Υπόθεση T-457/24, Ουγγαρία κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Facilit? europ?enne pour la paix, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 9ης Σεπτεμβρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-457/24, Ουγγαρία κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Facilit? europ?enne pour la paix, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 9ης Σεπτεμβρίου 2026
Υπόθεση T-457/24, Ουγγαρία κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Facilit? europ?enne pour la paix, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 9ης Σεπτεμβρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 9ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)

« Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Ευρωπαϊκός Μηχανισμός για την Ειρήνη (ΕΜΕ) – Απόφαση της επιτροπής του ΕΜΕ σχετικά με τη διάθεση, στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, της πρώτης δόσης των έκτακτων εσόδων που αποκτήθηκαν λόγω των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων – Αναρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης »

Στην υπόθεση T-457/24,

Ουγγαρία, εκπροσωπούμενη από τον M. Z. Feh?r και την K. Sz?jj?rt?,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη (ΕΜΕ)

και

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

εκπροσωπούμενων από τον B. Driessen, τον J.-B. Laignelot και την E. Vir?g,

καθών,

του Συμβουλίου και του ΕΜΕ υποστηριζόμενων από την

Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την K. Najmanov?, την M. Hedv?bn?, την H. Pe?kov? και τον J. Vl??il,

από την      

Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους J. M?ller και N. Scheffel,

από τη

Δημοκρατία της Εσθονίας, εκπροσωπούμενη από την H. Hirsik,

από τη

Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την B. Travard, την F  du Cou?dic και τον J.-L. Carr?,

από τη

Δημοκρατία της Λεττονίας, εκπροσωπούμενη από την K. Pommere, την J. Davidovi?a και τον S. Zellis,

από το

Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από την M. Bulterman, την A. Hanje και τον J. Langer,

από τη

Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από την H. Leppo,

από την

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την M. Carpus-Carcea και τους L. Mantl και A. Tok?r,

και από τον

Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, εκπροσωπούμενο από τον F. Hoffmeister, τον L. Havas, τον L. Szab? και την M. De Almeida Veiga,

και του Συμβουλίου υποστηριζόμενου από το

Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τις C. Jacob, M. Van Regemorter, C. Pochet και L. Jans,

από το

Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από την C. Maertens και τον M. Jespersen,

και από το

Βασίλειο της Σουηδίας, εκπροσωπούμενο από την F.-L. G?ransson, την C. Meyer-Seitz και την H. Eklinder, τον O. ?brink και τον G. Ekman Hvalgren,

παρεμβαίνοντες,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους M. van der Woude, Πρόεδρο, Σ. Παπασάββα, J. Svenningsen, M. J. Costeira, K. Kowalik-Ba?czyk, P. ?kva?ilov?-Pelzl, H. Kanninen, M. Sampol Pucurull, I. N?mm, G. Steinfatt, D. Kukovec (εισηγητή), S. Verschuur, S. L. Kal?da, L. Spangsberg Gr?nfeldt και H. Cassagnab?re, δικαστές,

γραμματέας: A. Juh?sz-T?th, προϊσταμένη μονάδας,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, και ιδίως:

–        την ένσταση αναρμοδιότητας και απαραδέκτου την οποία προέβαλαν ο ΕΜΕ και το Συμβούλιο με χωριστό δικόγραφο και η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Νοεμβρίου 2024,

–        τις παρατηρήσεις της Ουγγαρίας επί της ενστάσεως αναρμοδιότητας και απαραδέκτου, οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Ιανουαρίου 2025,

–        την απόφαση της 6ης Ιουνίου 2025 για την εξέταση της ενστάσεως μαζί με την ουσία της υπόθεσης,

–        την απόφαση της 25ης Αυγούστου 2025 για τη μη αποδοχή του αιτήματος του ΕΜΕ και του Συμβουλίου περί αναστολής της διαδικασίας εν αναμονή της έκδοσης της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη στην υπόθεση C-883/24, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Κανόνας ψηφοφορίας για τον προσδιορισμό των αποδεκτών περιοριστικών μέτρων),

–        το μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας της 29ης Ιανουαρίου 2026 με το οποίο οι διάδικοι κλήθηκαν να επικεντρώσουν τις αγορεύσεις τους στο ζήτημα αν ο δικαστής της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιος να εκδικάσει την υπό κρίση προσφυγή,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 6ης Μαρτίου 2026,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή την οποία άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η οποία στρέφεται, κυρίως, κατά του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη (στο εξής: ΕΜΕ) και, επικουρικώς, κατά του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ουγγαρία ζητεί, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως της επιτροπής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη (ΕΜΕ), της 21ης Ιουνίου 2024, σχετικά με την κατανομή των ποσών που διατίθενται, στο πλαίσιο του ΕΜΕ, σε μέτρα συνδρομής για την παροχή στρατιωτικής στήριξης στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2024/1471 του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2024, σχετικά με την κατανομή των ποσών της χρηματοδοτικής συνεισφοράς που καταβάλλεται στον [ΕΜΕ] δυνάμει της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2024/1470 (ΕΕ L, 2024/1471) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), καθώς και, αφετέρου, τη μερική ακύρωση του πρακτικού της 25ης Ιουνίου 2024, στο οποίο αποτυπώθηκε η λήψη της αποφάσεως αυτής.

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων που έλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας.

3        Ο ΕΜΕ ιδρύθηκε με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2021/509 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2021, για τη θέσπιση Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη, και για την κατάργηση της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2015/528 (ΕΕ 2021, L 102, σ. 14), βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 1, του άρθρου 41, παράγραφος 2, του άρθρου 42, παράγραφος 4, και του άρθρου 30, παράγραφος 1, ΣΕΕ, τα οποία αφορούν την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας (ΚΠΑΑ), στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ).

4        Ο ΕΜΕ συστάθηκε για τη χρηματοδότηση από τα κράτη μέλη δράσεων της Ένωσης στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ με σκοπό τη διατήρηση της ειρήνης, την πρόληψη των συγκρούσεων και την ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχείο γ', ΣΕΕ. Ο ΕΜΕ μπορεί να χρηματοδοτεί, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', σημείο i, της αποφάσεως 2021/509, μέτρα συνδρομής που συνίστανται σε δράσεις της Ένωσης για την ενίσχυση των ικανοτήτων τρίτων κρατών όσον αφορά στρατιωτικά και αμυντικά θέματα. Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής, η διαχείριση του ΕΜΕ πραγματοποιείται υπό την εξουσία και τη διεύθυνση της επιτροπής του, την οποία αφορά το άρθρο 11 της εν λόγω αποφάσεως. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, της αποφάσεως, η επιτροπή του ΕΜΕ απαρτίζεται από έναν εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος.

