Υπόθεση T-614/25, AS „Trading 4” κατά Valsts ie??mumu dienests, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 9ης Σεπτεμβρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-614/25, AS „Trading 4” κατά Valsts ie??mumu dienests, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 9ης Σεπτεμβρίου 2026
Υπόθεση T-614/25, AS „Trading 4” κατά Valsts ie??mumu dienests, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 9ης Σεπτεμβρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

της 9ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Κοινό σύστημα ΦΠΑ – Απαλλαγές συνδεόμενες με τις ενδοκοινοτικές πράξεις – Απαλλαγή των παραδόσεων αγαθών – Άρθρο 138, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ – Απαλλαγές των ενδοκοινοτικών αποκτήσεων αγαθών – Άρθρο 141 της οδηγίας 2006/112 – Αλυσίδα παραδόσεων με ενιαία ενδοκοινοτική μεταφορά – Τριγωνική συναλλαγή – Καταλογισμός της μεταφοράς – Μεταφορά υπό καθεστώς αναστολής των ειδικών φόρων κατανάλωσης – Μεταβίβαση στον αποκτώντα της εξουσίας διάθεσης των αγαθών »

Στην υπόθεση T-614/25,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Augst?k? tiesa (Sen?ts) (Ανώτατο Δικαστήριο, Λεττονία) με απόφαση της 25ης Αυγούστου 2025, η οποία περιήλθε αυθημερόν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της δίκης

AS „Trading 4”

κατά

Valsts ie??mumu dienests,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους N. P??torak (εισηγήτρια), πρόεδρο, G. Hesse, G. Steinfatt, D. Petrl?k και I. Δημητρακόπουλο, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: M. Brkan

γραμματέας: V. Di Bucci

έχοντας υπόψη ότι στις 25 Αυγούστου 2025 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α', του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Λεττονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την K. Pommere και τον S. Zellis,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. B?ezinov?, την L. Halajov? και τον J. Vl??il,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Bj?rkland, M. Herold και V. Hitrovs,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 138, παράγραφος 1, του άρθρου 141 και του άρθρου 197, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2016/1065 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2016 (ΕΕ 2016, L 177, σ. 9, στο εξής: οδηγία ΦΠΑ).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της AS „Trading 4”, εταιρίας λεττονικού δικαίου, και της Valsts ie??mumu dienests (φορολογικής αρχής, Λεττονία) με αντικείμενο την απαλλαγή από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) παράδοσης στο πλαίσιο αλυσίδας διαδοχικών παραδόσεων, με ενιαία μεταφορά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς επιχειρήσεις με έδρα στην Εσθονία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης και μεταφέρονται, υπό καθεστώς αναστολής των φόρων αυτών, προς τους πελάτες των εν λόγω επιχειρήσεων, σε άλλα κράτη μέλη της Ένωσης.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ έχει ως εξής:

«Ως “παράδοση αγαθών” θεωρείται η μεταβίβαση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, ενσώματο αγαθό.»

4        Το άρθρο 20, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ΦΠΑ προβλέπει τα εξής:

«Νοείται ως “ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών” η απόκτηση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, κινητό ενσώματο αγαθό που αποστέλλεται ή μεταφέρεται στον αποκτώντα από τον πωλητή ή από τον αποκτώντα ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τους, σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος από το οποίο αναχώρησε η αποστολή ή η μεταφορά του αγαθού.»

5        Το άρθρο 40 της οδηγίας ΦΠΑ ορίζει τα εξής:

«Ως τόπος ενδοκοινοτικής απόκτησης αγαθών θεωρείται ο τόπος όπου βρίσκονται τα αγαθά κατά τον χρόνο άφιξης της αποστολής ή της μεταφοράς προς τον αποκτώντα.»

6        Το άρθρο 41 της οδηγίας ΦΠΑ προβλέπει:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 40, ο τόπος ενδοκοινοτικής απόκτησης αγαθών που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β), σημείο i) θεωρείται ότι βρίσκεται στο έδαφος του κράτους μέλους που χορήγησε τον αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ με τον οποίο ο αποκτών πραγματοποίησε την απόκτηση αυτή, εφόσον το εν λόγω πρόσωπο δεν αποδεικνύει ότι η απόκτηση υποβλήθηκε σε ΦΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 40.

Αν η απόκτηση υπόκειται στον ΦΠΑ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 40, στο κράτος μέλος άφιξης της αποστολής ή της μεταφοράς των αγαθών, αφού προηγουμένως είχε φορολογηθεί κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου, η βάση επιβολής του φόρου μειώνεται ανάλογα στο κράτος μέλος που χορήγησε τον αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ με τον οποίο ο αποκτών πραγματοποίησε την απόκτηση αυτή.»

