Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο πενταμελές τμήμα)
της 4ης Μαρτίου 2026 (*)
« Ντάμπινγκ – Εισαγωγές ορισμένων φύλλων και ρόλων θερμής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα που αποστέλλονται από την Τουρκία – Επέκταση στις εισαγωγές αυτές του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε σε ορισμένα φύλλα και ορισμένους ρόλους θερμής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Ινδονησίας – Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2023/825 – Καταστρατήγηση – Έννοια της “διαδικασίας συναρμολόγησης” – Έννοια της “διαδικασίας συμπλήρωσης” – Άρθρο 13, παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 – Νομικό σφάλμα »
Στην υπόθεση T-379/23,
?olako?lu Metalurji A?, με έδρα στην Κωνσταντινούπολη (Τουρκία), εκπροσωπούμενη από τους J. Cornelis και F. Graafsma, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους L. Di Masi, R. Pethke και J. Zieli?ski,
καθής,
υποστηριζόμενης από την
Eurofer, Association europ?enne de l’acier, AISBL, με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους O. Prost, C. Bouvarel, M. Parys και O. Chef, δικηγόρους,
παρεμβαίνουσα,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους G. De Baere (εισηγητή), ασκούντα καθήκοντα προέδρου, D. Petrl?k, K. Kecsm?r, S. Kingston και H. Cassagnab?re, δικαστές,
γραμματέας: I. Kurme, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα, ?olako?lu Metalurji A?, ζητεί την ακύρωση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2023/825 της Επιτροπής, της 17ης Απριλίου 2023, για την επέκταση του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2020/1408 στις εισαγωγές ορισμένων φύλλων και ρόλων θερμής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα, καταγωγής Ινδονησίας, σε εισαγωγές ορισμένων φύλλων και ρόλων θερμής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα που αποστέλλονται από την Τουρκία, είτε δηλώνονται ως καταγωγής Τουρκίας είτε όχι (ΕΕ 2023, L 103, σ. 12) (στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός), στο μέτρο που ο κανονισμός αυτός την αφορά.
Ιστορικό της διαφοράς
2 Η προσφεύγουσα είναι Τούρκος παραγωγός-εξαγωγέας ρόλων ή φύλλων θερμής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα (hot rolled stainless steel sheets and coils, στο εξής: SSHR). Τα SSHR παράγονται από πλάκες ανοξείδωτου χάλυβα.
3 Στις 6 Οκτωβρίου 2020 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2020/1408, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων φύλλων και ρόλων θερμής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Ινδονησίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ταϊβάν (ΕΕ 2020, L 325, σ. 26) (στο εξής: αρχικός κανονισμός). Οι οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τον αρχικό κανονισμό ανήλθαν σε 17,3 % για όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς από την Ινδονησία.
4 Κατόπιν καταγγελίας που υπέβαλε η παρεμβαίνουσα, Eurofer, Association europ?enne de l’acier, AISBL, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 26 Ιουλίου 2022, τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2022/1310, για την έναρξη έρευνας όσον αφορά την πιθανή καταστρατήγηση των μέτρων αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2020/1408 στις εισαγωγές ορισμένων φύλλων και ρόλων θερμής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Ινδονησίας μέσω εισαγωγών ορισμένων φύλλων και ρόλων θερμής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα που αποστέλλονται από την Τουρκία, είτε δηλώνονται ως καταγωγής Τουρκίας είτε όχι, και για την υπαγωγή των εν λόγω εισαγωγών σε καταγραφή (ΕΕ 2022, L 198, σ. 8), βάσει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 13, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2016, L 176, σ. 21) (στο εξής: βασικός κανονισμός).
5 Κατά το πέρας της ως άνω έρευνας, η Επιτροπή εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό. Με τον κανονισμό αυτόν, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 13, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού για τη διαπίστωση καταστρατήγησης των ισχυόντων μέτρων αντιντάμπινγκ.
6 Όσον αφορά ειδικότερα την προϋπόθεση κατά την οποία η μεταβολή των τρόπων διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών μεταξύ τρίτης χώρας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να απορρέει από πρακτική, διαδικασία ή εργασία για την οποία δεν υφίσταται επαρκής λόγος ή άλλη οικονομική δικαιολογία πλην της επιβολής του δασμού, η Επιτροπή επισήμανε την ύπαρξη σύμβασης υπεργολαβίας συναφθείσας μεταξύ της προσφεύγουσας και της Marcegaglia Specialties SpA, εταιρίας ιταλικού δικαίου. Στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης, η Marcegaglia Specialties αγόραζε πλάκες ανοξείδωτου χάλυβα στην Ινδονησία, τις έστελνε στην Τουρκία προκειμένου να μετατραπούν από την προσφεύγουσα σε SSHR και έπειτα εισήγαγε τα SSHR στην Ένωση.
7 Η Επιτροπή θεώρησε ότι η εν λόγω σύμβαση υπεργολαβίας συνιστούσε διαδικασία συμπλήρωσης η οποία εμπίπτει στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης» κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού. Συναφώς, διευκρίνισε, κατ’ ουσίαν, ότι η έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης» που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο περιλαμβάνει ρητώς τις διαδικασίες συναρμολόγησης και συμπλήρωσης και αφορά «όχι μόνο τις εργασίες που συνίστανται στη συναρμολόγηση μερών σύνθετου είδους, αλλά μπορεί επίσης να περιλαμβάνει την περαιτέρω κατεργασία, δηλαδή την αποπεράτωση του προϊόντος».
8 Η Επιτροπή επισήμανε επίσης, αφενός, ότι οι πλάκες ανοξείδωτου χάλυβα από την Ινδονησία αποτελούσαν σχεδόν το 100 % της συνολικής αξίας των μερών του συναρμολογημένου ή ολοκληρωμένου προϊόντος και, αφετέρου, ότι η προστιθέμενη αξία των μερών που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης δεν υπερβαίνει το 25 % του κόστους κατασκευής, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού.
9 Καθόσον θεώρησε ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 13, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε με τον αρχικό κανονισμό στις εισαγωγές SSHR καταγωγής Ινδονησίας καταστρατηγήθηκε με τις εισαγωγές ορισμένων SSHR που έστελνε η προσφεύγουσα από την Τουρκία.
10 Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα συμπεράσματα σχετικά με τις πρακτικές καταστρατήγησης που αφορούσαν την προσφεύγουσα ήταν αντιπροσωπευτικά όλων των εισαγωγών από την Τουρκία, η Επιτροπή αποφάσισε να επεκτείνει τον οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ 17,3 %, ο οποίος εφαρμόστηκε σε «όλες τις άλλες εταιρείες» της Ινδονησίας και επιβλήθηκε με τον αρχικό κανονισμό, στις εισαγωγές ορισμένων SSHR που αποστέλλονται από την Τουρκία, είτε δηλώνονται ως καταγωγής Τουρκίας είτε όχι.
Αιτήματα των διαδίκων
11 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό κατά το μέρος που την αφορά,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
12 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την παρεμβαίνουσα, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή,
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
13 Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά παράβαση του άρθρου 13, παράγραφοι 1 και 2, του βασικού κανονισμού και ο δεύτερος παράβαση του άρθρου 13, παράγραφοι 1 και 4, του ίδιου κανονισμού, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και προσβολή θεμελιωδών διαδικαστικών δικαιωμάτων, καθώς και κατάχρηση εξουσίας.
14 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η παραγωγή SSHR στην Τουρκία δεν συνιστά «συναρμολόγηση» κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο δ', και παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη «πρακτικής, διαδικασίας ή εργασίας» κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού. Ως εκ τούτου, δεν πληρούται μία από τις σωρευτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη διάταξη αυτή για να διαπιστωθεί ότι καταστρατηγούνται τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ.
