεταστικής επιτροπής στην κανονικοποίηση δεν σημαίνει ότι η επιτροπή αυτή παρεξέκλινε από τα κριτήρια που ορίζονταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού.

70      Ομοίως, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η EPSO δεν παρενέβη παρά μόνο κατά το στάδιο της κανονικοποίησης, η προσφεύγουσα δεν μπορεί βασίμως να ισχυριστεί ότι η παρέμβαση της EPSO θα έπρεπε να έχει προβλεφθεί στην προκήρυξη του διαγωνισμού.

71      Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η παρέμβαση της EPSO στο στάδιο της κανονικοποίησης δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ε', και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του παραρτήματος III του ΚΥΚ, διαπιστώνεται ότι, μολονότι, κατά την πρώτη αυτή διάταξη, η προκήρυξη του διαγωνισμού πρέπει να προσδιορίζει, στην περίπτωση των διαγωνισμών βάσει εξετάσεων, τη φύση των εξετάσεων και τον αντίστοιχο τρόπο βαθμολόγησής τους, τα καθήκοντα της EPSO καθορίζονται από το άρθρο 7, παράγραφοι 1 έως 3, του παραρτήματος III του ΚΥΚ.

72      Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφοι 1 έως 3, του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ, η EPSO επικουρεί τα διάφορα θεσμικά όργανα καθορίζοντας και οργανώνοντας τις διαδικασίες επιλογής υπαλλήλων σύμφωνα με τις γενικές ρυθμίσεις που θεσπίζουν τα εν λόγω όργανα (βλ. απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2022, SY κατά Επιτροπής, T-312/21, EU:T:2022:814, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

73      Εν προκειμένω, στο πλαίσιο του άρθρου 7, παράγραφος 1, του παραρτήματος III του ΚΥΚ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης της 11ης Οκτωβρίου 2022, τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής διεξήγαγαν συζήτηση για τη στατιστική ανάλυση και την κανονικοποίηση των βαθμών την οποία εξήγησε η EPSO ως προς όλους τους υποψηφίους που έγιναν δεκτοί στο κέντρο αξιολόγησης για τη γραπτή δοκιμασία, τη συνέντευξη με αντικείμενο τις γενικές ικανότητες και τη συνέντευξη αξιολόγησης ικανοτήτων βάσει συγκεκριμένων καταστάσεων και, στη συνέχεια, αποφάσισαν να επικυρώσουν τους βαθμούς που προέκυψαν από την εν λόγω κανονικοποίηση. Η συνέντευξη για θέματα σχετικά με τον τομέα δεν υπέκειτο στη μέθοδο αυτή, δεδομένου ότι αξιολογήθηκε από δύο διορθωτές ταυτόχρονα.

74      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η EPSO είχε αναλύσει, ανά δοκιμασία, τους βαθμούς που είχαν δώσει οι διορθωτές από στατιστικής απόψεως και είχε παράσχει στην εξεταστική επιτροπή το προφίλ βαθμολόγησης κάθε διορθωτή για καθεμία από τις τρεις δοκιμασίες. Η εξεταστική επιτροπή διαπίστωσε, χάρη σε έγγραφο PowerPoint που κατάρτισε η EPSO, ότι υπήρχαν αποκλίσεις στα προφίλ βαθμολόγησης των διορθωτών, πράγμα που υποδήλωνε ότι οι βαθμολογίες αυτές είχαν επηρεαστεί από την υποκειμενικότητά τους. Κατόπιν τούτου, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι μια τέτοια ανομοιογένεια δεν ήταν συμβατή με την αρχή της ίσης μεταχείρισης και αποφάσισε να εφαρμόσει τη διαδικασία κανονικοποίησης.

75      Όπως επισήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αντικρουστεί από την προσφεύγουσα, η EPSO εφάρμοσε, στο πλαίσιο της διαδικασίας κανονικοποίησης, έναν επιστημονικώς αποδεδειγμένο μαθηματικό τύπο στις βαθμολογίες που είχαν απονείμει οι διορθωτές. Η εξεταστική επιτροπή εξέτασε τα αποτελέσματα των εναρμονισμένων βαθμολογιών και αποφάσισε τελικά να υιοθετήσει μία από τις δύο προτάσεις κανονικοποίησης που διατύπωσε η EPSO.

76      Ειδικότερα, η παρέμβαση της EPSO περιορίστηκε σε τεχνική υποστήριξη και μόνον η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να προσφύγει, βάσει στατιστικών στοιχείων, στη διαδικασία κανονικοποίησης προκειμένου να εφαρμόσει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αρχή η οποία υπονομευόταν από τις αποκλίσεις που είχαν διαπιστωθεί στα προφίλ βαθμολόγησης των διορθωτών.

77      Επομένως, η εξεταστική επιτροπή ουδόλως μεταβίβασε την εξουσία λήψης αποφάσεων την οποία διαθέτει και βάσει της οποίας εκφέρει αξιολογική κρίση επί των επιδόσεων των υποψηφίων. Διατήρησε τον έλεγχο των διαδικασιών καθώς και την εξουσία της να προβεί σε τελική εκτίμηση όσον αφορά την αντιπροσωπευτικότητα των κανονικοποιημένων βαθμολογιών.

78      Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι τα κριτήρια κανονικοποίησης δεν βασίζονται, αντιθέτως προς ό,τι απαιτεί το άρθρο 27 του ΚΥΚ, στα προσόντα των υποψηφίων, αλλά στην έλλειψη αντικειμενικότητας των αξιολογητών επί της οποίας η EPSO στηρίζει τις προσαρμογές της, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι η κανονικοποίηση αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, επιδιώκοντας να εξουδετερώσει τη σχετική υποκειμενικότητα των διαφόρων διορθωτών και, ως εκ τούτου, να διασφαλίσει την ομοιογένεια της αξιολόγησης, και δεν εξηγεί πώς μια τέτοια επιδίωξη θα υπονόμευε μια διαδικασία πρόσληψης βασιζόμενη στα προσόντα των υποψηφίων. Πράγματι, επισημαίνεται ότι οι βαθμολογίες που ενέκρινε η εξεταστική επιτροπή κατόπιν της κανονικοποίησης αντικατοπτρίζουν τις εκτιμήσεις στις οποίες αυτή προέβη σχετικά με τις επιδόσεις των υποψηφίων βάσει των προσόντων τους.

