Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 6ης Μαΐου 2026 (*)
« Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά ενδυμάτων και εξαρτημάτων για άνδρες, γυναίκες και παιδιά με άδεια Pierre Cardin – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ – Πρόστιμο – Πλάνη περί το δίκαιο – Αναλογικότητα – Πλήρης δικαιοδοσία »
Στην υπόθεση T-87/25,
Westf?lisches Textilwerk Adolf Ahlers Stiftung & Co. KG, με έδρα το Herford (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από την U. Itzen, τον N. Andree, τον A. Pliego Selie και τον S. Pr?fer, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους M. Domecq, A. Keidel και I. Naglis,
καθής,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Kowalik-Ba?czyk, πρόεδρο, R. da Silva Passos (εισηγητή) και H. Cassagnab?re, δικαστές,
γραμματέας: I. Kurme, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Δεκεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα Westf?lisches Textilwerk Adolf Ahlers Stiftung & Co. KG ζητεί την ακύρωση, κατ’ ουσίαν, του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', και του άρθρου 3 της απόφασης C(2024) 8150 final της Επιτροπής, της 28ης Νοεμβρίου 2024, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (AT.40642 – Pierre Cardin) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), και, επικουρικώς, τη μείωση του προστίμου που της επιβλήθηκε.
Ιστορικό της διαφοράς
2 Κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε στις 25 Μαρτίου 2019, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), διαπίστωσε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2008 έως την 31η Μαρτίου 2021 (στο εξής: περίοδος της παραβάσεως), η Pierre Cardin Evolution και η Soci?t? de Gestion Pierre Cardin (στο εξής: εταιρίες Pierre Cardin) καθώς και η προσφεύγουσα είχαν συμμετάσχει σε συμπράξεις ή εναρμονισμένες πρακτικές σχετικές με την εμπορία προϊόντων υπό το εμπορικό σήμα Pierre Cardin.
3 Κατά τη διάρκεια της περιόδου της παραβάσεως, η προσφεύγουσα ήταν η μητρική εταιρία ομίλου επιχειρήσεων (στο εξής: όμιλος Ahlers) και κατείχε συνεπώς, εμμέσως, την πλειοψηφία του κεφαλαίου, με δικαίωμα ψήφου, της Ahlers AG, συμπεριλαμβανομένων των θυγατρικών της (στο εξής: Ahlers AG). Κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, η τελευταία κατείχε την πλειοψηφία του κεφαλαίου πλειόνων θυγατρικών.
4 Η κύρια δραστηριότητα του ομίλου Ahlers συνίστατο, κατά την περίοδο της παραβάσεως, στην κατασκευή και διανομή ενδυμάτων στην Ευρώπη, κατά κύριο λόγο υπό το εμπορικό σήμα Pierre Cardin.
5 Στα τέλη Απριλίου του 2023 η Ahlers AG υπέβαλε αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας και διορίστηκαν προσωρινοί σύνδικοι αφερεγγυότητας.
6 Στις 15 Ιουλίου 2023 κινήθηκε επίσημη διαδικασία αφερεγγυότητας όσον αφορά την Ahlers AG και ο έλεγχος των αφερέγγυων οντοτήτων μεταβιβάστηκε, ως εκ τούτου, στους συνδίκους αφερεγγυότητας. Την ίδια ημέρα, οι σύνδικοι αφερεγγυότητας πώλησαν τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της Ahlers AG και τις μεταβίβασαν κατά τρόπο μη αναστρέψιμο σε ανεξάρτητο τρίτο επενδυτή.
7 Σε συνέχεια σειράς επαφών μεταξύ των συνδίκων αφερεγγυότητας και των υπηρεσιών της Επιτροπής, οι τελευταίες ενημέρωσαν τους εν λόγω συνδίκους, με έγγραφο της 18ης Ιουλίου 2023, σχετικά με την πρόθεσή τους να μην επιβάλουν τυχόν πρόστιμο στον αγοραστή της Ahlers AG, υπό την ιδιότητά του ως οικονομικού διαδόχου της. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής επισήμαναν ωστόσο ότι, στο τότε στάδιο της έρευνας, η επικοινωνία ήταν ανεπίσημη και δεν δέσμευε την Επιτροπή.
8 Στις 18 Μαρτίου 2024 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση μείωσης του προστίμου που της είχε προηγουμένως κοινοποιήσει η Επιτροπή. Προς στήριξη της αίτησής της, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε το σημείο 35 των κατευθυντήριων γραμμών για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 παράγραφος 2 σημείο α) του κανονισμού 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2), προβάλλοντας την αδυναμία της να πληρώσει το πρόστιμο.
9 Κατόπιν της αίτησης αυτής, η Επιτροπή, στις αιτιολογικές σκέψεις 508 έως 519 της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτίμησε, κατ’ ουσίαν, ότι ο κύκλος εργασιών που έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του προστίμου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, ήταν ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών της προσφεύγουσας που αφορούσε το τελευταίο οικονομικό έτος πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο οποίος είχε πραγματοποιηθεί μεταξύ της 1ης Δεκεμβρίου 2022 και της 30ής Νοεμβρίου 2023. Συνεπώς, ο κύκλος εργασιών που έλαβε υπόψη η Επιτροπή για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου περιελάμβανε όχι μόνον τον κύκλο εργασιών της προσφεύγουσας κατά την περίοδο αυτή, αλλά και τον κύκλο εργασιών που είχε πραγματοποιήσει η Ahlers AG μέχρι τις 15 Ιουλίου 2023.
10 Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή επισήμανε στη συνέχεια, στην αιτιολογική σκέψη 531, τα εξής:
«Βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που περιγράφονται στο παράρτημα Ι και προκειμένου να αποφευχθεί η επιβολή προστίμου που θα ενείχε σοβαρούς κινδύνους για την οικονομική βιωσιμότητα της Ahlers, το τελικό ποσό που πρέπει να επιβληθεί στην [προσφεύγουσα] θα πρέπει να μειωθεί σε 3 500 000 ευρώ, κατ’ εφαρμογήν του σημείου 35 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε μείωση της τάξεως του 66,09 %.»
11 Με το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή έκρινε ότι η προσφεύγουσα και οι εταιρίες Pierre Cardin είχαν παραβεί το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, συμμετέχοντας σε ενιαία και διαρκή παράβαση καλύπτουσα το σύνολο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), η οποία συνίστατο σε συμπράξεις ή εναρμονισμένες πρακτικές με αντικείμενο τη νόθευση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά.