15 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την παρεμβαίνουσα, εκτιμά ότι ορθώς έκρινε ότι η μετατροπή πλακών ανοξείδωτου χάλυβα σε SSHR συνιστούσε διαδικασία συμπλήρωσης της κατασκευής εμπίπτουσα στην έννοια της «συναρμολόγησης» κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο δ', και παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
16 Συναφώς, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού οι δασμοί αντιντάμπινγκ που επιβάλλονται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού μπορούν να επεκταθούν στις εισαγωγές από τρίτες χώρες του ομοειδούς προϊόντος, είτε αυτό έχει τροποποιηθεί ελαφρά είτε όχι, ή στις εισαγωγές του ελαφρά τροποποιημένου ομοειδούς προϊόντος από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα ή στα μέρη αυτού, όταν λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση των ισχυόντων μέτρων.
17 Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, η ύπαρξη καταστρατήγησης των μέτρων αντιντάμπινγκ διαπιστώνεται όταν πληρούνται τέσσερις προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να υπάρχει μεταβολή των τρόπων διεξαγωγής των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ τρίτων χωρών και της Ένωσης ή μεταξύ των εταιριών της χώρας που υπόκειται στα μέτρα και της Ένωσης. Κατά δεύτερον, η μεταβολή αυτή πρέπει να απορρέει από μια πρακτική, διαδικασία ή εργασία για την οποία δεν υφίσταται επαρκής λόγος ή άλλη οικονομική δικαιολογία, πλην της επιβολής του δασμού. Τρίτον, πρέπει να υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υφίσταται ζημία της βιομηχανίας της Ένωσης ή ότι εξουδετερώνονται οι επανορθωτικές συνέπειες του δασμού αντιντάμπινγκ. Τέταρτον, πρέπει να υφίστανται αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη ντάμπινγκ [απόφαση της 21ης Ιουνίου 2023, Hangzhou Dingsheng Industrial Group κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-748/21, EU:T:2023:346, σκέψη 28 (μη δημοσιευθείσα) βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Maxcom κατά Chin Haur Indonesia, C-247/15 P, C-253/15 P και C-259/15 P, EU:C:2017:61, σκέψη 55].
18 Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση που υπομνήσθηκε στη σκέψη 17 ανωτέρω, από το άρθρο 13, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο δ', του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι η πρακτική, διαδικασία ή εργασία για την οποία δεν υφίσταται επαρκής λόγος ή άλλη οικονομική δικαιολογία πλην της επιβολής του δασμού περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, «υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται [στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού] τη συναρμολόγηση μερών από δράση συναρμολόγησης στην Ένωση ή σε τρίτη χώρα».
19 Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, μια συναρμολόγηση σε τρίτη χώρα θεωρείται ότι καταστρατηγεί τα ισχύοντα μέτρα όταν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή. Μεταξύ των εν λόγω προϋποθέσεων περιλαμβάνεται η προϋπόθεση που απορρέει από τον συνδυασμό του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α', και του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού, η οποία επιβάλλει τα μέρη που αντιπροσωπεύουν το 60 % τουλάχιστον της συνολικής αξίας των μερών του συναρμολογημένου προϊόντος να προέρχονται από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα (στο εξής: προϋπόθεση σχετικά με το όριο του 60 %) καθώς και η προϋπόθεση που απορρέει από το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', in fine, του κανονισμού αυτού, κατά την οποία σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται ότι υπάρχει καταστρατήγηση, όταν η προστιθέμενη αξία των μερών που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης υπερβαίνει το 25 % του κόστους κατασκευής (στο εξής: προϋπόθεση σχετικά με το όριο του 25 %).
Επί της λυσιτέλειας του πρώτου λόγου ακυρώσεως
20 Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι αλυσιτελής στο μέτρο που, ακόμη και αν η μετατροπή πλακών ανοξείδωτου χάλυβα σε SSHR δεν συνιστά διαδικασία συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης, συνιστά, εν πάση περιπτώσει, πρακτική, διαδικασία ή εργασία κατά την έννοια της δεύτερης προϋπόθεσης που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
21 Εντούτοις, όπως παραδέχθηκε η Επιτροπή απαντώντας στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, από τον εκτελεστικό κανονισμό 2022/1310 και τον προσβαλλόμενο κανονισμό, και ειδικότερα από τις αιτιολογικές του σκέψεις 4, 26 και 44 του προσβαλλόμενου κανονισμού, προκύπτει ότι η έρευνα σχετικά με την καταστρατήγηση κινήθηκε, διεξήχθη και ολοκληρώθηκε για τον λόγο ότι οι διαδικασίες μετατροπής πλακών ανοξείδωτου χάλυβα σε SSHR που πραγματοποίησε η προσφεύγουσα στην Τουρκία συνιστούσαν διαδικασίες συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού. Από τους προαναφερθέντες κανονισμούς δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή σκόπευε να δώσει στις διαδικασίες αυτές χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνον της συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης συγκεκριμένα. Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα άσκησε τα διαδικαστικά δικαιώματά της κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας μόνον ως προς τον χαρακτηρισμό αυτό.
22 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σε περίπτωση που γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, θα μπορούσε να επέλθει η ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού κατά το μέρος που αφορά την προσφεύγουσα. Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα της παρεμβαίνουσας με τα οποία προβάλλεται ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι αλυσιτελής πρέπει να απορριφθούν.
Επί του βασίμου του πρώτου λόγου ακυρώσεως
23 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, για να υπάρχει διαδικασία συναρμολόγησης κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο δ', και παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, είναι αναγκαίο να υπάρχουν περισσότερα μέρη και να συναρμολογούνται. Εν προκειμένω, όμως, οι πλάκες ανοξείδωτου χάλυβα μετατρέπονται σε SSHR χωρίς την προσθήκη άλλων «μερών», στο πλαίσιο ενός μόνον σταδίου παραγωγής.
24 Επιπλέον, η Επιτροπή εσφαλμένως έκρινε, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, ότι η μετατροπή πλακών ανοξείδωτου χάλυβα σε SSHR συνιστά διαδικασία συμπλήρωσης εμπίπτουσα στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης» κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού. Συναφώς, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι, στο μέτρο που το άρθρο 13, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο δ', και παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού μνημονεύει μόνον τη συναρμολόγηση και ότι η αναφορά στις διαδικασίες συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης γίνεται μόνο στο πλαίσιο της προϋπόθεσης σχετικά με το ανώτατο όριο του 25 % που προβλέπεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού αυτού, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις καλύπτουν τις διαδικασίες συμπλήρωσης οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση.
25 Αφενός, η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η προϋπόθεση σχετικά με το ανώτατο όριο του 25 % χρησιμοποιεί τον όρο «μέρη» στον πληθυντικό αριθμό, οπότε, εν πάση περιπτώσει, για τη συμπλήρωση της κατασκευής απαιτούνται πλείονα μέρη. Αφετέρου, η προϋπόθεση σχετικά με το όριο του 60 % θα καθίστατο κενή νοήματος, αν εφαρμοζόταν σε διαδικασίες συμπλήρωσης οι οποίες χρησιμοποιούν ένα μόνο «μέρος», όπως η μετατροπή πλακών ανοξείδωτου χάλυβα σε SSHR.
