Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 5ης Φεβρουαρίου 2026 (*)
« Αίτηση αναιρέσεως – Θεσμικό δίκαιο – Μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Προνόμια και ασυλίες – Απόφαση περί άρσεως της βουλευτικής ασυλίας μελών του Κοινοβουλίου – Άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχή της χρηστής διοικήσεως – Επιτροπή νομικών θεμάτων του Κοινοβουλίου – Απαίτηση περί αμεροληψίας του εισηγητή »
Στην υπόθεση C-572/23 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2023,
Carles Puigdemont i Casamaj?, κάτοικος Βατερλώ (Βέλγιο),
Antoni Com?n i Oliveres, κάτοικος Βατερλώ,
Clara Ponsat? i Obiols, κάτοικος Βατερλώ,
εκπροσωπούμενοι από τους P. Bekaert, S. Bekaert, advocaten, και G. Boye, abogado,
αναιρεσείοντες,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι τα:
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους N. G?rlitz, N. Lorenz και J.-C. Puffer,
καθού πρωτοδίκως,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την A. Gavela Llopis,
παρεμβαίνον πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei (εισηγήτρια), S. Rodin, N. Pi?arra και N. Fenger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτηση αναιρέσεως, ο Carles Puigdemont i Casamaj?, ο Antoni Com?n i Oliveres και η Clara Ponsat? i Obiols (στο εξής: αναιρεσείοντες) ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 5ης Ιουλίου 2023, Puigdemont i Casamaj? κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (T-272/21, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2023:373), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή τους με αίτημα την ακύρωση των αποφάσεων P9_TA(2021)0059, P9_TA(2021)0060 και P9_TA(2021)0061 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2021, επί της αιτήσεως άρσεως της ασυλίας τους (στο εξής: επίμαχες αποφάσεις).
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Το πρωτόκολλο αριθ. 7
2 Το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: πρωτόκολλο αριθ. 7), ορίζει τα εξής:
«Κατά τη διάρκεια των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα μέλη του απολαύουν:
α) εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους,
β) εντός της επικρατείας άλλων κρατών μελών της εξαιρέσεως από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη.
Η ασυλία τους καλύπτει επίσης όταν μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή όταν επιστρέφουν από αυτόν.
Επίκληση της ασυλίας δεν δύναται να γίνει στην περίπτωση αυτοφώρου εγκλήματος και ούτε δύναται να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να άρει την ασυλία ενός από τα μέλη του.»
Ο Εσωτερικός Κανονισμός
3 Ο Εσωτερικός Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο οποίος είχε εφαρμογή κατά την ένατη κοινοβουλευτική περίοδο (2019-2024), όπως ίσχυε πριν να τροποποιηθεί με την απόφαση του Κοινοβουλίου της 17ης Ιανουαρίου 2023 (στο εξής: Εσωτερικός Κανονισμός), προέβλεπε στο άρθρο 5, το οποίο έφερε τον τίτλο «Προνόμια και ασυλίες», τα εξής:
«1. Οι βουλευτές απολαύουν των προνομίων και ασυλιών που ορίζονται στο πρωτόκολλο αριθ. 7 [...]
2. Το Κοινοβούλιο, κατά την άσκηση των εξουσιών του σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες, ενεργεί με σκοπό τη διατήρηση της ακεραιότητάς του ως δημοκρατικής νομοθετικής συνέλευσης και τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των βουλευτών του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η βουλευτική ασυλία δεν αποτελεί προσωπικό προνόμιο των βουλευτών, αλλά εγγύηση της ανεξαρτησίας του Κοινοβουλίου στο σύνολό του και των βουλευτών του.
[...]»
4 Το άρθρο 6 του Εσωτερικού Κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Άρση ασυλίας», όριζε τα ακόλουθα:
«1. Κάθε αίτημα για άρση της ασυλίας αξιολογείται σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8 και 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 [...] και με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, [του παρόντος εσωτερικού κανονισμού].
[...]»
5 Το άρθρο 9 του Εσωτερικού Κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Διαδικασίες σχετικά με την ασυλία», όριζε τα εξής:
«1. Κάθε αίτημα το οποίο απευθύνεται στον Πρόεδρο [του Κοινοβουλίου] από αρμόδια αρχή κράτους μέλους με σκοπό την άρση της ασυλίας ενός βουλευτή, ή από βουλευτή ή πρώην βουλευτή με σκοπό την προάσπιση των προνομίων και της ασυλίας, ανακοινώνεται στην Ολομέλεια και παραπέμπεται στην αρμόδια επιτροπή.
[...]
13. Η επιτροπή ορίζει τις αρχές για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
[...]»
Η ανακοίνωση 11/2019
6 Το σημείο 6 της ανακοινώσεως προς τα μέλη σχετικά με τις αρχές που διέπουν τις αιτήσεις άρσεως ασυλίας, της 19ης Νοεμβρίου 2019 (στο εξής: ανακοίνωση 11/2019), η οποία εκδόθηκε από την επιτροπή νομικών θεμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: επιτροπή JURI), προβλέπει τα εξής:
«Η επιτροπή [JURI] ορίζει έναν εισηγητή για κάθε υπόθεση ασυλίας.»
7 Το σημείο 7 της ανακοινώσεως 11/2019 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Για τον σκοπό αυτό, κάθε πολιτική ομάδα προτείνει ένα βουλευτή ως μόνιμο εισηγητή για υποθέσεις ασυλίας, ο οποίος εκτελεί χρέη συντονιστή, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τις εν λόγω υποθέσεις χειρίζονται πεπειραμένοι βουλευτές. Οι πολιτικές ομάδες διασφαλίζουν ότι ορίζουν ως μόνιμους εισηγητές βουλευτές με τη μεγαλύτερη δυνατή ακεραιότητα.»
8 Κατά το σημείο 8 της ανακοινώσεως 11/2019:
«Ο ρόλος του εισηγητή σε κάθε υπόθεση ασυλίας εναλλάσσεται εκ περιτροπής και σε ισότιμη βάση μεταξύ των πολιτικών ομάδων. Ωστόσο, ο εισηγητής και ο βουλευτής, η ασυλία του οποίου αποτελεί αντικείμενο εξέτασης, δεν μπορούν να είναι μέλη της ίδιας πολιτικής ομάδος.»
9 Το σημείο 43 της ανακοινώσεως 11/2019 έχει ως εξής:
«Όταν η εν λόγω δικαστική διαδικασία δεν αφορά γνώμη εκφρασθείσα ή ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων του βουλευτή, η ασυλία θα πρέπει να αίρεται, εκτός εάν δημιουργείται η εντύπωση ότι η δίωξη ασκείται με πρόθεση να παρεμποδιστεί η πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή και συνεπώς να θιγεί η ανεξαρτησία του Κοινοβουλίου (fumus persecutionis).»
Το ιστορικό της διαφοράς
10 Το ιστορικό της διαφοράς παρατίθεται στις σκέψεις 2 έως 19 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, για τις ανάγκες της παρούσας αποφάσεως, μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως.
11 Ο C. Puigdemont i Casamaj? ήταν πρόεδρος της Generalitat de Catalu?a (Αυτόνομης Κοινότητας της Καταλονίας, Ισπανία), ενώ ο A. Com?n i Oliveres και η C. Ponsat? i Obiols ήταν μέλη της Gobierno auton?mico de Catalu?a (Κυβερνήσεως της Αυτόνομης Κοινότητας της Καταλονίας, Ισπανία) κατά τον χρόνο θεσπίσεως του Ley 19/2017 del Parlamento de Catalu?a, reguladora del refer?ndum de autodeterminaci?n (νόμου 19/2017 του Κοινοβουλίου της Καταλονίας, για τη ρύθμιση του δημοψηφίσματος περί αυτοδιαθέσεως), της 6ης Σεπτεμβρίου 2017 (DOGC αριθ. 7449A, της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, σ. 1), και του Ley 20/2017 del Parlamento de Catalu?a, de transitoriedad jur?dica y fundacional de la Rep?blica (νόμου 20/2017 του Κοινοβουλίου της Καταλονίας, περί νομικής μεταβάσεως και ιδρυτικού της Δημοκρατίας), της 8ης Σεπτεμβρίου 2017 (DOGC αριθ. 7451A, της 8ης Σεπτεμβρίου 2017, σ. 1), καθώς και κατά τον χρόνο διεξαγωγής, την 1η Οκτωβρίου 2017, του δημοψηφίσματος περί αυτοδιαθέσεως που προέβλεπε ο πρώτος από τους δύο ως άνω νόμους, η ισχύς των διατάξεων του οποίου είχε εν τω μεταξύ ανασταλεί με απόφαση του Tribunal Constitucional (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Ισπανία).
12 Κατόπιν της θεσπίσεως των εν λόγω νόμων και της διεξαγωγής του σχετικού δημοψηφίσματος, η Ministerio fiscal (εισαγγελική αρχή, Ισπανία), ο Abogado del Estado (νομικός σύμβουλος του κράτους, Ισπανία) και το πολιτικό κόμμα VOX κίνησαν ποινική διαδικασία κατά πλειόνων προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, θεωρώντας ότι τα πρόσωπα αυτά είχαν τελέσει πράξεις οι οποίες, κατά τα κινήσαντα τη διαδικασία πρόσωπα, στοιχειοθετούσαν, μεταξύ άλλων, τα αδικήματα της εξεγέρσεως, της στάσεως και της υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος (στο εξής: επίμαχη ποινική διαδικασία).
13 Στις 21 Μαρτίου 2018 το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) εξέδωσε διάταξη με την οποία απαγγέλθηκε κατηγορία κατά των αναιρεσειόντων για τα αδικήματα της εξεγέρσεως και της υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος τα οποία φέρονταν ότι είχαν διαπράξει. Με διάταξη της 9ης Ιουλίου 2018, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) διαπίστωσε τη μη παράσταση των αναιρεσειόντων, κατόπιν της φυγής τους από το Βασίλειο της Ισπανίας, και ανέστειλε την ποινική διαδικασία που είχε κινηθεί εις βάρος τους έως ότου εντοπισθούν.
14 Εν συνεχεία, οι αναιρεσείοντες έθεσαν υποψηφιότητα στις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οι οποίες διεξήχθησαν στην Ισπανία στις 26 Μαΐου 2019.