12 Με το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη διαπιστωθείσα παράβαση, επέβαλε στην προσφεύγουσα πρόστιμο ύψους 3 500 000 ευρώ.
13 Με επιστολή που προσαρτάται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή απάντησε στην αίτηση μείωσης του προστίμου (βλ. σκέψη 8 παραπάνω). Αποφάσισε, ως εκ τούτου, με το άρθρο 3 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η προσφεύγουσα δικαιούνταν να καταβάλλει το πρόστιμο τμηματικά, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό των 250 000 ευρώ θα καταβαλλόταν εντός τριών μηνών από την ημερομηνία εκδόσεως της απόφασης. Το υπόλοιπο ποσό θα έπρεπε να καταβληθεί σε τρεις ετήσιες δόσεις, ήτοι 750 000 ευρώ το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2026, 1 000 000 ευρώ το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2027 και 1 500 000 ευρώ το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2028, συμπεριλαμβανομένων, για καθεμιά από τις εν λόγω δόσεις, των υπολογιζόμενων επί των ανεξόφλητων ποσών τόκων για την περίοδο έως την ημέρα της πληρωμής.
14 Κατά το άρθρο 5 της προσβαλλόμενης απόφασης, μόνον η προσφεύγουσα και οι εταιρίες Pierre Cardin ήταν αποδέκτες της εν λόγω απόφασης. Αντιθέτως, δεν απευθυνόταν στην Ahlers AG.
Αιτήματα των διαδίκων
15 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει, κατ’ ουσίαν, το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', και το άρθρο 3 της προσβαλλόμενης απόφασης,
– επικουρικώς, να μειώσει το πρόστιμο που της επιβλήθηκε,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
16 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή,
– επικουρικώς, να καθορίσει το ύψος του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου στο ποσό που κρίνει πρόσφορο,
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
17 Προκαταρκτικώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, με την προσφυγή της, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί τα συμπεράσματα της Επιτροπής τα οποία περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με τα οποία η συμπεριφορά της συνιστά παράβαση των κανόνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα του ανταγωνισμού. Ούτε αμφισβητεί την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση της αδυναμίας της να πληρώσει το πρόστιμο η οποία περιλαμβάνεται στην επιστολή που προσαρτάται στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψεις 8 και 13 ανωτέρω).
18 Πιο συγκεκριμένα, με την υπό κρίση προσφυγή, η προσφεύγουσα ζητεί αποκλειστικά και μόνον την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά το ύψος του προστίμου που της επιβλήθηκε, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', και στο άρθρο 3 της απόφασης αυτής. Η προσφεύγουσα ζητεί, επομένως, τη μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης ή, επικουρικώς, τη μείωση του ποσού του προστίμου από το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της πλήρους δικαιοδοσίας του, ούτως ώστε το πρόστιμο να μην υπερβαίνει το 10 % του κύκλου εργασιών που αυτή πραγματοποίησε κατά την τελευταία πλήρη χρήση που προηγήθηκε της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επί του κυρίου αιτήματος
19 Προς στήριξη της υπό κρίση προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει έναν μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά το γεγονός ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθώς και σε πλάνη εκτιμήσεως και παρέβη το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, καθόσον εφάρμοσε, εσφαλμένως, το ανώτατο όριο του 10 % του ετήσιου κύκλου εργασιών στο πλαίσιο του καθορισμού του ύψους του προστίμου. Υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, με την πρώτη αιτίαση, ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το ανώτατο όριο του προστίμου που αντιστοιχεί στο 10 % του κύκλου εργασιών εφαρμοζόταν ατομικώς σε διακριτές οικονομικές μονάδες. Με τη δεύτερη αιτίαση, υποστηρίζει ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης η Ahlers AG δεν αποτελούσε μέρος της ίδιας οικονομικής ενότητας με αυτήν. Με την τρίτη αιτίαση, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη στην προσβαλλόμενη απόφαση λαμβάνοντας υπόψη τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε η Ahlers AG κατά τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του προστίμου που της επιβλήθηκε. Με την τέταρτη αιτίαση, υποστηρίζει ότι η νομολογία που μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν στηρίζει την προσέγγιση της Επιτροπής, και με την πέμπτη αιτίαση, υποστηρίζει ότι η προσέγγιση της Επιτροπής οδηγεί σε απρόσφορο αποτέλεσμα, στο μέτρο που η προσέγγιση αυτή συνεπάγεται δυσανάλογο ποσό του προστίμου, το οποίο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από εκτιμήσεις σχετικές με την ανάγκη διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων στον τομέα του ανταγωνισμού.
Επί των τεσσάρων πρώτων αιτιάσεων του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με τις οποίες προβάλλονται σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή, αφενός, κρίνοντας ότι η προσφεύγουσα και η Ahlers AG ανήκαν σε ενιαία οικονομική μονάδα για τους σκοπούς του υπολογισμού του ανωτάτου ορίου του επιβληθέντος προστίμου και, αφετέρου, λαμβάνοντας υπόψη, κατά τον υπολογισμό του εν λόγω ανωτάτου ορίου, τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε η Ahlers AG
20 Με τις τέσσερις πρώτες αιτιάσεις του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν από κοινού, η προσφεύγουσα προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στην Επιτροπή ότι, κατά τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του προστίμου που της επιβλήθηκε, δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, η Ahlers AG και εκείνη δεν ανήκαν πλέον στην ίδια οικονομική ενότητα. Επομένως, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο λαμβάνοντας υπόψη, κατά τον υπολογισμό του εν λόγω ανωτάτου ορίου, τον ενοποιημένο κύκλο εργασιών της προσφεύγουσας και, κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε η Ahlers AG στο πλαίσιο του υπολογισμού του ανωτάτου ορίου του προστίμου που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
21 Προκαταρκτικώς, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι από τη νομολογία προκύπτει ότι ο καθορισμός του ανωτάτου ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών αποσκοπεί στο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ένα πρόστιμο να είναι δυσανάλογο σε σχέση με το μέγεθος της επιχείρησης στην οποία επιβλήθηκε η κύρωση, αποβλέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην αποτροπή του να επηρεαστεί σοβαρά η οικονομική βιωσιμότητά της, με συνακόλουθο κίνδυνο να εκτοπιστεί από την αγορά.
