Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
της 29ης Απριλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Ειδικοί φόροι κατανάλωσης – Ειδικοί φόροι κατανάλωσης που εφαρμόζονται στα βιομηχανοποιημένα καπνά – Καπνός καπνίσματος – Έννοια του “καπν[ού] [...] ο οποίος μπορεί να καπνισθεί χωρίς να υποστεί μεταγενέστερη [βιομηχανική] μεταποίηση” – Άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64/ΕΕ – Κομμάτια (scraps) ακατέργαστου καπνού ο οποίος δεν είναι κομμένος, αλλά έχει διαλυθεί και έχει διαχωρισθεί από τον μίσχο, και μπορεί να μετατραπεί σε καπνό ναργιλέ μέσω μιας περίπλοκης διαδικασίας η οποία πραγματοποιείται κατ’ οίκον από τον καταναλωτή »
Στην υπόθεση T-194/25,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο, Γερμανία) με απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Μαρτίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
Hauptzollamt A
κατά
Scrap-Transporteur,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους N. P??torak, πρόεδρο τμήματος, G. Hesse (εισηγητή), G. Steinfatt, D. Petrl?k και Ι. Δημητρακόπουλο, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: M. Brkan
γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη ότι στις 20 Μαρτίου 2025 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Ιανουαρίου 2026,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Scrap-Transporteur, εκπροσωπούμενη από τους L. Beernink, T. Krause και M. Nagel, Rechtsanw?lte,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. M?ller και N. Scheffel,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον M. Bj?rkland και την B. Eggers,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64/ΕΕ του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2011, για τη διάρθρωση και τους συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης που εφαρμόζονται στα βιομηχανοποιημένα καπνά (ΕΕ 2011, L 176, σ. 24).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Hauptzollamt A (κεντρικού τελωνείου Α, Γερμανία) (στο εξής: τελωνείο) και της Scrap-Transporteur, με αντικείμενο την κατάσχεση εμπορευμάτων που μεταφέρθηκαν στη Γερμανία με όχημα της Scrap-Transporteur.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 3, 8, 9 και 15 της οδηγίας 2011/64 έχουν ως εξής:
«(2) Η φορολογική νομοθεσία της Ένωσης για τα προϊόντα καπνού πρέπει να εξασφαλίζει την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και, ταυτόχρονα, ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας [...]
(3) Ένας από τους σκοπούς της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η διατήρηση μιας οικονομικής ένωσης, της οποίας τα χαρακτηριστικά θα είναι ανάλογα με εκείνα μιας εγχώριας αγοράς, εντός της οποίας υπάρχει υγιής ανταγωνισμός. Όσον αφορά τον τομέα των βιομηχανοποιημένων καπνών, η πραγματοποίηση του σκοπού αυτού προϋποθέτει ότι η εφαρμογή στα κράτη μέλη φόρων που επιβαρύνουν την κατανάλωση των προϊόντων αυτού του τομέα δεν νοθεύει τους όρους ανταγωνισμού και δεν εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία τους εντός της Ένωσης.
[...]
(8) Για λόγους ομοιόμορφης και δίκαιης φορολόγησης, ορισμοί για τα τσιγάρα, τα πούρα και τα πουράκια καθώς και για τα άλλα είδη καπνού καπνίσματος θα πρέπει να προβλεφθούν αντίστοιχα έτσι ώστε [...] καπνός καπνίσματος ο οποίος είναι παρόμοιος σε μεγάλο βαθμό με λεπτοκομμένο καπνό που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων να αντιμετωπίζεται ως λεπτοκομμένος καπνός για την επιβολή του φόρου κατανάλωσης [...]
(9) Όσον αφορά τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης καπνού, η εναρμόνιση της διαρθρώσεως των φόρων αυτών πρέπει, ιδίως, να έχει ως αποτέλεσμα τη μη νόθευση του ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών βιομηχανοποιημένων καπνών που ανήκουν στην ίδια ομάδα εξαιτίας της φορολογίας και την παράλληλη πραγματοποίηση του ανοίγματος των εθνικών αγορών των κρατών μελών.