26 Κατά την προσφεύγουσα, η εκ μέρους της ερμηνεία του άρθρου 13 του βασικού κανονισμού δεν θίγει την αποτελεσματικότητα των δασμών αντιντάμπινγκ ούτε τον σκοπό αποτροπής της καταστρατήγησής τους. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, ακριβώς η γενική έννοια της «καταστρατήγησης» πρέπει, κατά τη νομολογία, να ερμηνεύεται ευρέως και όχι η έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης».
27 Όσον αφορά το ιστορικό θέσπισης του άρθρου 13 του βασικού κανονισμού, η προσφεύγουσα φρονεί ότι, αν ο νομοθέτης είχε θελήσει η έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης» να καλύπτει και τις διαδικασίες συμπλήρωσης οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση, θα είχε χρησιμοποιήσει τη φράση «συναρμολόγηση ή συμπλήρωση» και στο άρθρο 13, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο δ', και στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
28 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η έννοια της «συναρμολόγησης» κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο δ', και παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού καλύπτει δύο διακριτά σενάρια, ήτοι, αφενός, τη διαδικασία συναρμολόγησης υπό στενή έννοια, η οποία συνίσταται σε διαδικασία κατασκευής κατά την οποία διάφορα μέρη συναρμολογούνται για τη δημιουργία ενός τελικού προϊόντος, και, αφετέρου, τη διαδικασία συμπλήρωσης της κατασκευής. Ο όρος «συμπλήρωση» αφορά όλες τις διαδικασίες που περιλαμβάνουν τη μεταγενέστερη μετατροπή, δηλαδή την τελική επεξεργασία ενός προϊόντος. Με άλλα λόγια, η έννοια αυτή προσδιορίζει τις διαδικασίες που αποσκοπούν στη μετατροπή ενός ημιτελούς προϊόντος ή υλικού, ήτοι μιας μόνον εισροής, σε τελικό προϊόν.
29 Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο δ', του βασικού κανονισμού αναφέρει ότι η πρακτική, διαδικασία ή εργασία που οδηγεί σε καταστρατήγηση περιλαμβάνει τις διαδικασίες συναρμολόγησης «υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται [στο άρθρο 13, παράγραφος 2]» του βασικού κανονισμού προϋποθέτει ότι πρέπει να αναζητηθεί η έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης» στο γράμμα του άρθρου 13, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Η διάταξη αυτή μνημονεύει ειδικώς τις διαδικασίες συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης στο πλαίσιο της προϋπόθεσης σχετικά με το ανώτατο όριο του 25 %. Η χρήση του συνδέσμου «ή» υποδηλώνει ότι πρέπει να αποδοθεί διαφορετική σημασία στις διαδικασίες συναρμολόγησης και διαφορετική στις διαδικασίες συμπλήρωσης.
30 Η έννοια των «μερών» θα πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτει τόσο τα διάφορα συστατικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας συναρμολόγησης όσο και τις ημιτελείς ή άλλες εισροές που χρησιμοποιούνται στις διαδικασίες «συμπλήρωσης», είτε πρόκειται για μία μόνον εισροή, όπως εν προκειμένω, είτε για περισσότερες.
31 Επιπλέον, στηριζόμενη, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Kolachi Raj Industrial (C-709/17 P, EU:C:2019:717), η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 13 του βασικού κανονισμού πρέπει να τύχει ευρείας ερμηνείας προκειμένου να διαφυλαχθεί η αποτελεσματικότητά του. Η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού καθιστά δυνατή την καταπολέμηση όλων των πρακτικών παραγωγής προϊόντων, ιδίως των προϊόντων από σιδηρούχα και μη σιδηρούχα μέταλλα (σίδηρο, χάλυβα, αλουμίνιο), η οποία βασίζεται μόνο σε ημιτελείς εισροές που έχουν ανακατευθυνθεί προς τρίτες χώρες, με την παράλληλη διασφάλιση της αναλογικότητας του συστήματος και της ασφάλειας δικαίου των επιχειρήσεων.
32 Το ιστορικό θέσπισης του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού καταδεικνύει, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι η έννοια της «συναρμολόγησης» είχε πάντοτε ευρύ περιεχόμενο και ότι η διάταξη κατά της καταστρατήγησης σχεδιάστηκε για να είναι ευέλικτη και να οριοθετείται αποκλειστικά από ποσοτικά όρια σχετικά με την αναλογία των εισαγομένων μερών από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα σε σχέση με την προστιθέμενη από τη συναρμολόγηση αξία των μερών αυτών.
33 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι η συνήθης έννοια της «συναρμολόγησης» συνίσταται στην πράξη της συναρμολόγησης πλειόνων μερών για τη διαμόρφωση ενός αντικειμένου. Οι διάδικοι συμφωνούν εξάλλου ως προς τον ορισμό αυτό.
34 Δεν αμφισβητείται ότι η κατασκευή των SSHR πραγματοποιείται σε ένα μόνο στάδιο παραγωγής, το οποίο συνίσταται σε θέρμανση και, στη συνέχεια, σε θερμή έλαση μίας μόνον εισροής, ήτοι των πλακών ανοξείδωτου χάλυβα. Ως εκ τούτου, όπως επιβεβαίωσαν οι διάδικοι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η διαδικασία μετατροπής των πλακών από ανοξείδωτο χάλυβα σε SSHR δεν συνιστά συναρμολόγηση κατά την έννοια του ορισμού που έγινε δεκτός στη σκέψη 33 ανωτέρω.
35 Εντούτοις, από τις αιτιολογικές σκέψεις 87 και 88 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει ότι η Επιτροπή χαρακτήρισε πιο συγκεκριμένα τη μετατροπή πλακών ανοξείδωτου χάλυβα σε SSHR ως εργασία συμπλήρωσης που εμπίπτει στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης» κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού (βλ. σκέψη 7 ανωτέρω).
36 Ως εκ τούτου, πρέπει να εξακριβωθεί αν η μετατροπή πλακών ανοξείδωτου χάλυβα σε SSHR μπορεί να θεωρηθεί ως διαδικασία συμπλήρωσης που εμπίπτει στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης» κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
37 Συνεπώς, οι διάδικοι διαφωνούν, κατ’ ουσίαν, ως προς το ζήτημα αν η έννοια της «διαδικασίας συμπλήρωσης», η οποία εμπίπτει στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης», πρέπει να νοηθεί ότι περιλαμβάνει διαδικασίες μετατροπής μίας μόνον εισροής σε τελικό προϊόν η οποία δεν συνεπάγεται καμία συναρμολόγηση, όπως η μετατροπή πλακών ανοξείδωτου χάλυβα σε SSHR, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την παρεμβαίνουσα, ή ότι περιλαμβάνει μόνον διαδικασίες σχετικές με ορισμένο είδος συναρμολόγησης πλειόνων μερών, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα.
38 Επομένως, είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί το περιεχόμενο της έννοιας της «διαδικασίας συμπλήρωσης» του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού.
39 Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και οι στόχοι και ο σκοπός που επιδιώκει η πράξη της οποίας αποτελεί μέρος. Το ιστορικό της θέσπισης μιας διάταξης του δικαίου της Ένωσης μπορεί επίσης να προσφέρει χρήσιμα στοιχεία για την ερμηνεία της (βλ. αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2024, Illumina και Grail κατά Επιτροπής, C-611/22 P και C-625/22 P, EU:C:2024:677, σκέψη 116 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 8ης Μαΐου 2025, Provincie Oost-Vlaanderen και Sogent, C-236/24, EU:C:2025:321, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
Επί της γραμματικής και συστηματικής ερμηνείας
40 Εκ προοιμίου, όπως επισήμανε η Επιτροπή, στην αιτιολογική σκέψη 88 του προσβαλλόμενου κανονισμού διαπιστώνεται ότι η έννοια της «διαδικασίας συμπλήρωσης» του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού δεν ορίζεται στον εν λόγω κανονισμό.