7        Το άρθρο 42 της οδηγίας ΦΠΑ ορίζει τα εξής:

«Το άρθρο 41 πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται και η ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών θεωρείται ότι έχει υπαχθεί στον ΦΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 40, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)      ο αποκτών αποδεικνύει ότι πραγματοποίησε τη συγκεκριμένη απόκτηση με σκοπό να προβεί σε μετέπειτα παράδοση αγαθών στο έδαφος του κράτους μέλους που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 40, για την οποία παράδοση ο αποκτών έχει καθορισθεί ως υπόχρεος του φόρου σύμφωνα με το άρθρο 197,

β)      ο αποκτών έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 265 σχετικά με την κατάθεση του ανακεφαλαιωτικού πίνακα.»

8        Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ:

«1.      Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν από τον φόρο τις παραδόσεις αγαθών τα οποία αποστέλλονται ή μεταφέρονται εκτός του αντίστοιχου εδάφους τους αλλά εντός της Κοινότητας από τον πωλητή ή τον αποκτώντα ή από άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τους, εφόσον οι παραδόσεις αυτές πραγματοποιούνται για άλλον υποκείμενο στον φόρο ή για νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος αναχώρησης της αποστολής ή της μεταφοράς των αγαθών.»

9        Το άρθρο 141 της οδηγίας ΦΠΑ έχει ως εξής:

«Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει ειδικά μέτρα για να μην υπαχθούν στον ΦΠΑ οι ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών που πραγματοποιούνται στο έδαφός του, σύμφωνα με το άρθρο 40, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)      η απόκτηση αγαθών πραγματοποιείται από υποκείμενο στον φόρο μη εγκατεστημένο στο εν λόγω κράτος μέλος, ο οποίος όμως διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ σε άλλο κράτος μέλος,

β)      η απόκτηση αγαθών πραγματοποιείται με σκοπό τη μετέπειτα παράδοση των αγαθών αυτών στο ίδιο κράτος μέλος από τον υποκείμενο στον φόρο που αναφέρεται στο στοιχείο α),

γ)      τα αγαθά που αποκτώνται με τον τρόπο αυτό από τον υποκείμενο στον φόρο του στοιχείου α) αποστέλλονται ή μεταφέρονται απευθείας από κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο αυτός διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ, με προορισμό το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου πραγματοποιείται η μετέπειτα παράδοση,

δ)      ο μετέπειτα αποκτών είναι άλλος υποκείμενος στον φόρο ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο στον φόρο, που διαθέτουν αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ στο ίδιο κράτος μέλος,

ε)      ο αποκτών του στοιχείου δ) έχει ορισθεί, σύμφωνα με το άρθρο 197, ως ο υπόχρεος του φόρου που οφείλεται για την παράδοση την οποία πραγματοποιεί υποκείμενος στον φόρο μη εγκατεστημένος στο κράτος μέλος στο οποίο οφείλεται ο ΦΠΑ.»

10      Το άρθρο 197, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ προβλέπει τα εξής:

«1.      Ο ΦΠΑ οφείλεται από τον αποκτώντα τα αγαθά, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)      η φορολογητέα πράξη είναι παράδοση αγαθών που πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 141,

β)      ο αποκτών τα αγαθά είναι ένας άλλος υποκείμενος στον φόρο ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο στον φόρο που διαθέτουν αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ στο κράτος μέλος όπου πραγματοποιείται η παράδοση,

γ)      το τιμολόγιο που εκδίδει ο μη εγκατεστημένος στο κράτος μέλος του αποκτώντος υποκείμενος στον φόρο καταρτίζεται σύμφωνα με τα τμήματα 3 έως 5 του κεφαλαίου 3.»

 Το λεττονικό δίκαιο

11      Το άρθρο 5, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, του Pievienot?s v?rt?bas nodok?a likums (νόμου περί φόρου προστιθέμενης αξίας), της 29ης Νοεμβρίου 2012 (Latvijas V?stnesis, 2012, αριθ. 197), ορίζει τα εξής:

«Συνιστούν φορολογητέες πράξεις οι ακόλουθες εγχώριες πράξεις που πραγματοποιούνται κατά την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας:

1)      η παράδοση αγαθών (συμπεριλαμβανομένης της παράδοσης αγαθών στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εξαγωγής αγαθών) εξ επαχθούς αιτίας

[...]

3)      η απόκτηση αγαθών στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξ επαχθούς αιτίας.»

12      Το άρθρο 43, παράγραφος 4, του νόμου περί φόρου προστιθέμενης αξίας ορίζει τα εξής:

«Στις παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιούνται στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζεται φορολογικός συντελεστής 0 %, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις:

1)      ο λήπτης των αγαθών που κατονομάζεται στα έγγραφα μεταφοράς και στο φορολογικό τιμολόγιο έχει παράσχει στον προμηθευτή έγκυρο, κατά τον χρόνο της συναλλαγής, αριθμό φορολογικού μητρώου σε άλλο κράτος μέλος

2)      τα αγαθά αποστέλλονται ή μεταφέρονται από την ημεδαπή προς άλλο κράτος μέλος, όπως πιστοποιείται από τα έγγραφα μεταφοράς που έχει στη διάθεσή του ο προμηθευτής.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

