Υπόθεση T-190/25, A.K. και „Tabako lapai“ UAB κατά Lietuvos Respublikos generalin? prokurat?ra, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 15ης Απριλίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-190/25, A.K. και „Tabako lapai“ UAB κατά Lietuvos Respublikos generalin? prokurat?ra, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 15ης Απριλίου 2026
Υπόθεση T-190/25, A.K. και „Tabako lapai“ UAB κατά Lietuvos Respublikos generalin? prokurat?ra, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 15ης Απριλίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

της 15ης Απριλίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Ειδικοί φόροι κατανάλωσης – Ειδικός φόρος κατανάλωσης που εφαρμόζεται στα βιομηχανοποιημένα καπνά – Άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/64/ΕΕ – Ερμηνεία της έννοιας του “καπνού καπνίσματος” – Συνεκτίμηση των διατάξεων της Συνδυασμένης Ονοματολογίας και των επεξηγηματικών σημειώσεων – Κύρος – Ασφάλεια δικαίου – Αρχή “nullum crimen, nulla poena sine lege” »

Στην υπόθεση T-190/25,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Lietuvos Auk??iausiasis Teismas (Ανώτατο Δικαστήριο της Λιθουανίας) με απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Φεβρουαρίου 2025, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά

A.K.,

«Tabako lapai» UAB,

παρισταμένης της:

Lietuvos Respublikos generalin? prokurat?ra,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους N. P??torak, πρόεδρο, G. Hesse (εισηγητή), G. Steinfatt, D. Petrl?k και Ι. Δημητρακόπουλο, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: M. Brkan

γραμματέας: V. Di Bucci

έχοντας υπόψη ότι στις 19 Μαρτίου 2025 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχεία β' και δ', του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την V. Kazlauskait?-?ven?ionien?,

–        το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από την R. Liudvinavi?i?t?, την S. Santoro και τον O. Segnana,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον M. Bj?rkland, την A. Demeneix και την J. Jokubauskait?,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά, αφενός, την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64/ΕΕ του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2011, για τη διάρθρωση και τους συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης που εφαρμόζονται στα βιομηχανοποιημένα καπνά (ΕΕ 2011, L 176, σ. 24), και των κλάσεων 2401 και 2403 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ 1987, L 256, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 254/2000 του Συμβουλίου, της 31ης Ιανουαρίου 2000 (ΕΕ 2000, L 28, σ. 16), όπως τροποποιήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/1925 της Επιτροπής, της 12ης Οκτωβρίου 2017 (ΕΕ 2017, L 282, σ. 1) (στο εξής: ΣΟ), καθώς και, αφετέρου, το κύρος του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 και της ΣΟ υπό το πρίσμα του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτη) και της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου.

2        Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας η οποία κινήθηκε κατά της «Tabako lapai» UAB, εταιρίας λιθουανικού δικαίου, και του A.K., διευθυντή της εταιρίας αυτής, για αδικήματα σχετικά με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2011/64

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 3, 8 και 9 της οδηγίας 2011/64 έχουν ως εξής:

«(2)      Η φορολογική νομοθεσία της Ένωσης για τα προϊόντα καπνού πρέπει να εξασφαλίζει την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και, ταυτόχρονα, ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας [...]

(3)      Ένας από τους σκοπούς της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η διατήρηση μιας οικονομικής ένωσης, της οποίας τα χαρακτηριστικά θα είναι ανάλογα με εκείνα μιας εγχώριας αγοράς, εντός της οποίας υπάρχει υγιής ανταγωνισμός. Όσον αφορά τον τομέα των βιομηχανοποιημένων καπνών, η πραγματοποίηση του σκοπού αυτού προϋποθέτει ότι η εφαρμογή στα κράτη μέλη φόρων που επιβαρύνουν την κατανάλωση των προϊόντων αυτού του τομέα δεν νοθεύει τους όρους ανταγωνισμού και δεν εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία τους εντός της Ένωσης.

[...]

(8)      Για λόγους ομοιόμορφης και δίκαιης φορολόγησης, ορισμοί για τα τσιγάρα, τα πούρα και τα πουράκια καθώς και για τα άλλα είδη καπνού καπνίσματος θα πρέπει να προβλεφθούν αντίστοιχα έτσι ώστε [...] για την επιβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης [...] καπνός καπνίσματος ο οποίος είναι παρόμοιος σε μεγάλο βαθμό με λεπτοκομμένο καπνό που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων να αντιμετωπίζεται ως λεπτοκομμένος καπνός [...]

(9)      Όσον αφορά τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης καπνού, η εναρμόνιση της διαρθρώσεως των φόρων αυτών πρέπει, ιδίως, να έχει ως αποτέλεσμα τη μη νόθευση του ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών βιομηχανοποιημένων καπνών που ανήκουν στην ίδια ομάδα εξαιτίας της φορολογίας και την παράλληλη πραγματοποίηση του ανοίγματος των εθνικών αγορών των κρατών μελών.»

