Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-364/24 και C-393/24, Giorgio Fidenato, en son nom propre et en tant que propri?taire de l’exploitation agricole « In Trois » κατά Ministero dell’Agricoltura, della Sovranit? Alimentare e delle Foreste, Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 5ης Φεβρουαρίου 2026
print
Τίτλος:
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-364/24 και C-393/24, Giorgio Fidenato, en son nom propre et en tant que propri?taire de l’exploitation agricole « In Trois » κατά Ministero dell’Agricoltura, della Sovranit? Alimentare e delle Foreste, Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 5ης Φεβρουαρίου 2026
Υπόθεση C-364/24, Giorgio Fidenato, en son nom propre et en tant que propri?taire de l’exploitation agricole « In Trois » κατά Ministero dell’Agricoltura, della Sovranit? Alimentare e delle Foreste, Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 5ης Φεβρουαρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 5ης Φεβρουαρίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) – Μέτρα για την πρόληψη της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ στο περιβάλλον – Οδηγία 2001/18/ΕΚ – Άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3 – Κανονισμός (ΕΚ) 1829/2003 – Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2016/321 – Απαγόρευση της καλλιέργειας γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου MON 810 στην Ιταλία – Κύρος – Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Άρθρα 34 και 114 ΣΛΕΕ – Αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων – Επιχειρηματική ελευθερία – Άρθρα 16 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης »

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-364/24 και C-393/24,

με αντικείμενο δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλαν, αφενός μεν, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) με απόφαση της 14ης Μαΐου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Μαΐου 2024, αφετέρου δε, το Tribunale di Udine (πρωτοδικείο Ούντινε) με απόφαση της 7ης Μαΐου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Ιουνίου 2024, στο πλαίσιο των δικών

Giorgio Fidenato, ενεργών ιδίω ονόματι και ως ιδιοκτήτης της γεωργικής εκμεταλλεύσεως In Trois,

κατά

Ministero dell’Agricoltura, della Sovranit? alimentare e delle Foreste,

παρισταμένου του:

WX, ενεργούντος ιδίω ονόματι και ως ιδιοκτήτη της γεωργικής εκμεταλλεύσεως Li Pocis di WX,

και

Giorgio Fidenato, ενεργών ιδίω ονόματι και ως ιδιοκτήτης της γεωργικής εκμεταλλεύσεως In Trois,

κατά

Ministero dell’Agricoltura, della Sovranit? alimentare e delle Foreste,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, I. Ziemele, A. Kumin, S. Gervasoni (εισηγητή) και M. Bo?njak, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο Giorgio Fidenato, ενεργών ιδίω ονόματι και ως ιδιοκτήτης της γεωργικής εκμεταλλεύσεως In Trois, εκπροσωπούμενος από τον G. Martorana, avvocato,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από τον M. Di Benedetto, avvocato dello Stato, και τον G. Lillo, procuratore dello Stato,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Ε. Λευθεριώτου και Α.-Ε. Βασιλοπούλου,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την P. Chansou, τον B. Fodda και την B. Travard,

–        η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους A. Germeaux και T. Schell,

–        η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Z. Feh?r και την K. Sz?jj?rt?,

–        η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

–        το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους W. Kuzmienko και M. Menegatti,

–        το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τον M. Moore, τον P. Pecheux και τη S. Scarpa Ferraglio,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον C. Biz και τις F. Castilla Contreras και I. Galindo Mart?n,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την εκτίμηση περί του κύρους των άρθρων 26β και 26γ της οδηγίας 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2001, L 106, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2023, L 71, σ. 42), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2015/412 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2015 (ΕΕ 2015, L 68, σ. 1) (στο εξής: οδηγία 2001/18), καθώς και το κύρος και την ερμηνεία της εκτελεστικής αποφάσεως (ΕΕ) 2016/321 της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 2016, για την αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου της έγκρισης για την καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου (Zea mays L.) MON 810 (MON-??81?-6) (ΕΕ 2016, L 60, σ. 90), με γνώμονα το άρθρο 3 ΣΕΕ, τα άρθρα 2, 3, 18, 26, 34 έως 36 ΣΛΕΕ, το άρθρο 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, τα άρθρα 16, 21 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), τις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας, καθώς και το άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΚ) 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές (ΕΕ 2003, L 268, σ. 1).

2        Οι ως άνω αιτήσεις υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ του Giorgio Fidenato, κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως, και των ιταλικών αρχών σχετικά με την εφαρμογή μέτρων καταστροφής και ενταφιασμού φυταρίων γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου (Zea mays L.) MON 810 (MON-??81?-6) (στο εξής: ΓΤ αραβόσιτος MON 810) και την επιβολή στον G. Fidenato διοικητικού προστίμου ύψους 50 000 ευρώ λόγω της καλλιέργειας τέτοιων φυταρίων.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το διεθνές δίκαιο

3        Με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ’ όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ 1994, L 336, σ. 1), το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε τη Συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η οποία υπεγράφη στις 15 Απριλίου 1994 στο Μαρακές, καθώς και τις συμφωνίες που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα της εν λόγω Συμφωνίας (στο εξής: συμφωνίες ΠΟΕ).

 Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 Η οδηγία 2001/18

4        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2001/18, το οποίο φέρει τον τίτλο «Στόχος», ορίζει τα εξής:

«Σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών και η προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος κατά:

–        τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών [στο εξής: ΓΤΟ] στο περιβάλλον για σκοπούς διαφορετικούς από τη διάθεση στην αγορά εντός της Κοινότητας,

–        τη διάθεση [ΓΤΟ] στην αγορά ως προϊόντων ή εντός προϊόντων εντός της [Ένωσης]».

5        Το άρθρο 4 της ως άνω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικές υποχρεώσεις», προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, μεριμνούν ώστε να λαμβάνονται όλα τα δέοντα μέτρα προκειμένου να αποφεύγονται οι αρνητικές επιπτώσεις για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, οι οποίες μπορεί να οφείλονται στη σκόπιμη ελευθέρωση ή τη διάθεση ΓΤΟ στην αγορά. Η σκόπιμη ελευθέρωση ή η διάθεση ΓΤΟ στην αγορά επιτρέπεται μόνον σύμφωνα με το μέρος Β ή το μέρος Γ, αντίστοιχα.

[...]»

6        Το άρθρο 22 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ελεύθερη κυκλοφορία», προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 23, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ΓΤΟ ως προϊόντων ή εντός προϊόντων οι οποίοι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.»

7        Το άρθρο 23 της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ρήτρα διασφάλισης», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Όταν κράτος μέλος, βάσει νέων ή πρόσθετων πληροφοριών, οι οποίες κατέστησαν διαθέσιμες μετά την ημερομηνία συγκατάθεσης και οι οποίες επηρεάζουν την αξιολόγηση περιβαλλοντικού κινδύνου, ή βάσει επαναξιολόγησης υφιστάμενων πληροφοριών συνεπεία νέων ή πρόσθετων επιστημονικών στοιχείων, έχει τεκμηριωμένους λόγους να θεωρεί ότι ένας ΓΤΟ ως προϊόν ή εντός προϊόντος, ο οποίος έχει κοινοποιηθεί καταλλήλως και έχει λάβει γραπτή συγκατάθεση δυνάμει της παρούσας οδηγίας, συνιστά κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, το κράτος μέλος αυτό μπορεί να περιορίζει ή να απαγορεύει προσωρινά τη χρήση ή/και την πώληση του συγκεκριμένου ΓΤΟ ως προϊόντος ή εντός προϊόντος στην επικράτειά του.

Το κράτος μέλος διασφαλίζει ότι, σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου, εφαρμόζονται έκτακτα μέτρα όπως η αναστολή ή η παύση διάθεσης στην αγορά, συμπεριλαμβανομένης της πληροφόρησης του κοινού.

Το κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως την [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τις δράσεις που αναλαμβάνει δυνάμει του παρόντος άρθρου και αιτιολογεί την απόφασή του, παρέχοντας την αναθεώρηση της αξιολόγησης του περιβαλλοντικού κινδύνου, αναφέροντας κατά πόσον και με ποιο τρόπο θα πρέπει να τροποποιηθούν οι όροι της συγκατάθεσης ή να παύσει να ισχύει η συγκατάθεση, και, ανάλογα με την περίπτωση, τα νέα ή πρόσθετα στοιχεία στα οποία βασίζεται η απόφασή του.

2.      Εντός 60 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής των πληροφοριών που διαβιβάζει το κράτος μέλος, λαμβάνεται απόφαση σχετικά με τα μέτρα που έλαβε το εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 30 παράγραφος 2. Για τον υπολογισμό του χρονικού διαστήματος των 60 ημερών, δεν λαμβάνονται υπόψη τα διαστήματα κατά τα οποία η Επιτροπή αναμένει τυχόν περαιτέρω πληροφορίες τις οποίες έχει ενδεχομένως ζητήσει από τον κοινοποιούντα ή κατά τα οποία αναμένει τη γνώμη μιας ή περισσοτέρων επιστημονικών επιτροπών. Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Επιτροπή αναμένει τη ζητηθείσα γνώμη της ή των επιστημονικών επιτροπών δεν υπερβαίνει τις 60 ημέρες.

Ομοίως, δεν λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα που χρειάζεται το Συμβούλιο για να αποφανθεί σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 30 παράγραφος 2.»

8        Το άρθρο 26β της οδηγίας 2001/18, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καλλιέργεια», προβλέπει τα εξής:

«1.      Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έγκρισης ενός συγκεκριμένου ΓΤΟ ή κατά τη διάρκεια της ανανέωσης μιας συγκατάθεσης/έγκρισης, ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει να αναπροσαρμοστεί το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της γραπτής συγκατάθεσης ή έγκρισης, ώστε να αποκλεισθεί από την καλλιέργεια το σύνολο ή τμήμα της επικράτειας αυτού του κράτους μέλους. Το αίτημα αυτό ανακοινώνεται στην Επιτροπή εντός 45 το αργότερο ημερών από την ημερομηνία της κυκλοφορίας της έκθεσης αξιολόγησης βάσει του άρθρου 14 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας ή από την παραλαβή της γνώμης της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλείας Τροφίμων βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 6 και του άρθρου 18 παράγραφος 6 του κανονισμού [1829/2003]. Η Επιτροπή υποβάλλει αμελλητί το αίτημα του κράτους μέλους στον κοινοποιούντα/αιτούντα και στα άλλα κράτη μέλη. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί με ηλεκτρονικά μέσα το αίτημα.

2.      Εντός 30 ημερών από την υποβολή του αιτήματος αυτού από την Επιτροπή, ο κοινοποιών/αιτών μπορεί να αναπροσαρμόσει ή να επιβεβαιώσει το γεωγραφικό πεδίο της αρχικής κοινοποίησης/αίτησής του.

Σε περίπτωση απουσίας επιβεβαίωσης, η αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της κοινοποίησης/αίτησης υλοποιείται αναλόγως στη γραπτή συγκατάθεση που εκδίδεται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και, ενδεχομένως, στην απόφαση που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 19 της παρούσας οδηγίας καθώς και στην απόφαση περί εγκρίσεως που λαμβάνεται δυνάμει των άρθρων 7 και 19 του κανονισμού [1829/2003].