41 Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση, στην οποία προέβη και η Επιτροπή, ότι υπάρχουν αποκλίσεις στη διατύπωση ορισμένων γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού, όσον αφορά την έκφραση «διαδικασία συμπλήρωσης» στο πλαίσιο της προϋπόθεσης σχετικά με το ανώτατο όριο του 25 %. Ειδικότερα, για παράδειγμα, στο αγγλικό (completion operation), στο ιταλικό (operazione di completamento), στο ολλανδικό (voltooiingswerkzaamheden), στο γερμανικό (Fertigstellung) και στο ελληνικό (διαδικασία συμπλήρωσης) κείμενο της διατάξεως αυτής, οι χρησιμοποιούμενοι όροι παραπέμπουν μόνο στην έννοια της «συμπλήρωσης». Αντιθέτως, το γαλλικό (op?ration d’ach?vement de la fabrication) και το σλοβενικό (kon?ne izdelave) της εν λόγω διατάξεως διευκρινίζουν ότι πρόκειται για συμπλήρωση «της κατασκευής». Όσον αφορά το πορτογαλικό (opera??o de fabrico), το εσθονικό (valmistamise) και το φινλανδικό (valmistuksessa) κείμενο της ίδιας διατάξεως, αυτά αναφέρονται στην έννοια των «διαδικασιών κατασκευής» και όχι στην έννοια της συμπλήρωσης.
42 Κατά πάγια νομολογία, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική βάση για την ερμηνεία της διάταξης αυτής ούτε μπορεί να της δίδεται προτεραιότητα σε σχέση με τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν αντίθετη προς την ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Σε περίπτωση διαστάσεως μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα την όλη οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο (βλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Hakamp, C-203/24, EU:C:2025:662, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Συναφώς, όσον αφορά το πλαίσιο, το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, σε αντίθεση με τη συναρμολόγηση, οι εργασίες συμπλήρωσης δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των πρακτικών, διαδικασιών ή εργασιών οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, στοιχεία α' έως δ', του βασικού κανονισμού, και μπορούν να αποτελέσουν καταστρατήγηση κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού. Εντούτοις, από την αναφορά στην έννοια της «συμπλήρωσης» στο τμήμα του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού το οποίο διευκρινίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια διαδικασία συναρμολόγησης γίνεται δεκτό ότι καταστρατηγεί τα ισχύοντα μέτρα, διαπιστώνεται ότι οι εργασίες συμπλήρωσης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι εργασίες συμπλήρωσης μπορούν να ερμηνευθούν ως παραλλαγή των εργασιών συναρμολόγησης (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 2024, PGTEX Morocco κατά Επιτροπής, T-245/22, EU:T:2024:879, σκέψεις 112 έως 114, και της 4ης Δεκεμβρίου 2024, PGTEX Morocco κατά Επιτροπής, T-246/22, EU:T:2024:880, σκέψεις 133 έως 135).
44 Επιπροσθέτως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι ήταν αληθές ότι η «συναρμολόγηση» και η «συμπλήρωση» είναι διαφορετικές έννοιες, όπως επιβεβαιώνεται από τη χρήση του συνδέσμου «ή» μεταξύ των δύο αυτών εννοιών στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού, εντούτοις το γεγονός αυτό δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να θεωρηθεί η έννοια της «συμπλήρωσης» ως έννοια δυνάμενη να περιληφθεί στην έννοια της «συναρμολόγησης» και, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτό ότι οι διαδικασίες συμπλήρωσης μπορούν να συμπεριληφθούν στις διαδικασίες συναρμολόγησης κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 2024, PGTEX Morocco κατά Επιτροπής, T-245/22, EU:T:2024:879, σκέψη 116, και της 4ης Δεκεμβρίου 2024, PGTEX Morocco κατά Επιτροπής, T-246/22, EU:T:2024:880, σκέψη 137).
45 Δεδομένου ότι, κατά τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 43 και 44 ανωτέρω, οι διαδικασίες συμπλήρωσης περιλαμβάνονται στις διαδικασίες συναρμολόγησης και αποτελούν παραλλαγή των διαδικασιών αυτών, επιβάλλεται η διαπίστωση, στην οποία προέβη και η προσφεύγουσα, ότι οι διαδικασίες συμπλήρωσης δεν μπορούν να περιλαμβάνουν διαδικασίες μετατροπής μίας μόνον εισροής σε τελικό προϊόν οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση, υπό την έννοια της ένωσης πλειόνων μερών για τη διαμόρφωση ενός αντικειμένου (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω).
46 Επιπλέον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, από το γεγονός ότι η έννοια της «διαδικασίας συμπλήρωσης» έχει διαφορετική σημασία από την έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης» δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι διαδικασίες συμπλήρωσης μπορούν να καλύπτουν διαδικασίες μετατροπής μίας μόνον εισροής σε τελικό προϊόν οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση.
47 Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 43 και 44 ανωτέρω, μολονότι η έννοια της «συμπλήρωσης» διαφέρει από την έννοια της «συναρμολόγησης», εντούτοις εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στην έννοια αυτή.
48 Συναφώς, ανεξαρτήτως της θέσης της προσφεύγουσας ότι η διαδικασία συμπλήρωσης πραγματοποιείται μετά τη διαδικασία συναρμολόγησης, διαπιστώνεται ότι, κατά τη νομολογία, υφίσταται ποικιλία εργασιών που καλύπτονται από την έννοια της «συναρμολόγησης» (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 2024, PGTEX Morocco κατά Επιτροπής, T-245/22, EU:T:2024:879, σκέψη 116, και της 4ης Δεκεμβρίου 2024, PGTEX Morocco κατά Επιτροπής, T-246/22, EU:T:2024:880, σκέψη 137 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
49 Εν πάση περιπτώσει, αρκεί η επισήμανση ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 43 και 44 ανωτέρω, οι διαδικασίες συμπλήρωσης δεν μπορούν να έχουν περιεχόμενο ευρύτερο του περιεχομένου της κατηγορίας στην οποία ανήκουν, ήτοι των διαδικασιών συναρμολόγησης.
50 Πρώτον, το συμπέρασμα ότι οι διαδικασίες συμπλήρωσης αποτελούν παραλλαγή των διαδικασιών συναρμολόγησης και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να περιλαμβάνουν διαδικασίες μετατροπής μίας μόνον εισροής οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση επιβεβαιώνεται από την αιτιολογική σκέψη 20 του βασικού κανονισμού, στην οποία γίνεται αναφορά στην «απλή συναρμολόγηση στην Ένωση ή σε τρίτη χώρα» ως παράδειγμα πρακτικής που επιτρέπει την καταστρατήγηση των μέτρων αντιντάμπινγκ, την οποία η νομοθεσία της Ένωσης επιδιώκει να αποτρέψει, χωρίς να γίνεται μνεία στην έννοια της «διαδικασίας συμπλήρωσης».
51 Δεύτερον, το συμπέρασμα που διατυπώνεται στη σκέψη 50 ανωτέρω επιρρωννύεται επίσης από τη χρήση του όρου «μέρη» στο πλαίσιο της προϋπόθεσης σχετικά με το όριο του 60 % και εκείνης σχετικά με το ανώτατο όριο του 25 %.
