Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο πενταμελές τμήμα)
της 9ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Ντάμπινγκ – Εισαγωγές νιτρικού αμμωνίου καταγωγής Ρωσίας – Οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ – Ενοποιημένη αίτηση επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων – Άρθρο 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 – Απαίτηση ως προς την απόδειξη κατά την έναρξη επανεξέτασης – Προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας επανεξέτασης – Επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων – Συνεκτίμηση συμπληρωματικών πληροφοριών που στηρίζονται σε άλλη μέθοδο υπολογισμού του ντάμπινγκ »
Στην υπόθεση T-126/21 RENV,
AO Nevinnomysskiy Azot, με έδρα το Nevinnomyssk (Ρωσία),
AO Novomoskovskaya Aktsionernaya Kompania NAK «Azot», με έδρα το Novomoskovsk (Ρωσία),
εκπροσωπούμενες από τους A. de Moncuit de Boiscuill?, E. Gergondet, N. Mizulin, A. Nosowicz και P. Vander Schueren, δικηγόρους,
προσφεύγουσες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους L. Di Masi και J. Zieli?ski,
καθής,
υποστηριζόμενης από τη
Fertilizers Europe, με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους J. Beck και L. Ruessmann, δικηγόρους,
παρεμβαίνουσα,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους M. van der Woude, Πρόεδρο, S. Kingston, A. Μαρκουλλή, P. Zilgalvis και J. Hettne (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: V. Di Bucci
έχοντας υπόψη την απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, Fertilizers Europe και Επιτροπή κατά Nevinnomysskiy Azot και NAK «Azot» (C-554/23 P και C-568/23 P, EU:C:2025:291),
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν αίτημα καθορισμού ημερομηνίας για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός της προθεσμίας των τριών εβδομάδων από την κοινοποίηση της περάτωσης της έγγραφης διαδικασίας και αποφασίζοντας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή που άσκησαν δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, οι προσφεύγουσες AO Nevinnomysskiy Azot και AO Novomoskovskaya Aktsionernaya Kompania NAK «Azot» ζητούν την ακύρωση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2020/2100 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2020, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές νιτρικού αμμωνίου καταγωγής Ρωσίας έπειτα από επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων αντιντάμπινγκ σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2020, L 425, σ. 21, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός), καθόσον εφαρμόζεται στις ίδιες.
I. Ιστορικό της διαφοράς
2 Οι προσφεύγουσες είναι παραγωγοί και εξαγωγείς νιτρικού αμμωνίου, προϊόντος που χρησιμοποιείται τόσο στη γεωργία όσο και για βιομηχανικούς σκοπούς, και έχουν την έδρα τους στη Ρωσία.
3 Με τον κανονισμό (ΕΚ) 2022/95 του Συμβουλίου, της 16ης Αυγούστου 1995, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές νιτρικού αμμωνίου καταγωγής Ρωσίας (ΕΕ 1995, L 198, σ. 1), επιβλήθηκε οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές νιτρικού αμμωνίου καταγωγής Ρωσίας που υπάγονται στις κλάσεις 3102 30 90 και 3102 40 90 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ 1987, L 256, σ. 1).
4 Κατόπιν μιας πρώτης επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων καθώς και μιας πρώτης ενδιάμεσης επανεξέτασης, διατηρήθηκε οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών νιτρικού αμμωνίου καταγωγής Ρωσίας με τον κανονισμό (ΕΚ) 658/2002 του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 2002, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές νιτρικού αμμωνίου, καταγωγής Ρωσίας (ΕΕ 2002, L 102, σ. 1).
5 Έπειτα από μια δεύτερη επανεξέταση ενόψει της λήξης ισχύος των εν λόγω μέτρων και μια δεύτερη μερική ενδιάμεση επανεξέταση, τα μέτρα διατηρήθηκαν σε ισχύ με τον κανονισμό (ΕΚ) 661/2008 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 2008, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές νιτρικού αμμωνίου καταγωγής Ρωσίας μετά από επανεξέταση ενόψει λήξης ισχύος των μέτρων δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 2 και μερική ενδιάμεση επανεξέταση δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 (ΕΕ 2008, L 185, σ. 1).
6 Κατόπιν τρίτης επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των εν λόγω μέτρων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα διατήρησε σε ισχύ εκδίδοντας τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 999/2014, της 23ης Σεπτεμβρίου 2014, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές νιτρικού αμμωνίου καταγωγής Ρωσίας μετά από επανεξέταση ενόψει λήξης της ισχύος των μέτρων δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 του Συμβουλίου (ΕΕ 2014, L 280, σ. 19).
7 Κατόπιν ενδιάμεσης επανεξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2016, L 176, σ. 21) (στο εξής: βασικός κανονισμός), η Επιτροπή εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2018/1722, της 14ης Νοεμβρίου 2018, για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 999/2014 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές νιτρικού αμμωνίου καταγωγής Ρωσίας κατόπιν ενδιάμεσης επανεξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού (ΕΕ 2018, L 287, σ. 3).
8 Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία διεξήχθησαν οι εν λόγω διαδικασίες επανεξέτασης, οι προσφεύγουσες υπέκειντο σε δασμό αντιντάμπινγκ ο οποίος ίσχυε για το νιτρικό αμμώνιο σε ολόκληρη τη ρωσική επικράτεια.
9 Στις 21 Ιουνίου 2019, κατόπιν της δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της ανακοίνωσης για την επικείμενη λήξη ορισμένων μέτρων αντιντάμπινγκ (ΕΕ 2019, C 53, σ. 3), η παρεμβαίνουσα Fertilizers Europe, ευρωπαϊκή ένωση παραγωγών λιπασμάτων, υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση για την έναρξη επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των οικείων μέτρων αντιντάμπινγκ, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού (στο εξής: αρχική αίτηση). Στην αίτηση αυτή, η παρεμβαίνουσα υποστήριξε ότι η λήξη της ισχύος των μέτρων είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ που προκαλεί ζημία στον κλάδο παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στηριζόμενη σε σύγκριση μεταξύ των τιμών εξαγωγής και μιας κατασκευασμένης κανονικής αξίας (στο εξής: μέθοδος που βασίζεται στην κατασκευασμένη κανονική αξία).
10 Στις 20 Αυγούστου 2019 η παρεμβαίνουσα υπέβαλε συμπληρωματικές πληροφορίες (στο εξής: συμπληρωματικές πληροφορίες), οι οποίες στηρίζονταν σε κανονική αξία βασιζόμενη στις πραγματικές τιμές στη ρωσική εγχώρια αγορά (στο εξής: εμπορική μέθοδος) και οι οποίες ενσωματώθηκαν σε ενοποιημένο κείμενο της αίτησης επανεξέτασης (στο εξής: ενοποιημένη αίτηση).
11 Στις 23 Σεπτεμβρίου 2019 η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωση για την έναρξη επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές νιτρικού αμμωνίου καταγωγής Ρωσίας (ΕΕ 2019, C 318, σ. 6, στο εξής: ανακοίνωση για την έναρξη επανεξέτασης), εκτιμώντας ότι υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την πιθανότητα συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ και της ζημίας, ώστε να δικαιολογείται η έναρξη επανεξέτασης, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, και να διεξαχθεί έρευνα.
12 Ειδικότερα, το σημείο 4 της ανακοίνωσης για την έναρξη επανεξέτασης, το οποίο φέρει τον τίτλο «[λ]όγοι της επανεξέτασης», αναφέρει στο σημείο του 1, όσον αφορά τον ισχυρισμό της παρεμβαίνουσας σχετικά με την πιθανότητα συνέχισης του ντάμπινγκ, τα εξής:
«[Η παρεμβαίνουσα] ισχυρίστηκε και παρείχε επαρκή στοιχεία για την απουσία αξιόπιστων στοιχείων σχετικά με τις εγχώριες τιμές στη Ρωσία […] κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις. Ως εκ τούτου, [η παρεμβαίνουσα] κατασκεύασε την κανονική αξία με βάση το κόστος κατασκευής στη Ρωσία, με εξαίρεση την τιμή εισόδου του «φυσικού αερίου», η οποία βασίζεται στην τιμή του φυσικού αερίου για παράδοση στο Waidhaus [στη Γερμανία], προσαρμοσμένη σε συνάρτηση με τα έξοδα μεταφοράς, στα οποία προστέθηκαν τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και διοικητικά έξοδα (ΠΓ&Δ) και το σύνηθες κέρδος στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Με την επιφύλαξη των ισχυρισμών ότι οι εγχώριες τιμές [στη Ρωσία] είναι αναξιόπιστες, [η παρεμβαίνουσα] παρείχε επίσης αποδεικτικά στοιχεία για την κανονική αξία με βάση τις πραγματικές εγχώριες τιμές [στη χώρα αυτή].
Η κατασκευασμένη κανονική αξία και οι πραγματικές εγχώριες τιμές συγκρίθηκαν με την τιμή εξαγωγής (σε επίπεδο τιμών “εκ του εργοστασίου”) του υπό επανεξέταση προϊόντος, όταν πωλείται για εξαγωγή στην Ένωση, και με την τιμή εξαγωγής (σε επίπεδο τιμών “εκ του εργοστασίου”) του υπό επανεξέταση προϊόντος, όταν πωλείται για εξαγωγή στη Βραζιλία, με την τελευταία περίπτωση να αντιπροσωπεύει πάνω από το 40 % των ρωσικών εξαγωγών [του εν λόγω προϊόντος].
Ανεξάρτητα από τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της κανονικής αξίας ή του προορισμού των εξαγωγικών πωλήσεων, τα περιθώρια ντάμπινγκ είναι σημαντικά για [τη Ρωσία].»
13 Μετά την έρευνα επανεξέτασης, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε πιθανότητα επανάληψης της πρακτικής ντάμπινγκ και της ζημίας σε περίπτωση κατάργησης των ισχυόντων μέτρων αντιντάμπινγκ για το νιτρικό αμμώνιο καταγωγής Ρωσίας. Ως εκ τούτου, με την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού, η Επιτροπή αποφάσισε να διατηρήσει σε ισχύ τα επίμαχα μέτρα για περίοδο πέντε ετών.
II. Προηγούμενες διαδικασίες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου
14 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Φεβρουαρίου 2021, οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως T-126/21, με αίτημα την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού.
15 Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προέβαλαν έναν και μοναδικό λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε, κατ’ ουσίαν, παράβαση του άρθρου 11, παράγραφοι 2 και 5, του βασικού κανονισμού, καθώς και του άρθρου 5, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, καθόσον η Επιτροπή κίνησε εσφαλμένως τη διαδικασία επανεξέτασης, παρά την έλλειψη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων.
16 Με απόφαση της 5ης Ιουλίου 2023, Nevinnomysskiy Azot και NAK «Azot» κατά Επιτροπής (T-126/21, στο εξής: αρχική απόφαση, EU:T:2023:376), το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως και ακύρωσε βάσει αυτού τον προσβαλλόμενο κανονισμό, χωρίς να εξετάσει τα δύο άλλα σκέλη. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η προϋπόθεση περί επάρκειας των αποδεικτικών στοιχείων που περιέχονται σε αίτηση επανεξέτασης υποβαλλόμενη εκ μέρους ή για λογαριασμό των ενωσιακών παραγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, πληρούται εφόσον τα στοιχεία αυτά κατατίθενται το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου κατά το πέρας της οποίας παύει η ισχύς των μέτρων αντιντάμπινγκ, σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο της διάταξης αυτής και, επομένως, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενη, στην αιτιολογική σκέψη 20 του προσβαλλόμενου κανονισμού, ότι ήταν άνευ σημασίας το γεγονός ότι η αρχική αίτηση συμπληρώθηκε με πρόσθετες πληροφορίες και ότι η κίνηση της διαδικασίας επανεξέτασης μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει της ενοποιημένης αίτησης (αρχική απόφαση, σκέψεις 103 και 104).