22 Επιπλέον, πρώτον, από το γράμμα του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 προκύπτει, χωρίς η Επιτροπή να διαθέτει συναφώς καμία εξουσία εκτιμήσεως, ότι το ανώτατο όριο του 10 % του κύκλου εργασιών πρέπει να υπολογίζεται ατομικώς για κάθε εμπλεκόμενη επιχείρηση όσον αφορά την οικονομική ενότητα όπως αυτή εμφανίζεται κατά τον χρόνο εκδόσεως της απόφασης περί επιβολής του προστίμου. Στηριζόμενη ιδίως στις αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 2013, Kendrion κατά Επιτροπής (C-50/12 P, EU:C:2013:771), και της 25ης Νοεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά GEA Group (C-823/18 P, EU:C:2020:955), η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, όταν, πριν από την έκδοση απόφασης περί επιβολής προστίμου, έχει μεταβληθεί μια οικονομική ενότητα που υφίστατο προηγουμένως, το ανώτατο όριο του προστίμου πρέπει να εφαρμόζεται ατομικώς σε καθεμιά από τις οικονομικές μονάδες και να υπολογίζεται με βάση τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε καθεμιά από αυτές. Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω στο μέτρο που, στις 15 Ιουλίου 2023, ήτοι πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, κινήθηκε επίσημη διαδικασία αφερεγγυότητας και, κατά την ίδια ημερομηνία, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της Ahlers AG μεταβιβάστηκαν σε τρίτον. Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη, κατά τον καθορισμό του εν λόγω ανωτάτου ορίου, ένα εσφαλμένο ποσό του κύκλου εργασιών, η προσβαλλόμενη απόφαση παρέβη το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
23 Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, κατ’ εφαρμογήν του γερμανικού δικαίου αφερεγγυότητας, η ίδια δεν είχε, ως μέτοχος της Ahlers AG, την εξουσία να επηρεάσει τη διαδικασία αφερεγγυότητας και τη διαδικασία πώλησης. Κατά την προσφεύγουσα, οι σύνδικοι αφερεγγυότητας πρέπει να πωλήσουν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας προκειμένου να ικανοποιήσουν τους πιστωτές της. Εν προκειμένω, πάντοτε κατά την προσφεύγουσα, οι πιστωτές της Ahlers AG δεν θα ικανοποιούνταν πλήρως, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλεόνασμα που θα μπορούσε να καταβληθεί σε αυτήν ως μέτοχο της Ahlers AG. Επιπλέον, η Επιτροπή συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία πώλησης της Ahlers AG, επιβεβαιώνοντας συγχρόνως ότι καμία ευθύνη για πρόστιμο δεν θα καταλογιζόταν στα μεταβιβασθέντα στοιχεία του ενεργητικού ή στον αγοραστή τους.
24 Τρίτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι από τη νομολογία προκύπτει ότι η πώληση θυγατρικής από μητρική εταιρία μπορεί να διασπάσει την οικονομική ενότητα που υφίστατο μέχρι του χρονικού εκείνου σημείου μεταξύ τους. Συναφώς, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, εν προκειμένω, μολονότι η πώληση πραγματοποιήθηκε μέσω συνδυασμένης μεταβίβασης στοιχείων του ενεργητικού και μετοχών και μολονότι, ως εταιρία καταχωρισμένη υπό εκκαθάριση, η Ahlers AG εξακολουθεί να υφίσταται νομικώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα στοιχεία του ενεργητικού και οι μετοχές που η ίδια κατείχε στην εταιρία αυτή καθώς και τα μερίδιά της στις θυγατρικές που δεν ήταν αφερέγγυες και, συνακόλουθα, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της Ahlers AG μεταβιβάστηκαν οριστικώς στον αγοραστή, συνεπώς δε η ίδια απεκδύθηκε αυτών κατά τρόπο ανεπανόρθωτο.
25 Τέταρτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 10.3.5 της προσβαλλόμενης απόφασης, ιδίως δε η απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2020, Silver Plastics και Johannes Reifenh?user κατά Επιτροπής (C-702/19 P, EU:C:2020:857), δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι αφορά μόνον τον προσδιορισμό του κρίσιμου για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του προστίμου οικονομικού έτους. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπέπεσε, επομένως, σε πλάνη καθόσον στηρίχθηκε στην εν λόγω νομολογία προκειμένου να δικαιολογήσει, εσφαλμένως, τη συνεκτίμηση του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε μια διακριτή οικονομική μονάδα, η Ahlers AG, για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του προστίμου που της επιβλήθηκε. Άλλως ειπείν, κατά την προσφεύγουσα, το ανώτατο όριο του 10 % έπρεπε να καθοριστεί σε συνάρτηση, αφενός, με την οικεία οικονομική ενότητα και, αφετέρου, με το κρίσιμο έτος αναφοράς που αφορά την εν λόγω οικονομική ενότητα. Η νομολογία δεν επιτρέπει να συγχέονται τα δύο αυτά διαδοχικά στάδια, διότι άλλως παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
26 Η Επιτροπή αντικρούει τα ανωτέρω επιχειρήματα.
27 Διαπιστώνεται ότι, με τις τέσσερις πρώτες αιτιάσεις του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, το γεγονός ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν υπολόγισε το ανώτατο όριο του 10 % του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε ατομικά καθεμιά από τις εταιρίες του ομίλου, αλλά το υπολόγισε με βάση τον ενοποιημένο κύκλο εργασιών του, στον οποίο περιλαμβανόταν και ο κύκλος εργασιών της Ahlers AG, ενώ, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, οι δύο επιχειρήσεις δεν ανήκαν πλέον στην ίδια οικονομική ενότητα. Υποστηρίζει, επομένως, ότι η Επιτροπή, θεωρώντας ότι το κρίσιμο «προηγούμενο οικονομικό έτος», κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, ήταν εκείνο που είχε διανυθεί μεταξύ της 1ης Δεκεμβρίου 2023 και της 30ής Νοεμβρίου 2023, υπέπεσε σε σφάλμα κατά τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του προστίμου που της επιβλήθηκε. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή όφειλε μόνο να λάβει υπόψη τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε η προσφεύγουσα κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, χωρίς να συμπεριλάβει τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε η Ahlers AG.
