Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)
της 9ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Κοινό σύστημα ΦΠΑ – Μεταβίβαση συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών – Άρθρο 19 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ – Δωρεά επιχείρησης προς δύο φυσικά πρόσωπα, εξ ημισείας στο καθένα – Περαιτέρω μεταβίβαση των δωρηθέντων ιδανικών μεριδίων σε ομόρρυθμη εταιρία ανήκουσα στα φυσικά πρόσωπα προς τα οποία έγινε η δωρεά »
Στην υπόθεση T-366/25, [Szytelbiecka] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Naczelny S?d Administracyjny (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Πολωνία) με διάταξη της 6ης Φεβρουαρίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Μαΐου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
D.B.
κατά
Dyrektor Krajowej Informacji Skarbowej,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Sampol Pucurull, πρόεδρο, T. Pynn? (εισηγήτρια), J. Laitenberger, M. Stancu και Γ. Βαλασίδη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mart?n y P?rez de Nanclares
γραμματέας: I. Kurme, διοικητική υπάλληλος
έχοντας υπόψη ότι στις 5 Ιουνίου 2025 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α', του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Μαρτίου 2026,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η D.B., εκπροσωπούμενη από τον P. Ku?miak, φορολογικό σύμβουλο, και τον M. Palusi?ski, radca prawny,
– ο Dyrektor Krajowej Informacji Skarbowej, εκπροσωπούμενος από τις M. Kowalewska και K. Nowicka, καθώς και τους T. Tratkiewicz και T. Wojciechowski,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna και την A. Kramarczyk-Sza?adzi?ska,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Herold και J. Szczodrowski,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Μαΐου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 19 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1, στο εξής: οδηγία ΦΠΑ).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της D.B. και του Dyrektor Krajowej Informacji Skarbowej (διευθυντή της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών του Δημοσίου Ταμείου, Πολωνία, στο εξής: φορολογική αρχή) με αντικείμενο ατομική ερμηνευτική φορολογική απόφαση σχετικά με τη μη υπαγωγή δωρεάς περιουσιακών στοιχείων στον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ).
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ προβλέπει τα ακόλουθα:
«Στον ΦΠΑ υπόκεινται οι ακόλουθες πράξεις:
α) Οι παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός κράτους μέλους από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητα αυτή,
[...]».
4 Το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί ΦΠΑ ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρούν ότι, κατά τη μεταβίβαση εξ επαχθούς ή χαριστικής αιτίας ή υπό μορφή εισφοράς σε εταιρεία, συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών, δεν πραγματοποιήθηκε παράδοση αγαθών και ότι ο δικαιούχος διαδέχεται τον μεταβιβάζοντα.»
Το πολωνικό δίκαιο
5 Κατά το άρθρο 2, σημείο 27e, του ustawa o podatku od towar?w i us?ug (νόμου περί φόρου επί των αγαθών και των υπηρεσιών), της 11ης Μαρτίου 2004 (Dz.U. του 2024, θέση 361, όπως έχει τροποποιηθεί, στο εξής: νόμος περί ΦΠΑ):
«Για τους σκοπούς των διατάξεων που ακολουθούν, ως [...] οργανωμένη εγκατάσταση επιχείρησης νοείται το από οργανωτική και οικονομική άποψη διακριτό σύνολο υλικών και άυλων στοιχείων εντός της επιχείρησης, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων, που προορίζονται για την άσκηση συγκεκριμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί ανεξάρτητη επιχείρηση ασκούσα αυτοτελώς τις εν λόγω δραστηριότητες.»
6 Το άρθρο 6, σημείο 1, του νόμου περί ΦΠΑ, το οποίο, όπως προκύπτει από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, θεσπίστηκε κατ’ ενάσκηση της ευχέρειας που αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το άρθρο 19 της οδηγίας ΦΠΑ, έχει ως εξής:
«Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στις πράξεις μεταβίβασης επιχείρησης ή οργανωμένης εγκατάστασης επιχείρησης.»
Η διαφορά της κυρίας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
7 Η D.B. διατηρεί επιχείρηση υπό την επωνυμία «Przedsi?biorstwo B.» (στο εξής: επιχείρηση B.). Προτίθεται να μεταβιβάσει λόγω δωρεάς το σύνολο της επιχείρησής της στις δύο θυγατέρες της, A.K. και P.K, καθεμία από τις οποίες πρόκειται να λάβει το ήμισυ της επιχείρησης. Μετά την ολοκλήρωση της δωρεάς η D.B. δεν πρόκειται να διατηρήσει για τον εαυτό της κανένα περιουσιακό στοιχείο από τα ανήκοντα στην επιχείρηση και θα παύσει αμέσως να ασκεί οικονομική δραστηριότητα.