5        Στις 25 Φεβρουαρίου 2022 η Ουκρανική Κυβέρνηση απηύθυνε επείγον αίτημα στην Ένωση για συνδρομή στην προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού.

6        Σε απάντηση προς το αίτημα αυτό, ελήφθησαν διάφορα μέτρα συνδρομής στο πλαίσιο του ΕΜΕ, μεταξύ των οποίων το μέτρο που θεσπίστηκε με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2022/338 του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2022, σχετικά με μέτρο συνδρομής στο πλαίσιο του [ΕΜΕ] για την προμήθεια θανατηφόρου στρατιωτικού εξοπλισμού και πλατφορμών στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις (ΕΕ 2022, L 60, σ. 1).

7        Την ίδια ημερομηνία το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2022/335, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/512/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία (ΕΕ 2022, L 57, σ. 4), προκειμένου να απαγορεύσει όλες τις συναλλαγές που σχετίζονται με τη διαχείριση αποθεματικών και στοιχείων ενεργητικού της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών με οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα ενεργεί για λογαριασμό ή υπό την καθοδήγηση της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας. Η απαγόρευση αυτή είχε ως συνέπεια την έκτακτη και απροσδόκητη συσσώρευση ταμειακών υπολοίπων (στο εξής: έκτακτα έσοδα) στους ισολογισμούς των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ 2014, L 257, σ. 1).

8        Στις 21 Μαΐου 2024 το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2024/1470, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/512/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία (ΕΕ L, 2024/1470), με την οποία θέσπισε τους κανόνες σχετικά με τον τρόπο κατά τον οποίο τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από τα έκτακτα έσοδα που συσσωρεύονται στα κεντρικά αποθετήρια τίτλων ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων πρέπει να διατεθούν για τη στήριξη της Ουκρανίας, της ανάκαμψης και ανοικοδόμησής της, καθώς και για την αυτοάμυνά της κατά του επιθετικού πολέμου της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

9        Την ίδια ημερομηνία το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2024/1471, σχετικά με την κατανομή των ποσών της χρηματοδοτικής συνεισφοράς που καταβάλλεται στον [ΕΜΕ] δυνάμει της απόφασης 2024/1470 (ΕΕ L, 2024/1471). Τα άρθρα 1 και 3 της αποφάσεως αυτής ορίζουν, αντιστοίχως, ότι «[τ]α ποσά που κατανέμονται στον [ΕΜΕ] δυνάμει της απόφασης [...] 2024/1470 [...] κατανέμονται σε μέτρα συνδρομής για την παροχή στρατιωτικής στήριξης στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, επιπλέον των εθελοντικών συνεισφορών [των κρατών μελών] που αναφέρονται στο άρθρο 30 της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2021/509» και ότι «[δ]εδομένων των εξελισσόμενων αναγκών των ουκρανικών ένοπλων δυνάμεων και προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η προστιθέμενη αξία της Ένωσης, η κατανομή των εισπραχθέντων ποσών μεταξύ των μέτρων συνδρομής καθορίζεται και επανεξετάζεται περιοδικά από την επιτροπή του [ΕΜΕ] σύμφωνα με ειδικές στρατηγικές κατευθύνσεις που παρέχονται από την Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 2 της εν λόγω απόφασης».

10      Μολονότι η Ουγγαρία ψήφισε υπέρ της αποφάσεως που μνημονεύθηκε στη σκέψη 8 ανωτέρω, αντιθέτως, κατά τη λήψη της αποφάσεως που παρατίθεται στη σκέψη 9 ανωτέρω έκανε χρήση της εποικοδομητικής αποχής, κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ήτοι απείχε από την ψηφοφορία, χωρίς ωστόσο να εμποδίσει τη λήψη της αποφάσεως αυτής.

11      Στις 30 Μαΐου 2024 η Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας (ΕΠΑ) διεξήγαγε συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2021/509, προκειμένου να παράσχει στρατηγικές κατευθύνσεις σχετικά με τη μεταφορά στην Ουκρανία της πρώτης δόσης των καθαρών κερδών που προέκυψαν από τα έκτακτα έσοδα, δυνάμει της απόφασης 2024/1470.

12      Στις 7 Ιουνίου 2024 το ουκρανικό Υπουργείο Άμυνας της υπέβαλε επείγον αίτημα παράδοσης θανατηφόρου στρατιωτικού εξοπλισμού και στρατιωτικών πλατφορμών.

13      Στις 9 Ιουνίου 2024 ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (στο εξής: Ύπατος Εκπρόσωπος) διατύπωσε πρόταση για την έγκριση νέου μέτρου συνδρομής αποσκοπούντος ειδικώς στη χρήση, στο πλαίσιο του ΕΜΕ, των καθαρών κερδών που προκύπτουν από έκτακτα έσοδα. Η εν λόγω πρόταση, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων τόσο στο πλαίσιο της ΕΠΑ όσο και σε σύσκεψη της Ομάδας «Σύμβουλοι Εξωτερικών Σχέσεων» (RELEX), δεν έλαβε την έγκριση της Ουγγαρίας.

14      Στις 17 Ιουνίου 2024 η Προεδρία του Συμβουλίου έκρινε ότι, λαμβανομένου υπόψη του επείγοντος της κατάστασης, δεν υπήρχε λόγος να συνεχιστούν οι συζητήσεις σχετικά με την πρόταση του Ύπατου Εκπροσώπου που μνημονεύθηκε στη σκέψη 13 ανωτέρω, προτείνοντας συγχρόνως τη συνέχιση, κατευθείαν στο πλαίσιο της επιτροπής του ΕΜΕ, των εργασιών για την κατανομή των καθαρών κερδών που προέκυπταν από τα έκτακτα έσοδα.