[...]
(15) Όσον αφορά τις τιμές και τα επίπεδα των ειδικών φόρων κατανάλωσης, ιδίως για τα τσιγάρα, που είναι σαφώς η σημαντικότερη κατηγορία προϊόντων καπνού, καθώς και για τον λεπτοκομμένο καπνό που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων, υπάρχουν ακόμη σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών, οι οποίες μπορεί να διαταράξουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η σύγκλιση ως ένα βαθμό μεταξύ των επιπέδων των φόρων που ισχύουν στα κράτη μέλη θα βοηθούσε στη μείωση της απάτης και του λαθρεμπορίου εντός της Ένωσης.»
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/64 προβλέπει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ως βιομηχανοποιημένα καπνά νοούνται:
[...]
γ) καπνός καπνίσματος:
i) ο λεπτοκομμένος καπνός που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων
ii) άλλα καπνά για κάπνισμα.»
5 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/64 προβλέπει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας τα ακόλουθα προϊόντα θεωρούνται πούρα ή πουράκια αν μπορούν και, δεδομένων των χαρακτηριστικών τους και των συνήθων καταναλωτικών προσδοκιών, προορίζονται αποκλειστικά να καπνίζονται ως έχουν [...]»
6 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/64 προβλέπει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ως καπνός καπνίσματος νοείται:
α) ο κομμένος ή κατ’ άλλο τρόπο τεμαχισμένος καπνός, σε ορμαθό ή συμπιεσμένος σε πλάκες, ο οποίος μπορεί να καπνισθεί χωρίς να υποστεί μεταγενέστερη [βιομηχανική] μεταποίηση
β) τα [...] υπολείμματα καπνού [...]»
Το γερμανικό δίκαιο
7 Το άρθρο 1 του Tabaksteuergesetz (νόμου για τη φορολογία καπνού), της 15ης Ιουλίου 2009 (BGBl. 2009 I, σ. 1870), όπως τροποποιήθηκε με τον F?nftes Gesetz zur ?nderung von Verbrauchsteuergesetzen (πέμπτο νόμο για την τροποποίηση των διατάξεων της νομοθεσίας περί ειδικών φόρων κατανάλωσης), της 21ης Δεκεμβρίου 2010 (BGBl. 2010 I, σ. 2221), ορίζει τα εξής:
«(1) Τα βιομηχανοποιημένα καπνά υπόκεινται στον φόρο καπνού στο έδαφος επιβολής του φόρου [...] Ο φόρος καπνού αποτελεί ειδικό φόρο κατανάλωσης κατά την έννοια του φορολογικού κώδικα.
(2) Βιομηχανοποιημένα καπνά είναι τα εξής:
[...]
3. ο καπνός καπνίσματος (λεπτοκομμένος καπνός και καπνός πίπας): ο κομμένος ή κατ’ άλλο τρόπο τεμαχισμένος καπνός, σε ορμαθό ή συμπιεσμένος σε πλάκες, ο οποίος μπορεί να καπνισθεί χωρίς να υποστεί μεταγενέστερη βιομηχανική μεταποίηση
[...]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8 Η B, εταιρία εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, αναμιγνύει μη μεταποιημένα φύλλα καπνού της ποικιλίας Flue cured Virginia, πριν τα διαχωρίσει από τον μίσχο και τα συσκευάσει σε πακέτα διαφόρων μεγεθών. Παρέδωσε στη C, εταιρία εγκατεστημένη στη Γερμανία, επτά χαρτοκιβώτια συνολικού βάρους 1 225 κιλών των εν λόγω φύλλων καπνού, τα οποία κατασχέθηκαν από την Zollfahndungsamt (υπηρεσία τελωνειακής επιθεώρησης, Γερμανία) στις 7 Φεβρουαρίου 2017. Τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία προορίζονταν για τον D, μια άλλη εταιρία εγκατεστημένη στη Γερμανία, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή καπνού ναργιλέ, βρίσκονταν επί φορτηγού οχήματος το οποίο οδηγούσε η εξουσιοδοτημένη εκπρόσωπος της C, Scrap-Transporteur.
