Υπόθεση T-267/24, Christofer Edge κατά Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο πενταμελές τμήμα) της 26ης Φεβρουαρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-267/24, Christofer Edge κατά Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο πενταμελές τμήμα) της 26ης Φεβρουαρίου 2026
Υπόθεση T-267/24, Christofer Edge κατά Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο πενταμελές τμήμα) της 26ης Φεβρουαρίου 2026

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο πενταμελές τμήμα)

της 26ης Φεβρουαρίου 2026 (*)

« Προσφυγή ακυρώσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Προσωπικό της ΕΤΕπ – Προθεσμία άσκησης προσφυγής – Άρθρο 41a του κανονισμού του προσωπικού της ΕΤΕπ – Υπολογισμός των προθεσμιών – Απαράδεκτο »

Στην υπόθεση T-267/24,

Christofer Edge, κάτοικος Αθηνών (Ελλάδα), εκπροσωπούμενος από τη Γ. Καραμπούλια, δικηγόρο,

προσφεύγων-ενάγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), εκπροσωπούμενης από τις K. Carr και A. Geppert-Luciani, επικουρούμενες από την Α. Μακρή, δικηγόρο,

καθής-εναγομένης,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους Σ. Παπασάββα, πρόεδρο, G. De Baere, J. Svenningsen, R. Meyer (εισηγητή) και D. Jo?ien?, δικαστές,

γραμματέας: V. Di Bucci

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, και ιδίως:

–        την ένσταση απαραδέκτου την οποία προέβαλε η ΕΤΕπ με χωριστό δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 22 Απριλίου 2025,

–        τις παρατηρήσεις του προσφεύγοντος επί της ενστάσεως απαραδέκτου, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Ιουνίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1        Με την προσφυγή-αγωγή (στο εξής: προσφυγή) που άσκησε δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ και του άρθρου 50α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων) Christofer Edge ζητεί, αφενός, να ακυρωθούν οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) της 4ης και της 13ης Οκτωβρίου 2023, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αιτήσεις για την επιστροφή των διδάκτρων των τέκνων του, καθώς και η απόφαση της ΕΤΕπ της 6ης Φεβρουαρίου 2024, με την οποία απορρίφθηκαν οι διοικητικές προσφυγές κατά των ως άνω αποφάσεων, και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η ΕΤΕπ να του καταβάλει το ποσό των 16 400 ευρώ.

 Το ιστορικό της διαφοράς

2        Με σύμβαση ορισμένου χρόνου της 22ας Νοεμβρίου 2021, ο προσφεύγων, πατέρας δύο τέκνων, προσελήφθη από την ΕΤΕπ ως συμβασιούχος υπάλληλος.

3        Ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση προκειμένου να του χορηγηθεί το σχολικό επίδομα για την κάλυψη των διδάκτρων της μεγαλύτερης θυγατέρας του για το έτος 2023/2024. Με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2023, η ΕΤΕπ απέρριψε την αίτηση. Στις 9 Οκτωβρίου 2023 ο προσφεύγων άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της ως άνω απόφασης.

4        Στις 13 Οκτωβρίου 2023 η ΕΤΕπ αποφάσισε να ανακτήσει το σχολικό επίδομα που είχε καταβάλει για τη μικρότερη θυγατέρα του προσφεύγοντος. Στις 28 Νοεμβρίου 2023 ο προσφεύγων άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της ως άνω απόφασης.

5        Με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2024, η ΕΤΕπ συνεξέτασε και απέρριψε τις δύο διοικητικές προσφυγές του προσφεύγοντος.

6        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 2024, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

 Τα αιτήματα των διαδίκων

7        Ο προσφεύγων ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει τις αποφάσεις της ΕΤΕπ της 4ης Οκτωβρίου 2023 και της 13ης Οκτωβρίου 2023, καθώς και την απόφαση της ΕΤΕπ της 6ης Φεβρουαρίου 2024

–        να υποχρεώσει την ΕΤΕπ να καταβάλει τα δίδακτρα των θυγατέρων του, ύψους 16 400 ευρώ

–        να καταδικάσει την ΕΤΕπ στα δικαστικά έξοδα.

8        Με την ένσταση απαραδέκτου, η ΕΤΕπ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

9        Με τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου, ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου

–        να καταδικάσει την ΕΤΕπ στα δικαστικά έξοδα, ακόμη και αν το Γενικό Δικαστήριο δεχθεί την ένσταση απαραδέκτου.