8 Οι A.K. και P.K. διατηρούν χωριστή επιχείρηση, την P., η οποία έχει τη νομική μορφή ομόρρυθμης εταιρίας. Σκοπεύουν να ενσωματώσουν την επιχείρηση Β. στη δική τους επιχείρηση και να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες της πρώτης χωρίς ουσιαστικές μεταβολές.
9 H D.B. ζήτησε από τη φορολογική αρχή την έκδοση ατομικής ερμηνευτικής φορολογικής αποφάσεως με αντικείμενο τις νομοθετικές διατάξεις που αφορούν τη μη υπαγωγή στον ΦΠΑ της δωρεάς προς τις θυγατέρες της.
10 Στις 26 Ιουνίου 2020 η φορολογική αρχή κοινοποίησε στη D.B. την ατομική ερμηνευτική φορολογική απόφασή της, με την οποία διατύπωσε τη θέση ότι η επίμαχη δωρεά δεν συνιστούσε μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια του άρθρου 6, σημείο 1, του νόμου περί ΦΠΑ. Προσέθεσε, συναφώς, ότι, στην περίπτωση της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας, κάθε συγκύριος έχει αποκλειστικό δικαίωμα επί του ιδανικού μεριδίου του στο κοινό περιουσιακό στοιχείο και δύναται να διαθέτει το ιδανικό αυτό μερίδιο χωρίς τη συναίνεση των λοιπών συγκυρίων. Κατά τη φορολογική αρχή, αντικείμενο της χαριστικής μεταβίβασης στην υπό κρίση υπόθεση δεν θα ήταν η επιχείρηση B., αλλά ιδανικά μερίδια επί των επιμέρους στοιχείων της, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η άσκηση αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας. Τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης B. δεν θα χρησιμοποιούνταν για την εκπλήρωση συγκεκριμένων οικονομικών σκοπών, αφού φορέας της σχετικής οικονομικής δραστηριότητας θα ήταν η εταιρία των A.K. και P.K., στην οποία αυτές προτίθεντο να μεταβιβάσουν περαιτέρω τα ιδανικά μερίδια που θα αποκτούσαν. Κατά συνέπεια, η οικονομική δραστηριότητα της επιχείρησης B. δεν θα συνεχιζόταν από κανέναν από τους αρχικούς λήπτες των ιδανικών μεριδίων, αλλά από άλλο πρόσωπο, ήτοι την ομόρρυθμη εταιρία.
11 Κατά της ανωτέρω ατομικής ερμηνευτικής φορολογικής αποφάσεως η D.B. άσκησε ένδικη προσφυγή ενώπιον του Wojew?dzki S?d Administracyjny w Poznaniu (διοικητικού δικαστηρίου της περιφέρειας του Πόζναν, Πολωνία), την οποία το δικαστήριο εκείνο απέρριψε με απόφαση της 30ής Μαρτίου 2021. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υιοθέτησε τη θέση της φορολογικής αρχής, σύμφωνα με την οποία η δωρεά ιδανικών μεριδίων επί της επιχείρησης B. προς τις A.K. και P.K. δεν συνιστούσε πράξη απαλλασσόμενη από τον φόρο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, σημείο 1, του νόμου περί ΦΠΑ, καθώς αντικείμενο της δωρεάς δεν θα ήταν ούτε η επιχείρηση B. ούτε οργανωμένη εγκατάσταση αυτής, την δε οικονομική δραστηριότητα της επιχείρησης θα ασκούσε από τρίτο πρόσωπο, η ομόρρυθμη εταιρία των A.K. και P.K.
12 Κατόπιν τούτου, η D.B. άσκησε αναίρεση ενώπιον του Naczelny S?d Administracyjny (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Πολωνία), που είναι το αιτούν δικαστήριο, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, παράβαση του άρθρου 6, σημείο 1, του νόμου περί ΦΠΑ και του άρθρου 19 της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 55 του ustawa – Kodeks cywilny (νόμου περί αστικού κώδικα), της 23ης Απριλίου 1964 (Dz. U. του 2020, θέση 1740), όπως έχει τροποποιηθεί, καθόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η επίμαχη συναλλαγή δεν συνιστούσε μεταβίβαση επιχείρησης, αλλά δωρεά περιουσιακών στοιχείων, δίχως να λάβει υπόψη την πρόθεση των δωρεοδόχων να συνεχίσουν την οικονομική δραστηριότητα της επιχείρησης χωρίς ουσιαστικές μεταβολές.