15 Στις 14 Οκτωβρίου 2019 ο ανακριτής του ποινικού τμήματος του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) εξέδωσε εθνικό ένταλμα συλλήψεως, ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και διεθνές ένταλμα συλλήψεως εις βάρος του C. Puigdemont i Casamaj?, προκειμένου να δικασθεί στο πλαίσιο της επίμαχης ποινικής διαδικασίας. Στις 4 Νοεμβρίου 2019 ο ίδιος δικαστής εξέδωσε παρόμοια εντάλματα συλλήψεως κατά του A. Com?n i Oliveres και της C. Ponsat? i Obiols.
16 Κατά τη σύνοδο της Ολομελείας της 13ης Ιανουαρίου 2020, το Κοινοβούλιο έλαβε υπόψη, κατόπιν της αποφάσεως της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Junqueras Vies (C-502/19, EU:C:2019:1115), την εκλογή των C. Puigdemont i Casamaj? και A. Com?n i Oliveres στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ισχύ από τις 2 Ιουλίου 2019.
17 Στις 13 Ιανουαρίου 2020 ο πρόεδρος του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) κοινοποίησε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την από 10ης Ιανουαρίου 2020 αίτηση, η οποία διαβιβάστηκε υπό την κάλυψη του προέδρου του ποινικού τμήματος του ως άνω δικαστηρίου και η οποία απέρρεε από διάταξη την οποία είχε εκδώσει αυθημερόν ο ανακριτής του εν λόγω τμήματος, με αντικείμενο την άρση της βουλευτικής ασυλίας των C. Puigdemont i Casamaj? και A. Com?n i Oliveres.
18 Στις 10 Φεβρουαρίου 2020 το Κοινοβούλιο, κατόπιν της αποχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 31 Ιανουαρίου 2020, έλαβε υπόψη την εκλογή της C. Ponsat? i Obiols ως βουλευτού με ισχύ από 1ης Φεβρουαρίου 2020.
19 Την ίδια ημέρα ο πρόεδρος του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) κοινοποίησε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την από 4ης Φεβρουαρίου 2020 αίτηση, η οποία διαβιβάστηκε υπό την κάλυψη του προέδρου του ποινικού τμήματος του ως άνω δικαστηρίου και η οποία απέρρεε από διάταξη την οποία είχε εκδώσει αυθημερόν ο ανακριτής του εν λόγω τμήματος, με αντικείμενο την άρση της βουλευτικής ασυλίας της C. Ponsat? i Obiols.
20 Ο Αντιπρόεδρος του Κοινοβουλίου κοινοποίησε στην Ολομέλεια τις αιτήσεις άρσεως της ασυλίας οι οποίες μνημονεύονται στις σκέψεις 17 και 19 της παρούσας αποφάσεως και τις παρέπεμψε στην επιτροπή JURI.
21 Στις 23 Φεβρουαρίου 2021 η επιτροπή JURI εξέδωσε τις εκθέσεις A 9-0020/2021, A 9-0021/2021 και A 9-0022/2021, σχετικά με τις αιτήσεις άρσεως της ασυλίας των αναιρεσειόντων.
22 Με τις επίμαχες αποφάσεις, το Κοινοβούλιο δέχθηκε τις ως άνω αιτήσεις.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
23 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Μαΐου 2021, οι νυν αναιρεσείοντες άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση των επίμαχων αποφάσεων.
24 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Μαΐου 2021, οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, δυνάμει των άρθρων 278 και 279 ΣΛΕΕ, για την αναστολή εκτελέσεως των επίμαχων αποφάσεων.
25 Με διάταξη της 2ας Ιουνίου 2021, Puigdemont i Casamaj? κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (T-272/21 R, μη δημοσιευθείσα), ο Αντιπρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου διέταξε την αναστολή εκτελέσεως των επίμαχων αποφάσεων έως την ημερομηνία εκδόσεως της διατάξεως που περατώνει τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων. Με διάταξη της 30ής Ιουλίου 2021, Puigdemont i Casamaj? κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (T-272/21 R, EU:T:2021:497), ο Αντιπρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε τη μνημονευθείσα στην προηγούμενη σκέψη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και ανακάλεσε τη διάταξη της 2ας Ιουνίου 2021.
26 Με διάταξη της 24ης Μαΐου 2022, Puigdemont i Casamaj? κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Ισπανίας [C-629/21 P(R), EU:C:2022:413], ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου αναίρεσε τη διάταξη της 30ής Ιουλίου 2021, Puigdemont i Casamaj? κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (T-272/21 R, EU:T:2021:497), διέταξε την αναστολή εκτελέσεως των επίμαχων αποφάσεων και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων σχετικά με την πρωτόδικη διαδικασία.
27 Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν οκτώ λόγους ακυρώσεως.
28 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την ως άνω προσφυγή, έχοντας προηγουμένως απορρίψει:
– κατά πρώτον, τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβαλλόταν ανεπαρκής αιτιολογία των επίμαχων αποφάσεων
– κατά δεύτερον, τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβαλλόταν αναρμοδιότητα της εθνικής αρχής που εξέδωσε και διαβίβασε στο Κοινοβούλιο τις αιτήσεις για την άρση της ασυλίας των αναιρεσειόντων
– κατά τρίτον, τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλονταν παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της καλόπιστης συνεργασίας καθώς και προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και των δικαιωμάτων άμυνας λόγω ασάφειας των επίμαχων αποφάσεων
– κατά τέταρτον, τον έκτο λόγο ακυρώσεως, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλονταν παράβαση του άρθρου 343 ΣΛΕΕ, του άρθρου 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 και του άρθρου 5, παράγραφος 2, του Εσωτερικού Κανονισμού καθώς και προσβολή ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων
– κατά πέμπτον, τον έκτο λόγο ακυρώσεως, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλονταν πλάνη περί τα πράγματα και πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκ μέρους του Κοινοβουλίου εξέταση του fumus persecutionis, και τον έβδομο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλονταν παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως καθώς και πλείονες περιπτώσεις πρόδηλης πλάνης κατά την εκ μέρους του Κοινοβουλίου εκτίμηση του fumus persecutionis
– κατά έκτον, τον όγδοο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβαλλόταν παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 7, του Εσωτερικού Κανονισμού
– κατά έβδομον, τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβαλλόταν, κατ’ ουσίαν, προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, και
– κατά όγδοον, τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβαλλόταν παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας.
Τα αιτήματα των διαδίκων στην αναιρετική διαδικασία
29 Με την αίτηση αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
– να ακυρώσει τις επίμαχες αποφάσεις ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και
– να καταδικάσει το Κοινοβούλιο και το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα ή, επικουρικώς, να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
30 Το Κοινοβούλιο και το Βασίλειο της Ισπανίας ζητούν από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
– να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
31 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν δέκα λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν:
– ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, πλάνη περί το δίκαιο εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, καθόσον απέρριψε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως με το σκεπτικό ότι οι επίμαχες αποφάσεις δεν εκδόθηκαν κατά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία προβλέπουν το άρθρο 296 ΣΛΕΕ και το άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης)
– ο δεύτερος, πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον απέρριψε τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως κρίνοντας ότι δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητά του, όπως δεν ενέπιπτε ούτε και σε εκείνην του Κοινοβουλίου, να ελέγξει τη νομιμότητα της αιτήσεως άρσεως της ασυλίας, ιδίως δε το παραδεκτό της, σύμφωνα με την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Berlusconi και Fininvest (C-219/17, EU:C:2018:1023)
– ο τρίτος, πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον έκρινε ότι το Κοινοβούλιο δεν προσέβαλε το δικαίωμα των αναιρεσειόντων σε αμερόληπτη και δίκαιη εξέταση των υποθέσεών τους
– ο τέταρτος, πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον έκρινε ότι το Κοινοβούλιο δεν προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεως των αναιρεσειόντων το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη
– ο πέμπτος, πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον απέρριψε τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβαλλόταν παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου λόγω ασάφειας των επίμαχων αποφάσεων
– ο έκτος, περιπτώσεις πλάνης περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον απέρριψε τον έκτο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβαλλόταν παραβίαση των ασυλιών που προβλέπονται στο άρθρο 343 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 7, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 6, το άρθρο 39, παράγραφος 2, και το άρθρο 45 του Χάρτη, καθώς και το άρθρο 5, παράγραφος 2, του Εσωτερικού Κανονισμού, και καθόσον απέρριψε τον έβδομο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβαλλόταν παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως
– ο έβδομος, πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία απορρίπτοντας τον όγδοο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε προηγούμενες αποφάσεις του Κοινοβουλίου εκ των οποίων συνάγεται ότι το συγκεκριμένο θεσμικό όργανο δεν αίρει την ασυλία των μελών του στις περιπτώσεις που υφίσταται κίνδυνος συλλήψεώς τους άνευ καταδικαστικής αποφάσεως και στο πλαίσιο της εκ μέρους του εκτιμήσεως περί εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 7, του Εσωτερικού Κανονισμού
– ο όγδοος, παράβαση εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου του άρθρου 47 του Χάρτη, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και του άρθρου 296 ΣΛΕΕ και των άρθρων 36 και 53 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο παραλείποντας να παραθέσει επαρκή και προσήκουσα αιτιολογία
– ο ένατος, παράβαση εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου του άρθρου 47 του Χάρτη, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα των άρθρων 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, καθόσον το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο αρνήθηκε να διατάξει τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και τα μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων που είχαν ζητήσει οι αναιρεσείοντες, και
– ο δέκατος, πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως αν εξακολουθούσε να παρίσταται ανάγκη να αποφανθεί επί της προσφυγής ακυρώσεως, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της διατάξεως που εξέδωσε στις 12 Ιανουαρίου 2023 ο ανακριτής του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου), και η οποία αφορά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
32 Επισημαίνεται ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αποτελείται από τέσσερα σκέλη.
33 Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, στις σκέψεις 234 έως 238 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι ο ορισμός ενός μόνον εισηγητή για τις τρεις υποθέσεις άρσεως της βουλευτικής ασυλίας δεν αντέβαινε ούτε στο άρθρο 41, παράγραφος 1, και στο άρθρο 39, παράγραφος 2, του Χάρτη ούτε στα σημεία 6 και 8 της ανακοινώσεως 11/2019.
34 Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, στις σκέψεις 239 έως 257 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και σε παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον αποφάνθηκε ότι το επιχείρημα των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως αμεροληψίας του εισηγητή ήταν αβάσιμο, παρέβη δε το άρθρο 41, παράγραφος 1, και το άρθρο 39, παράγραφος 2, του Χάρτη, και παραβίασε τις αρχές που απορρέουν από το σημείο 8 της ανακοινώσεως 11/2019.
