Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 29ης Απριλίου 2026 (*)
« Φυτικές ποικιλίες – Χορήγηση κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας για την ποικιλία πατάτας Melrose – Μη εμπρόθεσμη καταβολή του ετήσιου τέλους – Ανάκληση της προστασίας – Αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση – Αρμοδιότητα του τμήματος προσφυγών – Έννοια των “ειδικών περιστάσεων” – Προϋποθέσεις οι οποίες διέπουν την κοινοποίηση των αποφάσεων και των ανακοινώσεων του ΚΓΦΠ »
Στην υπόθεση T-573/24,
Romagnoli Fratelli SpA, με έδρα την Μπολόνια (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους E. Truffo και A. Iurato, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ), εκπροσωπούμενου από τους M. Garc?a-Monc? Fuente, M. Fortin, A. Christ και A. Pontecorvi,
καθού,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. ?kva?ilov?-Pelzl, πρόεδρο, I. N?mm (εισηγητή) και D. Kukovec, δικαστές,
γραμματέας: V. Di Bucci
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, ιδίως το μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας της 26ης Νοεμβρίου 2025 και τις απαντήσεις της προσφεύγουσας και του ΚΓΦΠ, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοίχως, στις 12 και στις 11 Δεκεμβρίου 2025,
έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν αίτημα καθορισμού ημερομηνίας για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός της προθεσμίας των τριών εβδομάδων από την κοινοποίηση της περατώσεως της έγγραφης διαδικασίας, και αποφασίζοντας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα Romagnoli Fratelli SpA ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ) της 3ης Αυγούστου 2024 (υπόθεση A001/2023) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Ιστορικό της διαφοράς και μεταγενέστερα της ασκήσεως της προσφυγής πραγματικά περιστατικά
2 Στις 10 Δεκεμβρίου 2009 η Meranini & C. Srl υπέβαλε στο ΚΓΦΠ αίτηση για τη χορήγηση κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (ΕΕ 1994, L 227, σ. 1). Η αίτηση αυτή καταχωρίστηκε υπό τον αριθμό 2009/2240.
3 Η φυτική ποικιλία την οποία αφορούσε η αίτηση για τη χορήγηση κοινοτικού δικαιώματος είναι η ποικιλία πατάτας Melrose, που ανήκει στο είδος Solanum tuberosum L.
4 Με απόφαση του ΚΓΦΠ της 20ής Φεβρουαρίου 2012, παραχωρήθηκε κοινοτικό δικαίωμα για την επίμαχη φυτική ποικιλία.
5 Από τις 24 Απριλίου 2018 και κατόπιν μεταβιβάσεως του κοινοτικού δικαιώματος επί της επίμαχης φυτικής ποικιλίας, η προσφεύγουσα κατέστη κάτοχος του κοινοτικού δικαιώματος επί της εν λόγω φυτικής ποικιλίας.
6 Στις 27 Οκτωβρίου 2021 το ΚΓΦΠ εξέδωσε χρεωστικό σημείωμα σχετικά με την καταβολή του ετήσιου τέλους για το κοινοτικό δικαίωμα επί της επίμαχης φυτικής ποικιλίας και το απέστειλε στην προσφεύγουσα στην προσωπική μερίδα της, που αποκαλείται «MyPVR».
7 Δεδομένου ότι το χρεωστικό σημείωμα δεν είχε εξοφληθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας, απεστάλη στις 10 Ιανουαρίου 2022 στην προσφεύγουσα επίσημη όχληση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 83, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94, μέσω της προσωπικής μερίδας MyPVR. Με την εν λόγω όχληση, το ΚΓΦΠ καλούσε την προσφεύγουσα να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό για το ετήσιο τέλος εντός προθεσμίας ενός μηνός, προκειμένου να αποφευχθεί η ανάκληση του κοινοτικού δικαιώματος επί της επίμαχης φυτικής ποικιλίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 21, παράγραφος 2, στοιχείο γ', του εν λόγω κανονισμού.
8 Στις 16 Φεβρουαρίου 2022, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν είχε μεταφορτώσει τα έγγραφα σχετικά με το ετήσιο τέλος από την προσωπική της μερίδα MyPVR, το ΚΓΦΠ τής απέστειλε μία ακόμη όχληση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, χωρίς ωστόσο να παρατείνει την προθεσμία καταβολής.
9 Στις 21 Μαρτίου 2022, δεδομένου ότι το ετήσιο τέλος δεν είχε καταβληθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας, το ΚΓΦΠ ανακάλεσε το κοινοτικό δικαίωμα επί της επίμαχης φυτικής ποικιλίας (στο εξής: απόφαση της 21ης Μαρτίου 2022). Η σχετική απόφαση περί ανακλήσεως κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 22 Μαρτίου 2022 και τεκμαίρεται ότι επιδόθηκε στις 30 Μαρτίου 2022.
10 Στις 6 Μαΐου 2022 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, βάσει του άρθρου 80 του κανονισμού 2100/94, όσον αφορά την προθεσμία καταβολής του ετήσιου τέλους.
11 Στις 6 Μαΐου 2022 επίσης, η προσφεύγουσα εξόφλησε το ετήσιο τέλος το οποίο δεν είχε καταβληθεί έως τότε.
12 Με απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2022, το ΚΓΦΠ απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας για επαναφορά στην προτέρα κατάσταση (στο εξής: απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2022).
13 Στις 5 Ιανουαρίου 2023 η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως T-2/23, κατά της αποφάσεως της 7ης Νοεμβρίου 2022.
14 Στις 6 Ιανουαρίου 2023 η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ κατά της αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 2022 με την οποία το ΚΓΦΠ είχε ανακαλέσει το κοινοτικό δικαίωμα επί της επίμαχης φυτικής ποικιλίας.
15 Στις 6 Ιανουαρίου 2023 ομοίως, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση ως προς την ταχθείσα προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 2022, δεδομένου ότι είχε παρέλθει η προθεσμία των δύο μηνών για την άσκηση προσφυγής κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ, την οποία προβλέπει το άρθρο 69 του κανονισμού 2100/94.
16 Με την απόφαση της 17ης Απριλίου 2024, Romagnoli Fratelli κατά ΚΓΦΠ (Melrose) (T-2/23, EU:T:2024:247), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή κατά της αποφάσεως της 7ης Νοεμβρίου 2022. Στις 14 Ιουνίου 2024 η αναιρεσείουσα άσκησε αναίρεση κατ’ αυτής.
