ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 10ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Αίτηση αναιρέσεως – Θεσμικό δίκαιο – Ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας – Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 – Άρθρο 16 – Διορισμός των Ευρωπαίων Εισαγγελέων – Διορισμός ενός εκ των υποψηφίων που πρότεινε η Ελληνική Δημοκρατία – Κανόνες για τον διορισμό των Ευρωπαίων Εισαγγελέων – Προσφυγή ακυρώσεως – Λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη νομιμότητας της υποβληθείσας από το οικείο κράτος μέλος πρότασης διορισμού – Αναρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου »
Στην υπόθεση C-507/24 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 18 Ιουλίου 2024,
YS, εκπροσωπούμενος από τον Α. Παππά, τη Δ.-Α. Παππά και τον Σ. Παππά, δικηγόρους,
αναιρεσείων,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από την M. Μπαλτά, τον E. Rebasti και τον A. ?tef?nuc,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Θ. Αδαμόπουλο, τον J. Baquero Cruz και την F. Blanc,
καθών πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Jarukaitis, πρόεδρο τμήματος, M. Condinanzi, N. J??skinen, R. Frendo και A. Kornezov (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos S?nchez-Bordona
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτηση αναιρέσεως, ο YS ζητεί την αναίρεση της διάταξης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 8ης Μαΐου 2024, YS κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (T-411/23, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2024:310), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή του με την οποία ζητούσε, εν συνόψει, να ακυρωθεί η απόφαση (ΕΕ) 2023/1335 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2023, για τον διορισμό των ευρωπαίων εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ 2023, L 166, σ. 116) (στο εξής: επίδικη απόφαση), και να διαπιστωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρανόμως παρέλειψε να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939
2 Το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ 2017, L 283, σ. 1), το οποίο επιγράφεται «Διορισμός και παύση του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα», ορίζει στην παράγραφο 3 τα εξής:
«Η επιλογή γίνεται βάσει ανοικτής πρόσκλησης για υποβολή υποψηφιοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη συνέχεια επιτροπή επιλογής (στο εξής: επιτροπή επιλογής) καταρτίζει κατάλογο των υποψηφίων που διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα, τον οποίο υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης]. Η επιτροπή επιλογής συγκροτείται από δώδεκα πρόσωπα που επιλέγονται μεταξύ πρώην μελών του Δικαστηρίου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πρώην εθνικών μελών της Eurojust, μελών των εθνικών ανώτατων δικαστηρίων, ανώτερων εισαγγελέων και δικηγόρων εγνωσμένης ικανότητας. Ένα από τα επιλεγέντα πρόσωπα προτείνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το Συμβούλιο θεσπίζει τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής και εκδίδει απόφαση περί του διορισμού των μελών της έπειτα από πρόταση της Επιτροπής.»
3 Το άρθρο 16 του κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Διορισμός και παύση των ευρωπαίων εισαγγελέων», ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος προτείνει τρεις υποψηφίους(-ες) για τη θέση του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα μεταξύ προσώπων τα οποία:
α) είναι ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος του σχετικού κράτους μέλους,
β) παρέχουν εχέγγυα ανεξαρτησίας και
γ) διαθέτουν τα προσόντα που απαιτούνται για διορισμό σε υψηλό εισαγγελικό ή δικαστικό αξίωμα στο αντίστοιχο κράτος μέλος τους και διαθέτουν τη σχετική πρακτική πείρα στα εθνικά νομικά συστήματα, στις έρευνες στον χρηματοοικονομικό τομέα και στη διεθνή δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις.
2. Αφού λάβει την αιτιολογημένη γνώμη από την [επιτροπή επιλογής], το Συμβούλιο επιλέγει και διορίζει έναν (μια) από τους (τις) υποψήφιους(-ες) ως ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα του οικείου κράτους μέλους. Εάν η επιτροπή επιλογής κρίνει ότι συγκεκριμένος(-η) υποψήφιος(-α) δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα, η γνώμη της είναι δεσμευτική για το Συμβούλιο.
[...]»
Η εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/1696
4 Στις 13 Ιουλίου 2018 το Συμβούλιο εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/1696, για τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ 2018, L 282, σ. 8).
5 Το παράρτημα της εκτελεστικής απόφασης, το οποίο επιγράφεται «Κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής» (στο εξής: κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής), προβλέπει στο σημείο VI.2, πρώτο εδάφιο, τα εξής:
«Η επιτροπή επιλογής, αφού λάβει τις υποψηφιότητες, τις εξετάζει σε σχέση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού [2017/1939]. Η επιτροπή επιλογής καλεί τους προτεινόμενους υποψήφιους σε ακρόαση. Η ακρόαση πραγματοποιείται με αυτοπρόσωπη συμμετοχή.»