13      Η Trading 4 είναι εταιρία καταχωρισμένη ως υποκείμενη στον ΦΠΑ στη Λεττονία. Από τον Ιανουάριο του 2016 έως τον Ιανουάριο του 2017, η εταιρία αυτή παρέδωσε πετρελαϊκά προϊόντα υπό καθεστώς αναστολής των ειδικών φόρων κατανάλωσης σε διάφορες επιχειρήσεις με έδρα στην Εσθονία και στο Ηνωμένο Βασίλειο (στο εξής, από κοινού: υποκείμενοι στον φόρο B), οι οποίες δεν ήταν καταχωρισμένες ως υποκείμενες στον ΦΠΑ στη Λεττονία, αλλά στην Εσθονία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, αντιστοίχως.

14      Κατά τις ίδιες ημερομηνίες κατά τις οποίες οι υποκείμενοι στον φόρο B αγόρασαν τα εμπορεύματα από την Trading 4, τα μεταπώλησαν στους δικούς τους αντισυμβαλλομένους (στο εξής, από κοινού: υποκείμενοι στον φόρο Γ) σε άλλα κράτη μέλη της Ένωσης πλην της Εσθονίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.

15      Τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν απευθείας από την Trading 4 στους υποκειμένους στον φόρο Γ, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μια αλυσίδα διαδοχικών παραδόσεων στο πλαίσιο ενιαίας μεταφοράς εντός της Ένωσης.

16      Η Trading 4 εφάρμοσε συντελεστή ΦΠΑ 0 % στις παραδόσεις εμπορευμάτων προς τους υποκειμένους στον φόρο Β.

17      Κατόπιν ελέγχου, η φορολογική αρχή έκρινε ότι η Trading 4 κακώς είχε εφαρμόσει συντελεστή ΦΠΑ 0 % στις παραδόσεις προς τους υποκειμένους στον φόρο Β (στο εξής: επίμαχες παραδόσεις). Συγκεκριμένα, κατά τη φορολογική αρχή, οι υποκείμενοι στον φόρο Β είχαν μεταβιβάσει την κυριότητα των εμπορευμάτων στους υποκειμένους στον φόρο Γ προτού τα εμπορεύματα μεταφερθούν από την αποθήκη της Trading 4 στις εγκαταστάσεις των υποκείμενων στον φόρο Γ, πράγμα το οποίο γνώριζε η Trading 4. Η φορολογική αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες παραδόσεις έπρεπε να θεωρηθούν ως εγχώριες παραδόσεις, στη Λεττονία, οι οποίες υπόκεινται στον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ. Προσέθεσε, πρώτον, ότι οι υποκείμενοι στον φόρο B όφειλαν να είχαν καταχωριστεί ως υποκείμενοι στον ΦΠΑ στη Λεττονία και, δεύτερον, ότι, με τις πράξεις αυτές, η Trading 4 είχε συμμετάσχει σε σχέδιο απάτης περί τον ΦΠΑ.

18      Κατά συνέπεια, στις 7 Ιουνίου 2019, η φορολογική αρχή εξέδωσε απόφαση με την οποία εφάρμοσε κανονικό συντελεστή ΦΠΑ στις επίμαχες παραδόσεις και επέβαλε στην Trading 4 διάφορα διορθωτικά μέτρα.

19      Η Trading 4 άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Administrat?v? apgabaltiesa (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου, Λεττονία). Προς στήριξη της προσφυγής της, ισχυρίστηκε ότι είχε πραγματοποιήσει ενδοκοινοτικές παραδόσεις και ότι οι παραδόσεις αυτές υπέκειντο σε συντελεστή ΦΠΑ 0 %.

20      Με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2024, το Administrat?v? apgabaltiesa (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο) απέρριψε την προσφυγή. Το δικαστήριο αυτό έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι οι παραδόσεις εμπορευμάτων από την Trading 4 προς τους υποκειμένους στον φόρο B είχαν πραγματοποιηθεί στο λεττονικό εθνικό έδαφος και ότι, ως εκ τούτου, έπρεπε να εφαρμοστεί ο κανονικός συντελεστής ΦΠΑ. Η κυριότητα των οικείων εμπορευμάτων μεταβιβάστηκε από την Trading 4 στους υποκειμένους στον φόρο Β κατά τον χρόνο παράδοσης των εμπορευμάτων στον μεταφορέα. Οι υποκείμενοι στον φόρο Β είχαν ζητήσει από την Trading 4 να αναγράψει στη διεθνή φορτωτική Cargo Movement Requirement (CMR) πληροφορίες σχετικά με άλλες επιχειρήσεις, οπότε η Trading 4 μπορούσε να αντιληφθεί ότι τα οικεία εμπορεύματα θα μεταπωλούνταν αμέσως εντός τρίτου κράτους μέλους.