13 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ναι μεν η ερμηνεία που επιφύλαξε το Wojew?dzki S?d Administracyjny w Poznaniu (διοικητικό δικαστήριο της περιφέρειας του Πόζναν) στο άρθρο 19 της οδηγίας ΦΠΑ, το οποίο μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του νόμου περί ΦΠΑ, είναι υποστηρίξιμη, ωστόσο η συγκεκριμένη διάταξη θα μπορούσε επίσης να ερμηνευτεί κατά τρόπο λειτουργικό, ήτοι λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της επίμαχης συναλλαγής, που δεν είναι άλλος από τη μεταβίβαση της επιχείρησης Β. στο σύνολό της και τη συνέχιση της οικονομικής της δραστηριότητας. Επισημαίνει, ακόμη, ότι ενώπιόν του εκκρεμεί και άλλη διαφορά, αντικείμενο της οποίας είναι το ζήτημα κατά πόσον η περαιτέρω μεταβίβαση από τις A.K. και P.K. των ιδανικών μεριδίων που θα λάβουν επί της επιχείρησης Β. προς την κοινή τους εταιρία, η οποία πρόκειται να συνεχίσει τη δραστηριότητα της εν λόγω επιχείρησης, απαλλάσσεται του ΦΠΑ δυνάμει του άρθρου 19 της οδηγίας ΦΠΑ.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Υφίσταται “μεταβίβαση συνόλου αγαθών”, κατά την έννοια του άρθρου 19 της οδηγίας [ΦΠΑ] ορθώς ερμηνευόμενου, στην περίπτωση κατά την οποία υποκείμενος στον φόρο μεταβιβάζει, από χαριστική αιτία, σύνολο περιουσιακών στοιχείων σε δύο μη υποκείμενα στον φόρο φυσικά πρόσωπα, εξ ημισείας στο καθένα, τα οποία σκοπεύουν να μεταβιβάσουν αμέσως τα αποκτηθέντα ιδανικά μερίδιά τους υπό τη μορφή εισφοράς σε είδος σε προσωπική εταιρία ασκούσα οικονομική δραστηριότητα, της οποίας τυγχάνουν εταίροι;»
Επί του παραδεκτού
15 Χωρίς να προβάλλει τυπικώς ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, εφόσον από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η μεταβίβαση της επιχείρησης από την αναιρεσείουσα της κύριας δίκης προς τις δύο θυγατέρες γίνεται λόγω δωρεάς, ήτοι από χαριστική αιτία, η συγκεκριμένη πράξη δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, στον ΦΠΑ. Συγχρόνως, το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει σε ποια νομική βάση θα μπορούσε να στηριχθεί η υπαγωγή της επίμαχης παράδοσης αγαθών στον ΦΠΑ, και, συνεπώς, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το ερώτημά του είναι υποθετικής φύσεως.
16 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που έχουν υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο εντός του κανονιστικού και πραγματικού πλαισίου το οποίο έχει προσδιορίσει το δικαστήριο αυτό με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει ο δικαστής της Ένωσης, είναι κατά τεκμήριο λυσιτελή. Ο δικαστής της Ένωσης μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2026, Jenec, C-81/24, EU:C:2026:470, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
17 Εν προκειμένω, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, εάν γίνει δεκτό ότι η χαριστική μεταβίβαση της επίμαχης στην κύρια δίκη επιχείρησης σε δύο φυσικά πρόσωπα, εξ ημισείας στο καθένα, δεν συνιστά μεταβίβαση συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών κατά την έννοια του άρθρου 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ΦΠΑ, τούτο θα σημαίνει η μεταβίβαση αυτή δεν είναι πράξη απαλλασσόμενη από τον ΦΠΑ.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία της οδηγίας ΦΠΑ ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ότι το πρόβλημα που τίθεται είναι υποθετικής φύσεως.
