Υπόθεση T-233/25, Mokoryte SRL κατά Direc?ia General? Regional? a Finan?elor Publice Cluj-Napoca κ.λπ, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 22ας Απριλίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-233/25, Mokoryte SRL κατά Direc?ia General? Regional? a Finan?elor Publice Cluj-Napoca κ.λπ, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 22ας Απριλίου 2026
Υπόθεση T-233/25, Mokoryte SRL κατά Direc?ia General? Regional? a Finan?elor Publice Cluj-Napoca κ.λπ, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 22ας Απριλίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

της 22ας Απριλίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Κοινό σύστημα ΦΠΑ – Βάση επιβολής του φόρου – Μείωση σε περίπτωση ακύρωσης, καταγγελίας, μη καταβολής ή μείωσης της τιμής – Άρθρο 90, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ – Απόκτηση από υπεργολάβο απαίτησης εργολάβου έναντι του κυρίου του έργου – Ανεπίδεκτη είσπραξης απαίτηση – Δικαίωμα του υπεργολάβου να προβεί σε μείωση της βάσης επιβολής του φόρου »

Στην υπόθεση T-233/25,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Curtea de Apel Cluj (εφετείο Cluj, Ρουμανία) με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Μαρτίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης

Mokoryte SRL

κατά

Direc?ia General? Regional? a Finan?elor Publice Cluj-Napoca,

Ministerul Finan?elor – Direc?ia General? de Solu?ionare a Contesta?iilor,

Administra?ia Jude?ean? a Finan?elor Publice Cluj,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους N. P??torak, πρόεδρο τμήματος, G. Hesse, G. Steinfatt, D. Petrl?k και Ι. Δημητρακόπουλο (εισηγητή), δικαστές,

γενική εισαγγελέας: M. Brkan

γραμματέας: V. Di Bucci

έχοντας υπόψη ότι στις 10 Απριλίου 2025 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α', του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την E. Gane, την M. Chicu και την L. Ghi??,

–        η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την R. Kissn? Berta και τον M. Feh?r,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την P. Carlin και την T. Isacu de Groot,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 90 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1, στο εξής: οδηγία ΦΠΑ).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Mokoryte SRL και των Direc?ia General? Regional? a Finan?elor Publice Cluj-Napoca (περιφερειακή γενική διεύθυνση δημόσιων οικονομικών Cluj-Napoca, Ρουμανία), Ministerul Finan?elor – Direc?ia General? de Solu?ionare a Contesta?iilor (γενική διεύθυνση εξέτασης ενστάσεων του Υπουργείου Οικονομικών, Ρουμανία) και Administra?ia Jude?ean? a Finan?elor Publice Cluj (τοπική διεύθυνση δημόσιων οικονομικών Cluj, Ρουμανία), σχετικά με την απόρριψη της δυνατότητας της εταιρίας να προβεί σε μείωση της βάσης επιβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και να της επιστραφεί ο φόρος αυτός κατόπιν μη καταβολής χρηματικής απαίτησης.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ ορίζει τα εξής:

«Στον ΦΠΑ υπόκεινται οι ακόλουθες πράξεις:

[...]

γ)      οι παροχές υπηρεσιών, που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός κράτους μέλους από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητά του αυτή

[...]».

4        Το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:

«Νοείται ως “υποκείμενος στον φόρο” οποιοσδήποτε ασκεί, κατά τρόπο ανεξάρτητο και σε οποιονδήποτε τόπο, οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον επιδιωκόμενο σκοπό και τα αποτελέσματα της δραστηριότητας αυτής.»

5        Το άρθρο 28 της οδηγίας ΦΠΑ έχει ως εξής:

«Όταν υποκείμενος στον φόρο, ενεργώντας στο όνομά του αλλά για λογαριασμό τρίτου, μεσολαβεί σε παροχή υπηρεσιών, θεωρείται ότι λαμβάνει και παρέχει προσωπικά τις εν λόγω υπηρεσίες.»

6        Κατά το άρθρο 63 της οδηγίας ΦΠΑ:

«Η γενεσιουργός αιτία επέρχεται και ο φόρος καθίσταται απαιτητός κατά τον χρόνο πραγματοποίησης της παράδοσης αγαθών ή της παροχής υπηρεσιών.»

7        Το άρθρο 73 της οδηγίας ΦΠΑ έχει ως εξής:

«Για τις παραδόσεις αγαθών και τις παροχές υπηρεσιών, εκτός αυτών που αναφέρονται στα άρθρα 74 έως77, η βάση επιβολής του φόρου περιλαμβάνει οτιδήποτε αποτελεί την αντιπαροχή, την οποία έλαβε ή πρόκειται να λάβει για τις πράξεις αυτές ο προμηθευτής ή ο παρέχων τις υπηρεσίες από τον αποκτώντα, τον λήπτη ή τρίτο πρόσωπο, περιλαμβανομένων των επιδοτήσεων που συνδέονται άμεσα με την τιμή των πράξεων αυτών.»

8        Το άρθρο 90 της οδηγίας ΦΠΑ ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Σε περίπτωση ακύρωσης, καταγγελίας, λύσης, ολικής ή μερικής μη καταβολής, ή μείωσης της τιμής, που επέρχεται μετά την πραγματοποίηση της πράξης, η βάση επιβολής του φόρου μειώνεται ανάλογα, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2.      Σε περίπτωση ολικής ή μερικής μη καταβολής της τιμής, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τη διάταξη της παραγράφου 1.»

