Affaire C-363/24, Finansinspektionen contre Carnegie Investment Bank AB, Arr?t de la Cour (quatri?me chambre) du 19 mars 2026
print
Τίτλος:
Affaire C-363/24, Finansinspektionen contre Carnegie Investment Bank AB, Arr?t de la Cour (quatri?me chambre) du 19 mars 2026
Affaire C-363/24, Finansinspektionen contre Carnegie Investment Bank AB, Arr?t de la Cour (quatri?me chambre) du 19 mars 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 19ης Μαρτίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Κανονισμός (ΕΕ) 596/2014 – Κατάχρηση της αγοράς – Άρθρο 7, παράγραφος 1 – Έννοια της “προνομιακής πληροφορίας” – Άρθρο 7, παράγραφος 2 – “Συγκεκριμένη” πληροφορία – Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το οποίο περιέχει πληροφορίες σχετικές με τη συμπερίληψη προσώπου στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες – Μη παράθεση των λόγων για τους οποίους έγινε η συμπερίληψη αυτή – Ορθή εκτίμηση των περιστάσεων – Ορθή πληροφορία – Αναγκαιότητα »

Στην υπόθεση C-363/24,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το H?gsta domstolen (Ανώτατο Δικαστήριο, Σουηδία) με απόφαση της 8ης Μαΐου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Μαΐου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

Finansinspektionen

κατά

Carnegie Investment Bank AB,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Jarukaitis, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του τετάρτου τμήματος, M. Condinanzi (εισηγητή), N. J??skinen και R. Frendo, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos S?nchez-Bordona

γραμματέας: L. Carrasco Marco, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Μαΐου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Finansinspektionen, εκπροσωπούμενη από την M. Eiderbrant και τον E. Leijonram,

–        η Carnegie Investment Bank AB, εκπροσωπούμενη από τους M. Bengtsson, N. Rockborn και D. Waerme, advokater,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. M?ller και R. Kanitz,

–        η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Pere,

–        η Νορβηγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Skjelland και την B. Stankovic

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την C. Auvret και τον M. Bj?rkland,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουλίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 173, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2016, L 287, σ. 320).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Finansinspektionen (Αρχής Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, Σουηδία) και της Carnegie Investment Bank AB (στο εξής: Carnegie), τράπεζας εγκατεστημένης στη Σουηδία, σχετικά με αίτημα της αρχής αυτής να υποχρεωθεί η Carnegie στην καταβολή προστίμου λόγω παράβασης της απαγόρευσης της κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών, κατά την έννοια των άρθρων 8 και 14 του κανονισμού 596/2014.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Ο κανονισμός 596/2014

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 14 και 24 του κανονισμού 596/2014 έχουν ως εξής:

«(2)      Προϋπόθεση για μια ολοκληρωμένη, αποτελεσματική και διαφανή χρηματοπιστωτική αγορά είναι η ακεραιότητα της αγοράς. Η ομαλή λειτουργία των αγορών κινητών αξιών και η εμπιστοσύνη του κοινού στις αγορές αποτελούν προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη και ευημερία. Η κατάχρηση της αγοράς βλάπτει την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και την εμπιστοσύνη του κοινού στις κινητές αξίες και τα παράγωγα μέσα.

[...]

(14)      Οι συνετοί επενδυτές βασίζουν τις επενδυτικές αποφάσεις τους σε πληροφορίες που τους είναι ήδη διαθέσιμες, δηλαδή σε εκ των προτέρων διαθέσιμες πληροφορίες. Συνεπώς, το ερώτημα αν υπάρχει πιθανότητα, κατά τη λήψη μιας επενδυτικής απόφασης, ένας συνετός επενδυτής να λάβει υπόψη του συγκεκριμένες πληροφορίες θα πρέπει να αξιολογηθεί βάσει των εκ των προτέρων διαθέσιμων πληροφοριών. Μια τέτοια αξιολόγηση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον αναμενόμενο αντίκτυπο των πληροφοριών βάσει των συνολικών δραστηριοτήτων του σχετικού εκδότη, την αξιοπιστία της πηγής πληροφοριών και τυχόν άλλες μεταβλητές της αγοράς που ενδέχεται να επηρεάσουν τα χρηματοπιστωτικά μέσα, τα σχετικά συμβόλαια άμεσης παράδοσης επί εμπορευμάτων ή τα εκπλειστηριαζόμενα προϊόντα επί δικαιωμάτων εκπομπής στις δεδομένες περιστάσεις.

[...]

(24)      [...] Το ζήτημα κατά πόσον ένα πρόσωπο έχει παραβιάσει την απαγόρευση της κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών, ή έχει επιχειρήσει να καταχραστεί προνομιακές πληροφορίες, θα πρέπει να αναλύεται υπό το πρίσμα του σκοπού του παρόντος κανονισμού, που είναι η προστασία της ακεραιότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, κάτι που, με τη σειρά του, βασίζεται στη διαβεβαίωση ότι οι επενδυτές έχουν ισότιμη μεταχείριση και προστατεύονται από την κατάχρηση προνομιακών πληροφοριών.»

4        Το άρθρο 1 του κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ένα κοινό κανονιστικό πλαίσιο σχετικά με την κατάχρηση προνομιακών πληροφοριών, την παράνομη ανακοίνωση προνομιακών πληροφοριών και τη χειραγώγηση της αγοράς (“κατάχρηση αγοράς”), καθώς και μέτρα για την πρόληψη της κατάχρησης της αγοράς για τη διασφάλιση της ακεραιότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών στην [Ευρωπαϊκή] Ένωση και για την ενίσχυση της προστασίας των επενδυτών και της εμπιστοσύνης στις εν λόγω αγορές.»

5        Το άρθρο 7 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προνομιακές πληροφορίες», ορίζει τα εξής:

«1.      Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως προνομιακές πληροφορίες νοούνται τα ακόλουθα είδη πληροφοριών:

α)      πληροφορία η οποία είναι συγκεκριμένη, δεν έχει δημοσιοποιηθεί και αφορά, άμεσα ή έμμεσα, έναν ή περισσότερους εκδότες ή ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, και η οποία, εάν δημοσιοποιούνταν, θα μπορούσε να επιδράσει σημαντικά στην τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων που αφορά ή στην τιμή των συνδεομένων με αυτά παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων

[...]

2.      Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, μια πληροφορία θα θεωρείται συγκεκριμένη εάν αφορά σε κατάσταση που υφίσταται ή που ευλόγως αναμένεται να υπάρξει ή ένα γεγονός που έχει συμβεί ή ευλόγως αναμένεται να υπάρξει και είναι επαρκώς συγκεκριμένη ώστε να επιτρέπει την εξαγωγή συμπεράσματος σχετικά με την πιθανή επίδραση αυτής της κατάστασης ή αυτού του γεγονότος στις τιμές των χρηματοπιστωτικών μέσων ή των συνδεομένων με αυτά παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων, στα σχετικά συμβόλαια άμεσης παράδοσης επί εμπορευμάτων, ή στα εκπλειστηριαζόμενα προϊόντα που βασίζονται σε δικαιώματα εκπομπής. [...]

[...]

4.      Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ως πληροφορία η οποία, εάν δημοσιοποιούταν, θα μπορούσε να επιδράσει σημαντικά στην τιμή χρηματοπιστωτικών μέσων, παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων, συνδεόμενων με αυτά συμβολαίων άμεσης παράδοσης επί εμπορευμάτων ή εκπλειστηριαζόμενων προϊόντων που βασίζονται σε δικαιώματα εκπομπής νοείται η πληροφορία που ένας συνετός επενδυτής θα αξιολογούσε, μεταξύ άλλων, κατά τη λήψη των επενδυτικών αποφάσεών του.

[...]»

6        Το άρθρο 8 του κανονισμού, το οποίο τιτλοφορείται «Κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας συντρέχει όταν ένα πρόσωπο κατέχει προνομιακή πληροφορία και τη χρησιμοποιεί για να αποκτήσει ή να διαθέσει, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου, άμεσα ή έμμεσα, χρηματοπιστωτικά μέσα στα οποία αφορά η εν λόγω πληροφορία. Η χρήση προνομιακής πληροφορίας διά της ακύρωσης ή τροποποίησης μιας εντολής σχετικά με χρηματοπιστωτικό μέσο στο οποίο αφορά η πληροφορία, η οποία εντολή δόθηκε πριν αποκτήσει το πρόσωπο την προνομιακή πληροφορία, θεωρείται επίσης ότι συνιστά κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας. [...]»

