Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
(τμήμα προδικαστικών υποθέσεων)
της 15ης Απριλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Τελωνειακή ένωση – Τελωνειακός κώδικας – Καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή – Άδεια – Άρθρο 84, παράγραφος 1, στοιχείο β', πέμπτη περίπτωση, και άρθρο 85 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 – Άρθρο 211, παράγραφος 1, στοιχείο α' του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 – Εξαγωγή μέσω τελωνείου μη ορισθέντος στην άδεια ως τελωνείου υπαγωγής και ευρισκόμενου σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο που χορήγησε την άδεια – Τελωνειακή οφειλή λόγω παραλείψεων – Απαλλαγή – Άρθρο 86, παράγραφος 6, του κανονισμού 952/2013 – Τελωνειακή οφειλή γεννηθείσα βάσει του άρθρου 77, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 952/2013 »
Στην υπόθεση T-589/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο, Γερμανία) με απόφαση της 6ης Αυγούστου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Οκτωβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
A-GmbH
κατά
Hauptzollamt C,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα προδικαστικών υποθέσεων),
συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους Σ. Παπασάββα, πρόεδρο, T. Pynn?, J. Laitenberger, G. Hesse (εισηγητή) και Ι. Δημητρακόπουλο, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: M. Brkan
γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη ότι στις 15 Νοεμβρίου 2024 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ', του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Σεπτεμβρίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η A-GmbH, εκπροσωπούμενη από τον K. Felderhoff, Rechtsanwalt, και τους P. Witte και H.-M. Wolffgang, φορολογικούς συμβούλους,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Baeyens και την M. Jacobs,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις B. Eggers και F. Moro,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 26ης Νοεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 84, παράγραφος 1, στοιχείο β', πέμπτη περίπτωση, του άρθρου 85, του άρθρου 145, παράγραφος 1, και του άρθρου 150, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1) (στο εξής: κοινοτικός τελωνειακός κώδικας), και του άρθρου 77, παράγραφος 1, στοιχείο α', του άρθρου 86, παράγραφος 6, του άρθρου 211, παράγραφος 1, στοιχείο α', και του άρθρου 259, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2013, L 269, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2013, L 287, σ. 90) (στο εξής: ενωσιακός τελωνειακός κώδικας).
2 Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της A-GmbH και του Hauptzollamt C (κεντρικού τελωνείου C, Γερμανία) με αντικείμενο την εκ μέρους της A-GmbH χρήση άδειας υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, η οποία χορηγήθηκε από το κεντρικό τελωνείο C για την υπαγωγή εμπορευμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο εν λόγω καθεστώς, σε τελωνείο ευρισκόμενο στις Κάτω Χώρες, το οποίο δεν είχε οριστεί στη σχετική άδεια ως τελωνείο υπαγωγής.
Νομικό πλαίσιο
3 Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την 1η Μαΐου 2016 από τον ενωσιακό τελωνειακό κώδικα. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου στον οποίο ανάγονται τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης, εξακολουθεί να έχει εφαρμογή επί της διαφοράς ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας κατά το μέρος που τα περιστατικά αυτά αφορούν τη χρονική περίοδο από τις 29 Ιουνίου 2015 έως τις 30 Απριλίου 2016.
Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας
4 Το τμήμα 3 του κεφαλαίου 2 του τίτλου IV του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα έφερε τον τίτλο «Καθεστώτα αναστολής και οικονομικά τελωνειακά καθεστώτα». Το σημείο A του τμήματος 3 περιλάμβανε «[δ]ιατάξεις κοινές για περισσότερα του ενός καθεστώτα». Τα άρθρα 84 και 85 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα περιλαμβάνονταν στο σημείο Α.
5 Το άρθρο 84, παράγραφος 1, στοιχείο β', πέμπτη περίπτωση, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα όριζε τα εξής:
«1. Στα άρθρα 85 έως 90:
[...]
β) όταν χρησιμοποιείται, ο όρος “οικονομικό τελωνειακό καθεστώς” θεωρείται ότι υπονοεί τα ακόλουθα καθεστώτα:
[...]
– την τελειοποίηση προς επανεισαγωγή.»
6 Το άρθρο 85 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προέβλεπε τα εξής:
«Η υπαγωγή σε οιοδήποτε οικονομικό τελωνειακό καθεστώς προϋποθέτει την έκδοση άδειας από τις τελωνειακές αρχές.»
7 Το άρθρο 114, παράγραφος 2, στοιχείο γ', δεύτερη περίπτωση, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα όριζε τα εξής:
«Νοούνται ως:
[...]
γ) εργασίες τελειοποίησης:
– [...]
– η μεταποίηση εμπορευμάτων».
8 Το άρθρο 145 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα όριζε τα εξής:
«1. Το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή (“παθητικής τελειοποίησης”) επιτρέπει, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων των άρθρων 154 [έως] 159 και του άρθρου 123, την προσωρινή εξαγωγή κοινοτικών εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας προκειμένου να υποστούν εργασίες τελειοποίησης και τη θέση των προϊόντων που προκύπτουν από τις εργασίες αυτές σε ελεύθερη κυκλοφορία με ολική ή μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς.
[...]
3. Θεωρούνται ως:
α) εμπορεύματα προσωρινής εξαγωγής, τα εμπορεύματα που έχουν τεθεί υπό καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή
β) εργασίες τελειοποίησης, οι εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 114 παράγραφος 2 στοιχείο γ) πρώτη, δεύτερη και τρίτη περίπτωση
γ) παράγωγα προϊόντα, όλα τα προϊόντα που προκύπτουν από εργασίες τελειοποίησης
[...]».
9 Το άρθρο 148 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα όριζε τα εξής:
«Η άδεια χορηγείται μόνο:
[...]
β) εφόσον κρίνεται ότι θα είναι δυνατό να εξακριβωθεί ότι τα παράγωγα προϊόντα προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής. Οι περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορούν να εφαρμόζονται παρεκκλίσεις από την παρούσα διάταξη και οι όροι υπό τους οποίους εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις αυτές καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής [τελωνειακού κώδικα],
γ) εφόσον το ευεργέτημα του καθεστώτος της τελειοποίησης προς επανεισαγωγή δεν μπορεί να θίξει σοβαρά τα ουσιαστικά συμφέροντα των κοινοτικών μεταποιητών (οικονομικοί όροι).»