79      Τέταρτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας που αντλείται από παράβαση του άρθρου 41 του Χάρτη λόγω της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής να παρεκκλίνει, κατόπιν της παρέμβασης της EPSO, από τα κριτήρια βαθμολόγησης που προβλέπονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού, δεδομένου ότι διαπιστώθηκε στη σκέψη 69 ανωτέρω ότι η εξεταστική επιτροπή δεν παρεξέκλινε από την προκήρυξη αυτή.

80      Από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγεται, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί της ένστασης απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή λόγω έλλειψης σαφήνειας στην επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 5 του παραρτήματος III του ΚΥΚ

81      Η προσφεύγουσα προβάλλει, εν συνόψει, πλημμέλεια της διαδικασίας πρόσληψης, όπως αυτή εφαρμόστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον η εξεταστική επιτροπή δεν τήρησε τα κριτήρια τα οποία προβλέπονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 του παραρτήματος III του ΚΥΚ, και αφορούν την κατάρτιση του πίνακα επιτυχόντων, στο μέτρο που, λόγω της κανονικοποίησης, τα ονόματα των υποψηφίων που έλαβαν το σύνολο των ελάχιστων απαιτούμενων βαθμολογιών και τις υψηλότερες βαθμολογίες στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης δεν ενεγράφησαν στον πίνακα αυτό.

82      Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου λόγω παράβασης του άρθρου 76, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας, καθόσον η προσφεύγουσα περιορίζεται σε ανακριβείς δηλώσεις ως προς την παράβαση του άρθρου 5 του παραρτήματος III του ΚΥΚ, στηριζόμενες στην έκθεση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού της 16ης Δεκεμβρίου 2022. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

83      Συναφώς, από το δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής προκύπτει ότι η προσφεύγουσα προβάλλει, στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, πλημμέλεια της διαδικασίας πρόσληψης για δύο λόγους. Αφενός, υποστηρίζει ότι η μη δημοσίευση της μεθόδου κανονικοποίησης, όπως προκύπτει από τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, καθιστά πλημμελή τη διαδικασία πρόσληψης. Αφετέρου, ισχυρίζεται ότι ο πίνακας επιτυχόντων περιλαμβάνει μόνον τα ονόματα των υποψηφίων που έλαβαν τις υψηλότερες βαθμολογίες κατόπιν της κανονικοποίησης και όχι εκείνα των υποψηφίων που έλαβαν το σύνολο των ελάχιστων απαιτούμενων βαθμολογιών και τις υψηλότερες βαθμολογίες στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης.

84      Ωστόσο, όπως προκύπτει από τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, αφενός, η διαδικασία πρόσληψης, όπως εφαρμόστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ενέχει καμία πλημμέλεια λόγω της προσφυγής στην κανονικοποίηση χωρίς δημοσίευσή της στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή προκαθορισμό της πριν από την έναρξη των δοκιμασιών. Αφετέρου, μόνον οι βαθμολογίες που ενέκρινε η εξεταστική επιτροπή κατόπιν της κανονικοποίησης αντικατοπτρίζουν τις εκτιμήσεις της επιτροπής αυτής ως προς τις επιδόσεις των υποψηφίων κατά τις διάφορες δοκιμασίες, καθώς οι βαθμολογίες που έδωσαν οι διορθωτές, πριν από τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, είναι απλώς ενδιάμεσες βαθμολογίες.

85      Ως εκ τούτου, ο πίνακας επιτυχόντων, όπως καταρτίστηκε από την εξεταστική επιτροπή, είναι σύμφωνος με το άρθρο 5 του παραρτήματος III του ΚΥΚ καθόσον περιέχει τα ονόματα των υποψηφίων που έλαβαν το σύνολο των ελάχιστων απαιτούμενων βαθμολογιών (τουλάχιστον 123 μονάδες σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού) καθώς και τις υψηλότερες βαθμολογίες στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης.

86      Επομένως, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί της ένστασης απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης

87      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν της παρέχει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του αντικτύπου της κανονικοποίησης επί της βαθμολογίας της και, επομένως, να κατανοήσει τους λόγους της μη εγγραφής του ονόματός της στον πίνακα επιτυχόντων. Λόγω της κανονικοποίησης αυτής, η διαβίβαση και μόνον της βαθμολογίας που καθορίστηκε κατόπιν της κανονικοποίησης δεν μπορεί να συνιστά επαρκή αιτιολογία.

88      Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου λόγω παράβασης του άρθρου 76, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας, καθόσον ο λόγος ακυρώσεως που αφορά παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης δεν περιέχει καμία συγκεκριμένη αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

89      Επ’ αυτού, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η έλλειψη ή η ανεπάρκεια αιτιολογίας αποτελεί παράβαση ουσιώδους τύπου και συνιστά λόγο δημοσίας τάξεως τον οποίο ο δικαστής της Ένωσης μπορεί, και μάλιστα πρέπει, να λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως (βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2021, Λιανοπούλου κατά Επιτροπής, T-880/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2021:325, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

90      Συνεπώς, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.

91      Περαιτέρω, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν απαιτείται να προσδιορίζονται στην αιτιολογία όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία ασκούν επιρροή, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξης ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εξετάζεται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν τον σχετικό τομέα (βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2020, Επιτροπή κατά Di Bernardo, C-114/19 P, EU:C:2020:457, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

92      Όσον αφορά τις αποφάσεις μιας εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού, η υποχρέωση αιτιολόγησης πρέπει να συμβιβάζεται με την τήρηση του απορρήτου που περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής δυνάμει του άρθρου 6 του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ. Το απόρρητο αυτό επιβλήθηκε προς διασφάλιση της ανεξαρτησίας των εξεταστικών επιτροπών των διαγωνισμών και της αντικειμενικότητας των εργασιών τους, καθόσον αυτές προστατεύονται από εξωτερικές παρεμβάσεις και πιέσεις, προερχόμενες είτε από τις ίδιες τις διοικητικές αρχές της Ένωσης, είτε από τους υποψηφίους, είτε από τρίτους. Συνεπώς, η τήρηση του απορρήτου αποκλείει τόσο τη δημοσιοποίηση της στάσης που τήρησαν τα μέλη εξεταστικής επιτροπής όσο και την αποκάλυψη οποιουδήποτε στοιχείου που αφορά εκτιμήσεις προσωπικής ή συγκριτικής φύσεως σχετικές με τους υποψηφίους (απόφαση της 4ης Ιουλίου 1996, Κοινοβούλιο κατά Innamorati, C-254/95 P, EU:C:1996:276, σκέψη 24).