21      Η Trading 4 άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του Administrat?v? apgabaltiesa (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου) ενώπιον του Augst?k? tiesa (Sen?ts) (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Λεττονία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

22      Με την αίτηση αναιρέσεως, η Trading 4 υποστηρίζει, πρώτον, ότι τα επίμαχα εμπορεύματα υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης και παραδίδονται υπό καθεστώς αναστολής των εν λόγω φόρων εντός της Ένωσης. Υπό τις συνθήκες αυτές, η μεταβίβαση στους υποκειμένους στον φόρο Β της εξουσίας να διαθέτουν τα εμπορεύματα ως κύριοι μπορούσε να λάβει χώρα μόνον μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων από αποθήκη για προϊόντα υποκείμενα σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης εντός άλλου κράτους μέλους της Ένωσης. Επιπλέον, η κυριότητα των εμπορευμάτων μεταβιβάστηκε στους υποκειμένους στον φόρο Γ μόνον μετά την παράδοση των εμπορευμάτων στον προορισμό τους και την υπογραφή του ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου. Για τον καθορισμό του χρονικού σημείου κατά το οποίο έλαβε χώρα η μεταβίβαση της κυριότητας, οι υποκείμενοι στον φόρο Β πρέπει να θεωρηθούν ως οργανωτές της μεταφοράς των εμπορευμάτων και δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι η μεταφορά οργανώθηκε από τους υποκειμένους στον φόρο Γ. Δεύτερον, η Trading 4 ισχυρίζεται ότι δεν είχε ενημερωθεί ότι τα οικεία εμπορεύματα είχαν παραδοθεί από τους υποκειμένους στον φόρο Β στους υποκειμένους στον φόρο Γ αμέσως πριν από τη μεταφορά τους. Τρίτον, η Trading 4 προσάπτει στη φορολογική αρχή ότι παραβίασε την αρχή της ουδετερότητας του ΦΠΑ υποχρεώνοντάς την να καταβάλει τον ΦΠΑ στη Λεττονία, ενώ οι υποκείμενοι στον φόρο Γ είχαν ήδη καταβάλει τον φόρο αυτόν για τα ίδια εμπορεύματα στο κράτος μέλος προορισμού.

23      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Augst?k? tiesa (Sen?ts) (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Γενικό Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 138, παράγραφος 1, της οδηγίας [ΦΠΑ], σε συνδυασμό με το άρθρο 141 και το άρθρο 197, παράγραφος 1, αυτής, την έννοια ότι, όταν προϊόντα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης παραδίδονται υπό καθεστώς αναστολής στο πλαίσιο τριγωνικής συναλλαγής και διαπιστώνεται ότι ο υπόχρεος για την καταβολή του φόρου αυτού είναι ο εγκατεστημένος στο τρίτο κράτος μέλος υποκείμενος στον φόρο προστιθέμενης αξίας, συνιστά τούτο αφ’ εαυτού λόγο απαλλαγής από τον φόρο, βάσει του άρθρου 138, παράγραφος 1, της οδηγίας, της παράδοσης που πραγματοποιεί ο εγκατεστημένος στο πρώτο κράτος μέλος υποκείμενος στον φόρο προστιθέμενης αξίας προς τον εγκατεστημένο στο δεύτερο κράτος μέλος υποκείμενο στον φόρο προστιθέμενης αξίας, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ότι τα εμπορεύματα πράγματι εξήχθησαν από το πρώτο κράτος μέλος και παραδόθηκαν στο τρίτο κράτος μέλος;

2)      Σε περίπτωση τριγωνικής συναλλαγής, έχει το άρθρο 138, παράγραφος 1, της οδηγίας [ΦΠΑ], την έννοια ότι, όταν ο εγκατεστημένος στο πρώτο κράτος μέλος υποκείμενος στον φόρο προστιθέμενης αξίας πληροφορείται ότι ο εγκατεστημένος στο δεύτερο κράτος μέλος υποκείμενος στον φόρο προστιθέμενης αξίας πρόκειται στη συνέχεια να παραδώσει αμέσως εμπορεύματα σε εγκατεστημένο σε τρίτο κράτος μέλος υποκείμενο στον φόρο προστιθέμενης αξίας προτού τα εμπορεύματα εξαχθούν από το πρώτο κράτος μέλος και μεταφερθούν στον υποκείμενο αυτόν στον φόρο στο τρίτο κράτος μέλος, η παράδοση από τον εγκατεστημένο στο πρώτο κράτος μέλος υποκείμενο στον φόρο προς τον εγκατεστημένο στο δεύτερο κράτος μέλος υποκείμενο στον φόρο δεν απαλλάσσεται από τον φόρο προστιθέμενης αξίας;

3)      Έχει το άρθρο 141 της οδηγίας [ΦΠΑ], εφαρμογή όταν, κατόπιν τριγωνικής συναλλαγής, επιχείρηση του τρίτου κράτους μέλους μεταπωλεί τα ίδια εμπορεύματα στο πλαίσιο της ίδιας ενιαίας μεταφοράς εντός του εδάφους της Ένωσης;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