10 Το άρθρο 150, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προέβλεπε τα εξής:
«Η ολική ή μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς που προβλέπεται στο άρθρο 151 παράγραφος 1 δεν χορηγείται στην περίπτωση που ένας από τους όρους ή μια από τις υποχρεώσεις που συνδέονται με το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή δεν πληρούται, εκτός κι αν αποδειχθεί ότι οι παραλείψεις δεν είχαν πραγματική επίπτωση στη ορθή λειτουργία του εν λόγω καθεστώτος.»
Ο κανονισμός εφαρμογής
11 Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ 1993, L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1192/2008 της Επιτροπής, της 17ης Νοεμβρίου 2008 (ΕΕ 2008, L 329, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), όριζε τα εξής:
«Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, νοείται ως:
[...]
13) ενιαία άδεια: η άδεια στην οποία εμπλέκονται τελωνειακές διοικήσεις σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη για μία από τις ακόλουθες διαδικασίες:
– [...]
– τα οικονομικά τελωνειακά καθεστώτα σύμφωνα με το άρθρο 84 παράγραφος 1 στοιχείο β) του [κοινοτικού τελωνειακού] κώδικα
[...]».
12 Το άρθρο 496, στοιχείο στ', του κανονισμού εφαρμογής ορίζει το «τελωνείο υπαγωγής στο καθεστώς» ως «το τελωνείο ή τα τελωνεία που είναι εξουσιοδοτημένα στο πλαίσιο της άδειας για την αποδοχή των διασαφήσεων υπαγωγής των εμπορευμάτων στο καθεστώς».
13 Το άρθρο 500 του κανονισμού εφαρμογής όριζε τα εξής:
«1. Όταν υποβάλλεται αίτηση για ενιαία άδεια, απαιτείται η εκ των προτέρων συμφωνία των ενδιαφερόμενων αρχών, σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Σε περίπτωση προσωρινής εισαγωγής, η αίτηση υποβάλλεται στις τελωνειακές αρχές που έχουν οριστεί για τον τόπο πρώτης χρήσης με την επιφύλαξη του άρθρου 580 παράγραφος [2] δεύτερο εδάφιο.
Στις άλλες περιπτώσεις, υποβάλλεται στις τελωνειακές αρχές που έχουν οριστεί για τον τόπο στον οποίο τηρούνται οι κύριες λογιστικές καταχωρήσεις του αιτούντος, ώστε να διευκολύνεται η βάσει λογιστικών ελέγχων παρακολούθηση της εφαρμογής του καθεστώτος και στον οποίο διενεργείται τουλάχιστον εν μέρει η αποθήκευση, η μεταποίηση ή η προσωρινή εξαγωγή που πρόκειται να καλύψει η άδεια.
[...]
3. Οι τελωνειακές αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 κοινοποιούν την αίτηση και το σχέδιο άδειας στις άλλες ενδιαφερόμενες τελωνειακές αρχές, οι οποίες επιβεβαιώνουν τη λήψη αυτών των εγγράφων εντός δεκαπέντε ημερών.
Οι άλλες ενδιαφερόμενες τελωνειακές αρχές γνωστοποιούν τις τυχόν αντιρρήσεις τους εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβαν το σχέδιο άδειας. Σε περίπτωση που διατυπωθούν αντιρρήσεις εντός της προαναφερθείσας περιόδου και δεν επιτευχθεί συμφωνία, η αίτηση απορρίπτεται όσον αφορά τα στοιχεία για τα οποία έχουν διατυπωθεί αντιρρήσεις.
4. Οι τελωνειακές αρχές δύνανται να εκδώσουν την άδεια, εφόσον δεν έχουν διατυπωθεί αντιρρήσεις για το σχέδιο άδειας εντός 30 ημερών.
Αποστέλλουν αντίγραφο της εγκριθείσας άδειας σε όλες τις ενδιαφερόμενες τελωνειακές αρχές.»
Ο ενωσιακός τελωνειακός κώδικας
14 Το άρθρο 26 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ισχύς των αποφάσεων σε ενωσιακή κλίμακα», ορίζει:
«Εκτός αν η ισχύς μιας απόφασης περιορίζεται σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, οι αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας ισχύουν σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.»
15 Το άρθρο 77 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία και προσωρινή εισαγωγή», διαλαμβάνει τα εξής:
«1. Η τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται με την υπαγωγή των μη ενωσιακών εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό σε ένα από τα ακόλουθα τελωνειακά καθεστώτα:
α) θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων περί ειδικού προορισμού,
[...]».
16 Το άρθρο 79, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι:
«Για τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή λόγω της μη τήρησης οποιουδήποτε από τα εξής:
α) μιας από τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά την είσοδο μη ενωσιακών εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, την απομάκρυνσή τους από την τελωνειακή επιτήρηση ή τη διακίνηση, μεταποίηση, αποθήκευση, προσωρινή εναπόθεση, προσωρινή εισαγωγή ή διάθεση των εμπορευμάτων αυτών εντός του εν λόγω εδάφους,
β) μιας από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία σχετικά με τον ειδικό προορισμό εμπορευμάτων εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης,
γ) ενός όρου που έχει καθορισθεί για την υπαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς ή τη χορήγηση, λόγω του ειδικού προορισμού των εμπορευμάτων, δασμολογικής απαλλαγής ή μειωμένου συντελεστή εισαγωγικού δασμού.»
17 Το άρθρο 82, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«Για τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε εξαγωγικό δασμό, τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή γεννάται λόγω της μη τήρησης οποιουδήποτε από τα εξής:
α) μιας από τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία για την έξοδο των εμπορευμάτων,
β) των όρων που επέτρεψαν την έξοδο των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης με ολική ή μερική απαλλαγή από τον εξαγωγικό δασμό.»