17 Στις 3 Αυγούστου 2024 το τμήμα προσφυγών εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Πρώτον, έκρινε ότι η προσφυγή κατά της αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 2022 ήταν εκπρόθεσμη. Συγκεκριμένα, υπενθύμισε ότι η εν λόγω απόφαση θεωρήθηκε ότι κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 30 Μαρτίου 2022, ότι, ως εκ τούτου, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής είχε λήξει στις 30 Μαΐου 2022 και ότι η προσφυγή είχε ασκηθεί επτά και πλέον μήνες μετά τη λήξη της. Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών του ΚΓΦΠ έκρινε ότι ήταν αρμόδιο να αποφανθεί το ίδιο επί της αιτήσεως επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση. Τρίτον, επί της ουσίας, απέρριψε την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την αιτιολογία ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ότι αντιμετώπισε ειδικές περιστάσεις ούτε ότι είχε επιδείξει όλη την απαιτούμενη επιμέλεια ούτως ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 80, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94. Τέταρτον, τέλος, στηριζόμενη στην απόρριψη αυτή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή κατά της αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 2022 έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 10 Σεπτεμβρίου 2024.
18 Με την απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Romagnoli Fratelli κατά ΚΓΦΠ (C-426/24 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2025:619), το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως της 17ης Απριλίου 2024, Melrose (T-2/23, EU:T:2024:247).
Αιτήματα των διαδίκων
19 Η προσφεύγουσα ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση
– να δεχθεί την αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ
– να αποκατασταθεί η κοινοτική προστασία της εν λόγω φυτικής ποικιλίας
– να καταδικάσει το ΚΓΦΠ στα δικαστικά έξοδα.
20 Το ΚΓΦΠ ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
21 Το ΚΓΦΠ ζητεί κατ’ ουσίαν να κηρυχθούν απαράδεκτα ένα μέρος του παραρτήματος 10, καθώς και τα παραρτήματα 11 έως 14 και 16 έως 18 του δικογράφου της προσφυγής, για τον λόγο ότι δεν υποβλήθηκαν από την προσφεύγουσα κατά τη διοικητική διαδικασία ενώπιόν του.
22 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα παραρτήματα 10 έως 14 (με εξαίρεση το οργανόγραμμα της προσφεύγουσας για το 2022, το οποίο περιλαμβάνεται στην τέταρτη σελίδα του παραρτήματος 10) και 16 έως 18 του δικογράφου της προσφυγής δεν περιλαμβάνονται στον φάκελο της διαδικασίας ενώπιον του ΚΓΦΠ.
23 Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, η νομιμότητα μιας πράξεως της Ένωσης πρέπει να εκτιμάται βάσει των στοιχείων που το θεσμικό όργανο μπορούσε να έχει στη διάθεσή του όταν την εξέδωσε. Επομένως, δεν επιτρέπεται η επίκληση ενώπιον του δικαστού της Ένωσης πραγματικών περιστατικών τα οποία δεν είχαν προβληθεί κατά τη διοικητική διαδικασία (απόφαση της 17ης Απριλίου 2024, Melrose, T-2/23, EU:T:2024:247, σκέψη 32 βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2023, Novasol κατά ECHA, T-70/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:106, σκέψη 22).
24 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι τα παραρτήματα που απαριθμούνται στη σκέψη 22 ανωτέρω προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον έλεγχο νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθούν.
Επί της ουσίας
25 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι η προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ κατά της αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 2022 ασκήθηκε επτά και πλέον μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής. Επομένως, η αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση που υπέβαλε η προσφεύγουσα στις 6 Ιανουαρίου 2023 αποσκοπούσε στην αποκατάσταση των δικαιωμάτων της να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 2022.
26 Συναφώς, το τμήμα προσφυγών του ΚΓΦΠ υποστήριξε, στα σημεία 28 και 29 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προθεσμία που είχε παρέλθει και για την οποία είχε υποβληθεί η αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση αφορούσε προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί έναντι του ιδίου του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ και όχι έναντι του οργάνου του ΚΓΦΠ που εξέδωσε την αρχική απόφαση. Κατά συνέπεια, έκρινε ότι η προσφυγή κατά της αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 2022 και η αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση ήσαν αναπόσπαστες και ότι, ως εκ τούτου, ήταν αρμόδια να εξετάσει την εν λόγω αίτηση.
27 Το συμπέρασμα αυτό του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ όσον αφορά την αρμοδιότητά του να αποφανθεί επί της αιτήσεως επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, επί του οποίου κατά τα λοιπά συμφωνούν οι διάδικοι, πρέπει να γίνει δεκτό.
28 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το κεφάλαιο VI του τέταρτου μέρους του κανονισμού 2100/94 προβλέπει σειρά «λοιπών διαδικαστικών διατάξεων».
29 Μεταξύ των διατάξεων που μνημονεύονται στη σκέψη 28 ανωτέρω περιλαμβάνεται το άρθρο 80, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι, «[ε]άν ο αιτών κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας ή ο κάτοχος ή κάθε άλλο μέρος που μετέχει στη διαδικασία ενώπιον του γραφείου, παρότι έλαβε όλα τα δέοντα μέτρα για τις ειδικές περιστάσεις, δεν μπόρεσε να τηρήσει μια προθεσμία έναντι του γραφείου, τα δικαιώματά του αποκαθίστανται, κατόπιν αιτήσεώς του, εάν η μη τήρηση της προθεσμίας είχε ως άμεση συνέπεια, δυνάμει του [εν λόγω] κανονισμού, την απώλεια δικαιώματος ή μέσου αποκαταστάσεως».
30 Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, εν αντιθέσει προς άλλες διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία του κεφαλαίου VI του τέταρτου μέρους του κανονισμού 2100/94, όπως το άρθρο 77 του εν λόγω κανονισμού, οι οποίες διακρίνουν τη διαδικασία «ενώπιον του γραφείου» από τη διαδικασία «ενώπιον του τμήματος προσφυγών», από κανένα στοιχείο του άρθρου 80, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού δεν προκύπτει ότι η έννοια του «γραφείου» που περιέχεται σε αυτόν αποκλείει το τμήμα προσφυγών. Επομένως, όπως συμβαίνει και με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 75 του κανονισμού 2100/94, το οποίο προβλέπει ότι «[ο]ι αποφάσεις του γραφείου συνοδεύονται από το σκεπτικό στο οποίο στηρίζονται», το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 80, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει και το τμήμα προσφυγών.
31 Το γεγονός ότι ουδεμία διάταξη του κανονισμού 2100/94 προβλέπει ρητώς ότι, όταν η αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση αφορά προθεσμία την οποία ο αιτών δεν ήταν σε θέση να τηρήσει ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ, το τελευταίο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επ’ αυτής, δεν σημαίνει ότι το εν λόγω τμήμα δεν διαθέτει την αρμοδιότητα προς τούτο.