6 Το σημείο VII.2 των κανόνων λειτουργίας της επιτροπής επιλογής ορίζει τα εξής:
«Με βάση τα πορίσματά της κατά τη διάρκεια της εξέτασης και της ακρόασης, η επιτροπή επιλογής διατυπώνει γνώμη σχετικά με τα προσόντα των υποψηφίων για την εκτέλεση των καθηκόντων των Ευρωπαίων εισαγγελέων και δηλώνει ρητά το κατά πόσον οι υποψήφιοι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 παράγραφος 1 του κανονισμού [2017/1939]. Η επιτροπή επιλογής αιτιολογεί τη γνώμη της.
Σε περίπτωση που προτεινόμενοι υποψήφιοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 παράγραφος 1 του κανονισμού [2017/1939], η επιτροπή επιλογής ζητά, μέσω της γραμματείας της, από το οικείο κράτος μέλος να προτείνει αντίστοιχο αριθμό νέων υποψηφίων.
Η επιτροπή επιλογής κατατάσσει τους υποψηφίους με βάση τα προσόντα και την πείρα τους. Η κατάταξη καθορίζει τη σειρά προτίμησης της επιτροπής επιλογής και δεν είναι δεσμευτική για το Συμβούλιο.»
Η επίδικη απόφαση
7 Οι αιτιολογικές σκέψεις 3, 6, 7, 11 και 13 της επίδικης απόφασης έχουν ως εξής:
«(3) Η θητεία των οκτώ ευρωπαίων εισαγγελέων που διορίστηκαν για περίοδο τριών ετών χωρίς δυνατότητα ανανέωσης μέσω της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2020/1117 [του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 2020, για τον διορισμό των ευρωπαίων εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ 2020, L 244, σ. 18),] λήγει στις 28 Ιουλίου 2023. Προκειμένου να διασφαλισθεί η συνέχεια της λειτουργίας του συλλογικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, το οποίο αποτελείται από τον ευρωπαίο γενικό εισαγγελέα και έναν ευρωπαίο εισαγγελέα ανά συμμετέχον κράτος μέλος, είναι αναγκαίο να διορίσει το Συμβούλιο οκτώ ευρωπαίους εισαγγελείς για τις θέσεις αυτές, οι οποίες πρόκειται να κενωθούν από την 29η Ιουλίου 2023.
[...]
(6) Η [Ελληνική Δημοκρατία], η [Ιταλική Δημοκρατία], η [Κυπριακή Δημοκρατία], η [Δημοκρατία της Λιθουανίας] και η [Δημοκρατία της Αυστρίας] πρότειναν τους υποψηφίους τους για τις θέσεις που πρόκειται να κενωθούν από τις 29 Ιουλίου 2023.
(7) Η επιτροπή επιλογής συνέταξε τις αιτιολογημένες γνώμες και την κατάταξη για καθέναν από τους προτεινόμενους από τα εν λόγω κράτη μέλη υποψηφίους που πληρούσαν τους όρους του άρθρου 16 παράγραφος 1 του κανονισμού [2017/1939] και τις υπέβαλε στο Συμβούλιο, το οποίο τις παρέλαβε στις 2 Μαΐου 2023.
[...]
(11) Το Συμβούλιο αξιολόγησε τα αντίστοιχα προσόντα των υποψηφίων, λαμβάνοντας υπόψη τις αιτιολογημένες γνώμες που υποβλήθηκαν από την επιτροπή επιλογής.
[...]
(13) Βάσει αξιολόγησης των αντίστοιχων προσόντων των υποψηφίων, το Συμβούλιο ακολούθησε τη μη δεσμευτική σειρά προτίμησης που υπέδειξε η επιτροπή επιλογής για τους υποψηφίους που προτάθηκαν από την [Ελληνική Δημοκρατία], [την Κυπριακή Δημοκρατία], τη [Δημοκρατία της Λιθουανίας] και [τη Δημοκρατία της Αυστρίας]».
8 Στο άρθρο 1 της επίδικης απόφασης αναφέρονται οι πέντε υποψήφιοι που διορίζονται Ευρωπαίοι Εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για μη ανανεώσιμη θητεία έξι ετών από τις 29 Ιουλίου 2023. Στον κατάλογο αυτόν περιλαμβάνεται και το όνομα του υποψηφίου που πρότεινε η Ελληνική Δημοκρατία.