19 Κατά συνέπεια, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
20 Με το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν συνιστά μεταβίβαση συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών κατά την έννοια του άρθρου 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ΦΠΑ, η μεταβίβαση από χαριστική αιτία επιχείρησης σε δύο φυσικά πρόσωπα, εξ ημισείας στο καθένα, τα οποία σκοπεύουν να μεταβιβάσουν αμέσως τα αποκτηθέντα ιδανικά μερίδιά τους, υπό τη μορφή εισφοράς σε είδος, σε προσωπική εταιρία ασκούσα οικονομική δραστηριότητα, της οποίας τυγχάνουν εταίροι.
21 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, κατά τη θεμελιώδη αρχή που είναι σύμφυτη με το σύστημα του ΦΠΑ, ο φόρος αυτός πλήττει κάθε πράξη παραγωγής ή διανομής, ενώ εκπίπτει ο ΦΠΑ που ευθέως επιβάρυνε το κόστος των διαφόρων στοιχείων που συνέθεσαν την τιμή (βλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, X, C-651/11, EU:C:2013:346, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
22 Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ΦΠΑ προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρούν ότι, κατά τη μεταβίβαση εξ επαχθούς ή χαριστικής αιτίας ή υπό μορφή εισφοράς σε εταιρεία, συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών, δεν πραγματοποιήθηκε παράδοση αγαθών και ότι ο δικαιούχος διαδέχεται τον μεταβιβάζοντα. Επομένως, όταν ένα κράτος μέλος έχει κάνει χρήση της σχετικής ευχέρειας, η μεταβίβαση συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών δεν θεωρείται παράδοση αγαθών για τους σκοπούς της οδηγίας ΦΠΑ και, συνακόλουθα, δεν υπόκειται στον ΦΠΑ με βάση το άρθρο 2 αυτής (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, X, C-651/11, EU:C:2013:346, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
23 Ως εκ τούτου, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να διερευνηθεί το ενδεχόμενο χαρακτηρισμού μιας αλληλουχίας συναλλαγών όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης ως «ενιαίας πράξης» και, στη συνέχεια, να εξεταστεί αν τέτοιες συναλλαγές μπορούν να συνιστούν μεταβίβαση συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών κατά την έννοια του άρθρου 19 της οδηγίας ΦΠΑ.
24 Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, για τους σκοπούς του ΦΠΑ, κάθε πράξη πρέπει κανονικά να θεωρείται αυτοτελής και ανεξάρτητη, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας ΦΠΑ (βλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Hat?r Diszkont, C-427/23, EU:C:2025:596, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία πρβλ., επίσης, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999, CPP, C-349/96, EU:C:1999:93, σκέψη 29).
25 Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, υπό ορισμένες περιστάσεις, πλείονες, τυπικώς διακριτές πράξεις οι οποίες θα μπορούσαν να φορολογούνται ή να απαλλάσσονται αυτοτελώς, επιβάλλεται να αντιμετωπίζονται ως ενιαία πράξη, όταν δεν είναι ανεξάρτητες. Ειδικότερα, πρόκειται για ενιαία πράξη όταν δύο ή περισσότερα στοιχεία ή πράξεις του υποκείμενου στον φόρο συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ώστε να συνθέτουν, αντικειμενικώς, μία και μόνον αδιάσπαστη οικονομική πράξη, της οποίας η διαίρεση θα ήταν τεχνητή (βλ. αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 2016, Ba?tov?, C-432/15, EU:C:2016:855, σκέψεις 69 και 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 1ης Αυγούστου 2025, Hat?r Diszkont, C-427/23, EU:C:2025:596, σκέψεις 38 και 39).
26 Στο πλαίσιο της συνεργασίας που καθιερώνεται με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν συντρέχει τέτοια περίπτωση, προβαίνοντας σε σφαιρική εξέταση του ζητήματος και λαμβάνοντας υπόψη πόσο σημαντικά είναι τα οικεία στοιχεία όχι μόνο από ποσοτική, αλλά και από ποιοτική άποψη. Το Δικαστήριο δύναται πάντως να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα σχετικά με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να του χρησιμεύσουν (πρβλ. αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 2005, Levob Verzekeringen και OV Bank, C-41/04, EU:C:2005:649, σκέψη 23, και της 17ης Ιανουαρίου 2013, BG? Leasing, C-224/11, EU:C:2013:15, σκέψη 33). Επομένως, είναι έργο του αιτούντος δικαστηρίου να προβεί στις εξακριβώσεις για τις οποίες γίνεται λόγος κατωτέρω.