32 Συγκεκριμένα, πρώτον, υπογραμμίζεται ότι το άρθρο 35 του κανονισμού 2100/1994, το οποίο αφορά την εσωτερική κατανομή αρμοδιοτήτων όσον αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνει το ΚΓΦΠ, προβλέπει, στην παράγραφο 1, τη γενική αρμοδιότητα του προέδρου του ΚΓΦΠ για όλες τις αποφάσεις που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των τμημάτων προσφυγών και, στην παράγραφο 2, τη δοτή αρμοδιότητα ορισμένης επιτροπής.
33 Το άρθρο 81, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94 προβλέπει ότι, ελλείψει δικονομικών διατάξεων στον εν λόγω κανονισμό ή σε διατάξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτού, το ΚΓΦΠ εφαρμόζει τις αρχές του δικονομικού δικαίου που είναι γενικά αναγνωρισμένες στα κράτη μέλη. Πάντως, σε θέματα επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, αρμόδιο να αποφανθεί επί της προσφυγής είναι, κατ’ αρχήν και δυνάμει της αρχής της παραλληλίας των αρμοδιοτήτων, το όργανο που ήταν αρμόδιο να διαπιστώσει τη μη τήρηση της προθεσμίας.
34 Επομένως, από τον συνδυασμό των άρθρων 35 και 81 του κανονισμού 2100/1994 μπορεί να συναχθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε εμμέσως να παράσχει στο τμήμα προσφυγών του ΚΓΦΠ τη δυνατότητα να εξετάσει αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση η οποία αφορά προθεσμία την οποία ο αιτών δεν ήταν σε θέση να τηρήσει ενώπιόν του.
35 Δεύτερον, το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) 874/2009 της Επιτροπής, της 17ης Σεπτεμβρίου 2009, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες ενώπιον του ΚΓΦΠ (ΕΕ 2009, L 251, σ. 3), προβλέπει, βεβαίως, ότι οι επιτροπές αποφαίνονται επί ζητημάτων που αφορούν την επαναφορά στην προτέρα κατάσταση κατά το άρθρο 80 του κανονισμού 2100/94. Εντούτοις, το άρθρο 7 του κανονισμού 874/2009 ορίζει ότι η εξέταση των ζητημάτων αυτών προστίθεται στις αποφάσεις που λαμβάνουν οι επιτροπές δυνάμει της δοτής αρμοδιότητας που αντλούν από το άρθρο 35, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94. Επομένως, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της τελευταίας αυτής διατάξεως, το άρθρο 7 του κανονισμού 874/2009 μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απονέμει αρμοδιότητα στις επιτροπές να αποφαίνονται επί ζητημάτων επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση μόνο στους τομείς στους οποίους τους έχει ανατεθεί αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 35, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94. Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με την αρχή κατά την οποία ο εκτελεστικός κανονισμός πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις διατάξεις του βασικού κανονισμού (αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 1993, Dr Tretter, C-90/92, EU:C:1993:264, σκέψη 11, και της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-61/94, EU:C:1996:313, σκέψη 52). Σύμφωνα όμως με μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 7 του κανονισμού 874/2009, το ζήτημα της επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση σχετικά με προθεσμία την οποία ο αιτών δεν ήταν σε θέση να τηρήσει ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα των επιτροπών.
36 Πρέπει να προστεθεί ότι ο λόγος υπάρξεως του άρθρου 7 του κανονισμού 874/2009 έγκειται στην ανάγκη προσδιορισμού, στο επίπεδο του ΚΓΦΠ, του αρμόδιου προσώπου (ήτοι του προέδρου ή προσώπου υπό την εποπτεία του) ή της επιτροπής που είναι αρμόδια να αποφανθεί επί της αιτήσεως επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση όταν η προθεσμία δεν τηρήθηκε ενώπιον του οργάνου αυτού. Αντιθέτως, ο προσδιορισμός αυτός στον εν λόγω κανονισμό ουδεμία χρησιμότητα έχει όταν πρόκειται για αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση σχετικά με προθεσμία η οποία δεν τηρήθηκε ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ. Πράγματι, το ΚΓΦΠ είναι ακριβώς το μόνο αρμόδιο να αποφανθεί επί του ζητήματος και, ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται να προσδιορισθεί ρητώς στον κανονισμό 2100/94.
37 Τρίτον, όπως προκύπτει από την εικοστή έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2100/94, «τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες του [ΚΓΦΠ], συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων προσφυγών, σχετικά με τη χορήγηση, τη λήξη ή τον έλεγχο των κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών, καθώς και τις δημοσιεύσεις, έχουν, κατά το μέτρο του δυνατού, προσαρμοστεί στους κανόνες που έχουν θεσπιστεί για άλλα καθεστώτα ότι το ίδιο ισχύει όσον αφορά τη διάρθρωση του γραφείου και τον εσωτερικό του κανονισμό, τη συνεργασία με την Επιτροπή και τα κράτη μέλη, κυρίως μέσω του διοικητικού συμβουλίου, τη συμμετοχή των γραφείων εξέτασης στη διεξαγωγή της τεχνικής εξέτασης, καθώς και τα απαραίτητα δημοσιονομικά μέτρα».
38 Συναφώς, στο τμήμα προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) έχει ανατεθεί η αρμοδιότητα να εκδικάζει αιτήσεις επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση όταν η μη διενεργηθείσα πράξη που αποτελεί το αντικείμενο της εν λόγω αιτήσεως αφορά προσφυγή ασκηθείσα εκπροθέσμως ενώπιόν του. Πράγματι, ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1), προβλέπει στο άρθρο 104, παράγραφος 4, υπό τον τίτλο «Επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση», ότι «[τ]ο τμήμα που είναι αρμόδιο να αποφασίσει για τη μη διενεργηθείσα πράξη, αποφασίζει και για την αίτηση», σύμφωνα με την αρχή της παραλληλίας των αρμοδιοτήτων που υπομνήσθηκε στη σκέψη 33 ανωτέρω.
39 Υπό την έννοια αυτή, οι αρμοδιότητες του ΚΓΦΠ, συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων προσφυγών του, πρέπει επίσης να ερμηνεύονται, στο μέτρο του δυνατού, βάσει των προαναφερθέντων κανόνων που έχουν θεσπισθεί για το EUIPO με τον κανονισμό 2017/1001, όπερ οδηγεί επίσης στο συμπέρασμα ότι το τμήμα προσφυγών του ΚΓΦΠ πρέπει να είναι αρμόδιο να εξετάζει αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση όσον αφορά προθεσμία την οποία ο αιτών δεν ήταν σε θέση να τηρήσει ενώπιόν του.
40 Από τις σκέψεις 28 έως 39 ανωτέρω προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών του ΚΓΦΠ ορθώς έκρινε ότι ήταν αρμόδιο να αποφανθεί επί της αιτήσεως επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, η οποία στηριζόταν στη μη τήρηση από τον προσφεύγοντα της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής ενώπιόν του.