35 Με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, στις σκέψεις 258 έως 262 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και σε παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον αποφάνθηκε ότι το επιχείρημα των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως αμεροληψίας του προέδρου της επιτροπής JURI ήταν αβάσιμο.
36 Με το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, ερμηνεύοντας εσφαλμένα και απορρίπτοντας το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου που είχε προβληθεί με την προσφυγή ακυρώσεως, υπέπεσε, στις σκέψεις 219 και 262 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε πλάνη περί το δίκαιο και σε πλάνη ως προς τη συλλογιστική, καθώς και σε προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και των δικαιωμάτων άμυνας, παρέβη δε την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει.
37 Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
38 Όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επισημαίνουν κατ’ αρχάς ότι ο «πολιτικός» χαρακτήρας των επίμαχων αποφάσεων, όπως αποφάνθηκε το Γενικό Δικαστήριο, μπορεί να νοηθεί μόνον ως συνέπεια του «πολιτικού χαρακτήρα» του Κοινοβουλίου, ο οποίος ουδόλως διαφέρει εκείνου του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που αποτελούν πολιτικά θεσμικά όργανα. Κατά τους αναιρεσείοντες, το Κοινοβούλιο όφειλε, ως εκ τούτου, να τηρήσει καθ’ όλα το άρθρο 41, παράγραφος 1, και το άρθρο 39, παράγραφος 2, του Χάρτη.
39 Το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως αποτελείται από πέντε αιτιάσεις.
40 Με την πρώτη αιτίαση, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, στις σκέψεις 244 έως 246 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο ότι δεν αντέβαινε στο άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του σημείου 8 της ανακοινώσεως 11/2019, το γεγονός ότι ο εισηγητής που είχε επιληφθεί της εξετάσεως των αιτήσεων για την άρση της ασυλίας ανήκε στην ίδια πολιτική ομάδα με εκείνη στην οποία ανήκαν οι βουλευτές του εθνικού πολιτικού κόμματος που, έχοντας ασκήσει αγωγή επικαλούμενο το γενικό συμφέρον (actio popularis) στην επίμαχη ποινική διαδικασία, προκάλεσε την άσκηση των διώξεων στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας (στο εξής: πολιτικό κόμμα που κίνησε την επίμαχη ποινική διαδικασία).
41 Οι αναιρεσείοντες υπενθυμίζουν συναφώς ότι η απαίτηση περί αμεροληψίας που επιβάλλεται βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Χάρτη καταλαμβάνει τόσο την υποκειμενική όσο και την αντικειμενική αμεροληψία.
42 Υποστηρίζουν ότι, λαμβανομένου υπόψη του σημείου 8 της ανακοινώσεως 11/2019 και αντιθέτως προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 244 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ίδιο το Κοινοβούλιο έχει κρίνει ότι απλώς και μόνον η συμμετοχή σε πολιτική ομάδα εντός του συγκεκριμένου θεσμικού οργάνου επηρεάζει την εκτίμηση περί αμεροληψίας του εισηγητή. Συγκεκριμένα, από το σημείο 8 της ως άνω ανακοινώσεως προκύπτει σαφώς ότι το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο εισηγητής ανήκει στην ίδια πολιτική ομάδα με τον βουλευτή του οποίου η ασυλία ζητείται να αρθεί, προκαλούνται αντικειμενικώς εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του συγκεκριμένου εισηγητή. Κατά τους αναιρεσείοντες, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 245 και 246 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το αυτό ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία ο εισηγητής είναι μέλος της πολιτικής ομάδας στην οποία ανήκουν οι βουλευτές του πολιτικού κόμματος που κίνησε την επίμαχη ποινική διαδικασία.
43 Επιπλέον, κατά τους αναιρεσείοντες, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 246 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και ερμήνευσε εσφαλμένως τις παρατηρήσεις των αναιρεσειόντων, θεωρώντας ότι είχαν υποστηρίξει ότι μόνος λόγος για να μη γίνει δεκτό το ενδεχόμενο ορισμού ως εισηγητή ενός μέλους της πολιτικής ομάδας στην οποία ανήκουν οι βουλευτές του εν λόγω κόμματος είναι οι παρόμοιες πολιτικές απόψεις του. Κατά τους αναιρεσείοντες, ακόμη και μέλη διαφορετικών πολιτικών ομάδων μπορεί να υποστηρίζουν παρόμοιες πολιτικές απόψεις. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι έχουν την ίδια βαρύτητα το επιχείρημα περί του ότι ο εισηγητής δεν μπορεί να είναι μέλος της ίδιας πολιτικής ομάδας με εκείνη στην οποίαν ανήκουν οι βουλευτές του εν λόγω κόμματος και το επιχείρημα ότι κάποιος δεν μπορεί να ορισθεί ως εισηγητής απλώς και μόνον επειδή έχει παρόμοιες πολιτικές απόψεις με τη συγκεκριμένη ομάδα.
44 Με τη δεύτερη αιτίαση, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 247 έως 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν δέχθηκε ότι η εκ μέρους του εισηγητή οργάνωση εκδηλώσεως η οποία πραγματοποιήθηκε στις 6 Μαρτίου 2019 στις εγκαταστάσεις του Κοινοβουλίου (στο εξής: εκδήλωση της 6ης Μαρτίου 2019) και κατά τη διάρκεια της οποίας ένας από τους μετέχοντες φώναξε το σύνθημα «ο Puigdemont στη φυλακή!» καταδεικνύει τη μεροληψία του ή, τουλάχιστον, προκαλεί εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του. Κατά τους αναιρεσείοντες στερείται συναφώς σημασίας το ότι ο εν λόγω εισηγητής δεν εξέφρασε την υποστήριξή του προφορικώς, όπως επισημαίνει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 250 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αλλά χειροκροτώντας την επίμαχη παρέμβαση.
45 Κατά πρώτον, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι, στις σκέψεις 249 και 250 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία και, ως εκ τούτου, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, μη λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εισηγητής δεν οργάνωσε απλώς την επίμαχη εκδήλωση, αλλά ήταν παρών σε αυτήν, καθήμενος μάλιστα στο τραπέζι των ομιλητών, και επιδοκίμασε ρητώς τη μνημονευθείσα στην προηγούμενη σκέψη παρέμβαση, χειροκροτώντας την.
46 Κατά δεύτερον, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι και στη σκέψη 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία αποφαινόμενο ότι αποκλειστικό θέμα της συγκεκριμένης εκδηλώσεως, λαμβανομένου υπόψη του τίτλου της, ήταν «η πολιτική κατάσταση στην Καταλονία», μολονότι πλέον του ημίσεος μέρους του λόγου του ομιλητή αφορούσε τις ποινικές διαδικασίες που είχαν κινηθεί στην Ισπανία, μεταξύ άλλων, κατά των αναιρεσειόντων.
47 Κατά τρίτον, διατείνονται ότι, στην εν λόγω σκέψη 251, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο υπονοώντας ότι η έλλειψη αμεροληψίας του εισηγητή θα είχε σημασία μόνο σε περίπτωση κατά την οποία το Κοινοβούλιο θα όφειλε να κρίνει αν είχαν αποδειχθεί τα προσαπτόμενα πραγματικά περιστατικά.
48 Με την τρίτη αιτίαση, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, στις σκέψεις 253 και 254 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, παρέβη το άρθρο 85, παράγραφος 2, του Κανονισμού του Διαδικασίας και προσέβαλε το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και τα δικαιώματα άμυνας, λαμβανομένων υπόψη του άρθρου 41, παράγραφος 1, και του άρθρου 39, παράγραφος 2, του Χάρτη, και, αφετέρου, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει, καθόσον απέρριψε ως απαράδεκτο αποδεικτικό στοιχείο που συνίστατο σε συνέντευξη του εισηγητή δημοσιευθείσα σε βουλγαρική εφημερίδα, με το σκεπτικό ότι οι νυν αναιρεσείοντες δεν είχαν δικαιολογήσει την καθυστερημένη προσκόμιση του εν λόγω στοιχείου.
49 Με την τέταρτη αιτίαση, υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι τα στοιχεία τα οποία μνημονεύονται στη σκέψη 255 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και τα οποία παραμορφώθηκαν από το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο, καθώς και τα λοιπά στοιχεία που είχαν προβληθεί προηγουμένως, δεν καθιστούσαν δυνατή την απόδειξη της ελλείψεως αμεροληψίας του εισηγητή.
50 Με την πέμπτη αιτίαση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στη σκέψη 256 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αποφαινόμενο ότι οι αναιρεσείοντες ουδόλως προέβαλαν προσωπικό συμφέρον του εισηγητή δυνάμενο να επηρεάσει την αμεροληψία του. Εν πάση περιπτώσει, η έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας αρκεί, κατά τους αναιρεσείοντες, για να διαπιστωθεί η παράβαση, εν προκειμένω, του άρθρου 41, παράγραφος 1, και του άρθρου 39, παράγραφος 2, του Χάρτη.
51 Με το υπόμνημα απαντήσεως οι αναιρεσείοντες εμμένουν στη θέση ότι τα επιχειρήματά τους περί ελλείψεως αμεροληψίας του εισηγητή δεν στηρίζονταν απλώς στην ύπαρξη πολιτικής αντιθέσεως έναντι αυτών, αλλά σε όλως ιδιαίτερη κατάσταση οφειλόμενη σε άμεση εμπλοκή στην επίμαχη ποινική διαδικασία πολιτικού κόμματος του οποίου τα μέλη ανήκαν στην ίδια πολιτική ομάδα με τον εισηγητή.
52 Κατά τους αναιρεσείοντες, πέραν του ότι συνιστά κατάσταση αντικειμενικώς παρεμφερή με την προβλεπόμενη στο σημείο 8 της ανακοινώσεως 11/2019, είναι προφανές ότι η σύγκρουση συμφερόντων που οφείλεται στο ότι ο εισηγητής ανήκει στην ίδια πολιτική ομάδα με τους βουλευτές του εν λόγω πολιτικού κόμματος είχε ως συνέπεια ο συγκεκριμένος εισηγητής να μη δημιουργεί καμία εντύπωση αμεροληψίας.
53 Επιπλέον, όσον αφορά την εκδήλωση της 6ης Μαρτίου 2019, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εξωραϊσμένη παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών, μέχρις του σημείου να λησμονείται το θέμα και ο χαρακτήρας που είχε πράγματι η εκδήλωση, αποσκοπούσε να την εμφανίσει ως κάτι ουδέτερο.
54 Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων τα οποία εκτίθενται στο δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως.