7        Το άρθρο 9 του κανονισμού 596/2014, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σύννομη συμπεριφορά», ορίζει στις παραγράφους 3 και 6 τα εξής:

«3.      Για τους σκοπούς των άρθρων 8 και 14, το γεγονός και μόνον ότι ένα πρόσωπο κατέχει προνομιακή πληροφορία δεν συνεπάγεται ότι το εν λόγω πρόσωπο έχει χρησιμοποιήσει την εν λόγω πληροφορία και ότι συνεπώς έχει προβεί σε κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας βάσει μιας πράξης απόκτησης ή διάθεσης, εφόσον το εν λόγω πρόσωπο πραγματοποιεί συναλλαγή για απόκτηση ή διάθεση χρηματοπιστωτικών μέσων και η εν λόγω συναλλαγή πραγματοποιείται προς εκπλήρωση μιας απαιτητής υποχρέωσης καλόπιστα και όχι προκειμένου να παρακαμφθεί η απαγόρευση της κατάχρησης προνομιακής πληροφορίας, και:

α)      η εν λόγω υποχρέωση απορρέει από εντολή που δόθηκε ή συμφωνία που συνήφθη πριν την απόκτηση της προνομιακής πληροφορίας από το εν λόγω πρόσωπο ή

β)      η εν λόγω συναλλαγή πραγματοποιείται προς εκπλήρωση μιας νομικής ή κανονιστικής υποχρέωσης που προέκυψε προτού το εν λόγω πρόσωπο αποκτήσει την προνομιακή πληροφορία.

[...]

6.      Χωρίς να θίγονται οι παράγραφοι 1 έως 5 του παρόντος άρθρου, μπορεί παρά ταύτα να θεωρηθεί ότι διεπράχθη η προβλεπόμενη στο άρθρο 14 κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι υπήρχε παράνομος λόγος για τις εν λόγω εντολές για διενέργεια συναλλαγής, συναλλαγές ή συμπεριφορές.»

8        Κατά το άρθρο 14 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απαγόρευση της κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών και της παράνομης ανακοίνωσης προνομιακών πληροφοριών»:

«Απαγορεύεται:

α)      η κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας ή η απόπειρα κατάχρησης προνομιακής πληροφορίας

β)      η σύσταση προς άλλο πρόσωπο να προβεί σε κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας ή παρότρυνση άλλου προσώπου να προβεί σε κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας ή

γ)      η παράνομη ανακοίνωση προνομιακής πληροφορίας.»

9        Το άρθρο 17 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών», ορίζει στις παραγράφους 1 και 4 τα ακόλουθα:

«1.      Κάθε εκδότης ενημερώνει το κοινό όσο το δυνατόν συντομότερα σχετικά με προνομιακές πληροφορίες οι οποίες αφορούν άμεσα τον εν λόγω εκδότη.

[...]

4.      Κάθε εκδότης ή συμμετέχων σε αγορά δικαιωμάτων εκπομπής δύναται, υπ’ ευθύνη του, να αναβάλει τη δημοσιοποίηση προνομιακής πληροφορίας, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)      η άμεση δημοσιοποίηση ενδέχεται να βλάψει τα νόμιμα συμφέροντα του εκδότη ή του συμμετέχοντα σε αγορά δικαιωμάτων εκπομπής

β)      η αναβολή της δημοσιοποίησης δεν ενδέχεται να παραπλανήσει το κοινό

γ)      ο εκδότης ή ο συμμετέχων σε αγορά δικαιωμάτων εκπομπής μπορεί να διασφαλίσει την εμπιστευτικότητα της εν λόγω πληροφορίας.

[...]»

10      Το άρθρο 18 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κατάλογοι προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες», προβλέπει τα εξής:

«1.      Οι εκδότες και οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εξ ονόματός τους ή για λογαριασμό τους οφείλουν ο καθένας χωριστά να:

α)      καταρτίζουν κατάλογο όλων των προσώπων που έχουν πρόσβαση σε προνομιακές πληροφορίες και τα οποία εργάζονται για αυτούς βάσει σύμβασης εργασίας, ή άλλως πως ασκούν καθήκοντα μέσω των οποίων έχουν πρόσβαση σε προνομιακές πληροφορίες, όπως σύμβουλοι, λογιστές ή οργανισμοί αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας (κατάλογοι προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες)

β)      επικαιροποιούν αμέσως τον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 4, και

γ)      διαθέτουν τον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες στην αρμόδια αρχή το συντομότερο δυνατό κατόπιν σχετικού αιτήματος.

[...]

3.      Ο κατάλογος προσώπων που κατέχουν προνομιακή πληροφορία περιλαμβάνει τουλάχιστον:

α)      την ταυτότητα κάθε προσώπου που έχει πρόσβαση σε προνομιακή πληροφορία

β)      την αιτία για την οποία περιλαμβάνεται το εν λόγω πρόσωπο στον κατάλογο

γ)      την ημερομηνία και την ώρα κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο απόκτησε πρόσβαση σε προνομιακή πληροφορία και

δ)      την ημερομηνία κατά την οποία δημιουργήθηκε ο κατάλογος προσώπων που κατέχουν προνομιακή πληροφορία.

[...]»

11      Το άρθρο 19 του κανονισμού 596/2014, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συναλλαγές προσώπων που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα», έχει ως εξής:

«1.      Τα πρόσωπα που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα, καθώς και τα πρόσωπα που έχουν στενούς δεσμούς με αυτά, γνωστοποιούν στον εκδότη ή στον συμμετέχοντα σε αγορά δικαιωμάτων εκπομπής και την αρμόδια αρχή της παραγράφου 2 δεύτερο εδάφιο:

α)      όσον αφορά τους εκδότες, κάθε συναλλαγή που πραγματοποιείται για ίδιο λογαριασμό και η οποία σχετίζεται με τις μετοχές ή τους χρεωστικούς τίτλους του εν λόγω εκδότη ή με παράγωγα μέσα ή άλλα συνδεδεμένα χρηματοπιστωτικά μέσα

β)      όσον αφορά τους συμμετέχοντες σε αγορά δικαιωμάτων εκπομπής, κάθε συναλλαγή που πραγματοποιείται για ίδιο λογαριασμό σε δικαιώματα εκπομπής ή εκπλειστηριαζόμενα προϊόντα που βασίζονται σε αυτά ή συνδεόμενα παράγωγα.

Οι γνωστοποιήσεις αυτές πραγματοποιούνται άμεσα και το αργότερο τρεις εργάσιμες ημέρες μετά την ημερομηνία συναλλαγής.

Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται μόλις ο συνολικός αριθμός συναλλαγών φτάσει το όριο που ορίζεται στην παράγραφο 8 ή 9, αναλόγως, εντός ενός ημερολογιακού έτους.

2.      Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 και με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν άλλες υποχρεώσεις γνωστοποίησης εκτός αυτών που ορίζονται από το παρόν άρθρο, όλες οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται για ίδιο λογαριασμό προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, γνωστοποιούνται από τα πρόσωπα αυτά στις αρμόδιες αρχές.

[…]»

 Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2016/347

12      Το άρθρο 2 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/347 της Επιτροπής, της 10ης Μαρτίου 2016, για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τον ακριβή μορφότυπο των καταλόγων προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και την επικαιροποίηση των εν λόγω καταλόγων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2016, L 65, σ. 49), προέβλεπε τα εξής:

«1.      Οι εκδότες, οι συμμετέχοντες σε αγορά δικαιωμάτων εκπομπής, οι χώροι πλειστηριασμών, οι εκπλειστηριαστές και ο επιτηρητής πλειστηριασμών ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενεργεί εξ ονόματός τους ή για λογαριασμό τους διασφαλίζουν ότι ο οικείος κατάλογος προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες διαιρείται σε χωριστά τμήματα που αφορούν διαφορετικές προνομιακές πληροφορίες. [...]

Κάθε τμήμα του καταλόγου προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες περιλαμβάνει μόνο τα στοιχεία των ατόμων που έχουν πρόσβαση σε προνομιακές πληροφορίες τις οποίες αφορά το εν λόγω τμήμα.

2.      Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να προσθέσουν ένα συμπληρωματικό τμήμα στον κατάλογό τους με τα στοιχεία των προσώπων που έχουν ανά πάσα στιγμή πρόσβαση σε όλες τις προνομιακές πληροφορίες (“μόνιμοι κάτοχοι προνομιακών πληροφοριών”).