52 Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη σκέψη 19 ανωτέρω, σύμφωνα με τις ως άνω προϋποθέσεις, για να αποδειχθεί ότι μια διαδικασία συναρμολόγησης καταστρατηγεί τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ, αφενός, τα «μέρη» τα οποία προέρχονται από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα πρέπει να αντιπροσωπεύουν το 60 % τουλάχιστον της συνολικής αξίας των «μερών του συναρμολογημένου προϊόντος» και, αφετέρου, κατ’ ουσίαν, η προστιθέμενη αξία των «μερών που χρησιμοποιούνται» κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης πρέπει να είναι κατώτερη του 25 % του κόστους κατασκευής.
53 Όπως όμως ορθώς υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η χρήση της λέξης «μέρη» στον πληθυντικό αριθμό στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού, σε συνδυασμό με τη φράση «συναρμολογημένου προϊόντος» στον ενικό αριθμό, επιρρωννύει την ερμηνεία κατά την οποία η διάταξη αυτή αφορά διαδικασίες συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης στο πλαίσιο των οποίων πλείονα μέρη συναρμολογούνται για να διαμορφώσουν ενιαίο αντικείμενο.
54 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η λέξη «μέρη» θα μπορούσε να υποδηλώνει πολλαπλές εισροές, αλλά και μία μόνο εισροή, όπως εν προκειμένω.
55 Επιπλέον, μολονότι είναι αληθές, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι η χρήση της λέξης «μέρη» στον πληθυντικό αριθμό στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προσδιορίζει μέρη διαφορετικού τύπου, εντούτοις προϋποθέτει την ύπαρξη περισσότερων μερών, ανεξαρτήτως του αν ταυτίζονται ή όχι.
56 Επιπροσθέτως, η χρήση της φράσης «μερών που χρησιμοποιούνται» στο πλαίσιο της προϋπόθεσης σχετικά με το ανώτατο όριο του 25 % συνεπάγεται επίσης ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συμπλήρωσης προστίθενται πλείονα μέρη.
57 Τρίτον, το συμπέρασμα που διατυπώνεται στη σκέψη 50 ανωτέρω επιρρωννύεται από την ανάλυση της προϋπόθεσης σχετικά με το όριο του 60 %, η οποία απαιτεί να εξακριβωθεί ότι το 60 % ή περισσότερο της συνολικής αξίας των μερών του συναρμολογημένου προϊόντος προέρχονται από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα.
58 Συγκεκριμένα, όπως ορθώς υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η προϋπόθεση αυτή χάνει την πρακτική αποτελεσματικότητά της στην περίπτωση μετατροπής μίας μόνον εισροής, στο μέτρο που το όριο του 60 % είτε πληρούται κατ’ ανάγκην στην περίπτωση της μετατροπής μίας μόνον εισροής που προέρχεται από την υποκείμενη στα μέτρα χώρα είτε δεν πληρούται στην περίπτωση μετατροπής μίας μόνον εισροής που δεν προέρχεται από την υποκείμενη στα μέτρα χώρα. Στην περίπτωση αυτή, η απουσία συναρμολόγησης πολλών μερών καθιστά περιττό τον υπολογισμό της αναλογίας των μερών από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα σε σχέση με τη συνολική αξία των μερών του υπό εξέταση προϊόντος.
59 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όταν διάταξη του δικαίου της Ένωσης επιδέχεται πλείονες ερμηνείες, πρέπει να προτιμάται η ερμηνεία η οποία διασφαλίζει την πρακτική της αποτελεσματικότητα (βλ. αποφάσεις της 1ης Αυγούστου 2025, Tradeinn Retail Services, C-76/24, EU:C:2025:593, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 25ης Ιουνίου 2025, RWE Supply & Trading κατά ACER, T-95/23, EU:T:2025:632, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
60 Επιπροσθέτως, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η προϋπόθεση σχετικά με το όριο του 60 % θα μπορούσε να εκτιμηθεί στο επίπεδο της συνολικής παραγωγής της επιχείρησης, λαμβανομένων υπόψη όλων των εισροών που χρησιμοποιήθηκαν στη διαδικασία κατασκευής του προϊόντος κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας για την καταστρατήγηση, αναιρείται από τη χρήση της φράσης «συνολική αξία των μερών του συναρμολογημένου προϊόντος» στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού. Ειδικότερα, η φράση αυτή συνεπάγεται τον υπολογισμό της αναλογίας των μερών από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα σε σχέση με τη συνολική αξία των μερών που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή κάθε μεμονωμένου προϊόντος.
61 Τέλος, επισημαίνεται ότι δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα της Επιτροπής, το οποίο προβλήθηκε ως απάντηση σε μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου και κατά το οποίο οι αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 2024, PGTEX Morocco κατά Επιτροπής (T-245/22, EU:T:2024:879), και της 4ης Δεκεμβρίου 2024, PGTEX Morocco κατά Επιτροπής (T-246/22, EU:T:2024:880), επιβεβαιώνουν ότι η μετατροπή εισροών εμπίπτει στην έννοια της «διαδικασίας συμπλήρωσης». Ειδικότερα, αρκεί η διαπίστωση ότι, με τις ως άνω αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος αν η έννοια αυτή μπορούσε να αφορά τις διαδικασίες μετατροπής μίας μόνον εισροής οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση. Επιπλέον, ακόμη και αν, με τις αποφάσεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή μπορούσε να εξετάσει την επίμαχη στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις διαδικασία «ραφής-πλέξης» φιτιλιών από υαλοΐνες υπό το πρίσμα της έννοιας της «συμπλήρωσης», αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως παραδέχθηκε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η μέθοδος «ραφής-πλέξης» συνεπάγεται τη συναρμολόγηση πολλών φιτιλιών από υαλοΐνες. Δεδομένου ότι η εν λόγω διαδικασία αφορά μια μορφή συναρμολόγησης, δεν μπορεί να συναχθεί κανένα συμπέρασμα από τις αποφάσεις αυτές σχετικό με το ζήτημα αν οι διαδικασίες μετατροπής μίας μόνον εισροής οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση, όπως εν προκειμένω, μπορούν να θεωρηθούν ως διαδικασίες συμπλήρωσης που εμπίπτουν στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης».
62 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η άποψη της Επιτροπής ότι οι διαδικασίες συμπλήρωσης, οι οποίες εμπίπτουν στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης», μπορούν να αφορούν διαδικασίες μετατροπής μίας μόνον εισροής οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση δεν βρίσκει έρεισμα στη γραμματική και συστηματική ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
63 Η άποψη της Επιτροπής δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στην ανάλυση του σκοπού που επιδιώκει ο βασικός κανονισμός.
Επί της τελολογικής ερμηνείας
64 Κατά τη νομολογία, ο μόνος σκοπός τον οποίο επιδιώκει ένας κανονισμός που επεκτείνει δασμό αντιντάμπινγκ είναι η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δασμού αυτού και η αποτροπή των καταστρατηγήσεών του (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Kolachi Raj Industrial, C-709/17 P, EU:C:2019:717, σκέψη 96 της 4ης Δεκεμβρίου 2024, PGTEX Morocco κατά Επιτροπής, T-245/22, EU:T:2024:879, σκέψη 46, και της 4ης Δεκεμβρίου 2024, PGTEX Morocco κατά Επιτροπής, T-246/22, EU:T:2024:880, σκέψη 42).