55 Στο υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο, κατά πρώτον, αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων με τα οποία οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά των παρατιθέμενων στις σκέψεις 243 έως 246 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κρίσεων του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τον πολιτικό χαρακτήρα των επίμαχων αποφάσεων.
56 Αφενός, θεωρεί ότι τα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς τη σκέψη 244 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αβάσιμα. Συγκεκριμένα, η κατάσταση την οποία αφορά το σημείο 8 της ανακοινώσεως 11/2019 δεν μπορεί, κατά το Κοινοβούλιο, να θεωρηθεί παρεμφερής με εκείνη στην οποία ο εισηγητής ανήκει σε ομάδα αντίθετη από πολιτικής απόψεως προς τον βουλευτή του οποίου ζητείται να αρθεί η ασυλία. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι, όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 225 και 226 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι αποφάσεις επί αιτήσεων άρσεως ασυλίας έχουν πολιτικό χαρακτήρα, οι δε βουλευτές, οι οποίοι είναι μέλη της επιτροπής JURI, δεν είναι, εξ ορισμού, ουδέτεροι από πολιτικής απόψεως. Εάν μόνον τα ουδέτερα από πολιτικής απόψεως μέλη της συγκεκριμένης επιτροπής μπορούσαν να ορισθούν ως εισηγητές, η λειτουργία της επιτροπής θα καθίστατο αδύνατη. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες επέστησαν την προσοχή του κοινού στην υπόθεσή τους, μπορεί να γίνει δεκτό ότι όλα τα μέλη της επιτροπής JURI τοποθετήθηκαν από πολιτικής απόψεως ως προς τους αναιρεσείοντες και την υπόθεσή τους, τασσόμενοι είτε με το μέρος τους είτε εναντίον αυτών.
57 Αφετέρου, το Κοινοβούλιο θεωρεί απαράδεκτα τα, κατ’ αυτό, ασαφή επιχειρήματα με τα οποία οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά της σκέψεως 246 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και με τα οποία υποστηρίζουν ότι η αιτίασή τους δεν στηρίζεται μόνον στην ύπαρξη παρόμοιων πολιτικών απόψεων, αλλά και στα οικονομικά, χρηματοοικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα που είναι κοινά για τα μέλη μιας πολιτικής ομάδας. Τα ως άνω επιχειρήματα είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμα, διότι, πρωτοδίκως, οι νυν αναιρεσείοντες απλώς μνημόνευσαν ότι ο εισηγητής ήταν μέλος της πολιτικής ομάδας στην οποία ανήκουν τα μέλη του πολιτικού κόμματος VOX.
58 Κατά δεύτερον, το Κοινοβούλιο αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων με τα οποία οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά των κρίσεων του Γενικού Δικαστηρίου οι οποίες παρατίθενται στις σκέψεις 247 έως 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
59 Κατ’ αρχάς, επισημαίνει ότι η προμνημονευθείσα εκδήλωση πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια διαφορετικής κοινοβουλευτικής περιόδου, πριν καν ο εισηγητής να γνωρίζει ότι θα εκλεγόταν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τις εκλογές του 2019 και, εν πάση περιπτώσει, πολύ πριν ορισθεί εισηγητής για τις επίμαχες αιτήσεις άρσεως της ασυλίας.
60 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, πρώτον, ότι είναι απαράδεκτα τα επιχειρήματα με τα οποία οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά των σκέψεων 249 και 250 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και με τα οποία διατείνονται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία, διότι, κατ’ ουσίαν, οι αναιρεσείοντες ζητούν εκ νέου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Εν πάση περιπτώσει, τα εν λόγω επιχειρήματα είναι αβάσιμα, διότι, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο, ο γενικός γραμματέας του πολιτικού κόμματος VOX έκλεισε μεν την ομιλία του με τη φράση «Ζήτω η Ισπανία, ζήτω η Ευρώπη, ο Puigdemont στη φυλακή», από τη δε οπτικοακουστική καταγραφή της εκδηλώσεως της 6ης Μαρτίου 2019 ουδεμία ένδειξη προκύπτει περί του ότι ο εισηγητής επιδοκίμασε ειδικώς τις τέσσερις τελευταίες λέξεις της συγκεκριμένης ομιλίας. Η εν λόγω οπτικοακουστική καταγραφή καταδεικνύει μάλλον μια συνήθη χειρονομία ευγένειας προς τον ομιλητή κατόπιν της ολοκληρώσεως της παρεμβάσεως.
61 Δεύτερον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι δεν στερείται σημασίας η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία εκτίθεται στη σκέψη 250 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και κατά την οποία ο εισηγητής δεν έλαβε τον λόγο κατά τη διάρκεια της επίμαχης εκδηλώσεως.
62 Τρίτον, τα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ότι, στη σκέψη 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία αποφαινόμενο ότι θέμα της εκδηλώσεως της 6ης Μαρτίου 2019 ήταν απλώς η «πολιτική κατάσταση στην Καταλονία», στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως, διότι το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως απέκλεισε ότι το θέμα της εκδηλώσεως αφορούσε και την επίμαχη ποινική διαδικασία. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δεν παραμόρφωσε το αποδεικτικό στοιχείο το οποίο αποτελεί η οπτικοακουστική καταγραφή της εκδηλώσεως εκθέτοντας συνοπτικώς το θέμα της συγκεκριμένης εκδηλώσεως. Εν πάση περιπτώσει, τα ως άνω επιχειρήματα είναι απαράδεκτα, διότι οι αναιρεσείοντες ζητούν εκ νέου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
63 Τέταρτον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα με τα οποία οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά της τρίτης και της τέταρτης περιόδου της σκέψεως 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αλυσιτελή, διότι οι σκέψεις που περιέχονται στη συγκεκριμένη σκέψη εκτίθενται επικουρικώς. Τα ανωτέρω επιχειρήματα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθούν. Κατ’ αρχάς, το επιχείρημα των αναιρεσειόντων ότι το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε τα ουσιώδη κριτήρια για την εκτίμηση του fumus persecutionis στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο επισημαίνοντας, κατ’ ουσίαν, στην τρίτη και τέταρτη περίοδο της σκέψεως, ότι τα ζητήματα που συζητήθηκαν κατά την εκδήλωση της 6ης Μαρτίου 2019 δεν αφορούσαν εκείνα που πρέπει να κρίνει το Κοινοβούλιο στο πλαίσιο διαδικασίας άρσεως της ασυλίας. Τέλος, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι, στο μέτρο που οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι ο εισηγητής επιδοκίμασε, χειροκροτώντας, το μήνυμα ότι οι επίμαχες αποφάσεις, τα ευρωπαϊκά εντάλματα συλλήψεως και οι καταχωρίσεις στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν, θεωρούμενα από κοινού, εξέθεταν τους αναιρεσείοντες σε αυξημένο κίνδυνο συλλήψεως, το συγκεκριμένο επιχείρημα είναι απαράδεκτο, διότι οι αναιρεσείοντες ζητούν από το Δικαστήριο, κατ’ ουσίαν, να προβεί σε διαπίστωση επί των πραγματικών περιστατικών. Το εν λόγω επιχείρημα είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμο, δεδομένου ότι ο εισηγητής δεν χειροκρότησε το ως άνω μήνυμα.
64 Κατά τρίτον, το Κοινοβούλιο αντιτίθεται στα επιχειρήματα με τα οποία οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά των κρίσεων του Γενικού Δικαστηρίου επί άλλων συμβάντων, οι οποίες παρατίθενται στις σκέψεις 252 έως 255 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Αφενός, αντικρούει το επιχείρημα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 85, παράγραφος 2, του Κανονισμού του Διαδικασίας και την υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία υπέχει, καθόσον απέρριψε ως απαράδεκτα τα επιχειρήματά τους τα οποία στηρίζονταν σε συνέντευξη του εισηγητή που δημοσιεύθηκε σε βουλγαρική εφημερίδα. Αφετέρου, το Κοινοβούλιο αμφισβητεί το βάσιμο του επιχειρήματος των αναιρεσειόντων οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, διαπιστώνοντας ότι οι αντιδράσεις του πολιτικού κόμματος VOX όσον αφορά την έκδοση των επίμαχων αποφάσεων δεν κατεδείκνυαν έλλειψη αμεροληψίας του εισηγητή, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και σε παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων.
65 Κατά τέταρτον, το Κοινοβούλιο αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων με τα οποία οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά των κρίσεων του Γενικού Δικαστηρίου περί απουσίας συγκρούσεως συμφερόντων όσον αφορά τον εισηγητή, οι οποίες παρατίθενται στη σκέψη 256 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Αφενός, κατά το Κοινοβούλιο, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η μεροληψία εκδηλώνεται μόνο μέσω δηλώσεων στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της σκέψεως 256. Αφετέρου, το επιχείρημα των αναιρεσειόντων περί υπάρξεως προσωπικού συμφέροντος του εισηγητή ικανού να επηρεάσει την αμεροληψία του, δεδομένου ότι δεν τεκμηριώθηκε, είναι, κατά το Κοινοβούλιο, απαράδεκτο. Είναι δε εν πάση περιπτώσει αβάσιμο.
66 Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι, μολονότι οι αναιρεσείοντες μνημονεύουν την εναντίον τους δράση του πολιτικού κόμματος VOX ενώπιον των ισπανικών δικαστηρίων, ουδόλως επισημαίνουν τους λόγους για τους οποίους η συμπεριφορά του εν λόγω κόμματος μπορεί να προσαφθεί στην πολιτική ομάδα στην οποία ανήκει ο εισηγητής. Δεδομένου ότι εντός της συγκεκριμένης ομάδας υπήρχαν βουλευτές που είχαν ταχθεί με το μέρος αναιρεσειόντων και άλλοι που ήταν αντίθετοι προς αυτούς, απλώς και μόνον το ότι ο εισηγητής ανήκει στην εν λόγω ομάδα δεν τεκμηριώνει τον ισχυρισμό ότι ο εισηγητής δεν ήταν αμερόληπτος.
67 Κατά δεύτερον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε παραμόρφωση πραγματικών περιστατικών όσον αφορά το θέμα της εκδηλώσεως της 6ης Μαρτίου 2019. Επισημαίνει ότι, μολονότι ο τίτλος της οπτικοακουστικής καταγραφής της ως άνω εκδηλώσεως τον οποίο μνημονεύουν οι αναιρεσείοντες στα παραρτήματα του δικογράφου της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής τους ήταν «Η Καταλονία είναι Ισπανία», το θέμα της συναντήσεως, στο πλαίσιο της οποίας παρενέβη ο γενικός γραμματέας του πολιτικού κόμματος VOX, ήταν «Ο ρόλος των εθνικών κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η προάσπιση των πολιτικών ελευθεριών». Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι τα ευρωπαϊκά εντάλματα συλλήψεως τα οποία μνημόνευσε ο γενικός γραμματέας του συγκεκριμένου κόμματος κατά την παρέμβασή του δεν ήταν εκείνα που εκδόθηκαν κατόπιν της εκλογής των αναιρεσειόντων ως βουλευτών.