Η γραπτή συγκατάθεση που εκδίδεται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και, ενδεχομένως, η απόφαση που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 19 της παρούσας οδηγίας καθώς και η απόφαση περί εγκρίσεως που λαμβάνεται δυνάμει των άρθρων 7 και 19 του κανονισμού [1829/2003], εκδίδονται εν συνεχεία βάσει του αναπροσαρμοσμένου γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της κοινοποίησης/αίτησης.

Όταν αίτημα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ανακοινώνεται στην Επιτροπή μετά την ημερομηνία της κυκλοφορίας της έκθεσης αξιολόγησης δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, ή μετά την παραλαβή της γνώμης της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλείας Τροφίμων δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 6 και του άρθρου 18 παράγραφος 6 του κανονισμού [1829/2003], οι προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 15 της παρούσας οδηγίας σχετικά με την έκδοση της γραπτής συγκατάθεσης ή, ανάλογα με την περίπτωση, στα άρθρα 7 και 19 του κανονισμού [1829/2003] σχετικά με την υποβολή στην επιτροπή σχεδίου της απόφασης που πρέπει να ληφθεί, μπορούν να παραταθούν άπαξ για περίοδο 15 ημερών, ανεξάρτητα από τον αριθμό των κρατών μελών που υποβάλλουν τέτοια αιτήματα.

3.      Σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί αίτημα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ή εάν ο κοινοποιών/αιτών έχει επιβεβαιώσει το γεωγραφικό πεδίο της αρχικής κοινοποίησης/αίτησής του, το κράτος μέλος μπορεί να θεσπίσει μέτρα που περιορίζουν ή απαγορεύουν την καλλιέργεια στο σύνολο ή σε τμήμα της επικράτειάς του ενός ΓΤΟ ή ομάδας ΓΤΟ που προσδιορίζονται από την καλλιεργητική ποικιλία ή χαρακτηριστικό, που έχουν άλλοτε εγκριθεί κατ’ εφαρμογή του μέρους Γ της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού [1829/2003], υπό τον όρο ότι τα εν λόγω μέτρα συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο, είναι αιτιολογημένα, αναλογικά και δεν εισάγουν διακρίσεις και, επιπλέον, βασίζονται σε επιτακτικούς λόγους, όπως λόγους σχετικούς με:

α)      στόχους περιβαλλοντικής πολιτικής

β)      την πολεοδομία και χωροταξία

γ)      χρήσεις γης

δ)      κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις

ε)      την αποφυγή παρουσίας ΓΤΟ σε άλλα προϊόντα με την επιφύλαξη του άρθρου 26α

στ)      στόχους γεωργικής πολιτικής

ζ)      τη δημόσια πολιτική.

Αυτοί οι λόγοι μπορούν να προβληθούν μεμονωμένα ή σε συνδυασμό, εκτός από τον λόγο στο στοιχείο ζ) που δεν δύναται να προβληθεί μεμονωμένα, αναλόγως με τις ειδικές περιστάσεις του κράτους μέλους, της περιφέρειας ή της περιοχής όπου θα εφαρμοστούν τα εν λόγω μέτρα, όμως δεν πρέπει να συγκρούονται σε καμία περίπτωση με την αξιολόγηση περιβαλλοντικών κινδύνων που έχει καταρτιστεί κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού [1829/2003].

4.      Κράτος μέλος που προτίθεται να θεσπίσει μέτρα δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ανακοινώνει πρώτα στην Επιτροπή σχέδιο αυτών των μέτρων και τους αντίστοιχους λόγους που προβάλλουν στην Επιτροπή. Αυτή η ανακοίνωση μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία έγκρισης του ΓΤΟ σύμφωνα με το μέρος Γ της παρούσας οδηγίας ή σύμφωνα με τον κανονισμό [1829/2003]. Κατά τη διάρκεια του διαστήματος των 75 ημερών από την ημερομηνία αυτής της ανακοίνωσης:

α)      το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος οφείλει να μην εγκρίνει ούτε να εφαρμόσει αυτά τα μέτρα

β)      τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να απέχουν οι επιχειρηματίες από την καλλιέργεια του(των) εν λόγω ΓΤΟ και

γ)      η Επιτροπή μπορεί να κάνει οποιεσδήποτε παρατηρήσεις κρίνει ενδεδειγμένες.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος των 75 ημερών που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί, για τη συνολική διάρκεια ισχύος της συγκατάθεσης/έγκρισης και από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της έγκρισης από την Ένωση, να θεσπίσει τα μέτρα είτε με τη μορφή που προτάθηκαν αρχικά είτε όπως τροποποιήθηκαν για να ληφθούν υπόψη τυχόν οι μη δεσμευτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής. Τα μέτρα αυτά κοινοποιούνται αμελλητί στην Επιτροπή, στα άλλα κράτη μέλη και στον κάτοχο της έγκρισης.

Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν οποιοδήποτε τέτοιου είδους μέτρο σε όλους τους ενδιαφερόμενους παράγοντες, περιλαμβανομένων των καλλιεργητών.

5.      Σε περίπτωση που κράτος μέλος επιθυμεί να επανενταχθεί το σύνολο ή τμήμα της επικράτειάς του στο γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της συγκατάθεσης/έγκρισης από το οποίο είχε προηγουμένως αποκλεισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, μπορεί να υποβάλει σχετική αίτηση στην αρμόδια αρχή που εξέδωσε τη γραπτή συγκατάθεση κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ή στην Επιτροπή αν ο ΓΤΟ εγκρίθηκε κατ’ εφαρμογή του κανονισμού [1829/2003]. Η αρμόδια αρχή που εξέδωσε τη γραπτή συγκατάθεση ή η Επιτροπή, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιεί το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής ή την απόφαση περί εγκρίσεως αναλόγως.

6.      Προς τον σκοπό της αναπροσαρμογής του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της συγκατάθεσης/έγκρισης ενός ΓΤΟ βάσει της παραγράφου 5:

α)      για έναν ΓΤΟ εγκεκριμένο βάσει της παρούσας οδηγίας, η αρμόδια αρχή που εξέδωσε τη γραπτή συγκατάθεση τροποποιεί το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της συγκατάθεσης αναλόγως και ενημερώνει την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τον κάτοχο της έγκρισης μόλις αυτό ολοκληρωθεί

β)      για έναν ΓΤΟ εγκεκριμένο βάσει του κανονισμού [1829/2003], η Επιτροπή τροποποιεί την απόφαση περί εγκρίσεως αναλόγως, χωρίς να εφαρμόσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 35 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού. Η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά τα κράτη μέλη και τον κάτοχο της έγκρισης.

7.      Σε περίπτωση που κράτος μέλος ανακάλεσε τα μέτρα που θεσπίστηκαν κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 3 και 4, ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.

8.      Τα μέτρα που εγκρίνονται βάσει του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την ελεύθερη κυκλοφορία εγκεκριμένων ΓΤΟ ως προϊόντων ή εντός προϊόντων.»

9        Το άρθρο 26γ της οδηγίας 2001/18, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μεταβατικά μέτρα», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Από τις 2 Απριλίου 2015 έως τις 3 Οκτωβρίου 2015, ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει να αναπροσαρμοστεί το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της κοινοποίησης/αίτησης που είχε κατατεθεί ή της έγκρισης που είχε εκδοθεί βάσει της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού [1829/2003] πριν από τις 2 Απριλίου 2015. Η Επιτροπή υποβάλλει αμελλητί το αίτημα του κράτους μέλους στον κοινοποιούντα/αιτούντα και στα άλλα κράτη μέλη.

2.      Σε περίπτωση που η κοινοποίηση/αίτηση εκκρεμεί και ο κοινοποιών/αιτών δεν έχει επιβεβαιώσει το γεωγραφικό πεδίο της αρχικής του κοινοποίησης/αίτησης εντός 30 ημερών από την ανακοίνωση του αιτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αναπροσαρμόζεται το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της κοινοποίησης/αίτησής του αναλόγως. Η γραπτή συγκατάθεση που εκδίδεται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και, ενδεχομένως, η απόφαση που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 19 της παρούσας οδηγίας καθώς και η απόφαση περί εγκρίσεως που λαμβάνεται δυνάμει των άρθρων 7 και 19 του κανονισμού [1829/2003], εκδίδονται εν συνεχεία βάσει του αναπροσαρμοσμένου γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της κοινοποίησης/αίτησης.

3.      Αν η έγκριση έχει ήδη εκδοθεί, και ο κάτοχος της έγκρισης δεν έχει επιβεβαιώσει το γεωγραφικό της πεδίο εντός 30 ημερών από την ανακοίνωση του αιτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η έγκριση τροποποιείται αναλόγως. Εάν πρόκειται για γραπτή συγκατάθεση βάσει της παρούσας οδηγίας, η αρμόδια αρχή τροποποιεί το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της συγκατάθεσης και ενημερώνει την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τον κάτοχο της έγκρισης, μόλις αυτό ολοκληρωθεί. Εάν πρόκειται για έγκριση βάσει του κανονισμού [1829/2003], η Επιτροπή τροποποιεί την απόφαση περί εγκρίσεως αναλόγως, χωρίς να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 35 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη και τον κάτοχο της έγκρισης.

4.      Αν δεν υποβλήθηκε αίτημα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή εάν ένας κοινοποιών/αιτών ή, ανάλογα με την περίπτωση, ένας κάτοχος έγκρισης έχει επιβεβαιώσει το γεωγραφικό πεδίο της αρχικής του αίτησης ή, ανάλογα με την περίπτωση, έγκρισης, εφαρμόζεται κατ’ αναλογία το άρθρο 26β παράγραφοι 3 ως 8.

5.      Το παρόν άρθρο δεν θίγει την καλλιέργεια οιωνδήποτε εγκεκριμένων ΓΤΟ σπόρων σποράς και φυτικού πολλαπλασιαστικού υλικού, που φυτεύτηκαν νομότυπα πριν από τον περιορισμό ή την απαγόρευση της καλλιέργειας του ΓΤΟ στο κράτος μέλος.

6.      Τα μέτρα που εγκρίνονται βάσει του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την ελεύθερη κυκλοφορία εγκεκριμένων ΓΤΟ ως προϊόντων ή εντός προϊόντων.»

10      Το άρθρο 33 της οδηγίας 2001/18, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κυρώσεις», ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη ορίζουν τις κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβάσεως των εθνικών διατάξεων οι οποίες θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.»

 Η οδηγία 2015/412

11      Οι αιτιολογικές σκέψεις 6 έως 8, 16 και 27 της οδηγίας 2015/412 έχουν ως εξής:

«(6)      Η πείρα κατέδειξε ότι η καλλιέργεια ΓΤΟ αντιμετωπίζεται αποτελεσματικότερα σε επίπεδο κρατών μελών. Ζητήματα διάθεσης στην αγορά και εισαγωγών ΓΤΟ θα πρέπει να συνεχίσουν να ρυθμίζονται νομοθετικά σε επίπεδο Ένωσης, ώστε να διαφυλαχθεί η εσωτερική αγορά. Η καλλιέργεια μπορεί ωστόσο να απαιτεί περισσότερη ευελιξία σε ορισμένες περιπτώσεις, καθόσον αποτελεί ζήτημα με έντονη εθνική, περιφερειακή και τοπική διάσταση επειδή συνδέεται με τη χρήση του εδάφους, τις τοπικές γεωργικές δομές και την προστασία ή διατήρηση βιότοπων, οικοσυστημάτων και τοπίων. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εγκρίνουν νομικά δεσμευτικές πράξεις για τον περιορισμό ή την απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ στην επικράτειά τους, εφόσον αυτοί οι ΓΤΟ έχουν εγκριθεί νομίμως για διάθεση στην αγορά της Ένωσης. Ωστόσο, η κοινή διαδικασία έγκρισης, ιδίως η διαδικασία αξιολόγησης που διενεργείται πρωτίστως από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων […], δεν θα πρέπει να θιγεί από αυτή την ευελιξία.