15      Προς τούτο, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) υπέβαλε στην επιτροπή του ΕΜΕ πρόταση αποφάσεως, με αριθμό αναφοράς WK 8729/2024, σχετικά με τη διάθεση στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις της πρώτης δόσης των καθαρών κερδών που προέκυπταν από τα έκτακτα έσοδα.

16      Κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής του ΕΜΕ στις 20 Ιουνίου 2024 αποφασίστηκε ότι η έγκριση της πρότασης αποφάσεως της ΕΥΕΔ θα πραγματοποιούνταν, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 16, της απόφασης 2021/509, με γραπτή διαδικασία η οποία θα περατωνόταν στις 21 Ιουνίου 2024.

17      Κατά τη συνεδρίαση αυτή εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα του δικαιώματος ψήφου των κρατών μελών που έκαναν χρήση της εποικοδομητικής αποχής, κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 1, ΣΕΕ, στο πλαίσιο της έκδοσης της αποφάσεως 2024/1471.

18      Συναφώς, από τα πρακτικά της συνεδρίασης της επιτροπής του ΕΜΕ της 20ής Ιουνίου 2024, με αριθμό αναφοράς WK 8888/2024 INIT, προκύπτει ότι, αφού η επιτροπή αυτή επισήμανε ότι η στρατιωτική συνδρομή στο πλαίσιο του ΕΜΕ έπρεπε να παρασχεθεί τηρουμένης πλήρως της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας των κρατών μελών, διασφαλιζομένης της διαφάνειας και της ιχνηλασιμότητας της παρεχόμενης συνδρομής και λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων όλων των κρατών μελών στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, εκτίμησε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 της αποφάσεως 2024/1471 και με το άρθρο 11, παράγραφος 8, στοιχεία α' και β', της αποφάσεως 2021/509, τα κράτη μέλη που έκαναν χρήση της εποικοδομητικής αποχής κατά τη λήψη της αποφάσεως 2024/1471 δεν μπορούσαν να μετάσχουν στη ψηφοφορία για την έγκριση, από την επιτροπή του ΕΜΕ, της πρότασης αποφάσεως που μνημονεύθηκε στη σκέψη 15 ανωτέρω.

19      Στις 21 Ιουνίου 2024 η Επιτροπή του ΕΜΕ εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση βάσει του άρθρου 3 της αποφάσεως 2024/1471, το οποίο παρατέθηκε στην σκέψη 9 ανωτέρω.

20      Από το σημείο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του πρώτου και του τελευταίου εδαφίου του προοιμίου της, προκύπτει κατ’ ουσίαν ότι, λαμβανομένων υπόψη των επειγουσών αναγκών των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, η πρώτη μεταφορά κεφαλαίων στον ΕΜΕ δυνάμει της αποφάσεως 2024/1470 θα διατεθεί στο μέτρο συνδρομής που προβλέπεται από την απόφαση 2022/338, η οποία καθορίζει ένα πλαίσιο για την αποτελεσματική αξιοποίηση της πρώτης δόσης των καθαρών κερδών που προέκυψαν από τα έκτακτα έσοδα.

21      Το σημείο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπει ότι η μεταφορά των κεφαλαίων θα χρηματοδοτήσει άμεσες αγορές και, εν ανάγκη, βραχυπρόθεσμες αποκτήσεις, τριών ειδών στρατιωτικού εξοπλισμού, ήτοι πυρομαχικών και συστημάτων πυροβολικού, πυραύλων και συστημάτων αεράμυνας και στρατιωτικού εξοπλισμού προερχόμενου από την ουκρανική αμυντική βιομηχανία. Επιπλέον, διευκρινίζει το τμήμα των κεφαλαίων που αντιστοιχεί ενδεικτικά σε καθένα από τα τρία αυτά είδη εξοπλισμού και τον τόπο στον οποίο αυτά μπορούν να αγοραστούν. Στο σημείο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως εκτίθεται το χρονοδιάγραμμα των παραδόσεων. Σύμφωνα με το σημείο αυτό, οι εντολές αγοράς ή οι δημόσιες συμβάσεις για την προμήθεια του προαναφερθέντος στρατιωτικού εξοπλισμού θα έπρεπε να εκδοθούν ή να συναφθούν το συντομότερο δυνατόν, ώστε να καταστεί δυνατή η παράδοση του εξοπλισμού στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024. Το σημείο 4 της εν λόγω αποφάσεως καθορίζει τους φορείς που είναι επιφορτισμένοι με την προμήθεια κάθε κατηγορίας του οικείου στρατιωτικού εξοπλισμού. Τέλος, το σημείο 5 της αποφάσεως προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι οι παραδόσεις του στρατιωτικού εξοπλισμού θα πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες και το νομικό πλαίσιο που καθορίζονται από το μέτρο συνδρομής που θεσπίστηκε με την απόφαση 2022/338.

22      Η λήψη της προσβαλλομένης αποφάσεως αποτυπώθηκε στο πρακτικό της 25ης Ιουνίου 2024, με αριθμό αναφοράς WK 9007/2024 INIT, από το οποίο προκύπτουν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

«Η επιτροπή [του ΕΜΕ] ενημερώθηκε για το γεγονός ότι κανένα από τα κράτη μέλη που διαθέτουν δικαίωμα ψήφου, σύμφωνα με το έγγραφο WK 8888/2024 INIT, δεν έδωσε αρνητική ψήφο στο πλαίσιο της γραπτής διαδικασίας σχετικά με [τη λήψη της προσβαλλομένης αποφάσεως], η οποία κινήθηκε κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής του ΕΜΕ την Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024 (WK 8888/2024 INIT).

Κατά συνέπεια, θεωρείται ότι η ανωτέρω απόφαση εγκρίθηκε την Παρασκευή 21 Ιουνίου 2024. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της αποφάσεως [2024/1471] και με το άρθρο 11, παράγραφος 8, στοιχεία α' και β', της αποφάσεως [2021/509], τα κράτη μέλη τα οποία απέσχον κατά τη διάρκεια ψηφοφορίας και τα οποία προέβησαν σε επίσημη δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ κατά τη λήψη της αποφάσεως [2024/1471] δεν συμμετείχαν στην ψηφοφορία [κατά τη διαδικασία που προηγήθηκε της λήψης της προσβαλλομένης αποφάσεως]».  

