Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 5ης Φεβρουαρίου 2026 (*)
« Αίτηση αναιρέσεως – Αίτηση καταχώρισης εικονιστικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης APE TEES – Προγενέστερα μη καταχωρισμένα εικονιστικά σήματα που απεικονίζουν μια μαϊμού και προστατεύονται στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας – Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 – Άρθρο 8, παράγραφος 4 – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Ανακοπή – Προσφυγή ενώπιον του τμήματος προσφυγών – Απόρριψη – Προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου – Άρθρο 50, παράγραφοι 1 και 3, ΣΕΕ – Αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση – Άρθρα 126 και 127 της Συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας – Μεταβατική περίοδος – Λήξη – Περιστάσεις προγενέστερες της έκδοσης της επίδικης αποφάσεως – Κρίσιμο χρονικό σημείο για την εκτίμηση της ύπαρξης προγενέστερου σήματος – Αρχή της εδαφικότητας – Εδαφικό πεδίο εφαρμογής των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ύπαρξη σύγκρουσης »
Στην υπόθεση C-337/22 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ασκήθηκε στις 23 Μαΐου 2022,
Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενο από τους D. G?ja, D. Hanf, Ε. Μαρκάκη και V. Ruzek,
αναιρεσείον,
υποστηριζόμενο από τις:
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους J. M?ller, J. Heitz και M. Hellmann,
International Trademark Association (INTA), με έδρα τη Νέα Υόρκη (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους A. Lubberger και A. Wenninger-Lenz, Rechtsanw?lte, την N. Parrotta, avvocata, και τη Μ. Περράκη, δικηγόρο,
παρεμβαίνουσες κατ’ αναίρεση,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Nowhere Co. Ltd, με έδρα το Τόκιο (Ιαπωνία), εκπροσωπούμενη από τον R. Kunze, Rechtsanwalt,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sah?n, πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan, Δ. Γρατσία (εισηγητή) και B. Smulders, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: T. ?apeta
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 10ης Απριλίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) ζητεί την εξαφάνιση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 16ης Μαρτίου 2022, Nowhere κατά EUIPO – Ye (APE TEES) (T-281/21, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2022:139), με την οποία, αφενός, ακυρώθηκε η απόφαση του δευτέρου τμήματος προσφυγών του EUIPO, της 10ης Φεβρουαρίου 2021 (υπόθεση R 2474/2017–2) (στο εξής: επίδικη απόφαση), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Nowhere Co. Ltd και του Junguo Ye, και, αφετέρου, απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η προσφυγή που είχε ασκηθεί πρωτοδίκως.
Το νομικό πλαίσιο
Η Συμφωνία αποχώρησης
2 Το πρώτο και το τέταρτο εδάφιο του προοιμίου της Συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ 2020, L 29, σ. 7, στο εξής: Συμφωνία αποχώρησης), η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ), με την απόφαση (ΕΕ) 2020/135 του Συμβουλίου, της 30ής Ιανουαρίου 2020 (ΕΕ 2020, L 29, σ. 1), και τέθηκε σε ισχύ από 1ης Φεβρουαρίου 2020, έχουν ως εξής:
«Εκτιμώντας ότι στις 29 Μαρτίου 2017 το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (“Ηνωμένο Βασίλειο”), κατόπιν του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος που διεξήχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο και της κυριαρχικής απόφασής του να εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ένωση, κοινοποίησε την πρόθεσή του να αποχωρήσει από την [Ένωση] [...] σύμφωνα με το άρθρο 50 [ΣΕΕ],
[...]
Υπενθυμίζοντας ότι, σύμφωνα με το άρθρο 50 [ΣΕΕ], [...] και βάσει των ρυθμίσεων που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία, το δίκαιο της Ένωσης στο σύνολό του παύει να εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας[.]»
3 Το τρίτο μέρος της Συμφωνίας Αποχώρησης τιτλοφορείται «Διατάξεις διαχωρισμού». Ο τίτλος IV του τρίτου αυτού μέρους επιγράφεται «Διανοητική ιδιοκτησία» και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 54 και 59 της Συμφωνίας αποχώρησης. Το άρθρο 54 φέρει τον τίτλο «Συνεχιζόμενη προστασία στο Ηνωμένο Βασίλειο για καταχωρισμένα ή χορηγηθέντα δικαιώματα» και προβλέπει τα εξής:
«1. Ο κάτοχος οποιουδήποτε από τα ακόλουθα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας που έχουν καταχωριστεί ή χορηγηθεί πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου καθίσταται, χωρίς καμία επανεξέταση, κάτοχος αντίστοιχου καταχωρισμένου και εκτελεστού δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου:
α) ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει καταχωριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1),] καθίσταται δικαιούχος σήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο αποτελείται από το ίδιο σημείο, για τα ίδια προϊόντα ή υπηρεσίες
[...]
3. Παρά την παράγραφο 1, εάν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο κηρυχθεί άκυρο ή ο δικαιούχος του κηρυχθεί έκπτωτος [...] στην Ένωση ως αποτέλεσμα διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμούσε την τελευταία ημέρα της μεταβατικής περιόδου, το αντίστοιχο δικαίωμα στο Ηνωμένο Βασίλειο επίσης κηρύσσεται άκυρο ή ο δικαιούχος του κηρύσσεται έκπτωτος […]. Η ημερομηνία έναρξης ισχύος της κήρυξης ακυρότητας ή της έκπτωσης ή της ακύρωσης στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι η ίδια με την αντίστοιχη ημερομηνία στην Ένωση.
Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν υποχρεούται να κηρύξει άκυρο το αντίστοιχο δικαίωμα ή να κηρύξει έκπτωτο τον δικαιούχο του αντίστοιχου δικαιώματος στο Ηνωμένο Βασίλειο εάν οι λόγοι ακυρότητας ή έκπτωσης του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης [...] δεν ισχύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
[...]»
4 Το άρθρο 59 της Συμφωνίας αποχώρησης επιγράφεται «Δικαίωμα προτεραιότητας σε σχέση με εκκρεμείς αιτήσεις για σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα και κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών» και ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Εάν ένα πρόσωπο κατέθεσε αίτηση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης [...] σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και εάν στην εν λόγω αίτηση χορηγήθηκε ημερομηνία κατάθεσης, το πρόσωπο αυτό έχει, για το ίδιο σήμα σε σχέση με προϊόντα ή υπηρεσίες που είναι ταυτόσημα με ή περιέχονται σε εκείνα για τα οποία κατατέθηκε η αίτηση στην Ένωση [...], το δικαίωμα να καταθέσει αίτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο εντός 9 μηνών από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Αίτηση η οποία υποβάλλεται βάσει του παρόντος άρθρου θεωρείται ότι έχει την ίδια ημερομηνία κατάθεσης και ημερομηνία προτεραιότητας με την αντίστοιχη αίτηση που κατατέθηκε στην Ένωση και, κατά περίπτωση, την αρχαιότητα σήματος του Ηνωμένου Βασιλείου που διεκδικείται βάσει του άρθρου 39 ή 40 του κανονισμού [2017/1001].»
5 Το τέταρτο μέρος της Συμφωνίας αποχώρησης τιτλοφορείται «Μεταβατική περίοδος» και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 126 και 127. Το άρθρο 126 της Συμφωνίας αποχώρησης έχει ως εξής:
«Προβλέπεται μεταβατική περίοδος ή περίοδος υλοποίησης, η ημερομηνία έναρξης της οποίας είναι η ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας και η ημερομηνία λήξης της η 31η Δεκεμβρίου 2020.»
6 Το άρθρο 127 της Συμφωνίας αποχώρησης φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής της μεταβατικής περιόδου» και ορίζει στις παραγράφους 1, 3 και 6 τα εξής:
«1. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στην παρούσα συμφωνία, το δίκαιο της Ένωσης εφαρμόζεται για το Ηνωμένο Βασίλειο και εντός αυτού κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου.
[...]
3. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, το εφαρμοστέο δυνάμει της παραγράφου 1 δίκαιο της Ένωσης παράγει σε σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο και εντός του Ηνωμένου Βασιλείου τα ίδια έννομα αποτελέσματα με εκείνα τα οποία παράγει εντός της Ένωσης και των κρατών μελών της, και ερμηνεύεται και εφαρμόζεται σύμφωνα με τις ίδιες μεθόδους και αρχές με εκείνες που εφαρμόζονται εντός της Ένωσης.
[...]
6. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στην παρούσα συμφωνία, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, οποιαδήποτε αναφορά στα κράτη μέλη η οποία περιλαμβάνεται στο εφαρμοστέο δυνάμει της παραγράφου 1 δίκαιο της Ένωσης, μεταξύ άλλων όπως υλοποιείται και εφαρμόζεται από τα κράτη μέλη, θεωρείται ότι καλύπτει και το Ηνωμένο Βασίλειο.»
7 Το άρθρο 185, τέταρτο εδάφιο, της Συμφωνίας αποχώρησης προβλέπει τα εξής:
«Το δεύτερο και το τρίτο μέρος [...] εφαρμόζονται από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.»
Ο κανονισμός 40/94
8 Το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 2009, L 11, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 422/2004 του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 2004 (ΕΕ 2004, L 70, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός 40/2009), έφερε τον τίτλο «Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου» και όριζε στην παράγραφο 4 τα εξής:
«Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου του μη καταχωρισμένου σήματος ή άλλου χρησιμοποιούμενου στις συναλλαγές σημείου το οποίο δεν έχει μόνον τοπική ισχύ, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση, στις περιπτώσεις και υπό τους όρους που προβλέπονται στην κοινοτική νομοθεσία ή από το δίκαιο του κράτους μέλους που διέπει το σημείο αυτό:
α) δικαιώματα επί του λόγω σημείου έχουν αποκτηθεί πριν την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης κοινοτικού σήματος ή, ενδεχομένως, πριν από την ημερομηνία της προτεραιότητας που προβάλλεται σε υποστήριξη της αίτησης κοινοτικού σήματος
β) το εν λόγω σημείο παρέχει στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση πλέον πρόσφατου σήματος.»
Ο κανονισμός 207/2009
9 Οι αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 4, 7, 8 και 10 του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), είχαν ως εξής:
«(2) [...] Η δημιουργία [της εσωτερικής] αγοράς και η ενίσχυση της ενότητάς της προϋποθέτουν αφενός μεν την εξάλειψη των εμποδίων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και την επιβολή καθεστώτος το οποίο εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό, αφετέρου δε τη θέσπιση νομικών προϋποθέσεων οι οποίες επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να προσαρμόζουν ευθύς εξαρχής την παραγωγή και τη διανομή των προϊόντων ή την παροχή των υπηρεσιών στις διαστάσεις της Κοινότητας. Μεταξύ των νομικών μέσων που θα έπρεπε να έχουν στη διάθεσή τους οι επιχειρήσεις για τους ως άνω σκοπούς, ενδείκνυνται ιδιαιτέρως τα σήματα με τα οποία μπορούν να προσδιορίζουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τους κατά τρόπο ενιαίο στο σύνολο της Κοινότητας, ανεξαρτήτως συνόρων.
(3) [...] [Ε]μφανίζεται ως αναγκαίο να προβλεφθεί κοινοτικό καθεστώς σημάτων το οποίο θα παρέχει στις επιχειρήσεις το δικαίωμα να αποκτούν, σύμφωνα με ενιαία διαδικασία, κοινοτικά σήματα τα οποία θα προστατεύονται κατά τρόπο ενιαίο και θα παράγουν τα αποτελέσματά τους σε όλο το έδαφος της Κοινότητας. Η αρχή του ενιαίου χαρακτήρα του κοινοτικού σήματος θα πρέπει να ισχύει εφόσον ο παρών κανονισμός δεν προβλέπει άλλως.
(4) Η προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών δεν είναι δυνατόν να άρει το εμπόδιο του εδαφικού περιορισμού των δικαιωμάτων τα οποία οι νομοθεσίες των κρατών μελών παρέχουν στους δικαιούχους σημάτων. Προκειμένου να μπορέσουν οι επιχειρήσεις να ασκήσουν χωρίς εμπόδια την οικονομική τους δραστηριότητα στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς, χρειάζονται σήματα που διέπονται από ενιαίο κοινοτικό δίκαιο το οποίο εφαρμόζεται άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη.
[...]
(7) Το δικαίωμα επί του κοινοτικού σήματος αποκτάται μόνο διά καταχωρίσεως η οποία δεν γίνεται αποδεκτή [...] αν υπάρχουν αντίθετα προγενέστερα δικαιώματα.
(8) Η προστασία που συνεπάγεται το κοινοτικό σήμα [...] αποσκοπεί ιδίως στην εξασφάλιση της λειτουργίας του σήματος ως σημείου προέλευσης [...].
[...]
(10) Δικαιολογείται να προστατεύονται τα κοινοτικά σήματα και, έναντι αυτών, κάθε σήμα το οποίο έχει καταχωρισθεί προγενέστερα, μόνον εφόσον τα σήματα αυτά πράγματι χρησιμοποιούνται».
10 Το άρθρο 1 του κανονισμού 207/2009 επιγραφόταν «Κοινοτικό σήμα» και όριζε στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Το κοινοτικό σήμα έχει ενιαίο χαρακτήρα. Παράγει τα αυτά αποτελέσματα σε ολόκληρη την Κοινότητα [...]».
11 Το άρθρο 6 του κανονισμού 207/2009 τιτλοφορούνταν «Τρόπος κτήσεως του κοινοτικού σήματος» και είχε ως εξής:
«Το κοινοτικό σήμα αποκτάται με την καταχώρηση.»
12 Το άρθρο 8 του κανονισμού 207/2009 έφερε τον τίτλο «Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου» και προέβλεπε στις παραγράφους 1, 2 και 4 τα εξής:
«1. Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση:
[...]
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ως “προγενέστερα σήματα” νοούνται:
α) τα σήματα τα οποία έχουν κατατεθεί πριν από την ημερομηνία αίτησης κοινοτικού σήματος, αφού ληφθεί υπόψη, ενδεχομένως, το προβαλλόμενο δικαίωμα προτεραιότητας, για τα σήματα αυτά και τα οποία ανήκουν στις ακόλουθες κατηγορίες:
[...]
[...]
4. Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου του μη καταχωρισμένου σήματος ή άλλου χρησιμοποιούμενου στις συναλλαγές σημείου το οποίο δεν έχει μόνον τοπική ισχύ, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση, στις περιπτώσεις και στο βαθμό που σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία ή το δίκαιο του κράτους μέλους που διέπει το σημείο αυτό:
α) δικαιώματα επί του λόγω σημείου έχουν αποκτηθεί πριν την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης κοινοτικού σήματος ή, ενδεχομένως, πριν από την ημερομηνία της προτεραιότητας που προβάλλεται σε υποστήριξη της αίτησης κοινοτικού σήματος
β) το εν λόγω σημείο παρέχει στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση πλέον πρόσφατου σήματος.»
13 Το άρθρο 9 του κανονισμού 207/2009 επιγραφόταν «Δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα» και όριζε τα εξής:
«1. Το κοινοτικό σήμα παρέχει στο δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο, να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του:
α) κάθε σημείο που ταυτίζεται με το κοινοτικό σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί
β) κάθε σημείο για το οποίο, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με το κοινοτικό σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών οι οποίες καλύπτονται από το κοινοτικό σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος
γ) Σημείο που ταυτίζεται ή ομοιάζει με το κοινοτικό σήμα, για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το κοινοτικό σήμα, εάν αυτό χαίρει φήμης στην Κοινότητα και η χρησιμοποίηση χωρίς εύλογη αιτία του σημείου, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του κοινοτικού σήματος ή θα έβλαπτε τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.
[...]
3. Το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα αντιτάσσεται κατά τρίτων από την ημερομηνία της δημοσίευσης της καταχώρισης του σήματος. Εντούτοις, δύναται να απαιτηθεί εύλογη αποζημίωση για ενέργειες μεταγενέστερες της δημοσίευσης αίτησης κοινοτικού σήματος, οι οποίες θα απαγορεύονταν μετά τη δημοσίευση της καταχώρισης του σήματος και λόγω αυτής. Το επιλαμβανόμενο όμως δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί της ουσίας πριν δημοσιευθεί η καταχώριση.»
14 Το άρθρο 41 του κανονισμού 207/2009 έφερε τον τίτλο «Ανακοπή» και προέβλεπε στις παραγράφους 1 και 3 τα εξής:
«1. Κατά της καταχώρησης του σήματος μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη δημοσίευση της αίτησης κοινοτικού σήματος, για τον λόγο ότι το σήμα δεν θα πρέπει να γίνει δεκτό προς καταχώριση δυνάμει του άρθρου 8:
[...]
γ) στις περιπτώσεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, από τους δικαιούχους προγενέστερων σημάτων ή σημείων στα οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή, καθώς και από τα πρόσωπα στα οποία το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο επιτρέπει την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων.
[...]
3. Η ανακοπή πρέπει να ασκείται γραπτώς και να είναι αιτιολογημένη. Θεωρείται ασκηθείσα μόνο μετά την καταβολή του τέλους ανακοπής. Εντός προθεσμίας που τάσσει το [Γραφείο εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)], και σε επίρρωση του αιτήματός του, ο ανακόπτων δύναται να επικαλεστεί πραγματικά περιστατικά, να προσκομίσει αποδείξεις και να διατυπώσει παρατηρήσεις.»
15 Το άρθρο 42 του κανονισμού 207/2009 τιτλοφορούνταν «Εξέταση της ανακοπής» και προέβλεπε στις παραγράφους 2 και 3 τα εξής:
«2. Μετά από αίτηση του καταθέτη, ο ανακόπτων δικαιούχος προγενέστερου κοινοτικού σήματος οφείλει να αποδείξει ότι, κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που προηγήθηκαν της δημοσίευσης της αίτησης κοινοτικού σήματος, είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου κοινοτικού σήματος στην Κοινότητα για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία καταχωρίσθηκε και επί των οποίων βασίζεται η ανακοπή του ή ότι υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη χρήση, εφόσον, κατά την ημερομηνία αυτή, το προγενέστερο σήμα ήταν από πενταετίας τουλάχιστον καταχωρισμένο. Αν δεν αποδειχθούν τα ανωτέρω, η ανακοπή απορρίπτεται. Αν το προγενέστερο κοινοτικό σήμα χρησιμοποιήθηκε για μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίσθηκε, τότε, για τους σκοπούς της εξέτασης της ανακοπής, θεωρείται καταχωρισμένο μόνο για το μέρος αυτό των προϊόντων ή υπηρεσιών.
3. Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται στα προγενέστερα εθνικά σήματα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α', υπό τον όρο ότι η χρήση στην Κοινότητα αντικαθίσταται από τη χρήση στο κράτος μέλος στο οποίο προστατεύεται το προγενέστερο εθνικό σήμα.»
16 Το άρθρο 46 του κανονισμού 207/2009 επιγραφόταν «Διάρκεια της καταχώρισης» και όριζε τα εξής:
«Η καταχώριση του κοινοτικού σήματος διαρκεί επί μία δεκαετία από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης. [...]»
17 Ο κανονισμός 207/2009 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 341, σ. 21), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 23 Μαρτίου 2016. Εν συνεχεία, από 1ης Οκτωβρίου 2017, ο κανονισμός 207/2009 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 2017/1001.
Ο κανονισμός 2017/1001
18 Η αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού 2017/1001 έχει ως εξής:
«Για την κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου και της πλήρους συνέπειας με την αρχή της προτεραιότητας, βάσει της οποίας προγενέστερο καταχωρισμένο σήμα προηγείται του μεταγενέστερου καταχωρισμένου σήματος, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι η επιβολή των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν πρέπει να θίγει τα δικαιώματα των δικαιούχων τα οποία έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ή την ημερομηνία προτεραιότητας του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [...]»
19 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 4, το άρθρο 9, παράγραφος 1, και το άρθρο 46, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού 2017/1001 έχουν ανάλογη διατύπωση με εκείνη του άρθρου 1, παράγραφος 2, του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 4, του άρθρου 9, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, καθώς και του άρθρου 41, παράγραφος 1, και του άρθρου 41, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, του κανονισμού 207/2009 αντιστοίχως. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001, το οποίο αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, ορίζει ειδικότερα ότι, «[μ]ε την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των δικαιούχων που έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ή την ημερομηνία προτεραιότητας του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ο δικαιούχος του εν λόγω σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου, τα σημεία στα οποία αναφέρεται το άρθρο 9, παράγραφος 2.
20 Το άρθρο 47 του κανονισμού 2017/1001, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξέταση της ανακοπής» και έχει ανάλογη διατύπωση με εκείνη του άρθρου 42 του κανονισμού 207/2009, προβλέπει στις παραγράφους 1 και 5 τα εξής:
«1. Κατά την εξέταση της ανακοπής, το [EUIPO] καλεί τους διαδίκους να υποβάλουν παρατηρήσεις, κάθε φορά που τούτο κρίνεται αναγκαίο και εντός προθεσμίας που το ίδιο ορίζει, σχετικά με γνωστοποιήσεις που προέρχονται είτε από τους λοιπούς διαδίκους είτε από το ίδιο.
[...]
5. Αν, από την εξέταση της ανακοπής, προκύψει ότι η καταχώριση του σήματος αποκλείεται για το σύνολο ή για μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση απορρίπτεται για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή τις υπηρεσίες. Στην αντίθετη περίπτωση, απορρίπτεται η ανακοπή.»
21 Το άρθρο 51 του κανονισμού 2017/1001 τιτλοφορείται «Καταχώριση» και ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«[...] [Α]ν η τυχόν ασκηθείσα ανακοπή έχει αποσυρθεί, απορριφθεί ή κριθεί τελεσιδίκως με άλλον τρόπο, το σήμα και τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 111, παράγραφος 2, καταγράφονται στο μητρώο. Η καταχώριση δημοσιεύεται.»
22 Το άρθρο 70 του κανονισμού 2017/1001 επιγράφεται «Εξέταση της προσφυγής» και ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Κατά την εξέταση της προσφυγής, το τμήμα προσφυγών καλεί τους διαδίκους, όποτε είναι αναγκαίο και εντός προθεσμίας που τους τάσσει, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις κοινοποιήσεις που τους έχει απευθύνει ή τις γνωστοποιήσεις που προέρχονται από τους λοιπούς διαδίκους.»
23 Το άρθρο 71 του κανονισμού 2017/1001 φέρει τον τίτλο «Απόφαση επί της προσφυγής» και προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Μετά την εξέταση της προσφυγής επί της ουσίας, το τμήμα προσφυγών αποφαίνεται επί της προσφυγής. Δύναται, είτε να ασκήσει τις αρμοδιότητες του τμήματος που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είτε να αναπέμψει την υπόθεση στο τμήμα αυτό για τα περαιτέρω.»
24 Το άρθρο 139 του κανονισμού 2017/1001 τιτλοφορείται «Αίτηση για την έναρξη της εθνικής διαδικασίας» και προβλέπει στις παραγράφους 1 έως 3 τα εξής:
«1. Ο καταθέτης ή ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαιούται να ζητήσει τη μετατροπή της αίτησής του ή του σήματός του της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αίτηση εθνικού σήματος:
α) εφόσον η αίτηση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης απορριφθεί ή ανακληθεί ή θεωρηθεί ότι ανακλήθηκε
[...]
2. Δεν χωρεί μετατροπή:
[...]
β) εάν επιδιώκεται η προστασία σε κράτος μέλος στο οποίο, σύμφωνα με απόφαση του [EUIPO] ή του εθνικού δικαστηρίου, συντρέχει λόγος απαράδεκτου της καταχώρισης, ανάκλησης ή ακυρότητας της αίτησης ή του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3. Για την αίτηση εθνικού σήματος, η οποία προκύπτει από τη μετατροπή αίτησης ή από τη μετατροπή σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ισχύει, στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, η ημερομηνία κατάθεσης, ή η ημερομηνία προτεραιότητας αυτής της αίτησης ή αυτού του σήματος [...]».
Ο κανονισμός 2868/95
25 Ο κανόνας 19 του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1995, L 303, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1041/2005 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2005 (ΕΕ 2009, L 172, σ. 4) (στο εξής: κανονισμός 2868/95), επιγραφόταν «Τεκμηρίωση της ανακοπής» και όριζε στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:
«1. Το [ΓΕΕΑ] δίνει τη δυνατότητα στον ανακόπτοντα να παρουσιάσει τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τα επιχειρήματα που τεκμηριώνουν την ανακοπή ή να συμπληρώσει οιαδήποτε πραγματικά περιστατικά, αποδείξεις ή επιχειρήματα που έχουν ήδη κατατεθεί σύμφωνα με τον κανόνα 15, παράγραφος 3, εντός ταχθείσας από αυτό προθεσμίας και η οποία πρέπει να αντιστοιχεί τουλάχιστον σε δύο μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι αρχίζει η διαδικασία ανακοπής σύμφωνα με τον κανόνα 18, παράγραφος 1.
2. Εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο ανακόπτων πρέπει επίσης να υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη, εγκυρότητα και έκταση της προστασίας του προγενέστερου σήματος ή του προγενέστερου δικαιώματος, καθώς επίσης και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το δικαίωμά του να ασκήσει την ανακοπή. Ειδικότερα, ο ανακόπτων παρέχει τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία:
[...]
δ) εάν η ανακοπή αφορά προγενέστερο δικαίωμα κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού, αποδείξεις σχετικά με την απόκτησή του, τη συνέχιση της ύπαρξής του και την έκταση της προστασίας του δικαιώματος αυτού
[...]».
26 Το άρθρο 20 του κανονισμού 2868/95 έφερε τον τίτλο «Εξέταση της ανακοπής» και προέβλεπε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Εάν ο ανακόπτων δεν έχει αποδείξει μέχρι τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στον κανόνα 19, παράγραφος 1, την ύπαρξη, εγκυρότητα και έκταση της προστασίας του προγενέστερου σήματος ή προγενέστερου δικαιώματος, καθώς επίσης και το δικαίωμά του να ασκήσει ανακοπή, η ανακοπή απορρίπτεται ως μη αιτιολογημένη.»
Ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός 2018/625
27 Το άρθρο 80 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2018/625 της Επιτροπής, της 5ης Μαρτίου 2018, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και για την κατάργηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2017/1430, τιτλοφορείται «Μεταβατικά μέτρα» και έχει ως εξής:
«Οι διατάξεις τ[ου κανονισμού] 2868/95 [...] εξακολουθούν να εφαρμόζονται στις εν εξελίξει διαδικασίες στις οποίες δεν εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός σύμφωνα με το άρθρο 82, μέχρι την ολοκλήρωση των εν λόγω διαδικασιών.»
28 Το άρθρο 82 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2018/625 επιγράφεται «Έναρξη ισχύος και εφαρμογή» και ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«[Ο παρών κανονισμός ε]φαρμόζεται από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του που αναφέρεται στην παράγραφο 1, με τις ακόλουθες παρεκκλίσεις:
[...]
β) τα άρθρα 7 και 8 δεν εφαρμόζονται σε διαδικασίες ανακοπής των οποίων το κατ’ αντιπαράθεση στάδιο άρχισε πριν από την 1η Οκτωβρίου 2017
[...]
ι) ο τίτλος V δεν εφαρμόζεται σε προσφυγές που έχουν ασκηθεί πριν από την 1η Οκτωβρίου 2017
[...]».
Το ιστορικό της διαφοράς
29 Το ιστορικό της διαφοράς, όπως εκτίθεται στις σκέψεις 1 έως 15 και 22 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως.
30 Στις 30 Ιουνίου 2015 ο J. Ye υπέβαλε στο EUIPO αίτηση καταχώρισης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης [στο εξής: ενωσιακό σήμα].
31 Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το ακόλουθο εικονιστικό σημείο:
32 Η καταχώριση ζητήθηκε για προϊόντα και υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 3, 9, 14, 18, 25 και 35 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.
33 Η αίτηση καταχώρισης σήματος δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 234/2015 Δελτίο κοινοτικών σημάτων της 9ης Δεκεμβρίου 2015.
34 Στις 8 Μαρτίου 2016 η Nowhere, προσφεύγουσα πρωτοδίκως, άσκησε ανακοπή, δυνάμει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009, κατά της καταχώρισης του επίμαχου σήματος για το σύνολο των προϊόντων και των υπηρεσιών περί των οποίων έγινε λόγος στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως.