17 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 και στις 14 Σεπτεμβρίου 2023, αντιστοίχως, δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η παρεμβαίνουσα και η Επιτροπή άσκησαν, στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, Fertilizers Europe και Επιτροπή κατά Nevinnomysskiy Azot και NAK «Azot» (C-554/23 P και C-568/23 P, στο εξής: αναιρετική απόφαση, EU:C:2025:291), αιτήσεις αναιρέσεως κατά της αρχικής αποφάσεως.
18 Με την αναιρετική απόφαση, το Δικαστήριο αναίρεσε την αρχική απόφαση με το σκεπτικό ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού (αναιρετική απόφαση, σκέψη 63).
19 Κατόπιν γραμματικής, συστηματικής και τελολογικής ερμηνείας του άρθρου 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει υπόψη αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίστηκαν, κατόπιν αιτήματός της, από ενωσιακούς παραγωγούς, κατά το τρίμηνο πριν από τη λήξη ισχύος των μέτρων αντιντάμπινγκ, προκειμένου να αποφασίσει αν πρέπει να επανεξετάσει τα εν λόγω μέτρα αντιντάμπινγκ (αναιρετική απόφαση, σκέψεις 51 έως 60).
20 Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 104 της αρχικής αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε, με τη σειρά της, υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενη, στην αιτιολογική σκέψη 20 του προσβαλλόμενου κανονισμού, αφενός, ότι ήταν άνευ σημασίας το γεγονός ότι η αρχική αίτηση συμπληρώθηκε με πρόσθετες πληροφορίες και, αφετέρου, ότι η κίνηση της διαδικασίας επανεξέτασης μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει της ενοποιημένης αίτησης (αναιρετική απόφαση, σκέψη 62).
III. Αιτήματα των διαδίκων μετά την αναπομπή
21 Κατόπιν της αναιρετικής αποφάσεως, οι διάδικοι υπέβαλαν τις γραπτές παρατηρήσεις τους σχετικά με τη συνέχεια της διαδικασίας (στο εξής: παρατηρήσεις επί της αναπομπής), σύμφωνα με το άρθρο 193, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
22 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό καθόσον εφαρμόζεται στις ίδιες,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
23 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την παρεμβαίνουσα, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή
– να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
IV. Σκεπτικό
Α. Επί του αντικειμένου της διαφοράς μετά την αναπομπή
24 Υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει εφαρμογή στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού, εάν η αναίρεση κριθεί βάσιμη και η υπόθεση αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για να αποφανθεί επί της διαφοράς, το Γενικό Δικαστήριο δεσμεύεται ως προς τα νομικά ζητήματα που έχουν επιλυθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου.
25 Συνακόλουθα, κατόπιν της αναιρέσεως από το Δικαστήριο και της αναπομπής της υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 191 του Κανονισμού Διαδικασίας του, επιλαμβάνεται της υποθέσεως δυνάμει της αποφάσεως του Δικαστηρίου και οφείλει να αποφανθεί επί του συνόλου των λόγων ακυρώσεως τους οποίους είχε προβάλει ο προσφεύγων, εξαιρουμένων των στοιχείων του διατακτικού που δεν αναιρέθηκαν από το Δικαστήριο καθώς και των εκτιμήσεων που συνιστούν το αναγκαίο θεμέλιο των εν λόγω στοιχείων, δεδομένου ότι αυτά έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου (βλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2023, Βενεζουέλα κατά Συμβουλίου, T-65/18 RENV, EU:T:2023:529, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
26 Εν προκειμένω, με το σημείο 1 του διατακτικού της αναιρετικής αποφάσεως, το Δικαστήριο αναίρεσε την αρχική απόφαση στο σύνολό της και, με το σημείο 2 του εν λόγω διατακτικού, ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί του συνόλου του μοναδικού λόγου ακυρώσεως που προέβαλαν οι προσφεύγουσες προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού.
27 Ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως, όπως εκτίθεται στη σκέψη 15 ανωτέρω, υποδιαιρείτο σε τρία σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο αντλείται από το ότι η επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται με αίτηση επανεξετάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που ήταν διαθέσιμα στην αρχική αίτηση, η οποία υποβλήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 11, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, ήτοι το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη της ισχύος των μέτρων, το δεύτερο από το ότι η αρχική αίτηση δεν περιείχε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πιθανότητα συνέχισης του ντάμπινγκ ούτε αποδεικτικά στοιχεία που να παρέχουν στην παρεμβαίνουσα τη δυνατότητα να δικαιολογήσει τη χρήση της μεθόδου υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ βάσει κατασκευασμένης κανονικής αξίας και το τρίτο από το ότι, εν πάση περιπτώσει, η ενοποιημένη αίτηση, με την οποία παρέχονται επίσης υπολογισμοί του περιθωρίου ντάμπινγκ στηριζόμενοι στις πραγματικές εγχώριες τιμές, δεν περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πιθανότητα συνέχισης του ντάμπινγκ.
28 Με την αναιρετική απόφαση, το Δικαστήριο ανέπεμψε την υπό κρίση υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφανθεί, κατ’ ουσίαν, επί του τρίτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως με το οποίο προβάλλεται ότι η Επιτροπή εσφαλμένως έκρινε, με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, ότι η ενοποιημένη αίτηση περιείχε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πιθανότητα συνέχισης του ντάμπινγκ σε περίπτωση λήξης της ισχύος των επίμαχων μέτρων αντιντάμπινγκ. Πράγματι, από την αναιρετική απόφαση προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον εξέτασε το ζήτημα αν η έναρξη της επανεξέτασης ήταν δικαιολογημένη στηριζόμενη στην ενοποιημένη αίτηση. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, αφενός, το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι η επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται με αίτηση επανεξετάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την αρχική και όχι με την ενοποιημένη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Αφετέρου, το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι η αρχική αίτηση δεν περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν την έναρξη της επανεξέτασης, είναι αλυσιτελές.
29 Κατόπιν των παρατηρήσεων των προσφευγουσών επί της αναπομπής, διαπιστώνεται ότι το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως υποδιαιρείται, κατ’ ουσίαν, σε τρεις αιτιάσεις. Με την πρώτη αιτίαση προβάλλεται ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να λάβει υπόψη τις συμπληρωματικές πληροφορίες κατά την εξέταση της πιθανότητας συνέχισης του ντάμπινγκ λόγω, αφενός, της φύσης των πληροφοριών αυτών και, αφετέρου, του γεγονότος ότι οι πληροφορίες αυτές δεν παρασχέθηκαν κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής. Με τη δεύτερη αιτίαση προβάλλεται ότι οι υπολογισμοί του ντάμπινγκ σχετικά με τη μέθοδο που βασίζεται στην κατασκευασμένη κανονική αξία, οι οποίοι είχαν ήδη προσκομισθεί με την αρχική αίτηση, δεν συνιστούν επαρκές αποδεικτικό στοιχείο για την πιθανότητα συνέχισης του ντάμπινγκ. Με την τρίτη αιτίαση προβάλλεται ότι οι υπολογισμοί του ντάμπινγκ οι οποίοι στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο και προσκομίστηκαν μεταγενέστερα ως συμπληρωματικές πληροφορίες δεν συνιστούν επαρκές αποδεικτικό στοιχείο για την εν λόγω πιθανότητα.
30 Πριν προβεί στην ανάλυση του βασίμου του τρίτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει τα κριτήρια για την έναρξη επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.
Β. Επί των νομικών κριτηρίων για την έναρξη επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού
31 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, ιδίως στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας τους σχετικά με το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού έχει εφαρμογή στις επανεξετάσεις, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού, και ότι, κατά συνέπεια, η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει την ακρίβεια και την πληρότητα των αποδεικτικών στοιχείων που περιέχονται στην καταγγελία, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν την έναρξη επανεξέτασης.
32 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ζήτημα αν το κριτήριο του άρθρου 5, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού εφαρμόζεται ή όχι στις επανεξετάσεις βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού δεν ασκεί επιρροή, στο μέτρο που το εφαρμοστέο νομικό κριτήριο για την απόφαση περί της έναρξης επανεξέτασης, ήτοι το κατά πόσον η αίτηση επανεξέτασης περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι το ντάμπινγκ και η ζημία είναι πιθανόν να επαναληφθούν ελλείψει μέτρων αντιντάμπινγκ, προβλέπεται από την τελευταία αυτή διάταξη.
33 Συναφώς, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία επανεξέτασης διαφέρει, κατ’ αρχήν, από τη διαδικασία αρχικής έρευνας, η οποία διέπεται από άλλες διατάξεις του βασικού κανονισμού. Η αντικειμενική διαφορά μεταξύ των δύο αυτών τύπων διαδικασίας έγκειται στο γεγονός ότι οι εισαγωγές που αποτελούν το αντικείμενο διαδικασίας επανεξέτασης είναι εκείνες οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ και για τις οποίες έχουν κατ’ αρχήν προσκομισθεί επαρκή στοιχεία ώστε να αποδειχθεί ότι η κατάργηση των μέτρων αυτών είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. Αντιθέτως, όταν για ορισμένες εισαγωγές διενεργείται αρχική έρευνα, αντικείμενο της έρευνας αυτής είναι ακριβώς η εξακρίβωση της ύπαρξης, του βαθμού και των αποτελεσμάτων κάθε προβαλλόμενου ντάμπινγκ (βλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2018, Foshan Lihua Ceramic κατά Επιτροπής, T-654/16, EU:T:2018:525, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), τούτο δε έστω και αν η κίνηση της εν λόγω έρευνας προϋποθέτει την ύπαρξη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων για να δικαιολογηθεί η κίνηση μιας τέτοιας διαδικασίας [απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2005, Europe Chemi-Con (Deutschland) κατά Συμβουλίου, C-422/02 P, EU:C:2005:56, σκέψη 50].
34 Όσον αφορά ειδικότερα τη διαδικασία επανεξέτασης, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, κάθε οριστικό μέτρο αντιντάμπινγκ παύει να ισχύει πέντε έτη από την επιβολή του ή από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της πλέον πρόσφατης διαδικασίας επανεξέτασης, η οποία κάλυψε τόσο το ντάμπινγκ όσο και τη ζημία, «εκτός αν η επανεξέταση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τυχόν λήξη της ισχύος του μέτρου είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας».
35 Κάθε επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος ενός μέτρου αρχίζει με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή μετά από αίτηση που υποβάλλεται εκ μέρους ή για λογαριασμό των ενωσιακών παραγωγών. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού:
«Διενεργείται επανεξέταση ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων, εφόσον η σχετική αίτηση περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η λήξη ισχύος των μέτρων είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή την επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. Η πιθανότητα αυτή μπορεί, παραδείγματος χάρη, να στηρίζεται σε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το ντάμπινγκ και η ζημία συνεχίζονται ή ότι η εξάλειψη της ζημίας οφείλεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ύπαρξη των μέτρων ή ότι η κατάσταση των εξαγωγέων ή οι συνθήκες που επικρατούν στην αγορά ενδέχεται να οδηγήσουν σε περαιτέρω άσκηση ζημιογόνων πρακτικών ντάμπινγκ, ή σε στοιχεία που αποδεικνύουν συνέχιση των στρεβλώσεων όσον αφορά τις πρώτες ύλες.»