 Αιτήματα των διαδίκων

23      Η Ουγγαρία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και το πρακτικό της 25ης Ιουνίου 2024, στο οποίο αποτυπώθηκε η λήψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, και

–        να καταδικάσει τον ΕΜΕ και το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

24      Ο ΕΜΕ και το Συμβούλιο ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως ασκηθείσα ενώπιον αναρμόδιου δικαστηρίου ή ως απαράδεκτη,

–        επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη, και

–        να καταδικάσει την Oυγγαρία στα δικαστικά έξοδα.

25      Με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως αναρμοδιότητας και απαραδέκτου, η Ουγγαρία ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση αυτή.  

26      Το Βασίλειο του Βελγίου, η Τσεχική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Λεττονίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Φινλανδίας και το Βασίλειο της Σουηδίας ζητούν την απόρριψη της προσφυγής.

27      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η Ουγγαρία στα δικαστικά έξοδα.

28      Ο Ύπατος Εκπρόσωπος ζητεί την απόρριψη της προσφυγής στο σύνολό της.

 Σκεπτικό

29      Προς στήριξη της προσφυγής της, η Ουγγαρία προβάλλει έναν και μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά, κατ’ ουσίαν, παράβαση του άρθρου 31, παράγραφος 1, ΣΕΕ και του άρθρου 11, παράγραφοι 8 και 14, της αποφάσεως 2021/509, καθώς και προσβολή ορισμένων συνταγματικών αρχών και ορισμένων θεμελιωδών αξιών της Ένωσης, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 και στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ.

30      Ειδικότερα, η Ουγγαρία προσάπτει στον ΕΜΕ ότι κακώς έκρινε ότι, καθόσον το κράτος μέλος αυτό έκανε χρήση της εποικοδομητικής αποχής στο πλαίσιο της έκδοσης της αποφάσεως 2024/1471, δεν μπορούσε πλέον να μετάσχει στις απαραίτητες ψηφοφορίες για τη λήψη της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι, κατά τον τρόπο αυτόν, ο ΕΜΕ παρέβη τους εφαρμοστέους κανόνες ψηφοφορίας και, συνακολούθως, προσέβαλε τις θεμελιώδεις αξίες και τις συνταγματικές αρχές της Ένωσης που αφορούν το κράτος δικαίου, την ισότητα των κρατών μελών και τη δημοκρατική λειτουργία της Ένωσης.

31      Επιπλέον, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα, με την υπό κρίση προσφυγή επιδιώκεται, πέραν της ακύρωσης της αποφάσεως αυτής, η μερική ακύρωση του πρακτικού που μνημονεύθηκε στη σκέψη 22 ανωτέρω, κατά το μέρος που αποτυπώθηκε σε αυτό η λήψη της εν λόγω αποφάσεως.

32      Προς στήριξη της ενστάσεως αναρμοδιότητας και απαραδέκτου, ο ΕΜΕ και το Συμβούλιο υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί πράξη εκδοθείσα στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να επιληφθεί της υπό κρίση προσφυγής.

33      Σε περίπτωση που ο δικαστής της Ένωσης κρίνει εαυτόν αρμόδιο (όπερ δεν ισχύει), η προσφυγή αυτή θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω του ότι ο ΕΜΕ και το Συμβούλιο δεν νομιμοποιούνται παθητικώς.

 Επί της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου υπό το πρίσμα του άρθρου 256, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ

34      Κατά το άρθρο 256, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται σε πρώτο βαθμό επί των προσφυγών που αναφέρονται στα άρθρα 263, 265, 268, 270 και 272 ΣΛΕΕ, με εξαίρεση αυτές που έχουν ανατεθεί σε ειδικευμένο δικαστήριο που συστήνεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 257 ΣΛΕΕ και αυτές που ο Οργανισμός του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιφυλάσσει στο Δικαστήριο.

35      Το άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαριθμεί τις κατηγορίες προσφυγών οι οποίες, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα του άρθρου 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, υπάγονται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Στο άρθρο 51, στοιχείο α', του Οργανισμού παρατίθενται, μεταξύ άλλων, οι προσφυγές που ασκούνται από κράτος μέλος βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ και βάλλουν κατά ορισμένων πράξεων του Συμβουλίου.

36      Εν προκειμένω, αφενός, διαπιστώνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη από την επιτροπή του ΕΜΕ και όχι από το Συμβούλιο.

37      Αφετέρου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2021/509, «[ο ΕΜΕ] έχει ικανότητα δικαίου, ειδικότερα μπορεί να τηρεί τραπεζικό λογαριασμό, να αποκτά, να κατέχει ή να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία, αγαθά και υπηρεσίες, να απασχολεί προσωπικό, να συνάπτει συμβάσεις, συμφωνίες και διοικητικές ρυθμίσεις, να εξοφλεί τις οφειλές του, καθώς και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου, στον βαθμό που απαιτείται για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης».

38      Επομένως, ο ΕΜΕ διαθέτει ικανότητα δικαίου, όπερ συνεπάγεται ότι οι πράξεις που εκδίδονται από την επιτροπή του δεν μπορούν να αποδοθούν στο Συμβούλιο.

39      Το γεγονός ότι ο ΕΜΕ διαθέτει ικανότητα δικαίου ενισχύεται, εξάλλου, από τη νομολογία σχετικά με τις διατάξεις οι οποίες διέπουν τη δραστηριότητα μιας άλλης οντότητας που εμπίπτει στην ΚΕΠΠ, της αποστολής της Ένωσης για την επιβολή του κράτους δικαίου στο Κοσσυφοπέδιο (Eulex Κοσσυφοπέδιο), και οι οποίες έχουν παρόμοια διατύπωση με τη διάταξη που παρατέθηκε στη σκέψη 37 ανωτέρω, νομολογία με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η ικανότητα δικαίου την οποία διέθετε η οντότητα αυτή δυνάμει των εν λόγω διατάξεων περιελάμβανε την ικανότητά της να είναι διάδικος στις δίκες που αφορούσαν την αποστολή που της είχε ανατεθεί (πρβλ. απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2022, Eulex Κοσσυφοπέδιο, C-283/20, EU:C:2022:126, σκέψεις 44 έως 47).

40      Δεδομένου δε ότι η υπό κρίση προσφυγή, η οποία έχει ασκηθεί βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, βάλλει κατά πράξης εκδοθείσας από την επιτροπή του ΕΜΕ, δεν περιλαμβάνεται στις κατηγορίες προσφυγών οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 256, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξετασθεί από το Γενικό Δικαστήριο.