35 Η ανακοπή στηριζόταν, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα τρία μη καταχωρισμένα προγενέστερα εικονιστικά σήματα τα οποία χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές στο Ηνωμένο Βασίλειο:
36 Ο λόγος που προβλήθηκε προς στήριξη της ανακοπής ήταν ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009.
37 Με απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή.
38 Στις 17 Νοεμβρίου 2017 η Nowhere άσκησε προσφυγή κατά της απορριπτικής αποφάσεως.
39 Με μια πρώτη απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2018, το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή της.
40 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Ιανουαρίου 2019, η Nowhere άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της πρώτης αποφάσεως.
41 Με απόφαση της 17ης Ιουλίου 2019 [υπόθεση R 2474/2017-2 (REV)], το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO ανακάλεσε την πρώτη απόφαση, λόγω πρόδηλου σφάλματος καταλογιστέου στο EUIPO.
42 Με τη διάταξη της 18ης Δεκεμβρίου 2019, Nowhere κατά EUIPO – Ye (APE TEES) (T-12/19, EU:T:2019:907), το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι παρήλκε η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως.
43 Με μια δεύτερη απόφαση, ήτοι την επίδικη απόφαση, το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τα προγενέστερα σήματα που προεκτέθηκαν στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι, μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση και κατόπιν της λήξης της μεταβατικής περιόδου στις 31 Δεκεμβρίου 2020, τα δικαιώματα τα οποία ενδεχομένως υφίστανται στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποτελούν πλέον έρεισμα για κίνηση διαδικασίας ανακοπής βασιζόμενης, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009. Ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Nowhere δεν μπορούσε πλέον να επικαλεστεί, προς στήριξη της ανακοπής της, το προβλεπόμενο στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου καθεστώς προστασίας έναντι της απατηλής χρήσης διακριτικού γνωρίσματος («action for passing off»), δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009. Συνακόλουθα, ως προς τα προαναφερθέντα προγενέστερα σήματα, το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO επιβεβαίωσε την απόρριψη της ανακοπής βάσει αυτής και μόνον της αιτιολογίας.
Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
44 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Μαΐου 2021, η Nowhere άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση και τη μεταρρύθμιση της επίδικης αποφάσεως μόνον κατά το μέρος που, με την απόφαση αυτή, το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως, με την αιτιολογία που προεκτέθηκε στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως.
45 Προς στήριξη της προσφυγής της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Nowhere προέβαλε έναν και μοναδικό λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009. Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, η Nowhere υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι η μόνη κρίσιμη ημερομηνία για τη διαπίστωση της ύπαρξης προγενέστερου δικαιώματος επί του οποίου στηρίζεται ανακοπή κατά της καταχώρισης ενωσιακού σήματος είναι η ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισής του.
46 Από την πλευρά του, το EUIPO ισχυρίστηκε ότι το προγενέστερο δικαίωμα πρέπει να υφίσταται όχι μόνον κατά την ημερομηνία αυτή, αλλά και κατά την ημερομηνία που εκδίδεται η τελική του απόφαση επί της ανακοπής, δηλαδή, εν προκειμένω, κατά την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης αποφάσεως.
47 Κατά πρώτον, στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι, βάσει του άρθρου 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ, το ενωσιακό δίκαιο είχε παύσει να εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας αποχώρησης που συνήφθη δυνάμει του άρθρου 50, παράγραφος 2, ΣΕΕ, ήτοι από τις 31 Δεκεμβρίου 2020, εντούτοις από τον συνδυασμό του άρθρου 126 και του άρθρου 127, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της ίδιας Συμφωνίας προέκυπτε ότι, πλην αντίθετης διατάξεως, το ενωσιακό δίκαιο εξακολουθούσε να έχει εφαρμογή για το Ηνωμένο Βασίλειο και εντός αυτού κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου που άρχιζε από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της ως άνω Συμφωνίας και έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2020 (στο εξής: μεταβατική περίοδος). Επιπλέον, στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι οι διατάξεις των άρθρων 54 έως 61 της Συμφωνίας αποχώρησης, οι οποίες περιλαμβάνονται στον τίτλο IV του τρίτου μέρους της, σχετικά με τη διανοητική ιδιοκτησία, «σιωπούσαν» ως προς το ζήτημα της τύχης που έπρεπε να επιφυλαχθεί σε ανακοπή ασκηθείσα πριν από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας αποχώρησης και βασιζόμενη σε προστατευόμενο στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερο δικαίωμα.
48 Κατά δεύτερον, στις σκέψεις 26 και 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε ότι, εν προκειμένω, η επίδικη απόφαση ήταν το μόνο κρίσιμο για την ενώπιόν του υπόθεση στοιχείο του διοικητικού φακέλου το οποίο ήταν μεταγενέστερο της λήξης της μεταβατικής περιόδου, δεδομένου ότι όλες οι υπόλοιπες πράξεις που αφορούσαν τη διαδικασία ενώπιον του EUIPO από τότε που κατατέθηκε η αίτηση καταχώρισης του επίμαχου σήματος έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας αποχώρησης και επομένως, οπωσδήποτε, πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
49 Κατά τρίτον, στη σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, αντίστοιχα προς τη μνημονευθείσα στη σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως νομολογία του Δικαστηρίου η οποία απορρέει από τις αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2014, Bimbo κατά ΓΕΕΑ (C-591/12 P, EU:C:2014:305, σκέψη 12), και της 18ης Ιουνίου 2020, Primart κατά EUIPO (C-702/18 P, EU:C:2020:489, σκέψη 2 και εκεί μνημονεύθηκε νομολογία), από όπου προέκυπτε, κατ’ ουσίαν, ότι καθοριστική για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου είναι η ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος κατά της οποίας ασκείται ανακοπή, υπήρχε επίσης και «πάγια πλέον» νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, απορρέουσα, μεταξύ άλλων, από την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2020, Grupo Textil Brownie κατά EUIPO – The Guide Association (BROWNIE) (T-598/18, στο εξής: νομολογία Brownie, EU:T:2020:22, σκέψη 19), από την οποία προέκυπτε ότι, για να κριθεί αν συντρέχει σχετικός λόγος απαραδέκτου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος κατά της οποίας ασκήθηκε ανακοπή.
50 Στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία Brownie, το ενδεχόμενο να απολέσει το προγενέστερο σήμα την ιδιότητα του καταχωρισμένου σε κράτος μέλος σήματος σε χρόνο μεταγενέστερο της κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης του ενωσιακού σήματος, παραδείγματος χάριν λόγω πιθανής αποχώρησης του οικείου κράτους μέλους από την Ένωση, ήταν κατ’ αρχήν άνευ σημασίας για την έκβαση της ανακοπής.
51 Ακολούθως, στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, βασιζόμενο πάντοτε στην ίδια νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε από τις ανωτέρω σκέψεις ότι το γεγονός ότι η ανακοπή που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 στηριζόταν, αφενός, σε μη καταχωρισμένα προγενέστερα σήματα τα οποία χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές στο Ηνωμένο Βασίλειο και, αφετέρου, στις δικαιϊκές ρυθμίσεις του Ηνωμένου Βασιλείου περί προστασίας έναντι της απατηλής χρήσης διακριτικού γνωρίσματος ήταν άνευ σημασίας στην περίπτωση ανακοπής ασκηθείσας κατά αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος κατατεθείσας πριν από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας αποχώρησης και τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
52 Τέλος, στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, εφόσον, εν προκειμένω, η αίτηση καταχώρισης του επίμαχου σήματος είχε κατατεθεί προτού επέλθουν τα δύο αυτά γεγονότα, τα μη καταχωρισμένα προγενέστερα σήματα, στον βαθμό που είχαν χρησιμοποιηθεί στις συναλλαγές στο Ηνωμένο Βασίλειο, ήταν κατ’ αρχήν ικανά να στηρίξουν την ανακοπή, όπερ έπρεπε να έχει ληφθεί υπόψη από το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς του.
53 Κατά τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα επιχειρήματα τα οποία προβλήθηκαν ενώπιόν του από το EUIPO δεν ανέτρεπαν το ως άνω συμπέρασμα.
54 Πρώτον, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα που επιχείρησε να αντλήσει το EUIPO από τη χρήση της οριστικής ενεστώτα στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, επισημαίνοντας, αφενός, ότι από μόνη τη χρήση της οριστικής ενεστώτα σε μια διάταξη δεν ήταν δυνατόν να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ερμηνεία της και, αφετέρου, ότι, λαμβανομένης υπόψη της φράσης «[κ]ατόπιν ανακοπής του δικαιούχου του μη καταχωρισμένου σήματος», με την οποία αρχίζει το ίδιο το άρθρο 8, παράγραφος 4, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η χρήση της συγκεκριμένης έγκλισης αναφέρεται μάλλον στην ημερομηνία άσκησης της ανακοπής παρά στην ημερομηνία έκδοσης της επίδικης αποφάσεως.
55 Δεύτερον, όσον αφορά τις διατάξεις του κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο δ', και του κανόνα 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95, τις οποίες επικαλέστηκε το EUIPO, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, με τη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι από το γράμμα του δεύτερου από τους ανωτέρω κανόνες προέκυπτε ότι η απόδειξη της ύπαρξης, του κύρους και της έκτασης της προστασίας του προγενέστερου δικαιώματος έπρεπε να προσκομιστεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προέβλεπε ο πρώτος από τους κανόνες αυτούς. Διαπίστωσε όμως ότι, εν προκειμένω, η εν λόγω προθεσμία είχε εκπνεύσει πριν από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας αποχώρησης και τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι, «τουλάχιστον στην υπό κρίση υπόθεση», οι διατάξεις των προαναφερθέντων κανόνων δεν συνηγορούσαν υπέρ της θέσης του EUIPO ότι η κρίσιμη ημερομηνία για τη διαπίστωση της ύπαρξης των οικείων προγενέστερων δικαιωμάτων ήταν εκείνη της έκδοσης της επίδικης αποφάσεως.
56 Τρίτον, απαντώντας στο επιχείρημα το οποίο επιχείρησε να αντλήσει το EUIPO από το άρθρο 42, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 207/2009, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε, στις σκέψεις 38 και 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το ζήτημα της ουσιαστικής χρήσης του προγενέστερου σήματος δεν ελεγχόταν συστηματικά στο πλαίσιο της εξέτασης των ανακοπών, δεδομένου ότι τέτοιος έλεγχος μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον εφόσον το ζητούσε ο αιτών και ότι, εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 αναφερόταν στα πέντε έτη που προηγούνται της δημοσίευσης της αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος, και όχι στην περίοδο προ της ημερομηνίας κατά την οποία το EUIPO εκδίδει την τελική του απόφαση επί της ανακοπής.
57 Τέταρτον, στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις παραπομπές του EUIPO στις διατάξεις και στη νομολογία που αφορούν τις αιτήσεις κήρυξης ακυρότητας, επισημαίνοντας ότι δεν ασκούσαν κατ’ ανάγκην επιρροή στο πλαίσιο διαφοράς με αντικείμενο διαδικασία ανακοπής.
58 Πέμπτον, απαντώντας στο επιχείρημα του EUIPO ότι, κατ’ ουσίαν, από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και έπειτα, δεν είναι δυνατόν να ανακύψει οποιαδήποτε σύγκρουση μεταξύ του επίμαχου σήματος και των προγενέστερων μη καταχωρισμένων σημάτων που χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, βάσει του άρθρου 51 του κανονισμού 2017/1001, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, σε περίπτωση που ασκηθεί ανακοπή, καταχωρίζεται άπαξ και περατωθεί η σχετική διαδικασία, μεταξύ άλλων, λόγω απόρριψης της ανακοπής και ότι από το άρθρο 52 του κανονισμού 2017/1001 προέκυπτε ρητώς ότι η ισχύς της καταχώρισης ανατρέχει στην ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως και όχι στον χρόνο της οριστικής απόρριψης τυχόν ασκηθείσας ανακοπής.
59 Στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι μετά το πέρας της μεταβατικής περιόδου δεν θα μπορούσε πλέον να ανακύψει σύγκρουση μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, εντούτοις, σε περίπτωση καταχώρισης του επίμαχου σήματος, μια τέτοια σύγκρουση θα μπορούσε να υπάρξει κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας της κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος και της λήξης της μεταβατικής περιόδου. Το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε όμως ότι δεν ήταν εύκολο να γίνει αντιληπτό γιατί η Nowhere θα έπρεπε να στερηθεί, και κατά την περίοδο αυτή, την προστασία των προγενέστερων μη καταχωρισμένων σημάτων της που χρησιμοποιούνταν στις συναλλαγές στο Ηνωμένο Βασίλειο, και αποφάνθηκε, ως εκ τούτου, ότι έπρεπε να αναγνωριστεί ότι η προσφεύγουσα είχε έννομο συμφέρον για την ευδοκίμηση της ανακοπής της ως προς τη συγκεκριμένη περίοδο.
60 Έκτον, στις σκέψεις 44 και 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν απορριπτέο και το επιχείρημα του EUIPO ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 139 του κανονισμού 2017/1001, ο αιτών την καταχώριση του επίμαχου ενωσιακού σήματος ήταν σε θέση να μετατρέψει την αίτησή του για καταχώριση ενωσιακού σήματος σε αιτήσεις καταχώρισης εθνικών σημάτων σε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης και, συνακόλουθα, να επιτύχει την προστασία του ίδιου σήματος στο ίδιο έδαφος με επαχθή και δαπανηρό τρόπο, ενώ δεν υφίστατο πλέον στην Ένωση το στοιχείο που αποτελούσε το εμπόδιο στην καταχώριση. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, αφενός, ότι το ίδιο σκεπτικό ισχύει κατ’ αρχήν για κάθε διαδικασία ανακοπής και, αφετέρου, ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 139, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001, η αίτηση καταχώρισης εθνικού σήματος η οποία προκύπτει από τη μετατροπή αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος διατηρεί, εντός του οικείου κράτους μέλους, την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως που μετατράπηκε, συνεπώς θα μπορούσε να υπάρξει σύγκρουση κατά το διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος και της λήξης της μεταβατικής περιόδου.