36 Εξ αυτού προκύπτει ότι, στην περίπτωση αιτήσεως υποβληθείσας εκ μέρους ή για λογαριασμό ενωσιακών παραγωγών, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, το κρίσιμο κριτήριο στο πλαίσιο διαδικασίας επανεξέτασης είναι μεν η πιθανότητα συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ και της ζημίας, πλην όμως οι υποχρεώσεις της Επιτροπής και το βάρος αποδείξεως που αυτή φέρει διαφέρουν αναλόγως του σταδίου της διαδικασίας επανεξέτασης για το οποίο πρόκειται. Συγκεκριμένα, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού εισήγαγε διάκριση μεταξύ, αφενός, του λεγόμενου «προκαταρκτικού» σταδίου, που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, μετά τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας και πριν από την έναρξη της επανεξέτασης, κατά τη διάρκεια του οποίου οι παραγωγοί της Ένωσης φέρουν το βάρος της απόδειξης, και, αφετέρου, του προβλεπόμενου στο πρώτο εδάφιο σταδίου της έρευνας, κατά το οποίο, στις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως.
37 Κατά το τελευταίο αυτό στάδιο της έρευνας, ο ρόλος της Επιτροπής δεν είναι ρόλος διαιτητή, η αρμοδιότητα του οποίου περιορίζεται στη λήψη απόφασης αποκλειστικώς βάσει των πληροφοριών και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζουν οι συμμετέχοντες στην έρευνα, δεδομένου ότι ο βασικός κανονισμός, στο άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, που έχει εφαρμογή στις επανεξετάσεις δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού, παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να ζητεί από τα κράτη μέλη να της παρέχουν πληροφοριακά στοιχεία καθώς και να διενεργούν όλους τους αναγκαίους ελέγχους και επιθεωρήσεις (πρβλ. απόφαση της 22ας Μαρτίου 2012, GLS, C-338/10, EU:C:2012:158, σκέψη 32).
38 Αντιθέτως, κατά το λεγόμενο «προκαταρκτικό» στάδιο, στο πλαίσιο αίτησης επανεξέτασης υποβαλλόμενης από ενωσιακούς παραγωγούς, το άρθρο 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού ουδόλως επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να αποδείξει την πιθανότητα ντάμπινγκ προκειμένου να δικαιολογήσει την έναρξη της επανεξέτασης ούτε απαιτεί από την Επιτροπή να διενεργήσει ελέγχους κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 37 ανωτέρω. Αντιθέτως, η Επιτροπή οφείλει, κατ’ ουσίαν, κατ’ εφαρμογήν της τελευταίας αυτής διατάξεως, να εξακριβώσει αν οι ενωσιακοί παραγωγοί προσκόμισαν, με την αίτηση επανεξέτασης που υπέβαλαν, επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η λήξη της ισχύος των μέτρων είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας.
39 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ποσότητα και η ποιότητα των αποδεικτικών στοιχείων που απαιτούνται προκειμένου να πληρούται το κριτήριο της επάρκειας των αποδεικτικών στοιχείων για την έναρξη έρευνας διαφέρουν από εκείνες που απαιτούνται για την τελική διαπίστωση της ύπαρξης ντάμπινγκ. Κατά συνέπεια, αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είναι ανεπαρκή, από απόψεως ποσότητας ή ποιότητας, προκειμένου να δικαιολογήσουν την τελική διαπίστωση περί υπάρξεως ντάμπινγκ είναι εντούτοις δυνατόν να επαρκούν για να δικαιολογήσουν την έναρξη έρευνας. Επομένως, το άρθρο 5, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να προβεί σε ανάλυση του συνόλου των διαθέσιμων πληροφοριών, όπως θα απαιτούνταν στην περίπτωση έρευνας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6 του βασικού κανονισμού. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι η Επιτροπή μπορούσε, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία περιείχε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και να στηριχθεί σε δέσμη συγκλινουσών ενδείξεων ώστε να αποφασίσει την έναρξη της έρευνας αντιντάμπινγκ (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιουνίου 2023, Hangzhou Dingsheng Industrial Group κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-748/21, EU:Τ:2023:346, σκέψεις 31 και 100 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
40 Εξ αυτού προκύπτει ότι οι απαιτήσεις ως προς την απόδειξη που ισχύουν κατά το «προκαταρκτικό» στάδιο της διαδικασίας επανεξέτασης κατά το οποίο αποφασίζεται η έναρξη της επανεξέτασης δεν είναι τόσο υψηλές όσο εκείνες που ισχύουν κατά το στάδιο της ίδιας της έρευνας, άλλως θα υπήρχε κίνδυνος, όπως υπαινίσσεται η παρεμβαίνουσα, να καταστεί άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας το τελευταίο αυτό στάδιο.
41 Ως εκ τούτου, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του ζητήματος κατά πόσον έχει εφαρμογή το άρθρο 5, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού στις επανεξετάσεις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι απαιτήσεις ως προς την απόδειξη που πρέπει να πληρούνται για να δικαιολογηθεί η έναρξη επανεξέτασης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, επιβάλλουν μόνον η αίτηση επανεξέτασης να περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η λήξη της ισχύος των μέτρων είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. Επομένως, οι εν λόγω απαιτήσεις ως προς την απόδειξη είναι χαμηλότερες από εκείνες που πρέπει να πληρούνται για να αποδειχθεί ότι η λήξη της ισχύος των μέτρων θα ευνοούσε μια τέτοια πιθανότητα μετά το πέρας της έρευνας επανεξέτασης, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού.
42 Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των νομικών κριτηρίων πρέπει να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, όταν έκρινε ότι η ενοποιημένη αίτηση περιείχε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, ώστε να δικαιολογείται η έναρξη επανεξέτασης.
Γ. Επί του βασίμου του τρίτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχονται στην ενοποιημένη αίτηση δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν την έναρξη επανεξέτασης
43 Το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, όπως προσδιορίστηκε στη σκέψη 29 ανωτέρω, υποδιαιρείται, κατόπιν των παρατηρήσεων επί της αναπομπής, σε τρεις αιτιάσεις που στηρίζονται, κατ’ ουσίαν, η μεν πρώτη στο ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να λάβει υπόψη τις συμπληρωματικές πληροφορίες για να δικαιολογήσει την έναρξη της επανεξέτασης, η δε δεύτερη και η τρίτη σε ανεπάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων που περιέχονται στην ενοποιημένη αίτηση και αφορούν, αντιστοίχως, τη μέθοδο που βασίζεται στην κατασκευασμένη κανονική αξία και την εμπορική μέθοδο.
1. Επί της πρώτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να λάβει υπόψη τις συμπληρωματικές πληροφορίες για να δικαιολογήσει την έναρξη της επανεξέτασης
α) Επί του επιχειρήματος των προσφευγουσών σχετικά με τη φύση των συμπληρωματικών πληροφοριών
44 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι συμπληρωματικές πληροφορίες μετέβαλαν την ουσία των αποδεικτικών στοιχείων που περιέχονταν στην αρχική αίτηση, οπότε η Επιτροπή δεν μπορούσε να τις λάβει υπόψη όπως προκύπτει από τη σκέψη 125 της αρχικής αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι στην ενοποιημένη αίτηση συμπεριλήφθηκαν υπολογισμοί που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο δεν συνιστά απλή αποσαφήνιση των πληροφοριών που περιλαμβάνονταν στην αρχική αίτηση, αλλά οι εν λόγω υπολογισμοί αποτελούν νέα επιχειρήματα και νέα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν έχουν σχέση με την αρχική αίτηση και μεταβάλλουν το βασικό περιεχόμενό της. Οι προσφεύγουσες προσθέτουν, με τις παρατηρήσεις τους επί της αναπομπής, ότι οι εν λόγω υπολογισμοί δεν μπορούν να συμπληρώσουν, να επιβεβαιώσουν ή να διευκρινίσουν τους υπολογισμούς οι οποίοι αφορούν τη μέθοδο που βασίζεται στην κατασκευασμένη κανονική αξία και είχαν ήδη περιληφθεί στην αρχική αίτηση, αντιθέτως προς ό,τι αφήνει να εννοηθεί η αιτιολογική σκέψη 23 του προσβαλλόμενου κανονισμού.
45 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την παρεμβαίνουσα, αντικρούει την επιχειρηματολογία των προσφευγουσών.
46 Συναφώς, όπως προκύπτει από την αναιρετική απόφαση, ορθώς η Επιτροπή εκτίμησε, στην αιτιολογική σκέψη 20 του προσβαλλόμενου κανονισμού, αφενός, ότι ήταν άνευ σημασίας το κατά πόσον η αρχική αίτηση συμπληρώθηκε με πρόσθετες πληροφορίες και, αφετέρου, ότι η κίνηση της διαδικασίας επανεξέτασης μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει της ενοποιημένης αίτησης. Το Δικαστήριο αναγνώρισε, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή μπορούσε να λάβει υπόψη, πριν από την ημερομηνία λήξης της ισχύος των επίμαχων μέτρων, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που σχετίζονται με το κατά πόσον η κατάργηση των εν λόγω μέτρων είναι ή όχι ικανή να ευνοήσει τη συνέχιση ή την επανάληψη του επίμαχου ντάμπινγκ και της επίμαχης ζημίας, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων που είχαν προσκομισθεί κατόπιν αιτήματός της. Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι, όταν οι ενωσιακοί παραγωγοί υποβάλλουν αίτηση επανεξέτασης, δεν περιορίζονται οι εξουσίες που διαθέτει η Επιτροπή για τη συλλογή όλων των περαιτέρω πληροφοριών που κρίνει αναγκαίες προκειμένου να διαπιστώσει αν πρέπει να κινηθεί διαδικασία επανεξέτασης (πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα L. Medina στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Fertilizers Europe και Επιτροπή κατά Nevinnomysskiy Azot και NAK «Azot», C-554/23 P και C-568/23 P, EU:C:2024:986, σημείο 72). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εξακριβώσει αν οι πρόσθετες αυτές πληροφορίες συμπληρώνουν ή επιβεβαιώνουν τα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχονται στην αρχική αίτηση, προκειμένου να κρίνει αν η αίτηση επανεξέτασης περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για το ότι η κατάργηση των μέτρων είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.
47 Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται, όπως προκύπτει κατ’ ουσίαν από την αιτιολογική σκέψη 23 του προσβαλλόμενου κανονισμού, ότι για την έναρξη της επίμαχης επανεξέτασης η Επιτροπή στηρίχθηκε, κατόπιν διαδικασίας επισήμανσης των ανεπαρκειών, στην ενοποιημένη αίτηση, η οποία αποτελείται από την αρχική αίτηση και τις συμπληρωματικές πληροφορίες και περιέχει, ως εκ τούτου, το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα, συμπεριλαμβανομένων των υπολογισμών του περιθωρίου ντάμπινγκ βάσει των δύο μεθόδων που μνημονεύονται στο σημείο 4.1 της ανακοίνωσης για την έναρξη επανεξέτασης, του οποίου το κείμενο παρατίθεται στη σκέψη 12 ανωτέρω. Επομένως, η διάκριση μεταξύ της αρχικής και της ενοποιημένης αίτησης στην οποία προέβησαν οι προσφεύγουσες είναι αμιγώς τεχνητή, δεδομένου ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για μία και μόνη αίτηση επανεξέτασης, η οποία χρησίμευσε ως βάση για να εκτιμήσει η Επιτροπή την επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν οι παραγωγοί της Ένωσης.
48 Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι, χωρίς τις διευκρινίσεις που περιλαμβάνονται στις συμπληρωματικές πληροφορίες, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την έναρξη της επανεξέτασης είναι αλυσιτελής.