41 Η προσφυγή στηρίζεται σε τέσσερις λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση της υπάρξεως ανωτέρας βίας οφειλόμενης στην πανδημία της νόσου COVID-19, ο δεύτερος σε εσφαλμένη εκτίμηση της υπάρξεως συγγνωστής πλάνης, ο τρίτος σε εσφαλμένη ή ασαφή ερμηνεία των αποδεικτικών στοιχείων και ο τέταρτος σε παράβαση του άρθρου 65 του κανονισμού 874/2009.
42 Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει από κοινού τους τρεις πρώτους λόγους ακυρώσεως και να προβεί εν συνεχεία στην ανάλυση του τέταρτου λόγου ακυρώσεως.
Επί του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν, αντιστοίχως, εσφαλμένη εκτίμηση της υπάρξεως ανωτέρας βίας λόγω της πανδημίας COVID-19, εσφαλμένη εκτίμηση της υπάρξεως συγγνωστής πλάνης και εσφαλμένη ή ανακριβή ερμηνεία των αποδεικτικών στοιχείων
43 Με τον πρώτο, τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο τμήμα προσφυγών του ΚΓΦΠ ότι δεν έλαβε υπόψη ότι αντιμετώπιζε περίπτωση ανωτέρας βίας προκληθείσας από την πανδημία COVID-19. Συγκεκριμένα, εκτιμά ότι το εν λόγω τμήμα προσφυγών δεν προέβη σε εκτίμηση στηριζόμενη στα πραγματικά περιστατικά, αλλά περιορίστηκε να θεωρήσει ότι τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν ήταν πειστικά. Όμως, κατά πρώτον, η προσφεύγουσα επικαλείται πολυάριθμες απουσίες των μελών του προσωπικού της για ιατρικούς λόγους. Επισημαίνει, ειδικότερα, την απουσία της μοναδικής υπαλλήλου που ήταν επιφορτισμένη με τις επαφές και την αλληλογραφία με το ΚΓΦΠ. Κατά δεύτερον, ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεώς της ως γεωργικής επιχειρήσεως μεσαίου μεγέθους, κάθε μορφή ελλείψεως προσωπικού συνιστούσε για αυτήν περίπτωση ανωτέρας βίας. Στο πλαίσιο αυτό, προσθέτει ότι τόσο οικονομικά όσο και νομικά προσκόμματα την εμπόδισαν να αντιμετωπίσει την έλλειψη προσωπικού.
44 Το ΚΓΦΠ αντικρούει τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη των ως άνω λόγων.
45 Κατά το άρθρο 80, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94, εάν ο αιτών κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας ή ο κάτοχος του δικαιώματος ή κάθε άλλο μέρος που μετέχει στη διαδικασία ενώπιον του ΚΓΦΠ, παρότι έλαβε όλα τα δέοντα μέτρα για τις ειδικές περιστάσεις, δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία ενώπιον του ΚΓΦΠ, τα δικαιώματά του αποκαθίστανται, κατόπιν αιτήσεώς του, εάν η μη τήρηση της προθεσμίας είχε ως άμεση συνέπεια, δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, την απώλεια δικαιώματος ή μέσου αποκαταστάσεως.
46 Από το άρθρο 80, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94 προκύπτει ότι η επαναφορά στην προτέρα κατάσταση εξαρτάται από δύο σωρευτικές προϋποθέσεις, εκ των οποίων η πρώτη είναι ότι ο ενδιαφερόμενος έλαβε όλα τα δέοντα μέτρα για τις ειδικές περιστάσεις, και η δεύτερη ότι το κώλυμα του εν λόγω προσώπου είχε ως άμεση συνέπεια την απώλεια δικαιώματος ή μέσου αποκαταστάσεως [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, Prinz Sobieski zu Schwarzenberg κατά ΓΕΕΑ – British-American Tobacco Polska (Romuald Prinz Sobieski zu Schwarzenberg), T-271/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:478, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
47 Προσέτι, η τήρηση των προθεσμιών είναι ζήτημα δημοσίας τάξεως και η επαναφορά στην προτέρα κατάσταση μπορεί να θίξει την ασφάλεια δικαίου. Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση πρέπει να ερμηνεύονται στενά [πρβλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη της 9ης Δεκεμβρίου 2022, AMO Development κατά EUIPO (Ιατρικά μέσα), T-311/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:822, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
48 Εν προκειμένω, στο πλαίσιο των τριών από κοινού προβληθέντων λόγων ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την ορθότητα της εκτιμήσεως του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση που μνημονεύεται στη σκέψη 46 ανωτέρω, καθόσον το τμήμα αυτό κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ότι, αφενός, αντιμετώπιζε ειδικές περιστάσεις και ότι, αφετέρου, είχε λάβει όλα τα δέοντα μέτρα για τις περιστάσεις αυτές.
49 Κατά πρώτον, πρέπει να εξετασθεί το επιχείρημα που στηρίζεται στις απουσίες των μελών του προσωπικού της προσφεύγουσας λόγω της πανδημίας COVID-19.
50 Πρώτον, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε προβάλει πειστικά επιχειρήματα βάσει των οποίων να μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω απουσίες εξηγούσαν τον λόγο για τον οποίο δεν τηρήθηκε η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ενώπιόν του.
51 Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι έλαβε την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2022 στις 30 Μαρτίου 2022. Επομένως, όφειλε να προσκομίσει συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον λόγο για τον οποίο δεν ήταν σε θέση να τηρήσει την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής η οποία έτρεχε κατά το διάστημα μεταξύ 30ής Μαρτίου και 30ής Μαΐου 2022.
52 Η προσφεύγουσα όμως δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι τα μέλη του προσωπικού της απουσίαζαν για ιατρικούς λόγους κατά το διάστημα μεταξύ 30ής Μαρτίου και 30ής Μαΐου 2022.
53 Δεύτερον, όσον αφορά το πιο συγκεκριμένο επιχείρημα περί απουσίας της μόνης υπαλλήλου η οποία ήταν επιφορτισμένη με την αλληλογραφία με το ΚΓΦΠ, κατ’ αρχάς, από τη δήλωση της ενδιαφερομένης προκύπτει ότι η περίοδος απουσίας της αφορούσε μάλλον τον Ιανουάριο του 2022. Η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η περίοδος κατά την οποία η εν λόγω υπάλληλος, η οποία ήταν επιφορτισμένη με την αλληλογραφία με το ΚΓΦΠ, απουσίαζε και, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει τα σχετικά με την εν λόγω αλληλογραφία καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί.