Το ελληνικό δίκαιο
9 Ο νόμος 4786/2021 «Εφαρμογή διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ρυθμίσεις για τη λειτουργία των δικαστηρίων και άλλες διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης» (ΦΕΚ Α' 43), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης (στο εξής: νόμος 4786/2021), ο οποίος αφορά την εφαρμογή του κανονισμού 2017/1939, προβλέπει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, τα εξής:
«1. Κάθε υποψήφιος για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα απαιτείται, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης και κατά τον χρόνο του διορισμού του:
α) να κατέχει τον βαθμό τουλάχιστον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών έως και αυτόν του Εισαγγελέα Εφετών. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών πρέπει να έχει συμπληρώσει πέντε (5) τουλάχιστον έτη στον βαθμό αυτόν,
β) να έχει τη δυνατότητα υπηρέτησης στην εθνική Εισαγγελική Αρχή επί εννέα (9) τουλάχιστον έτη μέχρι την αποχώρησή του λόγω του ορίου ηλικίας [...]».
Το ιστορικό της διαφοράς
10 Για τους σκοπούς της αναιρετικής διαδικασίας, το ιστορικό της διαφοράς, το οποίο εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 12 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως.
11 Στις 27 Σεπτεμβρίου 2022 οι ελληνικές αρχές δημοσίευσαν πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων ώστε να προτείνουν εξ ονόματος της Ελληνικής Δημοκρατίας τρεις υποψηφίους για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Στις 17 Οκτωβρίου 2022 ο αναιρεσείων, ο οποίος υπηρετεί ως εφέτης, υπέβαλε υποψηφιότητα στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας.
12 Με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2022, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (Ελλάδα) (στο εξής: ΑΔΣ) απέρριψε την υποψηφιότητα του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούσε την προϋπόθεση του νόμου 4786/2021, καθώς δεν κατείχε την εισαγγελική ιδιότητα.
13 Με την ίδια απόφαση, το ΑΔΣ πρότεινε, εξ ονόματος της Ελληνικής Δημοκρατίας, τρεις υποψηφίους για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα.
14 Στις 22 Μαρτίου 2023 ο αναιρεσείων άσκησε κατά της απόφασης του ΑΔΣ αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ελλάδα).
15 Λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις υποψηφιοτήτων που υποβλήθηκαν από τις εθνικές αρχές, η επιτροπή επιλογής συνέταξε τις αιτιολογημένες γνώμες και διαμόρφωσε τη σειρά κατάταξης για τους προταθέντες από τις εθνικές αρχές υποψηφίους και τις υπέβαλε στο Συμβούλιο.
16 Με την επίδικη απόφαση, το Συμβούλιο διόρισε πέντε Ευρωπαίους Εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εκ των υποψηφίων που είχαν προτείνει τα οικεία κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και τον προταθέντα από την Ελληνική Δημοκρατία εισαγγελέα.
Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
17 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Ιουλίου 2023, ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ζητώντας, κατ’ ουσίαν, αφενός, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση και, αφετέρου, βάσει του άρθρου 265 ΣΛΕΕ, να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή παρανόμως παρέλειψε να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας.
18 Με χωριστά δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 27 και 29 Σεπτεμβρίου 2023, το Συμβούλιο και η Επιτροπή προέβαλαν, αντιστοίχως, ενστάσεις απαραδέκτου της προσφυγής.
19 Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη.
20 Στις σκέψεις 25 έως 32 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την ένσταση απαραδέκτου που είχε προβάλει η Επιτροπή σε σχέση με το αίτημα του αναιρεσείοντος να διαπιστωθεί παράλειψη του θεσμικού οργάνου όσον αφορά τις παραβάσεις στις οποίες υποστήριζε ότι είχε υποπέσει η Ελληνική Δημοκρατία. Υπενθύμισε ειδικότερα, στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι, κατά πάγια νομολογία, τα φυσικά και νομικά πρόσωπα δεν δύνανται να ασκήσουν παραδεκτώς προσφυγή κατά παραλείψεως με αίτημα να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή, μη κινώντας κατά κράτους μέλους διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως, παρέλειψε να αποφανθεί κατά παράβαση της Συνθήκης ΛΕΕ.
21 Στις σκέψεις 33 έως 41 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την προβληθείσα από το Συμβούλιο ένσταση απαραδέκτου κρίνοντας ότι, σύμφωνα με τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Berlusconi και Fininvest (C-219/17, EU:C:2018:1023, σκέψεις 45 και 46), το Γενικό Δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να αποφανθεί επί της αιτιάσεως του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως νομιμότητας της απόφασης του ΑΔΣ με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητά του και της οποίας ο έλεγχος απόκειται στα εθνικά δικαστήρια, καθώς και ότι ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει καμία άλλη αιτίαση προς απόδειξη του παράνομου χαρακτήρα της επίδικης απόφασης.