9        Κατά το άρθρο 185 της οδηγίας ΦΠΑ:

«1.      Ο διακανονισμός διενεργείται, ιδίως, όταν, μετά την υποβολή της δήλωσης ΦΠΑ, έγιναν μεταβολές των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό του ποσού της έκπτωσης του φόρου, μεταξύ άλλων σε περίπτωση ακύρωσης πωλήσεων ή επίτευξης εκπτώσεων στο τίμημα.

2.      Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, δεν διενεργείται διακανονισμός στην περίπτωση πράξεων, για τις οποίες δεν έγινε ολική ή μερική πληρωμή, σε περίπτωση καταστροφής, απώλειας ή κλοπής που αποδεικνύονται ή δικαιολογούνται δεόντως και στην περίπτωση αναλήψεων για τη χορήγηση δώρων μικρής αξίας και δειγμάτων του άρθρου 16.

Ωστόσο, σε περίπτωση πράξεων για τις οποίες δεν έγινε [καμία πληρωμή ή έγινε] μερική πληρωμή ή σε περίπτωση κλοπής, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν διακανονισμό.»

 Το ρουμανικό δίκαιο

10      Το άρθρο 287, του Legea nr. 227/2015 privind Codul fiscal (νόμου 227/2015 περί φορολογικού κώδικα), της 8ης Σεπτεμβρίου 2015 (Monitorul Oficial al Rom?niei, μέρος I, αριθ. 688, της 10ης Σεπτεμβρίου 2015), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: φορολογικός κώδικας), ορίζει τα εξής:

«Η βάση επιβολής [του ΦΠΑ] μειώνεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

[...]

d)      όταν η αντιπαροχή για τα παραδοθέντα αγαθά ή τις παρασχεθείσες υπηρεσίες δεν μπορεί να εισπραχθεί λόγω της πτώχευσης του δικαιούχου ή της εφαρμογής σχεδίου αναδιοργάνωσης που εγκρίθηκε και επικυρώθηκε με δικαστική απόφαση με την οποία τροποποιείται ή διαγράφεται η απαίτηση του πιστωτή. Η αναπροσαρμογή επιτρέπεται από την ημερομηνία εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως που επιβεβαιώνει το σχέδιο αναδιοργάνωσης και, σε περίπτωση πτώχευσης του δικαιούχου, από την ημερομηνία έκδοσης της αποφάσεως ή, ανάλογα με την περίπτωση, της διατάξεως με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση, σύμφωνα με το πτωχευτικό δίκαιο. Η αναπροσαρμογή πραγματοποιείται εντός 5 ετών από την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται του έτους εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως που επικυρώνει το σχέδιο αναδιοργάνωσης ή του έτους κατά το οποίο κηρύχθηκε η πτώχευση με δικαστική απόφαση ή, κατά περίπτωση, με διάταξη. Εάν η πτώχευση κηρύχθηκε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2019 και έως την ημερομηνία αυτή δεν έχει εκδοθεί οριστική και αμετάκλητη δικαστική απόφαση που να περατώνει τη διαδικασία την οποία προβλέπει η νομοθεσία περί αφερεγγυότητας, η αναπροσαρμογή πραγματοποιείται εντός 5 ετών από την 1η Ιανουαρίου 2019 [...].»

11      Το σημείο 32 της Hot?rarea Guvernului nr. 1/2016 pentru aprobarea Normelor metologice de aplicare a Legii nr. 227/2015 privind Codul fiscal (κυβερνητικής απόφασης 1/2016 για την έγκριση κανόνων εφαρμογής του νόμου 227/2015 περί φορολογικού κώδικα), της 6ης Ιανουαρίου 2016 (Monitorul Oficial al Rom?niei, μέρος I, αριθ. 22, της 13ης Ιανουαρίου 2016), προβλέπει τα ακόλουθα:

«(1)      Στις προβλεπόμενες στο άρθρο 287 του φορολογικού κώδικα περιπτώσεις, οι προμηθευτές των αγαθών ή/και οι πάροχοι των υπηρεσιών αναπροσαρμόζουν τη βάση επιβολής του φόρου μετά την πραγματοποίηση της παραδόσεως ή της παροχής ή μετά την έκδοση τιμολογίου για την παράδοση ή την παροχή, έστω και αν η παράδοση ή η παροχή δεν πραγματοποιήθηκε, αλλά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 287 του φορολογικού κώδικα γεγονότα επέρχονται μετά την έκδοση τιμολογίου και την καταχώριση του [ΦΠΑ] στα λογιστικά βιβλία του υποκειμένου στον φόρο. Για τον σκοπό αυτό, οι προμηθευτές ή οι πάροχοι οφείλουν να εκδίδουν τιμολόγια, αναγράφοντας τα ποσά με το πρόσημο «–» (μείον), όταν η βάση επιβολής του φόρου μειώνεται, ή, ανάλογα με την περίπτωση, χωρίς το πρόσημο «–», εάν η βάση επιβολής του φόρου αυξάνεται, τα οποία τιμολόγια διαβιβάζονται και στον δικαιούχο. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται επίσης στις ενδοκοινοτικές παραδόσεις αγαθών.

[...]»