(7)      Κατά το παρελθόν, για να περιορίσουν ή να απαγορεύσουν την καλλιέργεια ΓΤΟ, ορισμένα κράτη μέλη προσέφυγαν στις ρήτρες διασφάλισης και στα μέτρα έκτακτης ανάγκης του άρθρου 23 της οδηγίας [2001/18] και του άρθρου 34 του κανονισμού [1829/2003], βασιζόμενα, ανάλογα με την περίπτωση, σε νέες ή πρόσθετες πληροφορίες που κατέστησαν διαθέσιμες μετά την ημερομηνία της συγκατάθεσης και που επηρεάζουν την αξιολόγηση περιβαλλοντικών κινδύνων, ή στην επαναξιολόγηση υφιστάμενων πληροφοριών. Άλλα κράτη μέλη προσέφυγαν στη διαδικασία κοινοποίησης του άρθρου 114 παράγραφοι 5 και 6 ΣΛΕΕ, που απαιτούν παρουσίαση νέων επιστημονικών στοιχείων για την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας. Επιπλέον, η διαδικασία λήψης αποφάσεων αποδείχθηκε ιδιαίτερα δυσχερής για την καλλιέργεια ΓΤΟ, καθώς εκφράστηκαν ανησυχίες σε εθνικό επίπεδο που δεν αφορούν μόνο θέματα συνδεδεμένα με την ασφάλεια των ΓΤΟ για την υγεία ή το περιβάλλον.

(8)      Κατόπιν τούτου, κρίνεται σκόπιμο να δοθεί στα κράτη μέλη, σύμφωνα και με την αρχή της επικουρικότητας, περισσότερη ευελιξία να αποφασίζουν κατά πόσον επιθυμούν ή όχι να διατηρούν καλλιέργειες ΓΤΟ στην επικράτειά τους, χωρίς να επηρεάζεται η αξιολόγηση κινδύνων που προβλέπεται στο ενωσιακό σύστημα εγκρίσεων ΓΤΟ, είτε κατά είτε μετά τη διαδικασία έγκρισης και ανεξάρτητα από τα μέτρα που δικαιούνται ή υποχρεούνται να λαμβάνουν τα κράτη μέλη που καλλιεργούν ΓΤΟ κατ’ εφαρμογή της οδηγίας [2001/18] για να προλαμβάνουν την ακούσια παρουσία των ΓΤΟ σε άλλα προϊόντα. Με την παροχή αυτής της δυνατότητας στα κράτη μέλη είναι πιθανόν να βελτιωθεί η διαδικασία εγκρίσεων των ΓΤΟ και, ταυτοχρόνως, να διασφαλισθεί η ελευθερία επιλογής καταναλωτών, γεωργών και επιχειρηματιών ενώ προσφέρεται μεγαλύτερη σαφήνεια στα ενδιαφερόμενα μέρη όσον αφορά την καλλιέργεια ΓΤΟ στην Ένωση. Η παρούσα οδηγία αναμένεται έτσι να διευκολύνει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

[...]

(16)      Οι περιορισμοί ή οι απαγορεύσεις που εγκρίνονται βάσει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να αναφέρονται στην καλλιέργεια και όχι στην ελεύθερη κυκλοφορία και εισαγωγή γενετικά τροποποιημένων σπόρων σποράς και φυτικού πολλαπλασιαστικού υλικού, ως προϊόντων ή εντός προϊόντων, και των προϊόντων συγκομιδής τους, και θα πρέπει επιπλέον να συνάδουν με τις Συνθήκες, ιδίως όσον αφορά την αρχή της αποφυγής διακρίσεων μεταξύ εθνικών και μη εθνικών προϊόντων, την αρχή της αναλογικότητας και το άρθρο 34, το άρθρο 36 και το άρθρο 216 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ.

[...]

(27)      Οι διατάξεις που ορίζονται στα άρθρα 26β και 26γ της οδηγίας 2001/18/ΕΚ εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του άρθρου 23 της εν λόγω οδηγίας και του άρθρου 34 του κανονισμού [1829/2003]».

 Η εκτελεστική απόφαση 2016/321

12      Με την εκτελεστική απόφαση 2016/321, η οποία εκδόθηκε βάσει της οδηγίας 2001/18, ιδίως δε του άρθρου 26γ, παράγραφος 3, αυτής, η Επιτροπή, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, έλαβε υπόψη τα αιτήματα δεκαεννέα κρατών μελών, μεταξύ των οποίων καταλεγόταν η Ιταλική Δημοκρατία, τα οποία είχαν ζητήσει, βάσει της εν λόγω διατάξεως, την απαγόρευση της καλλιέργειας του ΓΤ αραβοσίτου MON 810 στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους τους. Ο κάτοχος της εγκρίσεως, στον οποίο διαβιβάσθηκαν τα ως άνω αιτήματα, δεν ζήτησε να επιβεβαιωθεί το αρχικό γεωγραφικό πεδίο της εγκρίσεως και, ως εκ τούτου, συναίνεσε στην αναπροσαρμογή του εν λόγω πεδίου.

 Ο κανονισμός 1829/2003

13      Το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μέτρα έκτακτης ανάγκης», ορίζει τα εξής:

«Όταν είναι προφανές ότι προϊόντα που έχουν εγκριθεί από τον παρόντα κανονισμό ή δυνάμει αυτού είναι πιθανό να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου, την υγεία των ζώων ή το περιβάλλον, ή όταν, βάσει γνώμης της [Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων] δυνάμει των άρθρων 10 και 22, προκύπτει η ανάγκη αναστολής ή κατεπείγουσας τροποποίησης μιας έγκρισης, λαμβάνονται μέτρα σύμφωνα με τις διαδικασίες των άρθρων 53 και 54 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ 2002, L 31, σ. 1)]».

 Το ιταλικό δίκαιο

14      Το άρθρο 35 bis του decreto legislativo n. 224 – Attuazione della direttiva 2001/18/CE concernente l’emissione deliberata nell’ambiente di organismi geneticamente modificati (νομοθετικού διατάγματος 224 – Περί μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2001/18/ΕΚ για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον), της 8ης Ιουλίου 2023 (GURI αριθ. 194, της 22ας Αυγούστου 2003), όπως τροποποιήθηκε με το decreto legislativo n. 227 (νομοθετικό διάταγμα 227), της 14ης Νοεμβρίου 2016 (GURI αριθ. 288, της 10ης Δεκεμβρίου 2016) (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 224/2003), το οποίο επιγράφεται «Κυρώσεις σχετικές με τον τίτλο III-bis», ορίζει τα εξής:

«1.      Εκτός εάν η πράξη συνιστά ποινικό αδίκημα, τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο ύψους 25 000 έως 75 000 ευρώ όποιος παραβαίνει:

a)      τις απαγορεύσεις καλλιεργειών που επιβλήθηκαν με την αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής που καθορίστηκε, στις προβλεπόμενες περιπτώσεις, με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέτρα:

1)      την έγκριση που χορηγεί η [Επιτροπή], σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 19 του κανονισμού [1829/2003]

2)      τη συγκατάθεση που χορηγεί η αρμόδια εθνική αρχή κράτους μέλους, βάσει των άρθρων 15, 17 και 18 της οδηγίας [2001/18]

3)      τη συγκατάθεση που χορηγεί η αρμόδια εθνική αρχή του άρθρου 2, παράγραφος 1, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 18, παράγραφος 1, και, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, την απόφαση που εκδίδει η ίδια αρχή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 18, παράγραφος 3

b)      τις απαγορεύσεις καλλιεργειών που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 26 quater, παράγραφος 6

c)      τις προσωρινές απαγορεύσεις φύτευσης του συγκεκριμένου ΓΤΟ ή των συγκεκριμένων ΓΤΟ που προβλέπονται στο άρθρο 26 quater, παράγραφος 5, στοιχείο b, και στο άρθρο 26 sexies, παράγραφος 3.

2.      Στον παραβάτη επιβάλλεται, με διάταξη-εντολή, η παρεπόμενη διοικητική κύρωση της αναστολής, για ανώτατο χρονικό διάστημα έξι μηνών, της δυνατότητας καλλιέργειας ΓΤΟ η οποία παρασχέθηκε με τις αποφάσεις περί διάθεσης στην αγορά.

3.      Όποιος παραβαίνει τις απαγορεύσεις της παραγράφου 1 υποχρεούται να καταστρέψει τις καλλιέργειες ΓΤΟ που φυτεύτηκαν παρανόμως και να επαναφέρει τα εδάφη στην προτέρα κατάσταση με δικές του δαπάνες από κοινού με τον κύριο και με τους έχοντες εμπράγματα ή ενοχικά δικαιώματα χρήσης της έκτασης γης, στους οποίους καταλογίζεται η εν λόγω παράβαση από δόλο ή αμέλεια, βάσει των διαπιστώσεων των επιφορτισμένων με τον έλεγχο προσώπων, κατόπιν ακρόασης των ενδιαφερομένων. Η Αρχή της παραγράφου 4 καθορίζει με διάταξη τις αναγκαίες προς τούτο ενέργειες και τάσσει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να εκτελεστούν, εάν δε η προθεσμία παρέλθει άπρακτη προβαίνει στην εκτέλεση εις βάρος των υπόχρεων και στην ανάκτηση των προκαταβληθέντων ποσών.

[...]»

 Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Η υπόθεση C-364/24

15      Ο Giorgio Fidenato, ιδιοκτήτης της γεωργικής επιχειρήσεως In Trois, με έδρα την Arba η οποία βρίσκεται στην επαρχία Pordenone (Ιταλία), άρχισε να καλλιεργεί, κατά το έτος σποράς 2021, φυτάρια ΓΤ αραβοσίτου MON 810.

16      Στις 8 Σεπτεμβρίου 2021 διενεργήθηκε έλεγχος με σκοπό τον εντοπισμό ΓΤΟ στα εδάφη κυριότητας του G. Fidenato. Κατά τον εν λόγω έλεγχο, ο G. Fidenato δήλωσε ότι είχε προβεί σε σπορά ΓΤ αραβοσίτου για αποκλειστικώς ερευνητικώς σκοπούς και ότι η συγκεκριμένη πρακτική θα συνεχιζόταν «μέχρις ότου το ζήτημα της νομιμότητας της οδηγίας [2015/412] αχθεί στην κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί του ζητήματος».

17      Με απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2021, το Ministero delle Politiche Agricole, Alimentari e Forestali (Υπουργείο Αγροτικής Πολιτικής, Τροφίμων και Δασών, Ιταλία) υπενθύμισε στον ενδιαφερόμενο ότι, δυνάμει της εκτελεστικής αποφάσεως 2016/321, απαγορευόταν η καλλιέργεια ΓΤ αραβοσίτου MON 810 εντός των κρατών μελών τα οποία είχαν υποβάλει σχετικό αίτημα και μεταξύ των οποίων καταλεγόταν η Ιταλική Δημοκρατία, τον διέταξε δε, βάσει του άρθρου 35 bis του νομοθετικού διατάγματος 224/2003, να καταστρέψει εντός πέντε ημερών, διά τεμαχισμού και ενταφιασμού, τις καλλιέργειες της εν λόγω ποικιλίας αραβοσίτου που είχε παρανόμως φυτεύσει, καθώς και να επαναφέρει τα εδάφη στην προτέρα κατάσταση.