 Σκεπτικό

10      Δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφοι 1 και 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, αν ο καθού το ζητήσει, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου ή της αναρμοδιότητας χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η ΕΤΕπ ζήτησε να εκδοθεί απόφαση επί του απαραδέκτου, το Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας, αποφασίζει να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

11      Προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου, η ΕΤΕπ προβάλλει δύο λόγους απαραδέκτου οι οποίοι αφορούν παράβαση:

–        του άρθρου 56α, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας

–        του άρθρου 41a του κανονισμού του προσωπικού της ΕΤΕπ και του άρθρου 58, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

12      Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο απαραδέκτου, η ΕΤΕπ υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, δεδομένου ότι το δικόγραφο της προσφυγής κατατέθηκε εκπροθέσμως κατά παράβαση του άρθρου 41a του κανονισμού του προσωπικού της ΕΤΕπ καθώς και του άρθρου 58, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

13      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η προσφυγή του είναι παραδεκτή στο μέτρο που, κατά το άρθρο 58, παράγραφος 1, στοιχείο α', του Κανονισμού Διαδικασίας, η ημέρα κατά την οποία διενεργείται η κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της προθεσμίας.

14      Συναφώς, από το άρθρο 41a του κανονισμού του προσωπικού της ΕΤΕπ προκύπτει ότι οι διαφορές μεταξύ της ΕΤΕπ και των μελών του προσωπικού της άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της αιτιολογημένης απόφασης με την οποία απορρίπτεται η διοικητική προσφυγή.

15      Επισημαίνεται ότι οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 58 του Κανονισμού Διαδικασίας κανόνες υπολογισμού των προθεσμιών, τους οποίους επικαλούνται οι διάδικοι, εφαρμόζονται μόνο στις δικονομικές προθεσμίες που προβλέπονται από τις Συνθήκες, από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τον Κανονισμό Διαδικασίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη της 13ης Μαρτίου 1998, Lonuzzo-Murgante κατά Κοινοβουλίου, T-247/97, EU:T:1998:55, σκέψη 35).

16      Εφόσον στον κανονισμό του προσωπικού της ΕΤΕπ δεν περιλαμβάνονται διευκρινίσεις σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού της προθεσμίας του άρθρου 41a του εν λόγω κανονισμού, η οποία προσδιορίζεται σε μήνες και η οποία αρχίζει να τρέχει από την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να εφαρμοστεί η μέθοδος που διασφαλίζει σε κάθε διάδικο τη δυνατότητα να επωφεληθεί πλήρως από την προθεσμία, ανεξαρτήτως της ώρας κατά την οποία έλαβε χώρα η κοινοποίηση της επίμαχης πράξης. Βάσει της μεθόδου αυτής, σε περίπτωση που αφετηρία προθεσμίας προσδιοριζόμενης σε ημέρες, εβδομάδες, μήνες ή έτη αποτελεί ο χρόνος επέλευσης ενός γεγονότος ή διενέργειας μιας πράξης, η ημέρα κατά την οποία λαμβάνει χώρα το γεγονός ή διενεργείται η πράξη δεν υπολογίζεται στην προθεσμία.

17      Η ως άνω μέθοδος αποτελεί έκφραση του λατινικού αξιώματος dies a quo non computatur in termino, το οποίο αποτελεί κανόνα δικαίου που αναγνωρίζεται από πολλά νομικά συστήματα των κρατών μελών (πρβλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, Toeters και Verberk, C-171/03, EU:C:2004:714, σκέψη 31).

18      Η προαναφερθείσα μέθοδος αντιστοιχεί στον κανόνα του άρθρου 3, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τον υπολογισμό των προθεσμιών, η οποία υπογράφηκε στη Βασιλεία στις 16 Μαΐου 1972, κατά τον οποίον «οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε ημέρες, εβδομάδες, μήνες ή έτη αρχίζουν από τα μεσάνυχτα της ημερομηνίας έναρξης (dies a quo) και λήγουν τα μεσάνυχτα της καταληκτικής ημερομηνίας (dies ad quem)».

19      Η μέθοδος που εκτίθεται στη σκέψη 16 ανωτέρω αντιστοιχεί επίσης στον κανόνα που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των δικονομικών προθεσμιών στους Κανονισμούς Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου (πρβλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, Toeters και Verberk, C-171/03, EU:C:2004:714, σκέψη 35), ο οποίος εφαρμόζεται στις προσφυγές του άρθρου 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 5, του εν λόγω Κανονισμού (πρβλ. διάταξη της 13ης Μαρτίου 1998, Lonuzzo-Murgante κατά Κοινοβουλίου, T-247/97, EU:T:1998:55, σκέψεις 33 και 36).