9 Η υπηρεσία τελωνειακής επιθεώρησης κίνησε διαδικασία έρευνας κατά της Scrap-Transporteur, η οποία ήταν ύποπτη διάπραξης φοροδιαφυγής. Κατά την εξέτασή της, η εταιρία αυτή διευκρίνισε ότι τα κατασχεθέντα εμπορεύματα δεν αποτελούσαν καπνό καπνίσματος, αλλά ακατέργαστο καπνό προοριζόμενο να μεταποιηθεί στη Γερμανία σε καπνό ναργιλέ.
10 Το Bildungs- und Wissenschaftszentrum der Bundesfinanzverwaltung (κέντρο εκπαίδευσης και επιστημονικών μελετών της ομοσπονδιακής φορολογικής αρχής, Γερμανία) προέβη σε ανάλυση δείγματος των κατασχεθέντων εμπορευμάτων και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συνίσταντο σε κομμάτια (scraps) καπνού, δηλαδή σε κομμάτια φύλλων ακατέργαστου καπνού χωρίς άρωμα, τα οποία δεν έχουν μεταποιηθεί, παράγονται δε από το τρίψιμο των φύλλων καπνού και καθίστανται κατάλληλα προς κατανάλωση, χωρίς να αποκλείεται η χρήση τους σε πίπα ή η χρήση τους ως γέμισμα για στριφτά τσιγάρα. Ο καπνός αυτός, του οποίου ένα μικρό μόνο μέρος έπρεπε να κατατμηθεί με τη βοήθεια κοπτικής μηχανής κήπου, μπορούσε να καπνιστεί σε ναργιλέ μετά από θερμική επεξεργασία με βάση το νερό, τη γλυκερίνη και τη ζάχαρη, πριν αναμιχθεί με αρωματική ουσία για πίπα. Σύμφωνα με τα ίδια συμπεράσματα, τα στάδια μεταποίησης μπορούσαν να πραγματοποιηθούν από τον τελικό καταναλωτή, με τη βοήθεια οδηγιών διαθέσιμων στο διαδίκτυο. Τέλος, από την οπτική της τελωνειακής δαπάνης, τα εν λόγω κομμάτια καπνού έπρεπε να θεωρηθούν ως υπολείμματα καπνού τα οποία εμπίπτουν στον κωδικό 2401 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που παρατίθεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ 1987, L 256, σ. 1).
11 Κατά συνέπεια, το τελωνείο καθόρισε το ποσό του φόρου επί του καπνού που όφειλαν η C και η Scrap-Transporteur, οι οποίες ήταν αλληλεγγύως υπεύθυνες. Η Scrap-Transporteur υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της επιβολής του φόρου αυτού, προσκομίζοντας έκθεση πραγματογνωμοσύνης από την οποία προέκυπτε ότι τα κατασχεθέντα εμπορεύματα συνίσταντο σε ακατέργαστο καπνό υψηλής ποιότητας, δυνάμενο να μεταποιηθεί σε καπνό ναργιλέ ή σε άλλες μορφές καπνού.
12 Κατόπιν απόρριψης της διοικητικής ένστασής της, η Scrap-Transporteur άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht (φορολογικού δικαστηρίου, Γερμανία), αρμόδιου να αποφανθεί για την υπόθεση, το οποίο την έκανε δεκτή. Συγκεκριμένα, πραγματογνώμονας ο οποίος διορίσθηκε από το δικαστήριο αυτό διαπίστωσε ότι το ποσοστό υγρασίας του 6,9 % κατά μέσο όρο ήταν χαρακτηριστικό του ακατέργαστου καπνού και ότι ο καπνός αυτός δεν μπορούσε να καπνιστεί χωρίς προηγούμενη βιομηχανική επεξεργασία. Ως εκ τούτου, το Finanzgericht (φορολογικό δικαστήριο) έκρινε ότι το κατασχεθέν εμπόρευμα συνίστατο σε ακατέργαστο, μη μεταποιημένο καπνό και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον φόρο καπνού.