18      Δεδομένου ότι ο G. Fidenato δεν συμμορφώθηκε προς την ως άνω εντολή, το προσωπικό της Corpo forestale dello Stato (Κρατικής Δασικής Υπηρεσίας, Ιταλίας) κατέστρεψε το ίδιο τις συγκεκριμένες καλλιέργειες στις 19 Οκτωβρίου 2021.

19      Ο G. Fidenato άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της 14ης Οκτωβρίου 2021 ενώπιον του Tribunale Amministrativo Regionale per il Friuli Venezia Giulia (διοικητικού πρωτοδικείου περιφέρειας Friuli Venezia Giulia, Ιταλία), με την οποία υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση βάσει της οποίας του απευθύνθηκε εντολή καταστροφής των καλλιεργειών και επαναφοράς των εδαφών στην προτέρα κατάσταση στερούνταν νομιμότητας, καθόσον είχε εκδοθεί βάσει κανόνων οι οποίοι αντιβαίνουν οι ίδιοι στο πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, υποστήριξε ότι η χορηγηθείσα βάσει του κανονισμού 1829/2003 έγκριση διαθέσεως στην αγορά προϋποθέτει ότι το οικείο γενετικώς τροποποιημένο προϊόν δεν ενέχει κανένα συγκεκριμένο κίνδυνο για την υγεία ή το περιβάλλον. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν εύλογο να επιτρέψει ο νομοθέτης της Ένωσης, την κατόπιν απλού αιτήματος κράτους μέλους αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της εν λόγω εγκρίσεως, χωρίς να συγκεκριμένο κράτος να προβάλει σχετικώς κάποια δικαιολογία.

20      Δεδομένου ότι η ως άνω προσφυγή απορρίφθηκε, ο G. Fidenato άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Tribunale Amministrativo Regionale per il Friuli Venezia Giulia (διοικητικού πρωτοδικείου περιφέρειας Friuli Venezia Giulia) ενώπιον του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

21      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η δυνατότητα των κρατών μελών, η οποία τους παρέχεται βάσει των άρθρων 26β και 26γ της οδηγίας 2001/18, να επιτυγχάνουν την απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ στο έδαφός τους, χωρίς να πρέπει να προβάλλουν προς τούτο κάποια δικαιολογία ή να προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη συγκεκριμένου κινδύνου τον οποίο ενέχει για την υγεία ή το περιβάλλον το οικείο γενετικώς τροποποιημένο προϊόν, του οποίου έχει εγκριθεί η διάθεση στην αγορά, συνάδει με το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα δε με τις θεμελιώδεις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς, όπως ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο στην απόφασή του της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, Fidenato κ.λπ. (C-111/16, EU:C:2017:676), και στη διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 2017, Fidenato κ.λπ. (C-107/16, EU:C:2017:900), καθώς και, εν γένει, με την αρχή της αναλογικότητας. Εκτιμά ότι τα εν λόγω άρθρα 26β και 26γ της οδηγίας ενέχουν αντίφαση προς άλλες διατάξεις της ίδιας οδηγίας, ειδικότερα δε προς τα άρθρα της 22 και 23, καθώς και ότι ενδεχόμενη έλλειψη κύρους των άρθρων 26β και 26γ είναι δυνατόν να θίξει το κύρος της εκτελεστικής αποφάσεως 2016/321.

22      Υπό τις ως άνω συνθήκες, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Συνάδουν τα άρθρα 26β και 26γ της [οδηγίας 2001/18] με το άρθρο 34 του κανονισμού [1829/2003], το άρθρο 3 ΣΕΕ, τα άρθρα 2, 3, 26, 34, 35 και 36 ΣΛΕΕ, και τα άρθρα 16 και 52 του [Χάρτη];

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: μπορεί το αιτούν δικαστήριο να αφήσει ανεφάρμοστη ή να κρίνει ανίσχυρη την εκτελεστική απόφαση [2016/321], η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 26γ της [οδηγίας 2001/18/ΕΚ], λόγω διαπίστωσης της αντίθεσης του εν λόγω άρθρου προς τους κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ;»

 Η υπόθεση C-393/24

23      Με την από 19ης Ιουνίου 2023 διάταξη-εντολή του διευθυντή της Direzione Generale per il riconoscimento degli organismi di controllo e certificazione e tutela del consumatore (γενικής διευθύνσεως αναγνωρίσεως των οργανισμών ελέγχου, πιστοποιήσεως και προστασίας των καταναλωτών, Ιταλία) της Dipartimento dell’Ispettorato Centrale della Tutela della Qualit? e Repressione Frodi dei Prodotti Agroalimentari (υπηρεσίας κεντρικού ελέγχου ποιότητας και καταπολεμήσεως της απάτης στον τομέα των γεωργικών ειδών διατροφής, Ιταλία), η οποία ελήφθη βάσει του άρθρου 35 bis του νομοθετικού διατάγματος 224/2003, επιβλήθηκαν στον G. Fidenato διοικητικά πρόστιμα συνολικού ύψους 50 000 ευρώ λόγω παραβάσεως της απαγορεύσεως καλλιέργειας στην Ιταλία του ΓΤ αραβοσίτου MON 810. Τα εν λόγω πρόστιμα αφορούσαν, κατά το ήμισυ, σπορά προς καλλιέργεια της συγκεκριμένης ποικιλίας αραβοσίτου στην επαρχία Ούντινε (Ιταλία) και, κατά το δεύτερο ήμισυ, σπορά προς καλλιέργεια της συγκεκριμένης ποικιλίας αραβοσίτου στην επαρχία Pordenone (Ιταλία).

24      Ο G. Fidenato άσκησε ενώπιον του Tribunale di Udine (πρωτοδικείου Ούντινε, Ιταλία) ανακοπή κατά της ως άνω διατάξεως-εντολής, κατά το μέρος που αφορά ποσό ύψους 25 000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο πρόστιμο που του επιβλήθηκε για τη σπορά ΓΤ MON 810 ο οποίος καλλιεργείται στην εν λόγω επαρχία. Παρόμοια ανακοπή ασκήθηκε από τον ενδιαφερόμενο ενώπιον του Tribunale di Pordenone (πρωτοδικείο Pordenone, Ιταλία) όσον αφορά ποσό ύψους 25 000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο πρόστιμο που του επιβλήθηκε για τη σπορά ΓΤ MON 810 ο οποίος καλλιεργείται στη δεύτερη από τις προμνημονευθείσες επαρχίες.

25      Στο πλαίσιο της εξετάσεως της ασκηθείσας ενώπιόν του ανακοπής, το Tribunale di Udine (πρωτοδικείο Ούντινε), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά το κύρος των άρθρων 26β και 26γ της οδηγίας 2001/18 υπό το πρίσμα, μεταξύ άλλων, των κανόνων του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, επιχειρηματικής ελευθερίας και απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθώς και υπό το πρίσμα των συμφωνιών ΠΟΕ. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ειδικότερα ότι το άρθρο 22 της οδηγίας 2001/18 προβλέπει ρητώς ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά, ως προϊόντων ή εντός προϊόντων, ΓΤΟ οι οποίοι πληρούν τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας. Διερωτάται επίσης αν η εκτελεστική απόφαση 2016/321 μπορούσε να εκδοθεί βάσει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ, το οποίο αφορά τα μέτρα που αποσκοπούν στη βελτίωση της εσωτερικής αγοράς.

26      Σε περίπτωση που τα άρθρα 26β και 26γ της οδηγίας 2001/18 κριθούν ανίσχυρα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την προσήκουσα ερμηνεία της απαγορεύσεως που επιβάλλεται με την εκτελεστική απόφαση 2016/321, η οποία, κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν είναι ιδιαιτέρως σαφής και δεν μνημονεύει τους λόγους βάσει των οποίων αναπροσαρμόσθηκε το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της εγκρίσεως του ΓΤ αραβοσίτου MON 810. Διατηρεί επίσης αμφιβολίες ως προς το κύρος της συγκεκριμένης αποφάσεως και διερωτάται αν οι αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 26γ της οδηγίας 2001/18 πρέπει να στηρίζονται στους ίδιους λόγους με εκείνους που παρατίθενται στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, της οδηγίας.

27      Υπό τις ως άνω συνθήκες, το Tribunale di Udine (πρωτοδικείο Udine) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«[...]

1)      Συνάδουν με την αρχή της αποφυγής διακρίσεων μεταξύ εθνικών και μη εθνικών προϊόντων, [με] την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και [με] το άρθρο 34, το άρθρο 36 και το άρθρο 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ οι διατάξεις της οδηγίας [2015/412], με την οποία εισήχθησαν στην [οδηγία 2001/18], τα άρθρα 26β και 26γ, βάσει των οποίων παρέχεται σε κράτος μέλος η δυνατότητα να ζητήσει “να αναπροσαρμοστεί το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της [...] έγκρισης, ώστε να αποκλεισθεί από την καλλιέργεια το σύνολο ή τμήμα της επικράτειας αυτού του κράτους μέλους [...]”, και η επακόλουθη εκτελεστική απόφαση [2016/321];

2)      Συνάδουν με τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη [...] οι διατάξεις της οδηγίας [2015/412], με την οποία εισήχθησαν στην οδηγία [2001/18] τα άρθρα 26β και 26γ, βάσει των οποίων παρέχεται σε κράτος μέλος η δυνατότητα να ζητήσει “να αναπροσαρμοστεί το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της [...] έγκρισης, ώστε να αποκλεισθεί από την καλλιέργεια το σύνολο ή τμήμα της επικράτειας αυτού του κράτους μέλους [...]”, και η επακόλουθη εκτελεστική απόφαση [2016/321];

3)      Συνάδουν με το άρθρο 18 ΣΛΕΕ και το άρθρο 21 του Χάρτη [...] οι διατάξεις της οδηγίας [2015/412], με την οποία εισήχθησαν στην οδηγία [2001/18] τα άρθρα 26β και 26γ, βάσει των οποίων παρέχεται σε κράτος μέλος η δυνατότητα να ζητήσει “να αναπροσαρμοστεί το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της [...] έγκρισης, ώστε να αποκλεισθεί από την καλλιέργεια το σύνολο ή τμήμα της επικράτειας αυτού του κράτους μέλους [...]”, και η επακόλουθη εκτελεστική απόφαση [2016/321], δεδομένου ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων αποτελεί πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης:

4)      Έχει η εκτελεστική απόφαση [2016/321] την έννοια ότι αιτήματα περιορισμού του δικαιώματος καλλιέργειας των σπόρων γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου MON 810 επιτρέπονται και είναι σύμφωνα προς τη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ αποκλειστικά και μόνον για τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, στοιχεία α' έως ζ', της οδηγίας [2001/18] ή τέτοια αιτήματα επιτρέπονται επίσης, δυνάμει της μεταβατικής ρύθμισης του άρθρου 26γ της οδηγίας [2001/18], για άλλους λόγους, μεταξύ άλλων οικονομικής φύσεως, ακόμη και για λόγους που διαφέρουν από κράτος σε κράτος;

[...]