28 Πρώτον, όσον αφορά την ευθύνη της προσφεύγουσας για παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, η οποία τιμωρείται με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 ορίζει ότι η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις που διαπράττουν παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, με την επιφύλαξη ότι, για καθεμιά από τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην παράβαση, το πρόστιμο δεν υπερβαίνει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.
29 Επιπλέον, ούτε το άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 1/2003 ούτε η νομολογία προσδιορίζουν το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο η Επιτροπή οφείλει να θεωρήσει υπεύθυνο για την παράβαση και το οποίο οφείλει να τιμωρήσει με πρόστιμο (βλ. απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-516/15 P, EU:C:2017:314, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Κατά πάγια νομολογία, η παραβατική συμπεριφορά θυγατρικής εταιρίας μπορεί να καταλογιστεί στη μητρική εταιρία ιδίως σε περίπτωση που η θυγατρική, μολονότι έχει χωριστή νομική προσωπικότητα, δεν καθορίζει αυτοτελώς τον τρόπο κατά τον οποίο ενεργεί στην αγορά, αλλά εφαρμόζει κατ’ ουσίαν τις οδηγίες της μητρικής εταιρίας, λόγω, πιο συγκεκριμένα, των οικονομικών, οργανωτικών και νομικών σχέσεων που συνδέουν τις δύο αυτές νομικές οντότητες. Τούτο γίνεται δεκτό διότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η μητρική εταιρία και η θυγατρική της αποτελούν μέρος μιας οικονομικής μονάδας και, συνεπώς, ενιαία επιχείρηση κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης (βλ. απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-516/15 P, EU:C:2017:314, σκέψεις 52 και 53 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία, στη μητρική εταιρία στην οποία καταλογίσθηκε η παραβατική συμπεριφορά της θυγατρικής της επιβάλλονται ατομικώς κυρώσεις για παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού της Ένωσης την οποία λογίζεται ότι διέπραξε η ίδια λόγω της αποφασιστικής επιρροής που ασκούσε επί της θυγατρικής της και η οποία της επέτρεπε να καθορίζει τη συμπεριφορά της τελευταίας στην αγορά (βλ. απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-516/15 P, EU:C:2017:314, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
32 Πράγματι, το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ένωσης στηρίζεται στην αρχή της προσωπικής ευθύνης της οικονομικής μονάδας που διέπραξε την παράβαση. Επομένως, αν η μητρική εταιρία αποτελεί τμήμα της οικονομικής αυτής μονάδας, τότε θεωρείται αλληλεγγύως υπεύθυνη, για τη διαπραχθείσα παράβαση, με τα λοιπά νομικά πρόσωπα που αποτελούν τη μονάδα αυτή (βλ. απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-516/15 P, EU:C:2017:314, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι όταν υπάρχουν περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όπως μια μητρική εταιρία και μια θυγατρική εταιρία, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνα για την παραβατική συμπεριφορά της οικείας επιχείρησης, η Επιτροπή είναι ελεύθερη να επιλέξει να καταλογίσει την εν λόγω συμπεριφορά σε ένα από αυτά ή σε καθένα από αυτά ταυτοχρόνως (πρβλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, Uralita κατά Επιτροπής, T-349/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:622, σκέψεις 58 έως 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
34 Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι, στην αιτιολογική σκέψη 474 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή έκρινε, χωρίς να αντικρουσθεί από την προσφεύγουσα, ότι η Ahlers AG καθώς και μια άλλη επιχείρηση δεν είχαν αποφασίσει κατά τρόπο ανεξάρτητο τη συμπεριφορά τους στις υποθέσεις που αφορούσαν τα προϊόντα του σήματος Pierre Cardin, αλλά είχαν εφαρμόσει, σε όλες τις ουσιώδεις πτυχές, οδηγίες ληφθείσες από την προσφεύγουσα. Κατά την Επιτροπή, οι εν λόγω επιχειρήσεις αποτελούσαν ενιαία οικονομική ενότητα με την προσφεύγουσα, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ.
35 Διαπιστώνεται επομένως, αφενός, ότι η προσφεύγουσα συμμετείχε στην παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, για την οποία επιβλήθηκαν κυρώσεις με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψη 2 ανωτέρω) και, αφετέρου, ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της παραβάσεως και επίσης κατά τη διάρκεια μέρους του οικονομικού έτους που έλαβε υπόψη η Επιτροπή για τον υπολογισμό του προστίμου που της επιβλήθηκε, δηλαδή μεταξύ 1ης Δεκεμβρίου 2022 και 15ης Ιουλίου 2023, η προσφεύγουσα ήταν η μητρική εταιρία του ομίλου Ahlers και, ως εκ τούτου, κατείχε εμμέσως την πλειοψηφία του κεφαλαίου της Ahlers AG (βλ. σκέψεις 3 και 9 ανωτέρω).
36 Συναφώς, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι η κίνηση επίσημης διαδικασίας αφερεγγυότητας όσον αφορά την Ahlers AG και η μεταβίβαση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Ahlers AG, στις 15 Ιουλίου 2023, σε τρίτον (βλ. σκέψη 6 ανωτέρω) δεν εξαλείφουν την ευθύνη της για την παράβαση η οποία διαπιστώνεται και τιμωρείται με την προσβαλλόμενη απόφαση.
37 Συγκεκριμένα, ανεξαρτήτως της κινήσεως διαδικασίας αφερεγγυότητας καθώς και της επακόλουθης μεταβίβασης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που είχαν ως συνέπεια ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, η προσφεύγουσα και η Ahlers AG δεν ανήκαν πλέον στην ίδια οικονομική ενότητα, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η Επιτροπή τη θεώρησε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπεύθυνη για τη διαπιστωθείσα παράβαση, χωρίς ωστόσο να την κρίνει αλληλεγγύως υπεύθυνη με την Ahlers AG.
38 Συνακόλουθα, η Επιτροπή έκρινε, με το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η προσφεύγουσα και δύο άλλες εταιρίες, ήτοι οι εταιρίες Pierre Cardin, είχαν παραβεί το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και θεώρησε, ως εκ τούτου, την προσφεύγουσα υπεύθυνη για την παράβαση, χωρίς ωστόσο να συμπεριλάβει την Ahlers AG στην εν λόγω διαπίστωση περί ευθύνης. Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι, με την υπό κρίση προσφυγή, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ούτε την ευθύνη της για την επίμαχη παράβαση, και δεν ζητεί επομένως την ακύρωση του άρθρου 1 της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε το γεγονός ότι η Ahlers AG δεν μνημονεύθηκε στο εν λόγω άρθρο της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν υπήρξε αποδέκτης της απόφασης αυτής (βλ. σκέψεις 17 και 18 ανωτέρω).