Τα στοιχεία των μόνιμων κατόχων προνομιακών πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο συμπληρωματικό τμήμα το οποίο αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν περιλαμβάνονται στα άλλα τμήματα του καταλόγου προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες, ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο 1.

[...]»

 Το σουηδικό δίκαιο

13      Ο lag (2016:1306) med kompletterande best?mmelser till EU:s marknadsmissbruksf?rordning [νόμος (2016:1306) περί των διατάξεων που συμπληρώνουν τον κανονισμό για την κατάχρηση της αγοράς], της 20ής Δεκεμβρίου 2016 (SFS 2016, αριθ. 1306), περιέχει διατάξεις οι οποίες συμπληρώνουν τον κανονισμό 596/2014.

14      Το άρθρο 1, σημείο 1, του κεφαλαίου 5 του νόμου αυτού ορίζει ότι η Αρχή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας υποχρεούται να λαμβάνει μέτρα κατά κάθε προσώπου που παραβιάζει την απαγόρευση της κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών. Από το άρθρο 3, σημείο 6, του κεφαλαίου αυτού προκύπτει ότι τα μέτρα μπορούν να συνίστανται στην επιβολή χρηματικής κύρωσης.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

15      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, ο BAK ήταν ιδιοκτήτης της Varvtre AB καθώς και γενικός διευθυντής και κύριος μέτοχος της Starbreeze AB, σουηδικής εταιρίας ανάπτυξης βιντεοπαιχνιδιών εισηγμένης στο Χρηματιστήριο. Η Varvtre είχε συνάψει σύμβαση «δανείου με σύσταση ενεχύρου επί μετοχών» με την Carnegie, δυνάμει της οποίας η πρώτη εταιρία έλαβε από τη δεύτερη πίστωση με αντάλλαγμα την ενεχυρίαση μετοχών, ως ασφάλεια, σε λογαριασμό της Carnegie.

16      Ειδικότερα, δυνάμει της σύμβασης αυτής, η Varvtre έλαβε πίστωση ύψους 35 εκατομμυρίων σουηδικών κορωνών (SEK) (περίπου 3 275 131 ευρώ) με αντάλλαγμα την ενεχυρίαση μετοχών της Starbreeze, μέχρι ενός ορισμένου ύψους. Η εν λόγω σύμβαση προέβλεπε ότι οι μετοχές μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ενέχυρο μόνο μέχρι ενός ορισμένου ύψους και ότι, εφόσον η εξασφάλιση της πίστωσης δεν ήταν πλέον επαρκής, η Carnegie είχε το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση προκειμένου να επιτύχει άμεση πληρωμή. Υπ’ αυτές τις περιστάσεις, η Carnegie είχε επίσης το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το ενέχυρο κατά το δοκούν.

17      Λόγω της πτώσης της τιμής των μετοχών της Starbreeze, η Varvtre υπερχρεώθηκε σε σχέση με την πίστωση την οποία της είχε χορηγήσει η Carnegie. Στις 14 Νοεμβρίου 2018 η υπερχρέωση της Varvtre ανερχόταν σε περίπου 5 εκατομμύρια SEK (περίπου 467 875 ευρώ). Την επομένη το πρωί η Carnegie κίνησε διαδικασία πώλησης των μετοχών της Starbreeze τις οποίες είχε ενεχυριάσει η Varvtre, δυνάμει των διατάξεων της οικείας σύμβασης.

18      Στις 13:32 της 15ης Νοεμβρίου 2018 ο υπεύθυνος επικοινωνίας της Starbreeze, ο οποίος επίσης συνέδραμε τον BAK και τη Varvtre στο πλαίσιο των επαφών τους με την Carnegie, απέστειλε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην Carnegie (στο εξής: μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Νοεμβρίου 2018) ενημερώνοντάς την ότι ο BAK είχε συμπεριληφθεί στο «μητρώο διαφάνειας» της Starbreeze και δεν μπορούσε πλέον να προβεί σε πράξης πώλησης από τις 13:33 και έπειτα. Στις 13:35 καταρτίστηκε κατάλογος προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες της Starbreeze (στο εξής: κατάλογος προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες της Starbreeze) και στις 13:37 ο BAK συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο αυτόν. Η Carnegie υποστήριξε ότι η περιεχόμενη στο εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου πληροφορία δεν ήταν ορθή, διότι κατά τον χρόνο αποστολής του μηνύματος ο BAK δεν είχε ακόμη συμπεριληφθεί στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες της Starbreeze.

19      Σύμφωνα με τις δηλώσεις του διευθυντή επικοινωνίας της Starbreeze, ο λόγος για τον οποίο ο BAK συμπεριλήφθηκε στον εν λόγω κατάλογο ήταν ότι είχε ενημερωθεί για την παραίτηση του οικονομικού διευθυντή της Starbreeze. Εντούτοις, το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Νοεμβρίου 2018 δεν περιείχε καμία πληροφορία σχετικά με τον λόγο συμπερίληψης του BAK στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες της Starbreeze. Συναφώς, κατά την Carnegie, δεν υπήρχε καμία πληροφορία αμέσως ή εμμέσως συνδεόμενη με τη Starbreeze, η οποία να συνιστά προνομιακή πληροφορία. Επιπλέον, η Carnegie ισχυρίστηκε ότι η πληροφορία σχετικά με την παραίτηση του οικονομικού διευθυντή δεν συνιστούσε προνομιακή πληροφορία.

20      Κατόπιν της παραλαβής από την Carnegie του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Νοεμβρίου 2018, η διαδικασία πώλησης των μετοχών της Starbreeze, η οποία είχε κινηθεί το πρωί της ίδιας ημέρας, ανεστάλη. Η Carnegie συνέχισε τη διαδικασία πώλησης το απόγευμα. Μεταξύ της ημερομηνίας αυτής και της 19ης Νοεμβρίου 2018 το συνολικό ποσό των εσόδων από την πώληση των μετοχών αυτών ανερχόταν σε λίγο περισσότερο από 16 εκατομμύρια SEK (περίπου 1 497 202 ευρώ). Για τη Varvtre, αυτή η πώληση κατέστησε δυνατό τον περιορισμό των ζημιών της κατά περίπου 4,9 εκατομμύρια SEK (περίπου 426 000 ευρώ).

21      Στις 23 Νοεμβρίου 2018 η Starbreeze δημοσίευσε δελτίο Τύπου με το οποίο ανακοίνωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο κύκλος εργασιών της ήταν χαμηλότερος από τις προβλέψεις και ότι ο οικονομικός διευθυντής της δεν είχε παραμείνει στα καθήκοντά του.

22      Η Αρχή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας άσκησε αγωγή κατά της Carnegie με αίτημα να υποχρεωθεί η τράπεζα αυτή στην καταβολή προστίμου ύψους 35 εκατομμυρίων SEK (περίπου 3 045 000 ευρώ) λόγω παράβασης της απαγόρευσης κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών, κατά την έννοια των άρθρων 8 και 14 του κανονισμού 596/2014. Προς στήριξη της αγωγής, η εν λόγω Αρχή υποστήριξε ότι, με τη λήψη του ηλεκτρονικού μηνύματος της 15ης Νοεμβρίου 2018, η Carnegie απέκτησε πρόσβαση σε προνομιακές πληροφορίες κατά τον χρόνο της πώλησης των μετοχών της Starbreeze.

23      Το tingsr?tt (πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Σουηδία) αποφάνθηκε ότι οι περιεχόμενες στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου πληροφορίες συνιστούσαν προνομιακές πληροφορίες και δέχθηκε την αγωγή. Ειδικότερα, κατά το tingsr?tt (πρωτοβάθμιο δικαστήριο), οι περιεχόμενες στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου πληροφορίες μπορούσαν να ερμηνευθούν μόνον υπό την έννοια ότι πρόκειται για αρνητικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες οι οποίες αφορούσαν τη Starbreeze. Επιπλέον, το tingsr?tt (πρωτοβάθμιο δικαστήριο) εκτίμησε ότι από τις πληροφορίες αυτές μπορούσαν να εξαχθούν συμπεράσματα ως προς την πιθανή επίδρασή τους στην τιμή των μετοχών της Starbreeze, τούτο δε ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης πληροφορίας που αποτέλεσε τον λόγο κατάρτισης του καταλόγου προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες της εταιρίας αυτής.