5)      Υπό το πρίσμα του συνόλου των κανόνων που διέπουν τους ΓΤΟ στην ευρωπαϊκή ενιαία αγορά, είναι η εκτελεστική απόφαση [2016/321] ισχυρή και συνάδει με αυτήν εθνική ρύθμιση επιβολής κυρώσεων δυνάμει της θεσπιζόμενης με αυτήν απαγόρευσης;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του παραδεκτού

28      Όσον αφορά το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων, υπενθυμίζεται ότι απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, καθόσον τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το κύρος ή την ερμηνεία κανόνα του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να αποφανθεί επ’ αυτών (βλ. αποφάσεις της 21ης Απριλίου 1988, Pardini, 338/85, EU:C:1988:194, σκέψη 8, και της 22ας Οκτωβρίου 2024, Kolin In?aat Turizm Sanayi ve Ticaret, C-652/22, EU:C:2024:910, σκέψη 36).

29      Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία ή εκτίμηση του κύρους κανόνα του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που του είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία του έχουν υποβληθεί [βλ. αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2000, Id?al Tourisme, C-36/99, EU:C:2000:405, σκέψη 20, και της 30ής Απριλίου 2024, M.N. (EncroChat), C-670/22, EU:C:2024:372, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

30      Στο πλαίσιο αυτό, μια αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να απορρίπτεται ιδίως σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτει προδήλως καταστρατήγηση της κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας η οποία χρησιμοποιείται στην πράξη προκειμένου να οδηγηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί κατασκευασμένης διαφοράς (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1990, Gmurzynska-Bscher, C-231/89, EU:C:1990:386, σκέψη 23, και της 26ης Απριλίου 2012, DR και TV2 Danmark, C-510/10, EU:C:2012:244, σκέψη 22).

31      Όσον αφορά, κατά πρώτον, το υποστατό των διαφορών των κύριων δικών, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C-364/24 προκύπτει ότι ο G. Fidenato επισήμανε ότι προτίθεται να συνεχίσει τη σπορά ΓΤ αραβοσίτου MON 810, για ερευνητικούς σκοπούς, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της νομιμότητας της οδηγίας 2015/412. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνάγει εκ της ανωτέρω δηλώσεως ότι οι διαφορές των κύριων δικών προκλήθηκαν όλως τεχνηέντως από τον ενδιαφερόμενο και ότι, ως εκ τούτου, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να κριθούν απαράδεκτες.

32      Ωστόσο, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει προδήλως ότι οι διάδικοι των κύριων δικών είχαν συνεννοηθεί προηγουμένως μεταξύ τους προκειμένου να οδηγήσουν το Δικαστήριο να αποφανθεί επί κατασκευασμένης διαφοράς, αντιθέτως προς την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, Foglia (244/80, EU:C:1981:302) (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2000, Id?al tourisme, C-36/99, EU:C:2000:405, σκέψη 22, και της 26ης Απριλίου 2012, DR και TV2 Danmark, C-510/10, EU:C:2012:244, σκέψη 22). Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικ?ς εισαγγελέας στο σημείο 42 των προτάσεών του, δεν προκύπτει ότι ο G. Fidenato ενήργησε κατόπιν συνεννοήσεως με τις εθνικές αρχές που του επέβαλαν διοικητικές κυρώσεις ως προς το υποστατό των οποίων δεν υφίσταται αμφιβολία.

33      Όσον αφορά, κατά δεύτερον, τις αμφιβολίες που διατύπωσε η Γαλλική Κυβέρνηση ως προς τη λυσιτέλεια των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων, κατά το μέρος που αφορούν το κύρος του άρθρου 26β και του άρθρου 26γ, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/18, σε σχέση με το αντικείμενο των διαφορών των κύριων δικών, από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι το επίμαχο στις υποθέσεις των κύριων δικών μέτρο απαγορεύσεως καλλιέργειας του ΓΤ αραβοσίτου MON 810, το οποίο αφορούσε ήδη χορηγηθείσα έγκριση, ελήφθη βάσει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας. Συνεπώς, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα κατά το μέτρο που αφορούν το άρθρο 26β της εν λόγω οδηγίας, καθώς και το άρθρο της 26γ, παράγραφοι 2 και 4, τα οποία, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, δεν φαίνεται να τυγχάνουν εφαρμογής στις διαφορές των κύριων δικών.

34      Τέλος, όσον αφορά, κατά τρίτον, το περιεχόμενο των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, την οποία απηχεί το άρθρο 94, στοιχεία α' και β', του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η ανάγκη ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης κατά τρόπο χρήσιμο για το εθνικό δικαστήριο επιβάλλει να καθορίζει το εθνικό δικαστήριο το πραγματικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να διευκρινίζει τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Περαιτέρω, όπως ορίζει το άρθρο 94, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας, είναι απολύτως αναγκαίο η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως να εκθέτει τους λόγους που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος συγκεκριμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και τη σχέση την οποία το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 1993, Telemarsicabruzzo κ.λπ., C-320/90 έως C-322/90, EU:C:1993:26, σκέψη 6, και της 1ης Αυγούστου 2025, Tiberis Holding, C-514/23, EU:C:2025:597, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

35      Εν προκειμένω, η Ιταλική και η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δεν περιέχουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας. Ειδικότερα, ως προς την υπόθεση C-393/24, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το αιτούν δικαστήριο δεν εκθέτει ειδικώς τους λόγους που το οδήγησαν να διερωτηθεί ως προς το κύρος των άρθρων 26β και 26γ της οδηγίας 2001/18.

36      Διαπιστώνεται, πάντως, ότι, παρά την, σε ορισμένες περιπτώσεις και ως προς συγκεκριμένα ζητήματα, συνοπτική αιτιολογία, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως περιέχουν, στο σύνολό τους, επαρκή στοιχεία ώστε να παράσχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα. Τούτο δεν ισχύει όσον αφορά το ζήτημα αν οι αμφισβητούμενου κύρους διατάξεις συνάδουν με τα άρθρα 2 και 3 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C-364/24 δεν εκθέτει, στο σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, τους λόγους για τους οποίους ο μηχανισμός που καθιερώνεται με την οδηγία 2015/412 ενδέχεται να αντιβαίνει στα προμνημονευθέντα άρθρα.

37      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα κατά το μέρος που αφορούν το άρθρο 26β και το άρθρο 26γ, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 2001/18, καθώς και την εκτίμηση περί του κύρους του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της εν λόγω οδηγίας εξεταζόμενου υπό το πρίσμα των άρθρων 2 και 3 ΣΛΕΕ.

 Επί της ουσίας

38      Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι με την οδηγία 2015/412 προβλέφθηκε, στα άρθρα 26β και 26γ της οδηγίας 2001/18, μηχανισμός ο οποίος μπορεί να εφαρμοσθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους και ο οποίος παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να περιορίζουν ή να απαγορεύουν, στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους τους, την καλλιέργεια ΓΤΟ.

39      Αφενός, δυνάμει του άρθρου 26β, παράγραφοι 1 και 2, της ως άνω οδηγίας, κάθε κράτος μέλος δύναται, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εγκρίσεως ή ανανεώσεως της εγκρίσεως συγκεκριμένου ΓΤΟ, να υποβάλει αίτημα προκειμένου να εξαιρεθεί από τη δυνατότητα καλλιέργειας του ΓΤΟ το σύνολο ή μέρος του εδάφους του. Η Επιτροπή γνωστοποιεί το εν λόγω αίτημα στον κοινοποιούντα/αιτούντα την έγκριση, καθώς και στα λοιπά κράτη μέλη, και εν συνεχεία το δημοσιοποιεί. Εάν ο κοινοποιών/αιτών δεν επιβεβαιώσει, εντός προθεσμίας 30 ημερών, το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της εγκρίσεως όπως είχε αρχικώς ζητηθεί από αυτόν, η Επιτροπή θέτει σε εφαρμογή την αναπροσαρμογή του οικείου γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής σύμφωνα με το αίτημα του ενδιαφερομένου κράτους μέλους.

40      Αφετέρου, σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει υποβληθεί αίτημα από κράτος μέλος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εγκρίσεως ή ανανεώσεως εγκρίσεως ΓΤΟ ή εάν ο κοινοποιών/αιτών επιβεβαιώσει το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της αρχικής αιτήσεώς του, κάθε κράτος μέλος δύναται, βάσει του άρθρου 26β, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 2001/18, να λάβει μέτρο απαγορεύσεως ή περιορισμού της καλλιέργειας ΓΤΟ ή ομάδας ΓΤΟ στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους του. Τα επίμαχα μέτρα πρέπει να είναι σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, αιτιολογημένα, αναλογικού χαρακτήρα και μη εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεως, πρέπει δε να στηρίζονται σε έναν ή πλείονες σοβαρούς λόγους όπως είναι οι απαριθμούμενοι στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α' έως ζ', της οδηγίας. Τα μέτρα μπορούν να λαμβάνονται μόνον κατά το πέρας προηγούμενης διαδικασίας παρέχουσας στην Επιτροπή τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων, πρέπει δε να κοινοποιούνται στο εν λόγω θεσμικό όργανο, στα λοιπά κράτη μέλη και στον κάτοχο της εγκρίσεως.

41      Ο μηχανισμός που προβλέπεται στο άρθρο 26β της οδηγίας 2001/18 παρατίθεται εκ νέου, κατ’ ουσίαν, στο άρθρο 26γ της οδηγίας, περί μεταβατικών μέτρων, βάσει του οποίου επιτρεπόταν στα κράτη μέλη, από τις 2 Απριλίου 2015 έως τις 3 Οκτωβρίου 2015, να ζητούν, κατά περίπτωση, την αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής αιτήσεως εγκρίσεως η οποία είχε υποβληθεί πριν από τις 2 Απριλίου 2015 ή εγκρίσεως η οποία είχε χορηγηθεί πριν από την εν λόγω ημερομηνία.

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-364/24 και επί του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος καθώς και του πρώτου σκέλους του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-393/24, κατά το μέρος που αφορούν το κύρος του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 

42      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-364/24, το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα καθώς και το πρώτο σκέλος του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-393/24, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί από το Δικαστήριο αν το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 είναι σύμφωνο με το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα δε με το άρθρο 3 ΣΛΕΕ, με τα άρθρα 18, 26, 34 έως 36, 114 και με το άρθρο 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, με τα άρθρα 16, 21 και 52 του Χάρτη, καθώς και με τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

 Επί του κύρους του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 εξεταζόμενου με γνώμονα το άρθρο 3 ΣΕΕ, τα άρθρα 26, 34 έως 36 και το άρθρο 114 ΣΛΕΕ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας

43      Τα αιτούντα δικαστήρια διερωτώνται, κατά πρώτον, ως προς το κύρος του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 εξεταζόμενου με γνώμονα τους κανόνες του πρωτογενούς δικαίου που διέπουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και, ειδικότερα, της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.

44      Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C-364/24 μνημονεύει το άρθρο 3 ΣΕΕ και το άρθρο 26 ΣΛΕΕ μόνον καθόσον με τις εν λόγω διατάξεις υπενθυμίζεται ότι η Ένωση στηρίζεται στην εγκαθίδρυση εσωτερικής αγοράς, δεν απαιτείται χωριστή ανάλυση των συγκεκριμένων διατάξεων σε σχέση με εκείνη των άρθρων 34 έως 36 και 114 ΣΛΕΕ, καθώς και της αρχής της αναλογικότητας.