4        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2011/64, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο», προβλέπει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις γενικές αρχές της εναρμόνισης της διάρθρωσης και των συντελεστών του ειδικού φόρου κατανάλωσης, στον οποίο τα κράτη μέλη υποβάλλουν τα βιομηχανοποιημένα καπνά.»

5        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/64 προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ως βιομηχανοποιημένα καπνά νοούνται:

[...]

γ)      καπνός καπνίσματος:

i)      ο λεπτοκομμένος καπνός που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων

ii)      άλλα καπνά για κάπνισμα.»

6        Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/64 ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ως καπνός καπνίσματος νοείται:

α)      ο κομμένος ή κατ’ άλλο τρόπο τεμαχισμένος καπνός, σε ορμαθό ή συμπιεσμένος σε πλάκες, ο οποίος μπορεί να καπνισθεί χωρίς να υποστεί μεταγενέστερη μεταποίηση

β)      τα [...] υπολείμματα καπνού [...]».

 Η ΣΟ

7        Το δεύτερο μέρος της ΣΟ, το οποίο επιγράφεται «Πίνακας δασμών», περιλαμβάνει το τμήμα IV, που φέρει τον τίτλο «Προϊόντα των βιομηχανιών ειδών διατροφής, ποτά, αλκοολούχα υγρά και ξίδι. Καπνά και βιομηχανοποιημένα υποκατάστατα καπνού» και στο οποίο διαλαμβάνεται μεταξύ άλλων το κεφάλαιο 24 της ΣΟ, με τίτλο «Καπνά και βιομηχανοποιημένα υποκατάστατα καπνού». Το εν λόγω κεφάλαιο περιλαμβάνει τις ακόλουθες κλάσεις και διακρίσεις:

Κωδικός ΣΟ

Περιγραφή εμπορευμάτων

2401

Καπνά ακατέργαστα ή που δεν έχουν βιομηχανοποιηθεί. Απορρίμματα καπνού

[...]

[...]

2403

Άλλα καπνά και υποκατάστατα του καπνού που έχουν βιομηχανοποιηθεί. Καπνά «ομογενοποιημένα» ή «ανασχηματισμένα». Εκχυλίσματα και βάμματα καπνού


– Καπνός για κάπνισμα, έστω και αν περιέχει υποκατάστατα του καπνού σε οποιαδήποτε αναλογία

[...]

[...]

2403 19

– – Άλλα

2403 19 10

– – – Σε άμεσες συσκευασίες καθαρού περιεχομένου που δεν υπερβαίνει τα 500 g

2403 19 90

– – – Άλλα

[...]

[...]

 Οι επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ

8        Οι επεξηγηματικές σημειώσεις της Συνδυασμένης Ονοματολογίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2015, C 76, σ. 1), όπως τροποποιήθηκαν (ΕΕ 2016, C 121, σ. 4) (στο εξής: επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ), σχετικά με το κεφάλαιο 24 της ΣΟ, προβλέπουν όσον αφορά τις διακρίσεις 2403 19 10 και 2403 19 90 ότι «[ο] καπνός για κάπνισμα είναι καπνός κομμένος ή τεμαχισμένος κατ’ άλλο τρόπο, στριμμένος ή πιεσμένος σε πλάκες, ο οποίος είναι κατάλληλος για κάπνισμα χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως άλλη βιομηχανική κατεργασία».

9        Το παράρτημα A του κεφαλαίου 24 των επεξηγηματικών σημειώσεων της ΣΟ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δοκιμή καπνίσματος για καπνά και προϊόντα καπνών», προβλέπει στο σημείο που αφορά τον «σκοπό»:

«Σκοπός της δοκιμής καπνίσματος είναι να καθοριστεί εναρμονισμένη μέθοδος για τη διάκριση των βιομηχανοποιημένων καπνών (καπνά έτοιμα για κάπνισμα χωρίς περαιτέρω κατεργασία) της κλάσης 2403 από τα ακατέργαστα καπνά της κλάσης 2401. Προκειμένου να γίνεται διαφοροποίηση μεταξύ βιομηχανοποιημένων καπνών της κλάσης 2403 και ακατέργαστων καπνών της κλάσης 2401 εκτελείται δοκιμή καπνίσματος [...]»

10      Το παράρτημα A του κεφαλαίου 24 των επεξηγηματικών σημειώσεων της ΣΟ προβλέπει στο σημείο που αφορά την «προετοιμασία του δείγματος» τα εξής:

«Το δείγμα αναμειγνύεται πλήρως και, αν χρειάζεται, λαμβάνεται επιμέρους δείγμα με τη μέθοδο κώνου και τετραμερισμού (coning and quartering). Όταν το δείγμα είναι ξηρό (υγρασία μικρότερη από 8 % κατά μάζα) πρέπει να εγκλιματίζεται (θερμοκρασία 22 ± 1 °C, με σχετική υγρασία 60 ± 3 %) επί τουλάχιστον 48 ώρες.

Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο κοπή, θραύση, θρυμματισμός, άλεση ή άλλου είδους τεμαχισμός του δείγματος.»

 Το λιθουανικό δίκαιο

 Ο λιθουανικός ποινικός κώδικας

11      Το άρθρο 1992 του Lietuvos Respublikos baud?iamasis kodeksas (λιθουανικού ποινικού κώδικα), της 26ης Σεπτεμβρίου 2000 (?in., 2000, αριθ. 89-2741), όπως τροποποιήθηκε, το οποίο φέρει τον τίτλο «Παράνομη κατοχή προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Όποιος, κατά παράβαση της προβλεπόμενης διαδικασίας, αποκτά, κατέχει, μεταφέρει, αποστέλλει, χρησιμοποιεί ή πωλεί προϊόντα τα οποία υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και των οποίων η αξία υπερβαίνει 150 [φορές το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης] αλλά δεν υπερβαίνει 400 [φορές το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης] τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας έως τεσσάρων ετών.»

12      Το άρθρο 202, παράγραφος 1, του λιθουανικού ποινικού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Παράνομη άσκηση οικονομικής, εμπορικής, χρηματοοικονομικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας», ορίζει τα εξής:

«Όποιος ασκεί κατ’ επάγγελμα ή σε μεγάλη κλίμακα οικονομική, εμπορική, χρηματοοικονομική ή επαγγελματική δραστηριότητα χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη για τη δραστηριότητα αυτή άδεια (έγκριση) ή με οποιονδήποτε άλλο παράνομο τρόπο τιμωρείται με την ποινή της παροχής κοινωφελούς εργασίας ή με χρηματική ποινή ή με περιοριστική της ελευθερίας ποινή ή με στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας έως τεσσάρων ετών.»

 Ο λιθουανικός νόμος περί ειδικών φόρων κατανάλωσης

13      Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Lietuvos Respublikos akciz? ?statymas Nr. IX-569 (λιθουανικού νόμου περί ειδικών φόρων κατανάλωσης αριθ. IX-569), της 30ής Οκτωβρίου 2001 (?in., 2001, αριθ. 98-3482), όπως τροποποιήθηκε, αναφέρει τα βιομηχανοποιημένα καπνά μεταξύ των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης.

14      Κατά το άρθρο 3, σημείο 9, του λιθουανικού νόμου περί ειδικών φόρων κατανάλωσης, η έννοια των «βιομηχανοποιημένων καπνών» καλύπτει τα τσιγάρα, τα πούρα, τα πουράκια και τον καπνό καπνίσματος. Εξάλλου, το άρθρο 3, σημείο 27(1), του εν λόγω νόμου προβλέπει ότι με τον όρο «καπνός καπνίσματος» νοείται o σχισμένος, κομμένος ή κατ’ άλλον τρόπο τεμαχισμένος καπνός, σε ορμαθό ή συμπιεσμένος σε πλάκες (κύβους), ο οποίος μπορεί να καπνιστεί χωρίς να υποστεί μεταγενέστερη μεταποίηση.

15      Το άρθρο 3, σημείο 38, του λιθουανικού νόμου περί ειδικών φόρων κατανάλωσης ορίζει τα εξής:

«Στον παρόντα νόμο και στα παραρτήματά του, οι κωδικοί προϊόντων αναγράφονται σύμφωνα με το κείμενο της Συνδυασμένης Ονοματολογίας του τρέχοντος έτους, όπως παρατίθεται στη σχετική οδηγία του Συμβουλίου που θεσπίζει τη φορολόγηση των οικείων προϊόντων.»

 Ο λιθουανικός νόμος για τον έλεγχο του καπνού,των προϊόντων καπνού και των συναφών προϊόντων

16      Σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 20, του Lietuvos Respublikos tabako, tabako gamini? ir su jais susijusi? gamini? kontrol?s ?statymas Nr. I-1143 (λιθουανικού νόμου για τον έλεγχο του καπνού, των προϊόντων καπνού και των συναφών προϊόντων αριθ. I-1143), της 20ής Δεκεμβρίου 1995 (?in., 1996, αριθ. 11-281), όπως τροποποιήθηκε, η έννοια των «ακατέργαστων καπνών» καλύπτει τα φύλλα καπνού και τα λοιπά μέρη καπνού, ολόκληρα ή μη άλλως βιομηχανοποιημένα, με εξαίρεση εκείνα που θεωρούνται βιομηχανοποιημένα καπνά σύμφωνα με τον λιθουανικό νόμο περί ειδικών φόρων κατανάλωσης.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

17      Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εντάσσεται στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά της Tabako lapai και του A.K., εις βάρος των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη για κατασκευή και αποθήκευση, χωρίς να διαθέτουν σχετική άδεια, μεγάλων ποσοτήτων βιομηχανοποιημένων καπνών υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης.