54 Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η υπάλληλος η οποία ήταν επιφορτισμένη με την αλληλογραφία με το ΚΓΦΠ απουσίαζε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου 2022 και ότι, ως εκ τούτου, αντιμετώπισε ειδικές περιστάσεις λόγω της πανδημίας COVID-19, οι οποίες την εμπόδισαν να τηρήσει την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής, ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ, κατά της αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 2022.
55 Εν συνεχεία, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εν λόγω υπάλληλος απουσίαζε κατά την περίοδο μεταξύ της 30ής Μαρτίου και της 30ής Μαΐου 2022, η προσφεύγουσα δεν προέβαλε κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί το ότι η εν λόγω υπάλληλος δεν μπορούσε να αντικατασταθεί.
56 Εν κατακλείδι, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν αναζήτησε άλλες πιθανές λύσεις για να αντιμετωπισθεί η απουσία της υπαλλήλου της η οποία ήταν υπεύθυνη για την αλληλογραφία με το ΚΓΦΠ. Παραδείγματος χάριν, ακόμη και αν αποδεικνυόταν η απουσία της υπαλλήλου, όπερ δεν συμβαίνει εν προκειμένω, η προσφεύγουσα ουδόλως εξέθεσε ούτε τεκμηρίωσε με αποδεικτικά στοιχεία τους λόγους οι οποίοι την εμπόδισαν επί χρονικό διάστημα πέντε μηνών να αναθέσει τα καθήκοντα της εν λόγω υπαλλήλου σε άλλο μέλος του προσωπικού της και να του δώσει τους κωδικούς προσβάσεως στην προσωπική μερίδα MyPVR κατά την επίμαχη περίοδο.
57 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, η μη διαθεσιμότητα ενός προσώπου, εντός μιας εταιρίας, ακόμη και αν το πρόσωπο αυτό ήταν επιφορτισμένο με την αλληλογραφία με θεσμικό όργανο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως περίσταση ξένη προς την προσφεύγουσα [πρβλ. διάταξη της 24ης Μαρτίου 2022, Cheers Interactive (India) κατά EUIPO – Furrion Property (Απεικόνιση τριών οριζόντιων μαύρων λωρίδων), T-544/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:202, σκέψη 36].
58 Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα περί κυβερνοεπιθέσεως εις βάρος συνεργαζόμενης εταιρίας, της οποίας η προσφεύγουσα ήταν παράπλευρο θύμα, η προσφεύγουσα δεν ανέφερε ούτε και, κατά μείζονα λόγο, απέδειξε με ποιον τρόπο κυβερνοεπίθεση η οποία έλαβε χώρα στα τέλη Δεκεμβρίου 2021 για την οποίαν υποβλήθηκε καταγγελία ενώπιον του εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην Ιταλία στις 7 Ιανουαρίου 2022 μπορούσε να δικαιολογήσει τη μη τήρηση προθεσμίας η οποία έληγε πέντε μήνες αργότερα, κατά μείζονα λόγο καθόσον δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα έλαβε την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2022 στις 30 Μαρτίου 2022.
59 Τέταρτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι, κατ’ ουσίαν, το ΚΓΦΠ δεν την ενημέρωσε δεόντως για τους εφαρμοστέους κανόνες και τις δυνατότητες ασκήσεως προσφυγής. Κατ’ αρχάς, με την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2022, το ΚΓΦΠ επέστησε σαφώς την προσοχή της προσφεύγουσας στη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής εντός προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος της.
60 Εν συνεχεία, όπως ορθώς υπογραμμίζει το ΚΓΦΠ, η προσφεύγουσα έχει λάβει σαφή ενημέρωση, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 5ης Μαΐου 2022, σχετικά με τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής και τις σχετικές προϋποθέσεις. Το ΚΓΦΠ διευκρίνισε μάλιστα τις προϋποθέσεις οι οποίες έπρεπε να πληρούνται για την άσκηση τόσο προσφυγής ακυρώσεως όσο και αιτήσεως επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση.
61 Τέλος, ουδεμία διάταξη υποχρεώνει το ΚΓΦΠ να ενημερώνει διάδικο σχετικά με τις διαδικασίες τις οποίες έχει στη διάθεσή του ούτε, κατά μείζονα λόγο, να συμβουλεύει τον εν λόγω διάδικο να ακολουθήσει οποιαδήποτε διαδικαστική οδό [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Μαίου 2018, Skyleader κατά EUIPO – Sky International (SKYLEADER), T-34/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:256, σκέψη 43].
62 Κατά δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι είναι επιχείρηση μεσαίου μεγέθους, δεν είχε τα οικονομικά μέσα προκειμένου να προσλάβει πρόσθετο προσωπικό για να αντικαταστήσει το προσωπικό που απουσίαζε με αναρρωτική άδεια. Εις μάτην και πάλι επικαλείται νομικά προσκόμματα που την εμπόδισαν να προσλάβει προσωπικό.
63 Συγκεκριμένα, πρώτον, η αόριστη επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας ισοδυναμεί με την παραδοχή ότι πάσης φύσεως έλλειψη προσωπικού σε γεωργική επιχείρηση μεσαίου μεγέθους πρέπει να θεωρείται περίπτωση ανωτέρας βίας.
64 Η συλλογιστική αυτή δεν αρκεί για να αποδειχθεί με συγκεκριμένο τρόπο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση και ότι το ΚΓΦΠ υπέπεσε συναφώς σε πλάνη εκτιμήσεως. Όπως υπογραμμίστηκε στη σκέψη 47 ανωτέρω, υπενθυμίζεται ότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενά.
65 Δεύτερον, το επιχείρημα ότι η προσφεύγουσα εμποδίστηκε νομίμως να προσλάβει προσωπικό λόγω της ιταλικής νομοθεσίας προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
66 Πλην όμως η νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να εκτιμάται από τον δικαστή της Ένωσης βάσει των στοιχείων που μπορούσε να έχει στη διάθεσή του το ΚΓΦΠ κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του (πρβλ. απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2025, AQ κατά ECHA, T-1101/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:894, σκέψη 33).
67 Προσέτι, η νομοθετική πράξη στην οποία η προσφεύγουσα στηρίζει τη συλλογιστική της δεν επισυνάφθηκε στο δικόγραφο της προσφυγής. Το εν λόγω δικόγραφο αναφέρεται αορίστως σε διάταξη της νομοθεσίας αυτής χωρίς να παραθέτει το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς και, ως εκ τούτου, χωρίς να περιέχει καμία συγκεκριμένη εξήγηση από την οποία να προκύπτει αν και με ποιον τρόπο η επίμαχη νομοθεσία είχε πράγματι εφαρμογή εν προκειμένω.
68 Κατά συνέπεια, ορθώς το ΚΓΦΠ, αφού έλαβε υπόψη τα πραγματικά στοιχεία που του είχαν υποβληθεί κατά τον χρόνο της αιτήσεως επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ότι αντιμετώπιζε ειδικές περιστάσεις και ότι είχε λάβει όλα τα δέοντα μέτρα για τις περιστάσεις αυτές.