65 Συναφώς, επισημαίνεται ότι η παγκοσμιοποίηση του διεθνούς εμπορίου παρέχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να μεταφέρουν την παραγωγή των αγαθών σε διάφορες χώρες. Ως εκ τούτου, καθίσταται ολοένα και πιο σημαντικό για την Ένωση να διαθέτει μέσα εμπορικής άμυνας ικανά να ανταποκριθούν με αποτελεσματικό τρόπο στις προκλήσεις που δημιουργεί ένα τέτοιο εμπορικό περιβάλλον, διασφαλίζοντας αποτελεσματική προστασία της βιομηχανίας της Ένωσης από τις εισαγωγές προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Μεταξύ των μέσων αυτών, οι κανόνες κατά της καταστρατήγησης είναι θεμελιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των μέτρων αντιντάμπινγκ που θεσπίζονται από την Ένωση (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Pitruzzella στην υπόθεση Επιτροπή κατά Kolachi Raj Industrial, C-709/17 P, EU:C:2019:303, σημείο 1).
66 Εντούτοις, η ανάγκη να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των ισχυόντων μέτρων αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να δικαιολογήσει ευρεία ερμηνεία της έννοιας της «διαδικασίας συμπλήρωσης», η οποία εμπίπτει στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης» του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού, ήτοι ερμηνεία κατά την οποία οι διαδικασίες συμπλήρωσης μπορούν να αφορούν διαδικασίες μετατροπής μίας μόνον εισροής οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση.
67 Ειδικότερα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι διατάξεις περί καταστρατήγησης αποδεικνύονταν ανεπαρκείς για τον έλεγχο ορισμένων διαδικασιών ικανών να έχουν σημαντική επίπτωση στην αποτελεσματικότητα των μέτρων αντιντάμπινγκ, επισημαίνεται ότι το σαφές γράμμα του άρθρου 13, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο δ', και παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, το οποίο αφορά τις διαδικασίες συναρμολόγησης πλειόνων μερών προκειμένου να διαμορφωθεί ένα αντικείμενο (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω) δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να τεθεί εν αμφιβόλω με τελολογική ερμηνεία της έννοιας της «διαδικασίας συμπλήρωσης», η οποία εμπίπτει στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης», καθόσον υφίσταται ο κίνδυνος να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της «διαδικασίας συναρμολόγησης», όπερ εναπόκειται αποκλειστικώς στον νομοθέτη της Ένωσης να αποφασίσει (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2020, Entoma, C-526/19, EU:C:2020:769, σκέψη 42 πρβλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2024, Illumina και Grail κατά Επιτροπής, C-611/22 P και C-625/22 P, EU:C:2024:677, σκέψη 216). Μια τέτοια τελολογική ερμηνεία δεν μπορεί να είναι contra legem (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2020, Entoma, C-526/19, EU:C:2020:769, σκέψη 43).
68 Εν πάση περιπτώσει, σημειώνεται ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού περιλαμβάνει κατάλογο πρακτικών, διαδικασιών ή εργασιών που ενδέχεται να συνιστούν καταστρατήγηση, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών συναρμολόγησης. Ωστόσο, οι διάφορες πρακτικές καταστρατήγησης απαριθμούνται μόνον ενδεικτικώς, όπως καταδεικνύεται από τη φράση «μεταξύ άλλων» [πρβλ. αποφάσεις της 19ης Απριλίου 2018, Asia Leader International (Cambodia) κατά Επιτροπής, T-462/15, EU:T:2018:196, σκέψεις 56 και 57, και της 4ης Δεκεμβρίου 2024, PGTEX Morocco κατά Επιτροπής, T-246/22, EU:T:2024:880, σκέψη 109].
69 Επιπροσθέτως, υπενθυμίζεται ότι ο ορισμός της «καταστρατήγησης» διατυπώνεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού με πολύ γενικούς όρους που αφήνουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στα θεσμικά όργανα της Ένωσης (αποφάσεις της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Simon, Evers & Co., C-21/13, EU:C:2014:2154, σκέψη 48, και της 21ης Ιουνίου 2023, Hangzhou Dingsheng Industrial Group κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-748/21, EU:T:2023:346, σκέψη 44).
70 Επομένως, όπως ορθώς υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η Επιτροπή, κάνοντας χρήση του ευρέος περιθωρίου χειρισμών που διαθέτει, έχει τη δυνατότητα να εξετάσει κατά πόσον μπορεί να συνιστά καταστρατήγηση η μετατροπή σε τρίτη χώρα μίας μόνον εισροής προερχόμενης από χώρα την οποία αφορούν τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ, προκειμένου να διαμορφωθεί προϊόν πανομοιότυπο ή παρόμοιο με εκείνο που αποτελεί το αντικείμενο των εν λόγω μέτρων, ακόμη και αν η πρακτική αυτή δεν αντιστοιχεί στις διαδικασίες συμπλήρωσης που εμπίπτουν στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης», εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 13, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.
71 Συνεπώς, η Επιτροπή αβασίμως ισχυρίζεται ότι η απόρριψη της ερμηνείας στην οποία προέβη σχετικά με την έννοια της «διαδικασίας συμπλήρωσης» θίγει σοβαρά την ικανότητα της Ένωσης να καταπολεμήσει αποτελεσματικά την καταστρατήγηση.
72 Ως εκ τούτου, η άποψη της Επιτροπής ότι οι διαδικασίες συμπλήρωσης, οι οποίες εμπίπτουν στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης», μπορούν να αφορούν διαδικασίες μετατροπής μίας μόνον εισροής οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση, δεν βρίσκει έρεισμα στην τελολογική ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
73 Η άποψη της Επιτροπής δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στην ανάλυση του ιστορικού θέσπισης της διάταξης αυτής.
Επί της ιστορικής ερμηνείας
74 Επισημαίνεται ότι, προκειμένου να καταπολεμηθεί η πρακτική που συνίσταται στην υποκατάσταση της εξαγωγής τελικών προϊόντων με την εξαγωγή των ανταλλακτικών που συναρμολογούνται στη συνέχεια στο έδαφος κράτους μέλους σε «εργοστάσια-κατσαβίδια», ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1761/87 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1987, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2176/84 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 1987, L 167, σ. 9), ενσωμάτωσε στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 1984, L 201, σ. 1), την παράγραφο 10, που προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στα προϊόντα τα οποία, αφού συναρμολογηθούν ή κατασκευαστούν στην Ένωση, εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Simon, Evers & Co., C-21/13, EU:C:2014:261, σημείο 9).
75 Ειδικότερα, ο κανονισμός 1761/87 προέβλεπε τη δυνατότητα επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στα προϊόντα που εισάγονται στην Ένωση μετά τη συναρμολόγηση ή την κατασκευή τους από επιχείρηση που συνδέεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με κάποιον από τους κατασκευαστές των οποίων οι εξαγωγές ομοειδών προϊόντων υπόκεινται σε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ, με την επιφύλαξη, μεταξύ άλλων, ότι «η αξία των μερών ή των υλικών που χρησιμοποιούνται κατά τη συναρμολόγηση ή κατασκευή [...] υπερβαίνει την αξία όλων των άλλων χρησιμοποιουμένων μερών ή υλικών κατά τουλάχιστον 50 %».