18      Η Tabako lapai ήταν εισαγωγέας και εξαγωγέας πρώτων υλών καπνού. Προέβαινε σε μερική μεταποίηση των εισαγόμενων καπνών, η οποία συνίστατο, κατ’ ουσίαν, στο σχίσιμο, τον διαχωρισμό και την ύγρανσή τους, τη μερική ή ολική αφαίρεση των θρυμματισμένων φύλλων καπνού και τη συσκευασία τους σε πλαστικές σακούλες των 20 χιλιογράμμων. Τα καπνά, ωστόσο, δεν κόβονταν. Τα εν λόγω καπνά, μερικώς μεταποιημένα, εξάγονταν στη συνέχεια σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

19      Τελωνειακό εργαστήριο κλήθηκε να εξακριβώσει αν τα καπνά που υπέστησαν την ως άνω επεξεργασία ήταν όντως μη βιομηχανοποιημένα και, ως εκ τούτου, δεν ενέπιπταν στην κατηγορία των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης. Ειδικός του εργαστηρίου διενήργησε προς τον σκοπό αυτό δοκιμή καπνίσματος, βάσει της οποίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα καπνά που βρέθηκαν στην αποθήκη της Tabako lapai ανταποκρίνονταν στην περιγραφή των βιομηχανοποιημένων καπνών και, ειδικότερα, σε εκείνη του καπνού καπνίσματος. Προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα, ο ειδικός χρειάστηκε να προβεί στην κοπή δείγματος του επίμαχου καπνού, να τοποθετήσει το δείγμα σε άδειο τσιγάρο και να το καπνίσει. Κατόπιν τούτου, μετά τη διενέργεια ορισμένων απλών προπαρασκευαστικών κινήσεων, οι οποίες συνίσταντο στην κοπή του δείγματος με το χέρι ή τον τεμαχισμό του, διαπίστωσε ότι ο εν λόγω καπνός ήταν κατάλληλος για κάπνισμα.

20      Με απόφαση της 28ης Μαρτίου 2024, το Lietuvos apeliacinis teismas (εφετείο Λιθουανίας) κήρυξε την ενοχή της Tabako lapai και του A.K. για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 199², παράγραφος 1, και του άρθρου 202, παράγραφος 1, του λιθουανικού ποινικού κώδικα και τους καταδίκασε στην ποινή της εκκαθάρισης και σε χρηματική ποινή, αντιστοίχως. Η Tabako lapai και ο A.K. άσκησαν αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης ενώπιον του Lietuvos Auk??iausiasis Teismas (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λιθουανίας), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.

21      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, στον βαθμό που μια κίνηση η οποία συνίσταται στην κοπή δείγματος καπνού με το χέρι, για τις ανάγκες της δοκιμής καπνίσματος, δεν έχει τον χαρακτήρα «μεταγενέστερης μεταποίησης», κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 και της νομολογίας του Δικαστηρίου, ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης καπνός μπορεί να εμπίπτει στην έννοια του «καπνού καπνίσματος» για τους σκοπούς του ειδικού φόρου κατανάλωσης. Επισημαίνει ωστόσο ότι, δεδομένου ότι η εν λόγω κίνηση αλλοίωσε την ακεραιότητα του δείγματος, κατά παράβαση των προϋποθέσεων της δοκιμής καπνίσματος που ορίζονται στις επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ, ο ίδιος καπνός θα μπορούσε να θεωρηθεί, για τους σκοπούς των τελωνειακών δασμών, ως μη δυνάμενος να καπνιστεί χωρίς «μεταγενέστερη μεταποίηση» και θα έπρεπε να ταξινομηθεί στην κλάση 2401 της ΣΟ ως «καπνά ακατέργαστα ή που δεν έχουν βιομηχανοποιηθεί».

22      Κατά το αιτούν δικαστήριο, αν και ο νομοθέτης της Ένωσης επέλεξε να μην καθιερώσει άμεσο σύνδεσμο μεταξύ της ρύθμισης που διέπει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και εκείνης που διέπει τους τελωνειακούς δασμούς όσον αφορά τον ορισμό των προϊόντων, εγείρονται εύλογες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον δικαιολογείται η διαφορετική μεταχείριση του ίδιου καπνού από τις δύο αυτές ρυθμίσεις, τόσο από την άποψη της δυνατότητας καπνίσματος του καπνού χωρίς «μεταγενέστερη μεταποίησή» του όσο και από την άποψη του χαρακτηρισμού του ως «καπνού καπνίσματος».