39 Δεύτερον, τίθενται τα ερωτήματα, πρώτον, αν ορθώς η Επιτροπή έλαβε υπόψη, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως κρίσιμο «προηγούμενο οικονομικό έτος», κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, το οικονομικό έτος που μεσολάβησε από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως τις 30 Νοεμβρίου 2023 και, δεύτερον, αν, στο πλαίσιο του υπολογισμού του ανωτάτου ορίου του προστίμου η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη μόνον τον κύκλο εργασιών της προσφεύγουσας κατά την εν λόγω περίοδο ή, όπως έπραξε με την προσβαλλόμενη απόφαση, και τον κύκλο εργασιών της Ahlers AG.
40 Συναφώς, αφενός, διαπιστώνεται ότι, στην αιτιολογική σκέψη 515 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά την περίοδο της παραβάσεως, η προσφεύγουσα, Ahlers AG και μια άλλη επιχείρηση αποτελούσαν ενιαία οικονομική μονάδα και ότι, κατά το οικονομικό έτος που μεσολάβησε από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως τις 30 Νοεμβρίου 2023, η Ahlers AG είχε πραγματοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος του κύκλου εργασιών της προσφεύγουσας. Η Επιτροπή έκρινε ότι, για την εφαρμογή του ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών, η συνεκτίμηση του κύκλου εργασιών της Ahlers AG μέχρι τις 15 Ιουλίου 2023, ημερομηνία μεταβιβάσεως των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της σε τρίτον, ήταν ικανή να διασφαλίσει τον αναλογικό χαρακτήρα του προστίμου σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας κατά την περίοδο της παραβάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισήμανε επιπλέον ότι ο μικρότερος κύκλος εργασιών που πραγματοποίησαν οι λοιπές επιχειρήσεις πλην της Ahlers AG, ήτοι, κατ’ ουσίαν, η προσφεύγουσα από τις 16 Ιουλίου 2023, μετά τη μεταβίβαση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Ahlers AG σε τρίτον, αντιπροσώπευε την οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας κατά τους υπόλοιπους μήνες του οικονομικού έτους που εκτεινόταν από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως τις 30 Νοεμβρίου 2023, αλλά δεν αντικατόπτριζε πιστά την κατάσταση της προσφεύγουσας στο σύνολο του εν λόγω οικονομικού έτους ή κατά την περίοδο της παραβάσεως. Η Επιτροπή παρατήρησε επίσης ότι, εάν το σύνολο του ετήσιου κύκλου εργασιών της Ahlers AG για το 2023 είχε αποκλειστεί από τον υπολογισμό του προστίμου, αυτό θα την είχε οδηγήσει στο να καθορίσει το ύψος του προστίμου σε υπερβολικά χαμηλό επίπεδο, με συνέπεια την εξουδετέρωση οποιουδήποτε αποτρεπτικού αποτελέσματος.
41 Αφετέρου, όσον αφορά τον κύκλο εργασιών που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου, από τη νομολογία προκύπτει ότι το ανώτατο όριο του ποσού του προστίμου, που προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, του οποίου το περιεχόμενο υπομνήσθηκε στη σκέψη 28 ανωτέρω, αποβλέπει στο να αποφευχθεί η επιβολή προστίμων για τα οποία μπορεί να προβλεφθεί ότι οι επιχειρήσεις, ενόψει του μεγέθους τους, όπως αυτό καθορίζεται, έστω κατά προσέγγιση και ατελώς, από τον συνολικό κύκλο εργασιών τους, δεν θα είναι σε θέση να τα καταβάλουν. Πρόκειται συνεπώς για όριο το οποίο εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλες τις επιχειρήσεις και καθορίζεται με βάση το μέγεθος εκάστης αυτών και το οποίο σκοπό έχει να αποφευχθούν πρόστιμα υπερβολικού και δυσανάλογου ύψους (βλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Groupe Gascogne κατά Επιτροπής, C-58/12 P, EU:C:2013:770, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Ο σκοπός αυτός πρέπει να συνδυαστεί εντούτοις με την ανάγκη διασφαλίσεως επαρκούς αποτρεπτικού αποτελέσματος του προστίμου, η οποία δικαιολογεί τη συνεκτίμηση του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος της οικείας επιχειρήσεως, δηλαδή των συνολικών πόρων του αυτουργού της παραβάσεως (βλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Groupe Gascogne κατά Επιτροπής, C-58/12 P, EU:C:2013:770, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Πράγματι, επειδή ακριβώς επιδιώκεται να έχει το πρόστιμο αισθητό αντίκτυπο επί της οικείας επιχειρήσεως, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι θα έχει επαρκές αποτρεπτικό αποτέλεσμα, λαμβάνονται υπόψη το μέγεθος και οι συνολικοί πόροι αυτής, δεδομένου ότι η κύρωση δεν πρέπει να είναι αμελητέα, υπό το πρίσμα, ιδίως, της οικονομικής δυνατότητας της επιχειρήσεως (βλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Groupe Gascogne κατά Επιτροπής, C-58/12 P, EU:C:2013:770, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Υπό τις συνθήκες αυτές, όταν πρόκειται για την εκτίμηση των οικονομικών πόρων επιχειρήσεως στην οποία καταλογίζεται παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού του δικαίου της Ένωσης, δικαιολογείται η συνεκτίμηση του κύκλου εργασιών του συνόλου των εταιριών ως προς τις οποίες η οικεία επιχείρηση έχει τη δυνατότητα ασκήσεως καθοριστικής επιρροής (βλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Groupe Gascogne κατά Επιτροπής, C-58/12 P, EU:C:2013:770, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Περαιτέρω, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η ίδια δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη την ελλειμματική οικονομική κατάσταση μιας επιχειρήσεως, δεδομένου ότι η αναγνώριση μιας τέτοιας υποχρεώσεως θα ισοδυναμούσε με παροχή αδικαιολόγητου από απόψεως ανταγωνισμού πλεονεκτήματος στις επιχειρήσεις που έχουν προσαρμοστεί λιγότερο στους όρους της αγοράς (πρβλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk R?rindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-189/02 P, C-202/02 P, C-205/02 P έως C-208/02 P και C-213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 327 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Επομένως, για τον προσδιορισμό του «προηγούμενου οικονομικού έτους», κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή πρέπει να εκτιμά, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται καθώς και τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει το σύστημα κυρώσεων που θεσπίζει ο κανονισμός 1/2003, τον αντίκτυπο που επιδιώκεται να έχει η κύρωση στην εμπλεκόμενη επιχείρηση, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ενός κύκλου εργασιών που να απηχεί την πραγματική οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως αυτής κατά την περίοδο διαπράξεως της παραβάσεως (βλ. απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2020, Silver Plastics et Johannes Reifenh?user κατά Επιτροπής, C-702/19 P, EU:C:2020:857, σκέψη 102 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Εν προκειμένω, όσον αφορά, κατά πρώτον, το κρίσιμο «προηγούμενο οικονομικό έτος», κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, και τον προσδιορισμό του ως το χρονικό διάστημα από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως τις 30 Νοεμβρίου 2023 (πρώτο ερώτημα που μνημονεύεται στη σκέψη 39 ανωτέρω), επισημαίνεται ότι, στην υποσημείωση 827 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή ανέφερε ότι η εν λόγω περίοδος αναφοράς αντιστοιχούσε στο οικονομικό έτος της Ahlers AG και της προσφεύγουσας, πράγμα το οποίο η τελευταία δεν αμφισβητεί άλλωστε.