69 Επομένως, οι τρεις πρώτοι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 65 του κανονισμού 874/2009
70 Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, κατά πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν έλαβε την όχληση που απέστειλε το ΚΓΦΠ στις 10 Ιανουαρίου 2022 σχετικά με το μη καταβληθέν ετήσιο τέλος. Προσάπτει στο ΚΓΦΠ ότι παρέβη το άρθρο 65 του κανονισμού 874/2009, καθόσον δεν απέδειξε ότι πράγματι της κοινοποίησε την όχληση και ότι αυτή την παρέλαβε. Κατά δεύτερον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί, ουσιαστικά, το κατά πόσον η προσωπική μερίδα MyPVR μπορεί να θεωρηθεί ως επίσημος τρόπος κοινοποιήσεως εγγράφων και αποφάσεων κατά την έννοια του κανονισμού 2100/94 και του κανονισμού 874/2009 και, κατά συνέπεια, βάλλει κατά της δυνατότητας εφαρμογής των όρων χρήσεως των ηλεκτρονικών συστημάτων εξερχόμενης και εισερχόμενης επικοινωνίας του ΚΓΦΠ (στο εξής: γενικοί όροι του MyPVR), όπως αυτοί καθορίστηκαν με την από 20 Δεκεμβρίου 2016 απόφαση του προέδρου του ΚΓΦΠ.
71 Το ΚΓΦΠ αντικρούει τα προβληθέντα επιχειρήματα προς στήριξη του ανωτέρω λόγου.
72 Προκαταρκτικώς, υπογραμμίζεται ότι τα επιχειρήματα προς στήριξη του τέταρτου λόγου ακυρώσεως είναι, κατ’ ουσίαν, πανομοιότυπα με εκείνα τα οποία προβλήθηκαν στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 17ης Απριλίου 2024, Melrose (T-2/23, EU:T:2024:247), απόφαση επικυρωθείσα κατ’ αναίρεση με την απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Romagnoli Fratelli κατά ΚΓΦΠ (C-426/24 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2025:619). Στα επιχειρήματα αυτά προσήκει η ίδια απάντηση.
73 Κατά πρώτον, η προσωπική μερίδα MyPVR συνιστά έγκυρο τρόπο επίσημης κοινοποιήσεως του χρεωστικού σημειώματος της 27ης Οκτωβρίου 2021 και της οχλήσεως της 10ης Ιανουαρίου 2022 (απόφαση της 17ης Απριλίου 2024, Melrose, T-2/23, EU:T:2024:247, σκέψεις 52 έως 65).
74 Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 79 του κανονισμού 2100/94, το ΚΓΦΠ προβαίνει αυτεπαγγέλτως στην επίδοση όλων των αποφάσεων και κλητεύσεων, καθώς και των κοινοποιήσεων και ανακοινώσεων που τάσσουν προθεσμία ή που πρέπει να επιδοθούν σύμφωνα με άλλες διατάξεις του εν λόγω κανονισμού ή με διατάξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτού ή κατόπιν διαταγής του προέδρου του ΚΓΦΠ. Οι επιδόσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν από τις αρμόδιες υπηρεσίες ποικιλιών των κρατών μελών.
75 Επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, δεδομένου ότι τόσο με το από 27 Οκτωβρίου 2021 χρεωστικό σημείωμα όσο και με την από 10 Ιανουαρίου 2022 όχληση τάχθηκε προθεσμία την οποία όφειλε να τηρήσει η προσφεύγουσα, τα έγγραφα αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως «κοινοποιήσ[εις] [ή] ανακοινώσ[εις] που τάσσουν προθεσμία» κατά την έννοια του άρθρου 79 του κανονισμού 2100/94.
76 Κατά το άρθρο 64, παράγραφος 4, του κανονισμού 874/2009, τα έγγραφα ή τα αντίγραφά τους που περιέχουν πράξεις για τις οποίες το άρθρο 79 του κανονισμού 2100/94 προβλέπει αυτεπάγγελτη επίδοση επιδίδονται με ηλεκτρονικά μέσα τα οποία καθορίζονται από τον πρόεδρο του ΚΓΦΠ ή με ταχυδρομικά μέσα με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής.
77 Από το γράμμα του άρθρου 64, παράγραφος 4, του κανονισμού 874/2009 προκύπτει ότι, αφενός, οι κοινοποιήσεις και οι ανακοινώσεις του ΚΓΦΠ που τάσσουν προθεσμία, κατά την έννοια του άρθρου 79 του κανονισμού 2100/94, μπορούν να επιδίδονται με ηλεκτρονικά μέσα και, αφετέρου, ότι τα ηλεκτρονικά αυτά μέσα επιδόσεως καθορίζονται από τον πρόεδρο του ΚΓΦΠ.
78 Σύμφωνα με το άρθρο 64, παράγραφος 4, του κανονισμού 874/2009, στις 20 Δεκεμβρίου 2016 ο πρόεδρος του ΚΓΦΠ εξέδωσε απόφαση σχετικά με την εξερχόμενη και εισερχόμενη ηλεκτρονική επικοινωνία του ΚΓΦΠ.
79 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της από 20 Δεκεμβρίου 2016 αποφάσεως του προέδρου του ΚΓΦΠ ορίζει ότι το ΚΓΦΠ θα καταστήσει διαθέσιμη πλατφόρμα ηλεκτρονικής επικοινωνίας, στον ιστότοπό του «www.cpvo.europa.eu», η οποία θα παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες να λαμβάνουν, να βλέπουν στην οθόνη τους, να εκτυπώνουν και να αποθηκεύουν όλα τα έγγραφα και τις κοινοποιήσεις που διατίθενται με ηλεκτρονικά μέσα και διαβιβάζονται από το ΚΓΦΠ, καθώς και την απάντηση στις κοινοποιήσεις και στις αιτήσεις προσβάσεως σε φάκελο και άλλα έγγραφα. Ο χώρος αυτός ηλεκτρονικής επικοινωνίας (ή «προσωπική μερίδα») θα είναι ένα σύστημα στο οποίο η πρόσβαση θα περιορίζεται σε συγκεκριμένους χρήστες και θα καλείται «MyPVR».
80 Το άρθρο 3, τέταρτο εδάφιο, της από 20 Δεκεμβρίου 2016 αποφάσεως του προέδρου του ΚΓΦΠ προβλέπει ότι, όταν ολοκληρωθεί η ανάπτυξή του, το MyPVR θα παρέχει τη δυνατότητα ηλεκτρονικής παραλαβής όλων των ανακοινώσεων του ΚΓΦΠ. Αν ο χρήστης επιλέξει τη δυνατότητα αυτήν, το ΚΓΦΠ θα αποστέλλει όλες τις κοινοποιήσεις σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της προσωπικής μερίδας, εκτός εάν αυτό δεν είναι τεχνικά εφικτό.