23      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός και μόνον ότι η οδηγία 2011/64 δεν περιέχει ευθεία παραπομπή στις επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ αρκεί για να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή των επεξηγηματικών σημειώσεων για τον ορισμό των «βιομηχανοποιημένων καπνών» κατά την έννοια της οδηγίας. Διερωτάται επίσης αν η ρύθμιση της Ένωσης βάσει της οποίας ο καπνός που προορίζεται για κάπνισμα περιγράφεται και ορίζεται με πανομοιότυπη διατύπωση τόσο για τους σκοπούς των τελωνειακών δασμών όσο και για τους σκοπούς του ειδικού φόρου κατανάλωσης, πλην όμως μπορεί να τύχει διαφορετικής μεταχείρισης αναλόγως της μεθόδου που ακολουθείται για τη δοκιμή καπνίσματος που προβλέπεται στις επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου. Διερωτάται, ειδικότερα, αν η εν λόγω ρύθμιση παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να προβλέψουν ευλόγως κατά πόσον η συμπεριφορά τους σε σχέση με προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης μπορεί να θεμελιώσει εις βάρος τους ποινική ή άλλη ισοδύναμη ευθύνη.

24      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Lietuvos Auk??iausiasis Teismas (Ανώτατο Δικαστήριο της Λιθουανίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Δύναται το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει εάν ο επίμαχος στην υπό κρίση υπόθεση καπνός συνιστά “καπνό καπνίσματος” κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64, καθώς και προκειμένου να εφαρμόσει τον ορισμό της εν λόγω διάταξης και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να λάβει επιπλέον υπόψη τις διατάξεις του κανονισμού 2658/87 οι οποίες αφορούν την κατάταξη του καπνού αυτού, καθώς και τις επεξηγηματικές σημειώσεις της [ΣΟ];

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα:

1)      έχει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 την έννοια ότι ο καπνός πρέπει να θεωρείται ως “καπνός καπνίσματος”, ακόμη και εάν ο καπνός αυτός έχει καταταχθεί στην κλάση 2403 (βιομηχανοποιημένα καπνά) της [ΣΟ] δυνάμει του [εκτελεστικού] κανονισμού 2017/1925 χωρίς να πληρούνται, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για τη δοκιμή καπνίσματος που περιγράφεται στο παράρτημα των επεξηγηματικών σημειώσεων της [ΣΟ];

2)      πώς πρέπει να ερμηνεύεται η κλάση 2401 (ακατέργαστα καπνά) της [ΣΟ] για την κατάταξη του καπνού βάσει του κανονισμού 2017/1925, όταν το αποτέλεσμα δοκιμής καπνίσματος που διενεργήθηκε σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις της [ΣΟ] είναι αρνητικό, αλλά ο καπνός θεωρείται βιομηχανοποιημένος καπνός κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, αντιβαίνει μια τέτοια ρύθμιση, κατά την οποία ο καπνός καπνίσματος ορίζεται, κατ’ ουσίαν, με τον ίδιο τρόπο, αλλά κατατάσσεται διαφορετικά βάσει αφενός του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 και αφετέρου της [ΣΟ], στη γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου και στην αρχή nulla poena sine lege, όπως οι αρχές αυτές κατοχυρώνονται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, του [Χάρτη];»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

25      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 πρέπει να στηρίζεται στις δασμολογικές κλάσεις της ΣΟ και στις επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ.

26      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 της οδηγίας 2011/64, σκοπός της εν λόγω οδηγίας είναι να θέσει τις γενικές αρχές που διέπουν την εναρμόνιση της διάρθρωσης και των συντελεστών του ειδικού φόρου κατανάλωσης στον οποίο τα κράτη μέλη υποβάλλουν τα βιομηχανοποιημένα καπνά. Επομένως, η οδηγία αυτή αποτελεί μέρος της ισχύουσας για τα προϊόντα καπνού φορολογικής νομοθεσίας της Ένωσης, η οποία, όπως τονίζεται στην αιτιολογική σκέψη 2 της εν λόγω οδηγίας, έχει ως σκοπό να διασφαλίσει την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ταυτόχρονα με ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας (απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 17).

27      Επιπλέον, όπως καθίσταται σαφές με την αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2011/64, η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει ότι η εφαρμογή, στα κράτη μέλη, φόρων που πλήττουν την κατανάλωση των προϊόντων του τομέα των βιομηχανοποιημένων καπνών δεν νοθεύει τους όρους ανταγωνισμού και δεν εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία τέτοιων προϊόντων εντός της Ένωσης. Ειδικότερα, από την αιτιολογική σκέψη 8 της ως άνω οδηγίας συνάγεται, κατ’ ουσίαν, ότι όσα προϊόντα ομοιάζουν από πολλές απόψεις με εκείνα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης με αυτά, ενώ στην αιτιολογική σκέψη 9 της ίδιας οδηγίας επισημαίνεται ότι η εναρμόνιση της διάρθρωσης των ειδικών φόρων κατανάλωσης πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τόσο να μη νοθεύεται, εξαιτίας των συνεπειών της φορολόγησης, ο ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών βιομηχανοποιημένων καπνών που ανήκουν στην ίδια ομάδα όσο και να πραγματοποιείται, παράλληλα, το άνοιγμα των εθνικών αγορών των κρατών μελών (απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 18).