12      Το άρθρο 1.568 του Legea nr. 287/2009 privind Codul civil al Rom?niei (νόμου 287/2009 περί του ρουμανικού αστικού κώδικα), της 17ης Ιουλίου 2009, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (Monitorul Oficial al Rom?niei, μέρος I, αριθ. 505 της 15ης Ιουλίου 2011, στο εξής: αστικός κώδικας), ορίζει τα εξής:

«(1)      Με την εκχώρηση απαιτήσεως μεταβιβάζονται στον εκδοχέα:

a)      όλα τα δικαιώματα του εκχωρητή σε σχέση με την εκχωρηθείσα απαίτηση

b)      τα δικαιώματα ασφάλειας και κάθε άλλο παρακολούθημα της εκχωρηθείσας απαίτησης.

[...]»

13      Κατά το άρθρο 1.851 του αστικού κώδικα:

«(1)      Δυνάμει της συμβάσεως εργολαβίας, ο εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση, ιδίω κινδύνω, να εκτελέσει συγκεκριμένο έργο, υλικό ή πνευματικό, ή να παράσχει συγκεκριμένη υπηρεσία στον λήπτη έναντι τιμήματος.

(2)      Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος έχουν εφαρμογή, κατά συνέπεια, και στην περίπτωση κατασκευαστικού έργου, εφόσον συνάδουν με τους ιδιαίτερους κανόνες που διέπουν ένα τέτοιο έργο.»

14      Κατά το άρθρο 1.852 του αστικού κώδικα:

«(1)      Μέσω της συμβάσεως υπεργολαβίας, ο εργολάβος μπορεί να αναθέσει σε έναν ή περισσότερους υπεργολάβους την εκτέλεση τμημάτων ή στοιχείων του έργου ή των υπηρεσιών, εκτός εάν η σύμβαση συνήφθη βάσει προσωπικών κριτηρίων.

(2)      Ο εργολάβος ευθύνεται έναντι του λήπτη για τις πράξεις του ή τις πράξεις του υπεργολάβου.

(3)      H υπεργολαβία διέπεται από τις διατάξεις που προβλέπονται για τη σύμβαση εργολαβίας.»

 Οι διαφορές των κύριων δικών και το προδικαστικό ερώτημα

15      Στις 9 Φεβρουαρίου 2007 η CBC Development Design SRL (στο εξής: κύριος του έργου) συνήψε με τη Modern Bau SRL (στο εξής: εργολάβος) σύμβαση έργου για επιχειρηματικό κέντρο στο Cluj-Napoca (Ρουμανία). Ο εργολάβος ανέθεσε στη Mokoryte (στο εξής: υπεργολάβο) την εκτέλεση εργασιών επί ακινήτου για το εν λόγω κέντρο στο πλαίσιο σύμβασης υπεργολαβίας συναφθείσας στις 7 Νοεμβρίου 2007.

16      Με απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2014, το Tribunalul Specializat Cluj (ειδικό πρωτοδικείο Cluj, Ρουμανία) κήρυξε την πτώχευση του κυρίου του έργου. Κατόπιν αιτήσεως που κατατέθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2014, η απαίτηση του εργολάβου έναντι του κυρίου του έργου από τη μνημονευόμενη στη σκέψη 15 σύμβαση έργου περιελήφθη στην πτωχευτική περιουσία του κυρίου του έργου έναντι ποσού 9 401 352,39 ρουμανικών λέι (RON) (περίπου 1 843 000 ευρώ).

17      Εξαιτίας της μη εξόφλησης από τον εργολάβο της οφειλής του προς τον υπεργολάβο, η οποία απέρρεε από τη σύμβαση υπεργολαβίας για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 15 ανωτέρω, ο υπεργολάβος άσκησε στις 29 Δεκεμβρίου 2014 ενώπιον του Tribunalul Specializat Cluj (ειδικού πρωτοδικείου Cluj) αγωγή με αίτημα να καταδικαστεί ο εργολάβος στην καταβολή του ποσού των 1 970 819,76 RON (περίπου 386 000 ευρώ), περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό των τιμολογίων που είχε εκδώσει σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής. Ο υπεργολάβος εισέπραξε τον ΦΠΑ των εν λόγω τιμολογίων.

18      Κατ’ εκτέλεση της αποφάσεως της 4ης Σεπτεμβρίου 2015 του Tribunalul Specializat Cluj (ειδικού πρωτοδικείου Cluj), κατόπιν συμφωνίας συμβιβασμού της 24ης Ιουλίου 2015, ο εργολάβος κατέβαλε στον υπεργολάβο, προς εξόφληση μέρους της οφειλής του, ποσό 270 819,76 RON (περίπου 53 000 ευρώ), περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Για το υπόλοιπο της οφειλής αυτής, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό των 1 700 000 RON (περίπου 333 000 ευρώ), περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, οι δύο εταιρίες συνήψαν σύμβαση εκχώρηση απαίτησης, επικυρωθείσα στις 24 Ιουλίου 2015, δυνάμει της οποίας ο υπεργολάβος κατέστη δικαιούχος της απαίτησης του εργολάβου έναντι του κυρίου του έργου.