49 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή κατά την εξέταση της πιθανότητας ντάμπινγκ, όπως εκτίθεται στις σκέψεις 73 και 74 κατωτέρω, κατά μείζονα λόγο κατά το προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας επανεξέτασης, κατά το οποίο η Επιτροπή πρέπει να αποφασίσει την έναρξη της επανεξέτασης, το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται ότι οι συμπληρωματικές πληροφορίες, λαμβανομένης υπόψη της φύσεώς τους, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για να δικαιολογηθεί η έναρξη της επανεξέτασης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
β) Επί του επιχειρήματος σύμφωνα με το οποίο οι συμπληρωματικές πληροφορίες δεν παρασχέθηκαν «κατόπιν αιτήματος» της Επιτροπής
50 Με τις παρατηρήσεις τους επί της αναπομπής, οι προσφεύγουσες προβάλλουν επιχείρημα αντλούμενο, κατ’ ουσίαν, από παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, του βασικού κανονισμού. Υποστηρίζουν, ειδικότερα, ότι από τη σκέψη 60 της αναιρετικής αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε ότι η παρεμβαίνουσα εδικαιούτο να συμπληρώσει οικειοθελώς τους υπολογισμούς σχετικά με τη μέθοδο που βασίζεται στην κατασκευασμένη κανονική αξία οι οποίοι περιλαμβάνονταν στην αρχική αίτηση με τις συμπληρωματικές πληροφορίες που αφορούν τους υπολογισμούς οι οποίοι στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο και περιλαμβάνονται στην ενοποιημένη αίτηση.
51 Συναφώς, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η δικογραφία δεν περιέχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί του ότι η Επιτροπή ζήτησε από την παρεμβαίνουσα να προσκομίσει τους τελευταίους αυτούς υπολογισμούς, οπότε πρέπει να θεωρηθεί ότι οι υπολογισμοί αυτοί υποβλήθηκαν εκπροθέσμως δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, του βασικού κανονισμού. Οι προσφεύγουσες παραπέμπουν στο σημείο 25 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής, κατά το οποίο «[η] ενοποιημένη έκδοση αποτελείται επομένως από την αρχική αίτηση, η οποία συμπληρώνεται από πρόσθετες πληροφορίες και διευκρινίσεις παρεχόμενες από τη βιομηχανία που υπέβαλε την καταγγελία, είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατόπιν της επικοινωνίας της με την Επιτροπή στο πλαίσιο της αποκαλούμενης “διαδικασίας επισήμανσης των ανεπαρκειών”».
52 Η Επιτροπή αντικρούει, κατ’ ουσίαν, την επιχειρηματολογία των προσφευγουσών.
53 Συναφώς, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο κατά πόσον το επιχείρημα αυτό είναι νέο και κατά πόσον είναι παραδεκτό, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο κατέληξε, στις σκέψεις 59 έως 61 της αναιρετικής αποφάσεως, στο συμπέρασμα ότι η ευχέρεια της Επιτροπής να συλλέξει ή να ζητήσει, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, συμπληρωματικές αποδείξεις λιγότερο από τρεις μήνες πριν από τη λήξη ισχύος των μέτρων αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να θίξει την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 11, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού, διότι η ύπαρξη μιας τέτοιας δυνατότητας δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζεται στον αιτούντα επανεξέταση το δικαίωμα να συμπληρώσει αυτοβούλως την αίτησή του μετά τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας ή να υποβάλει αίτηση επανεξέτασης μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, η δε Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει υπόψη αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίστηκαν, κατόπιν αιτήματός της, από ενωσιακούς παραγωγούς κατά το τρίμηνο πριν από τη λήξη ισχύος των μέτρων αντιντάμπινγκ.
54 Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η αρχική απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έθεσε, με μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας της 25ης Ιουλίου 2022, την ερώτηση σε ποια βάση στηρίχθηκε η Επιτροπή για να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες από την παρεμβαίνουσα. Η Επιτροπή απάντησε ότι, έστω και αν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι τιμές του νιτρικού αμμωνίου ήταν στρεβλωμένες στη ρωσική αγορά κατά την περίοδο εξέτασης το 2018, είχε ζητήσει από την παρεμβαίνουσα, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τις πραγματικές τιμές του νιτρικού αμμωνίου στη Ρωσία. Διαπιστώνεται ότι οι προσφεύγουσες δεν έβαλαν κατά της απάντησης της Επιτροπής ούτε προέβαλαν συναφώς πλάνη περί τα πράγματα, ενώ είχαν τη δυνατότητα να το πράξουν. Επομένως, η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών δεν μπορεί να κλονίσει τη διαπίστωση αυτή.
55 Ομοίως, επισημαίνεται ότι τόσο η αρχική όσο και η αναιρετική απόφαση λαμβάνουν ως δεδομένο, κατά την περιγραφή του ιστορικού της διαφοράς, το γεγονός ότι η Επιτροπή ζήτησε τις συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες από την παρεμβαίνουσα.
56 Επιπλέον, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, από τις αιτιολογικές σκέψεις 20 και 23 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει ότι η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία επανεξέτασης βάσει της αρχικής αίτησης και των συμπληρωματικών πληροφοριών που προστέθηκαν σε αυτή μεταγενέστερα και, ως εκ τούτου, βάσει της ενοποιημένης αίτησης. Συναφώς, η Επιτροπή επισήμανε στην αιτιολογική σκέψη 23 ότι η αρχική αίτηση «περιείχε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούσαν την έναρξη της επανεξέτασης [...], με την επιφύλαξη των διευκρινίσεων που παρείχ[ε η παρεμβαίνουσα] μετά τη διαδικασία επισήμανσης των ανεπαρκειών για τη συμπλήρωση της αρχικής αίτησης». Η φράση «με την επιφύλαξη» υποδηλώνει ότι η Επιτροπή θεωρούσε ότι χρειαζόταν διευκρινίσεις εκ μέρους της παρεμβαίνουσας, τις οποίες η τελευταία κλήθηκε να της παράσχει μεταγενέστερα με την ενοποιημένη αίτηση, πράγμα το οποίο έπραξε εν προκειμένω, ενώ η ύπαρξη διαδικασίας «επισήμανσης των ανεπαρκειών» υποδηλώνει ότι η σχετική συμπλήρωση οφείλεται σε αίτημα της Επιτροπής.
57 Η εκτίμηση αυτή επιρρωννύεται από το γράμμα της αιτιολογικής σκέψης 23 του προσβαλλόμενου κανονισμού στην απόδοσή του στην αγγλική γλώσσα, η οποία χρησιμοποιεί τη φράση «subject to clarification provided by the applicants following the deficiency process to supplement its initial request», και στη γερμανική γλώσσα, στην οποία αναφέρεται «nach Anforderung noch fehlender Informationen».
58 Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 18 του προσβαλλόμενου κανονισμού, η Ένωση Ρώσων Παραγωγών Λιπασμάτων είχε υποστηρίξει ότι η παρεμβαίνουσα είχε προσθέσει τις συμπληρωματικές πληροφορίες το πρώτον απαντώντας σε επιστολή σχετικά με την ανεπάρκεια των στοιχείων την οποία της απηύθυνε η Επιτροπή.
59 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, αφενός, για τις διοικητικές πράξεις ισχύει τεκμήριο νομιμότητας και, αφετέρου, το βάρος αποδείξεως φέρει, κατ’ αρχήν, όποιος προβάλλει ισχυρισμό, οπότε απόκειται στον προσφεύγοντα να προσκομίσει τουλάχιστον αρκούντως ακριβείς, αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις βάσει των οποίων να τεκμηριώνεται ή να πιθανολογείται ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται προς στήριξη του ισχυρισμού του είναι αληθή (βλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2021, Alba Aguilera κ.λπ. κατά ΕΥΕΔ, T-119/17 RENV, EU:T:2021:254, σκέψη 105 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εν προκειμένω, η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών δεν είναι ικανή να κλονίσει την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η οποία έγινε δεκτή με τον προσβαλλόμενο κανονισμό και σύμφωνα με την οποία, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή, κατά την παραλαβή της αρχικής αίτησης, κίνησε με δική της πρωτοβουλία, έναντι της παρεμβαίνουσας, διαδικασία επισήμανσης ανεπαρκειών, διότι χρειαζόταν συμπληρωματικές πληροφορίες, ιδίως εκείνες που αφορούσαν τους υπολογισμούς που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο, προκειμένου να κινήσει διαδικασία επανεξέτασης.
60 Επιπλέον, η προσέγγιση που ακολούθησε το Δικαστήριο στη σκέψη 61 της αναιρετικής αποφάσεως, κατά την οποία η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει υπόψη αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίστηκαν κατόπιν αιτήματός της, πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η αναιρετική απόφαση. Κατ’ αρχάς, όπως προκύπτει από τη σκέψη 59 της αναιρετικής αποφάσεως, το άρθρο 11, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να έχει στη διάθεσή της εύλογο χρονικό διάστημα προκειμένου να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχονται στην αίτηση και να βεβαιωθεί ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή. Συνακόλουθα, σεβόμενο τον σκοπό αυτό, το Δικαστήριο, στη σκέψη 60 της αναιρετικής αποφάσεως, δεν αναγνωρίζει δικαίωμα των παραγωγών της Ένωσης να συμπληρώνουν αυτοβούλως την αίτησή τους μετά τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας. Υπενθυμίζεται, όμως, ότι, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως της Επιτροπής, η τελευταία έχει την υποχρέωση να εξετάζει με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Η ευρεία αυτή εξουσία εκτιμήσεως καταδεικνύεται από πολλές απόψεις στη σκέψη 60 της αναιρετικής αποφάσεως, καθόσον, αφενός, το Δικαστήριο αναγνωρίζει στην Επιτροπή την ευχέρεια είτε να συλλέξει είτε να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες, όπερ δεν συνεπάγεται, λαμβανομένης υπόψη της υπάρξεως της εναλλακτικής αυτής δυνατότητας, τυπική υποχρέωση της Επιτροπής να ζητήσει τις εν λόγω πληροφορίες από τους παραγωγούς της Ένωσης. Αφετέρου, η χρήση της φράσεως «εφόσον το κρίνει σκόπιμο» μαρτυρεί ακόμη περισσότερο το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή όσον αφορά τη σκοπιμότητα της κίνησης διαδικασίας επανεξέτασης με τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή της.
61 Επομένως, η αναιρετική απόφαση πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, κατά το τρίμηνο που προηγείται της λήξεως ισχύος των μέτρων αντιντάμπινγκ, η Επιτροπή έχει μεν, αφενός, την εξουσία να λαμβάνει υπόψη αποδεικτικά στοιχεία προσκομισθέντα κατόπιν αιτήματός της, πλην όμως, αφετέρου, έχει επίσης την εξουσία να συλλέξει τέτοια αποδεικτικά στοιχεία, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, ακόμη και στην περίπτωση που δεν τα ζήτησε ρητώς και χωρίς να υποχρεούται να λάβει υπόψη τα τελευταία αυτά αποδεικτικά στοιχεία.
62 Εν προκειμένω, η δέσμη των ενδείξεων που εκτίθενται στις σκέψεις 54 έως 58 ανωτέρω τείνει να καταδείξει ότι η Επιτροπή βρισκόταν στην πρώτη κατάσταση που εκτίθεται στη σκέψη 61 ανωτέρω και, εν πάση περιπτώσει, στη δεύτερη κατάσταση που εκτίθεται στην εν λόγω σκέψη. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι συμπληρωματικές πληροφορίες ελήφθησαν κατόπιν επικοινωνίας μεταξύ της Επιτροπής και της παρεμβαίνουσας, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι οι πληροφορίες αυτές δεν κατατέθηκαν αυτοβούλως από την παρεμβαίνουσα ή με δική της πρωτοβουλία και ότι, προφανώς, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να συλλέξει και να λάβει υπόψη τις εν λόγω πληροφορίες. Επομένως, ουδεμία παραβίαση των αρχών που απορρέουν συναφώς από την αναιρετική απόφαση μπορεί να συναχθεί εν προκειμένω.