28      Υπενθυμίζεται επίσης ότι, για την ερμηνεία της οδηγίας 2011/64, η έννοια του «καπνού καπνίσματος» δεν πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της εν λόγω οδηγίας, να ερμηνεύεται στενά (απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 24).

29      Όσον αφορά την έννοια της βιομηχανικής «μεταποίησης», η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64, αυτή δηλώνει, στην καθομιλουμένη, τη μετατροπή πρώτων υλών σε υλικά αγαθά, συνήθως σε μεγάλη κλίμακα και μέσω μιας αυτοματοποιημένης διεργασίας (πρβλ. απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 30).

30      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου καθίσταται σαφές ότι δεν συνιστούν βιομηχανική «μεταποίηση» οι εύκολοι χειρισμοί που γίνονται προκειμένου να μπορεί να καπνιστεί ένα ατελές προϊόν καπνού, όπως όταν κύλινδρος καπνού απλώς τοποθετείται μέσα σε άδειο τσιγάρο (βλ. απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31      Ως εκ τούτου, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι βιομηχανοποιημένος καπνός ο οποίος είναι έτοιμος ή μπορεί εύκολα, χωρίς τη χρήση βιομηχανικών μέσων, να καταστεί έτοιμος να καπνιστεί δεν χρειάζεται μεταγενέστερη βιομηχανική «μεταποίηση» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 (απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 32).

32      Απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν ένα προϊόν καπνού όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης πληροί το κριτήριο αυτό και μπορεί συνεπώς να χαρακτηριστεί ως «καπνός καπνίσματος» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64.

33      Η εκτίμηση αυτή δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι, σε αντίθεση με την οδηγία 2011/64, οι επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ απαιτούν τη διενέργεια δοκιμής καπνίσματος προκειμένου να προσδιοριστεί αν συγκεκριμένο προϊόν εμπίπτει στην κατηγορία του «ακατέργαστου καπνού» ή του «καπνού καπνίσματος», ότι για την πλήρωση των προϋποθέσεων της δοκιμής αυτής δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο κοπή, θραύση, θρυμματισμός, άλεση ή άλλου είδους τεμαχισμός του δείγματος και ότι, εν προκειμένω, το πρόσωπο που διενήργησε τη δοκιμή καπνίσματος προέβη σε κοπή δείγματος του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης καπνού με το χέρι πριν το υποβάλει σε δοκιμή.

34      Συναφώς, επισημαίνεται ότι η λειτουργία και ο σκοπός των δασμολογικών κλάσεων της ΣΟ διαφέρουν από τη λειτουργία και τον σκοπό των διατάξεων της οδηγίας 2011/64.

35      Πράγματι, η ΣΟ θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2658/87 για τις ανάγκες τόσο του κοινού δασμολογίου όσο και των στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου της Ένωσης. Η οδηγία 2011/64, αντιθέτως, έχει ως σκοπό να διασφαλίσει την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και, ταυτόχρονα, υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας. Αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός που, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 28 ανωτέρω, αντιτίθεται, μεταξύ άλλων, σε μια στενή ερμηνεία της έννοιας του «καπνού καπνίσματος» κατά την έννοια της οδηγίας. Η εν λόγω οδηγία και η ΣΟ συνιστούν επομένως δύο διαφορετικά κανονιστικά πλαίσια τα οποία επιδέχονται αποκλίνουσες ερμηνείες.

36      Σε περίπτωση απόκλισης μεταξύ της κατάταξης που προβλέπεται από την οδηγία 2011/64 και εκείνης που απορρέει από τη ΣΟ και τις επεξηγηματικές σημειώσεις της, η κατάταξη προϊόντων στην κατηγορία του καπνού καπνίσματος, για τους σκοπούς της οδηγίας 2011/64, δεν μπορεί να κλονιστεί από τις επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω επεξηγηματικές σημειώσεις δεν μπορούν να επηρεάσουν τον ορισμό του καπνού καπνίσματος κατά την έννοια της οδηγίας 2011/64. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, αντίθετα με άλλες οδηγίες για ορισμένα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, όπως η οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ 2003, L 283, σ. 51), η οδηγία 2011/64 δεν παραπέμπει στους κωδικούς της Συνδυασμένης Ονοματολογίας για τον ορισμό των βιομηχανοποιημένων καπνών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της (πρβλ. απόφαση της 11ης Απριλίου 2019, Skonis ir kvapas, C-638/17, EU:C:2019:316, σκέψεις 45 και 46).