61 Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, με τη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο συμπέρασμα ότι κανένα από τα επιχειρήματα του EUIPO δεν ήταν ικανό να στηρίξει τη θέση του ότι η ημερομηνία έκδοσης της επίδικης αποφάσεως, «το μόνο μεταγενέστερο της λήξης της μεταβατικής περιόδου στοιχείο», ήταν η κρίσιμη ημερομηνία για την επίλυση της προκειμένης διαφοράς και αποφάνθηκε ότι έπρεπε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως τον οποίο προέβαλε η Nowhere και να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση. Αντιθέτως, για τους λόγους που εξέθεσε στις σκέψεις 47 και 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας
62 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 23 Μαΐου 2022, το EUIPO ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 170α, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να εγκριθεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 58α, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία άσκησε.
63 Με τη διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 2022, EUIPO κατά Nowhere (C-337/22 P, EU:C:2022:908), εγκρίθηκε η εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως.
64 Με απόφαση που έλαβε στις 21 Μαρτίου 2023 ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, επιτράπηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να παρέμβει υπέρ του EUIPO.
65 Με τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 27ης Απριλίου 2023, EUIPO κατά Nowhere (C-337/22 P, EU:C:2023:409), επιτράπηκε στην International Trademark Association (INTA) να παρέμβει υπέρ του EUIPO.
66 Με απόφαση που έλαβε στις 3 Οκτωβρίου 2023 ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, η διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση ανεστάλη μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της 20ής Ιουνίου 2024, EUIPO κατά Indo European Foods (C-801/21 P, EU:C:2024:528). Κατόπιν της έκδοσης της ως άνω αποφάσεως, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου έλαβε στις 20 Ιουνίου 2024 απόφαση για τη συνέχιση της διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση.
67 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, το EUIPO ζητεί από το Δικαστήριο:
– να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της
– να απορρίψει στο σύνολό της την προσφυγή της Nowhere κατά της επίδικης αποφάσεως και
– να καταδικάσει τη Nowhere στα δικαστικά έξοδα τόσο της παρούσας διαδικασίας όσο και της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
68 Η Nowhere ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
– να καταδικάσει το EUIPO στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
69 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει τα αιτήματα του EUIPO.
70 Η INTA ζητεί από το Δικαστήριο:
– να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και
– να αποφανθεί ότι η ίδια θα πρέπει να φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
71 Προς στήριξη των αιτημάτων του, το EUIPO προβάλλει έναν και μοναδικό λόγο αναιρέσεως. Με τον λόγο αυτόν, υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένο και νομικώς εσφαλμένο το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου ότι το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO όφειλε, όταν έκρινε την επίμαχη ανακοπή, να λάβει υπόψη τα μη καταχωρισμένα προγενέστερα σήματα, στον βαθμό που είχαν χρησιμοποιηθεί στις συναλλαγές στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο λόγος αναιρέσεως χωρίζεται σε τρία σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο αφορά παράβαση, από το Γενικό Δικαστήριο, της υποχρέωσης αιτιολόγησης που υπέχει, διότι δεν εξέθεσε επαρκώς κατά νόμον τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να αποκλίνει από την πάγια νομολογία του καταλήγοντας στο ανωτέρω συμπέρασμα, το δεύτερο αφορά πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 και το τρίτο αφορά παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου να λάβει υπόψη τις έννομες συνέπειες του άρθρου 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ και των άρθρων 126 και 127 της Συμφωνίας αποχώρησης, καθώς και παραβίαση της αρχής της εδαφικότητας, που καθιερώνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009.
72 Προς υποστήριξη του αναιρετικού αιτήματος, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται επίσης ότι η προσφυγή της Nowhere ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου έπρεπε να απορριφθεί λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, διότι τα προγενέστερα αυτά σήματα εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσφυγής ενώπιον του EUIPO.
Επί του παραδεκτού
73 Η Nowhere αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως επικαλούμενη, κατ’ ουσίαν, ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν εγείρει σημαντικό ζήτημα για την ενότητα, τη συνοχή ή την εξέλιξη του ενωσιακού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 58α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση ενείχε παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), και ήταν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ούτως ή άλλως ακυρωτέα, οπότε το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έπρεπε να στηριχθεί σε αυτή την αιτιολογία.
74 Κατά πρώτον, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο ενέκρινε την εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της κρίνοντας ότι από την αίτηση την οποία είχε υποβάλει το EUIPO, δυνάμει του άρθρου 170α, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ζητώντας την έγκριση της εξέτασης της αιτήσεως αναιρέσεως προέκυπτε επαρκώς κατά νόμον ότι αυτή εγείρει σημαντικό ζήτημα για την ενότητα, τη συνοχή και την εξέλιξη του ενωσιακού δικαίου (διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 2022, EUIPO κατά Nowhere, C-337/22 P, EU:C:2022:908, σκέψεις 41 και 42).
75 Κατά δεύτερον, το ζήτημα αν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να στηριχθεί σε αιτιολογία διαφορετική από εκείνη στην οποία βασίστηκε δεν ασκεί επιρροή επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως.
76 Συνεπώς, η επιχειρηματολογία της Nowhere είναι απορριπτέα.
Επί της επιχειρηματολογίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της Nowhere να προσφύγει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
77 Υπενθυμίζεται ότι δεν επιτρέπεται σε όποιον παρεμβαίνει, δυνάμει του άρθρου 40 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου να μεταβάλει το αντικείμενο της διαφοράς, όπως αυτό έχει οριοθετηθεί από τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς που έχουν προβάλει οι κύριοι διάδικοι. Επομένως, παραδεκτά είναι μόνον εκείνα τα επιχειρήματα του παρεμβαίνοντος τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο που έχει καθοριστεί με τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς των κύριων διαδίκων (απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2016, DTS Distribuidora de Televisi?n Digital κατά Επιτροπής, C-449/14 P, EU:C:2016:848, σκέψη 114 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
78 Εντούτοις, επικαλούμενος λόγο δημοσίας τάξεως τον οποίο ο ενωσιακός δικαστής μπορεί, ή και οφείλει, να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ο παρεμβαίνων δεν εξέρχεται του πλαισίου της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του ενωσιακού δικαστή (πρβλ. απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., C-89/08 P, EU:C:2009:742, σκέψεις 34 και 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, συνιστά τέτοιον λόγο δημοσίας τάξεως κάθε περίσταση σχετική με το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, ιδίως, με το συμφέρον του πρωτοδίκως προσφεύγοντος προς ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως (πρβλ. απόφαση της 15ης Ιουνίου 2023, Silver κ.λπ. Κατά Συμβουλίου, C-499/21 P, EU:C:2023:479, σκέψεις 38 και 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
79 Εν προκειμένω, με το υπόμνημα παρεμβάσεως το οποίο κατέθεσε προς υποστήριξη του αναιρετικού αιτήματος, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η προσφυγή της Nowhere ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου έπρεπε να απορριφθεί λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι, επειδή το προγενέστερο σήμα του οποίου έγινε επίκληση προς στήριξη της ανακοπής «εξαφανίστηκε» κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσφυγής ενώπιον του τμήματος προσφυγών, η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν μπορούσε πλέον με κανέναν τρόπο να ωφελήσει τη Nowhere.
80 Λαμβανομένων υπόψη των όσων προεκτέθηκαν στη σκέψη 78 της παρούσας αποφάσεως, μολονότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το EUIPO δεν επικαλέστηκε την έλλειψη εννόμου συμφέροντος της Nowhere να προσβάλει την επίδικη απόφαση, η σχετική επιχειρηματολογία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας είναι παραδεκτή.
81 Επί της ουσίας, υπενθυμίζεται ότι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως προϋποθέτει ότι η προσφυγή δύναται, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει το πρόσωπο το οποίο την άσκησε. Το ζήτημα κατά πόσον υφίσταται τέτοιο όφελος πρέπει να κρίνεται συγκεκριμένα, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, του συνόλου των συνεπειών που μπορεί να επιφέρει η διαπίστωση τυχόν πλημμέλειας της αποφάσεως που προσβλήθηκε με την προσφυγή και, αφετέρου, της φύσης της ζημίας που φέρεται να προκλήθηκε (πρβλ. απόφαση της 20ής Ιουνίου 2024, EUIPO κατά Indo European Foods, C-801/21 P, EU:C:2024:528, σκέψεις 80 και 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
82 Εν προκειμένω, με την επίδικη απόφαση επιβεβαιώθηκε η απόφαση του τμήματος ανακοπών να απορρίψει την ανακοπή της Nowhere με την αιτιολογία ότι η τελευταία δεν ήταν πλέον σε θέση, άπαξ και έληξε η προβλεπόμενη μεταβατική περίοδος, να προβάλει το δικαίωμά της επί των προγενέστερων μη καταχωρισμένων στο Ηνωμένο Βασίλειο σημάτων της προς στήριξη της προαναφερθείσας ανακοπής. Συνακόλουθα, η Nowhere μπορούσε ωφεληθεί από τη διαπίστωση του τυχόν παράνομου χαρακτήρα της αιτιολογίας αυτής και από την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
83 Ως εκ τούτου, είναι απορριπτέα η επιχειρηματολογία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της Nowhere να προσφύγει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Επί της ουσίας
84 Ως προκαταρκτικό ζήτημα, επισημαίνεται ότι, εφόσον η επίμαχη αίτηση καταχώρισης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατατέθηκε στις 30 Ιουνίου 2015, η διαφορά αυτή διέπεται, αφενός, από τις τότε ισχύουσες ουσιαστικές διατάξεις του κανονισμού 207/2009 και, αφετέρου, από τις διαδικαστικές διατάξεις του κανονισμού 2017/1001 (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Ιουνίου 2024, EUIPO κατά Indo European Foods, C-801/21 P, EU:C:2024:528, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
Επί του δεύτερου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, το οποίο αφορά πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009
– Επιχειρήματα των διαδίκων
85 Με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πρώτο κατά σειρά, το EUIPO, υποστηριζόμενο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και την INTA, ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο τόσο των διαδικασιών ανακοπής όσο των διαδικασιών κήρυξης ακυρότητας, ο δικαιούχος προγενέστερου δικαιώματος υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη, το κύρος και την έκταση του δικαιώματός του όχι μόνον κατά την ημερομηνία κατάθεσης ή προτεραιότητας της αιτήσεως καταχώρισης του οικείου ενωσιακού σήματος, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι το δικαίωμά του είναι όντως προγενέστερο της αιτήσεως καταχώρισης, αλλά και κατά την ημερομηνία που αποφαίνεται το EUIPO, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι το δικαίωμά του παραμένει σε ισχύ. Η ex nunc εξαφάνιση του δικαιώματος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του EUIPO, ιδίως σε περίπτωση λήξης της ισχύος του, έκπτωσης ή παραίτησης από αυτό, συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής ή της υποβληθείσας αιτήσεως κήρυξης ακυρότητας. Το EUIPO υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε τους γενικούς αυτούς κανόνες με τις σκέψεις 30 έως 34 της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, MIP Metro κατά ΓΕΕΑ – Tesco Stores (METRO) (T-191/04, στο εξής: απόφαση Metro, EU:T:2006:254), και τους έχει επιβεβαιώσει με τη μεταγενέστερη νομολογία του.
86 Κατά το EUIPO, οι ανωτέρω κανόνες συνάγονται, πρώτον, από το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, και δη από τη χρήση ενεστώτα οριστικής στη συγκεκριμένη διάταξη και από τη γραμματική της δομή, δεύτερον, από το όλο πλαίσιό του, και δη από τη διατύπωση του κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο δ', και του κανόνα 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95 καθώς και του άρθρου 42, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 207/2009, και, τρίτον, από τον γενικό σκοπό της διαδικασίας ανακοπής, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των συμφερόντων των δικαιούχων προγενέστερων δικαιωμάτων μέσω της διαφύλαξης της ουσιώδους λειτουργίας των δικαιωμάτων τους έναντι τυχόν συγκρούσεων με ενωσιακά σήματα λόγω της ταυτόχρονης ύπαρξης δύο έγκυρων και αντιτάξιμων δικαιωμάτων.
87 Ειδικότερα, το EUIPO προσάπτει κατ’ αρχάς στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στις σκέψεις 28 έως 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, «δημιουργεί» έναν νέο γενικό κανόνα, κατά τον οποίο τα γεγονότα που συνδέονται με προγενέστερο σήμα και επέρχονται μετά την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος είναι άνευ σημασίας για την έκβαση της ανακοπής κατά της εν λόγω καταχώρισης. Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο βασίστηκε, αφενός, σε παραδοχές σχετικές με το εφαρμοστέο ratione temporis ουσιαστικό δίκαιο και με την εκτίμηση της ύπαρξης σχετικού λόγου απαραδέκτου κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης του επίμαχου ενωσιακού σήματος, καθώς και, αφετέρου, σε δική του νομολογία, που όμως δεν ασκούν επιρροή εν προκειμένω. Εκ των ανωτέρω συνήγαγε το εσφαλμένο συμπέρασμα ότι το EUIPO ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη προστατευόμενα στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερα δικαιώματα τα οποία αντιτάχθηκαν σε αίτηση καταχώρισης ενωσιακού σήματος κατατεθείσα πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
88 Εν συνεχεία, το EUIPO ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 34 έως 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ερμήνευσε το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 κατά τρόπο αντίθετο προς το γράμμα, το πλαίσιο και τους σκοπούς της διατάξεως αυτής, απορρίπτοντας τα συναφή επιχειρήματα τα οποία το EUIPO προέβαλε ενώπιόν του προς θεμελίωση της ύπαρξης των κανόνων για τους οποίους έγινε λόγος στη σκέψη 85 της παρούσας αποφάσεως.
89 Όσον αφορά, πρώτον, το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ερμήνευσε εσφαλμένως την επιχειρηματολογία του EUIPO και δεν αντιλήφθηκε ορθώς τη γραμματική δομή της ως άνω διατάξεως.
90 Δεύτερον, ως προς το πλαίσιο της ίδιας διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 36 και 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υποβάθμισε τη σημασία της συστηματικής ερμηνείας κρίνοντας ότι ο κανόνας 19, παράγραφος 1, και ο κανόνας 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95 δεν αναφέρονται στην ημερομηνία έκδοσης της αποφάσεως επί της ανακοπής. Επιπλέον, στις σκέψεις 38 και 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο κακώς απέρριψε την επιχειρηματολογία του EUIPO περί των προϋποθέσεων ουσιαστικής χρήσης του προγενέστερου σήματος, μολονότι οι προϋποθέσεις αυτές καταδεικνύουν την ύπαρξη μηχανισμού που εμποδίζει την απόρριψη της αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος εφόσον δεν υφίσταται σύγκρουση κατά την ημερομηνία έκδοσης της αποφάσεως επί της ανακοπής. Τέλος, κακώς το Γενικό Δικαστήριο αρνήθηκε, όπως προκύπτει από τη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να δεχθεί ότι ασκούν επιρροή η ενωσιακή νομοθεσία και νομολογία που διέπουν τις διαδικασίες κήρυξης ακυρότητας.