63 Κατά μείζονα λόγο, επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή δικαιούτο να συλλέξει τις συμπληρωματικές πληροφορίες εφόσον το έκρινε σκόπιμο, δεδομένου ότι, κατά τη νομολογία, εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εξακριβώσει αν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης παρέλειψαν να λάβουν υπόψη ουσιώδη στοιχεία προκειμένου να διαπιστωθεί, μεταξύ άλλων, αν τα στοιχεία του φακέλου εξετάσθηκαν με όλη την απαιτούμενη επιμέλεια ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι η κανονική αξία του οικείου προϊόντος καθορίστηκε με κατάλληλο και εύλογο τρόπο [πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 1ης Ιουνίου 2022, Krasnyj Octyabr κατά EUIPO – Pok?j (KR?WKA MLECZNA Milk FUDGE), T-363/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:321, σκέψη 120 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
64 Εν προκειμένω, στο σημείο 4.1 της ανακοίνωσης για την έναρξη επανεξέτασης αναφέρεται ότι, «με την επιφύλαξη των ισχυρισμών ότι οι εγχώριες τιμές στην οικεία χώρα είναι αναξιόπιστες, ο αιτών παρείχε επίσης αποδεικτικά στοιχεία για την κανονική αξία με βάση τις πραγματικές εγχώριες τιμές στην οικεία χώρα». Τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία του άρθρου 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι, κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας, πρέπει να λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη, κατά προτεραιότητα, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις τιμή, προκειμένου να αποδειχθεί η κανονική αξία (απόφαση της 14ης Ιουλίου 2021, Interpipe Niko Tube και Interpipe Nizhnedneprovsky Tube Rolling Plant κατά Επιτροπής, T-716/19, EU:T:2021:457, σκέψη 57), όπερ αντιστοιχεί, εν προκειμένω, στα αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο και περιλαμβάνονται στις συμπληρωματικές πληροφορίες. Επομένως, όσον αφορά τη σκοπιμότητα συλλογής εκ μέρους της Επιτροπής των συμπληρωματικών πληροφοριών, η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του βασικού κανονισμού προκειμένου να εκτιμήσει αν η ενοποιημένη αίτηση περιείχε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, ώστε να δικαιολογείται η έναρξη της επανεξέτασης.
65 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται ότι οι συμπληρωματικές πληροφορίες, σχετικά με τους υπολογισμούς που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο, δεν παρασχέθηκαν «κατόπιν αιτήματος» της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
2. Επί της δεύτερης και της τρίτης αιτιάσεως, με τις οποίες προβάλλεται ότι, στην ενοποιημένη αίτηση, τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη μέθοδο που βασίζεται στην κατασκευασμένη κανονική αξία και τα αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο είναι ανεπαρκή
α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
66 Όπως προκύπτει από το σημείο 4.1 της ανακοίνωσης για την έναρξη επανεξέτασης που παρατίθεται στη σκέψη 12 ανωτέρω, η Επιτροπή θεώρησε τις ακόλουθες πληροφορίες ως επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την πιθανότητα συνέχισης του ντάμπινγκ:
– μια κανονική αξία η οποία υπολογίστηκε με βάση το κόστος κατασκευής στη Ρωσία και τεκμηριώνεται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την απουσία αξιόπιστων στοιχείων σχετικά με τις εγχώριες τιμές «κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, και για την οποία το κόστος του φυσικού αερίου προσαρμόστηκε σε συνάρτηση με τα έξοδα μεταφοράς, στα οποία προστέθηκαν τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και διοικητικά έξοδα και το σύνηθες κέρδος στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (μέθοδος που βασίζεται στην κατασκευασμένη κανονική αξία)
– μια κανονική αξία με βάση τις πραγματικές εγχώριες τιμές στη Ρωσία (εμπορική μέθοδος)
– σύγκριση αυτής της κατασκευασμένης κανονικής αξίας και των πραγματικών εγχώριων τιμών με τις τιμές εξαγωγής προς την Ένωση και τη Βραζιλία, προσαρμοσμένες σε επίπεδο τιμών εκ του εργοστασίου του υπό επανεξέταση προϊόντος όταν πωλείται για εξαγωγή στη Βραζιλία, με την τελευταία περίπτωση να αντιπροσωπεύει πάνω από το 40 % των ρωσικών εξαγωγών του εν λόγω προϊόντος.
67 Η Επιτροπή, στο τέλος του σημείου 4.1 της ανακοίνωσης για την έναρξη επανεξέτασης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ανεξαρτήτως της μεθοδολογίας που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της κανονικής αξίας ή του προορισμού των εξαγωγικών πωλήσεων, τα περιθώρια ντάμπινγκ είναι σημαντικά για τη Ρωσία.
68 Συναφώς, από την αναιρετική απόφαση προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή δεν δεσμεύεται από τα αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αρχική αίτηση, δεδομένου ότι τούτο θα μπορούσε να την υποχρεώσει να απορρίψει αίτηση επανεξέτασης σε περίπτωση που έχει στη διάθεσή της πιο πρόσφατα αποδεικτικά στοιχεία, μολονότι δύναται πάντοτε να αποφασίσει να διενεργήσει αυτεπαγγέλτως επανεξέταση.
69 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στις δύο μεθόδους που μνημονεύονται στο σημείο 4.1 της ανακοίνωσης για την έναρξη επανεξέτασης για να δικαιολογήσει την έναρξη της επανεξέτασης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ανεξαρτήτως της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό της κανονικής αξίας ή του προορισμού των εξαγωγικών πωλήσεων, τα περιθώρια ντάμπινγκ ήταν σημαντικά. Εξ αυτού προκύπτει ότι, στο μέτρο που η Επιτροπή διέθετε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία βάσει της μιας ή της άλλης προαναφερθείσας μεθόδου, ή ακόμη βάσει αμφοτέρων των μεθόδων, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, μπορούσε να κινήσει διαδικασία επανεξέτασης.
70 Εξάλλου, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 64 ανωτέρω, τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία του άρθρου 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι, κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας, πρέπει να λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη, κατά προτεραιότητα, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις τιμή, προκειμένου να αποδειχθεί η κανονική αξία (απόφαση της 14ης Ιουλίου 2021, Interpipe Niko Tube και Interpipe Nizhnedneprovsky Tube Rolling Plant κατά Επιτροπής, T-716/19, EU:T:2021:457, σκέψη 57), όπερ αντιστοιχεί, εν προκειμένω, στα αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο και περιλαμβάνονται στις συμπληρωματικές πληροφορίες.
71 Ως εκ τούτου, τίποτε δεν εμπόδιζε, κατ’ αρχήν, όπως επισημαίνεται, κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 59 έως 61 της αναιρετικής αποφάσεως, την Επιτροπή να εξετάσει αν η ενοποιημένη αίτηση περιείχε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία βάσει των συμπληρωματικών πληροφοριών σχετικά με τους υπολογισμούς που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο.
72 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, είναι σκόπιμο να εξεταστεί κατ’ αρχάς η τρίτη αιτίαση των προσφευγουσών, με την οποία προβάλλεται ότι οι υπολογισμοί του ντάμπινγκ που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο δεν συνιστούν επαρκές αποδεικτικό στοιχείο της πιθανότητας ντάμπινγκ.
73 Συναφώς, για τους σκοπούς της εν λόγω εξέτασης, πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής και, ειδικότερα, σε ζητήματα μέτρων εμπορικής άμυνας, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών και πολιτικών καταστάσεων που οφείλουν να εξετάζουν (βλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2023, Vitol, C-268/22, EU:C:2023:508, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
74 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εξέταση της πιθανότητας συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ και της ζημίας προϋποθέτει την εκτίμηση πολύπλοκων οικονομικών ζητημάτων και ότι, ως εκ τούτου, ο δικαστικός έλεγχος της εκτίμησης αυτής πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση της τήρησης των κανόνων διαδικασίας, της ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών που ελήφθησαν υπόψη, της έλλειψης πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως των περιστατικών αυτών και της έλλειψης καταχρήσεως εξουσίας (πρβλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, Ikea Wholesale, C-351/04, EU:C:2007:547, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
75 Επιπλέον, όσον αφορά σφάλματα κατά τον υπολογισμό των περιθωρίων ντάμπινγκ που λαμβάνει υπόψη την κανονική αξία βάσει των πραγματικών εγχώριων τιμών και τις τιμές εξαγωγής, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει της αρχής της χρηστής διοικήσεως, στην περίπτωση που τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ο σεβασμός των εγγυήσεων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών αποκτά ακόμη πιο θεμελιώδη σημασία. Μεταξύ των εγγυήσεων αυτών περιλαμβάνεται, ιδίως, η υποχρέωση του αρμοδίου θεσμικού οργάνου να εξετάζει, με επιμέλεια και αμεροληψία, όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως (αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2006, Shandong Reipu Biochemicals κατά Συμβουλίου, T-413/03, EU:C:2006:211, σκέψη 63, και της 25ης Ιουνίου 2015, PT Musim Mas κατά Συμβουλίου, T-26/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:437, σκέψη 112).
76 Εντούτοις, πρέπει επίσης να υπομνησθεί, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 41 ανωτέρω, ότι η αρχή της χρηστής διοικήσεως δεν μπορεί να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποδείξει, ήδη από την υποβολή αίτησης επανεξέτασης, ότι η λήξη της ισχύος των μέτρων είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας, όπερ αποτελεί τις σχετικές με την απόδειξη απαιτήσεις προκειμένου να προσδιορισθεί η ζημία κατά το πέρας μιας τέτοιας επανεξέτασης βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, αλλά ότι η αρχή αυτή έχει ως μόνο αποτέλεσμα να επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να εξακριβώσει αν η αίτηση περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το ότι η κατάργηση των εν λόγω μέτρων θα ευνοούσε μια τέτοια πιθανότητα.
77 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών πρέπει να αναλυθούν, διαδοχικά, τα προβαλλόμενα σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή κατά την εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο.
β) Επί της επάρκειας των αποδεικτικών στοιχείων που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο (τρίτη αιτίαση)
78 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι υπολογισμοί του περιθωρίου ντάμπινγκ που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο, η οποία συγκρίνει τις ρωσικές εγχώριες τιμές ύψους 142 ευρώ ανά τόνο ως κανονική αξία με τις τιμές εξαγωγής προς την Ένωση, την Εσθονία και τη Βραζιλία, ενέχουν σφάλματα τα οποία η Επιτροπή όφειλε να παρατηρήσει και να διορθώσει. Συνακόλουθα, τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται στην ενοποιημένη αίτηση, δεν αρκούν για να αποδείξουν την πιθανότητα συνέχισης του ντάμπινγκ κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφοι 2 και 5, και του άρθρου 5, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού. Επομένως, κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει την ακρίβεια και την επάρκεια των αποδεικτικών αυτών στοιχείων, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παρέβη το καθήκον της να εξετάσει με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία.
79 Συναφώς, οι προσφεύγουσες προβάλλουν έξι επιχειρήματα, τα οποία αντικρούει στο σύνολό τους η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την παρεμβαίνουσα.