24      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 138, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 141 και το άρθρο 197, παράγραφος 1, αυτής, έχει την έννοια ότι συνιστά, αφ’ εαυτού, λόγο για την απαλλαγή από τον ΦΠΑ της παράδοσης που πραγματοποιεί πρόσωπο καταχωρισμένο ως υποκείμενο στον ΦΠΑ σε ένα πρώτο κράτος μέλος προς ενδιάμεσο αποκτώντα καταχωρισμένο ως υποκείμενο στον ΦΠΑ σε δεύτερο κράτος μέλος, το γεγονός ότι, πρώτον, η παράδοση εμπορευμάτων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης πραγματοποιείται υπό καθεστώς αναστολής των φόρων αυτών, δεύτερον, διαπιστώνεται ότι, στο πλαίσιο τριγωνικής συναλλαγής, υπόχρεος για την καταβολή του ΦΠΑ είναι πρόσωπο καταχωρισμένο ως υποκείμενο στον ΦΠΑ σε τρίτο κράτος μέλος και, τρίτον, αποδεικνύεται ότι τα εμπορεύματα πράγματι εξήλθαν από το πρώτο κράτος μέλος και παραδόθηκαν στο τρίτο κράτος μέλος.

25      Κατά το γράμμα του άρθρου 138, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ, τα κράτη μέλη απαλλάσσουν από τον φόρο τις παραδόσεις αγαθών τα οποία αποστέλλονται ή μεταφέρονται εκτός του αντίστοιχου εδάφους τους, αλλά εντός της Ένωσης, από τον πωλητή ή τον αποκτώντα ή από άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τους, εφόσον οι παραδόσεις αυτές πραγματοποιούνται για άλλον υποκείμενο στον φόρο ή για νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος αναχώρησης της αποστολής ή της μεταφοράς των αγαθών.

26      Η απαλλαγή αυτή εφαρμόζεται μόνον εφόσον το δικαίωμα να διαθέτει κανείς το αγαθό ως κύριος μεταβιβάζεται στον αποκτώντα, εφόσον ο προμηθευτής αποδεικνύει ότι το αγαθό αυτό απεστάλη ή μεταφέρθηκε σε άλλο κράτος μέλος και εφόσον, κατόπιν της αποστολής ή της μεταφοράς αυτής, το αγαθό έχει απομακρυνθεί υλικώς από το έδαφος του κράτους μέλους παράδοσης (βλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Toridas, C-386/16, EU:C:2017:599, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27      Σε περίπτωση αλυσίδας δύο διαδοχικών παραδόσεων οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα μία μόνον ενδοκοινοτική μεταφορά, η μεταφορά μπορεί να καταλογιστεί μόνον σε μία από τις δύο παραδόσεις, η οποία θα είναι συνεπώς και η μόνη απαλλασσόμενη από τον φόρο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 138, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ (βλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Toridas, C-386/16, EU:C:2017:599, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, στο σημείο 10 της απόφασης περί παραπομπής, ότι το άρθρο 36α της οδηγίας 2006/112, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/1910 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2018 (ΕΕ 2018, L 311, σ. 3), προβλέπει κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να καθοριστεί σε ποια από τις διαδοχικές παραδόσεις πρέπει να καταλογιστεί η μεταφορά. Η διαφορά, όμως, της κύριας δίκης αφορά παραδόσεις που πραγματοποίησε η Trading 4 μεταξύ του 2016 και του 2017. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης.

29      Από τη νομολογία προκύπτει ότι απαιτείται σφαιρική εκτίμηση όλων των ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης προκειμένου να καθοριστεί ποια από τις δύο παραδόσεις είναι εκείνη στην οποία πρέπει να καταλογιστεί η ενδοκοινοτική μεταφορά (βλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Toridas, C-386/16, EU:C:2017:599, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

30      Στο πλαίσιο της εκτίμησης αυτής, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιοριστεί ο χρόνος κατά τον οποίο διενεργήθηκε η δεύτερη μεταβίβαση, προς τον τελικό αποκτώντα, της εξουσίας να διαθέτει το αγαθό ως κύριος. Πράγματι, στην περίπτωση που η δεύτερη μεταβίβαση της εξουσίας αυτής, δηλαδή η δεύτερη παράδοση, συντελέστηκε πριν από τη διενέργεια της ενδοκοινοτικής μεταφοράς, η τελευταία δεν μπορεί να καταλογιστεί στην πρώτη παράδοση προς τον πρώτο αποκτώντα (βλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Toridas, C-386/16, EU:C:2017:599, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31      Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με τη μεταβίβαση της εξουσίας να διαθέτει κάποιος το αγαθό ως κύριος, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η προϋπόθεση αυτή δεν περιορίζεται στη μεταβίβαση υπό τις μορφές που προβλέπει το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, αλλά περιλαμβάνει κάθε πράξη μεταβίβασης ενσώματου αγαθού από συμβαλλόμενο ο οποίος εξουσιοδοτεί τον αντισυμβαλλόμενό του να διαθέτει στην πράξη το εν λόγω αγαθό ως κύριος. Για τη μεταβίβαση της εξουσίας να διαθέτει κανείς ενσώματο αγαθό ως κύριος δεν απαιτείται ο συμβαλλόμενος στον οποίο μεταβιβάζεται το αγαθό να το έχει στη φυσική κατοχή του ούτε το αγαθό να έχει μεταφερθεί υλικώς στις εγκαταστάσεις του συμβαλλομένου και/ή να έχει παραληφθεί υλικώς από αυτόν (βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, AREX CZ, C-414/17, EU:C:2018:1027, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