18 Το άρθρο 86 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ειδικοί κανόνες για τον υπολογισμό του ποσού του εισαγωγικού δασμού», προβλέπει στην παράγραφο 6 τα εξής:
«Όταν η τελωνειακή νομοθεσία προβλέπει ευνοϊκή δασμολογική μεταχείριση των εμπορευμάτων, ατέλεια ή μερική ή πλήρη απαλλαγή από τον εισαγωγικό ή εξαγωγικό δασμό σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2 στοιχεία δ) έως ζ), τα άρθρα 203, 204, 205 και 208 ή τα άρθρα 259 έως 262 του παρόντος κανονισμού ή δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1186/2009 του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2009 για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών, αυτή η ευνοϊκή δασμολογική μεταχείριση, ατέλεια ή απαλλαγή εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις όπου γεννάται τελωνειακή οφειλή σύμφωνα με τα άρθρα 79 ή 82 του παρόντος κανονισμού, υπό τον όρο ότι οι παραλείψεις που οδήγησαν στη γένεση τελωνειακής οφειλής δεν συνιστούσαν απόπειρα διάπραξης απάτης.»
19 Το άρθρο 173 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«1. Κατόπιν αιτήσεώς του, επιτρέπεται στον διασαφιστή να διορθώσει ένα ή περισσότερα στοιχεία της τελωνειακής διασάφησης μετά την αποδοχή της από τις τελωνειακές αρχές. Η τροποποίηση δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ισχύ της τελωνειακής διασάφησης για εμπορεύματα άλλα από αυτά που καλύπτονταν αρχικά.
2. Δεν επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί καμία τέτοιου είδους τροποποίηση κατόπιν αιτήσεως σε κάποια από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
[...]
γ) αφού οι τελωνειακές αρχές έχουν χορηγήσει άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων.
3. Κατόπιν αιτήσεως του διασαφιστή και εντός τριών ετών από την ημερομηνία αποδοχής της τελωνειακής διασάφησης, μπορεί να επιτραπεί η τροποποίηση της τελωνειακής διασάφησης μετά την παράδοση των εμπορευμάτων προκειμένου ο διασαφιστής να μπορέσει να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς.»
20 Το άρθρο 211 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι:
«1. Απαιτείται άδεια από τις τελωνειακές αρχές για τα ακόλουθα:
α) την εφαρμογή καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ή τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, προσωρινής εισαγωγής ή ειδικού προορισμού,
[...]».
21 Το άρθρο 259 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«1. Στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, ενωσιακά εμπορεύματα μπορούν να εξάγονται προσωρινά εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης για να υποβληθούν σε εργασίες τελειοποίησης. Τα μεταποιημένα προϊόντα που προκύπτουν από τις εργασίες αυτές μπορούν να τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία με ολική ή μερική απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό, κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου της άδειας ή οιουδήποτε άλλου προσώπου εγκατεστημένου εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, υπό τον όρο ότι το εν λόγω πρόσωπο έχει λάβει τη συγκατάθεση του κατόχου της άδειας και ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της άδειας.
[...]
3. Οι τελωνειακές αρχές καθορίζουν την προθεσμία εντός της οποίας προσωρινά εξαχθέντα εμπορεύματα επιβάλλεται να επανεισαχθούν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης με τη μορφή μεταποιημένων προϊόντων και να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί σ’ αυτά πλήρης ή μερική απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό. Οι τελωνειακές αρχές δύνανται να παρατείνουν την προθεσμία αυτή, για εύλογο χρονικό διάστημα, μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτηση του κατόχου της άδειας.»
Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός
22 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/2446 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2015, για τη συμπλήρωση του κανονισμού 952/2013 όσον αφορά λεπτομερείς κανόνες σχετικούς με ορισμένες από τις διατάξεις του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2015, L 343, σ. 1) (στο εξής: κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός) ορίζει:
«Η ανταλλαγή και αποθήκευση πληροφοριών που απαιτούνται για αιτήσεις και αποφάσεις υπόκεινται στις κοινές απαιτήσεις περί δεδομένων που ορίζονται στο παράρτημα A.»
23 Το κεφάλαιο 1 του τίτλου I του παραρτήματος A του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού περιλαμβάνει πίνακα ο οποίος τιτλοφορείται «Πίνακας απαιτήσεων δεδομένων». Η στήλη 8β του εν λόγω πίνακα («Αίτηση και άδεια για χρήση καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή») αναγράφει, για το στοιχείο 4/10, το οποίο φέρει την ένδειξη «Τελωνείο(-α) υπαγωγής», το σύμβολο «A», το οποίο αντιστοιχεί σε υποχρεωτικά στοιχεία, ήτοι σε «στοιχεία που απαιτούνται σε κάθε κράτος μέλος».
Εκτελεστικός κανονισμός
24 Το άρθρο 261 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 952/2013 (ΕΕ 2015, L 343, σ. 558) (στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός), προβλέπει τα εξής:
«1. Η αρμόδια τελωνειακή αρχή λαμβάνει απόφαση επί αιτήσεως χωρίς διαβούλευση με τις άλλες ενδιαφερόμενες τελωνειακές αρχές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 260 του παρόντος κανονισμού, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
[...]
γ) η μόνη δραστηριότητα στην οποία εμπλέκονται διαφορετικά κράτη μέλη είναι μια πράξη στην οποία το τελωνείο υπαγωγής και το τελωνείο εκκαθάρισης δεν είναι το ίδιο
[...]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
25 Την 1η Δεκεμβρίου 2014 το κεντρικό τελωνείο C χορήγησε στην A-GmbH, αναιρεσείουσα της κύριας δίκης, άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή με σκοπό την παραγωγή, μέσω εταιρίας εγκατεστημένης στην Ελβετία, μεταποιημένου αραχιδέλαιου κατόπιν υποβολής του σε εργασίες τελειοποίησης (στο εξής: άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή).
26 Η άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή όριζε δύο γερμανικά τελωνεία (το τελωνείο W και το τελωνείο Z) ως τελωνεία υπαγωγής, εξουσιοδοτημένα για την αποδοχή των διασαφήσεων υπαγωγής των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής στο εν λόγω καθεστώς.