19      Κατόπιν της εν λόγω εκχώρησης, ο οριστικός πίνακας των απαιτήσεων από την πτωχευτική περιουσία του κυρίου του έργου τροποποιήθηκε προκειμένου να εγγραφεί ο υπεργολάβος για ποσό 1 700 000 ROΝ, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Με απόφαση της 28ης Απριλίου 2021, το Tribunalul Specializat Cluj (ειδικό πρωτοδικείο Cluj) κήρυξε την περάτωση της διαδικασίας πτώχευσης του κυρίου του έργου και διέταξε τη διαγραφή του προσώπου αυτού από το εμπορικό μητρώο χωρίς να έχει εξοφληθεί η οφειλή η οποία απέρρεε από τη σύμβαση έργου που είχε συναφθεί με τον εργολάβο.

20      Στις 9 Δεκεμβρίου 2021 ο υπεργολάβος εξέδωσε προς τον κύριο του έργου πέντε τιμολόγια αντιλογισμού, με σκοπό την ακύρωση πέντε τιμολογίων που είχε εκδώσει το 2009 ο εργολάβος προς τον κύριο του έργου στο πλαίσιο της εκτέλεσης των εργασιών που προβλέπονταν στη σύμβαση έργου. Στα τιμολόγια αυτά περιλαμβανόταν μόνον η μνεία «άρθρο 287, στοιχείο d», η οποία αποτελεί διάταξη του φορολογικού κώδικα σχετικά με την αναπροσαρμογή της βάσης επιβολής του ΦΠΑ σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, μη καταβολής του τιμήματος των παραδοθέντων αγαθών ή των παρασχεθεισών υπηρεσιών λόγω πτώχευσης του λήπτη των αγαθών ή των υπηρεσιών. Στηριζόμενος στη συγκεκριμένη διάταξη, ο υπεργολάβος προέβη σε μείωση του εισπραχθέντος ΦΠΑ που αναγραφόταν στη δήλωση ΦΠΑ για το τέταρτο τρίμηνο του 2021 κατά ποσό 265 358 ROΝ (περίπου 52 000 ευρώ). Δεδομένου ότι από τη δήλωση αυτή προέκυπτε αρνητικό υπόλοιπο ΦΠΑ, ο υπεργολάβος ζήτησε την επιστροφή του.

21      Ο υπεργολάβος υποβλήθηκε σε φορολογικό έλεγχο στο πλαίσιο της επεξεργασίας της δήλωσης ΦΠΑ που αφορούσε το τέταρτο τρίμηνο του 2021. Η ελεγκτική αρχή έκρινε ότι η εν λόγω εταιρία δεν δικαιούνταν την αναπροσαρμογή που προβλεπόταν στο άρθρο 287, στοιχείο d, του φορολογικού κώδικα και ότι η μείωση του εισπραχθέντος ΦΠΑ, στην οποία είχε προβεί η ίδια εταιρία με τη συγκεκριμένη δήλωση, δεν δικαιολογούνταν, για τον λόγο, κατ’ ουσίαν, ότι ο λήπτης των υπηρεσιών της δεν ήταν ο κύριος του έργου, αλλά ο εργολάβος, και ότι μόνον ο τελευταίος μπορούσε να αξιώσει αναπροσαρμογή λόγω της πτώχευσης του κυρίου του έργου.

22      Με πράξη επιβολής φόρου της 2ας Μαρτίου 2022, η τοπική διεύθυνση δημόσιων οικονομικών Cluj επέβαλε στον υπεργολάβο υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ συνολικού ύψους 265 358 RON. Επίσης, η αίτηση του υπεργολάβου για επιστροφή ΦΠΑ απορρίφθηκε.

23      Ο υπεργολάβος άσκησε διοικητική ένσταση κατά της πράξης επιβολής φόρου που μνημονεύεται στη σκέψη 22 ανωτέρω, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της 25ης Απριλίου 2023 της γενικής διεύθυνσης εξέτασης ενστάσεων του Υπουργείου Οικονομικών καθόσον αυτή επικύρωσε τις διαπιστώσεις της ελεγκτικής αρχής. Την 1η Αυγούστου 2023 ο υπεργολάβος άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunalul Cluj (πολυμελούς πρωτοδικείου Cluj, Ρουμανία), ζητώντας την ακύρωση της απόφασης της 25ης Απριλίου 2023 και της πράξης επιβολής φόρου της 2ας Μαρτίου 2022.

24      Κατόπιν απόρριψης της προσφυγής αυτής από το Tribunalul Cluj (πολυμελές πρωτοδικείο Cluj) στις 14 Ιουνίου 2024, ο υπεργολάβος άσκησε αναίρεση ενώπιον του Curtea de Apel Cluj (εφετείου Cluj, Ρουμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.