1) Επί του πρώτου επιχειρήματος, που αφορά τις ρωσικές δαπάνες σιδηροδρομικής εφοδιαστικής
80 Με το πρώτο επιχείρημά τους, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εγχώριες τιμές στη Ρωσία ουδέποτε κοινοποιήθηκαν στα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι εγχώριες τιμές που κοινοποίησε η Chemcourier στηρίζονται σε βάση FOB (free on board) και όχι σε βάση EXW [ex works (τιμή εκ του εργοστασίου)], όπως υποστηρίζει η παρεμβαίνουσα στην ενοποιημένη αίτηση.
81 Στο μέτρο, όμως, που η παρεμβαίνουσα παραδέχεται ότι το κόστος της ρωσικής σιδηροδρομικής εφοδιαστικής μπορεί να είναι σημαντικό, η κανονική αξία είναι πιθανώς υπερβολική, λόγω του ότι δεν δηλώθηκε σε βάση EXW, αλλά σε βάση FOB.
82 Δεδομένου, αφενός, ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι οι τιμές αυτές στηρίζονταν πράγματι σε βάση EXW και, αφετέρου, ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαία καμία προσαρμογή, το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν μερίμνησε για την επάρκεια και την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων, με αποτέλεσμα την ανεπάρκεια των εν λόγω στοιχείων.
83 Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, τις τιμές που ίσχυαν στη ρωσική εγχώρια αγορά, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η κανονική αξία ήταν «πιθανώς υπερβολική, λόγω του ότι δεν [είχε] δηλωθεί σε βάση EXW, αλλά σε βάση FOB». Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, αφενός, οι προσφεύγουσες επικρίνουν τη χρήση εγχώριας τιμής ύψους 142 ευρώ ανά τόνο, ενώ επικαλούνται, στον πίνακα που περιλαμβάνεται τόσο στο σημείο 92 του δικογράφου της προσφυγής όσο και στο σημείο 69 των παρατηρήσεων των προσφευγουσών επί της αναπομπής, το ίδιο αυτό ποσό στη στήλη με τα «ακριβή αριθμητικά στοιχεία» που θα έπρεπε να είχαν χρησιμοποιηθεί. Αφετέρου, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, οι προσφεύγουσες δεν αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους η εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην ενοποιημένη αίτηση είναι προδήλως εσφαλμένη, λαμβανομένης υπόψη της εσωτερικής τιμής που έγινε δεκτή με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, ύψους 145 ευρώ ανά τόνο, ποσό το οποίο εξάλλου δεν αμφισβητούν.
84 Επομένως, δεδομένου ότι οι απαιτήσεις ως προς την απόδειξη, προκειμένου να δικαιολογηθεί η έναρξη της επανεξέτασης κατά το προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας επανεξέτασης, είναι χαμηλότερες από εκείνες που ισχύουν για την απόδειξη της ζημίας κατόπιν μιας τέτοιας επανεξέτασης, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 33 έως 41 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στηριζόμενη σε εκτίμηση της εγχώριας τιμής ανερχόμενη στο ύψος των 142 ευρώ ανά τόνο, όπως παρατίθεται στην ενοποιημένη αίτηση. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον η διαφορά μεταξύ της αξίας αυτής και εκείνης που τελικώς καθορίστηκε κατά το πέρας της επανεξέτασης είναι ήσσονος σημασίας. Πράγματι, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα και χρησιμοποίησε η Επιτροπή κατά το στάδιο της έναρξης της επανεξέτασης είναι προκαταρκτικά και ενδεικτικά, υπό την έννοια ότι πρέπει να χρησιμεύουν αποκλειστικώς και μόνον για την τεκμηρίωση της πιθανότητας συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ και της ζημίας.
85 Εν συνεχεία, στο μέτρο που οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι δεν είχαν πρόσβαση στη μέθοδο καθορισμού των εγχώριων τιμών, η οποία μνημονεύεται στη σελίδα 35 της ενοποιημένης αίτησης, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να προσδιορίσουν αν οι τιμές αυτές είχαν δοθεί σε βάση EXW ή σε βάση FOB, επισημαίνεται ότι η πληροφορία αυτή παρασχέθηκε από την Επιτροπή με το παράρτημα F.1, ως απάντηση σε μέτρο διεξαγωγής αποδείξεων του Γενικού Δικαστηρίου. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το παράρτημα αυτό επιβεβαιώνει ότι οι εγχώριες τιμές, οι οποίες παρασχέθηκαν για το έτος 2018 με την ενοποιημένη αίτηση, όντως καθορίστηκαν σε βάση EXW και ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στις τιμές αυτές.
86 Ως εκ τούτου, το πρώτο επιχείρημα είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.
2) Επί του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου επιχειρήματος, που αφορούν τον καθορισμό των τιμών εξαγωγής
87 Όσον αφορά το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο επιχείρημα των προσφευγουσών, διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι, μολονότι το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού προβλέπει ρητώς την υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη οι «τιμ[ές] όλων των συναλλαγών με αντικείμενο εξαγωγές», από το γράμμα της διάταξης προκύπτει ότι αυτή αποσκοπεί στον προσδιορισμό των μεθόδων υπολογισμού των περιθωρίων ντάμπινγκ «κατά την περίοδο έρευνας» και όχι κατά το στάδιο της έναρξης της επανεξέτασης. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή να αξιολογεί, στο πλαίσιο του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, πληροφορίες ή παράγοντες που βαίνουν πέραν των όσων υποχρεούται να παράσχει η παρεμβαίνουσα δυνάμει της διατάξεως αυτής.
i) Επί του δευτέρου επιχειρήματος, που αφορά τις τιμές εξαγωγής στην Ένωση
88 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η παρεμβαίνουσα, για τον καθορισμό της τιμής εξαγωγής προς την Ένωση, «διόρθωσε» τα αριθμητικά στοιχεία της Eurostat για να αποκλείσει τις τιμές που θεωρούσε υπερβολικά υψηλές και χρησιμοποίησε την τιμή των 160 ευρώ ανά τόνο, αντί εκείνης των 176 ευρώ ανά τόνο.
89 Κατά τις προσφεύγουσες, η χρήση «διορθωμένων» αριθμητικών στοιχείων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τη «χαμηλή ποσότητα». Συναφώς, αφενός, τα αριθμητικά στοιχεία της Eurostat που υπέστησαν επεμβάσεις αποκλείουν το 14 % των συνολικών εισαγωγών στην Ένωση, και ειδικότερα τις εισαγωγές στη Φινλανδία, χωρίς άλλη δικαιολογία πλην της υψηλότερης τιμής τους.
90 Ωστόσο, η Φινλανδία είναι ο τρίτος προορισμός εισαγωγής νιτρικού αμμωνίου το 2018, με 8 200 τόνους, και ο μόνος προορισμός στον οποίο οι εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους σε σταθερές τιμές, οι οποίες, επομένως, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ακραίες. Αντιθέτως, μικρές ποσότητες εισαγωγών, που προέρχονταν από την Ελλάδα ή τη Λιθουανία, δεν υπέστησαν επεμβάσεις.
91 Αφετέρου, όπως παραδέχθηκε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 55 του προσβαλλόμενου κανονισμού, τα επίμαχα μέτρα αφορούν τόσο το νιτρικό αμμώνιο για γεωργική χρήση όσο και το νιτρικό αμμώνιο βιομηχανικής ποιότητας, το οποίο πωλείται σε υψηλότερες τιμές απ’ ό,τι το πρώτο και σε πολύ μικρότερες ποσότητες. Το αποτέλεσμα αυτής της «διόρθωσης» είναι ότι η παρεμβαίνουσα κατέληξε τεχνητά στο συμπέρασμα ότι οι εξαγωγές προς την Ένωση αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ.
92 Συναφώς, όσον αφορά τις τιμές εξαγωγής προς την Ένωση, η ενοποιημένη αίτηση μνημόνευε, στο μη εμπιστευτικό παράρτημα 25, τόσο τα πραγματικά στοιχεία της Eurostat όσο και τα στοιχεία που είχαν «διορθωθεί» από την παρεμβαίνουσα, η οποία θεωρούσε τα πρώτα ως υπερβολικά υψηλά. Συναφώς, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι χρησιμοποίησε τα «διορθωμένα» στοιχεία που βασίζονταν στον κύριο προορισμό εξαγωγής. Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων ως προς την απόδειξη οι οποίες ισχύουν για την Επιτροπή, όπως εκτίθεται στη σκέψη 41 ανωτέρω, η Επιτροπή μπορούσε να σχηματίσει εντύπωση για την πιθανότητα συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ και της ζημίας βάσει των αριθμητικών αυτών στοιχείων, χωρίς ωστόσο να υποχρεούται, κατά το στάδιο της έναρξης της επανεξέτασης, να αποφανθεί επί της ακρίβειάς τους.
93 Ως εκ τούτου, το ζήτημα με ποιον τρόπο και για ποιον λόγο η παρεμβαίνουσα διόρθωσε τα αριθμητικά στοιχεία μόνο για ορισμένες εξαγωγές δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της νομιμότητας του προσβαλλόμενου κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα επίμαχα διορθωμένα δεδομένα.
94 Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στηριζόμενη, κατά το στάδιο της έναρξης της επανεξέτασης, στις πλέον αντιπροσωπευτικές εξαγωγές, ήτοι στις εξαγωγές με τον μεγαλύτερο όγκο πωλήσεων, οι οποίες αντιστοιχούν, γενικώς, στο χύδην νιτρικό αμμώνιο για γεωργική χρήση. Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι εν λόγω πλέον αντιπροσωπευτικές εξαγωγές αποδείκνυαν επαρκώς, αφ’ εαυτών, την πιθανότητα συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ και της ζημίας. Εξάλλου, τούτο δεν σημαίνει ότι το νιτρικό αμμώνιο για βιομηχανική χρήση, το οποίο, όπως ορθώς επισημαίνουν οι προσφεύγουσες, αποτελούσε αντικείμενο των ίδιων μέτρων αντιντάμπινγκ δυνάμει της αιτιολογικής σκέψεως 55 του προσβαλλόμενου κανονισμού, δεν ελήφθη μεταγενέστερα υπόψη από την Επιτροπή κατά την έρευνα επανεξέτασης.
95 Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, ακόμη και κατά την προκαταρκτική φάση που προηγείται της έναρξης της επανεξέτασης, οι προσφεύγουσες δεν αποδεικνύουν ότι οι εξαγωγές των οποίων τα αριθμητικά στοιχεία έχουν διορθωθεί αφορούσαν τις εξαγωγές νιτρικού αμμωνίου για βιομηχανική χρήση.
96 Επομένως, το δεύτερο επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
ii) Επί του τρίτου επιχειρήματος, που αφορά τις τιμές εξαγωγής προς την Εσθονία
97 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι ισχυρισμοί περί ντάμπινγκ που στηρίζονται στις τιμές εξαγωγής προς την Εσθονία δεν ασκούν επιρροή, δεδομένου ότι η Ένωση πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενιαία αγορά και οι υπολογισμοί που αντικατοπτρίζουν τις τιμές εξαγωγής προς ένα μόνο κράτος μέλος δεν είναι αντιπροσωπευτικοί των οικείων όγκων και, ως εκ τούτου, είναι μη νόμιμοι, δυνάμει του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού. Το σημείο 4.1 της ανακοίνωσης για την έναρξη επανεξέτασης δεν αναφέρεται καν στους υπολογισμούς που στηρίζονται στις τιμές εξαγωγής προς την Εσθονία και μόνο, πράγμα που αποδεικνύει ότι η Επιτροπή δεν θεώρησε τους εν λόγω υπολογισμούς αντιπροσωπευτικούς και επαρκείς για να αποδείξουν την πιθανότητα ντάμπινγκ.
98 Εν προκειμένω, αφενός, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν ότι περίπου το 50 % των εξαγωγών ρωσικού νιτρικού αμμωνίου, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν το 2018, είχαν προορισμό την Εσθονία.