27 Μεταξύ Ιουνίου 2015 και Σεπτεμβρίου 2017 η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης αγόρασε στις Κάτω Χώρες ακατέργαστο αραχιδέλαιο το οποίο είχε τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία. Για τα εν λόγω ενωσιακά εμπορεύματα υποβλήθηκε σε ολλανδικό τελωνείο διασάφηση για απευθείας εξαγωγή προς την Ελβετία με κωδικό τελωνειακού καθεστώτος 1000 (οριστική εξαγωγή χωρίς προηγούμενη υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς). Κατόπιν των εργασιών τελειοποίησης στην Ελβετία, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης υπήγαγε το μεταποιημένο προϊόν στο καθεστώς της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ένωσης με κωδικό τελωνειακού καθεστώτος 4000 (θέση σε ανάλωση με ταυτόχρονη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς προηγούμενη υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς). Για τη δασμολογητέα αξία, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης δήλωσε το κόστος των εργασιών τελειοποίησης που διενεργήθηκαν στην Ελβετία και όχι την αξία του εισαχθέντος μεταποιημένου αραχιδέλαιου.
28 Το κεντρικό τελωνείο C τροποποίησε, με ισχύ από τις 16 Μαρτίου 2018, την άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, διά της προσθήκης του εν λόγω ολλανδικού τελωνείου ως τελωνείου υπαγωγής των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
29 Με πράξη βεβαίωσης εισαγωγικών δασμών της 25ης Ιουλίου 2018, το κεντρικό τελωνείο C προέβη σε εκ των υστέρων είσπραξη τελωνειακών δασμών, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης δεν μπορούσε να υπαχθεί σε καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, λόγω του ότι δεν είχε διασαφήσει τα ενωσιακά εμπορεύματα με τον κωδικό τελωνειακού καθεστώτος 2100 (προσωρινή εξαγωγή στο πλαίσιο καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή χωρίς προηγούμενη υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς) σε ένα από τα γερμανικά τελωνεία που ορίζονταν στην άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
30 Η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της είσπραξης των δασμών από το κεντρικό τελωνείο C. Επιπλέον, μερίμνησε ώστε το ολλανδικό τελωνείο να διορθώσει τις διασαφήσεις εξαγωγής του ακατέργαστου αραχιδέλαιου, προκειμένου να καταχωριστεί στις διασαφήσεις ο κωδικός τελωνειακού καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή (κωδικός 2100 στο πεδίο 37) και να γίνει μνεία της άδειας υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή (στο πεδίο 44). Με πράξη βεβαίωσης της 5ης Δεκεμβρίου 2018, το κεντρικό τελωνείο C μείωσε το ποσό των εκ των υστέρων εισπρακτέων δασμών και απέρριψε τη διοικητική ένσταση ως προς τα λοιπά.
31 Το Finanzgericht (φορολογικό δικαστήριο, Γερμανία), επιληφθέν της υποθέσεως κατόπιν προσφυγής της αναιρεσείουσας της κύριας δίκης, έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να εισαγάγει το μεταποιημένο αραχιδέλαιο με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς βάσει του άρθρου 145 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, λόγω του ότι δεν είχε κάνει χρήση της άδειας υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή και δεν είχε υπαγάγει τα εμπορεύματα προσωρινής εξαγωγής στο εν λόγω καθεστώς.
32 Αφενός, το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι το κεντρικό τελωνείο C δεσμεύεται μεν κατ’ αρχήν από τις αποφάσεις της ολλανδικής τελωνειακής αρχής, πλην όμως η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης δεν διέθετε τις απαιτούμενες άδειες προκειμένου να τύχει της μερικής απαλλαγής. Αφετέρου, το εν λόγω δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απουσία των σχετικών αδειών δεν ήταν άνευ πραγματικών συνεπειών για την ορθή λειτουργία του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, μεταξύ άλλων διότι δεν είχε καταστεί δυνατή η ταυτοποίηση των επίμαχων εμπορευμάτων. Εξάλλου, το Finanzgericht (φορολογικό δικαστήριο) έκρινε ότι η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης δεν μπορούσε να αξιώσει μερική απαλλαγή ούτε βάσει του άρθρου 212α του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, το οποίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 86, παράγραφος 6, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, καθόσον είχε επιδείξει πρόδηλη αμέλεια.
33 Στο πλαίσιο της αναιρέσεως που άσκησε ενώπιον του Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακού Φορολογικού Δικαστηρίου, Γερμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το γεγονός ότι οι διασαφήσεις εξαγωγής υποβλήθηκαν σε τελωνείο το οποίο δεν έχει αρμοδιότητα στη Γερμανία δεν ασκούσε επιρροή στην εφαρμογή του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, πολλώ δε μάλλον καθόσον το κεντρικό τελωνείο C διέθετε άλλα μέσα για να διασφαλίσει την τήρηση των προϋποθέσεων ταυτοποίησης των επίμαχων εμπορευμάτων.
34 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο κλίνει προς την άποψη ότι οι αποφάσεις του ολλανδικού τελωνείου σχετικά με τη διόρθωση των διασαφήσεων εξαγωγής ήταν έγκυρες σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και ότι η μη αναγραφή του ολλανδικού τελωνείου στην άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή αφορούσε απλώς μια απαίτηση τυπικής φύσεως. Επισημαίνει εξάλλου ότι από πουθενά δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης ενήργησε κακόπιστα.
35 Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα χορήγησης μερικής απαλλαγής από τους εισαγωγικούς δασμούς κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία μεταποιημένων προϊόντων τα οποία προκύπτουν από εργασίες τελειοποίησης προς επανεισαγωγή όταν οι τελωνειακές διασαφήσεις για την υπαγωγή εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής στο τελωνειακό καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή έχουν υποβληθεί σε τελωνείο μη αναγραφόμενο στην άδεια υπαγωγής στο εν λόγω καθεστώς.
36 Τέλος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τη δυνατότητα, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου 150, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, οι οποίες αφορούν παραβάσεις που δεν επηρέασαν την ορθή λειτουργία του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, ή, κατ’ αναλογίαν, των διατάξεων του άρθρου 86, παράγραφος 6, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, βάσει των οποίων αντιμετωπίζεται η γένεση της τελωνειακής οφειλής σε περίπτωση παρατυπίας.