68 Το Βασίλειο της Ισπανίας αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων τα οποία αναπτύσσονται στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως.
69 Προκαταρκτικώς, το Βασίλειο της Ισπανίας επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας με αντικείμενο την εξέταση αιτήσεως για την άρση της ασυλίας, το Κοινοβούλιο πρέπει να τηρεί το άρθρο 39 και το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη, κάτι το οποίο έπραξε κατά την έκδοση των επίμαχων αποφάσεων.
70 Κατά πρώτον, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων περί προβαλλομένης πλάνης περί το δίκαιο ως προς την ερμηνεία του σημείου 8 της ανακοινώσεως 11/2019, σε συνδυασμό με το άρθρο 41 του Χάρτη, δεν είναι δυνατόν να θέσουν εν αμφιβόλω το σκεπτικό το οποίο παρατίθεται στις σκέψεις 245 και 246 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και το οποίο συνίσταται σε συμπέρασμα συναχθέν εκ των μη βαλλομένων σκέψεων 242 έως 244 της ίδιας αποφάσεως. Στις εν λόγω σκέψεις 242 έως 244, το Γενικό Δικαστήριο εξήγησε ότι απλώς και μόνον η συμμετοχή σε πολιτική ομάδα δεν επηρεάζει την αμεροληψία του ατόμου που είναι μέλος της.
71 Κατά δεύτερον, το Βασίλειο της Ισπανίας επισημαίνει ότι, μολονότι οι αναιρεσείοντες προβάλλουν παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 249 έως 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα επιχειρήματά τους δεν καταδεικνύουν πρόδηλη πλάνη κατά την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
72 Κατά τρίτον, το επιχείρημα των αναιρεσειόντων περί προβαλλομένης πλάνης περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αφορά, κατά το Βασίλειο της Ισπανίας, κρίση που παρατίθεται επαλλήλως.
73 Κατά τέταρτον, τα επιχειρήματα με τα οποία οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας απαράδεκτο ως αποδεικτικό στοιχείο έγγραφο προσκομισθέν στο πλαίσιο του υπομνήματος απαντήσεως, δεν είναι αρκούντως σαφή και πρέπει να απορριφθούν.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
74 Όπως προκύπτει από το άρθρο 343, πρώτη περίοδος, ΣΛΕΕ, η Ένωση απολαύει, εντός των κρατών μελών, των αναγκαίων προνομίων και ασυλιών για την εκπλήρωση της αποστολής της, υπό τους όρους που καθορίζονται στο πρωτόκολλο αριθ. 7.
75 Το ως άνω πρωτόκολλο αποσκοπεί στη διασφάλιση, υπέρ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, μιας πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας έναντι των εμποδίων ή των κινδύνων να θιγεί η προσήκουσα λειτουργία τους και η ανεξαρτησία τους (πρβλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Junqueras Vies, ?-502/19, EU:C:2019:1115, σκέψη 82).
76 Στην περίπτωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο συγκεκριμένος σκοπός δεν σημαίνει μόνον ότι, σύμφωνα με την αρχή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, με την οποία υλοποιείται η κατά το άρθρο 2 ΣΕΕ αξία της δημοκρατίας και η οποία τίθεται σε εφαρμογή με το άρθρο 14 ΣΕΕ, η σύνθεση του εν λόγω θεσμικού οργάνου αντικατοπτρίζει με πιστότητα και πληρότητα την ελεύθερη έκφραση των επιλογών στις οποίες προέβησαν οι πολίτες της Ένωσης όσον αφορά τα πρόσωπα από τα οποία επιθυμούν να εκπροσωπούνται κατά τη διάρκεια ορισμένης κοινοβουλευτικής περιόδου, αλλά και ότι, σύμφωνα με την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προστατεύεται, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του, έναντι των εμποδίων ή των κινδύνων να θιγεί η προσήκουσα λειτουργία του. Για τους δύο αυτούς λόγους, οι ασυλίες που προβλέπονται υπέρ των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποσκοπούν στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του εν λόγω θεσμικού οργάνου (πρβλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Junqueras Vies, C-502/19, EU:C:2019:1115, σκέψεις 63, 83 και 84).
77 Ο ως άνω σκοπός των ασυλιών που προβλέπονται υπέρ των μελών του Κοινοβουλίου μνημονεύεται και στο άρθρο 5 του Εσωτερικού Κανονισμού. Έχοντας διευκρινίσει στην παράγραφο 1 ότι οι βουλευτές απολαύουν των προνομίων και των ασυλιών που προβλέπονται στο πρωτόκολλο αριθ. 7, το εν λόγω άρθρο ορίζει στην παράγραφο 2 ότι το Κοινοβούλιο, κατά την άσκηση των εξουσιών του σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες, ενεργεί με σκοπό τη διατήρηση της ακεραιότητάς του ως δημοκρατικής νομοθετικής συνελεύσεως και τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των βουλευτών του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και ότι η βουλευτική ασυλία δεν αποτελεί προσωπικό προνόμιο των βουλευτών, αλλά εγγύηση της ανεξαρτησίας του Κοινοβουλίου στο σύνολό του και των βουλευτών του.
78 Βάσει του άρθρου 9, τρίτο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 7, το Κοινοβούλιο δύναται να άρει την ασυλία μέλους του. Η διαδικασία άρσεως της ασυλίας διεξάγεται, επομένως, στο πλαίσιο του Κοινοβουλίου. Μολονότι η εν λόγω διαδικασία διενεργείται από πολιτικά πρόσωπα, τόσο αυτή όσο και η απόφαση με την οποία το Κοινοβούλιο αίρει την ασυλία δεν έχουν πολιτικό χαρακτήρα, όπως αποφάνθηκε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 112, 225 και 242 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αλλά νομικό.
79 Βεβαίως, δεδομένου ότι η απόφαση περί άρσεως της ασυλίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου, το εν λόγω θεσμικό όργανο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό των εφαρμοστέων κανόνων κατά την εξέταση των αιτήσεως άρσεως ασυλίας. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω κανόνες θεσπίζονται και εφαρμόζονται από μέλη του Κοινοβουλίου, τα οποία ανήκουν στις συγκροτηθείσες εντός αυτού πολιτικές ομάδες.
80 Ωστόσο, σύμφωνα με τις κατά το άρθρο 2 ΣΕΕ αξίες του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, το Κοινοβούλιο οφείλει να τηρεί, κατά την εξέταση αιτήσεως για την άρση ασυλίας, τους νομικούς κανόνες και τις αρχές του δικαίου που έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη ασυλία καθώς και τον Χάρτη, του οποίου οι διατάξεις έχουν ως αποδέκτη το Κοινοβούλιο ως ένα εκ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης που μνημονεύονται στο άρθρο του 51, παράγραφος 1. Η εκ μέρους του οικείου βουλευτή άσκηση της εντολής του, η οποία συνιστά το κύριο γνώρισμα της ιδιότητας του μέλους του Κοινοβουλίου και απορρέει από την εκλογή με άμεση, καθολική, ελεύθερη και μυστική ψηφοφορία την οποία προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Junqueras Vies, C-502/19, EU:C:2019:1115, σκέψη 65), ενδέχεται να παρεμποδισθεί από απόφαση περί άρσεως της ασυλίας. Κατά συνέπεια, οι αιτήσεις άρσεως ασυλίας, οι οποίες ενδέχεται να θίγουν τόσο την εντολή του οικείου βουλευτή όσο και, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 76 της παρούσας αποφάσεως, την εύρυθμη λειτουργία του Κοινοβουλίου συνολικά, πρέπει να εξετάζονται με γνώμονα τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου προσώπου και τις αρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της διακρίσεως των εξουσιών και όχι αναλόγως πολιτικών τάσεων.
81 Η πρώτη και η δεύτερη αιτίαση των αναιρεσειόντων, με τις οποίες προσάπτουν, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη, στις σκέψεις 244 έως 246 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και στις σκέψεις 247 έως 251 της ίδιας αποφάσεως, αντιστοίχως, κρίνοντας αβάσιμο το επιχείρημα των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως αμεροληψίας του εισηγητή στον οποίον είχε ανατεθεί, στο πλαίσιο της επιτροπής JURI, η εξέταση των αιτήσεων άρσεως της ασυλίας τους, πρέπει να εξετασθούν υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων.
– Επί της πρώτης αιτιάσεως
82 Στη σκέψη 244 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η αμεροληψία ενός εισηγητή που παρεμβαίνει στο στάδιο της εκ μέρους κοινοβουλευτικής επιτροπής εξετάσεως της αιτήσεως για την άρση ασυλίας δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να εκτιμάται υπό το πρίσμα της πολιτικής ιδεολογίας του ούτε υπό το πρίσμα συγκρίσεως μεταξύ της πολιτικής ιδεολογίας του και εκείνης του βουλευτή τον οποίο αφορά η αίτηση άρσεως ασυλίας. Διευκρίνισε, κατ’ αρχάς, ότι η συμμετοχή του εισηγητή σε εθνικό πολιτικό κόμμα ή πολιτική ομάδα συγκροτηθείσα εντός του Κοινοβουλίου, ανεξαρτήτως των αξιών και των ιδεών που πρεσβεύουν, και ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτές θα μπορούσαν να καταδείξουν εκ των προτέρων δυσμενείς απόψεις σε σχέση με την κατάσταση του βουλευτή τον οποίο αφορά η αίτηση άρσεως της ασυλίας, δεν ασκεί, κατ’ αρχήν, επιρροή στην εκτίμηση περί αμεροληψίας του εισηγητή. Στηριζόμενο στη νομολογία του, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η διαφορά πολιτικής ιδεολογίας μεταξύ του εισηγητή και του βουλευτή τον οποίο αφορά η αίτηση άρσεως της ασυλίας δεν δύναται, αφ’ εαυτής, να θέσει εν αμφιβόλω τον σύννομο χαρακτήρα της διαδικασίας εκδόσεως των επίμαχων αποφάσεων.