25      Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, κατά τον χρόνο της έκδοσης των τιμολογίων αντιλογισμού προς τον κύριο του έργου (βλ. σκέψη 20 ανωτέρω), ο υπεργολάβος τελούσε σε αδυναμία είσπραξης της απαίτησής του έναντι του κυρίου του έργου, οι δε φορολογικές αρχές δεν διαπίστωσαν την ύπαρξη δόλιας πρόθεσης στο πλαίσιο της εκχώρησης της απαίτησης αυτής από τον εργολάβο. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το άρθρο 90, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ έχει την έννοια ότι η αναπροσαρμογή της βάσης επιβολής του φόρου που προβλέπει το άρθρο αυτό για την περίπτωση μη καταβολής χρηματικής απαίτησης είναι δυνατή μόνον για τον υποκείμενο στον φόρο ο οποίος παρέδωσε τα αγαθά ή παρέσχε τις υπηρεσίες που συνδέονται με την εν λόγω απαίτηση ή αν είναι δυνατή επίσης για τρίτο υποκείμενο στον φόρο ο οποίος απέκτησε τη σχετική απαίτηση από τον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο κατόπιν εκχώρησης. Επισημαίνει, ειδικότερα, ότι ο περιορισμός της δυνατότητας αναπροσαρμογής της βάσης επιβολής του ΦΠΑ στον προμηθευτή των αγαθών ή στον πάροχο των υπηρεσιών φαίνεται σύμφωνος με τις διατάξεις του άρθρου 73 της οδηγίας αυτής, το οποίο ορίζει τη βάση επιβολής του φόρου ως την αντιπαροχή την οποία έλαβε ή πρόκειται να λάβει ο προμηθευτής ή πάροχος, αλλά θα μπορούσε να προσκρούει στην αρχή της ουδετερότητας του ΦΠΑ, η οποία απαιτεί να απαλλάσσεται πλήρως ο επιχειρηματίας από το βάρος του φόρου που οφείλεται ή έχει καταβληθεί στο πλαίσιο των οικονομικών δραστηριοτήτων του.

26      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Curtea de Apel Cluj (εφετείο Cluj) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Αντιτίθεται το άρθρο 90 της οδηγίας [ΦΠΑ] στη δυνατότητα αναπροσαρμογής της βάσης επιβολής του ΦΠΑ από τον εκδοχέα υπεργολάβο σε συμβατικές σχέσεις εργολαβίας ακολουθούμενες από υπεργολαβία, στις οποίες πραγματοποιείται εκχώρηση απαιτήσεων μεταξύ του εργολάβου και του υπεργολάβου, με αποτέλεσμα ο υπεργολάβος να αποκτά απαίτηση έναντι του τελικού αποδέκτη των εργασιών;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

27      Με το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 90, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στη δυνατότητα ενός υπεργολάβου, στον οποίον έχει εκχωρηθεί η απαίτηση του εργολάβου έναντι του κυρίου του έργου από σύμβαση έργου, να προβεί σε αναπροσαρμογή της βάσης επιβολής του ΦΠΑ λόγω μη ικανοποίησης της απαίτησης από τον κύριο του έργου.

28      Το άρθρο 90, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ, το οποίο διέπει τις περιπτώσεις ακύρωσης, καταγγελίας, λύσης, ολικής ή μερικής μη καταβολής ή μείωσης της τιμής σε χρόνο μεταγενέστερο της πραγματοποίησης της φορολογητέας πράξης, προβλέπει τη μείωση της βάσης επιβολής του φόρου και, συνακόλουθα, του ποσού του ΦΠΑ που οφείλει ο υποκείμενος στον φόρο, εφόσον, μετά την πραγματοποίηση της φορολογητέας πράξης, ο υποκείμενος στον φόρο δεν εισπράξει την αντιπαροχή εν όλω ή εν μέρει. Η διάταξη αυτή αποτελεί έκφραση θεμελιώδους αρχής της εν λόγω οδηγίας, ήτοι της αρχής της φορολογικής ουδετερότητας, κατά την οποία η βάση επιβολής του φόρου συνίσταται στην πράγματι ληφθείσα αντιπαροχή, συνέπεια δε της αρχής αυτής είναι ότι η φορολογική αρχή δεν μπορεί να εισπράξει ως ΦΠΑ ποσό υψηλότερο εκείνου που εισέπραξε ο υποκείμενος στον φόρο (απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2023, Euler Hermes, C-482/21, EU:C:2023:83, σκέψη 32).

29      Λαμβανομένων υπόψη του γράμματος του άρθρου 90, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ καθώς και της αρχής της φορολογικής ουδετερότητας, οι διατυπώσεις που οφείλουν να εκπληρώνουν οι υποκείμενοι στον φόρο για να ασκούν ενώπιον των φορολογικών αρχών το δικαίωμα μείωσης της βάσης επιβολής του ΦΠΑ πρέπει να συνίστανται μόνο στις διατυπώσεις εκείνες χάρη στις οποίες αποδεικνύεται ότι, μετά τη σύναψη της πράξης, η αντιπαροχή ή ένα μέρος της δεν πρόκειται οριστικά να καταβληθεί (απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2023, Euler Hermes, C-482/21, EU:C:2023:83, σκέψη 33).

30      Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα αν το δικαίωμα μείωσης ανήκει μόνο στους υποκειμένους στον φόρο που πραγματοποίησαν τη φορολογητέα πράξη για την οποία οφείλεται η αντιπαροχή και είναι, ως εκ τούτου, υπόχρεοι του ΦΠΑ ή αν το δικαίωμα αυτό ανήκει επίσης στους τρίτους υποκειμένους στον φόρο στους οποίους οι εν λόγω υποκείμενοι στον φόρο εκχώρησαν την απαίτηση που συνδέεται με τη συγκεκριμένη αντιπαροχή.