37 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Αποκλείεται η, κατόπιν εφαρμογής του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, μερική απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς δυνάμει του άρθρου 145, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και, αντιστοίχως, του άρθρου 259, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, σε περίπτωση αποδοχής της τελωνειακής διασάφησης για τα εμπορεύματα προσωρινής εξαγωγής από τελωνείο το οποίο δεν έχει οριστεί ως τελωνείο υπαγωγής στο τελωνειακό καθεστώς στην άδεια τελειοποίησης προς επανεισαγωγή που προβλέπεται στο άρθρο 85, σε συνδυασμό με το άρθρο 84, παράγραφος 1, στοιχείο β', πέμπτη περίπτωση, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και, αντιστοίχως, στο άρθρο 211, παράγραφος 1, στοιχείο α', του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα;
2) Έχει το άρθρο 150, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα την έννοια ότι καταλαμβάνει μόνον τις υποχρεώσεις που έπονται της υπαγωγής των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής στο τελωνειακό καθεστώς της τελειοποίησης προς επανεισαγωγή ή ότι καταλαμβάνει ήδη τις υποχρεώσεις που συναρτώνται με την [ίδια την] υποβολή της τελωνειακής διασάφησης για την υπαγωγή των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή;
3) Εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν το άρθρο 86, παράγραφος 6, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα όταν η τελωνειακή οφειλή έχει γεννηθεί, βάσει του άρθρου 77, παράγραφος 1, στοιχείο α', του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, με τη θέση μεταποιημένων προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
38 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο στο οποίο κράτος μέλος έχει χορηγήσει άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή υπάγει ενωσιακά εμπορεύματα, προοριζόμενα για μεταποίηση σε τρίτη χώρα, στο καθεστώς εξαγωγής σε τελωνείο ευρισκόμενο σε άλλο κράτος μέλος που δεν έχει δηλώσει την εκ των προτέρων συμφωνία του για την έκδοση της εν λόγω άδειας και το συγκεκριμένο τελωνείο δεν μνημονεύεται στην άδεια ως τελωνείο υπαγωγής στο καθεστώς, το άρθρο 85 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 84, παράγραφος 1, στοιχείο β', πέμπτη περίπτωση, του εν λόγω κώδικα, καθώς και το άρθρο 211, παράγραφος 1, στοιχείο α', του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα αντιτίθενται στην προβλεπόμενη στο άρθρο 145, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και στο άρθρο 259, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς στο πλαίσιο τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
39 Συναφώς, υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή επιτρέπει την προσωρινή εξαγωγή εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης με σκοπό την υποβολή τους σε εργασίες τελειοποίησης και τη θέση των προϊόντων που προκύπτουν από τις εργασίες αυτές, τα οποία καλούνται «παράγωγα προϊόντα», σε ελεύθερη κυκλοφορία με πλήρη ή μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς.
40 Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά τόσο διατάξεις του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, ο οποίος έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης που αφορούν το χρονικό διάστημα από τις 29 Ιουνίου 2015 έως τις 30 Απριλίου 2016, όσο και διατάξεις του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, ο οποίος έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου 2016 έως 11 Σεπτεμβρίου 2017. Το προδικαστικό ερώτημα χρήζει χωριστής εξέτασης κατά το μέρος που αφορά τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα και κατά το μέρος που αφορά τον ενωσιακό τελωνειακό κώδικα.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος κατά το μέρος που αφορά τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα
41 Το άρθρο 85 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι η υπαγωγή σε οποιοδήποτε οικονομικό τελωνειακό καθεστώς προϋποθέτει την έκδοση άδειας από τις τελωνειακές αρχές.
42 Ειδικότερα, από το γράμμα του άρθρου 85 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 84, παράγραφος 1, στοιχείο β', πέμπτη περίπτωση, του εν λόγω κώδικα, προκύπτει ότι η υπαγωγή στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή απαιτεί την εκ των προτέρων χορήγηση άδειας. Η αιτιολόγηση της υποχρέωσης υποβολής αίτησης για τη χορήγηση της εν λόγω προηγούμενης άδειας έγκειται ιδίως στην ανάγκη να ελεγχθεί, στο πλαίσιο ειδικής επιτήρησης, αν τα παράγωγα προϊόντα προέρχονται από τη μεταποίηση των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής.
43 Εξάλλου, το άρθρο 148, στοιχείο β', του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή χορηγείται, κατ’ αρχήν, μόνον εφόσον είναι δυνατό να εξακριβωθεί ότι τα παράγωγα προϊόντα προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής.
44 Τέλος, από το άρθρο 496, στοιχείο στ', του κανονισμού εφαρμογής προκύπτει ότι το τελωνείο ή τα τελωνεία υπαγωγής στο καθεστώς είναι αυτά που είναι εξουσιοδοτημένα στο πλαίσιο της άδειας υπαγωγής σε καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή για την αποδοχή των διασαφήσεων υπαγωγής των εμπορευμάτων στο εν λόγω καθεστώς.
45 Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι ο εκ των προτέρων προσδιορισμός των τελωνείων στα οποία τα εμπορεύματα προσωρινής εξαγωγής μπορούν να υπαχθούν στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, ιδίως σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην οποία το τελωνείο που είναι αρμόδιο για την εξαγωγή βρίσκεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το οριζόμενο τελωνείο εκκαθάρισης, διασφαλίζει τον έλεγχο των προϋποθέσεων χορήγησης της άδειας υπαγωγής σε καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή και, ενδεχομένως, τη λήψη των κατάλληλων μέτρων προκειμένου να διασφαλίζεται η εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων κατά τον χρόνο της εισαγωγής, μετά τις εργασίες τελειοποίησης. Ο ορισμός τελωνείου υπαγωγής σε τελωνειακό καθεστώς επιτελεί επομένως σημαντική λειτουργία ελέγχου για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας που αφορά την τελειοποίηση προς επανεισαγωγή.
46 Συναφώς, επισημαίνεται ότι το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, το οποίο συνεπάγεται ολική ή μερική απαλλαγή από δασμούς, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που σκοπεί να διευκολύνει την εξέλιξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων. Δεδομένου ότι το καθεστώς αυτό ενέχει προφανείς κινδύνους για την ορθή εφαρμογή της τελωνειακής ρύθμισης και την είσπραξη των δασμών, οι υπαγόμενοι σ’ αυτό υποχρεούνται να τηρούν αυστηρά τις υποχρεώσεις που υπέχουν. Ομοίως, οι έναντι αυτών συνέπειες της μη τηρήσεως των υποχρεώσεών τους πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2010, Terex Equipment κ.λπ., C-430/08 και C-431/08, EU:C:2010:15, σκέψη 42).