41      Συναφώς, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η υπό κρίση προσφυγή δεν στρέφεται τυπικώς κατά του ΕΜΕ, αλλά κατά της επιτροπής του, δεδομένου ότι η τελευταία αποτελεί αναμφισβήτητα μέρος του ΕΜΕ, ως διευθύνον όργανό του.

42      Στο πλαίσιο της εξέτασης αυτής, πρέπει να προσδιοριστεί αν ο δικαστής της Ένωσης είναι αρμόδιος να εκδικάσει την προσφυγή, μολονότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί πράξη εκδοθείσα στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ.

 Επί της αρμοδιότητας του δικαστή της Ένωσης

43      Ο ΕΜΕ υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί πράξη εκδοθείσα στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να επιληφθεί της υπό κρίση προσφυγής, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 24, παράγραφος 1, ΣΕΕ και του άρθρου 275, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

44      Κατά τον ΕΜΕ, η αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης ωσαύτως δεν μπορεί να θεμελιωθεί υπό το πρίσμα της νομολογίας που απορρέει από την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C-29/22 P και C-44/22 P, EU:C:2024:725), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές ή στρατηγικές επιλογές των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ.

45      Η Ουγγαρία αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.

46      Κατά πρώτον, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι ο περιορισμός της αρμοδιότητας ο οποίος προβλέπεται από τις διατάξεις που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 43 ανωτέρω πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο συνεπή και σύμφωνο τόσο με την όλη οικονομία των Συνθηκών,  όσο και με την υφιστάμενη νομολογία επί του θέματος. Από τις αποφάσεις της 19ης Ιουλίου 2016, H κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C-455/14 P, EU:C:2016:569), της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C-72/15, EU:C:2017:236), και της 6ης Οκτωβρίου 2020, Bank Refah Kargaran κατά Συμβουλίου (C-134/19 P, EU:C:2020:793), προκύπτει κατ’ αυτήν ότι ο δικαστής της Ένωσης έχει προβεί σε διασταλτική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων και, ως εκ τούτου, της δικής του αρμοδιότητας, προκειμένου να διασφαλίσει την προσήκουσα τήρηση των θεμελιωδών αρχών της έννομης τάξης της Ένωσης, όπως είναι οι αρχές της αποτελεσματικής ένδικης προσφυγής και της ίσης μεταχείρισης, τούτο δε και στον τομέα της ΚΕΠΠΑ.

47      Κατά δεύτερον, η Ουγγαρία αμφισβητεί τη σημασία της αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C-29/22 P και C-44/22 P, EU:C:2024:725), για την υπό κρίση υπόθεση, επισημαίνοντας ότι η απόφαση εκείνη αφορά πραγματικά περιστατικά θεμελιωδώς διαφορετικά από εκείνα στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση προσφυγή. Η Ουγγαρία δέχεται μεν ότι, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, δεν αποτελεί προνόμιο των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης να αντικαθιστούν τις πολιτικές και στρατηγικές επιλογές των αρμόδιων πολιτικών θεσμικών οργάνων, πλην όμως διευκρινίζει συγχρόνως ότι το αντικείμενο της προσφυγής της δεν αφορά αυτό καθεαυτό το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά τη νομιμότητα της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοσή της.

48      Συναφώς, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι η σοβαρή πλημμέλεια την οποία πάσχει κατ’ αυτήν η διαδικασία η οποία κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το μέρος που η εν λόγω διαδικασία διεξήχθη κατά παράβαση του δικαιώματος ψήφου της ίδιας, συνιστά προσβολή των θεμελιωδών αξιών και των συνταγματικών αρχών της έννομης τάξης της Ένωσης οι οποίες εξαγγέλλονται στο άρθρο 2 και στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ και αφορούν το κράτος δικαίου, την ισότητα των κρατών μελών και τη δημοκρατική λειτουργία της Ένωσης. Οι κανόνες αυτοί έχουν οριζόντια εφαρμογή, σε όλους τους τομείς που διέπονται από τις Συνθήκες, συμπεριλαμβανομένου του τομέα της ΚΕΠΠΑ, και, επομένως, ο δικαστής της Ένωσης είναι αρμόδιος να εκτιμήσει αν οι εν λόγω κανόνες τηρούνται δεόντως, χωρίς η αρμοδιότητά του να αποτελεί συνάρτηση της πολιτικής της Ένωσης στο πλαίσιο της οποίας είχε εκδοθεί η επίμαχη πράξη.

49      Η Ουγγαρία προσθέτει, εξάλλου, ότι, μολονότι ο δικαστής της Ένωσης δεν έχει ακόμη ερμηνεύσει το συγκεκριμένο ζήτημα στο οποίο στηρίζεται ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση προσφυγής, εντούτοις υφίστανται νομολογιακά προηγούμενα τα οποία ενισχύουν την άποψη ότι αυτός είναι αρμόδιος να λάβει θέση επί του ως άνω ζητήματος. Ειδικότερα, από την απόφαση της 24ης Ιουνίου 2014, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C-658/11, EU:C:2014:2025), προκύπτει ότι το Δικαστήριο έκρινε εαυτό αρμόδιο να εκτιμήσει διαδικαστικά ζητήματα παρόμοια κατ’ ουσίαν με το επίμαχο εν προκειμένω, τούτο δε μολονότι τα ζητήματα αυτά αφορούσαν την έκδοση πράξης εμπίπτουσας στον τομέα της ΚΕΠΠΑ.

50      Τέλος, κατά τρίτον, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι, αν το Γενικό Δικαστήριο κρίνει εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί επί της υπό κρίση προσφυγής, θα στερηθεί το θεμελιώδες δικαίωμά της αποτελεσματικής προσφυγής, κατά παράβαση της πάγιας νομολογίας που διαμορφώθηκε, μεταξύ άλλων, με την απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (294/83, EU:C:1986:166, σκέψη 23). Εξάλλου, η προσέγγιση αυτή καταλήγει στον αποκλεισμό κάθε δικαστικού ελέγχου όσον αφορά τις διαδικαστικές πλημμέλειες που αφορούν τη μη τήρηση των κανόνων ψηφοφορίας, μολονότι η πραγματική συμμετοχή των κρατών μελών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ένωσης αποτελεί μια από τις πλέον θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατικής λειτουργίας της.