37      Κατά συνέπεια, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 έχει την έννοια ότι ο χαρακτηρισμός ενός προϊόντος ως «καπνού καπνίσματος» κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεν στηρίζεται στις δασμολογικές κλάσεις της ΣΟ και τις επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

38      Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.

 Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

39      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν οι διατάξεις της οδηγίας 2011/64, του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1925 και των επεξηγηματικών σημειώσεων της ΣΟ, καθόσον περιγράφουν και ορίζουν με πανομοιότυπη διατύπωση την κατηγορία του «καπνού καπνίσματος» για τους σκοπούς των τελωνειακών δασμών και του ειδικού φόρου κατανάλωσης, πλην όμως μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική μεταχείριση του ίδιου προϊόντος για τους σκοπούς της κατάταξής του στην κατηγορία αυτή αναλόγως της μεθόδου που ακολουθείται για τη δοκιμή καπνίσματος που προβλέπεται στις επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ, είναι έγκυρες υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου και της αρχής «nullum crimen, nulla poena sine lege», η οποία κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, δεδομένου ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2011/64 συνιστούν κατ’ ουσίαν νομοθεσία αναφοράς για τον ορισμό του αντικειμένου αδικημάτων τα οποία προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία.

40      Επισημαίνεται ότι το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε το τρίτο προδικαστικό ερώτημα με την επιφύλαξη αρνητικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Συναφώς, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 26 έως 32 ανωτέρω, από την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα συνάγεται, με την επιφύλαξη επαλήθευσης από το αιτούν δικαστήριο, ότι ένα προϊόν όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης αποτελεί προϊόν το οποίο υπόκειται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης ως «καπνός καπνίσματος» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64. Αυτό ισχύει ακόμη και αν το προϊόν δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «καπνός καπνίσματος» κατά την έννοια του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1925 και των επεξηγηματικών σημειώσεων της ΣΟ, διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της δοκιμής καπνίσματος που περιγράφεται στις εν λόγω επεξηγηματικές σημειώσεις.

41      Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η απόκλιση αυτή ως προς τον χαρακτηρισμό ενός και του αυτού προϊόντος είναι σύμφωνη με την αρχή της ασφάλειας δικαίου και με την αρχή «nullum crimen, nulla poena sine lege».

42      Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει, μεταξύ άλλων, οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς, τα δε αποτελέσματά τους να μπορούν να προβλεφθούν, ιδίως όταν οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να έχουν δυσμενείς συνέπειες για τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2026, Κελάδης I και Κελάδης II, C-72/24 και C-73/24, EU:C:2026:51, σκέψη 163 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

43      Επιπλέον, το άρθρο 49, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Χάρτη επιτάσσει οι αξιόποινες πράξεις και οι ποινές που τις κολάζουν να καθορίζονται σαφώς από τον νόμο, η προϋπόθεση δε αυτή πληρούται όταν ο πολίτης έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει, με βάση το γράμμα της σχετικής διατάξεως και, εν ανάγκη, χάρη στην ερμηνεία της από τα δικαστήρια, ποιες πράξεις ή παραλείψεις στοιχειοθετούν την ποινική ευθύνη του [πρβλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2021, Minist?re public (Εξωεδαφικές κυρώσεις), C-906/19, EU:C:2021:715, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

44      Το γεγονός ότι μια ρύθμιση αναφέρεται σε ευρείες έννοιες οι οποίες πρέπει σταδιακά να αποσαφηνιστούν δεν εμποδίζει, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ότι η εν λόγω ρύθμιση προβλέπει σαφείς και ακριβείς κανόνες που παρέχουν στον πολίτη τη δυνατότητα να προβλέψει ποιες πράξεις και παραλείψεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κυρώσεων ποινικής φύσεως. Συναφώς, αυτό που έχει σημασία είναι αν η τυχόν αμφισημία ή αοριστία των εν λόγω εννοιών μπορεί να αρθεί με προσφυγή στις συνήθεις μεθόδους ερμηνείας του δικαίου (βλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, Belgian Association of Tax Lawyers κ.λπ., C-623/22, EU:C:2024:639, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