31      Συναφώς, επισημαίνεται, όσον αφορά τον ρόλο των «υποκειμένων στον φόρο», ότι, κατά τη νομολογία, ο συγκεκριμένος ρόλος δεν περιορίζεται στην είσπραξη του ΦΠΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 193 της οδηγίας ΦΠΑ, οι υποκείμενοι στον φόρο φέρουν κατ’ αρχήν την υποχρέωση καταβολής του φόρου όταν πραγματοποιούν φορολογητέα παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, χωρίς η υποχρέωση αυτή να εξαρτάται από την προηγούμενη είσπραξη της αντιπαροχής ή, τουλάχιστον, από το ποσό του καταβληθέντος φόρου εκροών [απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2021, X-Beteiligungsgesellschaft (ΦΠΑ – Διαδοχικές πληρωμές), C-324/20, EU:C:2021:880, σκέψη 53].

32      Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 63 της οδηγίας ΦΠΑ, ο ΦΠΑ καθίσταται απαιτητός κατά τον χρόνο της παράδοσης των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών, ήτοι κατά τον χρόνο πραγματοποίησης της επίμαχης πράξης, ανεξαρτήτως του αν έχει καταβληθεί η αντιπαροχή για την πράξη αυτή. Επομένως, ο ΦΠΑ οφείλεται στο Δημόσιο από τον προμηθευτή αγαθών ή τον πάροχο υπηρεσιών, μολονότι αυτός δεν έχει ακόμη εισπράξει, από τον πελάτη του, το αντίτιμο που αντιστοιχεί στην πραγματοποιηθείσα πράξη [απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2021, X-Beteiligungsgesellschaft (ΦΠΑ – Διαδοχικές πληρωμές), C-324/20, EU:C:2021:880, σκέψη 54].

33      Εφόσον ένας προμηθευτής αγαθών ή πάροχος υπηρεσιών ήταν υποκείμενος στον φόρο κατά τον χρόνο της πραγματοποίησης της παράδοσης των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών, χρονικό σημείο κατά το οποίο, βάσει του άρθρου 63 της οδηγίας ΦΠΑ, επέρχεται η γενεσιουργός αιτία του φόρου και ο φόρος καθίσταται απαιτητός, αυτός εξακολουθεί να οφείλει τον ΦΠΑ που εισέπραξε για λογαριασμό του Δημοσίου, ανεξαρτήτως του αν απώλεσε εν τω μεταξύ την ιδιότητα του υποκειμένου στον φόρο. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η βάση επιβολής του φόρου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 73 της οδηγίας ΦΠΑ, συνίσταται στην πράγματι ληφθείσα αντιπαροχή, ο προμηθευτής ή πάροχος μπορεί, ακόμη και αφού απολέσει την ιδιότητα του υποκειμένου στον φόρο, να αναπροσαρμόσει τη βάση επιβολής του φόρου κατά τρόπον ώστε αυτή να αντικατοπτρίζει την πράγματι ληφθείσα αντιπαροχή και η φορολογική αρχή να μην εισπράξει ως ΦΠΑ ποσό υψηλότερο από εκείνο που εισέπραξε ο εν λόγω προμηθευτής ή πάροχος [πρβλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2020, E. (ΦΠΑ – Μείωση της βάσης επιβολής του φόρου), C-335/19, EU:C:2020:829, σκέψη 40]. Επομένως, το δικαίωμα μείωσης της βάσης επιβολής του φόρου συνδέεται στενά με την ιδιότητα του υπόχρεου του ΦΠΑ που συνδέεται με τη φορολογητέα πράξη για την οποία οφείλεται η εν λόγω αντιπαροχή.

34      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, πραγματοποιήθηκαν δύο συναλλαγές που αφορούσαν φορολογητέες πράξεις. Η πρώτη συναλλαγή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εμπορικής σχέσης μεταξύ του υπεργολάβου και του εργολάβου. Η δεύτερη συναλλαγή εντασσόταν στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ του εργολάβου και του κυρίου του έργου. Ο υπεργολάβος ήταν ξένος προς τη συναλλαγή μεταξύ του εργολάβου και του κυρίου του έργου, ο οποίος, με τη σειρά του, δεν μετείχε στη συναλλαγή μεταξύ του υπεργολάβου και του εργολάβου.

35      Όσον αφορά την πρώτη συναλλαγή, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 34 ανωτέρω, και ειδικότερα το ζήτημα αν πληρούται η προϋπόθεση περί μη καταβολής που προβλέπεται στο άρθρο 90, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, ως κρίσιμα στοιχεία προκειμένου να εκτιμηθεί αν καταβλήθηκε η αντιπαροχή στο πλαίσιο των φορολογητέων πράξεων μεταξύ του υπεργολάβου και του εργολάβου, τόσο η χρηματική καταβολή όσο και η εκχώρηση στον υπεργολάβο της απαίτησης του εργολάβου έναντι του κυρίου του έργου (βλ. σκέψη 18 ανωτέρω), δεδομένου ότι μια τέτοια εκχώρηση συνιστά αφ’ εαυτής αμοιβή και παρουσιάζει οικονομική αξία η ίδια [πρβλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2023, Finanzamt X (Παροχή υπηρεσιών από τον ιδιοκτήτη στάβλων), C-713/21, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2023:80, σκέψεις 46 και 47].