99 Συναφώς, επισημαίνεται ότι στην έκθεση της ειδικής ομάδας του ΠΟΕ της 22ας Απριλίου 2003, με τίτλο «Αργεντινή – Οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ για το κρέας πουλερικών από τη Βραζιλία» (WT/DS241/R, παράγραφος 7.67), αναφέρεται ότι, κατά την έναρξη επανεξέτασης, μπορεί να αρκεί η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την έρευνα να στηρίξει την απόφασή της για την έναρξη της εν λόγω έρευνας σε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εγχώριες πωλήσεις σε σημαντική αγορά της χώρας εξαγωγής που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας.
100 Αφετέρου, όπως προκύπτει από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στη σκέψη 87 ανωτέρω, η Επιτροπή μπορούσε νομίμως να στηριχθεί στους υπολογισμούς σχετικά με τις τιμές εξαγωγής προς την Εσθονία και μόνον. Εν πάση περιπτώσει, και όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, διαπιστώνεται ότι τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με την Εσθονία αποτελούν απλώς ένα αποδεικτικό στοιχείο μεταξύ άλλων, δεδομένου ότι η παρεμβαίνουσα δεν περιορίστηκε στο να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τις τιμές εξαγωγής προς το κράτος αυτό, αλλά συμπλήρωσε επίσης τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία και με άλλους υπολογισμούς σχετικούς με τις εξαγωγές προς την Ένωση και τη Βραζιλία, γεγονός που παρέσχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να συγκεντρώσει δέσμη ενδείξεων ικανών να τεκμηριώσουν ότι διέθετε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να θεωρήσει ότι η κατάργηση των επίμαχων μέτρων θα ευνοούσε την πιθανότητα συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ.
101 Συμπληρωματικώς, επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι το σημείο 4.1 της ανακοίνωσης για την έναρξη επανεξέτασης δεν αναφέρεται ειδικώς στους υπολογισμούς που στηρίζονται στις τιμές εξαγωγής προς την Εσθονία ουδόλως αποδεικνύει ότι οι υπολογισμοί αυτοί δεν ήταν αντιπροσωπευτικοί προκειμένου να τεκμηριωθεί η διαπίστωση ότι η κατάργηση των επίμαχων μέτρων θα ευνοούσε την πιθανότητα συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ.
102 Πράγματι, το γεγονός ότι το σημείο 4.1 της ανακοίνωσης για την έναρξη επανεξέτασης αναφέρει ότι οι πραγματικές εγχώριες τιμές συγκρίθηκαν με τις τιμές εξαγωγής, μεταξύ άλλων, προς την Ένωση, αρκεί, δεδομένου ότι η Ένωση περιλαμβάνει και την Εσθονία.
103 Ως εκ τούτου, το τρίτο επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
iii) Επί του τετάρτου επιχειρήματος, που αφορά τις τιμές εξαγωγής προς τη Βραζιλία
104 Όσον αφορά το τέταρτο επιχείρημά τους, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, κατά πρώτον, ότι οι τιμές εξαγωγής προς τη Βραζιλία ενέχουν θεμελιώδη σφάλματα, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει από αυτές ντάμπινγκ προς τη Βραζιλία. Κατ’ αρχάς, το μη εμπιστευτικό παράρτημα 10 της ενοποιημένης αίτησης αναφέρει τον ίδιο όγκο και την ίδια τιμή νιτρικού αμμωνίου εξαγόμενου προς τη Βραζιλία και εξαγόμενου παγκοσμίως, πράγμα που είναι ανακριβές, διότι η Ρωσία εξάγει επίσης νιτρικό αμμώνιο και προς άλλες χώρες.
105 Εν συνεχεία, στη σελίδα 42 της ενοποιημένης αίτησης γίνεται αναφορά σε τιμή εξαγωγής FOB ύψους 148 ευρώ ανά τόνο, ενώ το μη εμπιστευτικό παράρτημα 10 αναφέρει μέση τιμή 150 ευρώ FOB ανά τόνο, μια τέτοια δε διαφορά δεν είναι επουσιώδης.
106 Τέλος, οι στατιστικές εξαγωγών που προσκομίστηκαν με το μη εμπιστευτικό παράρτημα 10 αναφέρονται σε επίπεδο FOB από ρωσικό λιμένα. Η παρεμβαίνουσα, όμως, προέβη σε προσαρμογή στο επίπεδο EXW κατά 25 ευρώ ανά τόνο, αφαιρώντας το κόστος μεταφοράς, όπερ είναι υπερβολικό, αφ’ ης στιγμής παραδέχθηκε, στην ενοποιημένη αίτηση, ότι η ετήσια μέση αξία των λιμενικών τελών και της εσωτερικής σιδηροδρομικής εφοδιαστικής ανερχόταν σε 6 ευρώ ανά τόνο κατά την περίοδο έρευνας.
107 Οι προσφεύγουσες προσθέτουν, κατά δεύτερον, ότι, κατά το σημείο 4.1 της ανακοίνωσης για την έναρξη επανεξέτασης, οι εξαγωγές προς τη Βραζιλία χρησιμοποιήθηκαν για να αποδειχθεί η «πιθανότητα συνέχισης της πρακτικής ντάμπινγκ» και όχι ως «απόδειξη της επανάληψης του ντάμπινγκ», οπότε κακώς η Επιτροπή επιχειρεί να προβεί σε εκ των υστέρων εξορθολογισμό των συμπερασμάτων της.
108 Συναφώς, κατά πρώτον, διαπιστώνεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, το μη εμπιστευτικό παράρτημα 10 δεν αντιφάσκει προς το ποσό των 148 ευρώ ανά τόνο που αναγράφεται στον πίνακα που περιλαμβάνεται στη σελίδα 42 της ενοποιημένης αίτησης. Συγκεκριμένα, το παράρτημα αυτό καθορίζει τις τιμές εξαγωγής προς τη Βραζιλία σε μηνιαία βάση, μεταξύ Ιανουαρίου 2018 και Ιανουαρίου 2019, και ο πίνακας που περιλαμβάνεται στη σελίδα 42 της ενοποιημένης αίτησης επαναλαμβάνει μια σταθμισμένη μέση τιμή εξαγωγής.
109 Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ποσό των 150 ευρώ ανά τόνο, το οποίο οι προσφεύγουσες θεωρούν ακριβές, προέρχεται από νέο υπολογισμό της μέσης τιμής, ο οποίος παρατίθεται στο παράρτημα 7 των σχολίων της Ένωσης Ρώσων Παραγωγών Λιπασμάτων (ΕΡΠΛ) της 30ής Οκτωβρίου 2019 και στηρίχθηκε στο μη εμπιστευτικό παράρτημα 10. Ωστόσο, ο νέος αυτός υπολογισμός δεν μπορούσε να είναι γνωστός στην Επιτροπή κατά τον χρόνο της ανακοίνωσης για την έναρξη επανεξέτασης, δεδομένου ότι αυτή δημοσιεύθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, και δεν μπορεί να προσαφθεί στην παρεμβαίνουσα ότι δεν τον προσκόμισε με την ενοποιημένη αίτηση, διότι τούτο θα προϋπέθετε ότι είχε στη διάθεσή της τα στοιχεία σχετικά με τις ακριβείς ποσότητες νιτρικού αμμωνίου που εξήχθησαν στη Βραζιλία το 2018, πράγμα που δεν μπορεί ευλόγως να αναμένεται από τους παραγωγούς της Ένωσης, και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αναμένεται κατά το προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας επανεξέτασης.
110 Εν πάση περιπτώσει, και όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, αυτή η διαφορά τιμών είναι ήσσονος σημασίας και, παρά το γεγονός ότι τα επίμαχα αριθμητικά στοιχεία δεν είναι ακριβή, εξακολουθούν να είναι παρόμοια, με αποτέλεσμα να μην αναιρείται το γεγονός ότι το εν λόγω αποδεικτικό στοιχείο αρκεί για να τεκμηριώσει το ότι η κατάργηση των επίμαχων μέτρων θα ευνοούσε την πιθανότητα συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ. Επομένως, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στηριζόμενη στα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία.
111 Εξάλλου, από τον επίμαχο πίνακα του μη εμπιστευτικού παραρτήματος 10 προκύπτει σαφώς ότι οι τιμές εξαγωγής είναι τιμές FOB, ενώ οι τιμές EXW είναι οι ρωσικές εγχώριες τιμές. Τα δεδομένα αυτά, τα οποία περιλαμβάνονται στο μη εμπιστευτικό παράρτημα 26, προέρχονται, επιπλέον, από την Trade Data Monitor, η οποία εμφανίζεται ως ο πρώτος παγκόσμιος προμηθευτής εμπορικών στατιστικών για τις κυβερνήσεις, τις επιχειρήσεις, τους κατασκευαστές και τα δικηγορικά γραφεία. Οι προσφεύγουσες δεν αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους τα δεδομένα αυτά ήταν προδήλως εσφαλμένα για την έναρξη της επανεξέτασης, εκτός αν θεωρηθεί ότι η Επιτροπή προέβη σε υπερβολικές προσαρμογές των τιμών εξαγωγής για το κόστος μεταφοράς, όπερ θα αναλυθεί κατωτέρω στο πλαίσιο του πέμπτου επιχειρήματος των προσφευγουσών.
112 Κατά δεύτερον, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των προσφευγουσών σχετικά με τις διαφορετικές βάσεις επί των οποίων η Επιτροπή στήριξε, αντιστοίχως, την κίνηση και τη διεξαγωγή της διαδικασίας επανεξέτασης. Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση, κατά την αιτιολογική σκέψη 27 του προσβαλλόμενου κανονισμού και χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τις προσφεύγουσες, ότι η Επιτροπή επισήμανε ότι είναι απολύτως εφικτό και νομικώς αποδεκτό τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο αιτών την επανεξέταση να καταδεικνύουν την πιθανότητα συνέχισης του ντάμπινγκ, ενώ η έρευνα επανεξέτασης θα αποδείξει, με βάση τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν από τα ενδιαφερόμενα μέρη και επαληθεύτηκαν σε συνεργασία με αυτά, ότι το ντάμπινγκ είναι στην πραγματικότητα πιθανό να επαναληφθεί. Επομένως, η ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που τείνουν να καταδείξουν ότι η κατάργηση των επίμαχων μέτρων θα ευνοούσε την πιθανότητα συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ αρκεί για την κίνηση σχετικής έρευνας.
113 Εξ αυτού συνάγεται ότι το ζήτημα κατά πόσον οι εξαγωγές προς τη Βραζιλία χρησιμοποιήθηκαν ως απόδειξη της πιθανότητας συνέχισης του ντάμπινγκ ή επανάληψης του ντάμπινγκ δεν ασκεί επιρροή κατά το προκαταρκτικό στάδιο πριν από την έναρξη της επανεξέτασης. Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι οι προσφεύγουσες δεν βάλλουν κατά των εκτιμήσεων της Επιτροπής σχετικά με την πιθανότητα επανάληψης του ντάμπινγκ και της ζημίας που εκτίθενται στα σημεία 3.3 και 4 της ανακοίνωσης για την έναρξη επανεξέτασης.
114 Για τους ίδιους λόγους, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι οι υπολογισμοί που περιλαμβάνονται στην ενοποιημένη αίτηση δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν από τον προσβαλλόμενο κανονισμό, δεδομένου ότι αφορούν διαφορετική περίοδο έρευνας. Πράγματι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 112 ανωτέρω, αρκεί η ενοποιημένη αίτηση να περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ικανά να αποδείξουν την πιθανότητα ντάμπινγκ, με την επιφύλαξη διακύμανσης των εν λόγω υπολογισμών κατά την περίοδο έρευνας που αρχίζει με την έναρξη της επανεξέτασης.