76 Εν συνεχεία, το ζήτημα της καταστρατήγησης των μέτρων αντιντάμπινγκ συζητήθηκε στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (ΕΕ 1994, L 336, σ. 11) (στο εξής: ΓΣΔΕ του 1994) και της συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VI της ΓΣΔΕ του 1994 (ΕΕ 1994, L 336, σ. 103) η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η οποία εγκρίθηκε με τη σειρά της με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ’ όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ 1994, L 336, σ. 1). Ειδικότερα, το σχέδιο τελικής πράξης της επιτροπής εμπορικών διαπραγματεύσεων της ΓΣΔΕ της 20ής Δεκεμβρίου 1991, στο οποίο επαναλαμβάνονται τα αποτελέσματα των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (MTN.TNC/W/FA) (στο εξής: σχέδιο Dunkel), προέβλεπε διάταξη που επέτρεπε στα κράτη να συμπεριλάβουν, στο πεδίο εφαρμογής υφιστάμενου μέτρου αντιντάμπινγκ επί εισαγόμενου προϊόντος, τα μέρη ή τα συστατικά στοιχεία που προορίζονταν για τη συναρμολόγηση ή την τελική επεξεργασία στη χώρα εισαγωγής, υπό τον όρο ότι πληρούνταν διάφορες προϋποθέσεις. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν κατέστη δυνατόν να επέλθει συμφωνία σε επίπεδο ΠΟΕ σχετικά με το ζήτημα της καταστρατήγησης, η ΓΣΔΕ του 1994 ουδεμία διάταξη περιέχει τελικώς ως προς το εν λόγω ζήτημα (πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Simon, Evers & Co., C-21/13, EU:C:2014:261, σημείο 10, και του γενικού εισαγγελέα G. Pitruzzella στην υπόθεση Επιτροπή κατά Kolachi Raj Industrial, C-709/17 P, EU:C:2019:303, σημείο 37).
77 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ένωση αποφάσισε, με τον κανονισμό (ΕΚ) 3283/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1994, L 349, σ. 1), να υιοθετήσει μονομερώς νέα μέτρα που διακρίνονταν από τα προηγούμενα καθόσον, αφενός, κάλυπταν και άλλες μορφές καταστρατήγησης πλην της καταστρατήγησης που συνίσταται στις διαδικασίες συναρμολόγησης και, αφετέρου, αφορούσαν, ως προς τις διαδικασίες συναρμολόγησης, τόσο εκείνες που πραγματοποιούνταν σε τρίτες χώρες όσο και εκείνες που πραγματοποιούνταν σε κράτος μέλος (πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Simon, Evers & Co., C-21/13, EU:C:2014:261, σημείο 11).
78 Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 3283/94 περιείχε γενικό ορισμό της καταστρατήγησης και το άρθρο 13, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού αφορούσε ειδικότερα τις διαδικασίες συναρμολόγησης. Η εν λόγω παράγραφος 2 προέβλεπε ότι «[μ]ια συναρμολόγηση στην Κοινότητα ή σε τρίτη χώρα γίνεται δεκτό ότι καταστρατηγεί τα ισχύοντα μέτρα όταν: [...] ii) τα μέρη αντιπροσωπεύουν ποσοστό 60 % τουλάχιστον της συνολικής αξίας των μερών του συναρμολογημένου προϊόντος, αν και σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι υπάρχει καταστρατήγηση, αν η προστιθέμενη αξία των μερών που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης υπερβαίνει το 25 % του κόστους κατασκευής».
79 Στη συνέχεια, το περιεχόμενο του άρθρου 13 του κανονισμού 3283/94 επαναλήφθηκε χωρίς μείζονες τροποποιήσεις στους κανονισμούς που εκδόθηκαν μεταγενέστερα, συμπεριλαμβανομένου του βασικού κανονισμού.
80 Επιβάλλεται η επισήμανση ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, από το ιστορικό θέσπισης του άρθρου 13 του βασικού κανονισμού δεν προκύπτει ότι οι διαδικασίες συμπλήρωσης, οι οποίες περιλαμβάνονται επί του παρόντος στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού και εμπίπτουν στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης», μπορούν να αφορούν διαδικασίες μετατροπής μίας μόνον εισροής σε τελικό προϊόν οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση.
81 Βεβαίως, μολονότι η αρχική διάταξη περί καταστρατήγησης θεσπίστηκε προκειμένου να καταπολεμηθεί η πρακτική που συνίσταται στην υποκατάσταση της εξαγωγής τελικών προϊόντων με εκείνη των ανταλλακτικών που προορίζονται να συναρμολογηθούν στο έδαφος κράτους μέλους σε «εργοστάσια-κατσαβίδια», είναι αληθές ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 75 ανωτέρω, οι όροι «συναρμολόγηση ή κατασκευή» και «μέρη ή υλικά» χρησιμοποιούνταν στο άρθρο 13 του κανονισμού 2176/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1761/87. Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι όροι αυτοί φαίνεται να έχουν ευρύτερο περιεχόμενο από τους όρους «συναρμολόγηση» και «μέρη» που περιλαμβάνονται πλέον στο άρθρο 13 του βασικού κανονισμού.
82 Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση, στην οποία προέβη και η προσφεύγουσα, ότι η αρχική διατύπωση της διάταξης περί καταστρατήγησης μεταβλήθηκε κατά τον χρόνο έκδοσης του κανονισμού 3283/94. Ειδικότερα, στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 3283/94, το οποίο προβλέπει τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί ότι μια διαδικασία συναρμολόγησης, η οποία πραγματοποιείται στην Ένωση ή σε τρίτη χώρα, καταστρατηγεί τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ, ο νομοθέτης εγκατέλειψε τους όρους «κατασκευή» και «υλικά». Επομένως, με εξαίρεση την προϋπόθεση σχετικά με το ανώτατο όριο του 25 %, το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε να χαρακτηρίσει τη μορφή καταστρατήγησης στην οποία κάνει μνεία η διάταξη αυτή συναρμολόγηση που ξεκινούσε από «μέρη».
83 Όσον αφορά ειδικότερα την προϋπόθεση σχετικά με το ανώτατο όριο του 25 %, την οποία εισήγαγε ο κανονισμός 3283/94 και η οποία αναφέρει τη φράση «διαδικασία συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τη νομοθετική πρόταση COM(94) 414 τελικό της Επιτροπής, βάσει της οποίας εκδόθηκε ο κανονισμός 3283/94, «[ο]ι διατάξεις για [...] τη συναρμολόγηση στη χώρα εισαγωγής ή σε τρίτη χώρα ακολουθούν κατά το δυνατόν το πρότυπο της διάταξης για τη χώρα εισαγωγής, η οποία περιλαμβάνεται στο “Σχέδιο Dunkel”» (βλ. σκέψη 76 ανωτέρω).
84 Κατά το άρθρο 12 του σχεδίου Dunkel, «[ο]ι αρχές [μπορούσαν] να εντάξουν στο πεδίο εφαρμογής υφιστάμενου οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, ο οποίος έπληττ[ε] εισαγόμενο προϊόν, τα μέρη ή τα συστατικά στοιχεία που προορίζονταν για τη συναρμολόγηση ή την τελική επεξεργασία στη χώρα εισαγωγής», εφόσον πληρούνταν διάφορες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, σύμφωνα με μία από τις προϋποθέσεις αυτές του άρθρου 12.1, στοιχείο v, του σχεδίου Dunkel, «τα μέρη και τα συστατικά στοιχεία δεν [ενέπιπταν] σε καμία περίπτωση στο πεδίο εφαρμογής των οριστικών μέτρων, εάν η προστιθέμενη αξία από τη συναρμολόγηση ή την τελική κατεργασία [υπερέβαινε] το 25 [%] του κόστους εξόδου από το εργοστάσιο του συναρμολογημένου ή ολοκληρωμένου ομοειδούς προϊόντος στο έδαφος της χώρας εισαγωγής».
85 Η εισαγωγή της προϋπόθεσης του ανωτάτου ορίου του 25 % στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 3283/94, η οποία περιέχει τους όρους «διαδικασία συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης», μπορεί να θεωρηθεί ότι προέρχεται από τη φράση «τελική συναρμολόγηση ή επεξεργασία» του άρθρου 12.1, στοιχείο v, του σχεδίου Dunkel.