27 Από τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Γενικό Δικαστήριο προκύπτει ότι καθεμία από τις δωρεοδόχους της επιχείρησης B. πρόκειται να λάβει το ήμισυ αυτής. Οι A.K. και P.K. θα είναι, ως συγκυρίες, υποκείμενα χωριστών δικαιωμάτων, καθόσον καθεμία από αυτές θα αποκτήσει αποκλειστικά δικαιώματα κυριότητας κατ’ αναλογία του ιδανικού μεριδίου της επί της επιχείρησης B., τα οποία θα μπορεί να διαθέτει χωρίς τη συναίνεση της άλλης. Επομένως, καθεμία από τις δωρεοδόχους θα είναι ελεύθερη να προβεί ή να μην προβεί στη δεύτερη σκοπούμενη συναλλαγή, η οποία συνίσταται στην περαιτέρω μεταβίβαση της επιχείρησης B. στην κοινή τους ομόρρυθμη εταιρία. Επιπλέον, η πραγματοποίηση της δεύτερης αυτής συναλλαγής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της πρώτης, είναι ανεξάρτητη από αυτήν και πρόκειται να επέλθει εκ των υστέρων, όπως επιβεβαίωσε η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
28 Υπό τα δεδομένα αυτά και υπό την επιφύλαξη των σχετικών εξακριβώσεων του αιτούντος δικαστηρίου, προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι οι επιμέρους συναλλαγές στην υπό κρίση υπόθεση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πράξεις τόσο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, ώστε να συνθέτουν, αντικειμενικώς, μία και μόνον αδιάσπαστη οικονομική πράξη κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως.
29 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι τέσσερις επίμαχες στην κύρια δίκη συναλλαγές, ήτοι, αφενός, οι μεταβιβάσεις από την D.B. προς τις A.K. και P.K. ιδανικών μεριδίων καθένα από τα οποία αντιστοιχεί στο ήμισυ της επιχείρησης Β. και, αφετέρου, οι μεταβιβάσεις των αποκτηθέντων ιδανικών μεριδίων από τις A.K. και P.K. προς την κοινή τους ομόρρυθμη εταιρία, συνιστούν, κατά το συνήθως συμβαίνον, αυτοτελείς και ανεξάρτητες μεταξύ τους πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας ΦΠΑ, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως.
30 Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, σκοπός της διάταξης του άρθρου 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ΦΠΑ, είναι να διευκολύνει τις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων, απλοποιώντας τη σχετική διαδικασία και αποτρέποντας την επιβάρυνση της περιουσίας του δικαιούχου με μια σημαντική δαπάνη που αυτός θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να ανακτήσει αργότερα μέσω της έκπτωσης του ΦΠΑ επί των εισροών (βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Mailat, C-17/18, EU:C:2018:1038, σκέψη 13 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Ως προς το ζήτημα αν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μεταβίβαση συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών κατά την έννοια του άρθρου 19 της οδηγίας ΦΠΑ η χαριστική μεταβίβαση επιχείρησης σε δύο φυσικά πρόσωπα, εξ ημισείας στο καθένα, τα οποία σκοπεύουν να μεταβιβάσουν περαιτέρω τα αποκτηθέντα ιδανικά μερίδια σε ομόρρυθμη εταιρία που τους ανήκει από κοινού, τονίζεται ότι ένας τέτοιος χαρακτηρισμός εξαρτάται από τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων.
32 Πιο συγκεκριμένα, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι στην έννοια της «μεταβίβασης εξ επαχθούς ή χαριστικής αιτίας ή υπό μορφή εισφοράς σε εταιρεία, συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών» καλύπτει, κατ’ ορθήν ερμηνεία, τη μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού ή αυτοτελούς τμήματος μιας επιχείρησης τα οποία περιλαμβάνουν υλικά και, ενδεχομένως, άυλα στοιχεία εφόσον, αφενός, τα στοιχεία αυτά συγκροτούν από κοινού επιχείρηση ή τμήμα επιχείρησης που μπορεί να συνεχίσει την άσκηση αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας, και, αφετέρου, ο προς ον η μεταβίβαση έχει την πρόθεση να εκμεταλλευτεί τα μεταβιβασθέντα στοιχεία του ενεργητικού ή το τμήμα της επιχείρησης, και όχι απλώς και μόνο να προβεί στην άμεση ρευστοποίηση της περιουσίας που εξυπηρετεί την άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας (πρβλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, X, C-651/11, EU:C:2013:346, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Προκειμένου να θεωρηθεί ότι συντρέχει η πρώτη προϋπόθεση την οποία θέτει η μνημονευθείσα στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, ότι δηλαδή υφίσταται μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού μιας επιχείρησης ή αυτοτελούς τμήματος επιχείρησης, πρέπει το σύνολο των μεταβιβαζόμενων στοιχείων να αρκεί για τη συνέχιση αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας (βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Mailat, C-17/18, EU:C:2018:1038, σκέψη 15 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
34 Δεδομένου ότι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως, οι επίμαχες στην κύρια δίκη πράξεις είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητες μεταξύ τους, θα πρέπει η προϋπόθεση που αφορά τη δυνατότητα συνέχισης της άσκησης, αυτοτελώς, της οικονομικής δραστηριότητας της επιχείρησης B., να εξεταστεί σε σχέση με καθεμία από τις θυγατέρες της D.B. χωριστά, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 65 των προτάσεών του.