91 Τρίτον, αναφορικά με τους σκοπούς των διαδικασιών ανακοπής, το EUIPO υποστηρίζει ότι το συμπέρασμα που διατυπώνει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή ότι η Nowhere είχε έννομο συμφέρον να ευδοκιμήσει η ανακοπή της, βασίζεται σε εσφαλμένες εκτιμήσεις. Αφενός, η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου περί της ύπαρξης δυνητικής σύγκρουσης σε περίπτωση καταχώρισης στηρίζεται, κατά το EUIPO, σε σύγχυση μεταξύ της ημερομηνίας κατάθεσης ή προτεραιότητας μιας αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος, της οποίας ο ουσιώδης ρόλος είναι να καθορίζεται η χρονολογική σειρά των δικαιωμάτων, σύμφωνα με την αρχή της χρονικής προτεραιότητας, και της ημερομηνίας δημοσίευσης της καταχώρισης του σήματος, από την οποία τα ενωσιακά σήματα μπορούν να αντιταχθούν έναντι τρίτων. Αφετέρου, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι αγωγές λόγω προσβολής και οι διοικητικές διαδικασίες είναι διαφορετικές τόσο ως προς το αντικείμενο όσο και ως προς τα αποτελέσματά τους. Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, η θέση του EUIPO δεν ισοδυναμεί με άρνηση προστασίας των προγενέστερων μη καταχωρισμένων στο Ηνωμένο Βασίλειο σημάτων της Nowhere κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης του επίμαχου σήματος και της ημερομηνίας λήξης της μεταβατικής περιόδου.
92 Η Nowhere θεωρεί ότι η επιχειρηματολογία του EUIPO είναι αβάσιμη.
93 Κατά πρώτον, ισχυρίζεται ότι η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση δεν επηρεάζει την προστασία της οποίας απολαύουν τα προγενέστερα δικαιώματά της, διότι η μόνη κρίσιμη ημερομηνία για την εξέταση της ανακοπής που άσκησε είναι η ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης του επίμαχου σήματος, ημερομηνία κατά την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ακόμη κράτος μέλος της Ένωσης.
94 Επιπλέον, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, κατά την ημερομηνία άσκησης της ανακοπής της, το επίμαχο προγενέστερο σήμα προστατευόταν εντός της Ένωσης βάσει του δικαίου των σημάτων.
95 Κατά δεύτερον, υποστηρίζει ότι το EUIPO βασίζεται σε μια παραδοχή η οποία δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 207/2009, ήτοι ότι, σε κάθε περίπτωση που παύει να ισχύει ένα προγενέστερο δικαίωμα ενόσω διαρκεί η διαδικασία ανακοπής και προτού εκδοθεί η τελική απόφαση επί της ανακοπής, επιβάλλεται η απόρριψη της ανακοπής.
96 Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται, πρώτον, ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν αρκούσε απλώς και μόνον η χρήση της οριστικής ενεστώτα στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 για να θεμελιωθεί η ως άνω παραδοχή.
97 Δεύτερον, κατά την άποψή της, από τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 207/2009, και ιδίως από το άρθρο του 41, δεν προκύπτει οποιαδήποτε απαίτηση ότι τα οικεία προγενέστερα δικαιώματα έπρεπε, και κατά την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης αποφάσεως, να μπορούν ακόμη να χαρακτηριστούν ως τέτοια. Το μοναδικό ζήτημα είναι εάν, κατά την ημερομηνία κατάθεσης ή προτεραιότητας της επίμαχης αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος, τα οικεία προγενέστερα σήματα αποτελούσαν όντως «προγενέστερα δικαιώματα».
98 Τρίτον, η παραπομπή του EUIPO στην απόφαση Metro αναφέρεται σε μια περίπτωση διαφορετική από εκείνη της υπό κρίση διαφοράς, όπως υπογράμμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι η ανανέωση σήματος δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθεί με πολιτικό γεγονός ανεξάρτητο από τη βούληση των διαδίκων.
99 Τέταρτον, η συλλογιστική του EUIPO όσον αφορά τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 42, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 207/2009 δεν λαμβάνει υπόψη τις πολυάριθμες περιπτώσεις στις οποίες, επειδή το προγενέστερο σήμα δεν έχει καταχωριστεί από πενταετίας, δεν θα ληφθεί υπόψη η ουσιαστική χρήση του.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
100 Προκειμένου να καταλήξει, με τη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο συμπέρασμα ότι τα μη καταχωρισμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερα σήματα που επικαλέστηκε η Nowhere βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να στηρίξουν την ανακοπή της, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στη νομολογία Brownie, την οποία είχε υπενθυμίσει με τις σκέψεις 28 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
101 Η νομολογία αυτή στηρίζεται στην παραδοχή ότι, εφόσον η ύπαρξη σχετικού λόγου απαραδέκτου προβαλλόμενου προς στήριξη ανακοπής κατά της καταχώρισης ενωσιακού σήματος πρέπει να εκτιμάται κατά την ημερομηνία κατάθεσης της σχετικής αιτήσεως καταχώρισης, το γεγονός ότι το προγενέστερο σήμα του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη της ανακοπής χάνει, μετά την προαναφερθείσα ημερομηνία, την ιδιότητα του καταχωρισμένου ή προστατευομένου σε κράτος μέλος σήματος είναι, κατ’ αρχήν, άνευ σημασίας για την έκβαση της ανακοπής.
102 Όπως όμως υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, το EUIPO στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, μια τέτοια παραδοχή δεν βρίσκει έρεισμα ούτε, ειδικότερα, στο γράμμα και στο πλαίσιο του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 ούτε, γενικότερα, στους σκοπούς της διαδικασίας ανακοπής.
103 Κατά πρώτον, το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 ορίζει ότι «το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση», «[κ]ατόπιν ανακοπής του δικαιούχου του μη καταχωρισμένου σήματος ή άλλου χρησιμοποιούμενου στις συναλλαγές σημείου το οποίο δεν έχει μόνον τοπική ισχύ», «στις περιπτώσεις και στον βαθμό που» το σημείο αυτό πληροί, βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας ή του δικαίου του κράτους μέλους που το διέπει, δύο προϋποθέσεις, ήτοι, πρώτον, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχείο α', ότι «δικαιώματα επί του εν λόγω σημείου έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης [σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης] ή, ενδεχομένως, πριν από την ημερομηνία της προτεραιότητας που προβάλλεται σε υποστήριξη της αίτησης [σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης]» και, δεύτερον, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχείο β', ότι «το εν λόγω σημείο παρέχει στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση πλέον πρόσφατου σήματος».
104 Όσον αφορά την προϋπόθεση του άρθρου 8, παράγραφος 4, στοιχείο α', του κανονισμού 207/2009, όπως υποδηλώνει η χρήση του παρακειμένου και της πρόθεσης «πριν», η προϋπόθεση αυτή συνδέεται ρητώς με ένα χρονικό κριτήριο βάσει του οποίου η απόκτηση των δικαιωμάτων επί του σημείου του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη της ανακοπής πρέπει να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης του οικείου ενωσιακού σήματος ή, ενδεχομένως, της ημερομηνίας προτεραιότητας που προβάλλεται προς στήριξή της.
105 Αντιθέτως, μολονότι η προϋπόθεση του άρθρου 8, παράγραφος 4, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009 θέτει σε εφαρμογή το ίδιο χρονικό κριτήριο, ορίζοντας ότι απαιτείται το σημείο του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη της ανακοπής να παρέχει στον δικαιούχο του, δυνάμει της νομοθεσίας που το διέπει, «το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση πλέον πρόσφατου σήματος», διαπιστώνεται ότι η ως άνω διάταξη είναι διατυπωμένη σε οριστική ενεστώτα και δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να συντρέχει η προϋπόθεση.
106 Ομοίως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στο άρθρο 8, παράγραφος 4, είναι επίσης σε οριστική ενεστώτα το ρήμα στη φράση «το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση», η οποία αναφέρεται στην απόφαση του EUIPO να δεχθεί την ανακοπή και να απορρίψει την αίτηση καταχώρισης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
107 Συνεπώς, από το γράμμα της διατάξεως συνάγεται, βεβαίως, ότι η απόκτηση του προγενέστερου δικαιώματος του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη ανακοπής βασιζόμενης στη διάταξη αυτήν πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα της ημερομηνίας κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης του οικείου ενωσιακού σήματος ή, ενδεχομένως, της ημερομηνίας προτεραιότητας. Εντούτοις, συνάγεται επίσης ότι, για να γίνει δεκτή η ανακοπή, απαιτείται το προγενέστερο αυτό δικαίωμα να παρέχει στον δικαιούχο του «το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση πλέον πρόσφατου σήματος», δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας κράτους μέλους ή της ενωσιακής νομοθεσίας, όχι μόνον κατά την ημερομηνία εκείνη, αλλά και κατά τη μεταγενέστερη ημερομηνία άσκησης της ανακοπής και μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία αποφασίζεται κατά πόσον «το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση».
108 Κατά δεύτερον, η ανωτέρω ερμηνεία επιβεβαιώνεται από την ανάλυση του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009.
109 Αφενός, επισημαίνεται ότι, ομοίως προς τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 207/2009, του οποίου η δομή είναι παρεμφερής, υποδηλώνει, ως προς τις ανακοπές που στηρίζονται σε προγενέστερα καταχωρισμένα σήματα επί των οποίων έχει εφαρμογή η τελευταία διάταξη, ότι η ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος είναι μεν κρίσιμη προκειμένου να διαπιστωθεί ότι τα καταχωρισμένα αυτά σήματα είναι πράγματι προγενέστερα, πλην όμως για να γίνει δεκτή η ανακοπή απαιτείται τα προγενέστερα σήματα να εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία εκδίδεται η απόφαση επί της ανακοπής. Συγκεκριμένα, ενώ το άρθρο 8, παράγραφος 2, ορίζει ότι, για τους σκοπούς του άρθρου 8, παράγραφος 1, ως «προγενέστερα σήματα» νοούνται, μεταξύ άλλων, «τα σήματα τα οποία έχουν κατατεθεί πριν από την ημερομηνία αίτησης [σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης], αφού ληφθεί υπόψη, ενδεχομένως, το προβαλλόμενο δικαίωμα προτεραιότητας για τα σήματα αυτά», το ίδιο το άρθρο 8, παράγραφος 1, προβλέπει ότι, «[κ]ατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση», εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που εκτίθενται στην εν λόγω διάταξη, δηλαδή στην παράγραφο 1.
110 Αφετέρου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα τμήματα προσφυγών οφείλουν να ελέγχουν ότι το προγενέστερο δικαίωμα του οποίου γίνεται επίκληση δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94 δεν έχει κηρυχθεί ανίσχυρο με τελεσίδικη, και απρόσβλητη πλέον, δικαστική απόφαση κατά την ημερομηνία που το αρμόδιο τμήμα προσφυγών αποφαίνεται επί της προσφυγής κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών, προκειμένου να βεβαιώνονται ότι το προγενέστερο δικαίωμα συνεχίζει να παράγει τα αποτελέσματα τα οποία απαιτούνται κατά την ως άνω διάταξη (πρβλ. απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, Anheuser-Busch κατά Bud?jovick? Budvar, C-96/09 P, EU:C:2011:189, σκέψεις 95 έως 97 και 205).
111 Επιπλέον, από την ίδια νομολογία προκύπτει ότι, ελλείψει τέτοιας τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, και εφόσον το οικείο προγενέστερο δικαίωμα εξακολουθεί να υφίσταται κατά την ημερομηνία που το EUIPO αποφαίνεται οριστικώς επί της ανακοπής, εναπόκειται στο EUIPO να εξετάσει αν ο ανακόπτων έχει αποδείξει ότι το επίμαχο σημείο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους του οποίου γίνεται επίκληση και αν παρέχει τη δυνατότητα να απαγορευθεί η χρήση πιο πρόσφατου σήματος (πρβλ. απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, Anheuser-Busch κατά Bud?jovick? Budvar, C-96/09 P, EU:C:2011:189, σκέψεις 95 έως 97 και 205 έως 207).
112 Επομένως, από τις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας αποφάσεως συνάγεται ότι το ζήτημα αν εξακολουθεί να υφίσταται έγκυρο προστατευόμενο προγενέστερο δικαίωμα πρέπει να εκτιμάται κατά την ημερομηνία που το EUIPO αποφαίνεται οριστικώς επί της ανακοπής προκειμένου να κρίνει αν «το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση», όπερ περιλαμβάνει και το στάδιο της προσφυγής ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Πρόκειται για προκαταρκτικό ζήτημα επί του οποίου καλείται να αποφανθεί το EUIPO προτού ελέγξει αν ο ανακόπτων απέδειξε ότι το προγενέστερο δικαίωμα πληρούσε και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, και δη ότι παρείχε στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση πιο πρόσφατου σήματος.
113 Κατά τρίτον, η ανωτέρω ερμηνεία επιρρωννύεται από τους σκοπούς της διαδικασίας ανακοπής.
114 Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι τα κριτήρια που καθορίζονται στο μεν άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 207/2009, όσον αφορά τα καταχωρισμένα προγενέστερα σήματα, στο δε άρθρο 8, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, όσον αφορά τα μη καταχωρισμένα προγενέστερα σήματα, θέτουν σε εφαρμογή την αρχή της χρονικής προτεραιότητας, η οποία υπενθυμίζεται στην αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού 2017/1001.