93      Ως εκ τούτου, η γνωστοποίηση των βαθμών που λαμβάνουν οι υποψήφιοι στις διάφορες δοκιμασίες συνιστά επαρκή αιτιολογία των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής. Μια τέτοια αιτιολογία δεν θίγει τα δικαιώματα των υποψηφίων, δεδομένου ότι τους παρέχει τη δυνατότητα να πληροφορηθούν την αξιολογική κρίση που αφορά τις επιδόσεις τους και να εξακριβώσουν, ενδεχομένως, ότι πράγματι δεν έλαβαν τη βαθμολογία που απαιτείται από την προκήρυξη του διαγωνισμού (απόφαση της 4ης Ιουλίου 1996, Κοινοβούλιο κατά Innamorati, C-254/95 P, EU:C:1996:276, σκέψεις 31 και 32).

94      Εν προκειμένω, η αρχική απόφαση περί μη εγγραφής καθώς και η προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίες απευθύνθηκαν στην προσφεύγουσα, αναφέρουν ότι η τελευταία δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των υποψηφίων που έλαβαν τις υψηλότερες βαθμολογίες στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης.

95      Επιπλέον, σε παράρτημα της αρχικής απόφασης περί μη εγγραφής, η προσφεύγουσα έλαβε το φυλλάδιο ικανοτήτων της, το οποίο περιλαμβάνει, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση, την κατανομή των βαθμών τους οποίους συγκέντρωσε καθώς και τις επιδόσεις της για κάθε γενική και ειδική ικανότητα που αξιολογήθηκε κατά τις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης.

96      Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πληροί τις απαιτήσεις τις οποίες θέτει η νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 93 ανωτέρω.

97      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η προσφυγή στην κανονικοποίηση απαιτούσε πρόσθετη αιτιολογία.

98      Πράγματι, δεδομένου ότι η κανονικοποίηση έχει ως σκοπό να συμβάλει στη συγκριτική εξέταση των υποψηφίων (βλ. σκέψη 39 ανωτέρω), το αίτημα της προσφεύγουσας να πληροφορηθεί τον αντίκτυπο της κανονικοποίησης επί της βαθμολογίας της θα προϋπέθετε την κοινοποίηση προς αυτήν τόσο της ενδιάμεσης βαθμολογίας της όσο και των ενδιάμεσων βαθμολογιών των λοιπών υποψηφίων. Η πληροφόρηση αυτή θα προϋπέθετε επίσης την κοινοποίηση των πραγματοποιηθέντων υπολογισμών.

99      Οι ενδιάμεσες βαθμολογίες όμως, των οποίων η κοινοποίηση θα μπορούσε να αποκαλύψει στοιχεία που αφορούν εκτιμήσεις προσωπικής ή συγκριτικής φύσεως σχετικές με τους υποψηφίους (βλ. σκέψη 92 ανωτέρω), καλύπτονται κατ’ ανάγκην από το απόρρητο που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού.

100    Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να συμβιβαστεί η υποχρέωση αιτιολόγησης με την τήρηση του απορρήτου που περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, δεν είναι δυνατόν να κοινοποιηθούν στην προσφεύγουσα η ενδιάμεση βαθμολογία της ούτε οι ενδιάμεσες βαθμολογίες των λοιπών υποψηφίων. Ομοίως, δεν είναι δυνατόν να της κοινοποιηθούν οι υπολογισμοί που πραγματοποιήθηκαν με βάση τις ενδιάμεσες βαθμολογίες, στο μέτρο που η κοινοποίηση των υπολογισμών αυτών θα αποκάλυπτε κατ’ ανάγκην τις ενδιάμεσες βαθμολογίες.

101    Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας

102    Η προσφεύγουσα προβάλλει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς της λόγω της μη κοινοποίησης κρίσιμων στοιχείων ή λόγω του ότι τα στοιχεία αυτά της κοινοποιήθηκαν καθυστερημένα. Επομένως, δεν μπόρεσε να εντοπίσει τυχόν αριθμητικά σφάλματα κατά τον υπολογισμό των βαθμών της. Επιπλέον, η αδιαφάνεια της παρέμβασης της EPSO στο σύστημα βαθμολόγησης των εξετάσεων εμποδίζει κάθε χρήσιμο έλεγχο. Επιπροσθέτως, η άρνηση πρόσβασης στην ακριβή διατύπωση της τελευταίας ερώτησης της συνέντευξης για θέματα σχετικά με τον τομέα την εμπόδισε να αναφερθεί σε αυτήν καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.

103    Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου λόγω παράβασης του άρθρου 76, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας, καθόσον ο λόγος ακυρώσεως που αφορά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας δεν περιέχει καμία συγκεκριμένη αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το σημείο αυτό. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

104    Επ’ αυτού, υπενθυμίζεται ότι από τη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και, ειδικότερα, του δικαιώματος ακροάσεως, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α', του Χάρτη, προκύπτει ότι πρέπει να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα, πριν από την έκδοση της δυσμενούς γι’ αυτόν απόφασης, να εκφράσει λυσιτελώς την άποψή του ως προς το υποστατό και την κρισιμότητα των πραγματικών γεγονότων και περιστάσεων επί των οποίων η διοίκηση προτίθεται να στηρίξει την απόφασή της. Επιπλέον, ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως επιβάλλεται ακόμη και όταν η εφαρμοστέα ρύθμιση δεν προβλέπει ρητώς την τήρηση μιας τέτοιας διατύπωσης (βλ. απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2019, TN κατά ENISA, T-461/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:63, σκέψη 111 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

105    Συνεπώς, απόφαση δυσμενής για τον ενδιαφερόμενο μπορεί να ληφθεί μόνον αφού του έχει δοθεί η δυνατότητα να εκφράσει λυσιτελώς την άποψή του σχετικά με το σχέδιο απόφασης, στο πλαίσιο γραπτής ή προφορικής ανταλλαγής απόψεων η οποία έχει ξεκινήσει με πρωτοβουλία της ΑΔΑ και της οποίας το βάρος αποδείξεως φέρει η τελευταία (βλ. απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2019, TN κατά ENISA, T-461/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:63, σκέψη 112 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

106    Υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία, η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας συνεπάγεται την ακύρωση της απόφασης που ελήφθη κατά το πέρας της σχετικής διοικητικής διαδικασίας μόνο στην περίπτωση που, αν δεν υπήρχε η πλημμέλεια αυτή, η εν λόγω διαδικασία θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα (βλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2020, Επιτροπή κατά RQ, C-831/18 P, EU:C:2020:481, σκέψη 105 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