24      Το Svea hovr?tt (εφετείο Στοκχόλμης, Σουηδία) μεταρρύθμισε την απόφαση του tingsr?tt (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) και απέρριψε την αγωγή της Αρχής Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, με το σκεπτικό ότι οι περιεχόμενες στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Νοεμβρίου 2018 πληροφορίες δεν συνιστούσαν προνομιακές πληροφορίες. Κατά το Svea hovr?tt (εφετείο Στοκχόλμης), οι πληροφορίες αυτές δεν παρείχαν στον αποδέκτη τους τη δυνατότητα να κατανοήσει γιατί είχε θεωρηθεί ότι ο BAK κατείχε προνομιακές πληροφορίες και, για τον λόγο αυτό, δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε πράξεις πώλησης. Κατά συνέπεια, ούτε ο αποδέκτης του επίμαχου μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι οι ίδιες αυτές πληροφορίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη διαμόρφωση της τιμής των μετοχών της Starbreeze. Κατά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το περιεχόμενο του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «αόριστο» ή «γενικό» και, συνεπώς, μη συγκεκριμένο.

25      Η Αρχή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας προσέβαλε την απόφαση του Svea hovr?tt (εφετείου Στοκχόλμης) ενώπιον του H?gsta domstolen (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Σουηδία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, προκειμένου μια πληροφορία να είναι «προνομιακή», κατά την έννοια του κανονισμού 596/2004, πρέπει να είναι συγκεκριμένη. Ωστόσο, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ανέκυψε το ζήτημα εάν από την απαίτηση αυτή απορρέει ότι δεν αρκεί να παρέχονται πληροφορίες ότι ένα πρόσωπο συμπεριλήφθηκε σε κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και ότι το πρόσωπο αυτό θεωρήθηκε ως πρόσωπο το οποίο δεν επιτρέπεται να προβεί σε πώληση μετοχών, αλλά, αντιθέτως, πρέπει ο αποδέκτης των πληροφοριών αυτών να είναι σε θέση να κατανοήσει τις συνθήκες που οδήγησαν στη συμπερίληψη του προσώπου στον κατάλογο των προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες. Επιπλέον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, τίθενται ζητήματα ως προς τον βαθμό ακρίβειας και βεβαιότητας που απαιτείται ώστε ο αποδέκτης να έχει τη δυνατότητα να συναγάγει συμπεράσματα σχετικά με τις συνθήκες αυτές.

26      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το H?gsta domstolen (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Μπορεί μια ανακοίνωση περί του ότι συγκεκριμένο πρόσωπο έχει συμπεριληφθεί σε κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και δεν του επιτρέπεται η πώληση μετοχών εκδότη να θεωρηθεί ότι έχει αρκούντως συγκεκριμένο χαρακτήρα ώστε να συνιστά προνομιακή πληροφορία δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 596/2014, ακόμη και εάν οι λόγοι για τη συμπερίληψη του προσώπου αυτού δεν καθίστανται σαφείς;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, υπό ποιες προϋποθέσεις;

3)      Είναι κρίσιμο για την εκτίμηση του κατά πόσον ανακοίνωση όπως αυτή που αναφέρεται στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα συνιστά προνομιακή πληροφορία το ζήτημα εάν ήταν ορθή η εκτίμηση του εκδότη ότι οι περιστάσεις που οδήγησαν στη συμπερίληψη του προσώπου στον κατάλογο των προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες συνιστούσαν όντως προνομιακές πληροφορίες;

4)      Είναι κρίσιμο για την εκτίμηση του κατά πόσον ανακοίνωση όπως αυτή που αναφέρεται στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα συνιστά προνομιακή πληροφορία το ζήτημα εάν οι περιεχόμενες στην ανακοίνωση πληροφορίες ήταν ορθές;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

27      Με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 596/2014 έχει την έννοια ότι, προς τον σκοπό του χαρακτηρισμού μιας πληροφορίας ως «προνομιακής», μπορεί να συνιστά «συγκεκριμένη» πληροφορία, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, ανακοίνωση εκδότη με την οποία δηλώνεται ότι ένα πρόσωπο συμπεριλήφθηκε σε κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και δεν του επιτρέπεται να προβεί σε πώληση των μετοχών του εκδότη αυτού, ακόμη και αν ο λόγος για τον οποίο το πρόσωπο συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο δεν προκύπτει από την ανακοίνωση.

28      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 596/2014 κατήργησε και αντικατέστησε από τις 3 Ιουλίου 2016 την οδηγία 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς) (ΕΕ 2003, L 96, σ. 16). Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 596/2014 αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, στο άρθρο 1, σημείο 1, της οδηγίας, οπότε η νομολογία σχετικά με την τελευταία αυτή διάταξη είναι κρίσιμη για την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 596/2014.

29      Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, ο ορισμός της έννοιας της «προνομιακής πληροφορίας» στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 596/2014 περιλαμβάνει τέσσερα ουσιώδη στοιχεία. Πρώτον, πρόκειται για πληροφορία συγκεκριμένη. Δεύτερον, η πληροφορία αυτή δεν έχει δημοσιοποιηθεί. Τρίτον, η πληροφορία αφορά, άμεσα ή έμμεσα, ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα ή τους εκδότες τους. Τέταρτον, πρόκειται για πληροφορία η οποία, αν δημοσιοποιούνταν, θα μπορούσε να επηρεάσει αισθητά την τιμή των οικείων χρηματοπιστωτικών μέσων ή την τιμή των συνδεόμενων με αυτά παράγωγων μέσων (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2015, Lafonta, C-628/13, EU:C:2015:162, σκέψη 24, και της 15ης Μαρτίου 2020, Autorit? des march?s financiers, C-302/20, EU:C:2022:190, σκέψη 33).

30      Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού, προς τον σκοπό της εφαρμογής της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου 7, μια πληροφορία θεωρείται «συγκεκριμένη» εάν πληροί δύο προϋποθέσεις, ήτοι, αφενός, περιλαμβάνει αναφορά σε κατάσταση η οποία υφίσταται ή ευλόγως αναμένεται να υπάρξει ή αναφορά σε γεγονός που έχει συμβεί ή ευλόγως αναμένεται να υπάρξει και, αφετέρου, είναι επαρκώς συγκεκριμένη ώστε να επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την πιθανή επίδραση αυτής της κατάστασης ή αυτού του γεγονότος στις τιμές των χρηματοπιστωτικών μέσων ή των συνδεομένων με αυτά παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων.

31      Εν προκειμένω, η πληροφορία η οποία φέρεται ότι είναι προνομιακή πληροφορία είναι η περιεχόμενη στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Νοεμβρίου 2018, με το οποίο ο διευθυντής επικοινωνίας της Starbreeze ενημέρωσε την Carnegie ότι ο BAK, ο οποίος ήταν κατά τον χρόνο εκείνον ο γενικός διευθυντής και ο κύριος μέτοχος της Starbreeze, είχε μόλις συμπεριληφθεί στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες της Starbreeze και ότι η συμπερίληψή του συνοδευόταν από την απαγόρευση πώλησης, από τον BAK, των μετοχών της Starbreeze.

32      Συναφώς, η πρώτη προϋπόθεση που μνημονεύεται στη σκέψη 30 της παρούσας απόφασης θα εξεταστεί στο πλαίσιο της ανάλυσης του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος.

33      Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση που μνημονεύεται στη σκέψη 30 ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, προκειμένου να εξακριβωθεί αν η επίμαχη πληροφορία μπορεί να θεωρηθεί «επαρκώς συγκεκριμένη», αρκεί η πληροφορία να είναι επαρκώς συγκεκριμένη ή ειδική ώστε να μπορεί να συνιστά τη βάση για την εκτίμηση του αν η κατάσταση ή το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η πληροφορία αυτή δύναται να έχει επίδραση στις τιμές των χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία η πληροφορία αυτή αφορά. Κατά συνέπεια, το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 596/2014 αποκλείει από την έννοια της «προνομιακής πληροφορίας» μόνον τις «αόριστες ή γενικές πληροφορίες, από τις οποίες δεν μπορεί να αντληθεί κανένα συμπέρασμα σχετικά με τον πιθανό αντίκτυπό τους στην τιμή των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών μέσων» (πρβλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 2022, Autorit? des march?s financiers, C-302/20, EU:C:2022:190, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται κατά περίπτωση εξέταση (πρβλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 2022, Autorit? des march?s financiers, C-302/20, EU:C:2022:190, σκέψεις 41 και 42).