36      Συναφώς, όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 17 και 18 ανωτέρω, ο εργολάβος αφενός, προκειμένου να εξοφλήσει τα τιμολόγια που εξέδωσε προς τον ίδιο ο υπεργολάβος, κατέβαλε το ποσό των 270 819,76 RON, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, και, αφετέρου, σχετικά με το υπόλοιπο της οφειλής του που ανερχόταν σε ύψος 1 700 000 RON, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, συνήψε με αυτόν επικυρωθείσα εκχώρηση απαίτησης της 24ης Ιουλίου 2015, δυνάμει της οποίας ο υπεργολάβος κατέστη δικαιούχος της απαίτησης του εργολάβου έναντι του κυρίου του έργου. Η εν λόγω εκχώρηση απαίτησης, αυτή καθεαυτήν, δεν τελούσε σε συνάρτηση με την πραγματική πληρωμή ή την εύλογη πιθανότητα μελλοντικής ικανοποίησης της απαίτησης από τον οφειλέτη, κύριο του έργου. Εν συνεχεία, στις 31 Αυγούστου 2021 ο υπεργολάβος καταχώρισε στα λογιστικά βιβλία του ότι η οφειλή του εργολάβου «[είχε] εξοφληθεί». Όπως προκύπτει από την απόφαση προδικαστικής αποφάσεως, τα ανωτέρω ποσά, τα οποία διευθετήθηκαν εξωδικαστικώς, αντιστοιχούσαν στο σύνολο των τιμολογίων που είχε εκδώσει ο υπεργολάβος προς τον εργολάβο. Ως εκ τούτου, ο εργολάβος εξόφλησε το σύνολο της αρχικής οφειλής, ύψους 1 970 819,76 RON

37      Κατά συνέπεια, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, η απαίτηση έναντι του υπεργολάβου πρέπει να θεωρηθεί ότι ικανοποιήθηκε στο σύνολό της, οπότε δεν υφίσταται έρεισμα για μείωση της βάσης επιβολής του φόρου ως προς τον εκδοχέα υπεργολάβο.

38      Όσον αφορά τη δεύτερη συναλλαγή, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 34 ανωτέρω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι ο κύριος του έργου, ο οποίος κηρύχθηκε σε πτώχευση τον Δεκέμβριο του 2014, δεν κατέβαλε ούτε στον εργολάβο ούτε, άλλωστε, στον εκδοχέα υπεργολάβο τα ποσά που συνδέονταν με τα τιμολόγια τα οποία αφορούσε η αναπροσαρμογή στην οποία προέβη ο τελευταίος. Επομένως, σχετικά με την εν λόγω συναλλαγή μεταξύ του εργολάβου και του κυρίου του έργου, διαπιστώνεται «μη καταβολή», κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ, η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει, ενδεχομένως, μείωση της βάσης επιβολής του φόρου.

39      Όσον αφορά το ζήτημα του δικαιούχου της μείωσης της βάσης επιβολής του φόρου κατ’ εφαρμογήν της διάταξης αυτής, επισημαίνεται ότι ο εργολάβος ήταν υποκείμενος στον φόρο κατά τον χρόνο της παροχής των επίμαχων υπηρεσιών επί ακινήτων, χρονικό σημείο κατά το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 63 της οδηγίας ΦΠΑ, επήλθε η γενεσιουργός αιτία του φόρου και ο φόρος κατέστη απαιτητός (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω).

40      Επομένως, αφενός, ο εργολάβος εξακολουθούσε να είναι υπόχρεος του οφειλόμενου ΦΠΑ σχετικά με τη δεύτερη συναλλαγή που μνημονεύεται στη σκέψη 34 ανωτέρω, ακόμη και μετά την εκχώρηση της απαίτησης αστικού δικαίου στον υπεργολάβο.

41      Αφετέρου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η βάση επιβολής του φόρου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 73 της οδηγίας ΦΠΑ, συνίσταται στην πράγματι ληφθείσα αντιπαροχή (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω), ο εργολάβος διατηρούσε το δικαίωμα να προβεί σε μείωση της επιβολής του φόρου ώστε να αντικατοπτρίζεται η μη καταβολή της αντιπαροχής λόγω της πτώχευσης του κυρίου του έργου και ώστε η φορολογική διοίκηση να μη λάβει, ως αποδιδόμενο ΦΠΑ, ποσό υψηλότερο από εκείνο που έλαβε ο ίδιος. Συναφώς, όπως επισημαίνει επίσης το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο της αίτησης προδικαστικής αποφάσεως, όσον αφορά την εκχωρηθείσα απαίτηση (βλ. σημείο 36 ανωτέρω), ο πάροχος των υπηρεσιών, για τις οποίες ο κύριος του έργου όφειλε να καταβάλει τίμημα, είναι και παραμένει ο εργολάβος, ο οποίος είχε την ιδιότητα του υποκειμένου στον φόρο κατά τον χρόνο της παροχής των υπηρεσιών, δηλαδή κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο επήλθε η γενεσιουργός αιτία του φόρου και ο φόρος κατέστη απαιτητός.

42      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η δυνατότητα αναπροσαρμογής της βάσης επιβολής του φόρου από τον εργολάβο απέρρεε από το γεγονός της κήρυξης του κυρίου του έργου σε πτώχευση, η οποία ακολουθήθηκε από τη διαγραφή του από το εμπορικό μητρώο (βλ. σκέψεις 16 και 19 ανωτέρω) χωρίς να έχουν εκπληρωθεί οι οικονομικές υποχρεώσεις του έναντι του εργολάβου οι οποίες προέκυπταν από τη μεταξύ τους σχέση, δεδομένου ότι δεν έλαβε κανένα τμήμα από την οικεία πτωχευτική περιουσία προς ικανοποίηση της απαίτησής του. Κατά συνέπεια, όπως αναφέρεται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η μη καταβολή από τον κύριο του έργου είναι οριστική, δεδομένου ότι η απαίτηση κατέστη οριστικώς ως ανεπίδεκτη είσπραξης.