13 Το τελωνείο άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Finanzgericht (φορολογικού δικαστηρίου) ενώπιον του Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακού Φορολογικού Δικαστηρίου, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.
14 Λαμβανομένης υπόψη της αβεβαιότητας ως προς τον χαρακτηρισμό του προϊόντος ως καπνού «ο οποίος μπορεί να καπνισθεί χωρίς να υποστεί μεταγενέστερη [βιομηχανική] μεταποίηση», κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64, το Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Έχει η φράση “καπνός, [...] ο οποίος μπορεί να καπνισθεί” στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας [2011/64] την έννοια ότι τέτοια δυνατότητα υπάρχει μόνο για προϊόντα τα οποία είναι κατάλληλα για κάπνισμα κατά την αντίληψη των συναλλασσομένων;
2. Έχει η φράση “χωρίς να υποστεί μεταγενέστερη [βιομηχανική] μεταποίηση” στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας [2011/64] την έννοια ότι εμπίπτουν σε αυτήν ακόμη και πιο περίπλοκες μέθοδοι οι οποίες, όμως, είναι δυνατό να εφαρμοσθούν από τους καταναλωτές κατ’ οίκον;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
15 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 έχει την έννοια ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν ένα προϊόν «μπορεί να καπνισθεί», πρέπει να ληφθεί υπόψη η αντίληψη του κοινού.
16 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64, «ο κομμένος ή κατ’ άλλον τρόπο τεμαχισμένος καπνός, σε ορμαθό ή συμπιεσμένος σε πλάκες, ο οποίος μπορεί να καπνισθεί χωρίς να υποστεί μεταγενέστερη [βιομηχανική] μεταποίηση» αποτελεί μέρος του «καπνού καπνίσματος».
17 Όσον αφορά τη φράση «μπορεί να καπνισθεί», υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι διάταξη του ενωσιακού δικαίου η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό του νοήματος και του περιεχομένου της πρέπει κανονικά να ερμηνεύεται σε ολόκληρη την Ένωση με αυτοτελή και ομοιόμορφο τρόπο, με βάση το γράμμα της, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2024, Kwantum Nederland και Kwantum Belgi?, C227/23, EU:C:2024:914, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
18 Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 δεν περιέχει καμία αναφορά στην αντίληψη των καταναλωτών για την κατάταξη ενός προϊόντος στον «καπνό καπνίσματος». Επομένως, από τη φράση «μπορεί να καπνισθεί» προκύπτει ότι το προϊόν μπορεί να καπνιστεί υπό την έννοια ότι η θέρμανση και η καύση του προϊόντος αυτού παράγουν καπνό προς εισπνοή (πρβλ. απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2020, Skonis ir kvapas, C-674/19, EU:C:2020:710, σκέψη 34). Συνεπώς, η φράση «μπορεί να καπνισθεί» δεν περιλαμβάνει κριτήριο σχετικό με την αντίληψη των καταναλωτών.
19 Δεύτερον, η ως άνω ερμηνεία επιρρωννύεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64. Ειδικότερα, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι τα προϊόντα καπνού θεωρούνται «πούρα ή πουράκια» αν «μπορούν και, δεδομένων των χαρακτηριστικών τους και των συνήθων καταναλωτικών προσδοκιών, προορίζονται αποκλειστικά να καπνίζονται ως έχουν». Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως, μια τέτοια προϋπόθεση, η οποία αφορά τις συνήθεις προσδοκίες των καταναλωτών, δεν μνημονεύεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της εν λόγω οδηγίας. Δεδομένου ότι αμφότερες οι διατάξεις αποτελούν μέρος του ίδιου κεφαλαίου της εν λόγω οδηγίας, ο νομοθέτης θα μπορούσε να προσθέσει το κριτήριο σχετικά με τις συνήθεις προσδοκίες των καταναλωτών ή την αντίληψη του κοινού στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64, αν ήθελε να προσδώσει μια τέτοια έννοια στη διάταξη αυτή.