115 Ως εκ τούτου, το τέταρτο επιχείρημα είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.
3) Επί του πέμπτου επιχειρήματος, που αφορά τις προσαρμογές του κόστους μεταφοράς και φόρτωσης
116 Με το πέμπτο επιχείρημά τους, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η χρήση προσαρμογών για το κόστος μεταφοράς και φόρτωσης που διαφέρουν ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο υπολογισμού της κανονικής αξίας δεν είναι δικαιολογημένη και καταλήγει σε τεχνητό συμπέρασμα σχετικά με την πιθανότητα συνέχισης του ντάμπινγκ.
117 Συναφώς, αφενός, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η παρεμβαίνουσα εφάρμοσε την ίδια προσαρμογή των 25 ευρώ ανά τόνο στην Εσθονία, τη Βραζιλία και την Ένωση, παραπέμποντας στο παράρτημα με τίτλο «Παράρτημα περιορισμένης πρόσβασης VIII/ αντίστοιχο μη εμπιστευτικό παράρτημα VIII», χωρίς καμία ειδική εκτίμηση σχετικά με κάθε προορισμό, ενώ το κόστος της σιδηροδρομικής εφοδιαστικής δεν ήταν το ίδιο.
118 Αφετέρου, και εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να γίνει διαφορετική προσαρμογή ανάλογα με τη χρησιμοποιηθείσα μέθοδο και ότι η παρεμβαίνουσα χρησιμοποίησε απλώς το ποσό του κόστους μεταφοράς που ενίσχυε τον ισχυρισμό της σχετικά με την πιθανότητα ντάμπινγκ, οπότε, αν είχε προβεί σε προσαρμογή κατά 6 ευρώ ανά τόνο, αντί κατά 25 ευρώ ανά τόνο, δεν θα ήταν σε θέση να επικαλεστεί οποιαδήποτε πιθανότητα ντάμπινγκ.
119 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, βεβαίως, η παρεμβαίνουσα παραδέχθηκε ότι η ετήσια μέση αξία των λιμενικών τελών και της εσωτερικής σιδηροδρομικής εφοδιαστικής στη Ρωσία ανερχόταν σε 6 ευρώ ανά τόνο κατά την περίοδο έρευνας και ότι το κόστος αυτό υπολογίστηκε σύμφωνα με τη μέθοδο που βασίζεται στην κατασκευασμένη κανονική αξία, η οποία στηριζόταν στην κατάσταση του εργοστασίου Acron Novgorod, το οποίο γειτνιάζει με τα σύνορα μεταξύ Ρωσίας και Ένωσης.
120 Εντούτοις, η παρεμβαίνουσα προσκόμισε επίσης τις πραγματικές εγχώριες τιμές σύμφωνα με την εμπορική μέθοδο τις οποίες είχε στη διάθεσή της και οι οποίες ήταν οι τιμές ενός άλλου εργοστασίου, πιο απομακρυσμένου από τα ρωσικά σύνορα, ήτοι του εργοστασίου Novomoskovsk Eurochem.
121 Δεδομένου, όμως, ότι οι εν λόγω εγχώριες τιμές παρασχέθηκαν σε βάση EXW, ήταν αναγκαίο να γίνουν προσαρμογές σχετικά με το κόστος μεταφοράς και, ως εκ τούτου, ήταν δικαιολογημένο, στο πλαίσιο της χρήσης της εμπορικής μεθόδου, το εν λόγω κόστος να είναι υψηλότερο, δηλαδή να αποτιμάται σε 25 ευρώ ανά τόνο.
122 Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι, μολονότι οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην παρεμβαίνουσα ότι δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους προέβη στην ίδια προσαρμογή κατά 25 ευρώ ανά τόνο για καθέναν από τους εξαγωγικούς προορισμούς που ελήφθησαν υπόψη, ιδίως τη Βραζιλία, δεν προβάλλουν κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει για ποιον λόγο ο υπολογισμός αυτός ήταν εσφαλμένος και για ποιον λόγο η Επιτροπή έσφαλε καθόσον χρησιμοποίησε τον εν λόγω υπολογισμό ως αποδεικτικό στοιχείο που υποδηλώνει ότι η κατάργηση των επίμαχων μέτρων θα ευνοούσε την πιθανότητα συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ.
123 Πράγματι, εν πάση περιπτώσει, μικρή σημασία έχει ότι τα σημεία άφιξης για τον υπολογισμό του κόστους μεταφοράς είναι διαφορετικά για τις εξαγωγές προς την Ένωση και την Εσθονία (από μη καθορισμένο λιμένα στη Βαλτική Θάλασσα), αφενός, και για τις εξαγωγές προς τη Βραζιλία (από τον λιμένα της Muuga στην Εσθονία), αφετέρου πράγματι, δεν ήταν αναγκαίο η Επιτροπή να προσδιορίσει και να επαληθεύσει την ακριβή τοποθεσία των εν λόγω λιμένων εξαγωγής, δεδομένου ότι προσαρμογές συνδεόμενες με το κόστος μεταφοράς ήταν αναπόφευκτες, γεγονός που, ανεξάρτητα από το κόστος τους, αποτελούσε, κατά το στάδιο της έναρξης της επανεξέτασης, αποδεικτικό στοιχείο που υποδήλωνε ότι η κατάργηση των επίμαχων μέτρων θα ευνοούσε την πιθανότητα συνέχισης ή επανάληψης του ντάμπινγκ.
124 Ως εκ τούτου, το πέμπτο επιχείρημα είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.
4) Επί του έκτου επιχειρήματος, που αφορά το κόστος συσκευασίας του νιτρικού αμμωνίου σε σάκους
125 Όσον αφορά το έκτο επιχείρημα των προσφευγουσών, αυτές υποστηρίζουν, με τις παρατηρήσεις τους επί της αναπομπής, ότι η έλλειψη προσαρμογής για το κόστος συσκευασίας προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διαφορά τιμής μεταξύ του νιτρικού αμμωνίου που συσκευάζεται σε σάκους και του νιτρικού αμμωνίου χύδην δικαιολογεί, αφ’ εαυτής, τα περιθώρια ντάμπινγκ που προβάλλονται στο πλαίσιο των υπολογισμών που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο.
126 Οι προσφεύγουσες αναφέρουν, συναφώς, ότι υπάρχουν πλείονα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η συσκευασία του νιτρικού αμμωνίου σε σάκους συνεπάγεται προσαύξηση της τιμής σε σχέση με την τιμή του χύδην νιτρικού αμμωνίου και ότι, εφόσον αφαιρεθεί το ποσό της μέσης τιμής συσκευασίας από το ποσό των 142 ευρώ, η πραγματική κανονική αξία για τη Ρωσία είναι μικρότερη από τις μέσες τιμές εξαγωγής σε βάση EXW προς την Ένωση (διορθωμένες τιμές) (133 ευρώ ανά τόνο), προς την Εσθονία (120 ευρώ ανά τόνο) και προς τη Βραζιλία (123 ευρώ ανά τόνο), όπως αυτές εκτίθενται στην ενοποιημένη αίτηση.
127 Συνακόλουθα, οι προσφεύγουσες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, αν η παρεμβαίνουσα είχε προσαρμόσει ορθώς τις τιμές που δήλωσε η Chemcourier, παραλείποντας το κόστος που συνδέεται με τη συσκευασία του νιτρικού αμμωνίου σε σάκους, δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί την ύπαρξη ντάμπινγκ.
128 Συναφώς, σύμφωνα με το άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.
129 Εντούτοις, ισχυρισμός ή λόγος ο οποίος συνιστά ανάπτυξη ισχυρισμού ή λόγου που προβλήθηκε προηγουμένως, ρητώς ή εμμέσως, με το δικόγραφο της προσφυγής και ο οποίος συνδέεται στενά με αυτόν πρέπει να κρίνεται παραδεκτός (βλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2023, ITD και Danske Fragtm?nd κατά Επιτροπής, T-525/20, EU:T:2023:542, σκέψη 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Στο πλαίσιο αυτό, προκειμένου να θεωρηθεί ως ανάπτυξη λόγου ή αιτίασης που είχε προβληθεί προηγουμένως, ένα νέο επιχείρημα πρέπει να έχει αρκούντως στενό σύνδεσμο με τους λόγους ή τις αιτιάσεις που είχαν αρχικώς αναπτυχθεί στο δικόγραφο της προσφυγής ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της φυσιολογικής εξέλιξης της συζήτησης στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας (βλ. απόφαση της 5ης Μαΐου 2021, ITD και Danske Fragtm?nd κατά Επιτροπής, T-561/18, EU:T:2021:240, σκέψη 183 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
130 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το έκτο επιχείρημα προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με τις παρατηρήσεις επί της αναπομπής τις οποίες υπέβαλαν οι προσφεύγουσες. Μολονότι το επιχείρημα αυτό προβάλλεται προς στήριξη της τρίτης αιτίασης των προσφευγουσών, σύμφωνα με την οποία τα αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζονται στην εμπορική μέθοδο στην ενοποιημένη αίτηση δεν επαρκούν για να αποδειχθεί η πιθανότητα ντάμπινγκ, εντούτοις αφορά προβαλλόμενο σφάλμα κατά την προσαρμογή του κόστους συσκευασίας, το οποίο δεν μνημονεύθηκε καν στο δικόγραφο της προσφυγής, στο υπόμνημα απαντήσεως και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της φυσιολογικής εξέλιξης της συζήτησης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 129 ανωτέρω.
131 Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
132 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι η ενοποιημένη αίτηση, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που στηρίζονταν στην εμπορική μέθοδο, περιείχε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι η κατάργηση των επίμαχων μέτρων ήταν πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση του ντάμπινγκ, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, και ότι δικαιούτο, στη βάση αυτή, να κινήσει διαδικασία επανεξέτασης.
133 Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος κατά πόσον τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη μέθοδο που βασίζεται στην κατασκευασμένη κανονική αξία αρκούσαν, εν προκειμένω, για την εκτίμηση του βασίμου της έναρξης της επανεξέτασης και, ως εκ τούτου, για την εκτίμηση της νομιμότητας του προσβαλλόμενου κανονισμού, οπότε η δεύτερη αιτίαση του τρίτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
134 Ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
V. Επί των δικαστικών εξόδων
135 Κατά το άρθρο 133 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει για τα δικαστικά έξοδα με την απόφαση που περατώνει τη δίκη. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 195 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται, με τις αποφάσεις που εκδίδει κατόπιν αναιρέσεως και αναπομπής, επί των δικαστικών εξόδων όσον αφορά, αφενός, τις ενώπιόν του διαδικασίες και, αφετέρου, την ενώπιον του Δικαστηρίου αναιρετική διαδικασία.
136 Στο μέτρο που, με την αναιρετική απόφαση, το Δικαστήριο αναίρεσε την αρχική απόφαση και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα, εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί, με την παρούσα απόφαση, επί του συνόλου των δικαστικών εξόδων των διαδικασιών που κινήθηκαν ενώπιόν του καθώς και επί των εξόδων της αναιρετικής διαδικασίας στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-554/23 P και C-568/23 P.
137 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Επιτροπή και η παρεμβαίνουσα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων, στην αρχική διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και στην παρούσα διαδικασία κατόπιν αναπομπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο πενταμελές τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Οι AO Nevinnomysskiy Azot και AO Novomoskovskaya Aktsionernaya Kompania NAK «Azot» φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Fertilizers Europe κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-554/23 P και C-568/23 P και κατά τις διαδικασίες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στις υποθέσεις T-126/21 και T-126/21 RENV.
|
Van der Woude |
Kingston |
Μαρκουλλή |
|
Zilgalvis |
Hettne |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Σεπτεμβρίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.