22 Επικουρικώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με το σκεπτικό που εκτίθεται στις σκέψεις 42 έως 46 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αποδείξει ούτε την ύπαρξη ενεστώτος ή βεβαίου εννόμου συμφέροντος για την ακύρωση της επίδικης απόφασης. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το υποβληθέν δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ αίτημα έπρεπε να απορριφθεί και για τους λόγους αυτούς.
Τα αιτήματα των διαδίκων στην αναιρετική διαδικασία
23 Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη,
– να ακυρώσει την επίδικη απόφαση είτε στο σύνολό της είτε, τουλάχιστον, ως προς τον διορισμό στη θέση Ευρωπαίου Εισαγγελέα του προταθέντος από την Ελληνική Δημοκρατία υποψηφίου, και
– να υποχρεώσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να φέρουν, πέραν των δικαστικών εξόδων τους, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο αναιρεσείων στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
24 Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
25 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμη και
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
26 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν πληροί τις προϋποθέσεις παραδεκτού για τον λόγο ότι ο αναιρεσείων δεν προβάλλει συγκεκριμένα επιχειρήματα προκειμένου να προσδιορίσει τα αποδιδόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη νομικά σφάλματα, αλλά απλώς επαναλαμβάνει ή αναδιατυπώνει τα επιχειρήματα που είχε προβάλει πρωτοδίκως.
27 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το άρθρο 168, παράγραφος 1, στοιχείο δ', και το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς τα βαλλόμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ή διάταξης, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν ειδικώς την αίτηση αναιρέσεως, επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως ή του οικείου λόγου αναιρέσεως (απόφαση της 16ης Απριλίου 2026, Mincu P?tra?cu Br?ncu?i κατά Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, C-328/24 P, EU:C:2026:302, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
28 Δεν πληροί τις επιταγές περί αιτιολογήσεως που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές η αίτηση αναιρέσεως η οποία, χωρίς καν να περιλαμβάνει επιχειρήματα που να αποσκοπούν ειδικώς στον προσδιορισμό του αποδιδόμενου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή διάταξη νομικού σφάλματος, περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς που ρητώς απορρίφθηκαν από Γενικό Δικαστήριο. Μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση για απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής, πράγμα που εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου (απόφαση της 16ης Απριλίου 2026, Mincu P?tra?cu Br?ncu?i κατά Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, C-328/24 P, EU:C:2026:302, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
29 Ωστόσο, εφόσον ο αναιρεσείων αμφισβητεί την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία ή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, τα νομικά επιχειρήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης. Πράγματι, εάν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει την αίτηση αναιρέσεως σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η αναιρετική διαδικασία θα καθίστατο εν μέρει άνευ αντικειμένου (απόφαση της 16ης Απριλίου 2026, Mincu P?tra?cu Br?ncu?i κατά Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, C-328/24 P, EU:C:2026:302, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους αμφισβητεί το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την αρμοδιότητα του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου και το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, όπως εκτίθεται αφενός στις σκέψεις 33 έως 41 και αφετέρου στις σκέψεις 42 έως 46 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, υποστηρίζοντας, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και αιτιολογημένο, ότι το σκεπτικό αυτό εμπεριέχει νομικά σφάλματα.
31 Η αίτηση αναιρέσεως είναι συνεπώς παραδεκτή.
Επί της ουσίας
32 Προς στήριξη των αιτημάτων του, ο αναιρεσείων προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
33 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στις σκέψεις 37 έως 41 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας εαυτό αναρμόδιο να εξετάσει τη νομιμότητα της απόφασης του ΑΔΣ στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά της επίδικης απόφασης.
34 Ο αναιρεσείων υπενθυμίζει ότι, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, είχε υποστηρίξει ότι η επίδικη απόφαση ήταν παράνομη διότι στηριζόταν στην απόφαση του ΑΔΣ, η οποία έπρεπε να χαρακτηριστεί ως προπαρασκευαστική πράξη εκδοθείσα κατά παράβαση του άρθρου 16 του κανονισμού 2017/1939. Η έλλειψη νομιμότητας της απόφασης του ΑΔΣ προκύπτει από το γεγονός ότι ο νόμος 4786/2021, στον οποίο στηρίζεται η εν λόγω απόφαση, αποκλείει, κατά παράβαση του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού, τους δικαστικούς λειτουργούς από τη διαδικασία πρότασης υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα.