35 Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της διανομής ιδανικών μεριδίων προς τις δύο θυγατέρες της D.B., σε καθεμία από αυτές θα μεταβιβαστεί το ήμισυ της επιχείρησης B. Όμως, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, εφόσον τα προς μεταβίβαση ιδανικά μερίδια δεν συνιστούν, το καθένα από αυτά, αυτοτελή ενότητα συγκείμενη από στοιχεία του ενεργητικού της επιχείρησης, κατά τρόπον ώστε καθεμία από τις θυγατέρες της D.B. να είναι σε θέση να συνεχίσει αυτοτελώς να ασκεί την οικονομική δραστηριότητα της επιχείρησης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η συγκεκριμένη μεταβίβαση εμπίπτει στην έννοια της μεταβίβασης συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών κατά το άρθρο 19 της οδηγίας ΦΠΑ.
36 Επομένως, η μεταβίβαση επιχείρησης σε δύο πρόσωπα, εξ ημισείας στο καθένα, κατά τρόπον ώστε αυτά να μην είναι σε θέση να ασκήσουν, το καθένα, αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, δεν πληροί την πρώτη προϋπόθεση για την εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 19 της οδηγίας ΦΠΑ, τούτο δε ανεξάρτητα από την πρόθεση των προσώπων αυτών να μεταβιβάσουν τα αποκτηθέντα ιδανικά μερίδιά τους υπό τη μορφή εισφοράς σε είδος σε προσωπική εταιρία ασκούσα οικονομική δραστηριότητα, της οποίας τυγχάνουν εταίροι.
37 Δεδομένου ότι η προϋπόθεση που αφορά τη δυνατότητα συνέχισης της άσκησης αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας δεν πληρούται, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται μεταβίβαση συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών κατά την έννοια του άρθρου 19 της οδηγίας περί ΦΠΑ. Παρέλκει, ως εκ τούτου, η εξέταση της προϋπόθεσης που αφορά την πρόθεση του δικαιούχου να συνεχίσει την άσκηση της σχετικής δραστηριότητας.
38 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν συνιστά μεταβίβαση συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 19 της οδηγίας περί ΦΠΑ, ορθώς ερμηνευόμενου, η μεταβίβαση από χαριστική αιτία επιχείρησης σε δύο φυσικά πρόσωπα, εξ ημισείας στο καθένα, τα οποία σκοπεύουν να μεταβιβάσουν αμέσως τα αποκτηθέντα ιδανικά μερίδιά τους υπό τη μορφή εισφοράς σε είδος σε προσωπική εταιρία ασκούσα οικονομική δραστηριότητα, της οποίας τυγχάνουν εταίροι.
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Γενικό Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)
αποφαίνεται:
Το άρθρο 19 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας,
έχει την έννοια ότι
δεν συνιστά μεταβίβαση συνόλου ή μέρους συνόλου αγαθών η μεταβίβαση από χαριστική αιτία επιχείρησης σε δύο φυσικά πρόσωπα, εξ ημισείας στο καθένα, τα οποία σκοπεύουν να μεταβιβάσουν αμέσως τα αποκτηθέντα ιδανικά μερίδιά τους υπό τη μορφή εισφοράς σε είδος σε προσωπική εταιρία ασκούσα οικονομική δραστηριότητα, της οποίας τυγχάνουν εταίροι.
|
Sampol Pucurull |
Pynn? |
Laitenberger |
|
Stancu |
Βαλασίδης |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Σεπτεμβρίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.
i Το όνομα της παρούσας αποφάσεως είναι πλασματικό. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός εκ των διαδίκων.