47 Εξάλλου, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 29 και 30 των προτάσεών της, από τις σχετικές με την ενιαία άδεια διατάξεις, ιδίως δε από τα άρθρα 500 και 501 του κανονισμού εφαρμογής, όπως ίσχυαν κατά την ημερομηνία χορήγησης της άδειας υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή στην υπό κρίση υπόθεση, προκύπτει ότι οι τελωνειακές αρχές κράτους μέλους στις οποίες έχει υποβληθεί αίτηση τέτοιας άδειας υποχρεούνται να κοινοποιούν σχέδιο άδειας στις τελωνειακές αρχές άλλου κράτους μέλους το οποίο εμπλέκεται στην εφαρμογή του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή. Η εκ των προτέρων συμφωνία των αρχών του άλλου κράτους μέλους επί του σχεδίου άδειας επιτυγχάνεται στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης που προβλέπεται στο άρθρο 500, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού εφαρμογής. Η χορήγηση ενιαίας άδειας υπόκειται, με την επιφύλαξη γενικής συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων τελωνειακών αρχών κατά την έννοια του άρθρου 501 του κανονισμού εφαρμογής, στην ως άνω εκ των προτέρων συμφωνία. Κατά συνέπεια, εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, η χορηγηθείσα από ένα κράτος μέλος άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή δεν ισοδυναμεί με ενιαία άδεια και, ως εκ τούτου, δεν έχει εφαρμογή στο έδαφος άλλων κρατών μελών.
48 Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας αντιτίθεται επομένως στην εφαρμογή του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο στο οποίο κράτος μέλος έχει χορηγήσει άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή υπάγει ενωσιακά εμπορεύματα, προοριζόμενα για μεταποίηση σε τρίτη χώρα, σε καθεστώς εξαγωγής σε τελωνείο το οποίο δεν αναφέρεται στην εν λόγω άδεια ως τελωνείο υπαγωγής και το οποίο βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, το οποίο δεν έχει δηλώσει την εκ των προτέρων συμφωνία του για την έκδοση της άδειας αυτής.
49 Όσον αφορά τη δυνατότητα εκ των υστέρων διόρθωσης διασαφήσεων εξαγωγής προκειμένου συγκεκριμένα εμπορεύματα να υπαχθούν στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή αναδρομικώς, επισημαίνεται ότι, στην κύρια δίκη, το ολλανδικό τελωνείο ορίστηκε ως αρμόδιο τελωνείο για την υπαγωγή στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή από το κεντρικό τελωνείο C με ισχύ από τις 16 Μαρτίου 2018. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήματος της αναιρεσείουσας της κύριας δίκης, το ολλανδικό τελωνείο διόρθωσε τις διασαφήσεις εξαγωγής του ακατέργαστου αραχιδέλαιου προκειμένου να καταχωριστεί στις διασαφήσεις αυτές ο κωδικός τελωνειακού καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή (κωδικός 2100 στο πεδίο 37) και να γίνει μνεία της άδειας υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή (στο πεδίο 44).
50 Ωστόσο, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η διόρθωση των διασαφήσεων εξαγωγής από τις τελωνειακές αρχές ενός κράτους μέλους προκειμένου να ληφθεί αναδρομικώς υπόψη η άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή που εξέδωσαν οι αρχές άλλου κράτους μέλους δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκ των προτέρων συμφωνία κατά την έννοια του άρθρου 500 του κανονισμού εφαρμογής.
51 Εξάλλου, μια τέτοια εκ των υστέρων διόρθωση διασαφήσεων εξαγωγής δεν μπορεί να στηρίζεται στο άρθρο 78, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
52 Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει, συναφώς, ότι η εκ των υστέρων διόρθωση διασαφήσεων εξαγωγής στο πλαίσιο διαδικασίας διεπόμενης από τελωνειακό καθεστώς πρέπει να γίνεται δεκτή σε ορισμένες περιπτώσεις. Ειδικότερα, το άρθρο 78, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα επιτρέπει την επανεξέταση τελωνειακής διασάφησης μετά την παράδοση των εμπορευμάτων, εφόσον οι διατάξεις που διέπουν το οικείο τελωνειακό καθεστώς εφαρμόστηκαν βάσει ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων. Μια τέτοια επανεξέταση υπόκειται ωστόσο στην προϋπόθεση τήρησης των διατάξεων που διέπουν την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο εν λόγω καθεστώς. Επομένως, οι σκοποί του καθεστώτος –εν προκειμένω εκείνοι του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή– δεν πρέπει να έχουν υπονομευθεί (πρβλ. απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2010, Terex Equipment κ.λπ., C-430/08 και C-431/08, EU:C:2010:15, σκέψη 65).
53 Πλην όμως, βάσει των πληροφοριών που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή δεν συνέτρεχαν στην υπόθεση της κύριας δίκης. Ομοίως, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν περιέχει κανένα στοιχείο το οποίο να καταδεικνύει ότι η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης είχε την πρόθεση να υπαγάγει τα επίμαχα προϊόντα στο εν λόγω καθεστώς κατά την υποβολή των διασαφήσεων εξαγωγής των επίμαχων εμπορευμάτων ή κατά την επανεισαγωγή τους. Επομένως, στο πλαίσιο αυτό, δεν ήταν δυνατόν να διενεργηθούν οι έλεγχοι κατά τον χρόνο υπαγωγής των εμπορευμάτων στο εν λόγω καθεστώς και κατά τον χρόνο επανεισαγωγής των παράγωγων προϊόντων. Υπό αυτές τις συνθήκες, εκτός και αν οι απαιτούμενες επαληθεύσεις μπορούσαν να διενεργηθούν μετά την παράδοση των εμπορευμάτων, έχουν υπονομευθεί οι σκοποί του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, λόγω ακριβώς της αδυναμίας διενέργειας των σχετικών ελέγχων, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 52 ανωτέρω.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος κατά το μέρος που αφορά τον ενωσιακό τελωνειακό κώδικα
54 Το άρθρο 211, παράγραφος 1, στοιχείο α', του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι απαιτείται άδεια των τελωνειακών αρχών για την εφαρμογή καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ή τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, προσωρινής εισαγωγής ή ειδικού προορισμού. Το περιεχόμενο της διάταξης αυτής είναι παρόμοιο με εκείνο του άρθρου 85 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, καθόσον απαιτείται άδεια προκειμένου να καταστεί δυνατή η υπαγωγή εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
55 Αντιθέτως, όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο στο σημείο 48 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, οι διατάξεις των νέων ρυθμίσεων δεν απαιτούν πλέον, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, τη χορήγηση ενιαίας άδειας με εκ των προτέρων συμφωνία των αρμόδιων τελωνειακών αρχών των κρατών μελών τα οποία αφορά η αίτηση. Πράγματι, το άρθρο 261, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του εκτελεστικού κανονισμού ορίζει ότι η εφαρμογή της διαδικασίας διαβούλευσης προκειμένου να επιτευχθεί η εκ των προτέρων συμφωνία των εμπλεκόμενων κρατών μελών κατά την υποβολή αίτησης χορήγησης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 260 του εν λόγω κανονισμού, δεν απαιτείται όταν η μόνη πράξη που συνεπάγεται τη συμμετοχή περισσότερων κρατών μελών στο πλαίσιο αίτησης χορήγησης άδειας είναι πράξη στην οποία το τελωνείο υπαγωγής διαφέρει από το τελωνείο εκκαθάρισης.