51      Υπενθυμίζεται επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, ΣΕΕ και το άρθρο 275, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει κατ' αρχήν αρμοδιότητα όσον αφορά τις σχετικές με την ΚΕΠΠΑ διατάξεις και τις πράξεις που θεσπίζονται βάσει αυτών.

52      Εντούτοις, το άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, ΣΕΕ και το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπουν ρητώς δύο εξαιρέσεις από την αρχή αυτή, ήτοι την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφενός, να ελέγχει την τήρηση του άρθρου 40 ΣΕΕ και, αφετέρου, να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και αφορούν τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων του Συμβουλίου που εκδίδονται βάσει διατάξεων σχετικών με την ΚΕΠΠΑ και προβλέπουν περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ., C-29/22 P και C-44/22 P, EU:C:2024:725, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

53      Επομένως, στο πλαίσιο της εξέτασης της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποφανθεί επί ενδίκου βοηθήματος με αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις που εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ, πρέπει να εξακριβώνεται, πρώτον, αν η επίμαχη κατάσταση εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, ΣΕΕ και του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ως προς τις οποίες η αρμοδιότητα αυτή γίνεται ρητώς δεκτή (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ., C-29/22 P και C-44/22 P, EU:C:2024:725, σκέψη 115 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

54      Εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις αυτές, πρέπει, σε δεύτερο στάδιο, να εκτιμηθεί αν η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να θεμελιωθεί στο ότι οι επίμαχες πράξεις και παραλείψεις δεν συνδέονται άμεσα με τις πολιτικές ή στρατηγικές επιλογές των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, και ιδίως της ΚΠΑΑ (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ., C-29/22 P και C-44/22 P, EU:C:2024:725, σκέψη 116 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

55      Επομένως, αν οι επίμαχες πράξεις και παραλείψεις δεν συνδέονται άμεσα με τις εν λόγω πολιτικές ή στρατηγικές επιλογές, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να εκτιμήσει τη νομιμότητα των ως άνω πράξεων ή παραλείψεων ή να τις ερμηνεύσει. Αντιθέτως, αν οι εν λόγω πράξεις ή παραλείψεις συνδέονται άμεσα με τις ως άνω πολιτικές ή στρατηγικές επιλογές, το Δικαστήριο οφείλει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ., C-29/22 P και C-44/22 P, EU:C:2024:725, σκέψη 117).

56      Ως εκ τούτου, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, ΣΕΕ και του άρθρου 275, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αρμόδιο να κρίνει τη νομιμότητα ή να προβεί στην ερμηνεία πράξεων ή παραλείψεων που συνδέονται άμεσα με την άσκηση, τη χάραξη ή τη θέση σε εφαρμογή της ΚΕΠΠΑ, και ιδίως της ΚΠΑΑ, ήτοι, ειδικότερα, του προσδιορισμού των στρατηγικών συμφερόντων της Ένωσης καθώς και του καθορισμού τόσο των δράσεων που πρέπει να αναλάβει και των θέσεων που πρέπει να λάβει η Ένωση όσο και των γενικών προσανατολισμών της ΚΕΠΠΑ, κατά την έννοια των άρθρων 24 έως 26, 28, 29, 37, 38, 42 και 43 ΣΕΕ (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ., C-29/22 P και C-44/22 P, EU:C:2024:725, σκέψη 118).

57      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα μέσα που τίθενται στη διάθεση αποστολής εμπίπτουσας στην ΚΕΠΠΑ, και ιδίως αποστολής εμπίπτουσας στην ΚΠΑΑ, βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, συνδέονται άμεσα με τις πολιτικές ή στρατηγικές επιλογές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ., C-29/22 P και C-44/22 P, EU:C:2024:725, σκέψη 126).

58      Εν προκειμένω, κατά πρώτον, διαπιστώνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά πράξη που επιβάλλει περιοριστικό μέτρο κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, ληφθέν από το Συμβούλιο βάσει του τίτλου V, κεφάλαιο 2, της Συνθήκης ΕΕ (πρβλ. διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 2017, KS κατά Συμβουλίου κ.λπ., T-840/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:938, σκέψη 12). Εξάλλου, η προσφυγή δεν αφορά ούτε την τήρηση του άρθρου 40 ΣΕΕ. Επομένως, ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να επιληφθεί της υπό κρίση υπόθεσης βάσει των δύο εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, ΣΕΕ και στο άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

59      Κατά δεύτερον, κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός, όρισε ότι τα κεφάλαια που αντιστοιχούσαν στην πρώτη δόση των καθαρών κερδών που προέκυψαν από τα έκτακτα έσοδα θα διετίθεντο και θα κατανέμονταν συγκεκριμένα για την απόκτηση «στρατιωτικής φύσης» εξοπλισμών με προορισμό τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις και, αφετέρου, επέλεξε το μέτρο συνδρομής στο οποίο επρόκειτο να κατανεμηθούν τα κεφάλαια αυτά, ήτοι το μέτρο που θεσπίσθηκε με την απόφαση 2022/338, πραγματοποίησε πολιτικές ή στρατηγικές επιλογές, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 54 και 55 ανωτέρω.

60      Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται, πρώτον, από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τη συνδυασμένη ανάγνωση των σκέψεων 11, 14, 15 και 19 ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη βάσει του άρθρου 3 της αποφάσεως 2024/1471, σύμφωνα με ειδικές στρατηγικές κατευθύνσεις που παρασχέθηκαν από την ΕΠΑ και βάσει μιας πρότασης αποφάσεως που υποβλήθηκε στην επιτροπή του ΕΠΕ από την ΕΥΕΔ.

61      Δεύτερον, καθορίζοντας τον προορισμό των κεφαλαίων που αντιστοιχούσαν στην πρώτη δόση των καθαρών κερδών που προέκυψαν από τα έκτακτα έσοδα, η προσβαλλόμενη απόφαση «έθεσε σε εφαρμογή» την απόφαση 2024/1471, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 56 ανωτέρω. Με την απόφαση 2024/1471 το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι τα ποσά που αντιστοιχούσαν στα καθαρά κέρδη που προέκυψαν από τα έκτακτα έσοδα προορίζονταν για τη χρηματοδότηση της συνδρομής της Ένωσης στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις για την αντιμετώπιση της επίθεσης της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και προσδιόρισε τους κανόνες κατανομής των εσόδων αυτών, καθορίζοντας κατά τον τρόπο αυτόν τα στρατηγικά συμφέροντα της Ένωσης στον τομέα της ΚΕΠΠΑ και τις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν στον τομέα αυτόν, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 56 ανωτέρω.