45      Υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης, έκφανση της οποίας αποτελεί η επιβαλλόμενη από το άρθρο 34 ΣΛΕΕ απαγόρευση τόσο των ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών όσο και κάθε μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, CDIL, C-96/22, EU:C:2023:1025, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

46      Η ως άνω απαγόρευση αφορά κάθε μέτρο κράτους μέλους ικανό να εμποδίσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά του, έστω και αν ένα τέτοιο μέτρο δεν έχει ούτε ως σκοπό ούτε ως αποτέλεσμα τη λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, CDIL, C-96/22, EU:C:2023:1025, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Η απαγόρευση ισχύει και για τα μέτρα που λαμβάνονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, E.ON Biofor Sverige, C-549/15, EU:C:2017:490, σκέψη 45).

47      Επιπλέον, σε περίπτωση κατά την οποία υφίστανται εμπόδια στις εμπορικές συναλλαγές ή πιθανολογείται ότι θα εμφανιστούν τέτοια εμπόδια στο μέλλον επειδή τα κράτη μέλη έχουν ήδη λάβει ή λαμβάνουν έναντι ενός προϊόντος ή μιας κατηγορίας προϊόντων αποκλίνοντα μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα τη διασφάλιση διαφορετικού επιπέδου προστασίας, το άρθρο 114 ΣΛΕΕ εξουσιοδοτεί τον νομοθέτη της Ένωσης να παρέμβει και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα τηρώντας, αφενός, την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου και, αφετέρου, τις αρχές του δικαίου οι οποίες μνημονεύονται στη Συνθήκη ΛΕΕ ή έχουν διατυπωθεί με τη νομολογία, ιδίως δε την αρχή της αναλογικότητας (βλ., συναφώς, απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, E.ON Biofor Sverige, C-549/15, EU:C:2017:490, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει ο νομοθέτης της Ένωσης ως προς την τεχνική προσεγγίσεως που είναι η πλέον ενδεδειγμένη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, τα μέτρα των οποίων η λήψη αποφασίζεται βάσει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ είναι δυνατό, μεταξύ άλλων, να συνίστανται, αναλόγως των περιστάσεων, στην επιβολή, σε όλα τα κράτη μέλη, της υποχρεώσεως να επιτρέπουν τη διάθεση του οικείου ή των οικείων προϊόντων στο εμπόριο, στην επιβολή τέτοιας υποχρεώσεως εγκρίσεως υπό συγκεκριμένους όρους ή ακόμη και στην, προσωρινή ή οριστική, απαγόρευση της εμπορίας ενός ή ορισμένων προϊόντων (πρβλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2019, Τσεχική Δημοκρατία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-482/17, EU:C:2019:1035, σκέψεις 60 και 61).

49      Εν προκειμένω, η οδηγία 2015/412, με την οποία προστέθηκαν στην οδηγία 2001/18 τα άρθρα 26β και 26γ, εκδόθηκε βάσει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ, όπως και η οδηγία 2001/18, η οποία είχε εκδοθεί βάσει του άρθρου 95 ΕΚ, νυν άρθρου 114 ΣΛΕΕ. Το άρθρο 114 ΣΛΕΕ παρέχει στον νομοθέτη της Ένωσης τη δυνατότητα να θεσπίζει μέτρα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών τα οποία έχουν ως σκοπό την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

50      Κατά τα ανωτέρω, το άρθρο 1 της οδηγίας 2001/18 ορίζει ότι, σύμφωνα με την αρχή της προφυλάξεως, η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί στην προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών και στην προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος «κατά τη σκόπιμη ελευθέρωση [ΓΤΟ] στο περιβάλλον για σκοπούς διαφορετικούς από τη διάθεση στην αγορά εντός της [Ένωσης]» και «[κατά] τη διάθεση [ΓΤΟ] στην αγορά ως προϊόντων ή εντός προϊόντων εντός της Ένωσης».

51      Όσον αφορά ειδικότερα τα άρθρα 26β και 26γ της ως άνω οδηγίας, στο πλαίσιο των οποίων πρέπει να εξετασθεί ο μηχανισμός που προβλέπεται στο άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, αυτής επισημαίνεται ότι με τις συγκεκριμένες διατάξεις θεσπίζεται κοινό καθεστώς καθορισμού των προϋποθέσεων υπό τις οποίες τα κράτη μέλη δύνανται να απαγορεύουν την καλλιέργεια ΓΤΟ ή ομάδας ΓΤΟ στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους τους και ότι, ως εκ τούτου, οι εν λόγω διατάξεις εμπίπτουν στην κατά το άρθρο 114 ΣΛΕΕ έννοια των «μέτρων σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών».

52      Όσον αφορά το ζήτημα αν με τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ τηρούνται η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και η αρχή της αναλογικότητας, υπενθυμίζεται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο νομοθέτης της Ένωσης καλείται να νομοθετήσει σε τομέα ο οποίος προϋποθέτει επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως εκ μέρους του και εντός του οποίου καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της διαθέσεως στην αγορά και της καλλιέργειας ΓΤΟ, πρέπει να του αναγνωρίζεται ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Ζήτημα νομιμότητας μέτρου θεσπιζόμενου σε τέτοιον τομέα μπορεί να τεθεί μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τα αρμόδια θεσμικά όργανα σκοπού (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, E.ON Biofor Sverige, C-549/15, EU:C:2017:490, σκέψη 50).

53      Όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκεται με τη νομοθεσία της Ένωσης στον τομέα των ΓΤΟ, το άρθρο 1 της οδηγίας 2001/18 και το άρθρο 1 του κανονισμού 1829/2003 ορίζουν ότι η εν λόγω νομοθεσία έχει ως σκοπό να διασφαλίσει την προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος, καθώς και των συμφερόντων των καταναλωτών, εξασφαλίζοντας παράλληλα την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

54      Από τις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 8 της οδηγίας 2015/412 προκύπτει ότι, θεσπίζοντας τα άρθρα 26β και 26γ της οδηγίας 2001/18, ο νομοθέτης της Ένωσης, εξακολουθώντας παράλληλα να ρυθμίζει στο επίπεδό του, με σκοπό τη διαφύλαξη της εσωτερικής αγορά, τα ζητήματα σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και την εισαγωγή των ΓΤΟ, είχε ειδικότερα την πρόθεση, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας και στο πλαίσιο που θέτει το άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, να παράσχει στα κράτη μέλη περισσότερη ευελιξία όσον αφορά το ζήτημα της καλλιέργειας ΓΤΟ, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο ζήτημα «αποτελεί ζήτημα με έντονη εθνική, περιφερειακή και τοπική διάσταση επειδή συνδέεται με τη χρήση του εδάφους, τις τοπικές γεωργικές δομές και την προστασία ή διατήρηση βιότοπων, οικοσυστημάτων και τοπίων». Στις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις, πάντως, επισημαίνεται επίσης ότι η ευελιξία αυτή δεν πρέπει να υπονομεύει την κοινή διαδικασία εγκρίσεως για τη διάθεση ΓΤΟ στην αγορά, η οποία στηρίζεται στην εκτίμηση των κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον.

55      Παρέχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο δυνατότητα απαγορεύσεως της καλλιέργειας ενός ΓΤΟ ή μιας ομάδας ΓΤΟ στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους κράτους μέλους, μέσω σαφούς και προβλέψιμου μηχανισμού, ο νομοθέτης της Ένωσης είχε επίσης την πρόθεση, όπως προκύπτει, κατ’ ουσίαν, από την αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2015/412, να καταστήσει ευχερέστερη τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων όσον αφορά την καλλιέργεια ΓΤΟ. Συγκεκριμένα, κατά το παρελθόν, ορισμένα κράτη μέλη, για να περιορίσουν ή να απαγορεύσουν την καλλιέργεια ΓΤΟ, έκαναν χρήση των ρητρών διασφαλίσεως και των μέτρων έκτακτης ανάγκης που προβλέπουν, αντιστοίχως, το άρθρο 23 της οδηγίας 2001/18 και το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003. Άλλα κράτη μέλη προσέφυγαν στη διαδικασία κοινοποιήσεως η οποία προβλέπεται στο άρθρο 114, παράγραφοι 5 και 6, ΣΛΕΕ.

56      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκοπών, δεν προκύπτει ότι ο μηχανισμός που καθιερώθηκε με το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 είναι προδήλως ακατάλληλος.

57      Συγκεκριμένα, πρώτον, επισημαίνεται ότι από το άρθρο 26γ, παράγραφος 6, της οδηγίας 2001/18 προκύπτει ότι τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου 26γ και μεταξύ των οποίων καταλέγονται τα μέτρα απαγορεύσεως που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας αφορούν μόνον την καλλιέργεια των ΓΤΟ, δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα μέτρα δεν θίγουν «την ελεύθερη κυκλοφορία εγκεκριμένων ΓΤΟ ως προϊόντων ή εντός προϊόντων». Ως εκ τούτου, αφενός, όπως εκτίμησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 75 των προτάσεών του, η απαγόρευση της ως άνω καλλιέργειας δεν θίγει το δικαίωμα των επιχειρήσεων να εισάγουν προϊόντα που περιέχουν ΓΤΟ. Αφετέρου, η συγκεκριμένη απαγόρευση δεν θίγει την ελευθερία επιλογής των καταναλωτών, οι οποίοι δύνανται να εξακολουθούν να καταναλώνουν, εφόσον το επιθυμούν και ανεξαρτήτως του κράτους μέλους κατοικίας τους, προϊόντα που προέρχονται από την καλλιέργεια του οικείου ΓΤΟ.

58      Δεύτερον, η θέσπιση μέτρων απαγορεύσεως της καλλιέργειας ΓΤΟ βάσει του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 εξαρτάται από την προϋπόθεση της γραπτής συγκατάθεσης του κατόχου της εγκρίσεως του οικείου ΓΤΟ, η οποία έχει τη μορφή της εκ μέρους του μη προβολής αντιρρήσεων στο αίτημα κράτους μέλους για αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της εγκρίσεως των οικείων σπόρων, εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση του αιτήματος. Όπως, όμως, επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικ?ς εισαγγελέας στο σημείο 78 των προτάσεών του, καθόσον ο συγκεκριμένος κάτοχος έδωσε τη συγκατάθεσή του για τα ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα δικαιώματα που αντλεί ο κάτοχος από την ελεύθερη κυκλοφορία των οικείων εμπορευμάτων θίγονται από ενδεχόμενο περιορισμό της εν λόγω ελευθερίας ο οποίος οφείλεται στην εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.

59      Επιπλέον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 81 των προτάσεών του, η ελεύθερη κυκλοφορία των σπόρων ΓΤΟ εξαρτάται από τη χορήγηση εγκρίσεως για τη διάθεση τέτοιων προϊόντων ή στοιχείων προϊόντων στην αγορά, η δε συγκεκριμένη ελευθερία υφίσταται μόνον εντός του στενού πλαισίου της συγκεκριμένης εγκρίσεως. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση κατά την οποία το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής τέτοιας εγκρίσεως περιορίσθηκε, με τη σιωπηρή συγκατάθεση του κατόχου της, ούτως ώστε να απαγορεύεται η καλλιέργεια ΓΤΟ στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους κράτους μέλους, οι γεωργοί δεν δύνανται να επικαλούνται δικαιώματα που αντλούν από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων προκειμένου να εκφεύγουν της συγκεκριμένης απαγορεύσεως.