81 Κατά το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της από 20 Δεκεμβρίου 2016 αποφάσεως του προέδρου του ΚΓΦΠ, άπαξ ο χρήστης έχει ενεργοποιήσει τη δυνατότητα ηλεκτρονικής επικοινωνίας με το ΚΓΦΠ, όλες οι επίσημες κοινοποιήσεις εκ μέρους του ΚΓΦΠ οι οποίες είναι διαθέσιμες σε ηλεκτρονική μορφή θα του διαβιβάζονται μέσω του MyPVR. Τα έγγραφα που περιέχουν πράξεις για τις οποίες το άρθρο 79 του κανονισμού 2100/94 προβλέπει αυτεπάγγελτη επίδοση θα κοινοποιούνται μέσω του MyPVR.
82 Κατά το άρθρο 6 της από 20 Δεκεμβρίου 2016 αποφάσεως του προέδρου του ΚΓΦΠ, «στους αναρτώμενους στον ιστότοπο του ΚΓΦΠ γενικούς όρους χρήσεως σχετικά με την εξερχόμενη και εισερχόμενη ηλεκτρονική επικοινωνία του [ΚΓΦΠ] με χρήση του MyPVR θα εξειδικεύονται οι διαθέσιμες ηλεκτρονικές λειτουργίες, οι σχετικοί με αυτές όροι και οι τεχνικές προϋποθέσεις για τις προερχόμενες από το [ΚΓΦΠ] ή απευθυνόμενες σε αυτό ηλεκτρονικές κοινοποιήσεις και/ή ανακοινώσεις, καθώς και οι δεσμεύσεις που πρέπει να αναλαμβάνουν οι χρήστες για τη χρήση του συστήματος αυτού».
83 Από το άρθρο 3, πρώτο και τέταρτο εδάφιο, και από το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της από 20 Δεκεμβρίου 2016 αποφάσεως του προέδρου του ΚΓΦΠ, τα οποία μνημονεύονται στις σκέψεις 79 έως 81 ανωτέρω, προκύπτει ότι όλες οι ανακοινώσεις και κοινοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 79 του κανονισμού 2100/94, μπορούν να πραγματοποιούνται μέσω της προσωπικής μερίδας MyPVR, υπό την προϋπόθεση ότι ο χρήστης έχει ενεργοποιήσει την επιλογή που επιτρέπει στο ΚΓΦΠ να επικοινωνεί με αυτόν με ηλεκτρονικά μέσα.
84 Προσέτι, το άρθρο 6 της από 20 Δεκεμβρίου 2016 αποφάσεως του προέδρου του ΚΓΦΠ, το οποίο μνημονεύεται στη σκέψη 82 ανωτέρω, προβλέπει ότι με τους γενικούς όρους του MyPVR θα εξειδικευθούν περαιτέρω οι διαθέσιμες ηλεκτρονικές λειτουργίες, οι σχετικοί με αυτές όροι και οι τεχνικές προϋποθέσεις για τις προερχόμενες από το ΚΓΦΠ ή απευθυνόμενες σε αυτό ηλεκτρονικές κοινοποιήσεις και/ή ανακοινώσεις. Κατά συνέπεια, ούτε η δυνατότητα εφαρμογής των γενικών αυτών όρων μπορεί να αμφισβητηθεί.
85 Εξάλλου, το σημείο 4, στοιχείο b, της εκδόσεως 3.0 των γενικών όρων του MyPVR επιβεβαιώνει ότι, όταν ο χρήστης έχει επιλέξει την ηλεκτρονική επικοινωνία, το ΚΓΦΠ τού κοινοποιεί έγκυρα, μέσω της προσωπικής μερίδας, τις αποφάσεις, τις ανακοινώσεις και τα υπόλοιπα έγγραφα, με ηλεκτρονικό τρόπο, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο για τεχνικούς λόγους ή αν ορισμένες λειτουργίες της προσωπικής μερίδας είναι ακόμη υπό ανάπτυξη. Στις περιπτώσεις αυτές, η ηλεκτρονική επικοινωνία με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή άλλο έγκυρο μέσο επικοινωνίας μπορεί να αποτελεί εγκεκριμένο τρόπο κοινοποιήσεως.
86 Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αιτίαση ουσιαστικά περί παράνομης χρήσεως της προσωπικής μερίδας MyPVR ως επίσημου τρόπου κοινοποιήσεως.
87 Εντούτοις, από το άρθρο 3, τέταρτο εδάφιο, και το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της από 20 Δεκεμβρίου 2016 αποφάσεως του προέδρου του ΚΓΦΠ, καθώς και από το σημείο 4, στοιχείο b, της εκδόσεως 3.0 των γενικών όρων του MyPVR, προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη χρήση του MyPVR ως επίσημου μέσου κοινοποιήσεως είναι η ενεργοποίηση εκ μέρους του χρήστη της επιλογής που επιτρέπει στο ΚΓΦΠ να επικοινωνεί με αυτόν με ηλεκτρονικά μέσα.
88 Συναφώς, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι είχε επιλέξει την ηλεκτρονική επικοινωνία μέσω του MyPVR, κατά την έννοια των διατάξεων που μνημονεύονται στη σκέψη 87 ανωτέρω, και ότι είχε αποδεχθεί την έκδοση 3.0 των γενικών όρων του MyPVR, επιβεβαιώνοντας τοιουτοτρόπως την απόφασή της να επιλέξει την ηλεκτρονική επικοινωνία.
89 Κατά το σημείο 2 της εκδόσεως 3.0 των γενικών όρων του MyPVR, οι χρήστες δεσμεύονται να χρησιμοποιούν την προσωπική μερίδα προκειμένου, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν τις κοινοποιήσεις και τα έγγραφα που διαβιβάζει το ΚΓΦΠ. Η ηλεκτρονική επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μπορεί να αποτελέσει εγκεκριμένο τρόπο κοινοποιήσεως μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν είναι πρόσφορη η χρήση της πλατφόρμας. Προσέτι, το σημείο 2, δεύτερο εδάφιο, της εκδόσεως 3.0 των γενικών όρων του MyPVR ορίζει ότι, χρησιμοποιώντας την προσωπική μερίδα, ο χρήστης δεσμεύεται να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο σημείο 2, πρώτο εδάφιο, των εν λόγω γενικών όρων.
90 Ως εκ τούτου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η προσφεύγουσα, χρησιμοποιώντας την προσωπική μερίδα και αποδεχόμενη τους γενικούς όρους του MyPVR, αποδέχθηκε τη λήψη ανακοινώσεων και κοινοποιήσεων του ΚΓΦΠ μέσω της προσωπικής μερίδας MyPVR.