62      Τρίτον, υπενθυμίζεται ότι οι αποφάσεις 2024/1471 και 2022/338, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση έθεσε συγχρόνως σε εφαρμογή, εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 1, ΣΕΕ μεταξύ άλλων. Όπως επισημάνθηκε δε στη σκέψη 57 ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα μέσα που τίθενται στη διάθεση αποστολής εμπίπτουσας στην ΚΕΠΠΑ, και ιδίως στην ΚΠΑΑ, βάσει της ως άνω διάταξης συνδέονται άμεσα με τις πολιτικές ή στρατηγικές επιλογές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ.

63      Συναφώς, όπως ορθώς υποστηρίζουν η Γαλλική Δημοκρατία και η Τσεχική Δημοκρατία, το γεγονός ότι, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για αποστολή εμπίπτουσα στην ΚΕΠΠΑ ή την ΚΠΑΑ στερείται σημασίας, δεδομένου ότι το άρθρο 28, παράγραφος 1, ΣΕΕ αφορά καταστάσεις στις οποίες απαιτείται επιχειρησιακή δράση της Ένωσης, όπερ αντιστοιχεί στις περιστάσεις της έκδοσης της αποφάσεως 2024/1471 από το Συμβούλιο και, εν συνεχεία, της λήψης της προσβαλλομένης αποφάσεως από την επιτροπή του ΕΜΕ.

64      Τέταρτον, η πολιτική ή στρατηγική φύση της προσβαλλομένης αποφάσεως επιβεβαιώνεται, αφενός, από το γεγονός ότι η απόφαση αυτή ελήφθη ως απάντηση σε επείγον αίτημα της Ουκρανικής Κυβέρνησης για την παράδοση θανατηφόρου στρατιωτικού εξοπλισμού και στρατιωτικών πλατφορμών, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 12 και 20 ανωτέρω. Αφετέρου, όπως εκτίθεται στη σκέψη 21 ανωτέρω, με την εν λόγω απόφαση τέθηκε στη διάθεση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων στρατιωτικός εξοπλισμός, όπως πυρομαχικά και συστήματα πυροβολικού, πύραυλοι και συστήματα αεράμυνας και στρατιωτικός εξοπλισμός προερχόμενος από την ουκρανική αμυντική βιομηχανία.

65      Από τα στοιχεία που επισημάνθηκαν στις σκέψεις 59 έως 64 ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί πράξη η οποία συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές ή στρατηγικές επιλογές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, κατά την έννοια της αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C-29/22 P και C-44/22 P, EU:C:2024:725, σκέψεις 116 και 117), όπερ συνεπάγεται ότι ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να αποφανθεί επί της προσφυγής, σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία.

66      Επομένως, η υπό κρίση προσφυγή δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί για τον λόγο αυτόν.

67      Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από την επιχειρηματολογία της Ουγγαρίας που παρατέθηκε στη σκέψη 46 ανωτέρω. Πράγματι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγαρία, οι περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης δεν είναι συγκρίσιμες με τις περιστάσεις υποθέσεων οι οποίες εμπίπτουν μεν στο πλαίσιο ΚΕΠΠΑ, πλην όμως αφορούν διατάξεις των οποίων η εφαρμογή υπόκειται στον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης.

68      Ειδικότερα, η υπό κρίση υπόθεση δεν είναι συγκρίσιμη με περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016, H κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C-455/14 P, EU:C:2016:569), στην οποία η ενδιαφερομένη, η οποία ήταν αποσπασμένη σε οντότητα συσταθείσα στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, υπέκειτο στην εξουσία του δικαστή της Ένωσης όσον αφορά την επιχειρησιακή διαχείριση του προσωπικού της εν λόγω οντότητας. Πράγματι, η υπό κρίση υπόθεση δεν ανέκυψε από πράξεις ή συμπεριφορές που εμπίπτουν στην απλή διαχείριση του προσωπικού και, ως εκ τούτου, δεν προσομοιάζει με τις ένδικες διαφορές μεταξύ θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης που εμπίπτει στην ΚΕΠΠΑ και ενός εκ των μονίμων ή μη μονίμων υπαλλήλων του, οι οποίες μπορούν να υποβληθούν στην κρίση των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, KF κατά SATCEN, T-286/15, EU:T:2018:718, σκέψη 95, και διάταξη της 10ης Ιουλίου 2020, KF κατά SATCEN, T-619/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:337, σκέψεις 23 έως 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

69      Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 58 ανωτέρω, η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά ούτε προσβολή περιοριστικών μέτρων ή έλεγχο κατά την έννοια του άρθρου 40 ΣΕΕ και, ως εκ τούτου, οι εκτιμήσεις που απορρέουν από την απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C-72/15, EU:C:2017:236), δεν ασκούν επιρροή.

70      Επιπλέον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγαρία, η κατάσταση εν προκειμένω διαφέρει από εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Bank Refah Kargaran κατά Συμβουλίου (C-134/19 P, EU:C:2020:793). Στη σκέψη 39 της αποφάσεως εκείνης, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο δικαστής της Ένωσης ήταν αρμόδιος «[υ]πό τις συνθήκες αυτές», δηλαδή στην ειδική περίπτωση των περιοριστικών μέτρων κατά προσώπων και οντοτήτων τα οποία έχει λάβει το Συμβούλιο στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ. Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε απλώς ότι ο δικαστής της Ένωσης είναι αρμόδιος να αποφαίνεται επί αγωγών οι οποίες ασκούνται δυνάμει του άρθρου 268 και του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας που προκλήθηκε από τη λήψη περιοριστικών μέτρων προβλεπόμενων από πράξεις που εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ, δεδομένου ότι είναι αρμόδιος να ελέγχει τη νομιμότητα των περιοριστικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