35 Συναφώς, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά αρμόδιο για να εξετάσει τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης είναι το Γενικό Δικαστήριο. Όπως υποστηρίζει, ο διορισμός των Ευρωπαίων Εισαγγελέων είναι μια σύνθετη διοικητική ενέργεια η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την προπαρασκευαστική πρόταση του εκάστοτε κράτους μέλους και ολοκληρώνεται με την έκδοση της τελικής πράξης διορισμού από το Συμβούλιο. Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω θεσμικό όργανο ασκεί μόνο του την τελική εξουσία λήψης απόφασης και δεν δεσμεύεται από προπαρασκευαστικές πράξεις ή προτάσεις των εθνικών αρχών. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να ελέγξει τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης, επί τη βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.
36 Ο αναιρεσείων προβάλλει, ειδικότερα, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθώς τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Berlusconi και Fininvest (C-219/17, EU:C:2018:1023). Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο έχει την εξουσία να απορρίψει μια προδήλως παράνομη πρόταση των εθνικών αρχών για τον διορισμό υποψηφίων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ιδίως όταν η πρόταση αυτή στηρίζεται σε παράνομα κριτήρια επιλογής. Επομένως, το Συμβούλιο διαθέτει επαρκές περιθώριο εκτιμήσεως για να απορρίψει μια τέτοια πρόταση, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα να υποχρεωθεί το οικείο κράτος μέλος να υποβάλει άλλες υποψηφιότητες. Επομένως, η εθνική πρόταση δεν δεσμεύει το Συμβούλιο.
37 Το ανωτέρω συμπέρασμα επιρρωννύεται, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, από τις ευρείες εξουσίες της επιτροπής επιλογής, η οποία διαθέτει επαρκές περιθώριο εκτιμήσεως για να αξιολογήσει την πρόταση των εθνικών αρχών. Συγκεκριμένα, η επιτροπή επιλογής πρέπει, αφενός, να διασφαλίσει ότι το Συμβούλιο θα επιλέξει μεταξύ τριών υποψηφίων οι οποίοι πληρούν έκαστος τις προϋποθέσεις για την άσκηση των καθηκόντων του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Σε περίπτωση που οι τρεις αυτοί υποψήφιοι δεν πληρούν τα σχετικά κριτήρια, η επιτροπή επιλογής ζητεί από το οικείο κράτος μέλος να προτείνει αντίστοιχο αριθμό νέων υποψηφίων. Αφετέρου, η επιτροπή επιλογής οφείλει να προβεί στην, «αποκλειστικά συμβουλευτικού χαρακτήρα», σύγκριση των προσόντων μεταξύ των τριών αυτών υποψηφίων. Ο αναιρεσείων επισημαίνει ότι η κατάταξη που καταρτίζει η επιτροπή επιλογής καθορίζει μια σειρά προτίμησης η οποία δεν είναι δεσμευτική για το Συμβούλιο. Επομένως, είναι προφανές, κατά την άποψή του, ότι η επιτροπή επιλογής και το Συμβούλιο δεν δεσμεύονται από τις προτάσεις των κρατών μελών.
38 Εξ αυτού έπεται, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι η αρμοδιότητα του Συμβουλίου να ελέγχει την επιλεξιμότητα των προτεινόμενων από τα κράτη μέλη υποψηφίων συνεπάγεται ότι το θεσμικό αυτό όργανο είναι επίσης αρμόδιο να ελέγχει τη νομιμότητα της εθνικής διαδικασίας επιλογής υποψηφίων προς διορισμό στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
39 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
40 Υπενθυμίζεται, ότι το άρθρο 263 ΣΛΕΕ απονέμει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την αποκλειστική αρμοδιότητα να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, στα οποία συγκαταλέγεται και το Συμβούλιο.