46 Πάντως, στο μέτρο που η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2024, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή ορθώς επισήμανε, στην αιτιολογική σκέψη 511 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το «προηγούμενο οικονομικό έτος», κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, εκτεινόταν από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως τις 30 Νοεμβρίου 2023. Εξάλλου, η ίδια η προσφεύγουσα επιβεβαιώνει ότι η επιλογή της Επιτροπής να λάβει υπόψη το έτος αυτό ως έτος αναφοράς για την εφαρμογή του ανωτάτου ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών δεν αμφισβητείται εν προκειμένω.
47 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, το ερώτημα αν, κατά τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του προστίμου, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη μόνον τον κύκλο εργασιών της προσφεύγουσας ή, όπως έπραξε με την προσβαλλόμενη απόφαση, και τον κύκλο εργασιών της Ahlers AG (δεύτερο ερώτημα που μνημονεύεται στη σκέψη 39 ανωτέρω), διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί το ύψος των κύκλων εργασιών που ελήφθησαν υπόψη στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά μόνον το γεγονός ότι, κατά τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τον ενοποιημένο κύκλο εργασιών της, ο οποίος περιελάμβανε τον κύκλο εργασιών που είχε πραγματοποιήσει η Ahlers AG μεταξύ της 1ης Δεκεμβρίου 2022 και της 30ής Νοεμβρίου 2023, και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στον κύκλο εργασιών της.
48 Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, όπως ανέφερε η Επιτροπή στις αιτιολογικές σκέψεις 511 και 512 της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να αντικρουσθεί από την προσφεύγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως τις 15 Ιουλίου 2023, ημερομηνία μεταβιβάσεως των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Ahlers AG σε τρίτον, ο κύκλος εργασιών της Ahlers AG αποτελούσε μέρος του ενοποιημένου κύκλου εργασιών της προσφεύγουσας.
49 Συναφώς, οι κανόνες λογιστικής ενοποιήσεως που ισχύουν στο δίκαιο της Ένωσης έχουν ως σκοπό να δίνεται πραγματική εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως, καθώς και των αποτελεσμάτων του συνόλου των εταιριών που αποτελούν μέρος ομίλου. Το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχεία α' έως γ', της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 182, σ. 19), επιβάλλει έτσι υποχρέωση καταρτίσεως οικονομικών καταστάσεων σε κάθε μητρική επιχείρηση η οποία, μεταξύ άλλων, έχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου θυγατρικής επιχειρήσεως ή έχει το δικαίωμα να διορίζει ή να ανακαλεί τα μέλη του διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου τέτοιας επιχειρήσεως ή, ακόμη, έχει το δικαίωμα να ασκεί «κυριαρχική επιρροή» επί τέτοιας επιχειρήσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Groupe Gascogne κατά Επιτροπής, C-58/12 P, EU:C:2013:770, σκέψη 54).
50 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, στην περίπτωση που έχει αποδείξει επαρκώς κατά νόμον ότι η ευθύνη για ορισμένη παράβαση πρέπει να καταλογισθεί σε εταιρία που είναι επικεφαλής ομίλου, δύναται, προκειμένου να αξιολογήσει την οικονομική δυνατότητα της εταιρίας αυτής, να λάβει υπόψη της τους ενοποιημένους λογαριασμούς της καθόσον αυτοί μπορούν να θεωρηθούν κρίσιμο στοιχείο για την εκτίμηση αυτή (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Groupe Gascogne κατά Επιτροπής, C-58/12 P, EU:C:2013:770, σκέψη 55).
51 Υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά τη νομολογία, αν γινόταν δεκτή η δυνατότητα μιας επιχειρήσεως που παρέβη τους κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης να μειώσει αισθητά, διά της μεταβιβάσεως σε τρίτον ενός τομέα των δραστηριοτήτων της πριν από την έκδοση της αποφάσεως με την οποία της επιβάλλεται πρόστιμο, το ανώτατο όριο του προστίμου αυτού, του οποίου η υπέρβαση δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση, θα διακυβευόταν σοβαρά η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων που προβλέπει ο κανονισμός 1/2003 (απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2020, Silver Plastics και Johannes Reifenh?user κατά Επιτροπής, C-702/19 P, EU:C:2020:857, σκέψη 104).
52 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 44 ανωτέρω, ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003, πρέπει να απηχεί την πραγματική οικονομική κατάσταση της επιχείρησης κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διαπράχθηκε η παράβαση, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι έλαβε υπόψη τον ενοποιημένο κύκλο εργασιών της προσφεύγουσας ως μητρικής εταιρίας, ο οποίος περιελάμβανε, επομένως, τον κύκλο εργασιών της θυγατρικής της, Ahlers AG, μεταξύ της 1ης Δεκεμβρίου 2022 και της 15ης Ιουλίου 2023. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι, κατά την περίοδο της παραβάσεως και μέχρι την τελευταία αυτή ημερομηνία, αποτελούσε ενιαία οικονομική ενότητα με την Ahlers AG, επί της οποίας ασκούσε καθοριστική επιρροή.