71      Το συμπέρασμα που εκτίθεται στη σκέψη 66 δεν μπορεί να ανατραπεί ούτε από την παρατεθείσα στις σκέψεις 47 έως 49 ανωτέρω επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

72      Πράγματι, αφενός, η αρμοδιότητα των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης δεν μπορεί να στηρίζεται σε προβαλλόμενη προσβολή των θεμελιωδών αξιών και των συνταγματικών αρχών της Ένωσης, δεδομένου ότι επιχειρήματα που αφορούν αποκλειστικά την ουσία της προσφυγής, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς τους ή της σπουδαιότητας των ζητημάτων που εγείρουν, δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αναρμοδιότητα των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης να εκδικάσουν την εν λόγω αγωγή (πρβλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2023, Islentyeva κατά Συμβουλίου, T-233/22, EU:T:2023:828, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

73      Αφετέρου, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η επιχειρηματολογία της Ουγγαρίας με την οποία προβάλλεται ότι, αντιθέτως προς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 24ης Ιουνίου 2014, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C-658/11, EU:C:2014:2025), το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής είναι αμιγώς διαδικαστικής φύσης κατά το μέρος που δεν αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση αυτή καθεαυτήν, αλλά τη διαδικασία που κατέληξε στην έκδοσή της.

74      Πράγματι, στη σκέψη 118 της απόφασης της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C-29/22 P και C-44/22 P, EU:C:2024:725), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να κρίνει τη νομιμότητα ή να προβαίνει στην ερμηνεία πράξεων ή παραλείψεων που συνδέονται άμεσα με την άσκηση, τη χάραξη ή τη θέση σε εφαρμογή της ΚΕΠΠΑ, περιλαμβανομένης και της εξωτερικής νομιμότητας των πράξεων αυτών.

75      Εξάλλου, η διαφορά επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 24ης Ιουνίου 2014, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C-658/11, EU:C:2014:2025), δεν είχε ως αντικείμενο διαδικαστική διάταξη εμπίπτουσα στην ΚΕΠΠΑ, αλλά το άρθρο 218 ΣΛΕΕ, το οποίο αφορά τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη διεθνών συμφωνιών. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι εξακολουθεί να είναι αρμόδιο να ερμηνεύει και να εφαρμόζει τις διατάξεις που δεν εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ. Εν προκειμένω, η Ουγγαρία δεν προβάλλει κανέναν λόγο ακυρώσεως ο οποίος να αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή διάταξης μη εμπίπτουσας στην ΚΕΠΠΑ, δεδομένου ότι ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως αφορά το άρθρο 31, παράγραφος 1, ΣΕΕ και το άρθρο 11, παράγραφοι 8 και 14, της αποφάσεως 2021/509.

76      Το άρθρο 31 ΣΕΕ περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου V της Συνθήκης ΕΕ, το οποίο αφορά τις «Ειδικές διατάξεις σχετικά με την [ΚΕΠΠΑ]». Συναφώς, από το γράμμα του άρθρου 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει αρμοδιότητα όσον αφορά τις διατάξεις αυτές, εκτός αν πρόκειται για τον έλεγχο, αφενός, της τήρησης του άρθρου 40 ΣΕΕ και, αφετέρου, της νομιμότητας ορισμένων αποφάσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ διευκρινίζει ότι η ΚΕΠΠΑ διέπεται από ειδικούς κανόνες και ειδικές διαδικασίες.

77      Επιπλέον, η Ουγγαρία αβασίμως υποστηρίζει ότι η αναρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης να εκδικάσει την υπό κρίση προσφυγή τής στερεί το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής.

78      Πράγματι, κατά τη νομολογία, η έλλειψη άλλων δυνατοτήτων άσκησης ένδικης προσφυγής δεν μπορεί, αυτή καθεαυτήν, να θεμελιώσει αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης, διότι άλλως θα συνέτρεχε υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που απονέμονται στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δυνάμει των Συνθηκών, όπως αυτές έχουν σήμερα (πρβλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2002, Uni?n de Peque?os Agricultores κατά Συμβουλίου, C-50/00 P, EU:C:2002:462, σκέψεις 44 και 45 της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 81, και διάταξη της 7ης Ιουνίου 2004, Segi κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T-338/02, EU:T:2004:171, σκέψη 38).

79      Αν όμως ο Δικαστής της Ένωσης αναγνώριζε, μεταξύ άλλων για λόγους που αφορούν την αποτελεσματική δικαστική προστασία της Ουγγαρίας, την αρμοδιότητά του να εξετάσει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητες που καθορίζονται από το άρθρο 24, παράγραφος 1, ΣΕΕ και από το άρθρο 275, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 51 έως 57 ανωτέρω.

80      Ως εκ τούτου, στο παρόν στάδιο εξέλιξης του δικαίου της Ένωσης, το αίτημα που βάλλει κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί λόγω αναρμοδιότητας του δικαστή της Ένωσης να αποφανθεί επ’ αυτού.

81      Το ίδιο πρέπει να ισχύσει και για το αίτημα που βάλλει κατά του πρακτικού της 25ης Ιουνίου 2024, στο οποίο απλώς αποτυπώθηκε η λήψη της προσβαλλομένης αποφάσεως.

82      Κατόπιν των προεκτεθέντων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

83      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ουγγαρία ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του ΕΜΕ και του Συμβουλίου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά τους.

84      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Κατά συνέπεια, το Βασίλειο του Βελγίου, η Τσεχική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Λεττονίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και η Επιτροπή θα φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

85      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο παρεμβαίνων, ακόμη και όταν είναι άλλος από τους αναφερόμενους στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού, θα φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Εν προκειμένω, αποφασίζεται ότι ο Ύπατος Εκπρόσωπος θα φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Η Ουγγαρία θα φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και τα έξοδα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη (ΕΜΕ) και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3)      Το Βασίλειο του Βελγίου, η Τσεχική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Λεττονίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας θα φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

van der Woude

Παπασάββας

Svenningsen

Costeira

Kowalik-Ba?czyk

?kva?ilov?-Pelzl

Kanninen

Sampol Pucurull

N?mm

Steinfatt

Kukovec

Verschuur

Kal?da

Spangsberg Gr?nfeldt

Cassagnab?re

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Σεπτεμβρίου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.