107    Για να αποδείξει ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο προσφεύγων πρέπει να εξηγήσει ποια είναι τα επιχειρήματα και τα στοιχεία που θα είχε προβάλει εάν είχαν γίνει σεβαστά τα δικαιώματα άμυνάς του και να αποδείξει, ενδεχομένως, ότι τα εν λόγω επιχειρήματα και στοιχεία θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα στην περίπτωσή του [βλ. απόφαση της 3ης Ιουλίου 2019, PT κατά ΕΤΕπ, T-573/16, EU:T:2019:481, σκέψη 269 (μη δημοσιευθείσα) και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

108    Ωστόσο, δεν μπορεί να επιβληθεί στον προσφεύγοντα που προβάλλει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς του η υποχρέωση να αποδείξει ότι η απόφαση του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης θα ήταν διαφορετική, αλλά μόνον ότι το ενδεχόμενο αυτό δεν αποκλείεται εντελώς (βλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2020, Επιτροπή κατά RQ, C-831/18 P, EU:C:2020:481, σκέψη 106 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

109    Επιπλέον, το ζήτημα αυτό πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις πραγματικές και νομικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2020, Επιτροπή κατά RQ, C-831/18 P, EU:C:2020:481, σκέψη 107 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

110    Εν προκειμένω, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως (βλ. σκέψεις 94 και 95 ανωτέρω), γνωστοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα, με την αρχική απόφαση περί μη εγγραφής, ο λόγος άρνησης εγγραφής του ονόματός της στον πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού, δηλαδή το ότι δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των υποψηφίων που έλαβαν τις υψηλότερες βαθμολογίες στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης, καθώς και το φυλλάδιο ικανοτήτων της, στο οποίο αναγράφονται η κατανομή των βαθμών της καθώς και οι επιδόσεις της για κάθε γενική και ειδική ικανότητα που αξιολογήθηκε κατά τις δοκιμασίες του κέντρου αξιολόγησης.

111    Επιπλέον, κατόπιν αίτησής της, η προσφεύγουσα έλαβε στις 5 Ιανουαρίου 2023 το μη διορθωμένο αντίγραφο της γραπτής δοκιμασίας της στο κέντρο αξιολόγησης (βλ. σκέψη 6 ανωτέρω).

112    Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα μπόρεσε να ζητήσει εγκαίρως, βάσει των γενικών διατάξεων του παραρτήματος III της προκήρυξης του διαγωνισμού, την επανεξέταση της αρχικής απόφασης περί μη εγγραφής και να γνωστοποιήσει τις αιτιάσεις της (βλ. σκέψεις 7 και 8 ανωτέρω).

113    Επ’ αυτού, πρέπει να τονιστεί ότι η διαδικασία επανεξέτασης, η οποία έχει ως σκοπό να παράσχει στον υποψήφιο τη δυνατότητα να προβάλει το σύνολο των πραγματικών και νομικών στοιχείων τα οποία θεωρεί ικανά να επηρεάσουν την απόφαση που μπορεί να ληφθεί ως προς αυτόν, και η οποία ενδέχεται να καταλήξει σε θετική απάντηση εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανένταξη του υποψηφίου στον διαγωνισμό κατά το στάδιο από το οποίο αποκλείστηκε, καθιστά δυνατή τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, PH κατά Επιτροπής, T-613/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:529, σκέψεις 199 έως 207).

114    Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι η απόφαση που εξέδωσε η εξεταστική επιτροπή κατά το πέρας της διαδικασίας επανεξέτασης είναι η βλαπτική για την ενδιαφερομένη πράξη η οποία αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής-αγωγής, όπως προκύπτει από τη σκέψη 29 ανωτέρω.

115    Επομένως, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα άσκησε τα δικαιώματα άμυνάς της προτού της απευθυνθεί βλαπτική γι’ αυτήν απόφαση.

116    Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα που προβάλλει η προσφεύγουσα.

117    Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας περί παράλειψης κοινοποίησης πληροφοριών σχετικών με τον τρόπο με τον οποίο η κανονικοποίηση επηρέασε τη βαθμολογία της, από τις σκέψεις 99 και 100 ανωτέρω προκύπτει ότι η κοινοποίηση των ενδιάμεσων βαθμολογιών και των υπολογισμών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της κανονικοποίησης θα έθιγε την ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων άμυνας και του απορρήτου των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής.

118    Επιπλέον, βεβαίως, όπως παραδέχθηκε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο μαθηματικός τύπος που εφαρμόστηκε στο πλαίσιο της κανονικοποίησης είναι δημοσίως γνωστός και δεν καλύπτεται από το απόρρητο των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο εν λόγω τύπος δεν κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα όταν αυτή ενημερώθηκε, με το έγγραφο της 18ης Μαρτίου 2024, για την εφαρμογή διαδικασίας κανονικοποίησης.

119    Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι ο μαθηματικός τύπος που εφαρμόστηκε στο πλαίσιο της κανονικοποίησης, εξεταζόμενος χωριστά, δεν αποτελεί στοιχείο ως προς το οποίο η προσφεύγουσα θα έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να αμυνθεί. Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 98 ανωτέρω, δεδομένου ότι η κανονικοποίηση συνίσταται σε συγκριτική μέθοδο, η οποία απαιτεί γνώση των ενδιάμεσων βαθμολογιών της προσφεύγουσας και των λοιπών υποψηφίων, ενώ οι βαθμολογίες αυτές δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν, διαπιστώνεται ότι απλώς και μόνον ο τύπος κανονικοποίησης δεν αποτελεί αναγκαία πληροφορία παρέχουσα στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τον τρόπο με τον οποίο η κανονικοποίηση επηρέασε τη βαθμολογία της.

120    Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα περιορίζεται στο να επικαλεστεί την πιθανότητα αριθμητικού σφάλματος κατά το στάδιο της κανονικοποίησης, το οποίο θα μπορούσε να έχει συμβάλει στη μη εγγραφή του ονόματός της στον πίνακα επιτυχόντων, χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση τη μέθοδο κανονικοποίησης που χρησιμοποίησε η εξεταστική επιτροπή ούτε να προσκομίζει κάποια ένδειξη περί τέτοιου αριθμητικού σφάλματος. Στο μέτρο, όμως, που μόνον οι τελικές βαθμολογίες τις οποίες ενέκρινε η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού αποτελούν τη βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, το επιχείρημα αυτό δεν πληροί τις απαιτήσεις που υπενθυμίστηκαν στις σκέψεις 107 και 108 ανωτέρω.