53 Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως και όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 40 ανωτέρω, αν η Επιτροπή είχε υπολογίσει το ποσό του προστίμου βάσει μόνον του πραγματοποιηθέντος από την προσφεύγουσα κύκλου εργασιών, το ποσό αυτό θα ήταν αμελητέο σε σχέση με τη σοβαρότητα της παραβάσεως, τη διάρκειά της και τα αθέμιτα κέρδη που προέκυψαν από την παράβαση αυτή καθ’ όλη τη διάρκειά της.
54 Συναφώς και εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, θα μπορούσε ακόμη και να λάβει υπόψη το οικονομικό έτος που εκτεινόταν από την 1η Δεκεμβρίου 2021 έως τις 30 Νοεμβρίου 2022 ως έτος αναφοράς για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα, όπερ θα την περιήγαγε σε δυσμενέστερη θέση. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή είχε την ευχέρεια να εκτιμήσει ότι, όπως μνημονεύεται στη σκέψη 44 ανωτέρω, το εν λόγω οικονομικό έτος ήταν εκείνο που απηχούσε καλύτερα την πραγματική οικονομική κατάσταση της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της περιόδου της παραβάσεως, αφού ήταν το τελευταίο πλήρες οικονομικό έτος κατά το οποίο η Ahlers AG και η προσφεύγουσα αποτελούσαν την ίδια οικονομική ενότητα, όπως συνέβη καθ’ όλη τη διάρκεια της παραβάσεως.
55 Επιπροσθέτως, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αναπτύχθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά τα οποία, εν προκειμένω, ο υπολογισμός του ανωτάτου ορίου του προστίμου που της επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει προς τη νομολογία του Δικαστηρίου που απορρέει, ιδίως, από τις αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 2013, Kendrion κατά Επιτροπής (C-50/12 P, EU:C:2013:771), και της 25ης Νοεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά GEA Group (C-823/18 P, EU:C:2020:955).
56 Ειδικότερα, στις σκέψεις 53, 57 και 58 της αποφάσεως της 26ης Νοεμβρίου 2013, Kendrion κατά Επιτροπής (C-50/12 P, EU:C:2013:771), το Δικαστήριο έκρινε ότι, στην περίπτωση που μια μητρική εταιρία και μια θυγατρική της δεν αποτελούν πλέον μία επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ κατά τον χρόνο έκδοσης απόφασης με την οποία τους επιβάλλεται πρόστιμο για παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού, καθεμιά από αυτές έχει δικαίωμα να εφαρμοστεί ατομικώς ως προς αυτήν το ανώτατο όριο του 10 % του κύκλου εργασιών και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η μητρική εταιρία δεν μπορεί να τύχει του εφαρμοστέου στην πρώην θυγατρική της ορίου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα ότι από την έννοια της αλληλέγγυας ευθύνης προκύπτει ότι η μητρική εταιρία δεν μπορεί να υποχρεωθεί στην καταβολή προστίμου μεγαλύτερου από το πρόστιμο που επιβλήθηκε στη θυγατρική της.
57 Ομοίως, στις σκέψεις 75, 77, 79 και 80 της αποφάσεως της 25ης Νοεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά GEA Group (C-823/18 P, EU:C:2020:955), το Δικαστήριο, στηριζόμενο εξάλλου στη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Kendrion κατά Επιτροπής (C-50/12 P, EU:C:2013:771), υπενθύμισε κατ’ αρχάς ότι όταν δύο χωριστά νομικά πρόσωπα, όπως η μητρική εταιρία και η θυγατρική της, δεν αποτελούν πλέον μία επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, κατά τον χρόνο έκδοσης απόφασης με την οποία τους επιβάλλεται πρόστιμο, έχουν δικαίωμα να εφαρμοστεί ατομικώς ως προς αυτά το ανώτατο όριο του 10 % του κύκλου εργασιών. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο επικύρωσε τον υπολογισμό του εν λόγω ανωτάτου ορίου για καθένα από τα δύο αυτά νομικά πρόσωπα, ο οποίος διενεργήθηκε χωριστά από την Επιτροπή βάσει του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά το οικονομικό έτος που προηγήθηκε της εκδόσεως της επίδικης στην υπόθεση εκείνη αποφάσεως και από τον οποίο προέκυπτε ότι η μητρική εταιρία ήταν η μόνη υπεύθυνη για μέρος του επιβληθέντος προστίμου.
58 Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, εκτός από τις εταιρίες Pierre Cardin, κρίθηκε ότι μόνον η μητρική εταιρία, ήτοι η προσφεύγουσα, παρέβη το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ. (βλ. σημείο 11 ανωτέρω). Επομένως, μόνο στην προσφεύγουσα ως μητρική εταιρία, αποκλειομένης της Ahlers AG ως πρώην θυγατρικής, επιβλήθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, πρόστιμο λόγω παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης και απευθύνθηκε η απόφαση αυτή (βλ. σκέψεις 12 και 14 ανωτέρω).
59 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, επομένως, ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη, για τον υπολογισμό του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε μεταξύ της 1ης Δεκεμβρίου 2022 και της 15ης Ιουλίου 2023, μόνον εκείνον που είχε πραγματοποιήσει εκείνη κατά την περίοδο αυτή, χωρίς να λάβει υπόψη τον κύκλο εργασιών της θυγατρικής της, Ahlers AG.
60 Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον, για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου, έλαβε υπόψη τον ενοποιημένο κύκλο εργασιών της προσφεύγουσας για το οικονομικό έτος που εκτεινόταν από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως την 30ή Νοεμβρίου 2023, ο οποίος περιελάμβανε, επομένως, σύμφωνα με τη μνημονευθείσα στη σκέψη 44 ανωτέρω νομολογία, τον κύκλο εργασιών που είχε πραγματοποιήσει η Ahlers AG έως τις 15 Ιουλίου 2023, ημερομηνία μεταβιβάσεως των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της σε τρίτον (βλέπε σημείο 6 ανωτέρω). Συγκεκριμένα, ο εν λόγω κύκλος εργασιών αντικατόπτριζε την πραγματική οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας κατά την περίοδο της παραβάσεως.