41 Τυχόν συμμετοχή των εθνικών αρχών στη διαδικασία η οποία καταλήγει στην έκδοση τέτοιων πράξεων δεν μπορεί να αναιρέσει τον χαρακτηρισμό τους ως πράξεων της Ένωσης, όταν οι πράξεις τις οποίες εκδίδουν οι εθνικές αρχές αποτελούν στάδιο μιας διαδικασίας κατά την οποία θεσμικό όργανο της Ένωσης ασκεί μόνο του την τελική εξουσία λήψης αποφάσεων, χωρίς να δεσμεύεται από τις προπαρασκευαστικές πράξεις ή τις προτάσεις των εθνικών αρχών (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Berlusconi και Fininvest, C-219/17, EU:C:2018:1023, σκέψεις 43 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, στην οποία το δίκαιο της Ένωσης δεν αποβλέπει στη διάκριση δύο αρμοδιοτήτων, εκ των οποία η μία είναι εθνική και η άλλη ενωσιακή και οι οποίες έχουν διακριτά αντικείμενα, αλλά αντιθέτως κατοχυρώνει την αποκλειστική εξουσία λήψης αποφάσεων ενός θεσμικού οργάνου της Ένωσης, εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης, δυνάμει της αποκλειστικής αρμοδιότητάς του να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων της Ένωσης επί τη βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, να αποφαίνεται επί της νομιμότητας της τελικής απόφασης την οποία λαμβάνει το θεσμικό όργανο της Ένωσης και να εξετάζει, προς διασφάλιση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων, τυχόν ελαττώματα των προπαρασκευαστικών πράξεων ή των προτάσεων των εθνικών αρχών τα οποία είναι ικανά να θίξουν το κύρος της τελικής αυτής απόφασης (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Berlusconi και Fininvest, C-219/17, EU:C:2018:1023, σκέψη 44 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Εντούτοις, όπως ορθώς υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, πράξη εθνικής αρχής που εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Ένωσης δεν υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης, όταν από την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών αρχών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στον συγκεκριμένο τομέα προκύπτει ότι η πράξη της οικείας εθνικής αρχής συνιστά απαραίτητο στάδιο διαδικασίας έκδοσης πράξης της Ένωσης στο πλαίσιο της οποίας τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν μόνον περιορισμένο ή ανύπαρκτο περιθώριο εκτιμήσεως, με αποτέλεσμα η εθνική πράξη να δεσμεύει το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης. Συνεπώς, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αποφαίνονται επί των τυχόν παρατυπιών μιας τέτοιας εθνικής πράξης, υποβάλλοντας ενδεχομένως προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, υπό τους ίδιους όρους ελέγχου που ισχύουν για κάθε οριστική πράξη η οποία εκδίδεται από την ίδια εθνική αρχή και μπορεί να βλάψει τρίτους, και να θεωρούν εξάλλου, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ως παραδεκτό το σχετικό ένδικο βοήθημα, ακόμη και αν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν το προβλέπουν (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Berlusconi και Fininvest, C-219/17, EU:C:2018:1023, σκέψεις 45 και 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι η επίδικη απόφαση, την ακύρωση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για τον λόγο ότι στηρίζεται σε παράνομη προπαρασκευαστική πράξη των εθνικών αρχών, έχει ως βάση, ιδίως, το άρθρο 16 του κανονισμού 2017/1939.
45 Δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939, κάθε συμμετέχον κράτος μέλος οφείλει να προτείνει τρεις υποψηφίους για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα μεταξύ προσώπων τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις των στοιχείων α' έως γ' της διάταξης αυτής.
46 Η τήρηση των σχετικών προϋποθέσεων πρέπει να ελέγχεται, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1939, από την επιτροπή επιλογής, η οποία εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη.
47 Πράγματι, η επιτροπή επιλογής, αφού λάβει τις υποψηφιότητες που υποβάλλει το οικείο κράτος μέλος, όπως προβλέπει το σημείο VI.2, πρώτο εδάφιο, των κανόνων λειτουργίας της επιτροπής επιλογής, τις εξετάζει σε σχέση με τις απαιτήσεις του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939 και καλεί τους προτεινόμενους υποψηφίους σε ακρόαση.
48 Το σημείο VII.2, πρώτο εδάφιο, των κανόνων λειτουργίας της επιτροπής επιλογής προβλέπει ότι, με βάση τα πορίσματά της κατά τη διάρκεια της εξέτασης και της ακρόασης, η επιτροπή επιλογής διατυπώνει γνώμη σχετικά με τα προσόντα των υποψηφίων για την εκτέλεση των καθηκόντων των Ευρωπαίων Εισαγγελέων και δηλώνει ρητά το κατά πόσον οι υποψήφιοι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939.
49 Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού, εάν η επιτροπή επιλογής κρίνει ότι συγκεκριμένος υποψήφιος δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, η γνώμη της είναι δεσμευτική για το Συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το σημείο VII.2, δεύτερο εδάφιο, των κανόνων λειτουργίας της επιτροπής επιλογής, η επιτροπή επιλογής ζητεί από το οικείο κράτος μέλος να προτείνει αντίστοιχο αριθμό νέων υποψηφίων.