32      Επιπλέον, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η μεταβίβαση της εξουσίας να διαθέτει κανείς ενσώματο αγαθό ως κύριος σημαίνει ότι ο συμβαλλόμενος στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία αυτή έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει αποφάσεις ικανές να επηρεάσουν τη νομική κατάσταση του οικείου αγαθού, μεταξύ των οποίων, ιδίως, την απόφαση πώλησής του (απόφαση της 23ης Απριλίου 2020, Herst, C-401/18, EU:C:2020:295, σκέψη 40).

33      Επομένως, στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο οικείος φορέας είχε την πρωτοβουλία έναρξης της μεταφοράς με σκοπό την άσκηση της δικής του οικονομικής δραστηριότητας, ότι αναλαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, το κόστος και τις υλικοτεχνικές απαιτήσεις που συνδέονται με τη μετακίνηση των εμπορευμάτων, ότι χρησιμοποιεί τα δικά του υλικά μέσα για την εκτέλεση της πράξης, ότι ασκεί πραγματικό ή λειτουργικό έλεγχο επί της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ή ακόμη ότι η μεταφορά εντάσσεται στο πλαίσιο δραστηριότητας μεταπώλησης ή εμπορικής εκμετάλλευσης που πραγματοποιείται για ίδιο λογαριασμό (πρβλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 2020, Herst, C-401/18, EU:C:2020:295, σκέψεις 48 και 49).

34      Αντιθέτως, το γεγονός ότι η μεταφορά των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης καυσίμων πραγματοποιήθηκε υπό καθεστώς αναστολής των ειδικών φόρων κατανάλωσης δεν μπορεί να αποτελέσει αποφασιστικό στοιχείο για να προσδιοριστεί σε ποια από τις παραδόσεις της επίμαχης αλυσίδας πρέπει να καταλογιστεί η εν λόγω μεταφορά (πρβλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, AREX CZ, C-414/17, EU:C:2018:1027, σκέψη 73).

35      Πράγματι, αφενός, το γεγονός ότι τα επίμαχα εμπορεύματα μεταφέρονται υπό καθεστώς αναστολής των ειδικών φόρων κατανάλωσης ουδόλως θίγει τους όρους που διέπουν τη μεταβίβαση της εξουσίας να διαθέτει κάποιος τα αγαθά αυτά ως κύριος (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, AREX CZ, C-414/17, EU:C:2018:1027, σκέψη 76).

36      Αφετέρου, η γενεσιουργός αιτία του ΦΠΑ, με την οποία πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για το απαιτητό του φόρου, είναι η παράδοση ή η εισαγωγή του εμπορεύματος και όχι η είσπραξη ειδικών φόρων κατανάλωσης για το εμπόρευμα (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, AREX CZ, C-414/17, EU:C:2018:1027, σκέψη 77).

37      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το χρονικό σημείο κατά το οποίο υπογράφεται το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο –το οποίο συντάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 21 της οδηγίας 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ (ΕΕ 2009, L 9, σ. 12), κατά τη διακίνηση προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και τελούν υπό καθεστώς αναστολής– είναι άνευ σημασίας για τον προσδιορισμό του χρονικού σημείου κατά το οποίο πραγματοποιείται η μεταβίβαση της εξουσίας να διαθέτει κάποιος τα επίμαχα εμπορεύματα ως κύριος. Πράγματι, ακόμη και αν η βεβαίωση παραλαβής ενός τέτοιου εγγράφου είναι ικανή να αποδείξει ότι τα εν λόγω εμπορεύματα απομακρύνθηκαν πράγματι από το έδαφος του κράτους μέλους αποστολής και ότι μεταφέρθηκαν ή απεστάλησαν σε άλλο κράτος μέλος κατά την έννοια του άρθρου 138, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ (πρβλ. απόφαση της 20ής Ιουνίου 2018, Enteco Baltic, C-108/17, EU:C:2018:473, σκέψη 76), το γεγονός αυτό ουδόλως θίγει τους όρους που διέπουν τη μεταβίβαση της εξουσίας να διαθέτει κάποιος τα εμπορεύματα αυτά ως κύριος.