20      Τέλος, η εν λόγω μέθοδος αντιστοιχεί στον κανόνα του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 131), ο οποίος εφαρμόζεται, υπό την επιφύλαξη αντιθέτων διατάξεων, για τον υπολογισμό των προθεσμιών στις πράξεις του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (πρβλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, Toeters και Verberk, C-171/03, EU:C:2004:714, σκέψη 33).

21      Κατ’ εφαρμογήν της μεθόδου που εκτίθεται στη σκέψη 16 ανωτέρω, εφόσον, δυνάμει του άρθρου 41a του κανονισμού του προσωπικού της ΕΤΕπ, η προσφυγή πρέπει να ασκηθεί ενώπιον του δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης, η προθεσμία αυτή αρχίζει τα μεσάνυχτα της ημέρας της κοινοποίησης και λήγει τα μεσάνυχτα της τελευταίας ημέρας της ως άνω τρίμηνης περιόδου. Η προθεσμία λήγει δηλαδή στο τέλος της ημέρας η οποία φέρει, στον μήνα που προκύπτει από την προθεσμία, τον ίδιο αριθμό με την ημέρα έναρξης της προθεσμίας, δηλαδή την ημέρα της κοινοποίησης (πρβλ. απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1987, Misset κατά Συμβουλίου, 152/85, EU:C:1987:10, σκέψη 8, και διάταξη της 17ης Μαΐου 2002, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-406/01, EU:C:2002:304, σκέψη 14).

22      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι ο κανόνας του άρθρου 60 του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά τον οποίο οι δικονομικές προθεσμίες παρεκτείνονται λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπή, εφαρμόζεται σε όλες τις δικονομικές προθεσμίες, υπό την επιφύλαξη αντίθετης διάταξης του εν λόγω Κανονισμού. Ο κανόνας αυτός έχει συνεπώς εφαρμογή και στις δικονομικές προθεσμίες που αφορούν τις διαφορές μεταξύ της ΕΤΕπ και των μελών του προσωπικού της που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 41a του κανονισμού του προσωπικού της ΕΤΕπ.

23      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση της ΕΤΕπ με την οποίαν απορρίφθηκαν οι διοικητικές προσφυγές κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 6 Φεβρουαρίου 2024. Επομένως, η προθεσμία του άρθρου 41a του κανονισμού του προσωπικού της ΕΤΕπ άρχισε να τρέχει τα μεσάνυχτα της 6ης Φεβρουαρίου ή, με άλλα λόγια, στις 7 Φεβρουαρίου 2024 και ώρα 00:00, έληξε δε τρεις μήνες αργότερα, δηλαδή τα μεσάνυχτα της 6ης Μαΐου 2024. Η ως άνω προθεσμία παρεκτάθηκε λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπήν, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 60 του Κανονισμού Διαδικασίας. Επομένως, ο προσφεύγων έπρεπε να ασκήσει την προσφυγή του πριν από τα μεσάνυχτα της 16ης Μαΐου 2024.

24      Στις παρατηρήσεις του, ο προσφεύγων επικαλείται μια συνδυασμένη εφαρμογή του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο α', και του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο β', του Κανονισμού Διαδικασίας, βάσει της οποίας η προθεσμία θα έληγε στις 17 Μαΐου 2024. Ο ως άνω υπολογισμός του προσφεύγοντος, πέραν του ότι στηρίζεται στο άρθρο 58 του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, καταλήγει να χορηγεί στον προσφεύγοντα προθεσμία τριών μηνών και μίας ημέρας, όπερ δεν συμβιβάζεται με το γράμμα του άρθρου 41a του κανονισμού του προσωπικού της ΕΤΕπ.

25      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής στις 17 Μαΐου 2024 ήταν εκπρόθεσμη και ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του πρώτου λόγου απαραδέκτου.

 Επί των δικαστικών εξόδων

26      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

27      Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η ΕΤΕπ, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα)

διατάσσει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.

2)      Ο Christofer Edge φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ).

Λουξεμβούργο, 26 Φεβρουαρίου 2026.

Ο Γραμματέας

 

Ο Πρόεδρος

V. Di Bucci

 

Σ. Παπασάββας


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.