61 Επομένως, η πρώτη, η δεύτερη, η τρίτη και η τέταρτη αιτίαση του μοναδικού λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν.
Επί της πέμπτης αιτιάσεως του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με την οποία προβάλλεται ο δυσανάλογος χαρακτήρας του προστίμου
62 Με την πέμπτη αιτίαση του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσέγγιση της Επιτροπής στην προσβαλλόμενη απόφαση οδηγεί σε δυσανάλογο ποσό προστίμου, το οποίο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από εκτιμήσεις σχετικές με την ανάγκη διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων στον τομέα του ανταγωνισμού.
63 Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή καθόρισε το ανώτατο ποσό του προστίμου σε 10,4 εκατομμύρια ευρώ περίπου, κατά το οικονομικό έτος από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως τις 30 Νοεμβρίου 2023, ενώ η ίδια πραγματοποίησε κύκλο εργασιών περίπου 3,7 εκατομμυρίων ευρώ, όπερ δικαιολογεί ανώτατο πρόστιμο χαμηλότερο των 400 000 ευρώ. Θεωρεί ότι το ανώτατο ποσό του προστίμου που καθόρισε η Επιτροπή υπερβαίνει το 10 % του κύκλου εργασιών της και είναι δυσανάλογο σε σχέση με το μέγεθός της ως εμπλεκόμενης επιχείρησης κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης.
64 Δεύτερον, το αποτέλεσμα αυτό δεν μπορεί, κατά την προσφεύγουσα, να δικαιολογηθεί από εκτιμήσεις σχετικές με την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων στον τομέα των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικών. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η νομολογιακή γραμμή σχετικά με το έτος αναφοράς που είναι κρίσιμο για την εφαρμογή του ανωτάτου ορίου του 10 % αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων που επιβάλλονται στον τομέα των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικών, ήτοι στην αποτροπή του ενδεχομένου οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να μειώσουν αυθαίρετα το ανώτατο ποσό ενός προστίμου, για παράδειγμα μέσω εσκεμμένης αναδιάρθρωσης ή πώλησης στοιχείων του ενεργητικού σε τρίτους. Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι δεν τίθεται, πάντως, εν προκειμένω κανένα ζήτημα αποτελεσματικότητας αυτού του είδους, στο μέτρο που, αφενός μεν, η αφερεγγυότητα της Ahlers AG οφειλόταν σε διάφορους παράγοντες, εξωτερικούς προς τις επιχειρήσεις αυτές καθώς και σε δυσμενείς συνθήκες της αγοράς, αφετέρου δε, η πώληση και η μεταβίβαση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Ahlers AG σε τρίτον αποτελεί φυσιολογική συνέπεια της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
65 Η Επιτροπή αντικρούει τα ανωτέρω επιχειρήματα.
66 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, με την πέμπτη αιτίαση, η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, τον αναλογικό χαρακτήρα του προστίμου που της επιβλήθηκε, περιοριζόμενη συναφώς στον ισχυρισμό ότι κακώς το ανώτατο όριο του προστίμου υπολογίστηκε με βάση τον ενοποιημένο κύκλο εργασιών που αυτή πραγματοποίησε για το οικονομικό έτος από την 1η Δεκεμβρίου 2022 έως τις 30 Νοεμβρίου 2023 ως μητρική εταιρία της Ahlers AG μέχρι τις 15 Ιουλίου 2023, ημερομηνία μεταβιβάσεως σε τρίτον των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εταιρίας αυτής.
67 Επιβάλλεται, όμως, η διαπίστωση ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η πέμπτη αιτίαση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί συνεπεία όσων κρίθηκαν στις σκέψεις 27 έως 61 ανωτέρω.
68 Επομένως, η πέμπτη αιτίαση του μοναδικού λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί και, ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του επικουρικού αιτήματος
69 Όσον αφορά, επιπλέον, το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας, το οποίο προβλήθηκε επικουρικώς (βλ. σκέψη 15 ανωτέρω), με σκοπό τη μείωση του ποσού του προστίμου, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, η πλήρης δικαιοδοσία που αναγνωρίζεται στον δικαστή της Ένωσης με το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΣΛΕΕ, παρέχει στον δικαστή την εξουσία, πέραν του απλού ελέγχου νομιμότητας της κύρωσης, να υποκαθιστά την εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του και, κατά συνέπεια, να καταργεί, να μειώνει ή να επαυξάνει τα πρόστιμα ή τις χρηματικές ποινές που έχουν επιβληθεί (βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2019, Silver Plastics και Johannes Reifenh?user κατά Επιτροπής, T-582/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:497, σκέψη 361 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
70 Περαιτέρω, η άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας δεν ισοδυναμεί με αυτεπάγγελτο έλεγχο και η διαδικασία εξακολουθεί να διεξάγεται κατ’ αντιμωλίαν. Στον προσφεύγοντα εναπόκειται κατ’ αρχήν να προβάλει λόγους κατά της επίδικης απόφασης και να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των λόγων αυτών (βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2019, Silver Plastics και Johannes Reifenh?user κατά Επιτροπής, T-582/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:497, σκέψη 362 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
71 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι, όσον αφορά το ύψος του προστίμου, η προσφεύγουσα περιορίζεται, επικουρικώς, στο να ζητήσει τη μείωσή του με το δεύτερο αίτημά της (βλ. σκέψη 15 ανωτέρω), χωρίς ωστόσο να προβάλλει οποιαδήποτε ειδική επιχειρηματολογία προς στήριξη του αιτήματος αυτού. Υπό τις συνθήκες αυτές, καμία από τις αιτιάσεις που προβλήθηκαν προς στήριξη του κύριου αιτήματος δεν είναι βάσιμη, η δε προσφεύγουσα δεν πληροί την απαίτηση, όπως υπομνήσθηκε στη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 70 ανωτέρω, περί του να προβάλει λόγους και να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του αιτήματός της.
72 Επομένως, το αίτημα μείωσης του προστίμου που υπέβαλε επικουρικώς η προσφεύγουσα πρέπει να απορριφθεί.
73 Ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
74 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Westf?lisches Textilwerk Adolf Ahlers Stiftung & Co. KG στα δικαστικά έξοδα.
|
Kowalik-Ba?czyk |
da Silva Passos |
Cassagnab?re |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Μαΐου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.