121    Δεύτερον, όσον αφορά την προβαλλόμενη αδιαφάνεια στην παρέμβαση της EPSO, από τις σκέψεις 69 έως 80 ανωτέρω προκύπτει ότι η EPSO δεν ενήργησε εκτός του νομικού πλαισίου των αρμοδιοτήτων της. Ο ρόλος της στο πλαίσιο της διαδικασίας κανονικοποίησης μπορούσε να είναι γνωστός στην προσφεύγουσα χάρη στο νομικό πλαίσιο που απορρέει από τον ΚΥΚ. Επομένως, η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα να προβάλει τις αιτιάσεις της κατά του ρόλου της EPSO, πράγμα το οποίο εξάλλου έπραξε στο πλαίσιο της διοικητικής ένστασής της.

122    Τρίτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η ακριβής διατύπωση της τελευταίας ερώτησης της συνέντευξης για θέματα σχετικά με τον τομέα θα έπρεπε να της έχει κοινοποιηθεί προκειμένου να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα άμυνας.

123    Επ’ αυτού, επισημαίνεται ότι, με τη διοικητική ένστασή της, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ούτε τη σημασία της ερώτησης που τέθηκε ούτε το βάσιμο της απάντησης που θεωρήθηκε ορθή, πράγμα που θα μπορούσε να έχει δικαιολογήσει την κοινοποίηση της εν λόγω ερώτησης στο πλαίσιο της απάντησης στη διοικητική ένστασή της. Αντιθέτως, καθόσον εξηγούνται η φύση του σφάλματος που διαπράχθηκε στη διατύπωση της ερώτησης, δηλαδή η σύγχυση μεταξύ δύο όρων, κατά τη συνέντευξή της για θέματα σχετικά με τον τομέα και η παρέμβαση του προέδρου της εξεταστικής επιτροπής για τη διόρθωση του σφάλματος, από τη διοικητική ένστασή της προκύπτει ότι η προσφεύγουσα ήταν πράγματι σε θέση να διατυπώσει τις αιτιάσεις της στην αίτησή της για επανεξέταση και στη διοικητική ένστασή της.

124    Ως εκ τούτου, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί της ένστασης απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης

125    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η διοίκηση παραβίασε την αρχή της χρηστής διοίκησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη λόγω των χρονικών διαστημάτων επεξεργασίας των αιτήσεών της για πρόσβαση στα έγγραφα και στα προσωπικά δεδομένα οι οποίες υποβλήθηκαν κατόπιν της αρχικής απόφασης περί μη εγγραφής και της διοικητικής ένστασής της κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Αφενός, προσάπτει στη Διοίκηση ότι απάντησε καθυστερημένα στη διοικητική ένστασή της, καθώς η απάντηση αυτή δόθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2024, ενώ η αρχική απόφαση περί μη εγγραφής εκδόθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2022. Αφετέρου, επικρίνει τις ανακολουθίες στις απαντήσεις που δόθηκαν στην αίτησή της για πρόσβαση στα έγγραφα όσον αφορά το περιεχόμενο ενός εγγράφου με τίτλο «Decision Table F1» και τη διεξαγωγή συνεδριάσεων της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με τις αιτήσεις επανεξέτασης, καθώς και το χρονικό διάστημα για την παροχή απάντησης. Η EPSO απέκρυψε ουσιώδεις λεπτομέρειες σχετικά με την κανονικοποίηση και τις γνωστοποίησε μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής διοικητικής ένστασης. Επομένως, η EPSO δεν εξασφάλισε επαρκές επίπεδο διαφάνειας που να παρέχει στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν τηρήθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του διαγωνισμού.

126    Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου λόγω παράβασης του άρθρου 76, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας, καθόσον ο λόγος ακυρώσεως που αφορά παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης δεν περιέχει καμία συγκεκριμένη αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το σημείο αυτό. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

127    Επ’ αυτού, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση τήρησης εύλογου χρονικού διαστήματος κατά τη διεξαγωγή των διοικητικών διαδικασιών συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, της οποίας τον σεβασμό διασφαλίζει ο δικαστής της Ένωσης και η οποία προβλέπεται ως συστατικό στοιχείο του δικαιώματος χρηστής διοίκησης στο άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη (απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2012, F?ller-Tomlinson κατά Κοινοβουλίου, T-390/10 P, EU:T:2012:652, σκέψη 115 πρβλ., επίσης, απόφαση της 7ης Απριλίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C-321/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:218, σκέψη 32).

128    Ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διοικητικής διαδικασίας εκτιμάται σε σχέση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης και, ιδίως, το πλαίσιό της, τα διάφορα διαδικαστικά στάδια που ακολούθησε το θεσμικό όργανο, τη συμπεριφορά των μερών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης καθώς και το διακύβευμα της ένδικης διαφοράς για τα ενδιαφερόμενα μέρη (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 2005, Branco κατά Επιτροπής, T-347/03, EU:T:2005:265, σκέψη 114 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

129    Πρώτον, όσον αφορά την προβαλλόμενη καθυστερημένη κοινοποίηση στην προσφεύγουσα της απόφασης περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης, επισημαίνεται ότι η τετράμηνη προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ άρχισε να τρέχει μόνον από την υποβολή της διοικητικής ένστασης, δηλαδή στις 14 Αυγούστου 2023, και έληξε στις 14 Δεκεμβρίου 2023. Είναι αληθές ότι η ρητή απόφαση περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα μόλις στις 24 Ιανουαρίου 2024, δηλαδή μετά τη λήξη της τετράμηνης προθεσμίας που προβλέπεται συναφώς.

130    Ωστόσο, όσον αφορά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της υποβολής της διοικητικής ένστασης και της απόφασης περί απόρριψής της, υπενθυμίζεται ότι, βάσει του άρθρου 90 του ΚΥΚ, η παράλειψη απάντησης εντός της τετράμηνης αυτής προθεσμίας ισοδυναμεί με σιωπηρή απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί ένδικη προσφυγή. Υπενθυμίζεται επίσης ότι η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας απάντησης, όταν η προσφυγή αφορά σιωπηρή απόφαση περί απόρριψης διοικητικής ένστασης. Εντούτοις, κατά το άρθρο 91, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του ΚΥΚ, όταν λαμβάνεται ρητή απόφαση περί απόρριψης διοικητικής ένστασης μετά τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση, αλλά εντός της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, η προθεσμία άσκησης προσφυγής αρχίζει εκ νέου (βλ. απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Barata κατά Κοινοβουλίου, T-81/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:137, σκέψεις 83 και 84).