60      Τρίτον, παρέχοντας στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιτυγχάνουν την απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους τους, το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 παρέχει σε αυτά, ελλείψει συμφωνίας επί του σχετικού ζητήματος, περισσότερη ευελιξία ώστε να προβαίνουν στις επιλογές που θεωρούν ενδεδειγμένες στον τομέα της καλλιέργειας ΓΤΟ, διασφαλιζομένης ταυτόχρονα της ομοιόμορφης διαδικασίας εκτιμήσεως των κινδύνων που ενέχουν οι ΓΤΟ για την υγεία και το περιβάλλον η οποία διενεργείται στο επίπεδο της Ένωσης. Υπό το συγκεκριμένο πρίσμα, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2015/412, τα ζητήματα σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και τις εισαγωγές ΓΤΟ, περιλαμβανομένης της εκτιμήσεως περί των κινδύνων που ενδέχεται να ενέχουν οι ΓΤΟ για την υγεία και το περιβάλλον, εξακολουθούν να ρυθμίζονται σε επίπεδο Ένωσης, ώστε να διαφυλάσσεται η εσωτερική αγορά.

61      Τέταρτον, ο μηχανισμός που καθιερώνεται με τις ως άνω διατάξεις καθιστά ευχερέστερη τη διαδικασία εγκρίσεως ΓΤΟ και συμβάλλει στην ύπαρξη ασφάλειας δικαίου για τις επιχειρήσεις, σύμφωνα με τους σκοπούς που μνημονεύονται στη σκέψη 53 της παρούσας αποφάσεως.

62      Εκ των προεκτεθέντων συνάγεται ότι το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18, πρώτον, δεν θίγει τα δικαιώματα που ενδέχεται να αντλούν οι επιχειρήσεις από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, δεύτερον, δεν θίγει την ελευθερία επιλογής των καταναλωτών και, τρίτον, συμβάλλει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς κατά την έννοια του άρθρου 114 ΣΛΕΕ.

63      Το γεγονός ότι το άρθρο 26γ, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18 δεν εξαρτά την απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ βάσει της εν λόγω διατάξεως από ειδική δικαιολόγηση εκ μέρους των κρατών μελών δεν είναι ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση που παρατίθεται στη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως, δεδομένου ότι, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, τέτοιο μέτρο μπορεί να θεσπισθεί μόνον υπό τον όρο της σιωπηρής συγκαταθέσεως του κατόχου της εγκρίσεως των οικείων ΓΤΟ. Αντιθέτως, σε περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος της εγκρίσεως αντιτίθεται στην αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της, το άρθρο 26γ, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/18 επιβάλλει στα κράτη μέλη που επιθυμούν να απαγορεύσουν την καλλιέργεια συγκεκριμένου ΓΤΟ στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους τους την υποχρέωση να επικαλεσθούν σοβαρούς λόγους προς στήριξη του αιτήματός τους, όπως είναι οι μνημονευόμενοι στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α' έως ζ', της οδηγίας.

64      Επισημαίνεται επίσης ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο μηχανισμός που καθιερώνεται με το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 ενδέχεται να συνεπάγεται ορισμένους περιορισμούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, κατά το άρθρο 34 ΣΛΕΕ, οι εν λόγω περιορισμοί θα δικαιολογούνται βάσει των σκοπών γενικού συμφέροντος που μνημονεύονται στις σκέψεις 53 έως 55 της παρούσας αποφάσεως και δεν θα αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.

65      Από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διέθετε βάσει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ και δεν επέβαλε περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων θεσπίζοντας το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18.

 Επί του κύρους του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 εξεταζόμενου με γνώμονα το άρθρο 18 ΣΛΕΕ, το άρθρο 21 του Χάρτη και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων

66      Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C-393/24 διερωτάται αν το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3 της οδηγίας 2001/18, παρέχοντας δυνατότητα απαγορεύσεως της καλλιέργειας ενός ΓΤΟ ή μιας ομάδας ΓΤΟ στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους των κρατών μελών εισάγει δυσμενή διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 18 ΣΛΕΕ και το άρθρο 21 του Χάρτη, τόσο μεταξύ γεωργών διαφορετικών κρατών μελών, αναλόγως αν τα εν λόγω κράτη μέλη επιτρέπουν ή απαγορεύουν την καλλιέργεια ΓΤΟ, όσο και μεταξύ γεωργών του ίδιου κράτους μέλους απαγορεύοντας την καλλιέργεια ΓΤΟ, εις βάρος των γεωργών που επιθυμούν να καλλιεργούν γενετικώς τροποποιημένους σπόρους.

67      Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, υπενθυμίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 21, παράγραφος 2, του Χάρτη, βάσει των οποίων απαγορεύονται οι δυσμενείς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, αντιστοιχούν σε εκείνες του άρθρου 18, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με αυτές [πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Λιθουανία κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Δέσμη μέτρων για την κινητικότητα), EU:C:2024:818, σκέψη 311 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Υπενθυμίζεται επίσης ότι το άρθρο 18 ΣΛΕΕ μπορεί να εφαρμοσθεί αυτοτελώς μόνο σε καταστάσεις διεπόμενες από το δίκαιο της Ένωσης, για τις οποίες η Συνθήκη ΛΕΕ δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων (απόφαση της 20ής Ιουνίου 2024, Faur?cia, C-420/23, EU:C:2024:534, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Δεδομένου ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων τίθεται ιδίως σε εφαρμογή, στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, με τα άρθρα 34 και 35 ΣΛΕΕ, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί απάντηση λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω διατάξεων.

68      Επιβάλλεται, όμως, συναφώς η διαπίστωση ότι, όπως υπενθυμίζεται με την αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2015/412, η θέσπιση μέτρων απαγορεύσεως της καλλιέργειας ΓΤΟ βάσει του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 δεν εισάγει διάκριση μεταξύ εθνικών και μη εθνικών προϊόντων. Ως εκ τούτου, ενδεχόμενη απαγόρευση καλλιέργειας προβλεπόμενη από τις συγκεκριμένες διατάξεις εφαρμόζεται αδιακρίτως, ανεξαρτήτως του τόπου προελεύσεως των οικείων καλλιεργειών.

69      Επιπλέον, η απαγόρευση των διακρίσεων δεν αφορά ενδεχόμενες διαφορές ως προς τη μεταχείριση οφειλόμενες σε αποκλίσεις μεταξύ των εφαρμοστέων στα διάφορα κράτη μέλη κανόνων, εφόσον οι εν λόγω κανόνες επηρεάζουν εξίσου όλα τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους.

70      Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει οσάκις παρεμβαίνει σε τομέα ο οποίος προϋποθέτει επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως και οσάκις καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις και αξιολογήσεις, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν υπερέβη τα όρια της εκ μέρους του εξουσίας εκτιμήσεως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 95 των προτάσεών του, εκτιμώντας ότι η κατάσταση των γεωργών διαφορετικών κρατών μελών δεν είναι παρεμφερής, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου χαρακτήρα της καλλιέργειας ΓΤΟ, η οποία συνδέεται ιδίως με τον τόπο παραγωγής και την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου τόπου.

71      Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, ουδόλως διαπιστώνεται η ύπαρξη διακρίσεως μεταξύ γεωργών διαφορετικών κρατών μελών λόγω του ότι ορισμένα κράτη μέλη απαγορεύουν την καλλιέργεια συγκεκριμένου ΓΤΟ στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους τους, ενώ άλλα την επιτρέπουν.

72      Ως προς το δεύτερο ζήτημα, διαπιστώνεται ότι η καλλιέργεια ΓΤΟ έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά λόγω ιδίως των ενδεχόμενων συνεπειών της σε άλλες καλλιέργειες, οπότε η κατάσταση των γεωργών που επιθυμούν να καλλιεργήσουν συγκεκριμένο ΓΤΟ δεν είναι παρεμφερής εκείνης των γεωργών που δεν εξέφρασαν τέτοια επιθυμία. Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται καμία διάκριση μεταξύ των πρώτων και των δευτέρων λόγω της απαγορεύσεως καλλιέργειας του εν λόγω ΓΤΟ στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους κράτους μέλους.

73      Εκ των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η εξέταση των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων δεν κατέδειξε την ύπαρξη στοιχείου ικανού να θίξει το κύρος του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 εξεταζόμενο με γνώμονα την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία τίθεται σε εφαρμογή με τα άρθρα 34 και 35 ΣΛΕΕ και η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη.

 Επί του κύρους του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 εξεταζόμενου με γνώμονα τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη

74      Όσον αφορά, κατά τρίτον, τις αμφιβολίες των αιτούντων δικαστηρίων ως προς το κύρος του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 εξεταζόμενο με γνώμονα τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη, υπενθυμίζεται ότι, κατά το προμνημονευθέν άρθρο 16, η επιχειρηματική ελευθερία αναγνωρίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η προστασία την οποία παρέχει το εν λόγω άρθρο 16 περιλαμβάνει την ελευθερία ασκήσεως οικονομικής ή εμπορικής δραστηριότητας, τη συμβατική ελευθερία και τον ελεύθερο ανταγωνισμό, αφορά δε, μεταξύ άλλων, την ελεύθερη επιλογή του οικονομικού εταίρου [απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, TP (Επιμελητής οπτικοακουστικού υλικού για τη δημόσια τηλεόραση), C-356/21, EU:C:2023:9, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

75      Εν προκειμένω, από τις αποφάσεις περί παραπομπής προκύπτει ότι οι διαφορές των κύριων δικών αφορούν τη νομιμότητα μέτρων απαγορεύσεως της καλλιέργειας ΓΤΟ σε κράτος μέλος τα οποία ελήφθησαν βάσει του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18.

76      Καθόσον, όμως, αντιθέτως προς τα μέτρα απαγορεύσεως καλλιέργειας ΓΤΟ τα οποία θεσπίζονται κατά το πέρας της διαδικασίας του άρθρου 26γ, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 2001/18, τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας μπορούν να θεσπισθούν μόνον κατόπιν σιωπηρής συγκαταθέσεως του κατόχου της εγκρίσεως για τον οικείο ΓΤΟ, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι τελευταίες εκ των ως άνω διατάξεων συνεπάγονται επέμβαση στην επιχειρηματική ελευθερία του εν λόγω κατόχου.

77      Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση ενδεχόμενων χρηστών των σπόρων σποράς ΓΤΟ τους οποίους αφορά ο περιορισμός του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της αρχικώς ζητηθείσας εγκρίσεως, δεδομένου ότι η επιχειρηματική ελευθερία δεν παρέχει στους τρίτους δικαίωμα να ασκούν οικονομική δραστηριότητα χρησιμοποιώντας προϊόντα των οποίων απαγορεύθηκε η διάθεση στην αγορά ή η χρήση.

78      Υπό τις ως άνω συνθήκες, παρέλκει η εξέταση του κύρους του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 υπό το πρίσμα του άρθρου 52 του Χάρτη, καθόσον μια τέτοια ανάλυση θα προϋπέθετε ότι τα μέτρα απαγορεύσεως της καλλιέργειας ΓΤΟ τα οποία προβλέπει το εν λόγω άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, μπορούν να θεωρηθούν περιορισμοί της επιχειρηματικής ελευθερίας.

79      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, δεν προκύπτει ότι το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 αντιβαίνει στο άρθρο 16 του Χάρτη.