86 Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι όροι «τελική συναρμολόγηση ή επεξεργασία» χρησιμοποιούνταν από κοινού, κατά τρόπο συστηματικό, στο άρθρο 12 του σχεδίου Dunkel. Επομένως, η φράση αυτή προσδιόριζε συνολικά τη μορφή καταστρατήγησης που το σχέδιο Dunkel επιδίωκε να αντιμετωπίσει.
87 Αντιθέτως, το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 3283/94 δεν αφορούσε τις διαδικασίες συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης, αλλά μόνον τις διαδικασίες συναρμολόγησης. Μόνον η προϋπόθεση σχετικά με το ανώτατο όριο του 25 % ανέφερε τους όρους «διαδικασία συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης».
88 Στο ίδιο πνεύμα, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 12.1 του σχεδίου Dunkel προέβλεπε τη δυνατότητα επέκτασης των ισχυόντων δασμών αντιντάμπινγκ «στα μέρη ή τα συστατικά στοιχεία» του προϊόντος που αποτέλεσε αντικείμενο συναρμολόγησης ή τελικής επεξεργασίας η οποία ξεκινούσε από τα εν λόγω μέρη ή συστατικά στοιχεία στη χώρα εισαγωγής. Όμως, μόνον η λέξη «μέρη» περιλαμβανόταν στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 3283/94.
89 Επομένως, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, εμπνεόμενος από το σχέδιο Dunkel και εισάγοντας την προϋπόθεση σχετικά με το ανώτατο όριο του 25 % στον βασικό κανονισμό, θέλησε να προσδώσει στην έννοια της «συμπλήρωσης» διαφορετικό και ευρύτερο περιεχόμενο από την έννοια της «συναρμολόγησης».
90 Επιπροσθέτως, τα λοιπά επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με την ιστορική ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.
91 Αφενός, η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχθεί στο γεγονός ότι ο κανονισμός 3283/94 διεύρυνε το περιεχόμενο της διάταξης κατά της καταστρατήγησης για να διαπιστώσει ότι η έννοια της «συναρμολόγησης» έχει επίσης ευρύ περιεχόμενο. Πράγματι, είναι αληθές ότι, με τον εν λόγω κανονισμό, ο νομοθέτης αποφάσισε να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της διάταξης κατά της καταστρατήγησης ώστε να καλύπτει και άλλες μορφές καταστρατήγησης πέραν των διαδικασιών συναρμολόγησης και, ειδικότερα ως προς τις διαδικασίες αυτές, ώστε να αφορά διαδικασίες που πραγματοποιούνται τόσο σε τρίτες χώρες όσο και σε κράτος μέλος. Εντούτοις, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, τούτο δεν σημαίνει ότι διευρύνθηκε και ο ορισμός των διαδικασιών συναρμολόγησης. Αντιθέτως, κατά τον χρόνο έκδοσης του κανονισμού 3283/94, το περιεχόμενο της έννοιας αυτής περιοριζόταν στη «συναρμολόγηση» «μερών», όπως προκύπτει από τη σκέψη 82 ανωτέρω.
92 Αφετέρου, η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχθεί, αφενός, στο γεγονός ότι η διάταξη κατά της καταστρατήγησης εξαρχής προέβλεπε ποσοτικό κατώτατο όριο ως προϋπόθεση για να διαπιστωθεί ότι μια διαδικασία συναρμολόγησης καταστρατηγούσε τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ και, αφετέρου, στο γεγονός ότι το όριο αυτό αποτελούσε το καθοριστικό στοιχείο της εν λόγω διάταξης.
93 Βεβαίως, η διάταξη κατά της καταστρατήγησης προέβλεπε πάντοτε ένα ποσοτικό όριο σχετικά με την αναλογία των μερών τα οποία προέρχονται από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα αντιντάμπινγκ (βλ. σκέψη 75 ανωτέρω), το δε άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού περιέχει ακόμη τις προϋποθέσεις σχετικά με το όριο του 60 % και το ανώτατο όριο του 25 %.
94 Εντούτοις, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, του σταδίου που αποσκοπεί στον χαρακτηρισμό μιας συγκεκριμένης διαδικασίας ως συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης και, αφετέρου, του μεταγενέστερου σταδίου με το οποίο επιδιώκεται να εξακριβωθεί αν η εν λόγω διαδικασία συναρμολόγησης καταστρατηγεί τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι η τήρηση των προϋποθέσεων σχετικά με το όριο του 60 % και το ανώτατο όριο του 25 % καθορίζει τον χαρακτηρισμό μιας συγκεκριμένης διαδικασίας ως συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης.
95 Ως εκ τούτου, από το ιστορικό θέσπισης του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να προσδώσει ευρύ περιεχόμενο στην έννοια της «διαδικασίας συμπλήρωσης» ή της «διαδικασίας συναρμολόγησης», ώστε να συμπεριληφθούν σε αυτές οι διαδικασίες μετατροπής μίας μόνον εισροής οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση. Επομένως, η άποψη της Επιτροπής δεν βρίσκει έρεισμα στην ιστορική ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
Συμπέρασμα
96 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί της σημασίας του τελωνειακού δικαίου που επικαλείται η προσφεύγουσα ως στοιχείου του γενικότερου πλαισίου για την ερμηνεία της έννοιας της «διαδικασίας συμπλήρωσης», συνάγεται το συμπέρασμα ότι η άποψη της Επιτροπής ότι οι «διαδικασίες συμπλήρωσης», οι οποίες εμπίπτουν στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης», μπορούν να αφορούν διαδικασίες μετατροπής μίας μόνον εισροής σε τελικό προϊόν οι οποίες δεν συνεπάγονται καμία συναρμολόγηση, δεν βρίσκει έρεισμα στη γραμματική, συστηματική, τελολογική ή ιστορική ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
97 Επομένως, η Επιτροπή εσφαλμένως θεώρησε ότι, στον προσβαλλόμενο κανονισμό, η μετατροπή πλακών ανοξείδωτου χάλυβα σε SSHR, ήτοι η μετατροπή μίας μόνον εισροής σε τελικό προϊόν η οποία δεν συνεπάγεται καμία συναρμολόγηση (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω), αποτελούσε διαδικασία συμπλήρωσης που εμπίπτει στην έννοια της «διαδικασίας συναρμολόγησης» κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
98 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εσφαλμένως θεώρησε ότι πληρούνταν η δεύτερη προϋπόθεση για τη διαπίστωση καταστρατήγησης των ισχυόντων μέτρων αντιντάμπινγκ, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 17 ανωτέρω.
99 Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, η προσφυγή στο σύνολό της, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως.
100 Ως εκ τούτου, ο προσβαλλόμενος κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος που αφορά την προσφεύγουσα.
Επί των δικαστικών εξόδων
101 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
102 Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας.
103 Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι παρεμβαίνουσες φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο πενταμελές τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει τον εκτελεστικό κανονισμό (EΕ) 2023/825 της Επιτροπής, της 17ης Απριλίου 2023 για την επέκταση του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2020/1408 στις εισαγωγές ορισμένων φύλλων και ρόλων θερμής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα, καταγωγής Ινδονησίας, σε εισαγωγές ορισμένων φύλλων και ρόλων θερμής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα που αποστέλλονται από την Τουρκία, είτε δηλώνονται ως καταγωγής Τουρκίας είτε όχι, στο μέτρο που αφορά την ?olako?lu Metalurji A?.
2) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η ?olako?lu Metalurji.
3) Η Eurofer, Association europ?enne de l’acier, AISBL, φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
|
De Baere |
Petrl?k |
Kecsm?r |
|
Kingston |
Cassagnab?re |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Μαρτίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.