56 Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τον πίνακα που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 1 του τίτλου I του παραρτήματος Α του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, στην άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 211, παράγραφος 1, στοιχείο α', του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, πρέπει να αναφέρεται το τελωνείο ή τα τελωνεία υπαγωγής. Όπως διαπίστωσε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 54 και 55 των προτάσεών της, η προσκόμιση εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής στο τελωνείο υπαγωγής ή σε ένα από τα τελωνεία υπαγωγής που ορίζονται στην εν λόγω άδεια συνιστά υποχρέωση που πρέπει να τηρείται για την εφαρμογή του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
57 Πλην όμως, από τις πληροφορίες που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης εμπορεύματα προσκομίστηκαν, εν όψει της εξαγωγής τους, σε τελωνείο το οποίο δεν μνημονεύεται στην άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
58 Συναφώς, όπως ήδη επισημάνθηκε στη σκέψη 45 ανωτέρω, είναι απαραίτητος ο εκ των προτέρων καθορισμός του αρμόδιου τελωνείου υπαγωγής ή των αρμόδιων τελωνείων υπαγωγής για την προσωρινή εξαγωγή στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η επαλήθευση της ορθής εφαρμογής της διαδικασίας τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
59 Όσον αφορά τις δυνατότητες διόρθωσης τελωνειακής διασάφησης, επισημαίνεται ότι αυτές περιορίστηκαν με την εισαγωγή του άρθρου 173 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. Η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου προβλέπει τη δυνατότητα των τελωνειακών αρχών να επιτρέπουν την τροποποίηση τελωνειακής διασάφησης μετά την παράδοση των εμπορευμάτων, κατόπιν αιτήσεως του διασαφιστή και εντός προθεσμίας τριών ετών από την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης, προκειμένου ο διασαφιστής να μπορέσει να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς. Το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι, μολονότι η αρχή του ανεκκλήτου της τελωνειακής διασάφησης μετριάζεται από τη δυνατότητα αυτή, εντούτοις η εν λόγω δυνατότητα συνιστά εξαίρεση από την αρχή και πρέπει, ως εκ τούτου, να ερμηνεύεται στενά (πρβλ. απόφαση της 8ης Ιουνίου 2023, Zes Zollner Electronic, C-640/21, EU:C:2023:457, σκέψη 43).
60 Όσον αφορά, τέλος, το γεγονός ότι οι αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας ισχύουν σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 26 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, επισημαίνεται, όπως ανέφερε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 32 των προτάσεών της, ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή δεν είναι ενιαία άδεια. Ελλείψει εκ των προτέρων συμφωνίας των αρμόδιων ολλανδικών αρχών, η άδεια αυτή δεν ίσχυε στο έδαφος άλλων κρατών μελών πλην εκείνου που την είχε χορηγήσει. Υπό αυτές τις συνθήκες, η δυνατότητα τελωνείου ενός κράτους μέλους να διορθώσει τελωνειακή διασάφηση με αποτέλεσμα την τροποποίηση της άδειας που χορήγησαν οι τελωνειακές αρχές άλλου κράτους μέλους –διά της προσθήκης τελωνείου υπαγωγής μη προβλεπόμενου στην άδεια– προσκρούει στο γράμμα του άρθρου 26 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. Πράγματι, η διάταξη αυτή αποκλείει το ενδεχόμενο άδεια των αρμόδιων τελωνειακών αρχών ενός κράτους μέλους, της οποίας τα αποτελέσματα περιορίζονται στο έδαφός του, να ισχύει σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
61 Βεβαίως, οι γερμανικές τελωνειακές αρχές τροποποίησαν, με ισχύ από τις 16 Μαρτίου 2018, την άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή διά της προσθήκης του ολλανδικού τελωνείου ως αρμόδιου για την υπαγωγή των εμπορευμάτων που εμπορεύεται η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης στο εν λόγω καθεστώς. Βάσει των πληροφοριών που διαθέτει το Γενικό Δικαστήριο, η τροποποίηση αυτή είχε ως σκοπό να εξουσιοδοτήσει το εν λόγω τελωνείο να αποδέχεται τις διασαφήσεις υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή στο μέλλον, ήτοι από τις 16 Μαρτίου 2018. Επομένως, η εν λόγω τροποποίηση δεν παρέχει τη δυνατότητα εκ των υστέρων διόρθωσης διασαφήσεων εξαγωγής εμπορευμάτων οι οποίες είχαν εκδοθεί πριν από την ημερομηνία αυτή προκειμένου τα οικεία εμπορεύματα να υπαχθούν στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
62 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα θα πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
– Το άρθρο 85 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 84, παράγραφος 1, στοιχείο β', πέμπτη περίπτωση, του ίδιου κώδικα, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προβλεπόμενη στο άρθρο 145, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο στο οποίο κράτος μέλος έχει χορηγήσει άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή υπάγει ενωσιακά εμπορεύματα, προοριζόμενα για μεταποίηση σε τρίτη χώρα, στο καθεστώς εξαγωγής σε τελωνείο ευρισκόμενο σε άλλο κράτος μέλος που δεν έχει δηλώσει την εκ των προτέρων συμφωνία του για την έκδοση της εν λόγω άδειας και το συγκεκριμένο τελωνείο δεν μνημονεύεται στην άδεια ως τελωνείο υπαγωγής στο καθεστώς.