 Επί του κύρους του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 εξεταζόμενου με γνώμονα το άρθρο 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και τις συμφωνίες ΠΟΕ

80      Κατά τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C-393/24 ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18, καθόσον παρέχει σε ορισμένα κράτη μέλη τη δυνατότητα να απαγορεύουν την καλλιέργεια ΓΤΟ στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους τους, αντιβαίνει στο άρθρο 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, το οποίο μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2015/412 και το οποίο ορίζει ότι οι συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση δεσμεύουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη.

81      Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι το συγκεκριμένο ερώτημα αφορά, ειδικότερα, τις συμφωνίες ΠΟΕ.

82      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι επίκληση διατάξεων διεθνούς συμφωνίας στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος προς στήριξη προσφυγής ακυρώσεως πράξεως παραγώγου δικαίου της Ένωσης ή ενστάσεως περί ελλείψεως νομιμότητας τέτοιας πράξεως χωρεί μόνον υπό τη διττή προϋπόθεση, αφενός, ότι τούτο δεν αποκλείεται από τη φύση και την οικονομία της οικείας συμφωνίας και, αφετέρου, ότι οι διατάξεις αυτές, από απόψεως περιεχομένου, δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι αρκούντως σαφείς. Μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικώς οι ανωτέρω δύο προϋποθέσεις είναι δυνατή η επίκληση τέτοιων διατάξεων ενώπιον του δικαστή της Ένωσης προκειμένου να χρησιμεύσουν ως κριτήριο για την εκτίμηση της νομιμότητας πράξεως της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2023, Changmao Biochemical Engineering κατά Επιτροπής, C-123/21 P, EU:C:2023:708, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Η ως άνω ανάλυση ισχύει και για την εκτίμηση του κύρους πράξεως του παράγωγου δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής.

83      Όσον αφορά τις συμφωνίες ΠΟΕ, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, αφενός, ότι οι εν λόγω συμφωνίες δεν είναι ικανές να δημιουργήσουν υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα τα οποία αυτοί μπορούν να επικαλούνται απευθείας ενώπιον των δικαστηρίων βάσει του δικαίου της Ένωσης και, αφετέρου, ότι, λόγω της φύσεως και της οικονομίας τους, οι προμνημονευθείσες συμφωνίες δεν καταλέγονται, κατ’ αρχήν, μεταξύ των κανόνων βάσει των οποίων μπορεί να ελεγχθεί η νομιμότητα των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2023, Changmao Biochemical Engineering κατά Επιτροπής, C-123/21 P, EU:C:2023:708, σκέψεις 70 και 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

84      Μόνο σε δύο εξαιρετικές περιπτώσεις, οι οποίες άπτονται της βουλήσεως του νομοθέτη της Ένωσης να περιορίσει ο ίδιος την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει κατά την εφαρμογή των κανόνων του ΠΟΕ, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι απόκειται στον δικαστή της Ένωσης, εφόσον απαιτείται, να ελέγξει τη νομιμότητα πράξεως του δικαίου της Ένωσης και των πράξεων που εκδίδονται για την εφαρμογή τους υπό το πρίσμα των συμφωνιών ΠΟΕ. Πρόκειται, αφενός, για την περίπτωση κατά την οποία βούληση της Ένωσης ήταν η εκπλήρωση ειδικής υποχρέωσης αναληφθείσας στο πλαίσιο των συμφωνιών ΠΟΕ και, αφετέρου, για την περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη πράξη της Ένωσης ρητώς παραπέμπει σε συγκεκριμένες διατάξεις των εν λόγω συμφωνιών (πρβλ. απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2023, Changmao Biochemical Engineering κατά Επιτροπής, C-123/21 P, EU:C:2023:708, σκέψεις 74 και 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

85      Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, θεσπίζοντας τις διατάξεις του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 είχε πρόθεση εκπληρώσεως ειδικής υποχρεώσεως αναληφθείσας στο πλαίσιο των συμφωνιών ΠΟΕ. Επιπλέον, ούτε η εν λόγω οδηγία ούτε η οδηγία 2015/412 παραπέμπει ρητώς σε συγκεκριμένες διατάξεις των συμφωνιών αυτών.

86      Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 είναι ανίσχυρο λαμβανομένων υπόψη του άρθρου 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και των συμφωνιών ΠΟΕ.

 Επί του κύρους του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 εξεταζόμενου με γνώμονα το άρθρα 34 του κανονισμού 1829/2003

87      Κατά πέμπτον, το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C-364/24 ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 26γ, παράγραφος 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 είναι σύμφωνο με το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003.

88      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το κύρος διατάξεων του παράγωγου δικαίου δεν μπορεί να εξετάζεται με γνώμονα κανόνες ίδιας τυπικής ισχύος (απόφαση της 15ης Απριλίου 2021, Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου και Κοινοβουλίου, C-733/19, EU:C:2021:272, σκέψη 44).

89      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η εξέταση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-364/24, καθώς και του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος και του πρώτου σκέλους του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-393/24 δεν κατέδειξε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 εξεταζόμενο με γνώμονα το άρθρο 3 ΣΕΕ, τα άρθρα 18, 26, 34 έως 36, 114 και το άρθρο 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, τα άρθρα 16 και 21 του Χάρτη καθώς και τις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-364/24

90      Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στην υπόθεση C-435/24, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ίδιας υποθέσεως.

 Επί του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος καθώς και του πρώτου σκέλους του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκαν στην υπόθεση C-393/24, κατά το μέρος που αφορούν το κύρος της εκτελεστικής αποφάσεως 2016/321

91      Με το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα καθώς και με το πρώτο σκέλος του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε στην υπόθεση C-393/24, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το κύρος της εκτελεστικής αποφάσεως 2016/321, καθόσον αυτή ενδέχεται να έχει εκδοθεί βάσει διατάξεων του παράγωγου δικαίου που είναι οι ίδιες ανίσχυρες.

92      Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στα συγκεκριμένα προδικαστικά ερωτήματα στη σκέψη 89 της παρούσας αποφάσεως όσον αφορά το κύρος του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18, βάσει της οποίας εκδόθηκε η εκτελεστική απόφαση 2016/321, από την εξέταση των ως άνω προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της εν λόγω αποφάσεως.

 Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-393/24

93      Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-393/24, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν η εκτελεστική απόφαση 2016/321 έχει την έννοια ότι η απαγόρευση καλλιέργειας σπόρων ΓΤ αραβοσίτου MON 810 την οποία προβλέπει μπορεί να στηρίζεται μόνο σε κάποιον από τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α' έως ζ', της οδηγίας 2001/18 ή αν, στο πλαίσιο των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 26γ της ίδιας οδηγίας, μπορεί να στηρίζεται και σε άλλους λόγους.

94      Το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να αναδιατυπωθεί ως σχετικό, κατ’ ουσίαν, με το ζήτημα αν το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 έχει την έννοια ότι οι αποφάσεις που εκδίδει η Επιτροπή βάσει των εν λόγω διατάξεων πρέπει να αιτιολογούνται βάσει κάποιου από τους λόγους οι οποίοι μνημονεύονται στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α' έως ζ', της ίδιας οδηγίας.

95      Όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 38 έως 41 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα, κατά τη μεταβατική περίοδο από τις 2 Απριλίου έως τις 3 Οκτωβρίου 2015, να ζητούν την απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους τους, χωρίς να υποχρεούνται να προβάλλουν ειδική δικαιολογία, το δε αίτημα αυτό μπορεί να ευδοκιμήσει μόνο με τη σιωπηρή συγκατάθεση του κατόχου της εγκρίσεως των οικείων ΓΤΟ.

96      Το άρθρο 26γ, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/18 παραπέμπει στην εφαρμογή, τηρουμένων των αναλογιών, του άρθρου 26β, παράγραφος 3, της οδηγίας μόνον σε περίπτωση μη υποβολής αιτήματος κράτους μέλους για την απαγόρευση καλλιέργειας ή σε περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος της εγκρίσεως των ΓΤΟ τους οποίους αφορά το συγκεκριμένο αίτημα αντιτάχθηκε σε αυτό, προβαίνοντας σε επιβεβαίωση του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της εγκρίσεως που είχε αρχικώς ζητηθεί. Το ως άνω άρθρο 26β, παράγραφος 3, εξαρτά την εκ μέρους κράτους μέλους θέσπιση μέτρων περιορισμού ή απαγορεύσεως, στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους του, της καλλιέργειας ενός ΓΤΟ ή μιας ομάδας ΓΤΟ, ελλείψει συγκαταθέσεως του κατόχου της εγκρίσεως των οικείων ΓΤΟ, από την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέτρα πρέπει να συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης, να είναι αιτιολογημένα και αναλογικού χαρακτήρα, να μην εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις και να στηρίζονται σε σοβαρούς λόγους όπως είναι οι μνημονευόμενοι στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α' έως ζ', της προμνημονευθείσας οδηγίας.

97      Εν συνεχεία, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-393/24 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18 έχει την έννοια ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται βάσει των εν λόγω διατάξεων και οι οποίες δεν προϋποθέτουν καμία ειδική δικαιολόγηση δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να παραθέτουν κάποιον από τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α' έως ζ', της ίδιας οδηγίας.

 Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-393/24

98      Τέλος, με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-393/24, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η εκτελεστική απόφαση 2016/321 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση με την οποία επιβάλλονται κυρώσεις για τη μη τήρηση της απαγορεύσεως που αυτή προβλέπει.

99      Κατά το άρθρο 33 της οδηγίας 2001/18, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβάσεως των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της εν λόγω οδηγίας. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα.

100    Εν προκειμένω, η εκτελεστική απόφαση 2016/321, μολονότι εκδόθηκε από την Επιτροπή, είναι απόρροια, δυνάμει του άρθρου 26γ, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18, των αιτημάτων αναπροσαρμογής του γεωγραφικού πεδίου εγκρίσεως του ΓΤ αραβοσίτου MON 810 τα οποία είχαν υποβάλει πλείονα κράτη μέλη με σκοπό την απαγόρευση της καλλιέργειας της συγκεκριμένης ποικιλίας αραβοσίτου στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους τους, ελλείψει προβολής αντιρρήσεων εκ μέρους του κατόχου της εγκρίσεως. Δεδομένου ότι τα σχετικά εθνικά μέτρα θεσπίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας, απόκειται στα κράτη μέλη, σε περίπτωση παραβάσεως των εν λόγω διατάξεων, να προβλέψουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 33 της οδηγίας 2001/18.

101    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο σκέλος του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-393/24 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η εκτελεστική απόφαση 2016/321 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση με την οποία επιβάλλονται κυρώσεις για τη μη τήρηση της απαγορεύσεως που αυτή προβλέπει.

 Επί των δικαστικών εξόδων

102    Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων, σ’ αυτά εναπόκειται να αποφανθούν επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2015/412, της 11ης Μαρτίου 2015, ή το κύρος της εκτελεστικής αποφάσεως (ΕΕ) 2016/321 της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 2016, για την αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου της έγκρισης για την καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου (Zea mays L.) MON 810 (MON-??81?-6).

2)      Το άρθρο 26γ, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2001/18, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2015/412,

έχει την έννοια ότι:

οι αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται βάσει των εν λόγω διατάξεων και οι οποίες δεν προϋποθέτουν καμία ειδική δικαιολόγηση δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να παραθέτουν κάποιον από τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α' έως ζ', της οδηγίας 2001/18, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2015/412.

3)      Η εκτελεστική απόφαση 2016/321

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση με την οποία επιβάλλονται κυρώσεις για τη μη τήρηση της απαγορεύσεως που αυτή προβλέπει.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.