50 Όπως προβλέπεται στο σημείο VII.2, τρίτο εδάφιο, των κανόνων αυτών, η επιτροπή επιλογής κατατάσσει τους υποψηφίους που πληρούν τις απαιτούμενες για την άσκηση των καθηκόντων του Ευρωπαίου Εισαγγελέα προϋποθέσεις με βάση τα προσόντα και την πείρα τους κατά σειρά προτίμησης η οποία δεν είναι δεσμευτική για το Συμβούλιο.
51 Το Συμβούλιο, αφού λάβει την αιτιολογημένη γνώμη της επιτροπής επιλογής, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1939, επιλέγει και διορίζει ως Ευρωπαίο Εισαγγελέα του οικείου κράτους μέλους έναν από τους υποψηφίους που αναφέρονται στην αιτιολογημένη γνώμη.
52 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τον διορισμό των Ευρωπαίων Εισαγγελέων λαμβάνεται κατά το πέρας σύνθετης διοικητικής διαδικασίας η οποία στηρίζεται στην κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών.
53 Το πρώτο στάδιο της διαδικασίας συνίσταται στην πρόταση, από τα οικεία κράτη μέλη, τριών υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Τα κράτη μέλη διαθέτουν, προς τον σκοπό αυτόν, αποκλειστική εξουσία υποβολής προτάσεων, η οποία δεσμεύει το Συμβούλιο, υπό την έννοια ότι ούτε το εν λόγω θεσμικό όργανο ούτε, εξάλλου, η επιτροπή επιλογής διαθέτουν οποιαδήποτε εξουσία ή περιθώριο εκτιμήσεως ώστε να μπορούν να επιλέξουν και, ενδεχομένως, να διορίσουν υποψηφίους διαφορετικούς από εκείνους που προτείνουν τα κράτη μέλη. Ούτε, άλλωστε, έχουν την εξουσία να λάβουν θέση επί των λόγων που οδήγησαν το οικείο κράτος μέλος να απορρίψει ορισμένες υποψηφιότητες κατά το πρώτο αυτό στάδιο, το οποίο διεξάγεται αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο.
54 Επομένως, κατά το πρώτο στάδιο, ούτε η επιτροπή επιλογής ούτε το Συμβούλιο έχουν την εξουσία να υποκαταστήσουν τις εθνικές αρχές στην εκτίμησή τους.
55 Συνεπώς, όπως ορθώς επισήμανε, κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 38 και 39 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, η εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1939 περιορίζεται αποκλειστικώς στον έλεγχο των προτεινόμενων από το οικείο κράτος μέλος υποψηφιοτήτων υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Επομένως, η πράξη της αρμόδιας εθνικής αρχής με την οποία προτείνονται οι υποψήφιοι προς διορισμό στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεσμεύει το Συμβούλιο και καθορίζει το περιεχόμενο της απόφασής του, στο μέτρο που αυτή δεν μπορεί να αφορά άλλες υποψηφιότητες πλην εκείνων που υποβάλλονται με την εν λόγω πράξη.
56 Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αναιρείται από το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι, κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας διορισμού των Ευρωπαίων Εισαγγελέων, η επιτροπή επιλογής έχει ιδία αρμοδιότητα εξέτασης των υποψηφιοτήτων που υποβάλλει το οικείο κράτος μέλος, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη των υποψηφιοτήτων αυτών, με αποτέλεσμα το κράτος μέλος να πρέπει να προτείνει αντίστοιχο αριθμό νέων υποψηφίων.
57 Πράγματι, αφενός, οι εκτιμήσεις της επιτροπής επιλογής μπορούν να αφορούν μόνον τους υποψηφίους που προτείνουν τα κράτη μέλη και δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να επεκταθούν σε άλλους υποψηφίους, ούτε, εξάλλου, στους λόγους για τους οποίους τα κράτη μέλη δεν πρότειναν άλλους υποψηφίους. Αφετέρου, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ένας ή περισσότεροι εκ των προταθέντων από κράτος μέλος υποψηφίων απορριφθούν από την επιτροπή επιλογής για τον λόγο ότι δεν πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939, απόκειται αποκλειστικώς στο οικείο κράτος μέλος να προτείνει νέους υποψηφίους. Επομένως, η επιτροπή επιλογής δεσμεύεται, σε κάθε περίπτωση, από την πρόταση των εθνικών αρχών, υπό την έννοια ότι η αιτιολογημένη γνώμη που η ίδια εκδίδει δεν μπορεί να αφορά άλλες υποψηφιότητες πλην εκείνων που έχει υποβάλει το οικείο κράτος μέλος.