91 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση περί παράνομης χρήσεως του MyPVR ως επίσημου τρόπου κοινοποιήσεως στην προσφεύγουσα.
92 Κατά δεύτερον, η προβαλλόμενη αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 65 του κανονισμού 874/2009, καθόσον το ΚΓΦΠ δεν απέδειξε την πραγματική κοινοποίηση και την παραλαβή της οχλήσεως που απεστάλη στις 10 Ιανουαρίου 2022, πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στην απόφαση της 17ης Απριλίου 2024, Melrose (T-2/23, EU:T:2024:247, σκέψεις 71 έως 77).
93 Συγκεκριμένα, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η όχληση της 10ης Ιανουαρίου 2022 απεστάλη μέσω του MyPVR. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να έχει εν προκειμένω εφαρμογή το άρθρο 65 του κανονισμού 874/2009 το οποίο αφορά τις επιδόσεις που γίνονται ταχυδρομικώς. Ως προς το ζήτημα αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 64α του κανονισμού 874/2009 το οποίο αφορά την επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα ή άλλα τεχνικά μέσα.
94 Το άρθρο 64α, παράγραφος 1, του κανονισμού 874/2009 ορίζει ότι η επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα γίνεται με τη διαβίβαση ενός ψηφιακού αντίγραφου του εγγράφου προς κοινοποίηση. Η επίδοση θεωρείται γενόμενη την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποιήσεως από τον παραλήπτη. Ο πρόεδρος του ΚΓΦΠ καθορίζει τις λεπτομέρειες όσον αφορά την επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα. Κατά το άρθρο 64α, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, ο πρόεδρος του ΚΓΦΠ καθορίζει τις λεπτομέρειες όσον αφορά την επίδοση με άλλα τεχνικά μέσα επικοινωνίας.
95 Όπως ήδη διαπιστώθηκε στις σκέψεις 88 έως 90 ανωτέρω, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι δέχθηκε να λάβει τις ανακοινώσεις και τις κοινοποιήσεις του ΚΓΦΠ μέσω του MyPVR. Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της από 20 Δεκεμβρίου 2016 αποφάσεως του προέδρου του ΚΓΦΠ, άπαξ ο χρήστης έχει ενεργοποιήσει τη δυνατότητα ηλεκτρονικής επικοινωνίας με το ΚΓΦΠ, όλες οι επίσημες κοινοποιήσεις εκ μέρους του ΚΓΦΠ οι οποίες είναι διαθέσιμες σε ηλεκτρονική μορφή, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων που περιέχουν πράξεις για τις οποίες το άρθρο 79 του κανονισμού 2100/94 προβλέπει επίδοση, του κοινοποιούνται μέσω του MyPVR. Ως εκ τούτου, το MyPVR πρέπει να θεωρείται ως ο μοναδικός επίσημος τρόπος επικοινωνίας όσον αφορά τις επίσημες κοινοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων στο άρθρο 79 του κανονισμού 2100/94.
96 Κατά συνέπεια, δυνάμει του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, της από 20 Δεκεμβρίου 2016 αποφάσεως του προέδρου του ΚΓΦΠ, το ΚΓΦΠ κοινοποίησε στην προσφεύγουσα μέσω του MyPVR, κατά πρώτον, στις 27 Οκτωβρίου 2021 χρεωστικό σημείωμα για την καταβολή του ετήσιου τέλους, ακολουθούμενο στις 28 Οκτωβρίου 2021 από αυτοματοποιημένο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και, κατά δεύτερον, στις 10 Ιανουαρίου 2022 την επίμαχη όχληση με την οποία την κάλεσε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 83, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94, να εξοφλήσει το μη καταβληθέν τέλος, ακολουθούμενη στις 11 Ιανουαρίου 2022 από αυτοματοποιημένο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
97 Όσον αφορά την πραγματική κοινοποίηση της από 10 Ιανουαρίου 2022 οχλήσεως, το άρθρο 4, τέταρτο εδάφιο, της από 20 Δεκεμβρίου 2016 αποφάσεως του προέδρου του ΚΓΦΠ διευκρινίζει ότι μια απόφαση ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο λογίζεται ότι έχει κοινοποιηθεί μετά το πέρας της έβδομης ημέρας που έπεται εκείνης της αποστολής στον χρήστη μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το οποίο τον ειδοποιεί ότι το ΚΓΦΠ τηλεφόρτωσε ψηφιακό αντίγραφο της αποφάσεως ή του εγγράφου στην προσωπική μερίδα του. Εν προκειμένω, συνάγεται ότι η από 10 Ιανουαρίου 2022 όχληση πρέπει να λογίζεται κοινοποιηθείσα στις 18 Ιανουαρίου 2022, ήτοι την έβδομη ημέρα μετά την 11η Ιανουαρίου 2022 που είναι η ημερομηνία αποστολής του αυτοματοποιημένου μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο η προσφεύγουσα ενημερώθηκε για την τηλεφόρτωση του επίμαχου εγγράφου στην προσωπική μερίδα MyPVR.
98 Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 4, πέμπτο εδάφιο, της από 20 Δεκεμβρίου 2016 αποφάσεως του προέδρου του ΚΓΦΠ, σε περίπτωση αδυναμίας προσβάσεως σε απόφαση ή άλλο έγγραφο, ο χρήστης οφείλει να ενημερώσει αμελλητί το ΚΓΦΠ. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν ενημέρωσε το ΚΓΦΠ για την ύπαρξη οποιουδήποτε προβλήματος προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα.
99 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να προσαφθεί στο ΚΓΦΠ ότι δεν κοινοποίησε την από 10 Ιανουαρίου 2022 όχληση. Ελλείψει αποδείξεως περί του αντιθέτου εκ μέρους της προσφεύγουσας, η επίμαχη όχληση λογίζεται ότι παρελήφθη, εκ μέρους της, στις 18 Ιανουαρίου 2022. Συνεπώς, η αιτίαση αυτή πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμη.
100 Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, η προσφυγή στο σύνολό της ως αβάσιμη, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του δευτέρου αιτήματος της προσφεύγουσας, με το οποίο ζητείται κατ’ ουσίαν να δεχθεί το Γενικό Δικαστήριο την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η οποία εξετάσθηκε από το τμήμα προσφυγών, ούτε επί του τρίτου αιτήματος της προσφεύγουσας, με το οποίο ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να αναβιώσει το κοινοτικό δικαίωμα επί της επίμαχης φυτικής ποικιλίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
101 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
102 Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του ΚΓΦΠ.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει τη Romagnoli Fratelli SpA στα δικαστικά έξοδα.
|
?kva?ilov?-Pelzl |
N?mm |
Kukovec |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Απριλίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.