83 Εν συνεχεία, στη σκέψη 245 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, εν προκειμένω, η συμμετοχή του εισηγητή στην ευρωπαϊκή πολιτική ομάδα των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών δεν ασκεί, κατ’ αρχήν, επιρροή στην εκτίμηση περί αμεροληψίας του.
84 Τέλος, στη σκέψη 246 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η συγκεκριμένη πολιτική ομάδα περιλαμβάνει, βεβαίως, και τους βουλευτές του πολιτικού κόμματος VOX, του οποίου η θέση έναντι των αναιρεσειόντων είναι όλως ιδιαίτερη, δεδομένου ότι αυτό κίνησε την επίμαχη ποινική διαδικασία. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, ωστόσο, η εν λόγω ιδιαίτερη κατάσταση αφορούσε τους βουλευτές που είναι μέλη του πολιτικού κόμματος VOX και δεν μπορεί, εξ ορισμού, να επεκταθεί στο σύνολο των μελών της ως άνω πολιτικής ομάδας απλώς και μόνον επειδή, καθόσον ανήκουν στην ίδια ομάδα, έχουν παρόμοιες πολιτικές απόψεις.
85 Όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 225 και 226 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η διαδικασία που μπορεί να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως περί άρσεως ασυλίας πρέπει να είναι συμβατή με το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη.
86 Η ως άνω διάταξη του Χάρτη προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, το οποίο απονέμεται σε κάθε πρόσωπο, παρέχεται, επομένως, και σε κάθε μέλος του Κοινοβουλίου το οποίο αφορά αίτηση άρσεως της ασυλίας.
87 Η απαίτηση περί αμεροληψίας αποτελείται από δύο συνιστώσες, ήτοι, αφενός, την υποκειμενική αμεροληψία, κατά την οποία κανένα μέλος του οικείου θεσμικού οργάνου που είναι αρμόδιο για την υπόθεση δεν πρέπει να εκδηλώνει μεροληψία ή προσωπικές προκαταλήψεις, και, αφετέρου, την αντικειμενική αμεροληψία, κατά την οποία το θεσμικό όργανο πρέπει να παρέχει επαρκή εχέγγυα για τον αποκλεισμό κάθε εύλογης αμφιβολίας ως προς ενδεχόμενη προκατάληψη (πρβλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Ισπανία κατά Συμβουλίου, C-521/15, EU:C:2017:982, σκέψη 91).
88 Στο πλαίσιο της ασκήσεως της ευρείας εξουσίας του εκτιμήσεως, η οποία μνημονεύθηκε στη σκέψη 79 της παρούσας αποφάσεως, το Κοινοβούλιο δύναται να θεσπίζει κανόνες που συνιστούν συγκεκριμένη εφαρμογή της προστασίας από τον κίνδυνο μεροληψίας, η οποία επιβάλλεται βάσει του άρθρου 41 του Χάρτη.
89 Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο προέβλεψε, στο άρθρο 6 του Εσωτερικού Κανονισμού, ότι κάθε αίτηση για άρση της ασυλίας εξετάζεται σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 7 και με τις αρχές που μνημονεύονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του εν λόγω Κανονισμού.
90 Με το άρθρο 9 του Εσωτερικού Κανονισμού διευκρινίζεται, στις παραγράφους του 1 και 13, αντιστοίχως, ότι κάθε αίτηση που απευθύνεται στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου από αρμόδια αρχή κράτους μέλους με σκοπό την άρση της ασυλίας βουλευτή ανακοινώνεται στην Ολομέλεια και παραπέμπεται στην αρμόδια επιτροπή, η οποία καθορίζει τις αρχές για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 9.
91 Συνεπεία των ανωτέρω, η επιτροπή JURI, η οποία ορίσθηκε για να εξετάζει τις αιτήσεις άρσεως ασυλίας, εξέδωσε την ανακοίνωση 11/2019, η οποία ετύγχανε εφαρμογής κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, είναι αυτή που καθορίζει τους κανόνες που έχουν εφαρμογή επί των εν λόγω αιτήσεων.
92 Με τη συγκεκριμένη ανακοίνωση καθορίσθηκαν, αφενός, οι κανόνες σχετικά με την επί της ουσίας εξέταση αιτήσεως για την άρση της ασυλίας. Στο σημείο 43 της εν λόγω ανακοινώσεως, προβλέφθηκε επομένως, κατ’ ουσίαν, ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η αίτηση αφορά την άρση της ασυλίας που προβλέπεται στο άρθρο 9 του προμνημονευθέντος Πρωτοκόλλου, αίρεται η ασυλία εκτός εάν δημιουργείται η εντύπωση ότι η δίωξη ασκείται με πρόθεση να παρεμποδισθεί η πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή και, συνεπώς, να θιγεί η ανεξαρτησία του Κοινοβουλίου (fumus persecutionis).
93 Αφετέρου, καθορίσθηκαν κανόνες διαδικασίας όσον αφορά την εξέταση των αιτήσεων για την άρση της ασυλίας.
94 Κατ’ αρχάς, από το σημείο 6 της ανακοινώσεως 11/2019, προκύπτει ότι η επιτροπή JURI ορίζει εισηγητή για κάθε αίτηση άρσεως ασυλίας.
95 Εν συνεχεία, στο σημείο 7 της ως άνω ανακοινώσεως προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι κάθε πολιτική ομάδα προτείνει προς τούτο έναν βουλευτή ως μόνιμο εισηγητή για τις υποθέσεις ασυλίας, ο οποίος είναι γνωστός για την υποδειγματική ακεραιότητά του.
96 Τέλος, βάσει του σημείου 8 της εν λόγω ανακοινώσεως, τα καθήκοντα του εισηγητή σε κάθε υπόθεση ασυλίας εναλλάσσονται εκ περιτροπής και σε ισότιμη βάση μεταξύ των πολιτικών ομάδων, πλην όμως ο εισηγητής δεν μπορεί να ανήκει στην ίδια πολιτική ομάδα ούτε να έχει εκλεγεί στο ίδιο κράτος μέλος με τον βουλευτή του οποίου ζητείται να αρθεί η ασυλία.
97 Από το σημείο 8 της ανακοινώσεως 11/2019 προκύπτει ότι το Κοινοβούλιο εκτίμησε ότι εισηγητής που ανήκει στην ίδια πολιτική ομάδα με τον βουλευτή του οποίου ζητείται να αρθεί η ασυλία δεν ήταν δυνατόν να εξετάζει την αίτηση για την άρση της εν λόγω ασυλίας. Η συγκεκριμένη προσέγγιση στηρίζεται επομένως στην εκτίμηση ότι, λόγω της συμμετοχής τους στην ίδια πολιτική ομάδα, θα μπορούσε να υφίσταται συνάφεια, ιδίως πολιτική, μεταξύ του εισηγητή και του βουλευτή, με συνέπεια να μην αποκλείονται οι εύλογες αμφιβολίες ως προς ενδεχόμενη προκατάληψη, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 87 της παρούσας αποφάσεως, του εισηγητή υπέρ του βουλευτή. Κατά συνέπεια, το Κοινοβούλιο, ασκώντας την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει, έκρινε αναγκαία, προκειμένου να διασφαλίζεται η αμεροληψία του εισηγητή, όπως επιτάσσει το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη, τη θέσπιση κανόνα αποκλείοντος τη συμμετοχή του εν λόγω εισηγητή σε ορισμένη πολιτική ομάδα.
98 Η τήρηση του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Χάρτη επιτάσσει συνεπή εφαρμογή των εγγυήσεων που έχει προβλέψει το οικείο θεσμικό όργανο προκειμένου να αποτραπεί οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία περί μεροληψίας και προκειμένου να καταστεί δυνατή η δίκαιη εξέταση των αιτήσεων άρσεως ασυλίας.
99 Για τους σκοπούς της ανωτέρω εφαρμογής, η απαίτηση περί αμεροληψίας, συγκεκριμένη έκφανση της οποίας αποτελεί το σημείο 8 της ανακοινώσεως 11/2019, πρέπει επίσης να τίθεται σε εφαρμογή κατά τρόπον ώστε ο εισηγητής που ανήκει σε πολιτική ομάδα διαφορετική από εκείνην του βουλευτή του οποίου ζητείται να αρθεί η ασυλία να δημιουργεί την εντύπωση αντικειμενικής αμεροληψίας.
100 Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών οι οποίοι επιδιώκονται με τις προβλεπόμενες υπέρ των μελών του Κοινοβουλίου ασυλίες και οι οποίοι υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 75 έως 77 της παρούσας αποφάσεως η συγκεκριμένη απαίτηση περί αμεροληψίας του εισηγητή συνεπάγεται ότι ο εν λόγω βουλευτής δεν πρέπει να προκαλεί εύλογες αμφιβολίες ως προς το ότι ο εισηγητής που καλείται να εξετάσει την αίτηση άρσεως της ασυλίας δεν εμφορείται από εκτιμήσεις οι οποίες θα τον εμπόδιζαν να εκπληρώσει με αντικειμενικότητα τα καθήκοντά του προετοιμασίας της αποφάσεως του Κοινοβουλίου σχετικά με ενδεχόμενη ύπαρξη fumus persecutionis, όπως μνημονεύεται στη σκέψη 92 της παρούσας αποφάσεως.
101 Μολονότι, όμως, η αντίθεση εντός τέτοιου εισηγητή προς τις πολιτικές ιδέες του βουλευτή του οποίου ζητείται να αρθεί η ασυλία δεν συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, έλλειψη αμεροληψίας εκ μέρους του εισηγητή, δεν ισχύει το ίδιο και για τη συμμετοχή του εισηγητή στην πολιτική ομάδα στην οποία συμμετέχουν και μέλη πολιτικού κόμματος που κίνησε την κατά του εν λόγω βουλευτή ποινική διαδικασία, στην οποία στηρίζεται η αίτηση άρσεως της ασυλίας, και έχει ιδιαίτερο συμφέρον για την έκβαση της συγκεκριμένης διαδικασίας.
102 Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 97 της παρούσας αποφάσεως, κατά τον κανόνα του σημείου 8 της ανακοινώσεως 11/2019, η συμμετοχή εισηγητή σε συγκεκριμένη πολιτική ομάδα μπορεί να έχει συνέπειες όσον αφορά τη δυνατότητα ορισμού του ως εισηγητή επιφορτισμένου ειδικώς με την εξέταση αιτήσεως για την άρση ασυλίας. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απαίτηση περί αμεροληψίας την οποία θέτει σε εφαρμογή ο προμνημονευθείς κανόνας ισχύει μόνον στην περίπτωση που ο εισηγητής ανήκει στην ίδια πολιτική ομάδα με τον βουλευτή του οποίου ζητείται να αρθεί η ασυλία, αποκλειομένης κάθε περιπτώσεως κατά την οποία ο εν λόγω εισηγητής ανήκει σε άλλη πολιτική ομάδα.