58 Είναι επίσης αληθές ότι, κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας διορισμού των Ευρωπαίων Εισαγγελέων, η επιτροπή επιλογής και, εν συνεχεία, το Συμβούλιο διαθέτουν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση και τη σύγκριση των προσόντων των υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα κράτους μέλους, στο μέτρο που, αφενός, η επιτροπή επιλογής κατατάσσει τους υποψηφίους κατά σειρά προτίμησης με βάση τα προσόντα και την πείρα τους και, αφετέρου, η εν λόγω σειρά προτίμησης δεν είναι δεσμευτική για το Συμβούλιο.
59 Εντούτοις, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 53 της παρούσας απόφασης, το περιθώριο αυτό εκτιμήσεως αφορά μόνον τις τρεις υποψηφιότητες που προτείνει το οικείο κράτος μέλος. Αντιθέτως, η επιτροπή επιλογής και το Συμβούλιο δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο εκτιμήσεως κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας διορισμού των Ευρωπαίων Εισαγγελέων.
60 Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί το επιχείρημα του αναιρεσείοντος κατά το οποίο η διαπίστωση ότι το Συμβούλιο είναι αρμόδιο να ελέγχει την επιλεξιμότητα των υποψηφίων που προτείνονται από τα κράτη μέλη συνεπάγεται ότι το Συμβούλιο είναι επίσης αρμόδιο να ελέγχει τη νομιμότητα της εθνικής διαδικασίας πρότασης υποψηφίων για τις θέσεις των Ευρωπαίων Εισαγγελέων.
61 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε ορθώς τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 41 έως 43 της παρούσας απόφασης και δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι δεν ήταν αρμόδιο να εξετάσει την αιτίαση περί ελλείψεως νομιμότητας της απόφασης του ΑΔΣ με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα του αναιρεσείοντος και της οποίας ο έλεγχος απόκειται στα εθνικά δικαστήρια υπό τις προϋποθέσεις που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 43 της παρούσας απόφασης.
62 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
63 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της εκτίμησης στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 42 έως 46 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, όσον αφορά την έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Δεδομένου ότι, κατά της απόφασης του ΑΔΣ με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητά του, ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκτιμά ότι έχει υπάρχον και ενεστώς έννομο συμφέρον έως ότου το δικαστήριο αυτό αποφανθεί επί της αιτήσεως ακυρώσεως. Επιπλέον, η επιβεβλημένη, κατά τον αναιρεσείοντα, ευδοκίμηση του πρώτου λόγου αναιρέσεως συνεπιφέρει κατ’ ανάγκην την αναίρεση των σκέψεων 42 έως 46 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, καθόσον συνεπάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει την επίδικη απόφαση. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι ενδεχόμενη ακύρωση της επίδικης απόφασης θα υποχρέωνε τις ελληνικές αρχές να επαναλάβουν την εθνική διαδικασία πρότασης υποψηφίων και να εξετάσουν εκ νέου την υποψηφιότητά του, οπότε η ενεργητική νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος έγκεινται στη δυνατότητα συμμετοχής στην εν λόγω διαδικασία. Επιπλέον, η ερμηνεία που υιοθέτησε το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 42 έως 46 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, στερεί από τον αναιρεσείοντα το δικαίωμά του σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.
64 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
65 Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, οι αιτιάσεις οι οποίες βάλλουν κατά επάλληλης αιτιολογίας απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου δεν μπορούν να επιφέρουν την αναίρεση της απόφασης και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέες ως αλυσιτελείς (διάταξη της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Maud Tea & Seed κατά Επιτροπής, C-272/25 P, EU:C:2025:1025, σκέψη 38).
66 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, με το σκεπτικό που παρατίθεται στις σκέψεις 42 έως 46 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης και το οποίο έχει επικουρικό χαρακτήρα, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη ενεστώτος ή βεβαίου εννόμου συμφέροντος για την ακύρωση της επίδικης απόφασης. Επομένως, διαπιστώνεται ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορά επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης.
67 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά της κύριας αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, απορρίπτεται, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί, καθόσον αφορά επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, να επιφέρει την αναίρεση της διάταξης αυτής και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
68 Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
69 Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων.
70 Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ως άνω Κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
71 Δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του Συμβουλίου και της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Ο YS φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
|
Jarukaitis |
Condinanzi |
J??skinen |
|
Frendo |
Kornezov |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Σεπτεμβρίου 2026.
|
Ο Γραμματέας |
Ο πρόεδρος του τμήματος |
|
A. Calot Escobar |
I. Jarukaitis |
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.