115 Δυνάμει της αρχής αυτής, το αποκλειστικό δικαίωμα που παρέχουν οι ως άνω κανονισμοί στον δικαιούχο του ενωσιακού σήματος ανήκει σε όποιον καταχώρισε ή απέκτησε πρώτος κατά σειρά το οικείο σήμα. Όπως προκύπτει δε από το άρθρο 46 του κανονισμού 207/2009, καθοριστική είναι η ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης του σήματος αυτού ή, ενδεχομένως, η ημερομηνία προτεραιότητας που προβάλλεται προς στήριξη της εν λόγω αιτήσεως. Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ δύο σημάτων, όποιο σήμα αποκτήθηκε ή καταχωρίστηκε πρώτο τεκμαίρεται ότι πληροί τις προϋποθέσεις προστασίας πριν από το ενωσιακό σήμα το οποίο καταχωρίζεται δεύτερο (πρβλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2013, F?d?ration Cynologique Internationale, C-561/11, EU:C:2013:91, σκέψεις 39 και 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
116 Υπό την οπτική αυτή, η διαδικασία ανακοπής, που καταλέγεται μεταξύ των μηχανισμών προηγούμενου ελέγχου οι οποίοι είναι διαθέσιμοι στο πλαίσιο της διαδικασίας καταχώρισης των ενωσιακών σημάτων, εξυπηρετεί προληπτικό σκοπό συνιστάμενο στην αποφυγή της καταχώρισης ενωσιακών σημάτων που ενδέχεται να συγκρούονται με άλλα σήματα ή άλλα σημεία χρησιμοποιούμενα στις συναλλαγές, μέσω της παροχής στον δικαιούχο προγενέστερου σήματος της δυνατότητας να εμποδίσει την καταχώριση σημείου ικανού να προσβάλει το σήμα του, χωρίς να θίγεται η ευχέρεια την οποία διαθέτει ο ίδιος δικαιούχος, δυνάμει του κανονισμού 207/2009, να ασκήσει αγωγή λόγω προσβολής εξαιτίας της χρήσης μεταγενέστερου σήματος ή να υποβάλει αίτηση κήρυξης της ακυρότητας του μεταγενέστερου σήματος, άπαξ και αυτό καταχωριστεί (πρβλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2013, F?d?ration Cynologique Internationale, C-561/11, EU:C:2013:91, σκέψεις 42, 43, 45 και 48).
117 Επιπλέον, ο γενικός σκοπός του κανονισμού 207/2009 είναι να σταθμίζονται, αφενός, το συμφέρον του δικαιούχου να διαφυλάξει την ουσιώδη λειτουργία του σήματός του, η οποία συνίσταται στο να εγγυάται στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη την ταυτότητα προέλευσης του προϊόντος ή της υπηρεσίας που φέρει το σήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, το εν λόγω προϊόν ή την εν λόγω υπηρεσία από εκείνα που έχουν άλλη προέλευση, και, αφετέρου, το συμφέρον άλλων επιχειρηματιών να έχουν στη διάθεσή τους σημεία ικανά να προσδιορίζουν τα δικά τους προϊόντα και τις δικές τους υπηρεσίες (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Μαΐου 2018, Tsujimoto κατά EUIPO, C-85/16 P και C-86/16 P, EU:C:2018:349, σκέψη 90 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 16ης Ιουλίου 2020, ACTC κατά EUIPO, C-714/18 P, EU:C:2020:573, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
118 Συνακόλουθα, προκειμένου το σήμα να μπορεί να επιτελέσει την ουσιώδη αυτή λειτουργία, ο κανονισμός 207/2009 παρέχει στον δικαιούχο του ένα σύνολο δικαιωμάτων, περιορίζοντάς τα, παράλληλα, στο απολύτως αναγκαίο για τη διασφάλιση της λειτουργίας αυτής, μεταξύ άλλων μέσω της εφαρμογής κανόνων που διέπουν την «ουσιαστική χρήση», κατά την έννοια του άρθρου 42, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009. (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, ACTC κατά EUIPO, C-714/18 P, EU:C:2020:573, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
119 Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 42, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 207/2009, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση διαφοράς, προβλέπει ότι ο αιτών την καταχώριση ενωσιακού σήματος μπορεί να απαιτήσει από τον δικαιούχο προγενέστερου καταχωρισμένου σήματος να αποδείξει ότι έχει γίνει «ουσιαστική χρήση» του προγενέστερου σήματος εντός της Ένωσης κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που προηγήθηκαν της δημοσίευσης της αιτήσεως καταχώρισης σήματος κατά της οποίας ασκήθηκε ανακοπή. Επιπλέον, αν το προγενέστερο σήμα έχει χρησιμοποιηθεί για μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε, «τότε, για τους σκοπούς της εξέτασης της ανακοπής, θεωρείται καταχωρισμένο» μόνο για το μέρος αυτό των προϊόντων ή υπηρεσιών. Επομένως, οι προαναφερθείσες διατάξεις αντικατοπτρίζουν, στο ειδικό πλαίσιο των διαδικασιών ανακοπής, τον γενικό σκοπό των κανονισμών για το σήμα, ο οποίος συνίσταται στην επίτευξη μιας ισορροπίας μεταξύ, αφενός, της διατήρησης και της διαφύλαξης των αποκλειστικών δικαιωμάτων που παρέχονται στον δικαιούχο του προγενέστερου σήματος και, αφετέρου, του περιορισμού τους, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των τρίτων (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, ACTC κατά EUIPO, C-714/18 P, EU:C:2020:573, σκέψεις 33, 38 και 39).
120 Παρά την ως άνω διαπίστωση, όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 101 της παρούσας αποφάσεως, από τις σκέψεις 28 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά τη νομολογία Brownie, όταν προγενέστερο σήμα παύει να προστατεύεται εντός της σχετικής εδαφικής περιοχής σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο της κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος, συνεπώς και προτού το EUIPO αποφανθεί επί της ανακοπής κατά της καταχώρισης του σήματος αυτού, είτε στο στάδιο της διαδικασίας ανακοπής είτε στο στάδιο της διαδικασίας προσφυγής, το EUIPO οφείλει να μη λάβει υπόψη το γεγονός αυτό ως κριτήριο προκειμένου να αποφασίσει αν η ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή. Η ανωτέρω ερμηνεία συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι το EUIPO θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση καταχώρισης ενωσιακού σήματος λόγω ενδεχόμενης σύγκρουσης με προγενέστερο σήμα, παρότι, κατά την ημερομηνία έκδοσης της αποφάσεως περί απαραδέκτου της καταχώρισης, το προγενέστερο σήμα δεν προστατεύεται πλέον στην εδαφική αυτή περιοχή δυνάμει των εφαρμοστέων νομοθετικών ή διεθνών διατάξεων.
121 Εντούτοις, σε περίπτωση που το προγενέστερο σήμα δεν απολαύει πλέον τέτοιας προστασίας, η ουσιώδης λειτουργία του δεν μπορεί πλέον να θιγεί από την καταχώριση του ενωσιακού σήματος, δεδομένου ότι ένα τέτοιο προγενέστερο σήμα έχει παύσει να είναι ικανό να επιτελέσει την ουσιώδη αυτή λειτουργία. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία του κανονισμού 207/2009 στην οποία στηρίζεται το συμπέρασμα που διατυπώνεται στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αντίθετη προς τον γενικό σκοπό του κανονισμού αυτού, ο οποίος συνίσταται στη στάθμιση των συμφερόντων του δικαιούχου προγενέστερου σήματος και των συμφερόντων των τρίτων να έχουν στη διάθεσή τους σημεία ικανά να προσδιορίζουν τα δικά τους προϊόντα και τις δικές τους υπηρεσίες.
122 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στον βαθμό που, στις σκέψεις 28 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, βασίστηκε στην παραδοχή ότι η ύπαρξη σχετικού λόγου απαραδέκτου προβαλλόμενου προς στήριξη ανακοπής κατά της καταχώρισης ενωσιακού σήματος πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικώς κατά την ημερομηνία κατάθεσης της σχετικής αιτήσεως καταχώρισης.
123 Όσον αφορά τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο, απαντώντας στο επιχείρημα του EUIPO ότι δεν υφίσταται, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, σύγκρουση μεταξύ των προγενέστερων σημάτων της Nowhere και του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, έκρινε ότι θα μπορούσε να υπάρξει σύγκρουση, τουλάχιστον, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος και της ημερομηνίας λήξης της μεταβατικής περιόδου, οπότε η εταιρία αυτή είχε έννομο συμφέρον για την ευδοκίμηση της ανακοπής της, επιβάλλεται, πρώτον, η διαπίστωση ότι οι διαδικασίες κήρυξης ακυρότητας και ανακοπής είναι διαφορετικές, ως προς το αντικείμενο και τα αποτελέσματά τους, από τις διαδικασίες που αφορούν αγωγή λόγω προσβολής σήματος.
124 Συγκεκριμένα, από τη νομολογία προκύπτει ότι η δυνατότητα του δικαιούχου προγενέστερου ενωσιακού σήματος να ασκήσει κατά του δικαιούχου μεταγενέστερου ενωσιακού σήματος αγωγή λόγω προσβολής δεν καθιστά άνευ νοήματος ούτε την υποβολή αιτήσεως ενώπιον του EUIPO για την κήρυξη ακυρότητας ούτε τους μηχανισμούς προηγούμενου ελέγχου που είναι διαθέσιμοι στο πλαίσιο της διαδικασίας καταχώρισης των ενωσιακών σημάτων (πρβλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2013, F?d?ration Cynologique Internationale, C-561/11, EU:C:2013:91, σκέψη 48).
125 Αντιστοίχως, η άσκηση ανακοπής, η οποία ενδέχεται να απορριφθεί από το EUIPO χωρίς να εξεταστεί επί της ουσίας, δεν καθιστά άνευ αντικειμένου τέτοια αγωγή με αίτημα να απαγορευθεί η χρήση στις συναλλαγές σημείων πανομοιότυπων ή παρόμοιων με το προγενέστερο σήμα, την οποία ο δικαιούχος του μπορεί να ασκήσει ακόμη και έναντι μεταγενέστερου ενωσιακού σήματος (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2013, F?d?ration Cynologique Internationale, C-561/11, EU:C:2013:91, σκέψεις 45, 46 και 52), συνεπώς, κατά μείζονα λόγο, και έναντι σημείου για το οποίο, όπως συμβαίνει με το επίμαχο εν προκειμένω, έχει υποβληθεί αίτηση καταχώρισής του ως ενωσιακού σήματος, η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί.
126 Η ως άνω συλλογιστική ισχύει, mutatis mutandis, και για προγενέστερο μη καταχωρισμένο σήμα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 και, κατά το γράμμα της διατάξεως αυτής, «παρέχει στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση πλέον πρόσφατου σήματος».
127 Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς την παραδοχή στην οποία βασίζεται η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η απόρριψη της ανακοπής της Nowhere με την αιτιολογία ότι δεν είναι δυνατόν να ανακύψει οποιαδήποτε σύγκρουση μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων μετά την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου δεν συνεπάγεται ότι η εταιρία αυτή θα πρέπει να στερηθεί την προστασία των μη καταχωρισμένων προγενέστερων σημάτων της που χρησιμοποιούνταν στις συναλλαγές στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν από την εν λόγω ημερομηνία, ιδίως όσον αφορά ενδεχόμενη σύγκρουση συνδεόμενη με τη χρήση ενωσιακού σήματος.
128 Πράγματι, στον βαθμό που η Nowhere όντως είχε, δυνάμει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου, το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση πιο πρόσφατου σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, η εταιρία διέθετε, κατά τη διάρκεια του χρονικού αυτού διαστήματος, την ευχέρεια να ασκήσει ενώπιον των δικαστηρίων του Ηνωμένου Βασιλείου αγωγή λόγω προσβολής των δικαιωμάτων της, προκειμένου να απαγορεύσει τη χρήση του ενωσιακού σήματος το οποίο αφορούσε η επίμαχη αίτηση καταχώρισης, χωρίς η τυχόν μεταγενέστερη καταχώρισή του να μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να εμποδίσει την άσκηση τέτοιας αγωγής.
129 Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, σε αντίθεση προς τις διαδικασίες με αντικείμενο την προσβολή σήματος, οι διαδικασίες ανακοπής δεν αφορούν σύγκρουση συνδεόμενη με την πραγματική χρήση των σημάτων στις συναλλαγές, αλλά δυνητική σύγκρουση η οποία προϋποθέτει τη ζητούμενη καταχώριση και συνδέεται με τη συνύπαρξη δύο ανταγωνιστικών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, εξίσου έγκυρων και αμοιβαία αντιτάξιμων.
130 Στο πλαίσιο αυτό, όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η διάρκεια ισχύος της καταχώρισης του ενωσιακού σήματος είναι, όπως ορίζει το άρθρο 46 του κανονισμού 207/2009, δεκαετής και υπολογίζεται από την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως.
131 Εντούτοις, αντιθέτως προς το συμπέρασμα που φαίνεται να συνάγει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τούτο δεν σημαίνει ότι υφίσταται ήδη από την προαναφερθείσα ημερομηνία κίνδυνος σύγκρουσης μεταξύ του σήματος αυτού και προγενέστερου σήματος. Και τούτο διότι, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, το ενωσιακό σήμα καθίσταται αντιτάξιμο έναντι των τρίτων μόνον από την ημερομηνία δημοσίευσης της καταχώρισής του. Εξ αυτού έπεται, ειδικότερα, ότι το αποκλειστικό δικαίωμα που το ενωσιακό σήμα παρέχει στον δικαιούχο του, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να έχει μεταξύ άλλων τη δυνατότητα, ασκώντας αγωγή λόγω προσβολής στηριζόμενος στο άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 207/2009, να απαγορεύσει σε τρίτους τη χρήση κάποιου σήματος, μπορεί να αφορά μόνον πράξεις τρίτων μεταγενέστερες της δημοσίευσης της καταχώρισης του οικείου ενωσιακού σήματος (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2016, Nikolajeva, C-280/15, EU:C:2016:467, σκέψη 37).
132 Ως προς το περιγραφόμενο στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενδεχόμενο το οποίο επικαλείται το EUIPO, ήτοι να μην προστατεύονται πλέον εντός της Ένωσης μετά το πέρας της μεταβατικής περιόδου τα προστατευόμενα στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερα σήματα, είναι αληθές ότι, σε περίπτωση καταχώρισης του ενωσιακού σήματος πριν από την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου, θα υφίστατο κίνδυνος δυνητικής σύγκρουσης μεταξύ αυτού και των εν λόγω προγενέστερων σημάτων.
133 Δεδομένου όμως ότι, εν προκειμένω, κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, η ανακοπή της Nowhere εκκρεμούσε και το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO δεν είχε ακόμη εκδώσει την επίδικη απόφαση, η ανακοπή αυτή παρέσχε στη Nowhere, μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο, τη δυνατότητα να προστατεύσει την ουσιώδη λειτουργία των επίμαχων προγενέστερων σημάτων εμποδίζοντας την καταχώριση.