38      Επιπλέον, στο πλαίσιο της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης τριγωνικής συναλλαγής, ούτε το γεγονός ότι υπόχρεοι για την καταβολή του ΦΠΑ είναι οι υποκείμενοι στον φόρο Γ, οι οποίοι είναι καταχωρισμένοι ως υποκείμενοι στον ΦΠΑ σε τρίτο κράτος μέλος, ούτε το γεγονός ότι αποδεικνύεται ότι τα αγαθά απομακρύνθηκαν υλικώς από το έδαφος του πρώτου κράτους μέλους προκειμένου να μεταφερθούν στο έδαφος τρίτου κράτους μέλους ασκούν επιρροή ως προς το εάν έχει μεταβιβαστεί στον αποκτώντα το δικαίωμα να διαθέτει τα αγαθά αυτά ως κύριος.

39      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι τριγωνική συναλλαγή είναι πράξη με την οποία ένα αγαθό παραδίδεται από προμηθευτή, ο οποίος διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ σε ένα πρώτο κράτος μέλος, προς ενδιάμεσο αποκτώντα, ο οποίος διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ σε δεύτερο κράτος μέλος και, με τη σειρά του, παραδίδει το αγαθό σε τελικό αποκτώντα, ο οποίος διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ σε τρίτο κράτος μέλος, ενώ το εν λόγω αγαθό μεταφέρεται απευθείας από το πρώτο κράτος μέλος στο τρίτο κράτος μέλος (απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Luxury Trust Automobil, C-247/21, EU:C:2022:966, σκέψη 41).

40      Το εκτιθέμενο στη σκέψη 38 της παρούσας απόφασης συμπέρασμα δεν αναιρείται από το άρθρο 141 της οδηγίας ΦΠΑ, σχετικά με το καθεστώς απλούστευσης που εφαρμόζεται στις τριγωνικές συναλλαγές. Πράγματι, το κατά παρέκκλιση καθεστώς που προβλέπεται στο άρθρο 141 της οδηγίας ΦΠΑ συνίσταται, αφενός, στην απαλλαγή από τον φόρο της ενδοκοινοτικής απόκτησης την οποία πραγματοποιεί ο ενδιάμεσος αποκτών, ο οποίος διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ στο δεύτερο κράτος μέλος, και, αφετέρου, στη μεταφορά της οφειλής του φόρου για την εν λόγω απόκτηση στον τελικό αποκτώντα, ο οποίος είναι εγκατεστημένος και έχει αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ στο τρίτο κράτος μέλος, απαλλασσομένου δε του ενδιάμεσου αποκτώντος από την υποχρέωση εγγραφής στο φορολογικό μητρώο ΦΠΑ του τρίτου κράτους μέλους (πρβλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Luxury Trust Automobil, C-247/21, EU:C:2022:966, σκέψη 43).

41      Επομένως, η εφαρμογή του μηχανισμού απλούστευσης που προβλέπεται στο άρθρο 141 της οδηγίας ΦΠΑ προϋποθέτει ότι ένας ενδιάμεσος φορέας, όπως οι υποκείμενοι στον φόρο B, πραγματοποιεί ενδοκοινοτική απόκτηση, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια μόνον εφόσον η πρώτη πράξη, η οποία πραγματοποιείται μεταξύ ενός προμηθευτή, όπως η Trading 4, και του ενδιάμεσου φορέα, συνιστά ενδοκοινοτική παράδοση απαλλασσόμενη από τον φόρο δυνάμει του άρθρου 138, παράγραφος 1, της οδηγίας.

42      Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι υποκείμενοι στον φόρο B και Γ έκαναν χρήση του εν λόγω καθεστώτος απλούστευσης είναι άνευ σημασίας προκειμένου να καθοριστεί σε ποια από τις δύο παραδόσεις πρέπει να καταλογιστεί η ενδοκοινοτική μεταφορά.

43      Επιπλέον, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 138, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ, οι οποίες υπομνήσθηκαν στη σκέψη 25 ανωτέρω, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την απαλλαγή ενδοκοινοτικής παράδοσης από τον φόρο το γεγονός ότι ο ενδιάμεσος αποκτών είναι υπόχρεος για την καταβολή του ΦΠΑ και ότι η αντίστοιχη ενδοκοινοτική απόκτηση υπόκειται πράγματι στον ΦΠΑ.

44      Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, να καθορίσει, σύμφωνα με τη σκέψη 33 ανωτέρω, σε ποιο χρονικό σημείο μεταβιβάστηκε στον αποκτώντα η εξουσία να διαθέτει το αγαθό ως κύριος, και ιδίως εάν η δεύτερη μεταβίβαση της εξουσίας αυτής, ήτοι η δεύτερη παράδοση στους υποκειμένους στον φόρο Γ, έλαβε χώρα πριν από την εκτέλεση της ενδοκοινοτικής μεταφοράς, ανεξαρτήτως του εάν η παράδοση των αγαθών που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης πραγματοποιήθηκε υπό καθεστώς αναστολής του φόρου αυτού και οι υποκείμενοι στον φόρο Γ, οι οποίοι είναι καταχωρισμένοι ως υποκείμενοι στον ΦΠΑ σε τρίτο κράτος μέλος, είναι υπόχρεοι για την καταβολή του ΦΠΑ και αποδεικνύεται ότι τα εν λόγω αγαθά έχουν πράγματι εξέλθει από το πρώτο κράτος μέλος και έχουν παραδοθεί στο τρίτο κράτος μέλος.