34      Επομένως, προκειμένου να εξακριβωθεί αν πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση που μνημονεύεται στη σκέψη 30 της παρούσας απόφασης και, επομένως, αν μια πληροφορία είναι «επαρκώς συγκεκριμένη», κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 596/2014, πρέπει να αποδειχθεί, βάσει εκτίμησης των ειδικών περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, αν η πληροφορία αυτή καθιστά δυνατή την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την πιθανή επίδραση της κατάστασης ή του γεγονότος στα οποία γίνεται αναφορά επί των τιμών των οικείων χρηματοπιστωτικών μέσων.

35      Κατόπιν της διευκρίνισης αυτής, διαπιστώνεται ότι η συμπερίληψη σε κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες, τα οποία εργάζονται για έναν εκδότη δυνάμει σύμβασης εργασίας ή τα οποία εκτελούν με άλλον τρόπο καθήκοντα μέσω των οποίων έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, καθώς και η επικαιροποίηση και η ανακοίνωση του καταλόγου αυτού στις αρμόδιες αρχές, εμπίπτουν στην υποχρέωση που υπέχουν οι εκδότες χρηματοπιστωτικών μέσων δυνάμει του άρθρου 18 του κανονισμού 596/2014 και, ως εκ τούτου, στην εσωτερική οργάνωση του οικείου εκδότη, υπό τον έλεγχο της αρμόδιας αρχής στην οποία πρέπει να ανακοινώνεται ο κατάλογος προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο γ'.

36      Κατά συνέπεια, ανακοίνωση η οποία έχει ως αντικείμενο τη συμπερίληψη ενός τέτοιου προσώπου στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες ενός εκδότη δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, αυτή καθεαυτήν και ελλείψει πρόσθετων διευκρινίσεων σχετικών με το πλαίσιο εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η συμπερίληψη του προσώπου στον κατάλογο, να επηρεάσει την τιμή των οικείων χρηματοπιστωτικών μέσων και, ως εκ τούτου, να πληροί την προϋπόθεση κατά την οποία για να είναι μια πληροφορία «προνομιακή» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού πρέπει, μεταξύ άλλων, η πληροφορία αυτή να είναι ικανή να επιδράσει σημαντικά στην τιμή αυτή.

37      Τούτο ισχύει όχι μόνον όταν η ανακοίνωση αφορά τη συμπερίληψη στον κατάλογο προσώπου το οποίο, λόγω της φύσης των καθηκόντων του, έχει ανά πάσα στιγμή πρόσβαση σε όλες τις προνομιακές πληροφορίες και μπορεί, ως εκ τούτου, να έχει καταχωριστεί ως «μόνιμος κάτοχος προνομιακών πληροφοριών» από τον εκδότη, εφόσον αυτός έχει ασκήσει την ευχέρεια που του παρέχει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού 2016/347, να συμπεριλάβει στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες συμπληρωματικό τμήμα σχετικό με τη συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες, αλλά και όταν η ανακοίνωση αφορά την καταχώριση προσώπου ως «περιστασιακού κατόχου προνομιακών πληροφοριών», που έχει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις πρόσβαση σε μία ή περισσότερες προνομιακές πληροφορίες.

38      Παρά ταύτα, δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων το ενδεχόμενο ανακοίνωση στην οποία αναφέρεται ότι ένα πρόσωπο συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες εκδότη να μπορεί, λόγω άλλων συνοδευτικών στοιχείων, όπως, ιδίως, η δήλωση ότι το πρόσωπο αυτό δεν επιτρέπεται να πωλήσει τις μετοχές του εκδότη αυτού ή οι περιστάσεις υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η δημοσιοποίησή του, να θεωρηθεί «επαρκώς συγκεκριμένη» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 596/2014, καθόσον αποκαλύπτει ή συνεπάγεται εμμέσως την ύπαρξη υποκείμενου γεγονότος το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την τιμή των οικείων χρηματοπιστωτικών μέσων ή των συνδεόμενων με αυτά παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων.

39      Προς τούτο, πρέπει ιδίως να εξακριβωθεί αν, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων μιας συγκεκριμένης περίπτωσης, αποδεικνύεται ότι η ανακοίνωση μιας τέτοιας πληροφορίας είναι ικανή να παράσχει στον αποδέκτη της τη δυνατότητα να αποκομίσει, αμέσως ή εμμέσως, όφελος από την πληροφορία αυτή για να αγοράσει ή να πωλήσει μετοχές, περιερχόμενος με τον τρόπο αυτό σε ευνοϊκότερη θέση έναντι των λοιπών επενδυτών.

40      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο σκοπός του κανονισμού 596/2014, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 24 καθώς και από το άρθρο του 1, συνίσταται στη διασφάλιση της ακεραιότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ένωσης και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στις αγορές αυτές, εμπιστοσύνη η οποία εδράζεται ιδίως στο γεγονός ότι οι επενδυτές θα βρίσκονται σε ισότιμη βάση και θα προστατεύονται από την παράνομη χρήση προνομιακών πληροφοριών. Ο σκοπός που επιδιώκεται με την κατά το άρθρο 14 του κανονισμού αυτού απαγόρευση της κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών και παράνομης ανακοίνωσης προνομιακών πληροφοριών έγκειται στη διασφάλιση της ισότητας των επενδυτών που συμμετέχουν σε χρηματιστηριακή πράξη, διά της αποφυγής του ενδεχομένου το πρόσωπο που είναι κάτοχος προνομιακής πληροφορίας και βρίσκεται, εκ του λόγου αυτού, σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους λοιπούς επενδυτές να αποκομίσει όφελος εις βάρος των επενδυτών που αγνοούν την πληροφορία (πρβλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 2022, Autorit? des march?s financiers, C-302/20, EU:C:2022:190, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41      Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης της κύριας δίκης, αν αποδεικνύεται ότι η οικεία ανακοίνωση πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 596/2014 για να θεωρηθεί «επαρκώς συγκεκριμένη» και μπορεί, ως εκ τούτου, να συνιστά «προνομιακή πληροφορία» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 7, παράγραφος 1.

42      Στο πλαίσιο της ανάλυσης αυτής, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει ιδίως υπόψη, αφενός, το περιεχόμενο του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Νοεμβρίου 2018 καθώς και την ταυτότητα των προσώπων τα οποία αφορά το μήνυμα και τον ρόλο τους στο εσωτερικό του οικείου εκδότη.

43      Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, υπογραμμίζεται ότι, μολονότι, εν προκειμένω, ο BAK, ως γενικός διευθυντής και κύριος μέτοχος της εταιρίας Starbreeze, είχε κατ’ ανάγκην πρόσβαση σε εμπορικές πληροφορίες δυνάμενες να συνιστούν «προνομιακές πληροφορίες», κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 596/2014, εντούτοις, δεδομένων του ρόλου του και των καθηκόντων που ασκούσε στο εσωτερικό της εταιρίας, το γεγονός αυτό δεν είχε, αφ’ εαυτού, ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού, ότι δεν μπορούσε να διαπραγματευθεί τα χρηματοπιστωτικά μέσα της εταιρίας. Επιπλέον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 36 της παρούσας απόφασης, ανακοίνωση με την οποία γίνεται αναφορά μόνον στο ότι ο BAK συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες της Starbreeze δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να χαρακτηρίζεται από τον απαιτούμενο βαθμό ακρίβειας, ελλείψει οποιασδήποτε πρόσθετης ένδειξης, προκειμένου να αποδειχθεί η πλήρωση του πρώτου μνημονευόμενου στη σκέψη 29 της παρούσας απόφασης στοιχείου και, επομένως, δεν μπορεί να συνιστά «προνομιακή πληροφορία» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 596/2014.

44      Αντιθέτως, το γεγονός ότι η περιεχόμενη στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Νοεμβρίου 2018 πληροφορία κάνει λόγο όχι μόνο για τη συμπερίληψη του BAK στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες της Starbreeze, αλλά και για την απαγόρευση πώλησης, από τον ΒΑΚ, των μετοχών της, η οποία συνόδευε τη συμπερίληψή του στον κατάλογο, μπορεί να ασκεί επιρροή επί του ελέγχου της δεύτερης προϋπόθεσης που μνημονεύεται στη σκέψη 30 της παρούσας απόφασης και, ως εκ τούτου, επί της ανάλυσης σχετικά με το πρώτο στοιχείο της έννοιας της «προνομιακής πληροφορίας» που μνημονεύεται στη σκέψη 29 της παρούσας απόφασης, το οποίο αφορά τον βαθμό ακρίβειας της επίμαχης πληροφορίας.