134 Αντιθέτως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι επιβεβαιώνεται το ενδεχόμενο για το οποίο έγινε λόγος στη σκέψη 132 της παρούσας αποφάσεως, εφόσον, κατά την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου, το επίμαχο ενωσιακό σήμα δεν είχε ακόμη καταχωριστεί, η καταχώρισή του θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να επέλθει μόνον αφότου τα προγενέστερα αυτά σήματα θα έχουν παύσει να παράγουν τα αποτελέσματά τους.
135 Κατά συνέπεια, σε περίπτωση καταχώρισής του, το ενωσιακό σήμα θα άρχιζε να ισχύει και θα καθίστατο αντιτάξιμο μόνο σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν θα υπήρχε καμία σύγκρουση, ούτε καν δυνητική, με τα προαναφερθέντα προγενέστερα σήματα. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της διαδικασίας ανακοπής, ο οποίος προεκτέθηκε στη σκέψη 116 της παρούσας αποφάσεως και συνίσταται ακριβώς στην αποτροπή του ενδεχομένου να ανακύψει μια τέτοια δυνητική σύγκρουση, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, εν αντιθέσει προς τα όσα προκύπτουν από τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Nowhere θα διατηρούσε, στην περίπτωση αυτή, «έννομο συμφέρον» προς απόρριψη της αιτήσεως καταχώρισης του ενωσιακού σήματος.
136 Ως εκ τούτου, στη συγκεκριμένη σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ήταν εσφαλμένες οι παραδοχές στις οποίες στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο για να απορρίψει την επιχειρηματολογία του EUIPO περί της απουσίας σύγκρουσης μεταξύ των προγενέστερων σημάτων και του επίμαχου σήματος μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
137 Αναφορικά με τα νομικά σφάλματα στα οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 34 έως 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες απορρίφθηκαν τα επιχειρήματα του EUIPO σχετικά, πρώτον, με το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, δεύτερον, με την κρισιμότητα του κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο δ', και του κανόνα 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95, τρίτον, με τη σημασία που πρέπει να αποδίδεται στις προϋποθέσεις που διέπουν την ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος και, τέταρτον, με τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου η οποία αφορά τις διαδικασίες κήρυξης ακυρότητας, αρκεί η επισήμανση ότι, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων που διατυπώθηκαν στις σκέψεις 102 έως 136 της παρούσας αποφάσεως, η ύπαρξη, ή μη, των νομικών αυτών σφαλμάτων δεν μπορεί να επηρεάσει την ευδοκίμηση του δεύτερου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.
138 Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε το EUIPO προς στήριξη του δεύτερου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το δεύτερο αυτό σκέλος πρέπει να γίνει δεκτό.
139 Τα επιχειρήματα της Nowhere τα οποία, κατ’ ουσίαν, στηρίζονται ακριβώς στην παραδοχή που αποτέλεσε τη βάση της συλλογιστικής και του ίδιου του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 28 έως 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πλην όμως απορρίφθηκε με τις σκέψεις 102 έως 122 της παρούσας αποφάσεως, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το ως άνω συμπέρασμα.
140 Επιπλέον, ως προς το ζήτημα αν ήταν λυσιτελής η παραπομπή του EUIPO στην απόφαση Metro, όπερ αμφισβητήθηκε από τη Nowhere, διαπιστώνεται, αφενός, ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως επισήμανε και το EUIPO με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση διαφοράς ορισμένες γενικές αρχές όσον αφορά την κρίσιμη ημερομηνία για την εκτίμηση της ύπαρξης προγενέστερων δικαιωμάτων, χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου συνιστά, εν αντιθέσει, μεταξύ άλλων, προς τη μη ανανέωση προγενέστερου σήματος, περίσταση ανεξάρτητη από τη βούληση των διαδίκων. Αφετέρου, όπως προκύπτει, ειδικότερα, από τη σκέψη 121 της παρούσας αποφάσεως, το ζήτημα αν είναι κρίσιμο, για την εξέταση ανακοπής, το γεγονός ότι το προγενέστερο δικαίωμα έπαυσε να απολαύει της προστασίας που του παρείχε το ενωσιακό δίκαιο, λόγω περίστασης ανεξάρτητης από τη βούληση του δικαιούχου του, δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή, δεδομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, σε μια τέτοια περίπτωση, η ουσιώδης λειτουργία του προγενέστερου δικαιώματος δεν είναι πλέον δυνατόν να απειληθεί από την καταχώριση του επίμαχου σήματος.
Επί του τρίτου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, το οποίο αφορά παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου να λάβει υπόψη τις έννομες συνέπειες του άρθρου 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ και των άρθρων 126 και 127 της Συμφωνίας αποχώρησης, καθώς και παραβίαση της αρχής της εδαφικότητας που καθιερώνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009
– Επιχειρήματα των διαδίκων
141 Με το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, το οποίο πρέπει να εξεταστεί δεύτερο κατά σειρά, το EUIPO ισχυρίζεται, κατ’ αρχάς, ότι οι γενικοί κανόνες για τους οποίους έγινε λόγος στη σκέψη 85 της παρούσας αποφάσεως έχουν εφαρμογή σε περίπτωση που το προγενέστερο σήμα έχει παύσει να ισχύει και να είναι αντιτάξιμο εντός της Ένωσης λόγω της εν τοις πράγμασι αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση κατά το πέρας της μεταβατικής περιόδου.
142 Προς στήριξη του ανωτέρω ισχυρισμού, παρατηρεί, πρώτον, ότι η Συμφωνία αποχώρησης δεν περιέχει ρητή διάταξη που να προβλέπει, κατά παρέκκλιση από τους γενικούς αυτούς κανόνες, διαφορετική μεταχείριση της παύσης της ισχύος των προστατευόμενων στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερων δικαιωμάτων και σημάτων, σε σχέση με τη μεταχείριση η οποία επιφυλάσσεται σε κάθε άλλο προγενέστερο δικαίωμα.
143 Συνακόλουθα, είναι αλυσιτελής η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου, στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Συμφωνία αποχώρησης δεν περιείχε διατάξεις που να ρυθμίζουν την τύχη ανακοπής ασκηθείσας, βάσει προστατευόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερου δικαιώματος, πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας αποχώρησης, δεδομένου ότι το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να δικαιολογήσει το να παρεκκλίνει το Γενικό Δικαστήριο από τους εν λόγω γενικούς κανόνες.
144 Επιπλέον, το γεγονός ότι, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 26 και 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η επίδικη απόφαση είναι το μόνο κρίσιμο στοιχείο το οποίο είναι μεταγενέστερο της ημερομηνίας λήξης της μεταβατικής περιόδου δεν ασκεί επιρροή.
145 Δεύτερον, κατά την άποψη του EUIPO, για πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο ουδεμία εύλογη αποζημίωση μπορεί να ζητηθεί, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, με βάση το ενωσιακό σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα έχει την ιδιότητα του κράτους μέλους κατά τον χρόνο δημοσίευσης της καταχώρισης του εν λόγω σήματος. Το ίδιο στοιχείο συνηγορεί επίσης υπέρ της απουσίας δυνητικής σύγκρουσης μετά την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου και επιβεβαιώνει ότι η σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενέχει, από την άποψη αυτή, πλάνη περί το δίκαιο.
146 Τρίτον, το EUIPO υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση καταχώρισης του επίμαχου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το σήμα αυτό θα αρχίσει να ισχύει και να είναι αντιτάξιμο εντός των 27 τωρινών κρατών μελών της Ένωσης με το ευεργέτημα της ημερομηνίας προτεραιότητας της αιτήσεως καταχώρισής του. Σε περίπτωση δε απόρριψης της αιτήσεως καταχώρισης και εφόσον αυτή μετατραπεί σε 27 αιτήσεις εθνικών σημάτων, ο αιτών θα μπορούσε να αποκτήσει εθνικά σήματα σε όλα αυτά τα κράτη μέλη, πάντοτε με το ευεργέτημα της προαναφερθείσας ημερομηνίας. Επιπλέον, ο αιτών θα έχει την ευχέρεια να υποβάλει, σε μεταγενέστερο χρόνο, νέα αίτηση καταχώρισης ενωσιακού σήματος, επικαλούμενος, βάσει του άρθρου 139 του κανονισμού 2017/1001, τα εθνικά σήματα τα οποία θα έχει αποκτήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο και, συνεπώς, να αποκτήσει ενιαίο σήμα που θα ισχύει σε ενωσιακό επίπεδο και θα είναι παρόμοιο με το ενωσιακό σήμα του οποίου η καταχώριση ζητήθηκε εν προκειμένω. Επομένως, η Nowhere δεν έχει κανένα συμφέρον να επιτύχει την απόρριψη της οικείας αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος, η οποία θα μπορούσε να «παρακαμφθεί νομίμως» μέσω μετατροπής της με τα ίδια αποτελέσματα.
147 Όσον αφορά το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου, η Nowhere έχει πάντοτε, εφόσον παραστεί ανάγκη, τη δυνατότητα να επικαλεστεί τα μη καταχωρισμένα στο κράτος αυτό προγενέστερα σήματά της για να προσβάλει, εντός προθεσμίας εννέα μηνών από την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου, βάσει του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας αποχώρησης, τυχόν αναγνώριση της αιτήσεως καταχώρισης την οποία ενδέχεται να καταθέσει στο Ηνωμένο Βασίλειο ο αιτών την καταχώριση του επίμαχου σήματος. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή δεν συνδέεται με τη διαδικασία ανακοπής ενώπιον του EUIPO.
148 Κατά συνέπεια, το EUIPO ισχυρίζεται ότι, αντιθέτως προς την κρίση που διατυπώνεται στη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η συλλογιστική την οποία ανέπτυξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, αναφορικά με τη μετατροπή της επίμαχης αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος σε αιτήσεις καταχώρισης εθνικών σημάτων, δεν ισχύει για κάθε διαδικασία ανακοπής, δεδομένου ότι, σε μια «κανονική» κατάσταση, όπου το προγενέστερο δικαίωμα προστατεύεται από το δίκαιο κράτους μέλους της Ένωσης, ο αιτών την καταχώριση του ενωσιακού σήματος δεν θα ετύγχανε, σε περίπτωση μετατροπής, προστασίας ισοδύναμης με εκείνη που θα εξασφάλιζε η καταχώριση του επίμαχου σήματος στην υπό κρίση διαφορά.
149 Εξάλλου, το EUIPO υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς τα όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο με την προαναφερθείσα σκέψη, λόγω της αρχής της εδαφικότητας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, στην οποία αναφέρεται η αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 2017/1001, θα ήταν αδύνατον, κατά το χρονικό διάστημα πριν από την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου, να υπάρξει σύγκρουση μεταξύ εθνικού σήματος αναγόμενου σε τέτοια μετατροπή και προγενέστερου μη καταχωρισμένου στο Ηνωμένο Βασίλειο σήματος. Τέλος, το EUIPO ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη δεδηλωμένη, στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 40/94, βούληση του ενωσιακού νομοθέτη να δημιουργήσει ένα ενιαίο δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας σε επίπεδο Ένωσης, ως εναλλακτική επιλογή αντί των εθνικών σημάτων.
150 Η Nowhere θεωρεί ότι η ως άνω επιχειρηματολογία του EUIPO είναι αβάσιμη.
151 Αφενός, υποστηρίζει ότι η χρονολογική ακολουθία των γεγονότων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση της αρχής της αναλογικότητας σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 2, και με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει κινηθεί πριν από την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση, ή ακόμη και πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για την αποχώρηση, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να την προμηνύει.
152 Αφετέρου, ενώ επισημαίνει ότι η Συμφωνία αποχώρησης δεν περιέχει καμία ρητή διάταξη σχετική με την παύση της ισχύος των αποτελεσμάτων που παράγουν, εντός της Ένωσης, τα προστατευόμενα στο Ηνωμένο Βασίλειο δικαιώματα, επικαλείται το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο a, του European Union (Withdrawal) Act 2018 [νόμου του 2018 περί της Ευρωπαϊκής Ένωσης (γνωστοποίηση αποχώρησης)], δυνάμει του οποίου τα δικαστήρια σημάτων που έχουν την έδρα τους στο Ηνωμένο Βασίλειο οφείλουν να εφαρμόζουν κάθε προερχόμενη από το ενωσιακό δίκαιο διάταξη του εθνικού τους δικαίου σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο όπως ίσχυε κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
153 Επιπλέον, αναγνωρίζεται, κατ’ εφαρμογήν του καθεστώτος των μεταβατικών διατάξεων της Trade Marks (Amendment κ.λπ.) (EU Exit) Regulations 2019 [κανονιστικής πράξεως του 2019 για τα σήματα (τροποποιήσεις κ.λπ.) (έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση)], ότι οι ρυθμίσεις για την καταχώριση ενωσιακού σήματος οι οποίες συνιστούν την τυπική βάση για μια διαδικασία ανακοπής εξακολουθούν να αποτελούν το εφαρμοστέο δίκαιο στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. Ως εκ τούτου, το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου οφείλει να αποφαίνεται επί τέτοιων ανακοπών στηριζόμενο στο δίκαιο που ίσχυε κατά την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Η Nowhere συνάγει εκ των ανωτέρω ότι, προκειμένου να εφαρμοστεί η αρχή της αναλογικότητας και να διασφαλιστεί η αμοιβαιότητα του δικαίου, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω διατάξεις, οι οποίες θα άμβλυναν τις συνέπειες της παύσης της ισχύος των αποτελεσμάτων που παράγουν εντός της Ένωσης τα δικαιώματα τα οποία προστατεύονται στο Ηνωμένο Βασίλειο.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
154 Κατά πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, βάσει του άρθρου 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ, οι Συνθήκες έπαυσαν να έχουν εφαρμογή στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ η Συμφωνία αποχώρησης, δηλαδή την 1η Φεβρουαρίου 2020, οπότε το κράτος αυτό δεν είναι πλέον, από την ως άνω ημερομηνία, κράτος μέλος (απόφαση της 9ης Ιουνίου 2022, Pr?fet du Gers και Institut national de la statistique et des ?tudes ?conomiques, C-673/20, EU:C:2022:449, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εντούτοις, η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της Συμφωνίας αποχώρησης αναφέρει ότι το ενωσιακό δίκαιο παύει, στο σύνολό του, να έχει εφαρμογή στο Ηνωμένο Βασίλειο από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της, υπό την επιφύλαξη «των ρυθμίσεων που προβλέπονται» στη Συμφωνία αυτήν.