– Το άρθρο 211, παράγραφος 1, στοιχείο α', του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προβλεπόμενη στο άρθρο 259, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή σε περίπτωση κατά την οποία ενωσιακά εμπορεύματα προοριζόμενα για μεταποίηση σε τρίτη χώρα τίθενται σε καθεστώς εξαγωγής σε τελωνείο το οποίο δεν μνημονεύεται ως τελωνείο υπαγωγής στην άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
63 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 150, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται μόνο μετά την υπαγωγή των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή ή και κατά τον χρόνο υποβολής της διασάφησης για την υπαγωγή των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής στο εν λόγω καθεστώς, ήτοι πριν από την υπαγωγή στο καθεστώς αυτό.
64 Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα. Πράγματι, από την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ενωσιακά εμπορεύματα υπήχθησαν στο καθεστώς εξαγωγής, έως τις 30 Απριλίου 2016, σε τελωνείο υπαγωγής ευρισκόμενο σε κράτος μέλος του οποίου η τελωνειακή αρχή δεν έχει δηλώσει την εκ των προτέρων συμφωνία της για την έκδοση ενιαίας άδειας υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή με σκοπό την τελειοποίησή τους σε τρίτη χώρα, το άρθρο 85 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 84, παράγραφος 1, στοιχείο β', πέμπτη περίπτωση, του εν λόγω κώδικα, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στη μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή του άρθρου 145, παράγραφος 1, του ίδιου κώδικα.
65 Κατά συνέπεια, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 38 και 39 των προτάσεών της, το άρθρο 150, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, το οποίο αφορά αποκλειστικά τις προϋποθέσεις και τις υποχρεώσεις που συνδέονται με το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, δεν εφαρμόζεται σε παράβαση όπως αυτή στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία συνίσταται στην υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς εξαγωγής σε τελωνείο ευρισκόμενο στο έδαφος κράτους μέλους επί του οποίου δεν είχε εφαρμογή η άδεια υπαγωγής στο καθεστώς αυτό.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
66 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 86, παράγραφος 6, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν όταν η τελωνειακή οφειλή έχει γεννηθεί, βάσει του άρθρου 77, παράγραφος 1, στοιχείο α', του εν λόγω κώδικα, με τη θέση μεταποιημένων προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία.
67 Το άρθρο 86, παράγραφος 6, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη θεραπεία παραλείψεων οι οποίες σημειώθηκαν στο πλαίσιο της εισαγωγής ή της εξαγωγής εμπορευμάτων. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, η εισαγωγή των επίμαχων εμπορευμάτων ήταν κανονική και, ως εκ τούτου, η αντίστοιχη τελωνειακή οφειλή γεννήθηκε με την υπαγωγή αυτών υπό το καθεστώς της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 77, παράγραφος 1, στοιχείο α', του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, περίπτωση η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 6, του εν λόγω κώδικα.
68 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι από το γράμμα του άρθρου 86, παράγραφος 6, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα ουδόλως προκύπτει ότι η διάταξη αυτή θα μπορούσε να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν σε μια περίπτωση όπως αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 77, παράγραφος 1, στοιχείο α', του εν λόγω κώδικα. Πράγματι, το άρθρο 86, παράγραφος 6, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα παραπέμπει ρητώς στα άρθρα 79 και 82 αυτού, τα οποία αφορούν καταστάσεις διαφορετικές από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία που προβλέπεται στο άρθρο 77, παράγραφος 1, στοιχείο α', του ίδιου κώδικα. Η διάταξη αυτή αποσκοπεί επομένως στο να θεραπεύσει τη μη τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται, παραδείγματος χάριν, για την υπαγωγή εμπορευμάτων σε ειδικό τελωνειακό καθεστώς. Στην περίπτωση αυτή, οι λοιπές προϋποθέσεις υπαγωγής στο εν λόγω καθεστώς πρέπει να έχουν ήδη πληρωθεί, όπως η υποβολή της διασάφησης στο τελωνείο υπαγωγής που ορίζεται στην άδεια τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
69 Επομένως, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 86, παράγραφος 6, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν όταν η τελωνειακή οφειλή έχει γεννηθεί, βάσει του άρθρου 77, παράγραφος 1, στοιχείο α', του εν λόγω κώδικα, με τη θέση μεταποιημένων προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Επί των δικαστικών εξόδων
70 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Γενικό Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα προδικαστικών υποθέσεων)
αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 85 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 84, παράγραφος 1, στοιχείο β', πέμπτη περίπτωση, του ίδιου κανονισμού, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προβλεπόμενη στο άρθρο 145, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο στο οποίο κράτος μέλος έχει χορηγήσει άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή υπάγει ενωσιακά εμπορεύματα, προοριζόμενα για μεταποίηση σε τρίτη χώρα, στο καθεστώς εξαγωγής σε τελωνείο ευρισκόμενο σε άλλο κράτος μέλος που δεν έχει δηλώσει την εκ των προτέρων συμφωνία του για την έκδοση της εν λόγω άδειας και το συγκεκριμένο τελωνείο δεν μνημονεύεται στην άδεια ως τελωνείο υπαγωγής στο καθεστώς.
Το άρθρο 211, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προβλεπόμενη στο άρθρο 259, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή σε περίπτωση κατά την οποία ενωσιακά εμπορεύματα προοριζόμενα για μεταποίηση σε τρίτη χώρα τίθενται σε καθεστώς εξαγωγής σε τελωνείο το οποίο δεν μνημονεύεται ως τελωνείο υπαγωγής στην άδεια υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.
2) Το άρθρο 86, παράγραφος 6, του κανονισμού 952/2013 έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν όταν η τελωνειακή οφειλή έχει γεννηθεί, βάσει του άρθρου 77, παράγραφος 1, στοιχείο α', του εν λόγω κανονισμού, με τη θέση μεταποιημένων προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.