131    Όσον αφορά την απόφαση περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης, διαπιστώνεται ότι, μολονότι η απόφαση περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης ελήφθη μετά τη λήξη της τετράμηνης προθεσμίας απάντησης, η καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί να έχει επιπτώσεις στο ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης που ελήφθη κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Curto κατά Κοινοβουλίου, T-275/17, EU:T:2018:479, σκέψη 104).

132    Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο.

133    Δεύτερον, όσον αφορά το χρονικό διάστημα επεξεργασίας των αιτήσεών της για πρόσβαση στα έγγραφα και στα προσωπικά δεδομένα, η προσφεύγουσα δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα προκειμένου να εξηγήσει για ποιον λόγο οι προβαλλόμενες καθυστερήσεις επηρέασαν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Πράγματι, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής-αγωγής είναι η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση επανεξέτασης της προσφεύγουσας (βλ. σκέψη 29 ανωτέρω). Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ούτε τη νομιμότητα της επιβεβαιωτικής απόφασης περί πρόσβασης στα έγγραφα ούτε τη νομιμότητα της απόφασης σχετικά με την πρόσβαση στα προσωπικά της δεδομένα της 16ης Οκτωβρίου 2023. Επομένως, το επιχείρημα αυτό, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι βάσιμο, δεν μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

134    Συνεπώς, το εν λόγω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές.

135    Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προσάψει στην Επιτροπή ότι απέκρυψε ουσιώδεις λεπτομέρειες σχετικά με την κανονικοποίηση μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής διοικητικής ένστασης. Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα, η οποία αφορούσε ιδίως την κανονικοποίηση, μόλις στις 3 Ιουλίου 2023, δηλαδή σχεδόν δύο μήνες μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 15 Μαΐου 2023. Κατόπιν της αίτησης αυτής, έλαβε στις 17 Αυγούστου 2023 το έγγραφο με τίτλο «Κανόνες της τρίτης βαθμολόγησης – Επίδραση του βαθμολογητή – Κανονικοποίηση» (βλ. σκέψη 14 ανωτέρω). Στη συνέχεια, σε απάντηση της επιβεβαιωτικής αίτησής της για πρόσβαση στα έγγραφα της 31ης Αυγούστου 2023, έλαβε στις 18 Μαρτίου 2024 το έγγραφο με τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές για την κανονικοποίηση» (βλ. σκέψη 18 ανωτέρω). Επομένως, στο μέτρο που η προσφεύγουσα εκτιμά ότι έλαβε τα εν λόγω έγγραφα πολύ αργά για να μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει λυσιτελώς στο πλαίσιο της διοικητικής ένστασής της, τούτο οφείλεται κυρίως στην καθυστερημένη υποβολή της αίτησής της για πρόσβαση σε αυτά, και όχι στη συμπεριφορά της Επιτροπής.

136    Τρίτον, όσον αφορά τις προβαλλόμενες από την προσφεύγουσα ανακολουθίες των απαντήσεων στην αίτησή της για πρόσβαση στα έγγραφα, η προσφεύγουσα δεν εξηγεί για ποιον λόγο αυτές επηρεάζουν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

137    Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό πρέπει να θεωρηθεί αλυσιτελές.

138    Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι, όσον αφορά τη διεξαγωγή συνεδρίασης ως προς την αίτηση επανεξέτασης της προσφεύγουσας και την ύπαρξη πρακτικών, ούτε από την απόφαση περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης ούτε από τις αποφάσεις σχετικά με την αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα προκύπτει ότι διαβιβάστηκαν στην προσφεύγουσα αντιφατικές πληροφορίες. Επομένως, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί της ένστασης απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, ο έκτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αλυσιτελής και εν μέρει αβάσιμος.

 Επί του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης για θέματα σχετικά με τον τομέα

139    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, λόγω ουσιαστικής πλημμέλειας, η εξεταστική επιτροπή δεν μερίμνησε για την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης για θέματα σχετικά με τον τομέα. Συγκεκριμένα, κατόπιν περιστατικού σχετικού με την τελευταία ερώτηση της δοκιμασίας αυτής την οποία έθεσε ένα από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής, το οποίο έσφαλε δύο φορές κατά τη διατύπωσή της πριν διορθωθεί από τον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής, η εν λόγω ερώτηση τροποποιήθηκε, με αποτέλεσμα να διαταραχθεί η ίση μεταχείριση μεταξύ των υποψηφίων.

140    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

141    Επ’ αυτού, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι οι εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού όταν αξιολογεί τις ικανότητες των υποψηφίων και οι αποφάσεις με τις οποίες η εξεταστική επιτροπή διαπιστώνει την αποτυχία ενός υποψηφίου σε μια δοκιμασία συνιστούν έκφραση αξιολογικής κρίσης. Επομένως, εντάσσονται στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού και δεν υπόκεινται στον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης παρά μόνο σε περίπτωση προφανούς παράβασης των κανόνων που διέπουν τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής (βλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2022, Rauff-Nisthar κατά Επιτροπής, T-341/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:516, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

142    Επιπλέον, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της ίσης μεταχείρισης, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης οφείλουν να εξασφαλίζουν σε όλους τους υποψηφίους ενός διαγωνισμού την, κατά το μέγιστο δυνατό, ακώλυτη και ομαλή διεξαγωγή των δοκιμασιών (βλ. απόφαση της 24ης Απριλίου 2001, Torre κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-159/98, EU:T:2001:121, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

143    Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, μια πλημμέλεια κατά τη διεξαγωγή των δοκιμασιών ενός διαγωνισμού επηρεάζει τη νομιμότητα των εν λόγω δοκιμασιών μόνον εάν η πλημμέλεια αυτή είναι ουσιώδης ή εάν ο προσφεύγων αποδείξει ότι η πλημμέλεια ενδέχεται να έχει νοθεύσει τα αποτελέσματα των δοκιμασιών (βλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2025, Zardini κατά Επιτροπής, T-9/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:496, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