45      Βάσει των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 138, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 141 και το άρθρο 197, παράγραφος 1, αυτής, έχει την έννοια ότι δεν συνιστά, αφ’ εαυτού, λόγο για την απαλλαγή από τον ΦΠΑ της παράδοσης που πραγματοποιεί πρόσωπο καταχωρισμένο ως υποκείμενο στον ΦΠΑ σε ένα πρώτο κράτος μέλος προς ενδιάμεσο αποκτώντα καταχωρισμένο ως υποκείμενο στον ΦΠΑ σε δεύτερο κράτος μέλος το γεγονός ότι, πρώτον, η παράδοση εμπορευμάτων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης πραγματοποιείται υπό καθεστώς αναστολής των φόρων αυτών, δεύτερον, διαπιστώνεται ότι, στο πλαίσιο τριγωνικής συναλλαγής, υπόχρεος για την καταβολή του ΦΠΑ είναι πρόσωπο καταχωρισμένο ως υποκείμενο στον ΦΠΑ σε τρίτο κράτος μέλος και, τρίτον, αποδεικνύεται ότι τα εμπορεύματα πράγματι εξήλθαν από το πρώτο κράτος μέλος και παραδόθηκαν στο τρίτο κράτος μέλος.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

46      Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο υποβλήθηκε από το αιτούν δικαστήριο μόνον για την περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο.

 Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

47      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το καθεστώς απλούστευσης που προβλέπεται στο άρθρο 141 της οδηγίας ΦΠΑ έχει εφαρμογή όταν, κατόπιν τριγωνικής συναλλαγής, ο εγκατεστημένος σε τρίτο κράτος μέλος υποκείμενος στον φόρο προβαίνει σε μεταπώληση των αγαθών εντός της Ένωσης.

48      Η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες όσον αφορά το παραδεκτό του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.

49      Υπενθυμίζεται ότι τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου το οποίο αυτό προσδιορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει ο δικαστής της Ένωσης, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Ο δικαστής της Ένωσης μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή όταν ο δικαστής της Ένωσης δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2026, Darashev, C-312/24, EU:C:2026:449, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50      Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή του καθεστώτος απλούστευσης κατά το άρθρο 141 της οδηγίας ΦΠΑ, το οποίο αφορά τους υποκειμένους στον φόρο B που είναι εγκατεστημένοι σε δεύτερο κράτος μέλος, αλλά την εφαρμογή του άρθρου 138, παράγραφος 1, της οδηγίας, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 141 αυτής, στις πράξεις που πραγματοποιεί η Trading 4, η οποία είναι εγκατεστημένη στο πρώτο κράτος μέλος. Όπως, όμως, επισημάνθηκε στη σκέψη 42 ανωτέρω, η εφαρμογή του εν λόγω μέτρου απλούστευσης είναι άνευ σημασίας από απόψεως εφαρμογής του άρθρου 138, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ. Επομένως, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα ουδεμία σχέση έχει με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.

51      Κατά συνέπεια, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο.

 Επί των δικαστικών εξόδων

52      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Γενικό Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

αποφαίνεται:

Το άρθρο 138, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2016/1065 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2016, σε συνδυασμό με το άρθρο 141 και το άρθρο 197, παράγραφος 1, αυτής,

έχει την έννοια ότι:

δεν συνιστά, αφ’ εαυτού, λόγο για την απαλλαγή από τον ΦΠΑ της παράδοσης που πραγματοποιεί πρόσωπο καταχωρισμένο ως υποκείμενο στον ΦΠΑ σε ένα πρώτο κράτος μέλος προς ενδιάμεσο αποκτώντα καταχωρισμένο ως υποκείμενο στον ΦΠΑ σε δεύτερο κράτος μέλος το γεγονός ότι, πρώτον, η παράδοση εμπορευμάτων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης πραγματοποιείται υπό καθεστώς αναστολής των φόρων αυτών, δεύτερον, διαπιστώνεται ότι, στο πλαίσιο τριγωνικής συναλλαγής, υπόχρεος για την καταβολή του ΦΠΑ είναι πρόσωπο καταχωρισμένο ως υποκείμενο στον ΦΠΑ σε τρίτο κράτος μέλος και, τρίτον, αποδεικνύεται ότι τα εμπορεύματα πράγματι εξήλθαν από το πρώτο κράτος μέλος και παραδόθηκαν στο τρίτο κράτος μέλος.

P??torak

Hesse

Steinfatt

Petrl?k

 

      Δημητρακόπουλος

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Σεπτεμβρίου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η λεττονική.