45      Τέλος, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι ο απαιτούμενος βαθμός προβλεψιμότητας εξαρτάται εν πολλοίς από το περιεχόμενο του νομοθετήματος για το οποίο πρόκειται, από τον τομέα τον οποίο καλύπτει, καθώς και από τον αριθμό και την ιδιότητα των αποδεκτών του. Η προβλεψιμότητα του νόμου δεν εμποδίζει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να προσφύγει σε συμβουλές ειδικών προκειμένου να αξιολογήσει, όσο τούτο είναι ευλόγως δυνατό με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τις συνέπειες που μπορούν να προκύψουν από μια συγκεκριμένη πράξη. Τούτο δε ισχύει ιδίως όσον αφορά τους επαγγελματίες, οι οποίοι είναι συνηθισμένοι να πρέπει να επιδεικνύουν μεγάλη σύνεση κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους. Για τον λόγο αυτόν, μπορεί να αναμένεται από αυτούς να επιδεικνύουν ιδιαίτερη μέριμνα για την αξιολόγηση των κινδύνων τους οποίους ενέχει μια τέτοια δραστηριότητα (βλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, Belgian Association of Tax Lawyers κ.λπ., C-623/22, EU:C:2024:639, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

46      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 34 έως 36 ανωτέρω, οι μέθοδοι ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης παρείχαν στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τη δυνατότητα να προβλέψουν ότι ένα προϊόν όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορούσε να καταταχθεί στην κατηγορία του «καπνού καπνίσματος» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64, ακόμη και αν δεν χαρακτηριζόταν ως «καπνός καπνίσματος» κατά την έννοια του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1925 και των επεξηγηματικών σημειώσεων της ΣΟ. Πράγματι, αφενός, από την τελολογική ερμηνεία των δύο ως άνω κανονιστικών πλαισίων, τα οποία δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα, προέκυπτε ότι αυτά επιδίωκαν διαφορετικούς σκοπούς. Σκοπός της ΣΟ είναι να εξασφαλιστεί ότι πληρούνται ταυτόχρονα οι προδιαγραφές του κοινού δασμολογίου και των στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, HARK, C-450/12, EU:C:2013:824, σκέψη 10). Η οδηγία 2011/64 έχει, αντιθέτως, ως σκοπό να διασφαλίσει την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ταυτόχρονα με ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας (απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 17). Αφετέρου, λόγω του ότι η οδηγία 2011/64 δεν παραπέμπει στους κωδικούς της ΣΟ για τον ορισμό των βιομηχανοποιημένων καπνών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, η γραμματική ερμηνεία δεν μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο εκτελεστικός κανονισμός 2017/1925 και οι επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ αποσκοπούσαν στον καθορισμό της κατάταξης των προϊόντων στην κατηγορία του «καπνού καπνίσματος» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64.

47      Το ανωτέρω συμπέρασμα επιρρωννύεται από την απόφαση της 11ης Απριλίου 2019, Skonis ir kvapas (C-638/17, EU:C:2019:316, σκέψεις 45 και 46), από την οποία προκύπτει ότι οι επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ ουδόλως μπορούν να επηρεάσουν τον ορισμό για τα πούρα ή πουράκια κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/64.

48      Υπό το πρίσμα της νομολογίας που παρατίθεται στις σκέψεις 44 και 45 ανωτέρω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαφορά στον ορισμό του «καπνού καπνίσματος» κατά την οδηγία 2011/64 και κατά τη ΣΟ δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου και της αρχής «nullum crimen, nulla poena sine lege», η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη.

49      Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης, θεσπίζοντας δύο ρυθμίσεις σε διαφορετικούς τομείς οι οποίες επιδιώκουν διακριτούς σκοπούς και βάσει των οποίων ένα και το αυτό προϊόν μπορεί να καταταχθεί, αναλόγως της εφαρμοστέας ρύθμισης, σε διαφορετικές κατηγορίες, δεν παραβίασε τις εν λόγω αρχές.

50      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εξέταση των ζητημάτων στα οποία αναφέρεται το τρίτο προδικαστικό ερώτημα δεν αποκάλυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της οδηγίας 2011/64, του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1925 και των επεξηγηματικών σημειώσεων της ΣΟ υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου και της αρχής «nullum crimen, nulla poena sine lege», η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη.

 Επί των δικαστικών εξόδων

51      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Γενικό Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64/ΕΕ του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2011, για τη διάρθρωση και τους συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης που εφαρμόζονται στα βιομηχανοποιημένα καπνά,

έχει την έννοια ότι:

ο χαρακτηρισμός ενός προϊόντος ως «καπνού καπνίσματος» κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεν στηρίζεται στις δασμολογικές κλάσεις της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 254/2000 του Συμβουλίου, της 31ης Ιανουαρίου 2000, όπως τροποποιήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/1925 της Επιτροπής, της 12ης Οκτωβρίου 2017, και στις επεξηγηματικές σημειώσεις της Συνδυασμένης Ονοματολογίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2)      Η εξέταση των ζητημάτων στα οποία αναφέρεται το τρίτο προδικαστικό ερώτημα δεν αποκάλυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της οδηγίας 2011/64, του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1925 και των επεξηγηματικών σημειώσεων της Συνδυασμένης Ονοματολογίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου και της αρχής «nullum crimen, nulla poena sine lege», η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η λιθουανική.