155 Τα δε άρθρα 126 και 127 της Συμφωνίας αποχώρησης προβλέπουν μεταβατική περίοδο, εκτεινόμενη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας αποχώρησης έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020, κατά τη διάρκεια της οποίας, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στην ίδια Συμφωνία, το ενωσιακό δίκαιο εφαρμόζεται για το Ηνωμένο Βασίλειο και στο έδαφός του, ενώ κάθε αναφορά που κάνουν οι διατάξεις του σε κράτη μέλη θεωρείται ότι περιλαμβάνει και το κράτος αυτό.
156 Αντιθέτως, όπως διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, και το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα άρθρα 54 έως 61 της Συμφωνίας αποχώρησης, τα οποία περιέχονται στο τρίτο μέρος της, και πιο συγκεκριμένα στον τίτλο IV που επιγράφεται «Διανοητική ιδιοκτησία», και εφαρμόζονται, δυνάμει του άρθρου 185, τέταρτο εδάφιο, της Συμφωνίας αποχώρησης, από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και έπειτα, δεν αναφέρουν ποια τύχη πρέπει να επιφυλάσσεται σε ανακοπή που έχει ασκηθεί, βάσει προγενέστερου προστατευόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο δικαιώματος, πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας αποχώρησης και εκκρεμεί ακόμη κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
157 Ωστόσο, διαπιστώνοντας την απουσία οποιασδήποτε τέτοιας αναφοράς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η σιωπή αυτή συνηγορούσε υπέρ της δυνατότητας επίκλησης, ακόμη και μετά την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου, των προστατευόμενων στο Ηνωμένο Βασίλειο σημάτων βάσει των οποίων ασκήθηκε ανακοπή πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας αποχώρησης, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι η εν λόγω διαπίστωση περιλαμβάνεται στη συλλογιστική που εκτίθεται στις σκέψεις 24 έως 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κρίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
158 Πράγματι, αφενός, όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 154 της παρούσας αποφάσεως, από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της Συμφωνίας αποχώρησης προκύπτει ότι, υπό την επιφύλαξη των ρυθμίσεων που καθορίζονται στην ίδια τη Συμφωνία, το ενωσιακό δίκαιο παύει να εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της. Αφετέρου, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, το προγενέστερο σήμα ή δικαίωμα στο οποίο αναφέρεται η διάταξη αυτή πρέπει, ειδικότερα, «σύμφωνα με [...] το δίκαιο του κράτους μέλους που διέπει το [αντίστοιχο σήμα ή το δικαίωμα]», να παρέχει στον δικαιούχο του «το δικαίωμα να απαγορεύει τη χρήση πλέον πρόσφατου σήματος». Από τη λήξη όμως της μεταβατικής περιόδου, το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο επικαλέστηκε η Nowhere προς στήριξη της ανακοπής, δεν αποτελούσε πλέον, ελλείψει οποιασδήποτε αντίθετης διατάξεως στη Συμφωνία αποχώρησης, «δίκαιο κράτους μέλους».
159 Κατά συνέπεια, κακώς το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε μεν, στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν υπάρχουν στη Συμφωνία αποχώρησης ρητές διατάξεις που να διέπουν την τύχη ανακοπής ασκηθείσας πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της ως άνω Συμφωνίας, χωρίς εντούτοις να αντλήσει από τη διαπίστωσή του τις προσήκουσες έννομες συνέπειες όσον αφορά τη δυνατότητα επίκλησης, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, των προστατευόμενων στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερων σημάτων επί των οποίων στηρίζεται η ανακοπή.
160 Κατά δεύτερον, δυνάμει της αρχής της εδαφικότητας, που υπενθυμίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 4 του κανονισμού 207/2009 και τίθεται σε εφαρμογή, όσον αφορά τα ενωσιακά σήματα, με το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του ίδιου κανονισμού, τα έννομα αποτελέσματα ενός σήματος περιορίζονται στο έδαφος εντός του οποίου προστατεύεται (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1994, IHT Internationale Heiztechnik και Danzinger, C-9/93, EU:C:1994:261, σκέψη 22, και της 19ης Δεκεμβρίου 2012, Leno Merken, C-149/11, EU:C:2012:816, σκέψεις 38, 40 και 41). Επομένως, σύμφωνα με την αρχή αυτή, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, τα αποκλειστικά δικαιώματα τα οποία μπορεί να συγκρούονται με ενωσιακό σήμα παρέχονται από το εφαρμοστέο δίκαιο στο οικείο σήμα αποκλειστικώς και μόνον εντός του εδάφους της προστασίας του (πρβλ. απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, Anheuser-Busch/Bud?jovick? Budvar, C-96/09 P, EU:C:2011:189, σκέψη 162).
161 Από τα άρθρα 54 έως 61 της Συμφωνίας αποχώρησης δεν προκύπτει όμως ότι τα συμβαλλόμενα μέρη της θέλησαν, κατά παρέκκλιση από την αρχή της εδαφικότητας, να προσδώσουν στα ενωσιακά σήματα τα οποία καταχωρίζονται μετά την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου έννομα αποτελέσματα στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου, ακόμη και για την προγενέστερη της ημερομηνίας αυτής περίοδο ισχύος τους. Πιο συγκεκριμένα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί στα εν λόγω άρθρα οποιοσδήποτε σύνδεσμος μεταξύ της έκβασης μιας εκκρεμούς κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος και της έκβασης τυχόν ανάλογης αιτήσεως που κατατίθεται ενώπιον των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου βάσει του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας αποχώρησης.
162 Συνεπώς, όπως εξέθεσε, κατ’ ουσίαν, και το EUIPO στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει σύγκρουση μεταξύ, αφενός, προστατευόμενων στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερων σημάτων και, αφετέρου, ενωσιακού σήματος, σε περίπτωση καταχώρισης του τελευταίου μετά την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου, δεδομένου ότι το ενωσιακό σήμα θα παράγει, σε μια τέτοια περίπτωση, τα αποτελέσματά του σε έδαφος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο προστατεύονται τα προγενέστερα σήματα.
163 Ωστόσο, αναφερόμενο, με τις σκέψεις 42 και 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ, αφενός, των προστατευόμενων στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερων σημάτων και, αφετέρου, του ενωσιακού σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ή, σε περίπτωση άρνησης καταχώρισής του, της επακόλουθης αιτήσεως καταχώρισης εθνικού σήματος λόγω μετατροπής της αιτήσεως καταχώρισης ενωσιακού σήματος, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε, εμμέσως πλην σαφώς, στην παραδοχή ότι, εφόσον η αίτηση καταχώρισης ενωσιακού σήματος κατατέθηκε πριν από την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου, το σήμα αυτό, όπως θα καταχωριζόταν μετά την ως άνω ημερομηνία, ή, τουλάχιστον, το εθνικό σήμα που θα προέκυπτε από τη μετατροπή της σχετικής αιτήσεως θα μπορούσε να παραγάγει αποτελέσματα στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου. Μια τέτοια παραδοχή όμως προϋποθέτει την ύπαρξη, στη Συμφωνία αποχώρησης, ρητών διατάξεων που επιτρέπουν, κατά παρέκκλιση από την αρχή της εδαφικότητας των σημάτων, την παράταση των αποτελεσμάτων αυτών μετά την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου, όπερ δεν συμβαίνει.
164 Επομένως, βασιζόμενο, με τις σκέψεις 42 και 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην ύπαρξη τέτοιας δυνητικής σύγκρουσης, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, διότι δεν έλαβε ορθώς υπόψη τις έννομες συνέπειες τις οποίες είχαν για την επίμαχη στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς ανακοπή, αφενός, η λήξη της μεταβατικής περιόδου και, αφετέρου, η αρχή της εδαφικότητας των σημάτων.
165 Ως εκ τούτου, το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε το EUIPO προς στήριξή του.
166 Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν ανατρέπεται από τα επιχειρήματα της Nowhere σχετικά με τις αρχές της αναλογικότητας και της αμοιβαιότητας. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν βάσισε το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στις αρχές αυτές, δεν χωρεί επίκλησή τους προς στήριξη της συλλογιστικής στην οποία θεμελιώνεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
167 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι, με τα σχετικά επιχειρήματά της, η Nowhere ζητεί, στην πραγματικότητα, από το Δικαστήριο να αντικαταστήσει την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με διαφορετική αιτιολογία, αρκεί, αφενός, να επισημανθεί ότι το γεγονός ότι η ανακοπή ασκήθηκε σε ημερομηνία κατά την οποία ήταν αδύνατον να προβλεφθεί η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 102 έως 122 της παρούσας αποφάσεως, για να γίνει δεκτή η ανακοπή, πρέπει το προγενέστερο σήμα που προστατεύεται δυνάμει του ενωσιακού δικαίου να εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της τελικής αποφάσεως επί της ανακοπής.
168 Αφετέρου, όσον αφορά την επίκληση, από τη Nowhere, των διατάξεων του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου οι οποίες ρυθμίζουν τις ανακοπές βάσει ενωσιακών σημάτων και θεσπίστηκαν με την προοπτική της αποχώρησης του κράτους αυτού από την Ένωση, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι το καθεστώς των ενωσιακών σημάτων αποτελεί ένα αυτοτελές σύστημα, το οποίο συγκροτείται από το δικό του σύνολο κανόνων και επιδιώκει δικούς του ειδικούς σκοπούς, ενώ παράλληλα η εφαρμογή του είναι ανεξάρτητη από κάθε εθνικό σύστημα (απόφαση της 6ης Ιουνίου 2018, Apcoa Parking Holdings κατά EUIPO, C-32/17 P, EU:C:2018:396, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Δεύτερον, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 161 της παρούσας αποφάσεως, από τα άρθρα 54 έως 61 της Συμφωνίας αποχώρησης δεν προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη της θέλησαν, κατά παρέκκλιση από την αρχή της εδαφικότητας, να προσδώσουν στα ενωσιακά σήματα τα οποία καταχωρίζονται μετά την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου έννομα αποτελέσματα στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου. Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η αρχή της αμοιβαιότητας ασκεί, εν προκειμένω, επιρροή, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να αποτελέσει λόγο για να δεχθεί το EUIPO ότι είναι δυνατή η επίκληση προστατευόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερου δικαιώματος στο πλαίσιο ανακοπής κατά της καταχώρισης ενωσιακού σήματος μετά την ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου.
169 Κατόπιν όλων των ανωτέρω και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να εξαφανιστεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
170 Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, μπορεί είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει εκείνο.
171 Εν προκειμένω, η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση.
172 Ειδικότερα, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, η Nowhere έχει προβάλει, προς στήριξη της προσφυγής της, έναν και μοναδικό λόγο ακυρώσεως, περί παράβασης του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, στο πλαίσιο του οποίου υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η μόνη κρίσιμη ημερομηνία για τη διαπίστωση της ύπαρξης προγενέστερου δικαιώματος που θεμελιώνει την άσκηση ανακοπής κατά της καταχώρισης ενωσιακού σήματος είναι η ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχώρισης του σήματος αυτού.
173 Για τους λόγους όμως που προεκτέθηκαν στις σκέψεις 102 έως 137 της παρούσας αποφάσεως, αυτός ο λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι το προγενέστερο δικαίωμα πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το EUIPO αποφαίνεται επί της ανακοπής που στηρίζεται στο εν λόγω δικαίωμα, περιλαμβανομένου και του σταδίου της προσφυγής ενώπιον του τμήματος προσφυγών, όπερ δεν συνέβαινε στην περίπτωση του σήματος που επικαλέστηκε η Nowhere προς στήριξη της ανακοπής της.
174 Στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η Nowhere ισχυρίζεται ότι είχε, επιπλέον, προβάλει λόγο ακυρώσεως ο οποίος αφορούσε παραβίαση της κατοχυρωμένης στο άρθρο 41 του Χάρτη αρχής της χρηστής διοίκησης.
175 Εντούτοις, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του εισαγωγικού δικογράφου της προσφυγής της, μολονότι η Nowhere υποστήριξε ότι, επειδή στην επίδικη απόφαση δεν ελήφθησαν υπόψη τα προστατευόμενα στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερα δικαιώματά της, υπέστη ζημία για την οποία το EUIPO ήταν αποκλειστικώς υπεύθυνο, λόγω, μεταξύ άλλων, της ανάκλησης της από 8 Οκτωβρίου 2018 αποφάσεως του δεύτερου τμήματος προσφυγών του EUIPO, για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως, η σχετική επιχειρηματολογία αναπτύσσεται προς στήριξη του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, περί παράβασης του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, και όχι ενός διακριτού και αυτοτελούς λόγου ακυρώσεως, περί παραβίασης της αρχής της χρηστής διοίκησης.
176 Συνεπώς, η προσφυγή της Nowhere πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
177 Το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι, όταν το Δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση αναιρέσεως και κρίνει το ίδιο οριστικώς τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των δικαστικών εξόδων.
178 Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
179 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το EUIPO ζήτησε να καταδικαστεί η Nowhere στα δικαστικά έξοδα και αυτή ηττήθηκε, η Nowhere πρέπει να υποχρεωθεί να φέρει, πέραν των δικών της δικαστικών εξόδων, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε το EUIPO στο πλαίσιο τόσο της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας όσο και της πρωτόδικης διαδικασίας.
180 Βάσει του άρθρου 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία παρενέβη στη διαφορά, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
181 Το άρθρο 140, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται επίσης στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, ορίζει ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο παρεμβαίνων, όταν δεν πρόκειται για κράτος μέλος ή θεσμικό όργανο, θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
182 Στην προκειμένη περίπτωση, η INTA θα φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, της 16ης Μαρτίου 2022, Nowhere κατά EUIPO – Ye (APE TEES) (T-281/21, EU:T:2022:139).
2) Απορρίπτει την προσφυγή της Nowhere Co. Ltd.
3) Η Nowhere Co. Ltd φέρει, εκτός από τα δικαστικά έξοδά της, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) στο πλαίσιο τόσο της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας όσο και της πρωτόδικης διαδικασίας.
4) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η International Trademark Association (INTA) φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.