45      Πράγματι, επισημαίνεται ότι, μολονότι μια πληροφορία σχετικά με το γεγονός και μόνον ότι ένα πρόσωπο συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες μιας εταιρίας είναι, κατ’ αρχήν και ως τοιαύτη, ουδέτερη σε σχέση με το ζήτημα αν θα ήταν σκόπιμο ένας επενδυτής να αγοράσει ή να πωλήσει μετοχές της εταιρίας αυτής, η προσθήκη μιας συμπληρωματικής πληροφορίας σχετικής με την επιβολή στο συγκεκριμένο πρόσωπο απαγόρευσης πώλησης μετοχών της εν λόγω εταιρίας συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι το πρόσωπο αυτό γνωρίζει ένα γεγονός το οποίο ασκεί αρνητική επιρροή στα συμφέροντα της εταιρίας και το οποίο είναι, επομένως, ικανό να παρακινήσει τον επενδυτή που θα τελεί εν γνώσει του να πωλήσει μετοχές αντί να τις αγοράσει ή, εν πάση περιπτώσει, ικανό να επηρεάσει τις αποφάσεις του επενδυτή στη σχετική αγορά όταν λάβει γνώση του γεγονότος.

46      Επομένως, μια τέτοια πληροφορία, η οποία αφορά όχι μόνον τη συμπερίληψη ενός προσώπου στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες ενός εκδότη τίτλων, αλλά και το γεγονός ότι επιβλήθηκε στο συγκεκριμένο πρόσωπο απαγόρευση πώλησης των τίτλων του εκδότη, ακόμη και αν δεν παρέχει στον επενδυτή τη δυνατότητα να γνωρίζει τον λόγο της συμπερίληψης στον κατάλογο, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί υπό ορισμένες περιστάσεις από έναν συνετό επενδυτή ως πληροφορία την οποία συνεκτιμά κατά τη λήψη των επενδυτικών αποφάσεών του, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 596/2014, και, κατά συνέπεια, θα μπορούσε να αποδειχθεί η πλήρωση του τετάρτου στοιχείου που μνημονεύεται στη σκέψη 29 της παρούσας απόφασης, κατά το οποίο η επίμαχη πληροφορία, αν δημοσιοποιούνταν, θα μπορούσε να επηρεάσει αισθητά την τιμή των οικείων χρηματοπιστωτικών μέσων.

47      Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι σκοπός της επαλήθευσης του επαρκώς συγκεκριμένου χαρακτήρα της επίμαχης πληροφορίας είναι ακριβώς να καθοριστεί αν η πληροφορία είναι επαρκώς συγκεκριμένη ώστε, σε περίπτωση δημοσιοποίησής της, να μπορεί να επιδράσει σημαντικά στην τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων που αφορά ή στην τιμή των συνδεόμενων με αυτά παράγωγων μέσων.

48      Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι πληροφορία η οποία, αν δημοσιοποιούνταν, θα μπορούσε να «επιδράσει σημαντικά» στην τιμή των οικείων τίτλων, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 596/2014, πρέπει, κατά κανόνα, να θεωρείται ότι πληροί επίσης την προϋπόθεση περί «συγκεκριμένης» πληροφορίας, η οποία προβλέπεται στη διάταξη αυτή, διότι μια πληροφορία δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να έχει τέτοια επίδραση αν η ίδια η πληροφορία δεν είναι συγκεκριμένη (πρβλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 2022, Autorit? des march?s financiers, C-302/20, EU:C:2022:190, σκέψη 55).

49      Υπό τις συνθήκες αυτές, η ανακοίνωση η οποία απεστάλη στην Carnegie, ότι ο BAK είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες της Starbreeze, και η οποία συνοδευόταν από τη συμπληρωματική πληροφορία ότι ο ΒΑΚ δεν είχε δικαίωμα να πωλήσει τις μετοχές της εταιρίας αυτής, θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα σχετικά με την τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων της εταιρίας και, κατά συνέπεια, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «επαρκώς συγκεκριμένη» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 596/2014. Επομένως, μια τέτοια ανακοίνωση θα μπορούσε να πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε να συνιστά «προνομιακή πληροφορία» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

50      Αφετέρου, στο πλαίσιο της εφαρμογής των άρθρων 8 και 14 του κανονισμού 596/2014, το αιτούν δικαστήριο πρέπει επίσης να λάβει υπόψη το ειδικό πλαίσιο εντός του οποίου ανακοινώθηκε η φερόμενη ως προνομιακή πληροφορία.

51      Πράγματι, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 15 έως 17 της παρούσας απόφασης, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η διαδικασία πώλησης των μετοχών της Starbreeze που κατείχε η Varvtre κινήθηκε από την Carnegie σε εκτέλεση του ενεχύρου επί μετοχών που αυτή κατείχε ως ασφάλεια δυνάμει της σύμβασης «ενεχύρου επί μετοχών» που είχε συναφθεί μεταξύ της Varvtre και της Carnegie.

52      Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, η Varvtre είχε λάβει από την τράπεζα πίστωση έναντι ενεχύρου μετοχών, οι οποίες είχαν τοποθετηθεί, ως ασφάλεια, σε λογαριασμό της τράπεζας. Η σύμβαση προέβλεπε ότι οι εν λόγω μετοχές μπορούσαν να υποθηκευθούν μόνο μέχρι ενός ορισμένου ύψους και ότι, αν η εξασφάλιση της πίστωσης δεν ήταν πλέον επαρκής, η Carnegie είχε το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση προκειμένου να επιτύχει άμεση πληρωμή. Υπ’ αυτές τις περιστάσεις, σύμφωνα με την επίμαχη σύμβαση, η Carnegie είχε επίσης το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το ενέχυρο κατά το δοκούν.

53      Ακριβώς λόγω της μείωσης της τιμής των μετοχών της Starbreeze, η οποία εξάλλου σημειώθηκε πριν από την αποστολή του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Νοεμβρίου 2018, η Varvtre βρέθηκε σε κατάσταση υπερχρέωσης σε σχέση με την πίστωση που της είχε χορηγήσει η Carnegie και η τελευταία κίνησε, το πρωί της 15ης Νοεμβρίου 2018, διαδικασία για την πώληση των μετοχών της Starbreeze που είχε ενεχυριάσει η Varvtre, δυνάμει των διατάξεων της προαναφερθείσας σύμβασης.

54      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 596/2014, για τους σκοπούς των άρθρων 8 και 14 του κανονισμού αυτού, το γεγονός και μόνον ότι ένα πρόσωπο κατέχει προνομιακή πληροφορία δεν συνεπάγεται ότι το πρόσωπο αυτό έχει χρησιμοποιήσει την πληροφορία και ότι, συνεπώς, έχει προβεί σε κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας βάσει μιας πράξης απόκτησης ή διάθεσης, εφόσον το εν λόγω πρόσωπο πραγματοποιεί συναλλαγή με σκοπό την απόκτηση ή διάθεση χρηματοπιστωτικών μέσων και η συναλλαγή αυτή πραγματοποιείται προς εκπλήρωση μιας απαιτητής υποχρέωσης, καλόπιστα και όχι προκειμένου να παρακαμφθεί η απαγόρευση της κατάχρησης προνομιακής πληροφορίας, και η υποχρέωση αυτή απορρέει από εντολή που δόθηκε ή συμφωνία που συνήφθη πριν την απόκτηση της προνομιακής πληροφορίας από το εν λόγω πρόσωπο ή η εν λόγω συναλλαγή πραγματοποιείται προς εκπλήρωση νομικής ή κανονιστικής υποχρέωσης που προέκυψε προτού το εν λόγω πρόσωπο αποκτήσει την προνομιακή πληροφορία.

55      Το άρθρο 9, παράγραφος 6, του κανονισμού 596/2014 συμπληρώνει την ανωτέρω διάταξη προβλέποντας ότι μπορεί παρά ταύτα να θεωρηθεί ότι διεπράχθη η προβλεπόμενη στο άρθρο 14 του κανονισμού κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι υπήρχε παράνομος λόγος για τις εν λόγω εντολές για διενέργεια συναλλαγής, συναλλαγές ή συμπεριφορές.