20 Τρίτον, από την αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2011/64 προκύπτει ότι η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει ότι η εφαρμογή, στα κράτη μέλη, φόρων που πλήττουν την κατανάλωση των προϊόντων του τομέα των βιομηχανοποιημένων καπνών δεν νοθεύει τους όρους ανταγωνισμού και δεν εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία τέτοιων προϊόντων εντός της Ένωσης. Ειδικότερα, από την αιτιολογική σκέψη 8 της ως άνω οδηγίας συνάγεται, κατ’ ουσίαν, ότι όσα προϊόντα ομοιάζουν από πολλές απόψεις με εκείνα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης με αυτά για τη διασφάλιση ομοιόμορφης και δίκαιης φορολόγησης, ενώ στην αιτιολογική σκέψη 9 της ίδιας οδηγίας επισημαίνεται ότι η εναρμόνιση της διάρθρωσης των ειδικών φόρων κατανάλωσης πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τόσο να μη νοθεύεται, εξαιτίας των συνεπειών της φορολόγησης, ο ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών βιομηχανοποιημένων καπνών που ανήκουν στην ίδια ομάδα όσο και να πραγματοποιείται, παράλληλα, το άνοιγμα των εθνικών αγορών των κρατών μελών (πρβλ. απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 18).
21 Επιπροσθέτως, από την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2011/64 προκύπτει ότι «[η] σύγκλιση ως ένα βαθμό μεταξύ των επιπέδων των φόρων που ισχύουν στα κράτη μέλη θα βοηθούσε στη μείωση της απάτης και του λαθρεμπορίου εντός της Ένωσης». Τέλος, κατά την αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2011/64, σκοπός της οδηγίας είναι, μεταξύ άλλων, η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας.
22 Η επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών απαιτεί το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 να μην ερμηνεύεται στενά (πρβλ. απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 24). Πράγματι, ερμηνεία της διατάξεως αυτής κατά την οποία θα λαμβανόταν υπόψη η αντίληψη των καταναλωτών θα μπορούσε να περιορίσει το ποσοστό των προϊόντων που θα κατατάσσονταν στην κατηγορία του «καπνού καπνίσματος» κατά την έννοια της οδηγίας 2011/64 και θα μπορούσε να επηρεάσει το επίπεδο προστασίας της υγείας το οποίο αφορά η οδηγία αυτή, καθόσον τα ως άνω προϊόντα δεν θα φορολογούνταν, ενδεχομένως, κατά τον ίδιο τρόπο. Όσον αφορά, τέλος, την εναρμόνιση των κατηγοριών καπνού προς τον σκοπό της προστασίας του ανταγωνισμού, της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της πρόληψης της απάτης, η αντίληψη των καταναλωτών είναι ένα κριτήριο το οποίο μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το οικείο κράτος μέλος και το οποίο ενδέχεται να επηρεάσει την εν λόγω εναρμόνιση.
23 Ως εκ τούτου, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 έχει την έννοια ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν ένα προϊόν «μπορεί να καπνισθεί», δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η αντίληψη του κοινού.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
24 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 έχει την έννοια ότι η φράση «χωρίς να υποστεί μεταγενέστερη [βιομηχανική] μεταποίηση» περιλαμβάνει επίσης μεθόδους αποτελούμενες από περισσότερα στάδια τα οποία οι καταναλωτές μπορούν ωστόσο να πραγματοποιήσουν κατ’ οίκον.
25 Η έννοια «[βιομηχανική] μεταποίηση», η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64, δηλώνει στην καθομιλουμένη τη μετατροπή πρώτων υλών σε υλικά αγαθά, συνήθως σε μεγάλη κλίμακα και μέσω μιας αυτοματοποιημένης διεργασίας (απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 30).