103 Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο θέσπισε, στο σημείο 8 της ανακοινώσεως 11/2019, τον κανόνα βάσει του οποίου, στο πλαίσιο του συστήματος εκ περιτροπής εναλλαγής που εφαρμόζεται για τον ορισμό του εισηγητή, αποκλείεται κάθε εισηγητής που είναι μέλος της ίδιας πολιτικής ομάδας με τον βουλευτή του οποίου ζητείται να αρθεί η ασυλία, το εν λόγω θεσμικό όργανο πρέπει επίσης, προκειμένου να τηρεί το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη, να αποκλείει εισηγητή που είναι μέλος πολιτικής ομάδας στην οποία ανήκουν βουλευτές του πολιτικού κόμματος που κίνησε την κατά του εν λόγω βουλευτή ποινική διαδικασία, στην οποία στηρίζεται η αίτηση άρσεως της ασυλίας, και έχει ιδιαίτερο συμφέρον για την έκβαση της συγκεκριμένης διαδικασίας. Πράγματι, ένας τέτοιος εισηγητής θα μπορούσε να θεωρηθεί μη αμερόληπτος κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 87 της παρούσας αποφάσεως.
104 Συναφώς, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι οι δεσμοί μεταξύ των μελών του, τα οποία προέρχονται από διάφορα εθνικά πολιτικά κόμματα που συνασπίζονται για να συγκροτήσουν μια πολιτική ομάδα εντός του εν λόγω θεσμικού οργάνου, δεν είναι τόσο στενοί ώστε να θίγουν την αντικειμενική αμεροληψία ενός μέλους της πολιτικής ομάδας το οποίο καλείται να ασκήσει καθήκοντα εισηγητή επιφορτισμένου με την εξέταση αιτήσεως για την άρση της ασυλίας άλλου μέλους της ίδιας ομάδας. Πράγματι, το επιχείρημα αυτό αναιρείται από το γεγονός ότι το ίδιο το Κοινοβούλιο έκρινε, θεσπίζοντας το σημείο 8 της ανακοινώσεως 11/2019, ότι η συμμετοχή του εισηγητή στην ίδια πολιτική ομάδα με τον βουλευτή του οποίου ζητείται να αρθεί η ασυλία είναι ασυμβίβαστη με την αντικειμενική αμεροληψία του εν λόγω εισηγητή.
105 Κατά συνέπεια, όταν ως εισηγητής επιφορτισμένος με την εξέταση αιτήσεως για την άρση ασυλίας, στο πλαίσιο της επιτροπής JURI, ορίζεται μέλος το οποίο ανήκει στην ίδια πολιτική ομάδα με μέλη προερχόμενα από πολιτικό κόμμα που κίνησε την κατά του εν λόγω βουλευτή ποινική διαδικασία, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, σε περίπτωση όπως αυτή που μνημονεύεται στις σκέψεις 101 και 103 της παρούσας αποφάσεως, ο συγκεκριμένος εισηγητής δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα ικανά να αποκλείσουν κάθε εύλογη αμφιβολία εκ μέρους του βουλευτή εις βάρος του οποίου στρέφεται η αίτηση ως προς ενδεχόμενη προκατάληψη έναντι αυτού και, ως εκ τούτου, δεν θεωρείται αμερόληπτος, σύμφωνα με το μέτρο που έθεσε το ίδιο το Κοινοβούλιο ασκώντας την ευρεία εξουσία του, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 97 της παρούσας αποφάσεως. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένας τέτοιος ορισμός αντιβαίνει στο άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη.
106 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι σκέψεις 245 και 246 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η συμμετοχή του εισηγητή, ο οποίος ορίσθηκε προκειμένου να εξετάσει αίτηση για την άρση της ασυλίας βουλευτή, στην ίδια πολιτική ομάδα με εκείνη στην οποία ανήκουν μέλη προερχόμενα από πολιτικό κόμμα που κίνησε την ποινική διαδικασία κατά του συγκεκριμένου βουλευτή, στην οποία στηρίζεται η αίτηση άρσεως της ασυλίας, δεν ασκούσε επιρροή στην εκτίμηση περί αμεροληψίας του εισηγητή και, κατ’ ουσίαν, ότι μπορούσε επομένως να ορισθεί ως εισηγητής μέλος της εν λόγω πολιτικής ομάδας.
107 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η πρώτη αιτίαση του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως.
– Επί της δεύτερης αιτιάσεως
108 Στη σκέψη 249 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν αμφισβητείται ότι, στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως μέλους του Κοινοβουλίου, ο εισηγητής οργάνωσε την εκδήλωση της 6ης Μαρτίου 2019 που περιλάμβανε παρέμβαση του γενικού γραμματέα του πολιτικού κόμματος VOX με θέμα «Η Καταλονία είναι Ισπανία», ο οποίος έκλεισε την ομιλία του με τη φράση «Ζήτω η Ισπανία, ζήτω η Ευρώπη, ο Puigdemont στη φυλακή».
109 Στη σκέψη 250 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι από την οπτικοακουστική καταγραφή της εκδηλώσεως προέκυπτε ότι ο εισηγητής ήταν παρών στο τραπέζι των ομιλητών, μαζί με δύο άλλα μέλη του Κοινοβουλίου και με τον προμνημονευθέντα γενικό γραμματέα, ο οποίος ήταν ο μόνος που παρενέβη προφορικώς στην εκδήλωση.
110 Στη σκέψη 251 της ίδιας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η οργάνωση μιας τέτοιας εκδηλώσεως μπορεί να θεωρηθεί ότι δηλώνει την υποστήριξη του εισηγητή στις ιδέες που πρεσβεύει το πολιτικό κόμμα VOX όσον αφορά, ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του θέματος της εκδηλώσεως, την πολιτική κατάσταση στην Καταλονία, καθώς και την αντίθεσή του προς τις πολιτικές ιδέες που πρεσβεύουν οι αναιρεσείοντες.
111 Επιπλέον, στη σκέψη 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι, βεβαίως, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προσάπτονται στους αναιρεσείοντες στο πλαίσιο της επίμαχης ποινικής διαδικασίας αφορούν την πολιτική κατάσταση στην Καταλονία, καθόσον σχετίζονται με τη θέσπιση των νόμων που μνημονεύονται στη σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως και με τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος περί αυτοδιαθέσεως για το οποίο γίνεται λόγος στην ίδια σκέψη, η δημοσιοποίηση, εκ μέρους του βουλευτή, μελλοντικού εισηγητή επί των υποθέσεων άρσεως της ασυλίας των αναιρεσειόντων, της απόψεώς του ως προς την κατάσταση αυτή δεν αρκεί, για τους λόγους που μνημονεύονταν στις σκέψεις 244 και 246 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, για να στοιχειοθετηθεί παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας.
112 Τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 249 και 250 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ήταν, όμως, κρίσιμα για να εκτιμηθεί αν, εν προκειμένω, η συμπεριφορά του εισηγητή που ορίσθηκε για να εξετάσει τις αιτήσεις άρσεως της ασυλίας των αναιρεσειόντων ήταν ικανή να θίξει την απαίτηση περί αμεροληψίας, διότι ήταν δυνατό να γίνουν αντιληπτά ως έκφραση μεροληψίας, τούτο δε μάλιστα, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το Κοινοβούλιο, ακόμη και αν τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά συνέβησαν πριν να έχει ο εισηγητής τη δυνατότητα να γνωρίζει ότι θα εκλεγεί στις εκλογές του 2019, πριν το Κοινοβούλιο να επιληφθεί των συγκεκριμένων αιτήσεων και πριν το οικείο μέλος να ορισθεί, στο πλαίσιο της εκ περιτροπής εναλλαγής μεταξύ των πολιτικών ομάδων, ως εισηγητής για την εξέταση των επίμαχων αιτήσεων. Συγκεκριμένα, ήταν σημαντικό να ληφθεί υπόψη η ύπαρξη των ανωτέρω περιστατικών προκειμένου να εκτιμηθεί η δυνατότητα ορισμού του ως εισηγητή για την εξέταση των αιτήσεων.
113 Επισημαίνεται συναφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αποφάνθηκε ότι είχε μικρή σημασία το γεγονός ότι ο εισηγητής εκφράσθηκε υπέρ της θέσεως του πολιτικού κόμματος VOX όσον αφορά την κατάσταση στην Καταλονία, παρέπεμψε δε, προκειμένου να αιτιολογήσει το συμπέρασμά του περί μη παραβιάσεως της αρχής της αμεροληψίας λόγω της οργανώσεως της εκδηλώσεως της 6ης Μαρτίου 2019, στις σκέψεις 244 και 246 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Αφενός, όμως, η τελευταία εκ των προμνημονευθεισών σκέψεων ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, όπως κρίθηκε στη σκέψη 106 της παρούσας αποφάσεως. Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας, διά παραπομπής στη σκέψη 244 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι μικρή σημασία είχε το γεγονός ότι ο εισηγητής εκφράσθηκε υπέρ της ανωτέρω θέσεως, δεν αποφάνθηκε επί των επιχειρημάτων των νυν αναιρεσειόντων, τα οποία δεν αφορούσαν την άποψη του μελλοντικού εισηγητή ως προς την κατάσταση στην Καταλονία, αλλά την ενεργό στήριξή του προς το πολιτικό κόμμα που κίνησε την επίμαχη ποινική διαδικασία.
114 Όπως προκύπτει από τη χρονική αλληλουχία των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς τα οποία επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ιδίως δε εκείνων που συνοψίσθηκαν στις σκέψεις 11 έως 13 της παρούσας αποφάσεως, το συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα είχε ήδη, κατά το χρονικό σημείο στο οποίο πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση της 6ης Μαρτίου 2019, προκαλέσει την κίνηση της επίμαχης ποινικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, η οργάνωση της εκδηλώσεως από το πρόσωπο που θα οριζόταν εν συνεχεία ως εισηγητής ήταν δυνατόν να αποτελεί ένδειξη όχι μόνον υποστηρίξεως των πολιτικών ιδεών του εν λόγω κόμματος, αλλά και θέσεως υπέρ της ποινικής διώξεως των αναιρεσειόντων. Αποκλείοντας το συγκεκριμένο ζήτημα από την εκ μέρους του ανάλυση, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη στοιχείο ιδιαιτέρως κρίσιμο για να εκτιμηθεί αν ο οργανωτής της ως άνω εκδηλώσεως μπορούσε μεταγενέστερα, χωρίς να θίγεται η απαίτηση περί αμεροληψίας, να ορισθεί ως εισηγητής στη διαδικασία εξετάσεως των αιτήσεων για την άρση ασυλίας οι οποίες στηρίζονταν στην επίμαχη ποινική διαδικασία.