56      Επομένως, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Νοεμβρίου 2018 περιείχε προνομιακή πληροφορία, οφείλει, μεταξύ άλλων, να εξακριβώσει, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης της κύριας δίκης, αν η αναστολή και η μετέπειτα συνέχιση, από την Carnegie, της διαδικασίας πώλησης των μετοχών της Starbreeze, που είχε ενεχυριάσει η Varvtre, μετά την αποστολή του μηνύματος αυτού θα μπορούσαν να εμπίπτουν στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 596/2014, όπερ προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την απόδειξη της ύπαρξης, υπέρ της Carnegie, απαιτητής υποχρέωσης η οποία κατέστησε αντικειμενικώς αναγκαία αυτή τη συνέχιση της διαδικασίας πώλησης.

57      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 596/2014 έχει την έννοια ότι, για τον χαρακτηρισμό μιας πληροφορίας ως «προνομιακής», μπορεί να συνιστά «συγκεκριμένη» πληροφορία, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, ανακοίνωση εκδότη με την οποία δηλώνεται ότι ένα πρόσωπο συμπεριλήφθηκε σε κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και ότι δεν του επιτρέπεται να πωλεί τις μετοχές του εκδότη αυτού, ακόμη και αν ο λόγος για τον οποίο το πρόσωπο αυτό συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο δεν προκύπτει από την ανακοίνωση, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να αποδειχθεί ότι ένας συνετός επενδυτής θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ανακοίνωση ως πληροφορία την οποία συνεκτιμά κατά τη λήψη των επενδυτικών του αποφάσεων, με αποτέλεσμα ο επενδυτής που είναι κάτοχος της πληροφορίας να αποκομίσει όφελος εις βάρος εκείνων που την αγνοούν, περιερχόμενος σε πλεονεκτική θέση έναντι των λοιπών επενδυτών για τη διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων.

 Επί του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

58      Με το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 596/2014 έχει την έννοια ότι, προκειμένου να κριθεί αν μια ανακοίνωση συνιστά «προνομιακή πληροφορία» κατά τη διάταξη αυτή, πρέπει να διευκρινιστεί, αφενός, αν ήταν ορθή η εκτίμηση του εκδότη ότι οι περιστάσεις που οδήγησαν στη συμπερίληψη προσώπου σε κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες συνιστούσαν τέτοια προνομιακή πληροφορία και, αφετέρου, αν η πληροφορία που περιλαμβανόταν στην ανακοίνωση ήταν επίσης ορθή.

59      Διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι η έννοια της «προνομιακής πληροφορίας», κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 596/2014, πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο αντικειμενικό και, κατά συνέπεια, η εκτίμηση του εκδότη ως προς το αν μια πληροφορία είναι «προνομιακή», όπως και το αν η εκτίμηση αυτή είναι ορθή ή εσφαλμένη, αποτελούν, κατ’ αρχήν, περιστάσεις οι οποίες δεν ασκούν επιρροή προκειμένου να κριθεί αν η επίμαχη πληροφορία εμπίπτει στην έννοια αυτή.

60      Εν προκειμένω, οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου φαίνεται να στηρίζονται, κατ’ ουσίαν, στο γεγονός, το οποίο προέβαλε η Carnegie και το οποίο μνημονεύεται στη σκέψη 18 της παρούσας απόφασης, ότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Νοεμβρίου 2018 περιείχε εσφαλμένη πληροφορία, στο μέτρο που το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της είχε αποσταλεί στις 13:32, ήτοι λίγα λεπτά πριν από την κατάρτιση του καταλόγου προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες της Starbreeze και, ως εκ τούτου, πριν από τη συμπερίληψη του BAK σε αυτόν.

61      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, διαπιστώνεται, προκαταρκτικώς, ότι το αν μια πληροφορία είναι ορθή δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των τεσσάρων ουσιωδών στοιχείων της έννοιας της «προνομιακής πληροφορίας», τα οποία απαριθμούνται εξαντλητικώς στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 596/2014 και υπενθυμίζονται στη σκέψη 29 της παρούσας απόφασης. Η εξέταση της ορθότητας μιας πληροφορίας μπορεί, ωστόσο, να είναι λυσιτελής καθόσον εντάσσεται στο πλαίσιο της εξέτασης του κατά πόσον μια πληροφορία είναι «συγκεκριμένη» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού.

62      Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 30 της παρούσας απόφασης, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, για τους σκοπούς της εφαρμογής της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου 7, μια πληροφορία θεωρείται «συγκεκριμένη» εάν πληροί δύο προϋποθέσεις, ήτοι, αφενός, περιλαμβάνει αναφορά σε κατάσταση η οποία υφίσταται ή ευλόγως αναμένεται να υπάρξει ή αναφορά σε γεγονός που έχει συμβεί ή ευλόγως αναμένεται να υπάρξει και, αφετέρου, είναι επαρκώς συγκεκριμένη ώστε να επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την πιθανή επίδραση αυτής της κατάστασης ή αυτού του γεγονότος στις τιμές των χρηματοπιστωτικών μέσων ή των συνδεομένων με αυτά παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων.

63      Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι καταλαμβάνει μεταξύ άλλων τις μελλοντικές καταστάσεις ή γεγονότα των οποίων η επέλευση αποδεικνύεται, βάσει συνολικής εκτίμησης των διαθέσιμων στοιχείων, ρεαλιστική (πρβλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, Geltl, C-19/11, EU:C:2012:397, σκέψη 56).

64      Επομένως, μια πληροφορία πρέπει να χαρακτηρίζεται από ορισμένο τουλάχιστον βαθμό ευλογοφάνειας προκειμένου να πληρούται αυτή η πρώτη προϋπόθεση, ήτοι πρέπει να υπάρχουν εύλογες πιθανότητες να επέλθει το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η πληροφορία αυτή, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 64 των προτάσεών του.

65      Κατά συνέπεια, μια πληροφορία μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι «επαρκώς συγκεκριμένη», κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 596/2014, αν περιλαμβάνει αναφορά σε κατάσταση ή σε συγκεκριμένο και αξιοσημείωτο γεγονός στο σύνολό του που έχουν ήδη υπάρξει ή ενδέχεται να επέλθουν και που ευλόγως αναμένονται.

66      Όπως προκύπτει, κατ’ ουσίαν, από τις σκέψεις 46 και 47 της παρούσας απόφασης, μια πληροφορία είναι, κατ’ αρχήν, «επαρκώς συγκεκριμένη» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 596/2014, αν ένας συνετός επενδυτής θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει ως πληροφορία την οποία συνεκτιμά κατά τη λήψη των επενδυτικών του αποφάσεων, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού. Επομένως, η ευλογοφάνεια μιας πληροφορίας πρέπει να εκτιμάται, για τους σκοπούς της εφαρμογής της πρώτης προϋπόθεσης που μνημονεύθηκε στη σκέψη 30 της παρούσας απόφασης, από την οπτική γωνία ενός συνετού επενδυτή, διότι μόνον οι πληροφορίες που αφορούν περιστάσεις των οποίων η ύπαρξη, πραγματική ή μελλοντική, είναι αρκούντως πιθανή ώστε να ληφθούν υπόψη από έναν τέτοιο επενδυτή είναι ικανές να πληρούν τη συγκεκριμένη προϋπόθεση. Κατά την αιτιολογική σκέψη 14 του εν λόγω κανονισμού, πρόκειται για εκ των προτέρων αξιολόγηση, η οποία πραγματοποιείται κατά τον χρόνο χρησιμοποίησης της πληροφορίας και λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, την αξιοπιστία της πηγής των πληροφοριών, καθώς και όλα τα άλλα στοιχεία που ενδέχεται να επηρεάσουν την τιμή των οικείων χρηματοπιστωτικών μέσων στις δεδομένες περιστάσεις.

67      Στο πλαίσιο της αξιολόγησης αυτής, το γεγονός ότι μια πληροφορία αποδείχθηκε ανακριβής δεν σημαίνει ότι η πληροφορία δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθεί από έναν επενδυτή κατά τη λήψη των επενδυτικών του αποφάσεων εάν, παρά την ανακρίβειά της, φαινόταν πιθανή και, επομένως, πληρούσε την πρώτη προϋπόθεση που μνημονεύεται στη σκέψη 30 της παρούσας απόφασης κατά τον χρόνο της ανακοίνωσής της στον επενδυτή και της χρησιμοποίησής της από αυτόν. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που μια πληροφορία παρουσιάστηκε ως αφορώσα μια κατάσταση που έχει ήδη υπάρξει ή ένα γεγονός που έχει ήδη συμβεί, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για κατάσταση ή γεγονός των οποίων η ύπαρξη είναι επικείμενη ή προβλέψιμη.