43      Επιπλέον, επισημαίνεται, αφενός, ότι η ιδιότητα του υπόχρεου του ΦΠΑ αποκτάται βάσει των εφαρμοστέων φορολογικών διατάξεων και ότι η οδηγία ΦΠΑ δεν περιέχει καμία διάταξη που να προβλέπει τη δυνατότητα μεταβίβασης της ιδιότητας αυτής ή του δικαιώματος διακανονισμού δυνάμει συμφωνίας ιδιωτικού δικαίου, όπως η εκχώρηση απαίτησης.

44      Περαιτέρω, το ζήτημα του δικαιούχου της μείωσης της βάσης επιβολής του ΦΠΑ διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα του ΦΠΑ, ανεξαρτήτως των εθνικών κανόνων που τυχόν διέπουν τις εκχωρήσεις απαιτήσεων κατά το αστικό δίκαιο (πρβλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2023, Euler Hermes, C-482/21, EU:C:2023:83, σκέψη 42).

45      Αφετέρου, το δικαίωμα αναπροσαρμογής της βάσης επιβολής του φόρου πρέπει να θεωρηθεί ως συναφές ή παρεπόμενο δικαίωμα σε σχέση με τη φορολογική οφειλή του υποχρέου της καταβολής του ΦΠΑ και σε σχέση με το δικαίωμά του να ζητήσει την επιστροφή του νομίμως καταβληθέντος ΦΠΑ.

46      Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν χωρεί εκχώρηση απαίτησης προκειμένου να μεταβιβαστεί η υποχρέωση του δανειστή, ο οποίος υπόκειται στον ΦΠΑ κατά τον χρόνο της παράδοσης των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών, να καταβάλει τον οφειλόμενο για την πράξη αυτή ΦΠΑ ή προκειμένου να μεταβιβαστεί το δικαίωμά του να προβεί σε εκ των υστέρων αναπροσαρμογή της βάσης επιβολής του φόρου, ώστε να απαλλαγεί εν όλω ή εν μέρει από τη φορολογική οφειλή του [βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2020, E. (ΦΠΑ – Μείωση της βάσης επιβολής του φόρου), C-335/19, EU:C:2020:829, σκέψεις 33, 40 και 41].

47      Συνεπώς, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, το δικαίωμα της μείωσης επιβολής του φόρου που προβλέπεται στο άρθρο 90, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ δεν μπορεί να ασκηθεί από τον εκδοχέα υπεργολάβο, ο οποίος δεν έχει την ιδιότητα του υποκειμένου στον φόρο στο πλαίσιο της δεύτερης πράξης που μνημονεύεται στη σκέψη 34 ανωτέρω.

48      Άλλωστε, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με την αρχή της φορολογικής ουδετερότητας, η οποία είναι συμφυής με το κοινό σύστημα ΦΠΑ και αποσκοπεί στην πλήρη απαλλαγή του επιχειρηματία από το βάρος του ΦΠΑ που οφείλεται ή έχει καταβληθεί στο πλαίσιο του συνόλου των οικονομικών δραστηριοτήτων του (πρβλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2023, Euler Hermes, C-482/21, EU:C:2023:83, σκέψη 44; βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2020, S?g?rd Fastigheter, C-787/18, EU:C:2020:964, σκέψεις 52 έως 54).

49      Κατά συνέπεια, ο εκδοχέας υπεργολάβος, υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης στον τομέα του ΦΠΑ και ανεξαρτήτως των εθνικών κανόνων που τυχόν διέπουν τις εκχωρήσεις απαιτήσεων κατά το αστικό δίκαιο, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο υποκείμενος στον φόρο που έχει δικαίωμα, όσον αφορά την εκχωρηθείσα απαίτηση που προκύπτει από την κύρια συμβατική σχέση, σχετικά με κατασκευαστικό έργο, μεταξύ του εργολάβου και του κυρίου του έργου στην οποία δεν συμμετείχε, να προβεί σε μείωση της βάσης επιβολής του ΦΠΑ βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ.

50      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 90, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στη δυνατότητα ενός υπεργολάβου, στον οποίον έχει εκχωρηθεί η απαίτηση του εργολάβου έναντι του κυρίου του έργου από σύμβαση έργου, να προβεί σε αναπροσαρμογή της βάσης επιβολής του ΦΠΑ λόγω μη ικανοποίησης της απαίτησης από τον κύριο του έργου.

 Επί των δικαστικών εξόδων

51      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Γενικό Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

αποφαίνεται:

Το άρθρο 90, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στη δυνατότητα ενός υπεργολάβου, στον οποίον έχει εκχωρηθεί η απαίτηση του εργολάβου έναντι του κυρίου του έργου από σύμβαση έργου, να προβεί σε αναπροσαρμογή της βάσης επιβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας λόγω μη ικανοποίησης της απαίτησης από τον κύριο του έργου.

P??torak

Hesse

Steinfatt

Petrl?k

 

      Δημητρακόπουλος

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Απριλίου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ρουμανική.