144    Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη, αφενός, ότι μια διοικητική πράξη απολαύει τεκμηρίου νομιμότητας και, αφετέρου, ότι το βάρος αποδείξεως του παράνομου χαρακτήρα της πράξης αυτής βαρύνει, κατ’ αρχήν, εκείνον ο οποίος τον επικαλείται, εναπόκειται στον προσφεύγοντα να προσκομίσει, τουλάχιστον, αρκούντως ακριβείς, αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις ώστε να τεκμηριώνεται ή να πιθανολογείται η αλήθεια των πραγματικών περιστατικών τα οποία προβάλλει προς στήριξη της αξίωσής του (βλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2025, LA κατά Επιτροπής, T-4/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:495, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

145    Όσον αφορά ειδικότερα τις προφορικές δοκιμασίες διαγωνισμού, η εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού διευρύνεται περαιτέρω από το στοιχείο της ελευθερίας και της αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει αυτό το είδος δοκιμασίας, η οποία, ως εκ της φύσεώς της, παρουσιάζει λιγότερη ομοιομορφία σε σχέση με τη γραπτή δοκιμασία και της οποίας το περιεχόμενο μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με την πείρα και την προσωπικότητα των διαφόρων υποψηφίων καθώς και με τις απαντήσεις που αυτοί δίνουν στις ερωτήσεις της εξεταστικής επιτροπής (απόφαση της 24ης Απριλίου 2013, BX κατά Επιτροπής, F-88/11, EU:F:2013:51, σκέψη 60).

146    Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η διαδικαστική πλημμέλεια οφείλεται σε τροποποίηση μιας από τις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά τη συνέντευξη για θέματα σχετικά με τον τομέα, κατόπιν προβλήματος στη διατύπωση της ερώτησης αυτής, δηλαδή της χρήσης του αγγλικού όρου «outcome» αντί του όρου «output», κατά τη διάρκεια των πρώτων αξιολογήσεων.

147    Διαπιστώνεται, όμως, ότι η προσφεύγουσα δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η συγκεκριμένη τροποποίηση της ερώτησης συνιστά ουσιώδη πλημμέλεια ικανή να καταστήσει παράνομη την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 143 ανωτέρω.

148    Επιπλέον, η εξεταστική επιτροπή επιβεβαίωσε, με την απάντησή της στην αίτηση επανεξέτασης, ότι το περιστατικό που ανέφερε η προσφεύγουσα δεν είχε αρνητικό αντίκτυπο στη συνολική αξιολόγησή της και ότι οι λοιποί υποψήφιοι έτυχαν της ίδιας μεταχείρισης.

149    Μολονότι είναι αληθές ότι στον διάδικο ο οποίος φέρει το βάρος αποδείξεως, εν προκειμένω στην προσφεύγουσα, δεν μπορεί να επιβληθεί το βάρος μιας απόδειξης που είναι αδύνατον να προσκομιστεί, εντούτοις η προσφεύγουσα περιορίζεται στο να ισχυριστεί, χωρίς να προσκομίζει κανένα στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού της, ότι η τροποποίηση της διατύπωσης μιας από τις ερωτήσεις της συνέντευξης για θέματα σχετικά με τον τομέα κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών συνιστά αφ’ εαυτής παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

150    Επ’ αυτού, επισημαίνεται ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η διατύπωση μιας από τις ερωτήσεις της συνέντευξης για θέματα σχετικά με τον τομέα ήταν διαφορετική, τούτο δεν σημαίνει ότι η ερώτηση που τέθηκε στην προσφεύγουσα, το σφάλμα στη διατύπωση της οποίας διορθώθηκε, όπως η ίδια αναγνωρίζει, από τον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας της, ήταν οπωσδήποτε δυσκολότερη ως προς την κατανόησή της απ’ ό,τι η ερώτηση που τέθηκε στους επόμενους υποψηφίους και ότι, ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

151    Επιπλέον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσφεύγουσα εκτιμά ότι η πλημμέλεια απορρέει από τη μειονεκτική θέση στην οποία βρέθηκε επειδή δεν είχε χρόνο να απαντήσει στην τελευταία ερώτηση της συνέντευξης για θέματα σχετικά με τον τομέα λόγω του σφάλματος στη διατύπωση της ερώτησης, η προσφεύγουσα περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι η χρήση του όρου «outcome» αντί του όρου «output» προκάλεσε πλήρη αλλαγή νοήματος η οποία την εμπόδισε να απαντήσει. Ωστόσο, δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού της, ο οποίος παραμένει πολύ γενικός.

152    Απλώς και μόνον η δυσκολία κατανόησης, κατ’ ουσίαν, της ερώτησης που τέθηκε κατά τη διάρκεια προφορικής δοκιμασίας και η τυχόν συνακόλουθη απώλεια χρόνου τον οποίο έχει στη διάθεσή του ένας υποψήφιος για να διατυπώσει την απάντησή του σε σχέση με άλλους υποψηφίους δεν μπορούν να συνιστούν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στις σκέψεις 141 έως 145 ανωτέρω.

153    Πράγματι, κατά την προσφεύγουσα, «η ερώτηση επαναλήφθηκε δύο φορές διότι ήταν ακατανόητη» και, κατόπιν τούτου, «ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής χρειάστηκε να παρέμβει αναδιατυπώνοντας την ερώτηση για τρίτη φορά». Επομένως, από την εξήγηση αυτή προκύπτει ότι ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής παρενέβη αμέσως για να διορθώσει το επίμαχο σφάλμα, το οποίο, εξάλλου, αφορούσε έναν μόνο όρο. Ως εκ τούτου, η εξεταστική επιτροπή μπόρεσε, όπως επισημαίνεται στην απόφαση περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης, να κρίνει, αφού εξέτασε τους βαθμούς της προσφεύγουσας, ότι ούτε ο περιορισμένος χρόνος που δόθηκε στην τελευταία ούτε η προβαλλόμενη «σύγχυση» την οποία αυτή αναφέρει είχαν «αρνητικό αντίκτυπο» στη συνολική αξιολόγησή της.

154    Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω σκέψεων, ο έβδομος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και, ως εκ τούτου, το ακυρωτικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

 Επί του αιτήματος αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης

155    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, λόγω του παράνομου χαρακτήρα της προσβαλλόμενης απόφασης, υπέστη υλική ζημία χάνοντας την ευκαιρία να προσληφθεί στον βαθμό AD 7 και ηθική βλάβη, για τις οποίες ζητεί αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση αντίστοιχα.