68      Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 596/2014, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 30 και 34 της παρούσας απόφασης, είναι καθοριστικής σημασίας για την εξακρίβωση της πλήρωσης της προϋπόθεσης αυτής, να επιτρέπει η πληροφορία την εξαγωγή συμπεράσματος σχετικά με την πιθανή επίδραση της μνημονευόμενης κατάστασης ή γεγονότος στην τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων ή των συνδεόμενων με αυτά παράγωγων μέσων.

69      Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η πραγματική επίδραση που έχει μια δημοσίευση στην τιμή των τίτλων στους οποίους η δημοσίευση αυτή αναφέρεται μπορεί να συνιστά εκ των υστέρων ένδειξη περί του συγκεκριμένου χαρακτήρα της πληροφορίας την οποία περιέχει (απόφαση της 15ης Μαρτίου 2022, Autorit? des march?s financiers, C-302/20, EU:C:2022:190, σκέψη 56). Εντούτοις, το γεγονός ότι μια πληροφορία δεν παράγει τέτοια πραγματική επίδραση, ενδεχομένως διότι αποδεικνύεται ανακριβής πριν περιέλθει σε γνώση του κοινού ή διότι δεν επέρχεται το μελλοντικό γεγονός στο οποίο αναφέρεται, δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι η πληροφορία αυτή δεν ήταν επαρκώς συγκεκριμένη ώστε να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα σχετικά με την πιθανή επίδρασή της στην τιμή ορισμένων χρηματοπιστωτικών μέσων και, ως εκ τούτου, να πληροί τη δεύτερη προϋπόθεση που μνημονεύεται στη σκέψη 30 της παρούσας απόφασης, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ένας επενδυτής έλαβε γνώση της πληροφορίας και τη χρησιμοποίησε χωρίς αυτή να έχει δημοσιοποιηθεί.

70      Πράγματι, μια πληροφορία η οποία φαίνεται πιθανή και είναι επαρκώς συγκεκριμένη ώστε να επιδράσει δυνητικά στην τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων ενός εκδότη μπορεί, αν δημοσιοποιηθεί, να επηρεάσει αισθητά την τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων ενός εκδότη, και, ως εκ τούτου, να παρέχει στον κάτοχό της οικονομικό πλεονέκτημα έναντι όλων των άλλων συμμετεχόντων στην αγορά που δεν έχουν γνώση της πληροφορίας και χωρίς, επομένως, να εκτίθεται στους ίδιους κινδύνους με αυτούς, ακόμη και αν η πληροφορία ή ορισμένες λεπτομέρειές της δεν είναι ορθές ή αν η πληροφορία αποδεικνύεται εκ των υστέρων εσφαλμένη. Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 71 των προτάσεών του, ο ανακριβής χαρακτήρας μιας ευλογοφανούς πληροφορίας δεν εμποδίζει το ότι ο κάτοχός της διαθέτει πλεονέκτημα για να παρέμβει στις χρηματοπιστωτικές αγορές σε σχέση με άλλους επενδυτές που δεν γνωρίζουν την πληροφορία αυτή.

71      Ομοίως, πρόσωπο το οποίο πληροφορείται ότι ένας εκδότης έχει συμπεριλάβει, ή πρόκειται να συμπεριλάβει, ένα πρόσωπο σε κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και ότι η συμπερίληψη αυτή συνοδεύεται από απαγόρευση πώλησης επιβαλλόμενη στο πρόσωπο αυτό κατέχει πληροφορία ικανή να είναι «προνομιακή» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 596/2014, ανεξαρτήτως του αν η αξιολόγηση από τον εκδότη των περιστάσεων στις οποίες στηρίζεται μια τέτοια πληροφορία, όπως είναι τα στοιχεία που οδήγησαν στη συμπερίληψη του οικείου προσώπου στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες, εν προκειμένω στη συμπερίληψη του BAK στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες της Starbreeze, δεν είναι από κάθε άποψη ορθή ή είναι εσφαλμένη.

72      Κατά συνέπεια, πληροφορία η οποία, κατόπιν εκ των υστέρων έρευνας, αποδεικνύεται εσφαλμένη, μπορεί παρά ταύτα να συνιστά «προνομιακή πληροφορία», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν δύναται να αποδειχθεί ότι, κατά τον χρόνο της δημοσιοποίησής της, μπορούσε να θεωρηθεί ευλογοφανής και ήταν ικανή να παράσχει στον κάτοχό της οικονομικό πλεονέκτημα έναντι των λοιπών επενδυτών για τη διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων.

73      Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο αν, όπως εν προκειμένω, ο εσφαλμένος χαρακτήρας της επίμαχης πληροφορίας, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 18 της παρούσας απόφασης, έγκειται όχι στο γεγονός ότι ο BAK δεν συμπεριλήφθηκε πράγματι στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες της Starbreeze, αλλά αποκλειστικώς στο γεγονός ότι ο BAK δεν είχε ακόμη συμπεριληφθεί στον κατάλογο αυτόν κατά τον χρόνο αποστολής του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Νοεμβρίου 2018, δεδομένου ότι η συμπερίληψή του πραγματοποιήθηκε πέντε λεπτά μετά την αποστολή του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

74      Κατόπιν των ανωτέρω, στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 596/2014 έχει την έννοια ότι, προκειμένου να κριθεί αν μια ανακοίνωση συνιστά «προνομιακή πληροφορία», κατά τη διάταξη αυτή, πρέπει να εξακριβωθεί αν κάνει μνεία κατάστασης ή συγκεκριμένου και αξιοσημείωτου γεγονότος στο σύνολό του που έχουν ήδη υπάρξει ή ενδέχεται να επέλθουν και που ευλόγως αναμένονται. Προς τούτο, πληροφορία η οποία, κατόπιν εκ των υστέρων έρευνας, αποδεικνύεται εσφαλμένη, μπορεί παρά ταύτα να συνιστά «προνομιακή πληροφορία», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν δύναται να αποδειχθεί ότι, κατά τον χρόνο της δημοσιοποίησής της, μπορούσε να θεωρηθεί ευλογοφανής και ήταν ικανή να παράσχει στον κάτοχό της οικονομικό πλεονέκτημα έναντι των λοιπών επενδυτών για τη διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων.

 Επί των δικαστικών εξόδων

75      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ,

έχει την έννοια ότι:

για τον χαρακτηρισμό μιας πληροφορίας ως «προνομιακής», μπορεί να συνιστά «συγκεκριμένη» πληροφορία, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, ανακοίνωση εκδότη με την οποία δηλώνεται ότι ένα πρόσωπο συμπεριλήφθηκε σε κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και ότι δεν του επιτρέπεται να πωλεί τις μετοχές του εκδότη αυτού, ακόμη και αν ο λόγος για τον οποίο το πρόσωπο αυτό συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο δεν προκύπτει από την ανακοίνωση, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να αποδειχθεί ότι ένας συνετός επενδυτής θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ανακοίνωση ως πληροφορία την οποία συνεκτιμά κατά τη λήψη των επενδυτικών του αποφάσεων, με αποτέλεσμα ο επενδυτής που είναι κάτοχος της πληροφορίας να αποκομίσει όφελος, εις βάρος εκείνων που την αγνοούν, περιερχόμενος σε πλεονεκτική θέση έναντι των λοιπών επενδυτών για τη διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων.

2)      Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 596/2014

έχει την έννοια ότι:

προκειμένου να κριθεί αν μια ανακοίνωση συνιστά «προνομιακή πληροφορία», κατά τη διάταξη αυτή, πρέπει να εξακριβωθεί αν κάνει μνεία κατάστασης ή συγκεκριμένου και αξιοσημείωτου γεγονότος στο σύνολό του που έχουν ήδη υπάρξει ή ενδέχεται να επέλθουν και που ευλόγως αναμένονται. Προς τούτο, πληροφορία η οποία, κατόπιν εκ των υστέρων έρευνας, αποδεικνύεται εσφαλμένη, μπορεί παρά ταύτα να συνιστά «προνομιακή πληροφορία», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν δύναται να αποδειχθεί ότι, κατά τον χρόνο της δημοσιοποίησής της, μπορούσε να θεωρηθεί ευλογοφανής και ήταν ικανή να παράσχει στον κάτοχό της οικονομικό πλεονέκτημα έναντι των λοιπών επενδυτών για τη διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.