115 Από το προεκτεθέν σκεπτικό συνάγεται ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών που προκρίθηκε στη σκέψη 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι εσφαλμένος, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, βάσει, μεταξύ άλλων, της σκέψεως 246 της εν λόγω αποφάσεως, η οποία ενέχει η ίδια πλάνη περί το δίκαιο, και χωρίς να λάβει προσηκόντως υπόψη τη χρονική αλληλουχία των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, ότι η οργάνωση της εκδηλώσεως της 6ης Μαρτίου 2019 από το πρόσωπο που ορίσθηκε εν συνεχεία ως εισηγητής, δεν καθιστούσε το συγκεκριμένο πρόσωπο ακατάλληλο να ορισθεί ως εισηγητής και δεν στοιχειοθετούσε παράβαση της απαιτήσεως περί αμεροληψίας κατά την έννοια του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Χάρτη.
116 Υπό τις ως άνω συνθήκες, πρέπει να γίνει δεκτή και η δεύτερη αιτίαση του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως.
117 Δεδομένου ότι περιπτώσεις πλάνης περί το δίκαιο που διαπιστώθηκαν στις σκέψεις 106 και 115 της παρούσας αποφάσεως μπορούν να επιφέρουν αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως χωρίς να απαιτείται να εξετασθούν οι λοιπές αιτιάσεις του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως και οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
Επί της ασκηθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής
118 Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.
119 Εν προκειμένω, το Δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να αποφανθεί οριστικά επί της υπό κρίση διαφοράς. Η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση, δεδομένου ότι η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησαν οι νυν αναιρεσείοντες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στηρίζεται σε λόγους οι οποίοι αποτέλεσαν αντικείμενο κατ’ αντιμωλία συζητήσεως ενώπιόν του και των οποίων η εξέταση δεν απαιτεί τη λήψη κανενός συμπληρωματικού μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας ή εξετάσεως της δικογραφίας (πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Carreras Sequeros κ.λπ., C-119/19 P και C-126/19 P, EU:C:2020:676, σκέψη 130).
120 Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν οκτώ λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της ασκηθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής.
121 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε με την ως άνω προσφυγή και ο οποίος αποτελείται από τρία σκέλη, προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος των αναιρεσειόντων σε αμερόληπτη και δίκαιη εξέταση των υποθέσεών τους, σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γ', του Χάρτη.
122 Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε με την προσφυγή, οι νυν αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Κοινοβούλιο παρέβη το άρθρο 41, παράγραφος 1, και το άρθρο 39, παράγραφος 2, του Χάρτη, καθώς και ότι υπέπεσε σε παράβαση ουσιώδους τύπου, ορίζοντας μεροληπτικό εισηγητή.
123 Με την πρώτη αιτίαση, υποστηρίζουν ότι η έλλειψη αμεροληψίας του συγκεκριμένου εισηγητή οφειλόταν στη συμμετοχή του σε πολιτική ομάδα στην οποία είχαν ενταχθεί μέλη του Κοινοβουλίου που ανήκαν στο πολιτικό κόμμα VOX, το οποίο ήταν πολιτικώς αντίθετο προς τους αναιρεσείοντες και είχε κινήσει την επίμαχη ποινική διαδικασία.
124 Με τη δεύτερη αιτίαση, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η εν λόγω έλλειψη αμεροληψίας οφειλόταν στο ότι ο συγκεκριμένος εισηγητής είχε οργανώσει από κοινού με το ως άνω πολιτικό κόμμα την εκδήλωση της 6ης Μαρτίου 2019, στο πλαίσιο της οποίας επιδοκίμασε το σύνθημα «ο Puigdemont στη φυλακή», χειροκροτώντας την επίμαχη παρέμβαση.
125 Το Κοινοβούλιο, υποστηριζόμενο από το Βασίλειο της Ισπανίας, αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων. Αφενός, ισχυρίζεται ότι κανένας κανόνας και καμία αρχή δεν απαγορεύει τη συμμετοχή του εισηγητή στην πολιτική ομάδα στην οποία ανήκουν βουλευτές εθνικού κόμματος με πολιτικούς σκοπούς αντίθετους προς εκείνους που επιδιώκει ο βουλευτής του οποίου ζητήθηκε να αρθεί η ασυλία. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι μια τέτοια συμμετοχή απορρέει από τον πολιτικό χαρακτήρα του Κοινοβουλίου και των αποφάσεων επί σχετικής αιτήσεως, τονίζει δε τον ανομοιογενή χαρακτήρα των πολιτικών ομάδων που συγκροτούνται εντός αυτού. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων σχετικά με τη συμπεριφορά του οικείου εισηγητή, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι είναι παραδεκτά, δεν αρκούν, εν πάση περιπτώσει, για να τεθεί υπό αμφισβήτηση η αμεροληψία του εισηγητή.
126 Συναφώς, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 86 και 87 της παρούσας αποφάσεως, το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη, προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης. Η απαίτηση αυτή περί αμεροληψίας καταλαμβάνει τόσο την υποκειμενική όσο και την αντικειμενική αμεροληψία.
127 Όπως μνημονεύεται στη σκέψη 79 της παρούσας αποφάσεως, το Κοινοβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την εξέταση των αιτήσεων άρσεως ασυλίας, η οποία συνεπάγεται εξουσία καθορισμού των διαδικαστικών κανόνων που εφαρμόζονται οσάκις το Κοινοβούλιο πρέπει να αποφανθεί επί τέτοιων αιτήσεων.
128 Ασκώντας την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει, το Κοινοβούλιο εξέδωσε, στο πλαίσιο των εργασιών της επιτροπής JURI, την ανακοίνωση 11/2019 περί καθορισμού των αρχών οι οποίες έχουν εφαρμογή κατά την εκ μέρους της εν λόγω επιτροπής εξέταση αιτήσεως για την άρση ασυλίας και μεταξύ των οποίων καταλέγονται οι μνημονευόμενες στο σημείο 8 της ανακοινώσεως, σχετικά με τον ορισμό, στο πλαίσιο της εκ περιτροπής εναλλαγής μεταξύ των πολιτικών ομάδων, του εισηγητή που καλείται ειδικώς να εξετάσει συγκεκριμένη αίτηση για την άρση ασυλίας.
129 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι ο εισηγητής που ήταν επιφορτισμένος με την εξέταση των αιτήσεων για την άρση της ασυλίας των αναιρεσειόντων ήταν μέλος της πολιτικής ομάδας στην οποία ανήκαν μέλη προερχόμενα από το πολιτικό κόμμα που κίνησε την επίμαχη ποινική διαδικασία.
130 Για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 97 έως 105 και 114 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι ο συγκεκριμένος εισηγητής δεν παρείχε επαρκή εχέγγυα ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία των αναιρεσειόντων ως προς ενδεχόμενη δυσμενή έναντι αυτών προκατάληψη και ότι, ως εκ τούτου, δεν πληρούσε την απαίτηση περί αμεροληψίας. Πρέπει να γίνει δεκτό, επομένως, ότι ο εν λόγω εισηγητής ορίσθηκε κατά παράβαση του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Χάρτη.
131 Ως εκ τούτου, ο επίμαχος ορισμός συνιστά πλημμέλεια την οποία ενέχει η διαδικασία εκδόσεως των εκθέσεων στο πλαίσιο της επιτροπής JURI. Κατά συνέπεια, οι ίδιες οι διαδικασίες εκδόσεως των επίμαχων αποφάσεων ενέχουν τυπική πλημμέλεια.
132 Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, η μη τήρηση των διαδικαστικών κανόνων που διέπουν την έκδοση βλαπτικής πράξεως συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου, κατά την έννοια του άρθρου 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, με αποτέλεσμα, αν ο δικαστής της Ένωσης διαπιστώσει ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν έχει εκδοθεί συννόμως, να εναπόκειται σε αυτόν να συναγάγει τις συνέπειες της παραβάσεως ουσιώδους τύπου και, επομένως, να ακυρώσει τη συγκεκριμένη πράξη (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2024, D & A Pharma κατά Επιτροπής και EMA, C-291/22 P, EU:C:2024:228, σκέψη 158 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι επίμαχες αποφάσεις εκδόθηκαν βάσει εκθέσεων της επιτροπής JURI οι οποίες έπρεπε να θεωρηθούν άκυρες, καθίστανται και οι ίδιες ακυρωτέες.
133 Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του προβληθέντος με την προσφυγή τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να κριθεί βάσιμο και, ως εκ τούτου, να ακυρωθούν οι επίμαχες αποφάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα που είχαν υποβάλει οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, χωρίς να χρειάζεται να εξετασθούν τα λοιπά σκέλη του τρίτου λόγου ακυρώσεως και οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως που είχαν προβληθεί με την προσφυγή.
Επί των δικαστικών εξόδων
134 Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αυτό αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.
135 Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
136 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ηττήθηκε ως προς τους ισχυρισμούς που προέβαλε τόσο κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία όσο και κατά την αναιρετική διαδικασία, πρέπει να φέρει, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι αναιρεσείοντες σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
137 Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 184, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι, όταν η αναίρεση δεν ασκήθηκε από παρεμβαίνοντα πρωτοδίκως, αυτός φέρει τα δικαστικά έξοδά του μόνον αν έλαβε μέρος στην έγγραφη ή προφορική αναιρετική διαδικασία. Εν προκειμένω, το Βασίλειο της Ισπανίας, παρεμβαίνον πρωτοδίκως το οποίο συμμετείχε στην έγγραφη αναιρετική διαδικασία, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 5ης Ιουλίου 2023, Puigdemont i Casamaj? κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (T-272/21, EU:T:2023:373).
2) Ακυρώνει τις αποφάσεις P9_TA(2021)0059, P9_TA(2021)0060 και P9_TA(2021)0061 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2021.
3) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του στο πλαίσιο τόσο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και της αναιρετικής διαδικασίας, και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν ο Carles Puigdemont i Casamaj?, ο Antoni Com?n i Oliveres και η Clara Ponsat? i Obiols στο πλαίσιο αμφοτέρων των εν λόγω διαδικασιών.
4) Το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικαστικά έξοδά του που αφορούν τόσο τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και την αναιρετική διαδικασία.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.