26 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν εμπίπτουν στην έννοια της «[βιομηχανικής] μεταποίησης» του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 οι εύκολοι χειρισμοί που γίνονται προκειμένου να μπορεί να καπνιστεί ένα ατελές προϊόν καπνού (πρβλ. απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
27 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να καπνιστεί ο βιομηχανοποιημένος καπνός ο οποίος είναι έτοιμος ή μπορεί εύκολα, χωρίς τη χρήση βιομηχανικών μέσων, να καταστεί έτοιμος να καπνιστεί χωρίς να υποστεί «μεταγενέστερη [βιομηχανική] μεταποίηση», κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 (απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 32). Εντούτοις, η σχετική πολυπλοκότητα μιας διαδικασίας παρασκευής δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να της προσδώσει βιομηχανικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64.
28 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι χειρονομίες για να καταστεί ο καπνός έτοιμος να καπνιστεί δεν περιορίζονται στην εισαγωγή κυλίνδρου καπνού σε άδειο τσιγάρο (πρβλ. απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Eko-Tabak, C-638/15, EU:C:2017:277, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το επίμαχο προϊόν μπορεί να καπνιστεί μετά από επεξεργασία στην οποία μπορεί να προβεί ο καταναλωτής κατ’ οίκον. Ο εν λόγω καπνός έχει υποβληθεί σε μια πρώτη διαδικασία αποξήρανσης και πρέπει, στη συνέχεια, να διατηρηθεί σε κατάσταση ελεγχόμενης υγρασίας. Επιπλέον, το προϊόν πρέπει ακόμη να έρθει σε σημείο βρασμού με νερό, γλυκερίνη και ζάχαρη και να αναμειχθεί με το συνηθισμένο άρωμα για τον καπνό ναργιλέ. Κατά το αιτούν δικαστήριο, στο διαδίκτυο διατίθενται βίντεο με οδηγίες.
29 Εν προκειμένω, αφενός, τα διάφορα στάδια μεταποίησης του προϊόντος που περιγράφονται από το αιτούν δικαστήριο, ήτοι ο βρασμός με νερό, γλυκερίνη και ζάχαρη, καθώς και η ανάμειξη με αρωματικές ουσίες, δεν απαιτούν καμία τυποποιημένη διαδικασία. Αφετέρου, η ελεύθερη διαδικτυακή πρόσβαση σε λεπτομερείς οδηγίες προς τους καταναλωτές για την πραγματοποίηση των σταδίων αυτών επιβεβαιώνει ότι η εν λόγω διαδικασία διακρίνεται από τη βιομηχανική μεταποίηση κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 25 ανωτέρω.
30 Υπό την επιφύλαξη εξακρίβωσης από το αιτούν δικαστήριο, πρόκειται για μεθόδους τις οποίες μπορούν να πραγματοποιήσουν οι καταναλωτές κατ’ οίκον και οι οποίες δεν απαιτούν δυνατότητα επεξεργασίας μεγάλων ποσοτήτων καπνού με τυποποιημένες διαδικασίες.
31 Ως εκ τούτου, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 έχει την έννοια ότι η φράση «χωρίς να υποστεί μεταγενέστερη [βιομηχανική] μεταποίηση» περιλαμβάνει μεθόδους αποτελούμενες από περισσότερα στάδια τα οποία οι καταναλωτές μπορούν ωστόσο να πραγματοποιήσουν κατ’ οίκον.
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64/ΕΕ του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2011, για τη διάρθρωση και τους συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης που εφαρμόζονται στα βιομηχανοποιημένα καπνά, έχει την έννοια ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν ένα προϊόν «μπορεί να καπνισθεί», δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η αντίληψη του κοινού.
2) Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2011/64 έχει την έννοια ότι η φράση «χωρίς να υποστεί μεταγενέστερη [βιομηχανική] μεταποίηση» περιλαμβάνει μεθόδους αποτελούμενες από περισσότερα στάδια τα οποία οι καταναλωτές μπορούν ωστόσο να πραγματοποιήσουν κατ’ οίκον.
|
P??torak |
Hesse |
Steinfatt |
|
Petrl?k |
Δημητρακόπουλος |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Απριλίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.