156    Όσον αφορά την υλική ζημία, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση λόγω απώλειας της ευκαιρίας, αφενός, να εγγραφεί στον πίνακα επιτυχόντων του επίμαχου διαγωνισμού και, αφετέρου, να λάβει, πιο μακροπρόθεσμα, υψηλότερες αποδοχές και υψηλότερη σύνταξη γήρατος. Εκτιμά ότι, εάν είχε εγγραφεί στον εν λόγω πίνακα επιτυχόντων, θα είχε 50 % πιθανότητες να προσληφθεί και φρονεί ότι το ποσοστό αυτό πρέπει να εφαρμοστεί στο ποσό του δυνητικού διαφυγόντος κέρδους. Επιπλέον, ο υπολογισμός αυτός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις διαφορές των βασικών αποδοχών μεταξύ της τρέχουσας θέσης της και εκείνης του μόνιμου υπαλλήλου, των ειδικών επιδομάτων και των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.

157    Όσον αφορά την ηθική βλάβη, η προσφεύγουσα ζητεί χρηματική ικανοποίηση λόγω της αβεβαιότητας και του άγχους που προκάλεσε ο παράνομος χαρακτήρας της προσβαλλόμενης απόφασης. Εκτιμά επίσης ότι η έλλειψη επιμέλειας με την οποία αντιμετωπίστηκε ο φάκελός της συνεπάγεται ηθική βλάβη. Φρονεί ότι η εν λόγω ηθική βλάβη δεν μπορεί να αποκατασταθεί μόνο με την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και ζητεί χρηματική ικανοποίηση ύψους 5 000 ευρώ.

158    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

159    Επ’ αυτού, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως που ασκείται από υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού, η στοιχειοθέτηση της ευθύνης του θεσμικού οργάνου προϋποθέτει τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων οι οποίες αφορούν τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτόμενης στο όργανο αυτό συμπεριφοράς, το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας. Οι τρεις προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης είναι σωρευτικές, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι, εφόσον δεν πληρούται μία εξ αυτών, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του θεσμικού οργάνου (βλ. απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2022, JS κατά ΕΣΕ, T-271/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:652, σκέψη 179 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

160    Κατά πάγια νομολογία, το αίτημα για αποκατάσταση υλικής ζημίας ή ικανοποίηση ηθικής βλάβης πρέπει να απορρίπτεται όταν συνδέεται στενά με το ακυρωτικό αίτημα το οποίο έχει επίσης απορριφθεί είτε ως απαράδεκτο είτε ως αβάσιμο (βλ. απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2022, MV κατά Επιτροπής, T-624/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:653, σκέψη 145 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

161    Εν προκειμένω, από το δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής προκύπτει ότι το αίτημα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης συνδέεται στενά με το ακυρωτικό αίτημα. Πράγματι, η υλική ζημία και η ηθική βλάβη των οποίων την αποκατάσταση ζητεί η προσφεύγουσα οφείλονται στον παράνομο χαρακτήρα που φέρεται να ενέχει η προσβαλλόμενη απόφαση.

162    Συνεπώς, στο μέτρο που το αίτημα ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίπτεται, το ίδιο ισχύει και για το αίτημα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης.

 Επί του αιτήματος λήψης μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας

163    Στο πλαίσιο του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης για θέματα σχετικά με τον τομέα, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να καλέσει την Επιτροπή, στο πλαίσιο μέτρου οργάνωσης της διαδικασίας, να προσκομίσει, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο δικαστικός έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, έγγραφο το οποίο να εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε η κανονικοποίηση στις βαθμολογίες της στη γραπτή δοκιμασία, στη συνέντευξη με αντικείμενο τις γενικές ικανότητες και στη συνέντευξη αξιολόγησης ικανοτήτων βάσει συγκεκριμένων καταστάσεων.

164    Η Επιτροπή αντιτάσσεται στο αίτημα αυτό επικαλούμενη την έλλειψη αιτιολόγησης της χρησιμότητας του εν λόγω εγγράφου για τους σκοπούς της διαδικασίας.

165    Επ’ αυτού, υπενθυμίζεται ότι εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να αποφασίσει αν είναι αναγκαίο να κάνει χρήση της εξουσίας του να λαμβάνει μέτρα οργάνωσης της διαδικασίας προκειμένου να συμπληρώσει τα πληροφοριακά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, εξυπακουομένου ότι ο αποδεικτικός ή μη χαρακτήρας των στοιχείων της δικογραφίας εμπίπτει στην κυριαρχική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο (βλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2023, QI κατά Επιτροπής, T-807/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:786, σκέψη 176 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

166    Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι το έγγραφο που ζητεί είναι αναγκαίο προκειμένου να αποδείξει και να τεκμηριώσει τον έβδομο λόγο ακυρώσεως ο οποίος αφορά «παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά τη συνέντευξη για θέματα σχετικά με τον τομέα» λόγω ουσιαστικής πλημμέλειας (βλ. σκέψη 139 ανωτέρω).

167    Αφενός, όμως, η προσφεύγουσα αναφέρεται σε έγγραφο το οποίο δεν αφορά τη συνέντευξη «για θέματα σχετικά με τον τομέα», αλλά τις λοιπές δοκιμασίες, δηλαδή τη γραπτή δοκιμασία, τη συνέντευξη με αντικείμενο τις γενικές ικανότητες και τη συνέντευξη αξιολόγησης ικανοτήτων βάσει συγκεκριμένων καταστάσεων (βλ. σκέψη 163 ανωτέρω).

168    Επομένως, ένα τέτοιο έγγραφο δεν είναι χρήσιμο για την επίλυση της διαφοράς.

169    Αφετέρου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι πρόκειται για τυπογραφικό σφάλμα εκ μέρους της προσφεύγουσας, υπό την έννοια ότι η τελευταία παρέλειψε να αναφέρει τη «συνέντευξη για θέματα σχετικά με τον τομέα» στο αίτημά της για προσκόμιση εγγράφου, εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δικογραφία αρκούν ώστε το Γενικό Δικαστήριο να είναι σε θέση να διατυπώσει την κρίση του, δεδομένου ότι αυτό μπόρεσε να αποφανθεί λυσιτελώς βάσει των αιτημάτων, των ισχυρισμών και των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης και λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα που κατέθεσαν οι διάδικοι, χωρίς να είναι αναγκαίο να διατάξει μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας.

170    Συνεπώς, το αίτημα λήψης μέτρου οργάνωσης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί.

171    Από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγεται ότι η προσφυγή-αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

172    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

173    Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή.

2)      Καταδικάζει την Isabel S?nchez στα δικαστικά έξοδα.

Kal?da

Peri?in

Verschuur

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Απριλίου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.